Αριθμός 268/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ A1' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Λυκούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ιωάννη Σίδερη, Νικόλαο Λεοντή, Γεώργιο Γεωργέλλη και Δημήτριο Κράνη, Αρεοπαγίτες. Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριο του στις 7 Ιανουαρίου 2013, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Του αναιρεσείοντος: Π. Δ. του Ν., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παναγιώτη Γιαταγαντζίδη. Του αναιρεσιβλήτου: Ν. Κ. του Α., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17 Ιανουαρίου 2005 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πειραιά. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3390/2008 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 108/2010 του Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 29 Σεπτεμβρίου 2010 αίτηση του. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης, Ιωάννης Σίδερης, ανέγνωσε την από 28 Δεκεμβρίου 2012 έκθεση του με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου του στην δικαστική δαπάνη του. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Ι). Κατά την έννοια του άρθρου 576 Κ.Πολ.Δ, εάν κατά την συζήτηση της αναιρέσεως δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος ερευνά αυτεπαγγέλτως αν ο απολειπόμενος διάδικος επέσπευσε εγκύρως τη συζήτηση, οπότε συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, ή, αν τη συζήτηση επέσπευσε ο αντίδικος του απολειπόμενου διαδίκου, οπότε εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση για τη συζήτηση επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα ο Άρειος Πάγος προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 226 παρ. 4 εδ. 3 και 4 ΚΠολΔ, αν η συζήτηση αναβληθεί ο γραμματέας είναι υποχρεωμένος αμέσως μετά το τέλος της συνεδριάσεως να μεταφέρει την υπόθεση στη σειρά των υποθέσεων που πρέπει να συζητηθούν κατά τη δικάσιμο που ορίστηκε. Κλήση του διαδίκου κατά τη δικάσιμο αυτή δεν χρειάζεται και η αναγραφή της υποθέσεως ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων, εφόσον ο απολειπόμενος κατά τη μετ' αναβολή δικάσιμο διάδικος είχε κλητευθεί να παραστεί κατά τη δικάσιμο κατά την οποία αναβλήθηκε η συζήτηση. Στην προκειμένη περίπτωση όπως προκύπτει από την υπ' αριθ. 696γ'/25.2.2011 έκθεση επιδόσεως του δικ. επιμελητού του Πρωτοδικείου Πειραιά ..., ακριβές αντίγραφο της από 29.9.2010 αιτήσεως, μετά της πράξεως ορισμού δικασίμου για την εκδίκαση της αναιρέσεως και κλήσεως προς παράσταση, επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως στον αναιρεσίβλητο, για την αρχική δικάσιμο της 7.11.2011, οπότε η συζήτηση της υπόθεσης αναβλήθηκε για την παρούσα δικάσιμο, μη απαιτουμένης νέας κλητεύσεως για την τελευταία αυτή δικάσιμο, αφού η αναγραφή στο πινάκιο επέχει θέση κλητεύσεως για τον αναιρεσίβλητο, ο οποίος δεν εμφανίσθηκε κατά την μετά αναβολή συζήτηση της κρινόμενης αίτησης. Επομένως, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία του αναιρεσιβλήτου, σαν να ήταν και αυτός παρών. ΙΙ). Κατά τη διάταξη του άρθρου 229 παρ.1 του ΠΚ, με την προβλεπόμενη σ' αυτή ποινή τιμωρείται όποιος εν γνώσει καταμηνύει άλλον ψευδώς ή αναφέρει γι' αυτόν ενώπιον της αρχής ότι τέλεσε αξιόποινη πράξη ή πειθαρχική παράβαση με σκοπό να προκαλέσει την καταδίωξη του γι' αυτήν. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη θεμελίωση του υπ' αυτής προβλεπόμενου εγκλήματος της ψευδούς καταμηνύσεως απαιτείται να έγινε μήνυση ή ανακοίνωση με οποιονδήποτε τρόπο σε αρχή ότι τελέσθηκε από άλλον αξιόποινη πράξη ή πειθαρχική παράβαση, το περιεχόμενο της μηνύσεως ή ανακοινώσεως να είναι αντικειμενικώς ψευδές και ο μηνύσας ή ανακοινώσας να είχε γνώση ότι είναι ψευδές και να έκανε τη μήνυση ή ανακοίνωση με σκοπό να προκληθεί ποινική ή πειθαρχική δίωξη σε βάρος εκείνου που καταμηνύεται, χωρίς να απαιτείται και πραγμάτωση του σκοπού αυτού. Εξάλλου κατά μεν το άρθρο 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ, επιτρέπεται αναίρεση, αν παρεβιάσθη κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου, κατά δε την έννοια του αριθ. 19 του ιδίου άρθρου, ανεπαρκής ή αντιφατική αιτιολογία, που έχει ως συνέπεια την αναίρεση για έλλειψη νομίμου βάσεως, υπάρχει όταν από το αιτιολογικό της αποφάσεως δεν προκύπτουν κατά τρόπο σαφή και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για τη θεμελίωση του κανόνα δικαίου που εφαρμόσθηκε στη συγκεκριμένη περίπτωση, όχι όμως και όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, εφόσον τούτο εκτίθεται σαφώς. Μόνο τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφασή του δέχθηκε τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Ο ενάγων διατηρεί πρατήριο υγρών καυσίμων στην ..., επί της οδού ... αρ. 19. Ο εναγόμενος ήταν διαχειριστής στην ομόρρυθμη εταιρία "Χ. Τ. Ν. Κ. ΟΕ", η οποία εκμεταλλευόταν στην ... δύο πρατήρια υγρών καυσίμων, ένα στην οδό ... αριθμ. 163 και ένα στη περιοχή της ..., στη συνέχεια δε μέλος του διοικητικού συμβουλίου της ανώνυμης εταιρίας "ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΕΜΠΟΡΙΑΣ ΚΑΥΣΙΜΩΝ ΚΑΙ ΑΝΤΑΛΛΑΚΤΙΚΩΝ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΩΝ", η οποία ανέλαβε τη λειτουργία και εκμετάλλευση των πιο πάνω πρατηρίων συνεργαζόμενη με σύμβαση αποκλειστικής εμπορικής συνεργασίας με την εταιρία ΕΚΟ ΑΕ. Στις 24 Ιανουαρίου 2000 διενεργήθηκε από το Δήμο ... μειοδοτικός διαγωνισμός για την προμήθεια υγρών καυσίμων για το έτος 2000 και ανατέθηκε η προμήθεια αυτών στη πιο πάνω ανώνυμη εταιρία συμφερόντων του εναγομένου. Κατά τα έτη 1996 έως 2000 η προμήθεια υγρών καυσίμων του Δήμου ... είχε ανατεθεί από τον τελευταίο στην ομόρρυθμη εταιρία του εναγομένου. Στις 31-1-2000 ο ενάγων παρουσιάστηκε στη Δημαρχιακή Επιτροπή του Δήμου ... και στο Δήμαρχο ... και παρέδωσε ενώπιον τους την από 31-1-2000 έγγραφη καταγγελία στην οποία ανέφερε α) ότι ο εναγόμενος υπερτιμολογούσε τα τιμολόγια παροχής υγρών καυσίμων της εταιρίας του προς το Δήμο ... κατά τα έτη 1996, 1997, 1998 και 1999, β) ότι η εταιρία του εναγομένου παραβίαζε τη σύμβαση παροχής καυσίμων που υπέγραψε με το Δήμο ... για το έτος 1999 και γ) ότι δήθεν κυκλοφορούσαν φήμες ότι τα υγρά καύσιμα (ΝΤΗΖΕΛ) που εμπορεύεται η επιχείρηση του εναγομένου είναι νοθευμένα. Επικαλούμενος τα περιστατικά αυτά ο ενάγων ζήτησε να μη ανατεθεί και πάλι η προμήθεια του Δήμου ... με υγρά καύσιμα στην εταιρία του εναγομένου. Αντίγραφο της καταγγελίας αυτής κοινοποίησε ο ενάγων στο Υπουργείο Εσωτερικών και ειδικότερα στο Σώμα Ελεγκτών Δημόσιας Διοίκησης. Ο εναγόμενος που έλαβε γνώση της πιο πάνω καταγγελίας στις 21-2-2000, υπέβαλε ενώπιον του Εισαγγελέως Πλημ/κών Πειραιώς την από 19-5-2000 (ΑΒΜ 1244) έγκληση κατά του ενάγοντος. Η καταμήνυση αυτή του εναγομένου προκάλεσε την ποινική δίωξη του ενάγοντος για τη πράξη της συκοφαντικής δυσφήμησης και παραπέμφθηκε ο τελευταίος ενώπιον του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς. Το δικαστήριο αυτό με την υπ' αριθμ. ΒΤ 5544/2003 απόφαση του κήρυξε αθώο τον ενάγοντα για το με στοιχ. γ σκέλος της καταγγελίας για έλλειψη δόλου αυτού, κήρυξε ένοχο αυτόν συκοφαντικής δυσφήμησης για τα με στοιχ. α και β σκέλη της καταγγελίας, καταδίκασε αυτόν σε φυλάκιση οκτώ (8) μηνών και επεδίκασε στον εναγόμενο χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, ποσού 30 ευρώ. Κατόπιν εφέσεως του ενάγοντος εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 1438/2006 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς (Πλημμελημάτων), το οποίο αθώωσε τον ενάγοντα της συκοφαντικής δυσφήμισης για το με στοιχ. α σκέλος της καταγγελίας για έλλειψη δόλου, της απλής δυσφήμισης και της εξύβρισης λόγω συνδρομής λόγου που αίρει τον άδικο χαρακτήρα της πράξεως και για το με στοιχ. β σκέλος της καταγγελίας για τον λόγο ότι δεν θεμελιώνεται αξιόποινη πράξη. Από τα αποδεικτικά μέσα που προαναφέρθηκαν αποδείχθηκε ότι δεν είναι αντικειμενικά ψευδής η από 19-5-2000 έγκληση του εναγομένου κατά του ενάγοντος. Την κρίση αυτή του Δικαστηρίου ενισχύει η 2468/2006 απόφαση του Ελεγκτικού Συνεδρίου η οποία ακύρωσε την 6349/6-10-2004 καταλογιστική απόφαση των Οικονομικών Επιθεωρητών της Διεύθυνσης Οικονομικής Επιθεώρησης Αθηνών του Υπουργείου Οικονομικών με την οποία, μετά την καταγγελία του ενάγοντος και τον διαχειριστικό έλεγχο του Δήμου ... από τους πιο πάνω επιθεωρητές σχετικά με τα τιμολόγια καυσίμων 1996-1999, καταλογίστηκαν ο εναγόμενος και ο Χ. Τ., μέλη της ομορρύθμου εταιρίας "Χ. Τ. - Ν. Κ. ΟΕ" με το ποσό των 8.196,90 ευρώ, πλέον νομίμων προσαυξήσεων 9.719,84 ευρώ, ήτοι συνολικά με το ποσό των 17.916,74 ευρώ το οποίο αποτελεί τη διαφορά μεταξύ των τιμών που φέρουν τα τιμολόγια που συνοδεύουν τα αντίστοιχα χρηματικά εντάλματα, με τα οποία εξοφλήθηκε η εταιρία "Χ. Τ. - Ν. Κ. ΟΕ" για τη προμήθεια των υγρών καυσίμων, για τα έτη 1997 και 1998 και των τιμών ΔΕΠ, για το λόγο ότι ο καταλογισμός στηρίχθηκε σε εσφαλμένη προϋπόθεση. Περαιτέρω δεν αποδείχθηκε ότι η εταιρία του εναγομένου υπερτιμολογούσε τα τιμολόγια παροχής υγρών καυσίμων προς το Δήμο ... τα έτη 1996 και 1999, ότι παραβίασε τη σύμβαση προμήθειας υγρών καυσίμων που υπέγραψε με το Δήμο ... για το 1999 και ότι δήθεν κυκλοφορούσαν φήμες στην ... ότι τα υγρά καύσιμα (ΝΤΗΖΕΛ) που εμπορεύεται ο εναγόμενος είναι νοθευμένα. Η προς υπεράσπιση του αγωγικού αυτού ισχυρισμού του ενάγοντος κατάθεση του μάρτυρος αποδείξεως, δεν δημιουργεί στο Δικαστήριο δικανική πεποίθηση περί της βασιμότητας του. Τη κρίση αυτή του Δικαστηρίου δεν αναιρεί η από 18-10-2002 επιστολή του νομικού συμβούλου του Δήμου ... προς το Δήμαρχο ... στην οποία αναφέρει ότι από την προμήθεια καυσίμων τα έτη 1996, 1997, 1998 και 1999 προέκυψε διαφορά σε βάρος του Δήμου ... ποσού 213.937, 433.045, 1.564.271 και 962.345 δραχμών αντίστοιχα, αφού δεν αποδεικνύεται ότι αυτή οφείλεται σε υπερτιμολογήσεις των υγρών καυσίμων από την προμηθεύτρια εταιρία του εναγομένου. Ο εναγόμενος, επομένως, με την άσκηση της από 19-5-2000 έγκλησης δεν τέλεσε αδίκημα και δεν επέδειξε αδικοπρακτική συμπεριφορά σε βάρος του ενάγοντος που να δικαιολογεί την επιδίκαση υπέρ του τελευταίου χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, συνεπώς, το οποίο με την εκκαλούμενη απόφαση δέχθηκε ότι ο εναγόμενος με την υποβολή της από 19-5-2000 εγκλήσεως σε βάρος του ενάγοντος, τέλεσε το αδίκημα της ψευδούς καταμηνύσεως και επεδίκασε υπέρ του τελευταίου ως χρηματική ικανοποίηση το ποσό των 15.000 ευρώ εσφαλμένα εφάρμοσε τον νόμο και εκτίμησε τις αποδείξεις κατά τους βάσιμους περί τούτων λόγους της έφεσης του εναγομένου. Πρέπει, επομένως, αφού απορριφθεί ο πρώτος λόγος της έφεσης του ενάγοντος ως ουσιαστικά αβάσιμος, καθώς και η έφεση του τελευταίου στο σύνολο της, να γίνει δεκτή κατ' ουσίαν η έφεση του εναγομένου και να εξαφανισθεί η εκκαλούμενη στο σύνολο της και να απoρριφθεί η αγωγή ...". Έτσι που έκρινε το Εφετείο ορθώς ερμήνευσε τις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των ως άνω άρθρων, ουδόλως δε παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου τις διατάξεις των άρθρων 11 ν. 1571/1985, όπως ήδη ισχύει, 15 του ν. 2289/1995 και 24, 25 της Υ.Α. 11389/93 (ΕΚΠΟΤΑ), με την έννοια ότι δεν εφαρμόστηκαν, ενώ έπρεπε να εφαρμοσθούν, καθ' όσον κατά τις παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως δεν υπήρξε διαφορά μεταξύ των τιμών που φέρουν τα τιμολόγια, που εκδόθηκαν από τις εταιρείες του αναιρεσιβλήτου, σε σχέση με τη σύμβαση προμηθείας που είχε καταρτισθεί με το Δήμο ..., το ότι ενδεχομένως υφίσταται απόκλιση των τιμών εκκινήσεως, που κατά τους ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος έπρεπε να προσδιορισθούν με βάση τις διατάξεις των ανωτέρω νόμων, είναι αδιάφορο για την συγκεκριμένη υπόθεση και στηρίζονται σε διαφορετική προϋπόθεση. Περαιτέρω το Δικαστήριο αυτό της ουσίας διέλαβε στην απόφασή του πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον έλεγχο της υπαγωγής των γενομένων δεκτών πραγματικών περιστατικών στους κατά τα άνω εφαρμοστέους κανόνες δικαίου, σχετικά με τα ανωτέρω ζητήματα. Υπό τα δεδομένα αυτά οι πρώτος, κατά το πρώτο και δεύτερο μέρος του, και δεύτερος λόγοι της αναιρέσεως, από τους αριθ. 1 και 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., είναι απορριπτέοι. Απορριπτέος επίσης και ο πρώτος, κατά το τρίτο μέρος του, λόγος της αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται στη προσβαλλομένη απόφαση η από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια ότι το Εφετείο παραβίασε το άρθρο 6 παρ.1 της ΕΣΔΑ 1, με το να συναγάγει δικαστικά τεκμήρια από την 2468/2006 απόφαση του ελεγκτικού Συνεδρίου, στην οποία ο ίδιος δεν συμμετείχε ως διάδικος, είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος, διότι το Ε.Δ.Δ.Α. δεν έχει την ικανότητα με τις αποφάσεις του να διεισδύει στην εθνική έννομη τάξη και να υποκαθιστά τον εθνικό νομοθέτη στη θέσπιση του εφαρμοστέου δικονομικού συστήματος, αλλά ελέγχει μόνο, με τα προβλεπόμενα μέσα, αν οι κανόνες αυτοί ανταποκρίνονται στις απαιτήσεις της ΕΣΔΑ και των πρόσθετων πρωτοκόλλων αυτής σε συγκεκριμένη υπόθεση. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως εξ' ολοκλήρου. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 29.9.2010 αίτηση αναίρεσης του Π. Δ., για αναίρεση της 108/2010 αποφάσεως του Εφετείου Πειραιά. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 4 Φεβρουαρίου 2013. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 18 Φεβρουαρίου 2013. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ