Αριθμός 294/2023 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Β2' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ζαμπέττα Στράτα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου, Ιωάννη Δουρουκλάκη, Γεώργιο Αυγέρη και Αριστείδη Βαγγελάτο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 22 Νοεμβρίου 2022, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ: Του αναιρεσείοντος: Α. Κ. του Δ., κατοίκου ... ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Δήμητρα Καρπάτση, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., η oποία κατέθεσε προτάσεις. Των αναιρεσιβλήτων: 1. Σ. - Μ. Φ., χήρας Δ., το γένος Ρ. Μ., κατοίκου ... 2. Ν. Μ. του Γ., κατοίκου ... 3. Γ. Μ. του Γ., κατοίκου ... και 4. Ν. Γ. του Ι., συζύγου Μ., κατοίκου ... Εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Ζωή Κυριακίδου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., η oποία κατέθεσε προτάσεις. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-4-2013 αγωγή ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Σερρών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 60/2016 του ίδιου Δικαστηρίου και 223/2017 του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Κατά της απόφασης αυτής ασκήθηκε η από 24-5-2017 ανακοπή ερημοδικίας του ήδη αναιρεσείοντος, επί της οποίας εκδόθηκε η 556/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 24-2-2022 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 553 παρ. 1 εδ. α' του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο κατά των αποφάσεων που δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση. Κατά δε το άρθρο 554 του ιδίου κώδικα, αν η ανακοπή ερημοδικίας απορρίφθηκε, η αναίρεση απευθύνεται κατά της απόφασης που απέρριψε την ανακοπή, οπότε θεωρείται ότι προσβάλλεται και η ερήμην απόφαση, κατά της οποίας είχε απευθυνθεί η ανακοπή, εφόσον δεν παρήλθε η προθεσμία για την άσκηση αναίρεσης κατά της απόφασης αυτής. Σύμφωνα με την πρώτη των ως άνω διατάξεων η ερήμην οριστική απόφαση του εφετείου υπόκειται σε αναίρεση, μόνον αφότου έπαψε να υπόκειται σε ανακοπή, είτε διότι παρήλθε άπρακτη η προθεσμία της ανακοπής, η οποία αρχίζει με την επίδοση της ερήμην απόφασης, είτε διότι ο διάδικος παραιτήθηκε του δικαιώματος του να ασκήσει ανακοπή. Αν ασκηθεί εμπροθέσμως ανακοπή, η ερήμην εφετειακή απόφαση υπόκειται σε αναίρεση, αφότου εκδοθεί η απόφαση του εφετείου που απορρίπτει την ανακοπή, η οποία επίσης υπόκειται έκτοτε σε αναίρεση (ΑΠ 44/2022, ΑΠ 816/2020, ΑΠ 197/2020, ΑΠ 1289/2018). Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 524 παρ. 3 και 272 παρ. 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι σε περίπτωση ερημοδικίας του εκκαλούντος η έφεση απορρίπτεται. Η απόρριψη της έφεσης, λόγω της ερημοδικίας του εκκαλούντος, γίνεται κατ' ουσία και όχι κατά τύπους. Γιατί, παρ' όλο που στην πραγματικότητα οι λόγοι της έφεσης δεν εξετάζονται ως προς το παραδεκτό και τη βασιμότητα τους, θεωρείται, κατά πλάσμα του νόμου, ότι είναι αβάσιμοι και για την αιτία αυτή πάντοτε απορριπτέοι, αφού δεν δίδεται στο δικαστήριο η δυνατότητα έκδοσης αντίθετης απόφασης περί παραδοχής τους (ΑΠ 625/2022, ΑΠ 1403/2021, ΑΠ 1281/2018). Επομένως, εάν η ασκηθείσα έφεση κατά της πρωτόδικης απόφασης απορριφθεί λόγω ερημοδικίας του εκκαλούντος, προσβλητή με το ένδικο μέσο της αναίρεσης είναι μόνον η απόφαση του Εφετείου, στην οποία ενσωματώνεται η πρωτόδικη απόφαση. Έτσι, τα τυχόν σφάλματα της απόφασης του πρώτου βαθμού, αφού επικυρώνονται από το εφετείο, μπορούν να προταθούν με την αίτηση αναίρεσης, ως σφάλματα της δευτεροβάθμιας απόφασης, εφόσον συνιστούν και αναιρετικούς λόγους, παραδεκτώς προβαλλόμενους (ΟλΑΠ 16/1990, ΑΠ 625/2022, ΑΠ 1403/2021, ΑΠ 1274/2019, ΑΠ 920/2019). Στην προκειμένη περίπτωση από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της υπόθεσης προκύπτουν τα εξής : Με την από 15.4.2013 με αριθμ. καταθ. 817/ΜΤ50/15.4.2013 αγωγή του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος κατά των εναγομένων και ήδη αναιρεσίβλητων, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Σερρών, ο ενάγων ισχυρίσθηκε ότι στις 24.1.2012 απεβίωσε η Μ. Χ., η οποία είχε συντάξει την από 25.10.2007 ιδιόγραφη διαθήκης της με την οποία άφηνε μοναδικούς εκ διαθήκης κληρονόμους της τους P. H. και A. H., μόνιμους κατοίκους ….., μη διαδίκους στην ένδικη υπόθεση, καθώς και τους εναγόμενους και ήδη αναιρεσίβλητους στα επιμέρους αναγραφόμενα σ'αυτή (αγωγή) κληρονομιαία περιουσιακά στοιχεία. Ότι με την ως άνω διαθήκη η διαθέτης διόρισε αυτόν και τη Δήμητρα Καρπάτση, δικηγόρους του Δικηγορικού Συλλόγου Σερρών, ως εκτελεστές, διαχειριστές και εκκαθαριστές, με τους αναγραφόμενους σ'αυτή (διαθήκη) όρους εκπλήρωσης της τελευταίας βούλησής της. Ότι σε εκτέλεση των παραπάνω εντολών αυτός προέβη στις αναγραφόμενες σ'αυτή (αγωγή) ενέργειες, στις οποίες συμπεριλαμβάνονται και δικαστικές ενέργειες για τη δημοσίευση της διαθήκης και για την κήρυξή της ως κυρίας. Ότι αυτός κατέβαλε όλες τις δαπάνες που απαιτούνταν για την εκτέλεση του συνόλου των επιθυμιών της διαθέτου και ότι τα έξοδα και την αμοιβή του, δυνάμει ειδικού όρου της διαθήκης, θα τα εισέπραττε από τον αναγραφόμενο σ'αυτή τραπεζικό λογαριασμό της Εθνικής Τραπέζης της Ελλάδος. Ότι στις 12.12.2012 συνυπόγραψε με τους κληρονόμους αυτής ιδιωτικό συμφωνητικό με το οποίο γινόταν δεκτό ότι θα ελάμβανε ποσοστό 10% από έκαστο κληρονόμο επί της αξίας της κληρονομιαίας μερίδας του, που ανέρχεται στα αναγραφόμενα για έκαστο εναγόμενο ποσά. Ότι οι εναγόμενοι, υπαναχώρησαν της ως άνω συμφωνίας και ανέλαβαν από το λογαριασμό της Εθνικής Τράπεζας το ποσό που αντιστοιχούσε στο κληρονομικό μερίδιο εκάστου, χωρίς να του αποδώσουν το συμφωνηθέν ποσοστό 10% και το οποίο εξακολουθούν, κακόβουλα και με σκοπό υπεξαίρεσης, να μη του καταβάλουν. Ότι η ως άνω αντισυμβατική συμπεριφορά των εναγομένων είναι παράνομη, ανήθικη και καταχρηστική. Ότι οι εναγόμενοι ευθύνονται να του καταβάλουν από την ως άνω αιτία και επικουρικά κατά τις διατάξεις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού το οφειλόμενο από καθένα από αυτούς ποσό. Με βάση το ως άνω ιστορικό, ο ενάγων ζητούσε να υποχρεωθούν να του καταβάλουν ο πρώτος εναγόμενος το ποσό των 24.371,29 ευρώ πλέον Φ.Π.Α. 23% ήτοι 29.976,83 ευρώ, η δεύτερη εναγόμενη το ποσό των 23.043,77 ευρώ πλέον Φ.Π.Α. 23% ήτοι 28.343,83 ευρώ, η τρίτη εναγόμενη το ποσό των 4.608,70 ευρώ πλέον Φ.Π.Α. 23% ήτοι 5.668,70 ευρώ και η τέταρτη εναγόμενη το ποσό των 4.608,70 ευρώ πλέον Φ.Π.Α. 23% ήτοι 5.668,70 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από 9.4.2013 ως δήλη ημέρα καταβολής και επικουρικά με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής μέχρι την εξόφληση. Επί της αγωγής εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των αμοιβών (άρθρων 677 επ. του ΚΠολΔ), η υπ'αριθμ. 60/2016 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Σερρών, με την οποία απορρίφθηκε η επικουρική εκ του αδικαιολογήτου πλουτισμού βάση της αγωγής ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας και η κυρία βάση αυτής ως μη νόμιμη. Κατά της ως άνω πρωτόδικης απόφασης ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων άσκησε την από 12.7.2016 με αριθμ. καταθ. 55/12.7.2016 έφεση ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, κατά τη συζήτηση της οποίας, στη δικάσιμο στις 25.11.2016, αυτός, μετά την απόρριψη του αιτήματος αναβολής που υπέβαλε, αποχώρησε και δεν κατέθεσε προτάσεις. Επί της ως άνω έφεσης, εκδόθηκε από το ως άνω δευτεροβάθμιο Δικαστήριο η υπ'αριθμ. 223/25.1.2017 απόφαση, ερήμην του ενάγοντος-εκκαλούντος και ήδη αναιρεσείοντος, με την οποία απορρίφθηκε η έφεση του αυτή ως ανυποστήρικτη. Επί της από 24.5.2017 με αριθμ. καταθ. 5/24.5.2017 ανακοπής ερημοδικίας του εκκαλούντος-ανακόπτοντος και ήδη αναιρεσείοντος κατά της ως άνω υπ'αριθμ. 223/2017 απόφασης του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, η αναιρεσιβαλλομένη υπ' αριθμ. 556/10.3.2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, με την οποία απορρίφθηκε η ανακοπή ερημοδικίας. Συνακόλουθα, η ένδικη από 24.2.2022 με αριθμ. κατάθ. 646/82/28.2.2022 αίτηση αναίρεσης του αναιρεσείοντος κατά των αναιρεσίβλητων και κατά της ως άνω υπ'αριθμ. 556/2020 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, ασκήθηκε εμπρόθεσμα, εφόσον δεν αποδεικνύεται επίδοση της προσβαλλομένης απόφασης (άρθρα 552, 553, 554, 556, 558, 564 παρ.3, 566 παρ. 1 και 144 ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρο 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων αυτής (άρθρο 577 παρ.3 ΚΠολΔ). Με τη διάταξη της παρ. 3 του άρθρου 495 του ΚΠολΔ, όπως το άρθρο αυτό αντικαταστάθηκε από το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του ν. 4335/2015 (Α 87) και όπως το πρώτο εδάφιο της παρ.3 αντικαταστάθηκε από την παρ. 2 του άρθρου 35 του ν. 4446/2016 (Α 240), προβλέπεται η καταβολή παραβόλου από εκείνον που ασκεί το ένδικο μέσο της έφεσης, της αναίρεσης και της αναψηλάφησης (και επί περισσοτέρων ομοδίκων ενός παραβόλου), το οποίο ανέρχεται στο ποσό των τετρακοσίων πενήντα (450) ευρώ για την περίπτωση της αναίρεσης κατά απόφασης εφετείου, που επισυνάπτεται στην έκθεση που συντάσσει ο γραμματέας, με κύρωση, σε περίπτωση μη καταβολής αυτού, την απόρριψη του ενδίκου μέσου ως απαράδεκτου από το δικαστήριο. Σύμφωνα, όμως, με το τελευταίο εδάφιο της διάταξης αυτής, η υποχρέωση αυτή δεν ισχύει, μεταξύ των άλλων, και για τις διαφορές του άρθρου 614 αριθ. 5 (διαφορές από αμοιβές για την παροχή εργασίας) στις οποίες συμπεριλαμβάνονται, μεταξύ των άλλων και οι διαφορές για τις αμοιβές και τα έξοδα δικηγόρων και εκτελεστών διαθήκης. Στην προκειμένη περίπτωση, κατά την κατάθεση της ένδικης από 24.2.2022 αίτησης αναίρεσης, κατά της εκδοθείσας κατά την ειδική διαδικασία των αμοιβών υπ' αριθ. 556/2020 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, που έκρινε επί ανακοπής ερημοδικίας σε υπόθεση με αντικείμενο αξίωση του ενάγοντος - εκκαλούντος - ανακόπτοντος και ήδη αναιρεσείοντος, δικηγόρου του Δικηγορικού Συλλόγου Σερρών, για δαπάνες και αμοιβή αυτού, με την ιδιότητα του εκτελεστή διαθήκης, ο αναιρεσείων προέβη στην επισύναψη του υπ' αριθ. 46093829795208230044/2022 ηλεκτρονικού παραβόλου, ποσού τετρακοσίων πενήντα (450) ευρώ για την άσκηση της αναίρεσης. Η ως άνω διαφορά, όμως, ως περιουσιακή διαφορά αμοιβής εκτελεστή διαθήκης, απαλλάσσεται της καταβολής παραβόλου για το παραδεκτό της αίτησης αναίρεσης και κατά συνέπεια το καταβληθέν από τον αναιρεσείοντα παράβολο πρέπει να του αποδοθεί, ανεξάρτητα από την έκβαση της δίκης επί της ως άνω αίτησης (ΑΕΔ 3, 4/2014, ΑΠ 484/2019). Στην προκειμένη περίπτωση το Μονομελές Εφετείο Θεσσαλονίκης με την προσβαλλόμενη με αριθμ. 556/2020 απόφασή του δέχθηκε κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος τα εξής : "...Στην υπό κρίση περίπτωση, ο ανακόπτων (ήδη αναιρεσείων) ισχυρίζεται ότι, κατά τη συζήτηση της προαναφερόμενης έφεσής του, ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, κατά τη δικάσιμο της 25.11.2016, εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Δαγκλή (AM Δ.Σ.Θ. 8269), μόνο για την υποβολή αιτήματος αναβολής της δίκης, λόγω εκκρεμούσης ποινικής δίκης κατά των αντιδίκων του εφεσιβλήτων-καθ' ων η ανακοπή (ήδη αναιρεσιβλήτων), μετά την απόρριψη του οποίου εκείνος (πληρεξούσιος δικηγόρος) αποχώρησε από το ακροατήριο και δεν παραστάθηκε κατά τη συζήτηση της υπόθεσης, η οποία, μετά ταύτα, διεξήχθη ερήμην του (άρθρο 280 § 2 ΚΠολΔ). Ότι, η απόρριψη του εν λόγω αιτήματος του αναβολής για σπουδαίο λόγο, ενόψει του γεγονότος ότι η υπόθεση ήταν πρωτοείσακτη ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου, έλαβε χώρα, αφενός, κατά παράβαση του άρθρου 241 §§1, 2 του ΚΠολΔ, δοθέντος ότι το Δικαστήριο έπρεπε να αναβάλει τη συζήτηση της έφεσης σε άλλη δικάσιμο, αφού ο "σπουδαίος λόγος" συνίστατο στο γεγονός ότι αυτός είχε ήδη καταθέσει ενώπιον του Εισαγγελέως Πλημμελειοδικών Σερρών την, από 31.08.2016 και με αριθμό κατάθεσης ΔΕ2016/130, μήνυσή του, δυνάμει της οποίας είχε κινηθεί η ποινική δίωξη των αντιδίκων του για τα αποδιδόμενα σε αυτούς αδικήματα των άρθρων 224, 229, 362, 363, 386 και 375 ΠΚ, αντίγραφο της οποίας (μήνυσης) προσκόμισε ο πληρεξούσιος δικηγόρος του στο Δικαστήριο, κατά την υποβολή του αιτήματος αναβολής, αφετέρου δε, κατά παράβαση του άρθρου 250 ΚΠολΔ, εφόσον είναι εκκρεμής η άνω ποινική δίκη, η οποία σχετίζεται άμεσα με την ασκηθείσα έφεσή του. Με το παραπάνω περιεχόμενο, αμφότεροι οι λόγοι της ανακοπής πρέπει να απορριφθούν, προεχόντως, ως αβάσιμοι, εφόσον δεν συνιστούν νόμιμους λόγους ανακοπής ερημοδικίας, κατ' άρθρο 501 ΚΠολΔ, κατά τα προεκτιθέμενα (υπό στοιχείο II), αφού δεν προτείνονται περιστατικά τα οποία να αφορούν είτε την παντελή απουσία ή την έλλειψη νόμιμης ή εμπρόθεσμης κλήτευσης του ανακόπτοντος ή τη συνδρομή ανώτερης βίας για τη μη παράστασή του κατά τη συζήτηση της έφεσής του. Να σημειωθεί, παρεμπιπτόντως, πως η κρίση του Δικαστηρίου ότι, στη συγκεκριμένη περίπτωση, συντρέχει σπουδαίος λόγος για την, κατ' άρθρο 241 §1 ΚΠολΔ, αναβολή ή την, κατ' άρθρο 250 ΚΠολΔ, αναστολή της υπόθεσης (μετά συνεκτίμηση βεβαίως και της τυχόν παρέλκυσης της δίκης, που μπορεί να προκληθεί από την τελευταία), ανήκει στην κυριαρχική του εξουσία και δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (βλ. ενδ. ΑΠ 680/1994 ΕλΔνη 1995. 1104, ΑΠ 1293/1993 ΕλΔνη 1995. 138), ενώ, επίσης, αυτό ουδόλως δεσμεύεται να χορηγήσει αναβολή για το λόγο ότι η υπόθεση τυγχάνει πρωτοείσακτη. Συνακόλουθα της απόρριψης όλων των λόγων της ανακοπής πρέπει και αυτή να απορριφθεί ως αβάσιμη κατ ουσία.". Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 4 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο έχει υπερβεί τη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων, όπως καθορίζεται στο άρθρο 1 του ΚΠολΔ, το οποίο ορίζει ότι στην δικαιοδοσία πολιτικών δικαστηρίων ανήκουν: α) οι διαφορές του ιδιωτικού δικαίου, β) οι υποθέσεις εκούσιας δικαιοδοσίας και, γ) οι υποθέσεις δημοσίου δικαίου, που ο νόμος υπήγαγε σ' αυτά. Από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 2 και 3 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι υπέρβαση δικαιοδοσίας υπάρχει και, επομένως, ιδρύεται ο από το άρθρο 559 αρ. 4 ΚΠολΔ αναιρετικός λόγος, όταν τα πολιτικά δικαστήρια επιλαμβάνονται υπόθεσης, η οποία κατά το νόμο ανήκει στη δικαιοδοσία άλλου δικαστηρίου, ποινικού ή διοικητικού, ή στη δικαιοδοσία διοικητικής αρχής ( ΑΠ 366/2020, ΑΠ 1097/2019, ΑΠ 43/2016) ή στη διεθνή δικαιοδοσία αλλοδαπού δικαστηρίου ή είχε υπαχθεί εγκύρως στη διαιτησία ή συνέτρεχε προνόμιο ετεροδικίας (ΑΠ 366/2020, ΑΠ 87/2013). Για το ορισμένο του λόγου αναίρεσης για υπέρβαση δικαιοδοσίας των πολιτικών δικαστηρίων πρέπει να καθορίζεται στο αναιρετήριο με σαφήνεια και η σχέση υπέρβασης εξουσίας προς κάποια διάταξη της απόφασης (ΑΠ 1097/2019, ΑΠ 43/2016). Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων με τον πρώτο λόγο αναίρεσής του προσάπτει στην προβαλλόμενη υπ'αριθμ. 556/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, που απέρριψε την ανακοπή ερημοδικίας αυτού κατά της υπ'αριθμ. 223/2017 απόφασης του ιδίου ως άνω Δικαστηρίου (με την οποία, όπως προεκτέθηκε, είχε απορριφθεί η έφεση του αναιρεσείοντος κατά της υπ'αριθμ. 60/2016 πρωτοβάθμιας απόφασης ως ανυποστήρικτη), την αιτίαση ότι εσφαλμένα δέχθηκε στο αιτιολογικό της ότι η ως άνω απόφαση του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου "με το εν γένει νομικόν της πλαίσιο δεν είναι αναιρετέα" και ότι με την παραδοχή αυτή υπερέβη τη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων υποπίπτοντας στην εκ του αριθμού 3, αληθώς, όμως, με βάση τα εκτιθέμενα στον ως άνω αναιρετικό λόγο, στην εκ του αριθμού 4 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια. Ο ως άνω λόγος είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, αφού δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο σε τι συνίσταται η υπέρβαση δικαιοδοσίας στην ένδικη υπόθεση, επί της οποίας επελήφθη το ως άνω Δικαστήριο που, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δίκασε και απέρριψε την ανακοπή ερημοδικίας του ενάγοντος-εκκαλούντος-ανακόπτοντος και ήδη αναιρεσείοντος, ούτε αναφέρεται, στο λόγο αυτό, η σχετική κρίση του Εφετείου, κατά τρόπο ορισμένο, για να ερευνηθεί εάν αυτό υπερέβη τη δικαιοδοσία του κατά την εξέταση της υπόθεσης. Σε κάθε, δε, περίπτωση η παραδοχή του ως άνω Δικαστηρίου, στην προσβαλλόμενη απόφασή του, ότι ανήκε στην κυριαρχική εξουσία του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου της ουσίας να κρίνει αν συνέτρεχε σπουδαίος λόγος για αναβολή της συζήτησης της έφεσης του εκκαλούντος-ανακόπτοντος και ήδη αναιρεσείοντος και ότι η κρίση αυτή δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (με παραπομπή σε νομολογία), δεν συνιστά υπέρβαση δικαιοδοσίας του ως άνω Δικαστηρίου, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται ο αναιρεσείων, εφόσον η ως άνω παραδοχή του Δικαστηρίου έγινε στα πλαίσια εξέτασης των λόγων ανακοπής ερημοδικίας του ανακόπτοντος και ήδη αναιρεσείοντος, που υπαγόταν στη δικαιοδοσία του. Με το άρθρο 501 του ΚΠολΔ ορίζεται ότι "Ανακοπή κατά απόφασης που έχει εκδοθεί ερήμην επιτρέπεται αν εκείνος που δικάσθηκε ερήμην δεν κλητεύθηκε καθόλου ή δεν κλητεύθηκε νόμιμα ή εμπρόθεσμα ή αν συντρέχει λόγος ανώτερης βίας". Ως ανώτερη βία νοείται κάθε ανυπαίτιο και απρόβλεπτο γεγονός εξαιρετικής φύσεως, το οποίο στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν αναμενόταν και ούτε ήταν δυνατόν να προληφθεί ή να αποτραπεί ακόμη και με μέτρα άκρας επιμέλειας και σύνεσης (Ολ.ΑΠ 29/1992, ΑΠ 1115/2019, ΑΠ 741/2016). Αποτελεί, δηλαδή, η δικονομική ανώτερη βία, έννοια, που συμπίπτει με την ομώνυμη έννοια της κατ' άρθρο 152 παρ. 1 ΚΠολΔ ανώτερης βίας και ταυτίζεται κατά τον πυρήνα της προς την ομώνυμη έννοια του ουσιαστικού δικαίου (ΑΠ 1115/2019, ΑΠ 484/2010). Κατά το περιεχόμενό της, επομένως, η δικονομική ανώτερη βία είναι η κατάσταση της αδυναμίας του διαδίκου ή και του πληρεξουσίου του να ανταποκριθεί σε δικονομικό βάρος, συνεπεία της οποίας η διαδικαστική πράξη πάσχει ακυρότητα ή απαράδεκτο (ΑΠ 1115/2019). Η πιο πάνω διάταξη, ως προς τη νομική έννοια της ανώτερης βίας είναι ουσιαστικού δικαίου (ΑΠ 1115/2019, ΑΠ 741/2016, ΑΠ 764/2013) και οι σχετικές πλημμέλειες ελέγχονται με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.1 του ΚΠολΔ, για να διαπιστωθεί, αν τα πραγματικά περιστατικά, που εκτίθενται στο υπόψη δικόγραφο ή αυτά που δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας ως αποδεδειγμένα, δικαιολογούν την κρίση του ότι κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ορισμένο γεγονός συνιστά ή όχι ανώτερη βία στο πλαίσιο ορθής ή μη υπαγωγής των πραγματικών περιστατικών στην έννοια αυτή (ΑΠ 816/2020, ΑΠ 1540/2017, ΑΠ 741/2016), αλλά και με τη διάταξη του άρθρου 19 του ιδίου κώδικα (ΑΠ 741/2016). Περαιτέρω, με το άρθρο 241 παρ.1 εδ. α' του ΚΠολΔ ορίζεται ότι "Ύστερα από αίτηση του διαδίκου και αν ακόμη δεν κατατέθηκαν προτάσεις ή αυτές κατατέθηκαν εκπρόθεσμα, μπορεί να αναβληθεί η συζήτηση της υπόθεσης μόνο μία φορά, ανά βαθμό δικαιοδοσίας, σε μεταγενέστερη δικάσιμο, εφόσον υπάρχει σπουδαίος κατά την κρίση του δικαστηρίου λόγος, με απλή σημείωση στο πινάκιο" και με το άρθρο 250 του ιδίου Κώδικα ορίζεται ότι "Αν είναι εκκρεμής ποινική αγωγή που επηρεάζει τη διάγνωση της διαφοράς, το δικαστήριο μπορεί, αυτεπαγγέλτως ή ύστερα από αίτηση κάποιου διαδίκου, να διατάξει την αναβολή της συζήτησης εωσότου περατωθεί αμετάκλητα η ποινική διαδικασία". Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι η αναβολή της συζήτησης για τους πιο πάνω λόγους απόκειται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου, η δε κρίση για την παραδοχή ή για την απόρριψη του σχετικού αιτήματος δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου (ΑΠ 1047/2022, ΑΠ 1309/2021, ΑΠ 716/2019, ΑΠ 522/2012). Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ. 1 εδ. α' του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 3/2020, ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΑλΑΠ 7/2006). Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 233/2021, ΑΠ 319/2017, ΑΠ 1420/2013). Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων με το δεύτερο εκ του αριθμού 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια ότι έσφαλε απορρίπτοντας την ανακοπή ερημοδικίας αυτού κατά της υπ' αριθμ. 223/2017 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, που απέρριψε την έφεσή του ως ανυποστήρικτη, ενώ όφειλε να κρίνει ότι έπρεπε να είχε γίνει δεκτό το αίτημα που αυτός είχε υποβάλει ως εκκαλών στο ως άνω δευτεροβάθμιο Δικαστήριο για αναβολή της συζήτησης της έφεσής του, εφόσον συνέτρεχε σπουδαίος λόγος αναβολής, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 241 παρ.1 και 250 του ΚΠολΔ, δεδομένου ότι η έφεσή του ενώπιον του ως άνω Δικαστηρίου "ήταν πρωτοείσακτη" και ότι παράλληλα εκκρεμούσε ενώπιον του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Σερρών η εκδίκαση μήνυσής του κατά των εναγομένων-εφεσίβλητων και ήδη αναιρεσίβλητων για πράξεις που επηρέαζαν τη διάγνωση της ένδικης υπόθεσης. Ο ως άνω δεύτερος εκ του αριθμού 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Και τούτο διότι το Μονομελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την προσβαλλόμενη απόφασή του (556/2020), με το να κρίνει ότι οι λόγοι ανακοπής ερημοδικίας του ενάγοντος-ανακόπτοντος-εκκαλούντος και ήδη αναιρεσείοντος κατά της απόφασης του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου που απέρριψε την έφεσή του ως ανυποστήρικτη, με τους οποίους ο ανακόπτων ισχυριζόταν ότι "...η απόρριψη του εν λόγω αιτήματος του αναβολής για σπουδαίο λόγο, ενόψει του γεγονότος ότι η υπόθεση ήταν πρωτοείσακτη ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου, έλαβε χώρα, αφενός, κατά παράβαση του άρθρου 241 §§1, 2 του ΚΠολΔ, δοθέντος ότι το Δικαστήριο έπρεπε να αναβάλει τη συζήτηση της έφεσης σε άλλη δικάσιμο, αφού ο σπουδαίος λόγος συνίστατο στο γεγονός ότι αυτός είχε ήδη καταθέσει ενώπιον του Εισαγγελέως Πλημμελειοδικών Σερρών την, από 31.08.2016 και με αριθμό κατάθεσης ΔΕ2016/130, μήνυσή του, δυνάμει της οποίας είχε κινηθεί η ποινική δίωξη των αντιδίκων του για τα αποδιδόμενα σε αυτούς αδικήματα των άρθρων 224, 229, 362, 363, 386 και 375 ΠΚ, αντίγραφο της οποίας (μήνυσης) προσκόμισε ο πληρεξούσιος δικηγόρος του στο Δικαστήριο, κατά την υποβολή του αιτήματος αναβολής, αφετέρου δε, κατά παράβαση του άρθρου 250 ΚΠολΔ, εφόσον είναι εκκρεμής η άνω ποινική δίκη, η οποία σχετίζεται άμεσα με την ασκηθείσα έφεσή του..." πρέπει να απορριφθούν "...προεχόντως, ως αβάσιμοι, εφόσον δεν συνιστούν νόμιμους λόγους ανακοπής ερημοδικίας, κατ' άρθρο 501 ΚΠολΔ, κατά τα προεκτιθέμενα, αφού δεν προτείνονται περιστατικά τα οποία να αφορούν είτε την παντελή απουσία ή την έλλειψη νόμιμης ή εμπρόθεσμης κλήτευσης του ανακόπτοντος ή τη συνδρομή ανώτερης βίας για τη μη παράστασή του κατά τη συζήτηση της έφεσής του...", δεν παραβίασε, αλλά ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 501 του ΚΠολΔ, εφόσον τα ως άνω περιστατικά που εκτίθενται στους λόγους της ανακοπής και ήδη στο αναιρετήριο δεν συνιστούν περίπτωση ανώτερης βίας, κατά την έννοια που προεκτέθηκε στη νομική σκέψη που προηγήθηκε. Συνεπώς, ορθά η προσβαλλόμενη απόφαση απέρριψε την ανακοπή ερημοδικίας του ανακόπτοντος και ήδη αναιρεσείοντος, εφόσον οι λόγοι αυτής δεν συνιστούν νόμιμους λόγους ανακοπής ερημοδικίας και τα όσα αντίθετα ισχυρίζεται ο αναιρεσείων με το δεύτερο λόγο αναίρεσης, όπως προεκτέθηκε, είναι απορριπτέα ως αβάσιμα. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 17 του ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν η απόφαση έχει αντιφατικές διατάξεις. Για την ίδρυση του λόγου αυτού απαιτείται όπως η αντίφαση των διατάξεων εντοπίζεται στο διατακτικό της απόφασης (ΑΠ 957/2021). Η ύπαρξη δε αντιφάσεων στο διατακτικό της απόφασης ιδρύει τον συγκεκριμένο λόγο, όταν εξ αυτών προκαλείται αοριστία του διατακτικού, ώστε να εμποδίζεται η εκτελεστότητα της απόφασης ή η πρόκληση της σκοπούμενης διάπλασης ή η ύπαρξη βεβαιότητας στις σχέσεις των διαδίκων με το δεδικασμένο (ΑΠ 366/2020, ΑΠ 87/2013). Για να είναι ορισμένος ο σχετικός λόγος πρέπει να αναφέρονται στο αναιρετήριο οι αντιφάσεις του διατακτικού της προσβαλλόμενης απόφασης εξ αιτίας των οποίων εμποδίζεται η εκτελεστότητα ή η πρόκληση της σκοπουμένης διάπλασης (ΑΠ 1453/2021, ΑΠ 854/2019, ΑΠ 537/2016). Στην προκειμένη περίπτωση με τον τρίτο εκ του αριθμού 17 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη υπ'αριθμ. 556/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης την αναιρετική πλημμέλεια ότι βρίθει αντιφάσεων και περιέχει αντιφατικές διατάξεις. Ο ως άνω λόγος είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, δεδομένου ότι ο αναιρεσείων επικαλείται, εντελώς αορίστως, την ύπαρξη αντιφάσεων, χωρίς να προσδιορίζει ποίες είναι αυτές οι αντιφάσεις και αν εξ αυτών προκαλείται αοριστία του διατακτικού της προσβαλλόμενης απόφασης, ώστε να εμποδίζεται η εκτελεστότητά της ή η πρόκληση της σκοπουμένης διάπλασης ή η ύπαρξη βεβαιότητας στις σχέσεις των διαδίκων με το δεδικασμένο, όπως απαιτείται για την ίδρυση του ως άνω αναιρετικού λόγου. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ. α' του Συντάγματος, που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά "έλλειψη αιτιολογίας", ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της "ανεπαρκής αιτιολογία", ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους "αντιφατική αιτιολογία" (ΟλΑΠ 1/1999, ΑΠ 269/2020). Ο ως άνω εκ του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης προϋποθέτει ουσιαστική έρευνα της υπόθεσης και συνεπώς δεν ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας απέρριψε την αγωγή ως αόριστη ή μη νόμιμη (ΑΠ 109/2022, ΑΠ 22/2020, ΑΠ 1392/2017) ή απέρριψε το λόγο ανακοπής ως νόμω αβάσιμο (ΑΠ 816/2020) . Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων με τον τέταρτο εκ του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια, ότι χωρίς αιτιολογίες και, σε κάθε περίπτωση, με ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες απέρριψε την ένδικη ανακοπή ερημοδικίας αυτού και στέρησε αυτή νόμιμης βάσης, ενώ όφειλε να κάνει δεκτή την ανακοπή ερημοδικίας του και να εξαφανίσει την ανακοπτόμενη απόφαση (223/2017) του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου, που απέρριψε το αίτημά του για αναβολή της συζήτησης της έφεσής του και ακολούθως απέρριψε αυτή ως ανυποστήρικτη, καθότι συνέτρεχε σπουδαίος λόγος αναβολής της συζήτησης της έφεσής του, σύμφωνα με τα άρθρα 241 παρ.1 και 250 του ΚΠολΔ. Ο ως άνω τέταρτος λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, εφόσον το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δεν υπεισήλθε στην ουσία της υπόθεσης, διατυπώνοντας σχετικό αποδεικτικό πόρισμα, αφού με την προσβαλλόμενη απόφασή του, όπως προεκτέθηκε, απέρριψε ως μη νόμιμους τους περί ανωτέρας βίας λόγους της ανακοπής ερημοδικίας του αναιρεσείοντος. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 118 αρ. 4, 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ. προκύπτει ότι στο έγγραφο της αναίρεσης πρέπει να αναφέρεται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στο δικαστήριο που εξέδωσε την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση, ώστε να είναι δυνατόν να διαπιστωθεί, αν και ποίο λόγο αναίρεσης από τους περιοριστικά αναφερόμενους στο άρθρο 559 του ΚΠολΔ θεμελιώνει η προβαλλόμενη αιτίαση. Διαφορετικά ο λόγος αναίρεσης απορρίπτεται αυτεπαγγέλτως ως αόριστος, χωρίς να είναι επιτρεπτή η συμπλήρωση των στοιχείων που λείπουν με παραπομπή σε άλλα διαδικαστικά έγγραφα (ΟλΑΠ 27/1998, ΑΠ 555/2019 ΑΠ 275/2017, ΑΠ 766/2017, ΑΠ 7/2017) ούτε και με τις πριν τη συζήτηση της αναίρεσης κατατεθείσες προτάσεις του αναιρεσείοντος (ΑΠ 319/2017) ούτε, τέλος με παραπομπή στην προσβαλλόμενη απόφαση που υπάρχει στη δικογραφία (ΑΠ 989/2022, ΑΠ 412/2022, ΑΠ 374/2020). Με τον πέμπτο και τελευταίο λόγο αναίρεσης, ο αναιρεσείων ισχυρίζεται ότι πρέπει να αναιρεθεί, κατ'εφαρμογή της συνταγματικής αρχής της ισότητας (άρθρα 4 παρ.1 και 2 του Συντάγματος), η αναιρεσιβαλλομένη υπ'αριθμ. 556/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, καθότι οι αντίδικοί του κατά παράβαση της ως άνω συνταγματικής αρχής αρνούνται να του καταβάλουν τα συμφωνηθέντα ποσά της αμοιβής του και των εξόδων για δικαστικές και εξώδικες πράξεις που διενήργησε, αφενός με την ιδιότητά του ως εκτελεστής διαθήκης, αφετέρου δε με την ιδιότητά του ως πληρεξούσιος δικηγόρος τους, αγωγικά αιτήματα τα οποία το πρωτόδικο Δικαστήριο με την υπ'αριθμ. 60/2016 απόφασή του απέρριψε χωρίς ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, λόγω της αοριστίας του, γιατί δεν αναφέρεται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στην υπ'αριθμ. 556/2020 αναιρεσιβαλλομένη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, με την οποία απορρίφθηκε ως μη νόμιμη η ανακοπή ερημοδικίας αυτού κατά της υπ'αριθμ. 223/2017 απόφασης του ιδίου ως άνω δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου, ώστε να είναι δυνατόν να διαπιστωθεί, αν και ποίο λόγο αναίρεσης από τους περιοριστικά αναφερόμενους στο άρθρο 559 του ΚΠολΔ, θεμελιώνει η προβαλλόμενη αιτίαση της παραβίασης της συνταγματικής αρχής της ισότητας. Κατά το μέρος, δε, που με τον ως άνω λόγο αναίρεσης, ο αναιρεσείων ισχυρίζεται ότι το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο απέρριψε τα αγωγικά του αιτήματα χωρίς ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία και με το οποίο επιχειρείται να θεμελιωθεί παραβίαση από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι επίσης απορριπτέος ο λόγος αναίρεσης, κατά το ως άνω μέρος, ως απαράδεκτος, καθότι από την επισκόπηση για τις ανάγκες του παρόντος αναιρετικού ελέγχου, της υπ'αριθμ.60/2016 πρωτοβάθμιας απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Σερρών (που έχει ενσωματωθεί, όπως προεκτέθηκε, στη δευτεροβάθμια υπ'αριθμ. 223/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης), προκύπτει ότι η κυρία βάση της αγωγής απορρίφθηκε ως μη νόμιμη, η δε επικουρική της βάση απορρίφθηκε ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας και συνεπώς το Δικαστήριο της ουσίας, δεν εισήλθε στην κατ' ουσία διερεύνηση της υπόθεσης, διατυπώνοντας σχετικό αποδεικτικό πόρισμα. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω και μη υπάρχοντος άλλου λόγου αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων, λόγω της ήττας του, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσίβλητων, που κατέθεσαν προτάσεις (άρθρα 176,183 και 191 παρ.2 του ΚΠολΔ) ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Διατάσσει την απόδοση του καταβληθέντος παραβόλου, ύψους τετρακοσίων πενήντα (450) ευρώ στον αναιρεσείοντα. Απορρίπτει την από 24.2.2022 και με αριθ. κατάθ. 646/82/28.2.2022 αίτηση αναίρεσης της υπ' αριθ. 556/2020 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσίβλητων, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 31 Ιανουαρίου 2023. ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 22 Φεβρουαρίου 2023. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ