Αριθμός 1530/2023 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ B1' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Μαριάνθη Παγουτέλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δήμητρα Ζώη, Ιωάννα Μαργέλλου-Μπουλταδάκη, Δημητρία Στρούζα-Ξένου-Κοκολέτση και Τριανταφυλλιά Πατρώνα, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 4 Οκτωβρίου 2022, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ: Του αναιρεσείοντος: Η. Κ. του Γ., κατοίκου ..., που παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) των πληρεξουσίων δικηγόρων Χαρίκλειας Απαλαγάκη και Θεοδώρας Μονχάρτζη, η οποία κατέθεσε προτάσεις. Των αναιρεσίβλητων: Α) Α. συζ. Γ. Π., θυγ. Η. Π., κατοίκου ..., Β) Α. Κ. του Κ., κατοίκου ……, Γ) α)Ε. Α. του Σ., κατοίκου ...., β) Φ. Π. του Κ., κατοίκου ……, γ) Α. Τ. του Σ., κατοίκου Α. Δ. Α., Δ) Α. χήρας Ι. Τ., το γένος Ν. Π., κατοίκου ……, Ε) α) Ε. Ζ. του Μ., β) Ε. συζ. Ε. Ζ. και γ) Μ. Ζ. του Ε., κατοίκων……., που παραστάθηκαν δια των πληρεξουσίων δικηγόρων Θεόδωρου Πεγιάνοβιτς και Αικατερίνης Σταυροπούλου, οι οποίοι κατέθεσαν προτάσεις. Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 25-10-2013, 12-1-2015,8-8-2014, 19-1-2015 και 20-2-2014 αγωγές των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν η 158/2018 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 3853/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητεί ο αναιρεσείων με την από 24-9-2020 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγήτρια ορίσθηκε η Αρεοπαγίτης Ιωάννα Μαργέλλου-Μπουλταδάκη. Οι πληρεξούσιοι των αναιρεσίβλητων ζήτησαν την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Με την από 24.9.2020 και με αριθμό κατάθεσης 7532/900/6.10.2020 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών υπ' αριθμ. 3853/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία έγινε τυπικά δεκτή και απορρίφθηκε κατ' ουσία η από 22.2.2019 και με αριθμ. κατάθεσης 1274/2018 έφεση του εναγομένου - εκκαλούντος και ήδη αναιρεσείοντος Η. Κ. καθώς και οι εφέσεις των εναγομένων -εκκαλούντων και μη αναιρεσειόντων: Τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "..., η οποία υπεισήλθε στη θέση της τραπεζικής εταιρείας "....", Κ. Β. και Ε. Μ. κατά της υπ' αριθμ. 158/2018 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία έγιναν εν μέρει δεκτές ως ουσιαστικά βάσιμες α) η από 25.10.2013 με αριθμό κατάθ. 5104/2013 αγωγή της ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης Α. Π., β) η από 12.1.2015 με αριθμό κατάθ. 241/2015 αγωγή της ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης Α. Κ., γ) η από 8.8.2014 με αριθμό κατάθ. 3322/2014 αγωγή των εναγουσών και ήδη αναιρεσιβλήτων Ε. Α., Φ. Π. και Α. Τ., δ) η από 19.1.2015 με αριθμ. κατάθ. 209/2015 αγωγή της ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης Α. Τ. και ε) η από 20.2.2014 με αριθμό κατάθ. 1963/2014 αγωγή των εναγόντων και ήδη αναιρεσιβλήτων Ε. Ζ., Ε. Ζ. και Μ. Ζ.. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 και 144 του ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων αυτής (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ). Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1α' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοσθεί ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή αν εφαρμοσθεί ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή. Με αυτόν τον λόγο αναιρέσεως ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βασίμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνος δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Ολ. ΑΠ 3/2020, 6/2019, 4/2018). Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ. α του Συντάγματος που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά "έλλειψη αιτιολογίας", ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της "ανεπαρκής αιτιολογία", ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους "αντιφατική αιτιολογία" (ΟλΑΠ 1/1999). Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμα της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης. Αντίστοιχα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι όμως όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006). Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία", ώστε στο πλαίσιο της διάταξης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ να επιδέχονται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια. Ούτε εξ άλλου ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ εξ αιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων (ΑΠ 1420/2013, ΑΠ 1703/2009, ΑΠ 1202/2008, ΑΠ 520/1995). Σύμφωνα με το άρθρο 1 του ν. 551/1915, εργατικό ατύχημα θεωρείται κάθε βίαιο συμβάν που πλήττει το μισθωτό κατά την εκτέλεση της εργασίας του ή εξ αφορμής αυτής και επιφέρει είτε το θάνατό του είτε ανικανότητα αυτού προς εργασία για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων ημερών, με εξαίρεση την περίπτωση κατά την οποία ο παθών προκάλεσε με δόλο το ατύχημα. Εφ' όσον επέλθουν οι δυσμενείς συνέπειες του ατυχήματος, δημιουργείται προεχόντως αξίωση του παθόντος για αποκατάσταση της υλικής, θετικής ή αποθετικής ζημίας αυτού (ΑΚ 297, 298, 330 ή 914 και 919). Η ευθύνη του εργάτη για την ικανοποίηση της αξίωσης αυτής είναι αντικειμενική, δηλαδή δεν προϋποθέτει δικό του πταίσμα. Η λειτουργία της ρυθμίζεται με ειδικό τρόπο στην εργατική και ασφαλιστική νομοθεσία (άρθρα 16 του ν. 551/1915, 34 παρ.2 και 60 παρ.3 του α.ν. 1846/1951). Παράλληλα, όμως, προς την αξίωση για αποκατάσταση της περιουσιακής ζημίας δημιουργείται και αξίωση για αποκατάσταση της μη περιουσιακής ζημίας του παθόντος εργαζομένου (ή των μελών της οικογένειάς του, σε περίπτωση θανάτου), με την εκ μέρους του εργάτη, που ευθύνεται και για τις πράξεις ή παραλείψεις των προσώπων στα οποία αναθέτει την εκπλήρωση των εργοδοτικών του υποχρεώσεων (ήτοι των "προστηθέντων", ΑΚ 922), καταβολή χρηματικής ικανοποίησης για την ανακούφιση ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης (ΑΚ 299, 932). Η αξίωση αυτή είναι αδικοπρακτική (ΑΚ 914). Ως παράνομη συμπεριφορά του εργάτη νοείται και η παραβίαση της γενικής υποχρέωσης πρόνοιας υπέρ της ζωής και της υγείας (ΑΚ 662), την οποία αυτός υπέχει έναντι του εργαζομένου και την οποία οφείλει να εκπληρώνει με την επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, σύμφωνα με την κοινή αντίληψη για καλόπιστη εκπλήρωση των συμβατικών υποχρεώσεων. Η αξίωση για χρηματική ικανοποίηση προϋποθέτει ότι στο εργατικό ατύχημα συνετέλεσε πταίσμα του εργάτη ή των προστηθέντων αυτού, ήτοι οποιαδήποτε αμέλεια αυτών και όχι απαραίτητα η ειδική αμέλεια που περιγράφεται στο άρθρο 16 παρ. 1 του ν. 551/1915 (ΟλΑΠ 1117/1986, ΑΠ 614/2017). Και, επί πλέον, η αξίωση αυτή προϋποθέτει ότι υφίσταται αιτιώδης σύνδεσμος ανάμεσα στο πταίσμα και στην επέλευση της ζημίας, με την έννοια ότι, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας και τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, το δυσμενές αποτέλεσμα δεν θα ήταν δυνατό να επέλθει χωρίς την παράνομη συμπεριφορά του εργάτη (ΑΠ 370/2018, 1389/2018, 614/2017, 757/2015, 145/ 2014). Από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 330, 914 και 922 του ΑΚ συνάγεται ότι προϋποθέσεις της ευθύνης προς αποζημίωση από αδικοπραξία είναι α) η υπαιτιότητα του υποχρέου ή των προστηθέντων από αυτόν προσώπων, η οποία υπάρχει και στην περίπτωση της αμέλειας, δηλαδή όταν δεν καταβάλλεται η δέουσα στις συναλλαγές προσοχή και επιμέλεια που κάθε συνετός άνθρωπος, κατά κρίση αντικειμενική, όφειλε και μπορούσε, κάτω από τις συγκεκριμένες περιστάσεις, να καταβάλει, β) το παράνομο της πράξης ή παράλειψης αυτών και γ) η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της πράξης ή της παράλειψης κα της επελθούσας ζημίας. Η παράνομη έναντι του ζημιωθέντος συμπεριφορά μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη αλλά και σε παράλειψη, εφόσον στην τελευταία περίπτωση ο υπαίτιος ήταν υποχρεωμένος να ενεργήσει, η υποχρέωσή του δε αυτή σε πράξη μπορεί να επιβάλλεται από δικαιοπραξία, από το νόμο ή από την καλή πίστη, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη. (ΑΠ 1389/2018, ΑΠ 1337/2018). Εξ άλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 922 ΑΚ, ο κύριος ή ο προστήσας κάποιον άλλον σε μια υπηρεσία ευθύνεται για τη ζημία που ο υπηρέτης ή ο προστηθείς προξένησε σε τρίτον παράνομα κατά την υπηρεσία του. Η εφαρμογή της ως άνω διατάξεως προϋποθέτει: 1) σχέση προστήσεως, η οποία υπάρχει όταν ο προστήσας διατηρεί το δικαίωμα να δίδει οδηγίες και εντολές στον προστηθέντα, σε σχέση με τον τρόπο εκπληρώσεως της υπηρεσίας του, 2) ενέργεια του προστηθέντος παράνομη και υπαίτια, πληρούσα τις προϋποθέσεις του άρθρου 914 ΑΚ και 3) η ενέργεια αυτή του προστηθέντος να έγινε κατά την εκτέλεση της υπηρεσίας που του είχε ανατεθεί ή επ' ευκαιρία ή εξ αφορμής της υπηρεσίας του ή ακόμη και κατά κατάχρηση της υπηρεσίας του αυτής. Η έννοια της πρόστησης είναι νομική και η κατάφαση ή η άρνηση αυτής σύμφωνα με όσα πραγματικά περιστατικά, κατά την ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, γίνονται δεκτά, υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΚΠολΔ 559 αρ. 1 και αρ. 19). Eξ άλλου σε περίπτωση που ο εργάτης είναι νομικό πρόσωπο, εφαρμογή έχει το άρθρο 71 ΑΚ, σύμφωνα με το οποίο "Το νομικό πρόσωπο ευθύνεται για τις πράξεις ή παραλείψεις των οργάνων που το αντιπροσωπεύουν, εφόσον η πράξη ή η παράλειψη έγινε κατά την εκτέλεση των καθηκόντων που είχαν ανατεθεί σε αυτά και δημιουργεί υποχρέωση αποζημιώσεως. Το υπαίτιο πρόσωπο ευθύνεται επί πλέον εις ολόκληρον". Η διάταξη δεν ιδρύει την ευθύνη, η οποία απορρέει από άλλες, ειδικότερες διατάξεις (όπως αυτές που αναφέρονται στην προηγούμενη σκέψη), αλλά διαγράφει το πλαίσιο λειτουργίας τής ευθύνης αυτής. Η ευθύνη δημιουργείται προεχόντως για το νομικό πρόσωπο. Αλλά προκύπτει από τη συμπεριφορά των οργάνων του, δια των οποίων αυτό ενεργεί. Ως υπαίτιο πρόσωπο ευθυνόμενο εις ολόκληρο νοείται το όργανο εκείνο, το οποίο με τη συμπεριφορά του, δηλαδή με πράξη ή παράλειψη που μπορεί να καταλογισθεί στο ίδιο, δημιούργησε για το νομικό πρόσωπο την υποχρέωση αποζημιώσεως (ΑΠ 88/2018, ΑΠ 472/2018). Αν το νομικό πρόσωπο είναι ανώνυμη εταιρία, ως προς τα όρια της ευθύνης των οργάνων αυτής έχουν εφαρμογή οι διατάξεις του κώδικα νόμων (στο εξής: κ.ν.) 2190/1920 "περί ανωνύμων εταιριών". Στο άρθρο 18 παρ. 1 του κ.ν. 2190/1920, καθιερώνεται η εκ μέρους του διοικητικού συμβουλίου (στο εξής: ΔΣ) εκπροσώπηση του νομικού προσώπου της εταιρίας με συλλογικό τρόπο. Στο άρθρο 22 παρ. 1 εδ. α' του ίδιου νόμου, το ΔΣ είναι αρμόδιο ν' αποφασίζει για κάθε πράξη που αφορά στη διοίκηση της εταιρίας, στη διαχείριση της περιουσίας της και γενικά στην επιδίωξη του εταιρικού σκοπού. Εν τούτοις, σύμφωνα με το άρθρο 22 παρ. 3 εδ. α' και γ' του ίδιου νόμου (όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 29 του ν. 3604/2007), "Επιτρέπεται το καταστατικό [της εταιρίας] να ορίζει θέματα για τα οποία το διοικητικό συμβούλιο μπορεί να αναθέτει τις [δικές του] εξουσίες διαχείρισης και εκπροσώπησης σε ένα ή περισσότερα πρόσωπα, μέλη του ή μη. Τα πρόσωπα αυτά μπορούν, εφόσον δεν το απαγορεύει το καταστατικό και προβλέπεται από αποφάσεις του ΔΣ, να αναθέτουν περαιτέρω την άσκηση των εξουσιών που τους [δόθηκαν] ή μέρους τούτων σε άλλα μέλη ή τρίτους". Οι υποκατάστατοι του ΔΣ ενεργούν, όπως και αυτό, ως όργανα εκπροσωπήσεως του νομικού προσώπου της εταιρίας. Εκφράζουν πρωτογενώς τη βούληση της εταιρίας και αντλούν την εξουσία τους από το νόμο, το καταστατικό και την απόφαση που τους διόρισε. Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 22Α παρ. 1 του κ.ν. 2190/1920, κατά τη διοίκηση των εταιρικών υποθέσεων κάθε μέλος του ΔΣ ευθύνεται έναντι της εταιρίας για κάθε δικό του πταίσμα. Ενδεικτικά, ευθύνεται εάν ο ισολογισμός περιέχει παραλείψεις ή ψευδείς δηλώσεις, που αποκρύπτουν την πραγματική κατάσταση της εταιρίας. Είναι προφανές ότι ενδιαφέρει, πρωτίστως, η αληθινή οικονομική κατάσταση της εταιρίας, χάριν των συμφερόντων των μετόχων και των τρίτων (πρβλ. και τις υπόλοιπες διατάξεις του ίδιου άρθρου). Σύμφωνα με το άρθρο 22Α παρ. 2 του ίδιου νόμου (όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 30 του ν. 3604/2007), "Η ευθύνη αυτή δεν υφίσταται, εάν το μέλος του διοικητικού συμβουλίου αποδείξει ότι κατέβαλε την επιμέλεια του συνετού επιχειρηματία. Η επιμέλεια αυτή κρίνεται με βάση την ιδιότητα του κάθε μέλους και τα καθήκοντα που του έχουν ανατεθεί. Η ευθύνη αυτή δεν υφίσταται προκειμένου για πράξεις ή παραλείψεις που στηρίζονται σε σύννομη απόφαση της γενικής συνέλευσης ή που αφορούν σε εύλογη επιχειρηματική απόφαση, η οποία ελήφθη με καλή πίστη, με βάση επαρκείς πληροφορίες και αποκλειστικά προς εξυπηρέτηση του εταιρικού συμφέροντος". Σύμφωνα με το άρθρο 22Α παρ. 6 του ίδιου νόμου (όπως προστέθηκε με το άρθρο 30 του ν. 3604/2007), οι διατάξεις περί ευθύνης των μελών του ΔΣ και περί απαλλαγής από αυτήν εφαρμόζονται και ως προς την ευθύνη των υποκατάστατων προσώπων που δεν είναι μέλη του ΔΣ, αλλά ασκούν εξουσίες σύμφωνα με την παρ. 3 αυτού του άρθρου. Ειδικά για ανώνυμες εταιρίες που εισάγουν ή έχουν εισαγάγει μετοχές ή άλλες κινητές αξίες τους σε οργανωμένη χρηματιστηριακή αγορά, έχουν εφαρμογή και οι διατάξεις του ν. 3016/2002, οι οποίες υπερισχύουν των διατάξεων του κ.ν. 2190/1920, σε περίπτωση που οι τελευταίες είναι αντίθετες (άρθρο 1 του ν. 3016/2002, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 52 παρ. 10 του ν. 3371/2005). Σύμφωνα με το άρθρο 2 παρ. 1 του ν. 3016/2002, "Πρώτιστη υποχρέωση και καθήκον των μελών του ΔΣ κάθε εισηγμένης σε οργανωμένη χρηματιστηριακή αγορά εταιρίας είναι η διαρκής επιδίωξη της ενίσχυσης της μακροχρόνιας οικονομικής αξίας της εταιρίας και η προάσπιση του γενικού εταιρικού συμφέροντος". Και για την καλύτερη εκπλήρωση της υποχρέωσης αυτής, στο άρθρο 3 παρ.1 εδ. α' και β' ορίζεται ότι "Το ΔΣ αποτελείται από εκτελεστικά και μη εκτελεστικά μέλη. Εκτελεστικά μέλη θεωρούνται αυτά που ασχολούνται με τα καθημερινά θέματα διοίκησης της εταιρίας, ενώ μη εκτελεστικά τα επιφορτισμένα με την προαγωγή όλων των εταιρικών ζητημάτων". Προφανής σκοπός των διατάξεων αυτών (όπως και εκείνων που έπονται στον ίδιο νόμο και αναφέρονται στα της αμοιβής των εκτελεστικών μελών του ΔΣ) είναι το να υπάρχουν στελέχη τα οποία θα ενδιαφέρονται πραγματικά για την οικονομική πορεία της εταιρίας, προς εξυπηρέτηση όχι μόνο του εταιρικού σκοπού, αλλά και των οικονομικών συμφερόντων των μετόχων και των τρίτων. Και περαιτέρω, με τις ίδιες διατάξεις ρυθμίζεται προεχόντως η εσωτερική ευθύνη των οργάνων της ανώνυμης εταιρίας και των υποκατάστατων αυτών, έναντι της εταιρίας και των μετόχων. Η εξωτερική ευθύνη, έναντι των τρίτων, ρυθμίζεται από τις εκάστοτε εφαρμοστέες γενικές ή ειδικές διατάξεις του αστικού δικαίου. Από τις προηγηθείσες σκέψεις συνάγονται τα ακόλουθα: Α) Η ευθύνη του εργάτη για την αποκατάσταση της μη περιουσιακής ζημίας, που επήλθε στον εργαζόμενο συνεπεία εργατικού ατυχήματος (ή στα μέλη της οικογένειας αυτού, σε περίπτωση θανάτου) δεν είναι αντικειμενική, αλλά αδικοπρακτική. Ως εκ τούτου, προϋποθέτει πταίσμα και, κατά λογική συνέπεια, αιτιώδη συνάφεια μεταξύ του πταίσματος και του επελθόντος αποτελέσματος. Β) Σε περίπτωση που ο εργάτης είναι ανώνυμη εταιρία, η εν λόγω ευθύνη προϋποθέτει πράξη ή παράλειψη του ΔΣ που ενεργεί συλλογικώς ή του οργάνου, το οποίο έχει ορισθεί νομίμως ως υποκατάστατο του ΔΣ και ενεργεί ατομικώς ή κάποιου περαιτέρω υποκατάστατου ή προστηθέντος υπαλλήλου ή τρίτου. Γ) Όπως, για την αποκατάσταση μη περιουσιακής ζημίας, δεν νοείται ευθύνη της εταιρίας αντικειμενική, μη συνδεόμενη δηλαδή με πράξη ή παράλειψη, έτσι δεν νοείται και αντικειμενική ευθύνη των μελών του ΔΣ (ακόμη και των εξ αυτών εκτελεστικών μελών) ή των υποκατάστατων οργάνων ή των προστηθέντων. Η ευθύνη όλων αυτών προϋποθέτει την επίκληση και απόδειξη πταίσματος. Και Δ) Τα μέλη του ΔΣ δεν ευθύνονται, ατομικώς, για το τυχόν πταίσμα των υποκατάστατων οργάνων ή των προστηθέντων, εκτός εάν βαρύνονται με υπαιτιότητα ως προς την επιλογή αυτών ή ως προς την εποπτεία επ' αυτών κατά την εκπλήρωση των καθηκόντων που τους έχουν ανατεθεί, ήτοι υπό περιστάσεις οι οποίες πρέπει να προβληθούν νομίμως και να αποδειχθούν (ΑΠ 472/2018, 370/2018). Επίσης, κατά το χρόνο του βιοτικού συμβάντος που συνιστά το αντικείμενο της υπόθεσης αυτής (...) ίσχυε η ΥΑ 3015/30/6 (ΦΕΚ Β' 536/23-3-2009), με τον τίτλο "Καθορισμός όρων ασφαλείας καταστημάτων πιστωτικών ιδρυμάτων". Σύμφωνα με τα άρθρα 1 και 2 παρ. 1 αυτής, οι διατάξεις της εφαρμόζονται σε όλα τα καταστήματα των πιστωτικών ιδρυμάτων, που λειτουργούν ή πρόκειται να λειτουργήσουν σε ολόκληρη την επικράτεια. Και ως όροι ασφαλείας νοούνται τα μέτρα φυσικής και τεχνικής προστασίας, τα οποία υποχρεούνται να λαμβάνουν οι φορείς στους οποίους ανήκουν τα καταστήματα αυτά προς πρόληψη εγκληματικών πράξεων κατά της περιουσίας, του προσωπικού και των πελατών των εν λόγω καταστημάτων. Όπως συνάγεται από την απαρίθμηση μέτρων ασφαλείας που ακολουθεί στο άρθρο 2 παρ. 1 της ΥΑ 3015/30/6 (συστήματα συναγερμού, χρονοκαθυστέρησης, καταγραφής κινήσεως προσώπων, θυρών ασφαλείας εισόδου - εξόδου κλπ), αυτά αποβλέπουν, κυρίως, στην αποτροπή ή τη ματαίωση εγκληματικών πράξεων που έχουν ως στόχο την περιουσία των πιστωτικών ιδρυμάτων και ενδέχεται κατά την εκτέλεσή τους να επιφέρουν πλήγματα σε βάρος του προσωπικού ή της πελατείας. Παράλληλα, όμως, σύμφωνα με το άρθρο 2 παρ. 1 περ. θ' και παρ. 2 περ. ε' της ΥΑ 3015/30/6, οι ως άνω φορείς έχουν την υποχρέωση να καταρτίζουν σχέδιο ασφαλείας, το οποίο διαβιβάζεται στη Διεύθυνση Δημόσιας Ασφάλειας του Αρχηγείου της Ελληνικής Αστυνομίας για ενημέρωση (η υποχρέωση αυτή μεταφέρθηκε λίγους μήνες αργότερα από την παρ. 1 περ. θ', στην παρ. 2 περ. ι' του ίδιου άρθρου, βλ. άρθρο 1 παρ. 5 της ΥΑ 3015/30/6-ε', ΦΕΚ Β' 1393/6-9-2010) και να φροντίζουν για την περιοδική εκπαίδευση και παροχή οδηγιών στο προσωπικό, σχετικά με τις ενέργειες και τη συμπεριφορά που πρέπει να επιδεικνύει κατά το χρόνο που διαπράττεται ληστεία ή άλλη παράνομη πράξη και αμέσως μετά από αυτές. Τέλος, σχετικά με τις προσόψεις, στο άρθρο 2 παρ. 3 περ. β' της ΥΑ 3015/30/6 (όπως είχε τροποποιηθεί με το άρθρο 1 της ΥΑ 3015/30/6-δ, ΦΕΚ Β' 196/26-2-2010 και στη συνέχεια αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 παρ.3 της ΥΑ 3015/30/6-ε, ΦΕΚ Β' 1393/6-9-2010) ορίζεται ότι "Σε εξαιρετικές περιπτώσεις, εξωτερικά των καταστημάτων του άρθρου 1 εγκαθίστανται ρολά από ειδικό συμπαγές υλικό ή άθραυστοι υαλοπίνακες (προθήκες), μετά από ειδικά αιτιολογημένη απόφαση του διευθυντή της οικείας Διεύθυνσης Ασφαλείας ή Αστυνομικής Διεύθυνσης, η οποία εκδίδεται μετά από αυτοψία που διενεργείται από το διοικητή του οικείου Τμήματος Ασφαλείας ή της Υπηρεσίας που ασκεί αρμοδιότητες ασφαλείας στην περιοχή αυτή. Η αυτοψία πραγματοποιείται το μήνα Σεπτέμβριο κάθε έτους και εκτάκτως όταν επιβάλλεται από ειδικούς λόγους. Για την έκδοση της απόφασης αυτής λαμβάνονται υπόψη, ιδίως, η εγκληματικότητα ή η πραγματοποίηση συναθροίσεων ή συγκεντρώσεων στην περιοχή, η διάπραξη στο κατάστημα φθορών ή ληστείας με θραύση των υαλοπινάκων, καθώς και η διακίνηση από το κατάστημα μεγάλων χρηματικών ποσών ή η φύλαξη σ' αυτό αντικειμένων σημαντικής αξίας. Η απόφαση κοινοποιείται στο διευθυντή του καταστήματος, ο οποίος έχει δικαίωμα προσφυγής ενώπιον του οικείου γενικού αστυνομικού διευθυντή εντός δέκα (10) εργασίμων ημερών από την κοινοποίηση της. Ο γενικός αστυνομικός διευθυντής αποφασίζει εντός δεκαπέντε (15) εργασίμων ημερών από την υποβολή της προσφυγής. Οι φορείς των πιστωτικών ιδρυμάτων υποχρεούνται στην υλοποίηση του μέτρου εντός δύο (2) μηνών από την κοινοποίηση της απόφασης στο διευθυντή του καταστήματος και σε περίπτωση προσφυγής από την ημερομηνία κοινοποίησης της απόρριψης αυτής". Σύμφωνα με την παρ. 3 περ. β' της ως άνω ΥΑ, η υποχρέωση τοποθέτησης ρολών ασφαλείας ή άθραυστων υαλοπινάκων προβλέπεται ως μέτρο επιβαλλόμενο από την αστυνομική αρχή, που είναι αρμόδια για τη στάθμιση της αναγκαιότητάς του. Τέλος, σύμφωνα με τα άρθρα 4 και 5 της ΥΑ 3015/30/6, ο έλεγχος της εφαρμογής των μέτρων ασφαλείας γίνεται από την αρμόδια αστυνομική αρχή και συνδέεται με τη χορήγηση της άδειας λειτουργίας του εκάστοτε συγκεκριμένου καταστήματος του υπόχρεου πιστωτικού ιδρύματος, ενώ η παράλειψη των μέτρων συνεπάγεται οικονομικές κυρώσεις. Εξ όλων των ως άνω διατάξεων της ΥΑ 3015/30/6 συνάγονται τα εξής: Α) Με αυτές δεν γίνονται ειδικές προβλέψεις για την περίπτωση πυρκαγιάς, εμπρησμού ή τρομοκρατικής ενέργειας σε βάρος καταστήματος πιστωτικού ιδρύματος ή του προσωπικού ή της πελατείας αυτού. Β) Η υποχρέωση τοποθέτησης ρολών ασφαλείας ή άθραυστων υαλοπινάκων, εφ' όσον δεν επιβληθεί από την αρμόδια αρχή, δεν μπορεί να θεωρηθεί ως εμπίπτουσα στα μέτρα πρόνοιας, τα οποία οίκοθεν οφείλει να τηρεί ο εργάτης. Διότι ένα μέτρο πρόνοιας προσδιορίζεται από την επιμέλεια που οφείλει και μπορεί να επιδείξει ο μέσος εργάτης, για την αντιμετώπιση κινδύνων που μπορούν να αναμένονται κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων. Η σχέση αυτή, όμως, ανατρέπεται σε περίπτωση μιας δόλιας εγκληματικής ενέργειας και, μάλιστα, οργανωμένης και τρομοκρατικής, την οποία ο μέσος εργάτης ούτε υποχρέωση, αλλά ούτε και δυνατότητα έχει να προβλέψει ή να αποτρέψει. Και Γ) Επιβάλλεται γενική υποχρέωση αφ' ενός για την κατάρτιση σχεδίου ασφαλείας σε περίπτωση κινδύνων και αφ' ετέρου για την εκπαίδευση του προσωπικού ως προς τη σωστή εφαρμογή του. Ακόμη, σύμφωνα με το άρθρο 18 του ν. 1568/1985 για την "υγιεινή και ασφάλεια των εργαζομένων", ο οποίος ναι μεν καταργήθηκε με το άρθρο δεύτερο του ν. 3850/2010 "Κύρωση του Κώδικα νόμων για την υγεία και την ασφάλεια των εργαζομένων", ΦΕΚ Α' 84/2.6.2010, αλλά ήταν σε ισχύ κατά την ..., "1. Ο εργάτης οφείλει να καταρτίσει σχέδιο διαφυγής και διάσωσης από τους χώρους εργασίας, εφόσον απαιτείται από τη θέση, την έκταση και το είδος της εκμετάλλευσης. Το σχέδιο διαφυγής και διάσωσης πρέπει να αναρτάται σε κατάλληλες θέσεις στους χώρους εργασίας. Το σχέδιο πρέπει να δοκιμάζεται τακτικά, με ασκήσεις ή άλλο πρόσφορο τρόπο, ώστε σε περίπτωση κινδύνου ή καταστροφής να μπορούν οι εργαζόμενοι να διασωθούν". Και "2. Η χάραξη, οι διαστάσεις και η διευθέτηση των οδών διάσωσης και των εξόδων κινδύνου πρέπει να είναι ανάλογες με τις εγκαταστάσεις, τη χρήση και την επιφάνεια των χώρων εργασίας, καθώς και με τον αριθμό των εργαζομένων. Οι οδοί διάσωσης επισημαίνονται κατάλληλα και πρέπει να οδηγούν σε ελεύθερο ή ασφαλή χώρο από το συντομότερο δυνατό δρόμο". Κατά την ... ήταν σε ισχύ η πυροσβεστική διάταξη (στο εξής: ΠυρΔ) 3/1981, η οποία καταργήθηκε ήδη με το άρθρο 21 της ΥΑ 14980 Φ.700.5/2015 (ΦΕΚ Β' 529/3.4.2015). Σύμφωνα με το άρθρο 1 της ΠυρΔ, αυτή αποβλέπει στον προσδιορισμό των μέτρων πυροπροστασίας στις αίθουσες συγκεντρώσεως κοινού. Τέτοιες θεωρούνται τα "κτίρια ή τμήματα κτιρίων ..., στα οποία συγκεντρώνεται κοινό για κοινωνικές, οικονομικές, πολιτιστικές, θρησκευτικές, ψυχαγωγικές, επιστημονικές και αθλητικές εκδηλώσεις και δραστηριότητες, καθώς και για την αναμονή συγκοινωνιακών μέσων, όπως συνεδριακά κέντρα, αίθουσες διαλέξεων, συναυλιών, δικαστηρίων, συμβουλίων, αμφιθέατρα και μεγάλες αίθουσες διδασκαλίας, ναοί, χώροι εκθέσεων, μουσεία, ..., αίθουσες γυμναστικής, άθλησης, χορού, εντευκτήρια, εστιατόρια, ζαχαροπλαστεία, καφενεία, κέντρα διασκέδασης, λέσχες, μπαρ". Αν και η απαρίθμηση αυτή είναι ενδεικτική και αναφέρεται σε "οικονομικές" "εκδηλώσεις και δραστηριότητες", κατά την αληθινή της έννοια δεν περιλαμβάνει τα καταστήματα των πιστωτικών ιδρυμάτων. Αφ' ενός, διότι κανένα από τα ενδεικτικώς αναφερόμενα είδη χώρων δεν προσιδιάζει σε χώρο τραπεζικών συναλλαγών και αφ' ετέρου, διότι σύμφωνα με την κοινή πείρα και λογική στα καταστήματα "λιανικής τραπεζικής" γίνονται μεν "οικονομικές" συναλλαγές, αλλά αυτές δεν συνιστούν ούτε "εκδηλώσεις" ούτε "δραστηριότητες", οι οποίες εκ της φύσεώς τους συγκεντρώνουν κόσμο που παραμένει για πολύ χρόνο σε συγκεκριμένο χώρο. Στο τραπεζικό κατάστημα οι πελάτες προσέρχονται μεμονωμένα, σε ποικίλες χρονικές στιγμές μέσα στο ωράριο λειτουργίας και, ύστερα από κάποια αναμονή η οποία τόσο από αυτούς όσο και από την Τράπεζα επιδιώκεται να είναι σύντομη, εξυπηρετούνται και απέρχονται. Δεν "συναθροίζονται". Αλλά και αν ακόμη ήθελε γίνει δεκτό ότι σε κάποιες περιπτώσεις, η μεν προσέλευση πελατών είναι μεγάλη, η δε εξυπηρέτησή τους καθυστερεί, ως χώρος συγκέντρωσης δεν μπορεί να θεωρηθεί το σύνολο του εμβαδού του τραπεζικού καταστήματος (π.χ. το υπόγειο, το πατάρι, ο χώρος των γραφείων όπου ασκείται προσωπική τραπεζική, ο χώρος πίσω από τα "γκισέ" όπου δεν μπαίνουν οι πελάτες και οι βοηθητικοί χώροι), αλλά μόνο το τμήμα που χρησιμοποιείται για την παραμονή των πελατών μέχρι να εξυπηρετηθούν από τους ταμίες, καθώς και οι διάδρομοι για την κυκλοφορία τους στο τμήμα αυτό (άρθρο 1 παρ. 2 και 4 παρ. 2 της ΠυρΔ 3/1981). Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 5 παρ. 1 της ΠυρΔ 3/1981, ως "έξοδοι κινδύνου" θεωρούνται οι θύρες, οι οποίες οδηγούν απ' ευθείας έξω από το κτίριο, σε ασφαλή ελεύθερο χώρο ή σε κοινόχρηστη ... ή σε οποιαδήποτε προστατευόμενη δίοδο διαφυγής. Στην εξαιρετική περίπτωση, λοιπόν, που κάποιο κατάστημα λιανικής τραπεζικής λόγω του μεγέθους του και των ειδικών συνθηκών ήθελε θεωρηθεί ως "αίθουσα συγκέντρωσης κοινού", θα έπρεπε να υπαχθεί στην κατηγορία Α' "χωρητικότητα μέχρι 200 ατόμων", στην υποκατηγορία "χώροι χωρίς σταθερές θέσεις" και στην περίπτωση "χώροι μικρότερου συνωστισμού", όπου ο πληθυσμός υπολογίζεται με βάση την αναλογία 1 άτομο προς 1,40 τετραγωνικά μέτρα εμβαδού δαπέδου (άρθρο 4 παρ. 1.Β.2 της ΠυρΔ 3/1981). Τότε, για να ισχύσει η επιβαλλόμενη από την ΠυρΔ υποχρέωση της προβλέψεως δύο εξόδων κινδύνου, θα έπρεπε το εμβαδόν του δαπέδου που χρησιμοποιείται από τους πελάτες να είναι τουλάχιστον 70 τετραγωνικά μέτρα (70μ2 /1,4 = 50 άτομα). Διότι "κατ' εξαίρεση, αίθουσες συγκέντρωσης κοινού με πληθυσμό μικρότερο των 50 ατόμων επιτρέπεται να διαθέτουν μόνο μία (1) έξοδο κινδύνου, εφόσον δεν στεγάζονται σε ορόφους υποκείμενους των κυρίων εξόδων του κτιρίου" (άρθρο 7 παρ. 1 της ΠυρΔ 3/1981, όπως αντικαταστάθηκε από την παρ. 4 του άρθρου μόνου της ΠυρΔ 3γ/1995, ΦΕΚ Β' 717/18.8.1995). Τόσο από τις διατάξεις της ΠυρΔ 3/1981 όσο και από τις αντίστοιχες του π.δ. 71/1988 "κανονισμός πυροπροστασίας κτιρίων", που έχει εφαρμογή μόνο επί οικοδομών οι οποίες κατασκευάσθηκαν μετά την έναρξη της ισχύος του (ήτοι, όχι στο ένδικο κτίριο που ήταν προϋφιστάμενο νεοκλασικό κτίριο), δεν επιβάλλεται υποχρέωση να ανοίγουν οι έξοδοι κινδύνου με απλή ώθηση από μέσα προς τα έξω. Εν τούτοις, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1 παρ. 1 και 3, 4 και 10 παράρτημα ΙΙ παρ.4.2.7 του π.δ. 16/1996 για την προσαρμογή της ελληνικής νομοθεσίας περί υγιεινής και ασφαλείας των εργαζομένων προς τις διατάξεις της οδηγίας 89/654/ΕΟΚ του Συμβουλίου της 30ης Νοεμβρίου 1989 "Σχετικά με τις ελάχιστες προδιαγραφές ασφάλειας και υγείας στους χώρους εργασίας", συνάγεται ότι και στην ένδικη περίπτωση, στην οποία επρόκειτο για χώρους εργασίας που χρησιμοποιούνταν ήδη πριν από την 1.1.1995, υπήρχε υποχρέωση "να μην κλειδώνονται" οι έξοδοι κινδύνου, "ούτως ώστε να μπορούν να χρησιμοποιηθούν ανεμπόδιστα ανά πάσα στιγμή". Η υποχρέωση αυτή είχε ενσωματωθεί και στο άρθρο 10 παρ. 6 του "εγχειρίδιου ασφαλείας προσωπικού, πελατείας και περιουσίας" της Τράπεζας, που ήταν σε ισχύ κατά το χρόνο του συμβάντος. Ακόμη, σύμφωνα με το άρθρο 12 παρ. 2 της ΠυρΔ 3/1981, πρέπει να τοποθετείται υδροδοτικό πυροσβεστικό δίκτυο σε αίθουσες συγκεντρώσεως κοινού των κατηγοριών Β' και Γ' (χωρητικότητας 201 ατόμων και άνω, δηλαδή όχι της κατηγορίας Α', όπως εν προκειμένω) και, επί πλέον, α) σε αίθουσες συγκεντρώσεως κοινού ανεξαρτήτως κατηγορίας, εφ' όσον βρίσκονται σε όροφο κτιρίου που υπερβαίνει σε ύψος τα 20 μέτρα και β) σε αίθουσες οιουδήποτε ορόφου, των οποίων η προσέγγιση με εύκαμπτους σωλήνες, τροφοδοτούμενους με νερό από το εξωτερικό του κτιρίου, είναι δυσχερής. Και πάλι, όμως, από την υποχρέωση αυτή (όπως και από την εναλλακτική υποχρέωση τοποθέτησης εύκαμπτου σωλήνα μήκους 15 μέτρων, με ακροφύσιο, του οποίου η άλλη άκρη πρέπει να προσαρμόζεται μονίμως σε κρουνό της εσωτερικής υδραυλικής εγκατάστασης, τοποθετημένο προς τον σκοπό αυτό, άρθρο 12 παρ. 3 της ΠυρΔ 3/1981) απαλλάσσονται όσοι εκμεταλλεύονται αίθουσες συγκέντρωσης κοινού με πληθυσμό μικρότερο των 50 ατόμων, στις οποίες θεωρείται αρκετή η πρόβλεψη τουλάχιστον 2 φορητών πυροσβεστήρων ξηράς κόνεως (άρθρο 12 παρ. 1 περ. δ' της ΠυρΔ 3/1981). Τέλος, σύμφωνα με το άρθρο 14 της ΠυρΔ 3/1981, οι διευθυντές και οι επιχειρηματίες αιθουσών συγκεντρώσεως κοινού, κατά την έννοια της ΠυρΔ, υποχρεούνται να οργανώνουν και εκπαιδεύουν το προσωπικό τους, συνεχώς, σε θέματα πυροπροστασίας, κατάσβεσης πυρκαγιών, εκκένωσης των χώρων κλπ, συμφώνα προς τα καθοριζόμενα στο οικείο Παράρτημα αυτής. Ανάλογη, γενική υποχρέωση ενημέρωσης και εκπαίδευσης των εργαζομένων, σχετικά με τους επαγγελματικούς κινδύνους και την αντιμετώπισή τους, επιβάλλεται σε όλους τους εργ...τες από τις διατάξεις του π.δ. 17/1996 "μέτρα για τη βελτίωση της ασφάλειας και της υγείας των εργαζομένων κατά την εργασία σε συμμόρφωση με τις οδηγίες 89/391/ΕΟΚ και 91/383/ΕΟΚ" (άρθρα 1 παρ. 3, 12 παρ. 1 και 2). Εξ όλων των ως άνω διατάξεων συνάγονται τα εξής: Α) Τα καταστήματα λιανικής τραπεζικής δεν θεωρούνται, κατ' αρχήν, "αίθουσες συγκέντρωσης κοινού", κατά την έννοια της ΠυρΔ 3/1981. Β) Για να θεωρηθεί κάποιο από αυτά, ως τέτοιος χώρος, για την εφαρμογή των αυξημένων μέτρων πυροπροστασίας, που προβλέπονται από την ΠυρΔ 3/1981, πρέπει το εμβαδόν του χώρου, που χρησιμοποιείται μόνο για την παραμονή και κυκλοφορία των πελατών και όχι για την παροχή της εργασίας των υπαλλήλων, να είναι μεγαλύτερο από 70 μ2, έτσι ώστε να προκύπτει θεωρητικός πληθυσμός του χώρου αυτού μεγαλύτερος από 50 άτομα. Γ) Όταν δεν συμβαίνει αυτό, είναι ανεκτή η πρόβλεψη μιας μόνο εξόδου κινδύνου, που πρέπει να ανοίγει με απλή ώθηση από μέσα προς τα έξω. Δ) Παρομοίως, σε χώρους συγκέντρωσης κοινού με θεωρητικό πληθυσμό μικρότερο από 50 άτομα, είναι ανεκτός για την κατάσβεση πυρκαγιών ο εφοδιασμός του προσωπικού με πυροσβεστήρες ξηράς κόνεως. Ε) Υποχρέωση για πρόβλεψη εξόδου κινδύνου δεν επιβάλλεται σε όσους εκμεταλλεύονται χώρους γραφείων σε ορόφους κτιρίου, όταν σε αυτούς δεν προβλέπεται "συγκέντρωση κοινού". Και Στ) Ο εργάτης έχει υποχρέωση διαρκούς οργάνωσης και εκπαίδευσης του προσωπικού σε θέματα κατάσβεσης πυρκαγιών και εκκένωσης των χώρων, σύμφωνα με συγκεκριμένο σχέδιο που οφείλει να έχει καταρτίσει. Με άλλα λόγια και με ευθύνη του εργάτη, ο κάθε εργαζόμενος πρέπει να έχει μάθει τι θα κάνει και πώς θα το κάνει, ώστε να αποφεύγεται ο πανικός και να επιτυγχάνονται αποτελεσματικές αντιδράσεις σε περίπτωση κινδύνου. Κι αν κάποιος εργαζόμενος είναι απρόθυμος να το μάθει, πρέπει να ξέρει ότι παραβιάζει τις δικές του νόμιμες (άρθρο 13 παρ. 1 και 3 του π.δ. 17/1996) υποχρεώσεις κι ότι σε περίπτωση κινδύνου που θα επιφέρει ζημία στον ίδιο, ενδέχεται να τεθεί ζήτημα συντρέχουσας δικής του υπαιτιότητας (ΑΠ 370/2018). Από τις διατάξεις του άρθρου 932 ΑΚ προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, στο πλαίσιο της διακριτικής εξουσίας που έχει από το άρθρο αυτό, δύναται να καθορίσει το ύψος της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης του δικαιούχου εξ αδικοπραξίας, αφού συνεκτιμήσει, με βάση τα διδάγματα της κοινής πείρας και τους κανόνες της λογικής, τα πραγματικά περιστατικά (κριτήρια καθορισμού) που τίθενται υπόψη του, όπως είναι οι συνθήκες τέλεσης της αδικοπραξίας, ο βαθμός του πταίσματος του υπόχρεου - δράστη, το είδος και οι συνέπειες της προσβολής, το τυχόν συντρέχον πταίσμα του δικαιούχου, η κοινωνική και η περιουσιακή κατάσταση των μερών, πλην της περιουσιακής κατάστασης της εναγόμενης ασφαλιστικής εταιρείας, της οποίας η ευθύνη είναι εγγυητική (ΑΠ 405/2015, ΑΠ 532/2012), χωρίς να απαιτείται η ειδικότερη αιτιολόγηση καθενός στοιχείου (ΑΠ 1361/2013). Ο προσδιορισμός από το δικαστήριο της ουσίας του ύψους της χρηματικής ικανοποίησης, με κρίσιμο χρόνο εκείνον της συζήτησης της υπόθεσης ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, δεν υπόκειται, κατ' αρχήν, στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, αφού σχηματίζεται από την εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων (ΚΠολΔ 561 § 1), χωρίς υπαγωγή του πορίσματος σε νομική έννοια, ώστε να μπορεί να κριθεί εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου, είτε ευθέως, είτε εκ πλαγίου, για έλλειψη νόμιμης βάσης. Επιβάλλεται, όμως, σε κάθε περίπτωση, να τηρείται, κατά τον καθορισμό του ποσού που επιδικάζεται, η αρχή της αναλογικότητας, ως γενική νομική αρχή και μάλιστα αυξημένης τυπικής ισχύος, ερειδόμενη επί του άρθρου 25 § 1 (εδάφ. δ') του Συντάγματος, υπό την έννοια ότι η σχετική κρίση του δικαστηρίου δεν πρέπει να υπερβαίνει τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, πράγμα που, αν συμβαίνει, ελέγχεται ως παραβίαση της πιο πάνω γενικής νομικής αρχής, ήτοι ως πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 ΚΠολΔ (ΑΠ Ολομ. 10/2017, 9/2015, ΑΠ 478/2020, 65/2019, 1864/2017). Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη 3853/2020 απόφαση, το Μονομελές Εφετείο Αθηνών δέχθηκε τα εξής ουσιώδη ως προς τις συνθήκες του βιοτικού συμβάντος που συγκροτεί το ένδικο εργατικό ατύχημα: Ότι "σε διώροφο διατηρητέο κτίριο κείμενο επί της ……….., ……, στεγαζόταν το τραπεζικό κατάστημα, αρχικά της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "... και στη συνέχεια της τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "... στη θέση της οποίας έχει υποκατασταθεί η εν λόγω τραπεζική εταιρία (στο εξής: Τράπεζα), της οποίας Αναπληρωτής Διευθύνων Σύμβουλος και εκτελεστικό μέλος του ΔΣ ήταν ο εναγόμενος και ήδη αναιρεσείων Η. Κ.. Ότι το κτίριο αυτό αποτελείτο από τους εξής χώρους: 1) από υπόγειο χώρο, στον οποίο ήταν εγκατεστημένα το θησαυροφυλάκιο και οι θυρίδες θησαυροφυλακίου του καταστήματος, καθώς και χώρος αρχειοθέτησης των εγγράφων του καταστήματος και του τραπεζικού κέντρου, 2) το ισόγειο, στο οποίο λειτουργούσαν τα ταμεία, η εξυπηρέτηση πελατείας του καταστήματος και το γραφείο της Διευθύντριας, 3) τον ημιώροφο, στον οποίο βρισκόταν τα γραφεία των υπαλλήλων ... και της Προϊσταμένης του καταστήματος και 4) δύο ορόφους πάνω από τον ημιώροφο, στους οποίους λειτουργούσε το Τραπεζικό Κέντρο. Επί του 2ου ορόφου υπήρχε επιπλέον πατάρι που λειτουργούσε το γραφείο του Διευθυντή του Τραπεζικού Κέντρου. Διευθύντρια στις ..., του ως άνω καταστήματος, ήταν Ά. Β.. Στις 3.5.2010 είχε εξαγγελθεί, μέσω των ΜΜΕ, καθώς και του ημερήσιου και ηλεκτρονικού τύπου της εποχής, για την Τετάρτη, ..., 24ωρη πανελλαδική απεργία των εργαζομένων της ΓΣΕΕ και της ΑΔΕΔΥ, εν όψει της συζήτησης στη Βουλή των Ελλήνων της δανειακής σύμβασης μεταξύ της Ελληνικής Δημοκρατίας και των κρατών της Ευρωζώνης και του ΔΝΤ (πρώτο "μνημόνιο", καθώς επίσης είχε προγραμματισθεί για την ίδια ημέρα (...) και περί ώρα 11.00, πορεία - συλλαλητήριο στο κέντρο της…….., με σκοπό τη διαμαρτυρία, κατά των οικονομικών μέτρων που είχαν αποφασίσει το ΔΝΤ, η Ευρωπαϊκή Ένωση και η ΕΚΤ. Η ανωτέρω πορεία, η οποία αναμενόταν ότι θα ήταν πολυπληθής, θα διερχόταν και από την……, όπου, όπως προαναφέρθηκε, βρισκόταν το ως υποκατάστημα της εναγομένης Τράπεζας, το οποίο, λόγω της ώρας που θα λάμβανε χώρα η πορεία, θα βρισκόταν σε λειτουργία. Λόγω της θέσεώς του, το εν λόγω τραπεζικό κατάστημα είχε στο παρελθόν αποτελέσει στόχο επιθέσεων και βανδαλισμών σε ώρες λειτουργίας του, δεδομένου ότι οι διαδηλώσεις που λαμβάνουν χώρα στο κέντρο της …….έχουν σημείο αναφοράς την ……..και επεκτείνονται στις πέριξ αυτές οδούς. Με τα ως άνω δεδομένα, την προηγούμενη ημέρα (4.5.2010), η τότε Υποδιευθύντρια του ανωτέρω τραπεζικού υποκαταστήματος, Α. Κ., η οποία αναπλήρωνε την τελούσα σε άδεια λόγω ασθενείας Διευθύντρια του ιδίου ως άνω καταστήματος, Ά. Β. και με την ιδιότητά της αυτή, έκρινε ότι πρέπει να ζητήσει τη λήψη επαρκών μέτρων για την ασφάλεια των εργαζομένων υπαλλήλων του εν λόγω καταστήματος, θεωρώντας ως μια ενδεικνυόμενη λύση τη λήξη νωρίτερα του ωραρίου λειτουργίας του καταστήματος ή ακόμα και τη μη λειτουργία αυτού τη συγκεκριμένη ημέρα, δεδομένου ότι η διαδήλωση αναμενόταν ιδιαίτερα μεγάλη και υπήρχε κίνδυνος να πληγεί εκ νέου το κατάστημα με επιθέσεις και βανδαλισμούς και να κινδυνεύσουν οι εντός αυτού εργαζόμενοι υπάλληλοι. Για το λόγο αυτό η Α. Κ., αρχικά στις 4.5.2010, το μεσημέρι επικοινώνησε τηλεφωνικά με τον Περιφερειακό Διευθυντή της Τράπεζας, Β.. Τ.., στον οποίο έθεσε το θέμα της μη λειτουργίας του καταστήματος στις ..., ενόψει της ανωτέρω πορείας. Ο τελευταίος έδωσε εντολή να λειτουργήσει κανονικά το κατάστημα, εντός του ωραρίου λειτουργίας του. Ακολούθως, η ανωτέρω Υποδιευθύντρια, ζήτησε από τον εν λόγω Περιφερειακό Διευθυντή, αφού θα λειτουργούσε το κατάστημα κανονικά, τη λήψη κάποιων πρόσθετων μέτρων ασφαλείας στο κατάστημα, όπως να τοποθετηθούν στην γυάλινη πρόσοψη του κτιρίου ξύλινα πάνελ (πλακάτ), καθώς και να ληφθεί ιδιωτική ασφάλεια για την φύλαξη του καταστήματος. Ο ανωτέρω της πρότεινε να επικοινωνήσει για το ζήτημα αυτό, με τη Διεύθυνση Ασφαλείας της Τράπεζας. Πράγματι η ανωτέρω Υποδιευθύντρια, επειδή δεν κατέστη δυνατόν να ανεύρει τον Διευθυντή Ασφαλείας της Τράπεζας Ι. Κ., επικοινώνησε με το στέλεχος του Τμήματος Ασφαλείας της Διεύθυνσης Ασφαλείας, Α. Κ., ο οποίος της απάντησε ότι δεν υπήρχε πρόβλεψη για μέτρα ασφαλείας για τη συγκεκριμένη ημέρα (...) και ότι θα μετέφερε το ανωτέρω αίτημα λήψης μέτρων ασφαλείας στη Διεύθυνσή του και θα την ενημέρωνε. Ακολούθως, στις ... το πρωί, στο ανωτέρω τραπεζικό κατάστημα το οποίο συστεγαζόταν με το τραπεζικό κέντρο, προσήλθαν κανονικά να εργαστούν 27 υπάλληλοι (10 υπάλληλοι-στελέχη του καταστήματος και 17 υπάλληλοι-στελέχη του τραπεζικού κέντρου), οι οποίοι παρείχαν κανονικά τις υπηρεσίες τους στην Τράπεζα και το Τραπεζικό κέντρο. Περί ώρα 9:30, της ίδιας ημέρας, η Υποδιευθύντρια Α. Κ., τηλεφώνησε εκ νέου, αρχικά στον Περιφερειακό Διευθυντή Β.. Τ.., εκτιμώντας ότι υφίστατο κίνδυνος επιθέσεων λόγω της ανωτέρω πορείας, θέτοντας, εκ νέου το θέμα της λειτουργίας και του ωραρίου του καταστήματος. Εκείνος όμως, επέμενε στην ήδη δοθείσα εντολή του να εργαστούν κανονικά οι υπάλληλοι. Εν συνεχεία, η ανωτέρω Υποδιευθύντρια επικοινώνησε εκ νέου και με το στέλεχος της Διεύθυνσης Ασφαλείας Α. Κ., ο οποίος, της απάντησε "έχω ενημερώσει τον Κ. και τον Κ.. Ουδέν νεότερο δουλεύετε κανονικά", φανερά ενοχλημένος (βλ. κατάθεση της μάρτυρος των εναγόντων ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, καθώς και τις καταθέσεις των μαρτύρων ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών κατά τη δίκη για ανθρωποκτονία από αμέλεια, κατά συρροή κατά του δεύτερου εναγομένου, επί της οποίας εκδόθηκε η 1/2018 απόφαση του Δικαστηρίου αυτού). Περί τις 13.30 με 13.40, ο Β. Τ. επικοινώνησε τηλεφωνικά με την Α. Κ., την οποία ενημέρωσε ότι είχε πληροφορίες ότι γύρω στις 15:00 θα ξεκινούσε μια "άγρια πορεία" και έδωσε εντολή να κλείσει το πρώτο ταμείο του καταστήματος στις 14.00, το δεύτερο ώρα 14.30 και οι υπάλληλοι να εγκαταλείψουν το κατάστημα, ώρα 15.00, (σημειωτέον ότι το ωράριο των τραπεζικών υπαλλήλων ήταν μέχρι την 15.15). Η εντολή αυτή του Β. Τ. δόθηκε κατόπιν συνεννόησης αυτού με την Τομεάρχη του, Κ. Σ. (..). Ήδη, όμως, περί ώρα 13.00, κατά την εξέλιξη της πορείας η οποία είχε αρχίσει, άρχισαν οι πρώτες συμπλοκές της αστυνομίας με διαδηλωτές, οι οποίοι είχαν καλυμμένα τα πρόσωπά τους και οι οποίοι προκαλούσαν φθορές σε εμπορικά καταστήματα πλησίον της τράπεζας, όπως το βιβλιοπωλείο …... και για το λόγο αυτό είχε γίνει ρίψη δακρυγόνων από τις αστυνομικές δυνάμεις. Ενώ διαδραματίζονταν τα ανωτέρω, η Υποδιευθύντρια Α. Κ., αφού ενημέρωσε τον Ε. Τ., ο οποίος εκτελούσε χρέη Διευθυντή του Τραπεζικού Κέντρου, πήρε την πρωτοβουλία να κλείσει άμεσα, μετά την ανωτέρω τηλεφωνική επικοινωνία, τα ταμεία του καταστήματος και να μην περιμένει πλέον άλλο, μεταβαίνοντας μαζί με τον ταμία Ε. Μ., καθώς και υπαλλήλους Μ. Κ. και Ε. Σ. στο υπόγειο του κτιρίου, προκειμένου να ασφαλίσουν τα χρήματα και τα αξιόγραφα του καταστήματος. Όμως, περί ώρα 13.45, ομάδα νεαρών ατόμων, τα οποία είχαν καλυμμένα τα πρόσωπά τους με κουκούλες, ώστε να μη διακρίνονται τα χαρακτηριστικά του προσώπου τους, επιχείρησε να θραύσει τους υαλοπίνακες του καταστήματος ……, το οποίο βρισκόταν απέναντι και αριστερά του ανωτέρω τραπεζικού καταστήματος. Η κίνηση αυτή, αλλά και η ρίψη πετρών και μαρμάρων σε αστυνομικούς της ομάδας ΜΑΤ, που είχαν παραταχθεί έμπροσθεν του καταστήματος της τράπεζας, παρέχοντας ένα είδος ασφάλειας στους εργαζόμενους της τράπεζας, είχε ως αποτέλεσμα τα ΜΑΤ να μετακινηθούν από το σημείο έξωθεν του κτιρίου της ανωτέρω τράπεζας, και να κινηθούν προς την………. Εκείνη τη στιγμή, ομάδα των νεαρών ατόμων, έχοντας καλυμμένα τα χαρακτηριστικά του προσώπου τους, εκμεταλλευόμενα τον συνωστισμό και τη μετακίνηση των αστυνομικών δυνάμεων, επιτέθηκαν κατά του παραπάνω υποκαταστήματος, εντός του οποίου ευρίσκοντο και εργαζόταν κανονικά, οι παρακάτω υπάλληλοι: Α. Π. του Ζ. (η θέση εργασίας της οποίας βρισκόταν στο δεύτερο όροφο), Π. Ζ. του Ε., Ε. Τ. του Ι. (η θέση εργασίας του οποίου ήταν στο δεύτερο όροφο), Γ. Γ. του Κ. (η θέση εργασίας του οποίου βρισκόταν στον δεύτερο όροφο), Η. Μ. του Δ., Ε. Φ. του Π., Μ. Μ. του Π., Σ. Π. του Θ., Μ. Κ. του Ι., Α. Π. του Η., Ε. Μ. του Σ., Α. Ι. του Δ., Α. Ζ. του Ε., Κ. Μ. του Σ., Χ. Λ. του Σ., Ε. Α. του Σ., Α. Τ. του Σ., Ε. Λ. του Σ., Α. Χ. του Α., Δ. Κ., του Κ., Γ. Σ. του Μ. (η θέση εργασίας του οποίου ήταν στον δεύτερο όροφο), Π. Β., του Κ., Α. Ν. του Γ., Φ. Π. του Κ., Ε. Σ. του Μ., Κ. Κ. του Σ., καθώς και η Υποδιευθύντρια Α. Κ. του Κ., η οποία εκτελούσε χρέη διευθύντριας, όπως ήδη αναφέρθηκε. Συγκεκριμένα, τα ως άνω επιτεθέντα άτομα, αφού έθραυσαν με επαναλαμβανόμενα κτυπήματα, με τεμάχια από πλάκες μαρμάρων και μεταλλικό αντικείμενο (βαριοπούλα ή λοστό), τους υαλοπίνακες της πρόσοψης του ανωτέρω υποκαταστήματος, στη συνέχεια περιέβρεξαν με εύφλεκτο υγρό το εσωτερικό τμήμα της αριστερής πλευράς του ισογείου χώρου του κτιρίου (κοιτάζοντας αυτό από την ... ……….και ακολούθως έριξαν εντός του καταστήματος, ενεργοποιημένους αυτοσχέδιους εμπρηστικούς-εκρηκτικούς μηχανισμούς (βόμβες μολότοφ), με αποτέλεσμα να προκληθεί μεγάλη πυρκαγιά και πυκνός καπνός, τα οποία εξαπλώθηκαν άμεσα και δεδομένου ότι το εύφλεκτο υλικό που είχαν χρησιμοποιήσει, ενίσχυε την ένταση της φωτιάς, αυτή μεταδόθηκε και στον ημιώροφο του καταστήματος άνωθεν του ισογείου (βλ. την από ... έκθεση απλής αυτοψίας της Πυροσβεστικής Υπηρεσίας ……..). Ορισμένοι από τους ανωτέρω υπαλλήλους, προσπάθησαν να σβήσουν τη φωτιά με τη χρήση των πυροσβεστήρων που υπήρχαν στο κτίριο, πλην όμως αυτό ήταν αδύνατο, λόγω της μεγάλης έντασης της φωτιάς και του πυκνού μαύρου καπνού, που εμπόδιζε την ορατότητα, με συνέπεια να αναγκαστούν να εγκαταλείψουν γρήγορα την προσπάθεια τους αυτή. Αποδείχθηκε περαιτέρω, ότι οι ανωτέρω εργαζόμενοι υπάλληλοι, που βρισκόταν κατά την εκδήλωση της πυρκαγιάς εντός του υποκαταστήματος, εγκλωβίστηκαν εντός αυτού, διότι δεν υπήρχε δυνατότητα διαφυγής τους, εξ αιτίας της έλλειψης μέτρων ασφαλείας, τα οποία θα τους επέτρεπαν να εγκαταλείψουν με ασφάλεια το φλεγόμενο κτίριο, εφόσον αφενός μεν, δεν υπήρχαν δίοδοι διαφυγής ούτε έξοδοι κινδύνου και η μοναδική θύρα που βρισκόταν πλησίον της κεντρικής θύρας ασφαλείας, δεν μπορούσε να χρησιμοποιηθεί, ως εναλλακτική έξοδος κινδύνου, αφ' ετέρου δε, οι εξώστες, που βρίσκονταν στους ορόφους του καταστήματος ήταν κλειδωμένοι και οι υπάλληλοι χωρίς εκπαίδευση για την ασφαλή εγκατάλειψη του κτιρίου. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα την απώλεια πολύτιμου χρόνου, διότι οι υπάλληλοι επιχείρησαν να ανεύρουν τρόπους διαφυγής, οι οποίοι όμως δεν υπήρχαν. Τα ως άνω είχαν σαν συνέπεια, από τους ανωτέρω εργαζόμενους που βρισκόταν την ώρα των ως άνω γεγονότων στο κατάστημα, τρεις να χάσουν τη ζωή τους και είκοσι ένας υπάλληλοι να υποστούν σωματικές βλάβες. Συγκεκριμένα έχασαν τη ζωή τους: α) η Α. Π., ηλικίας 32 ετών, που διένυε τον τέταρτο μήνα της εγκυμοσύνης, η οποία βρέθηκε νεκρή στο πατάρι του 2ου ορόφου, στο οποίο υπήρχε μεταλλική πόρτα, που οδηγούσε στην ταράτσα του ανωτέρω κτιρίου, η οποία όμως ήταν κλειδωμένη, με αποτέλεσμα να εγκλωβιστεί εκεί, β) ο Ε. Τ., ετών 36, βρέθηκε νεκρός σε τμήμα του κλιμακοστασίου που οδηγούσε από τον 1° στο 2° όροφο του κτιρίου, και γ) η Π. Ζ. ετών 35, βρέθηκε νεκρή σε ένα εκ των μπαλκονιών πρόσοψης του 2ου ορόφου. Αιτία θανάτου των ανωτέρω ήταν η δηλητηρίαση με μονοξείδιο του άνθρακα, λόγω εισπνοής καπνού και τοξικών αερίων, εκτός από τον Ε. Τ., ο οποίος διαπιστώθηκε ότι έφερε, επί πλέον, και διάσπαρτα εγκαύματα μερικού και ολικού πάχους (βλ. τις ... και ... Ιατροδικαστικές Εκθέσεις, νεκροψίας νεκροτομής του Ιατροδικαστού της Ιατροδικαστικής Υπηρεσίας….., Φ. Κ.). Περαιτέρω, οι υπόλοιποι υπάλληλοι που ευρίσκοντο στο κτίριο προσπαθούσαν, να ανεύρουν από μόνοι τους τρόπο να εξέλθουν από το φλεγόμενο κτίριο, μη γνωρίζοντας κανένα σχέδιο διάσωσης, ενώ το κτίριο είχε κατακλυστεί από φλόγες και αποπνικτικούς καπνούς που εμπόδιζαν την ορατότητα και την αναπνοή τους. Μερικοί από αυτούς προσπάθησαν να ανέβουν το κλιμακοστάσιο προς το δεύτερο όροφο, όπως η Α. Κ. και ο Ε. Μ., οι οποίοι αφού έσπασαν το τζάμι του παραθύρου εξήλθαν στο μπαλκόνι, από όπου τους διέσωσε η Πυροσβεστική, όπως και οι Μ. Κ. και Ε. Σ., που κατάφεραν επίσης να ανέβουν στο δεύτερο όροφο και να διασωθούν, επίσης από τις πυροσβεστικές δυνάμεις. Η Α. Χ., απεγκλωβίστηκε με τον ίδιο τρόπο. Οι Κ. Κ., Π. Β., και ο Ε. Λ. εξήλθαν στο μπαλκόνι του δεύτερου ορόφου και από εκεί, χρησιμοποιώντας ένα περβάζι και αιωρούμενοι στο κενό, κατόρθωσαν να περάσουν στο διπλανό κτίριο, όπου στεγάζονταν το κατάστημα "Σ." και βγήκαν στο δρόμο. Οι λοιποί δέκα τέσσερις υπάλληλοι διέφυγαν τον θάνατο, εγκαταλείποντας το φλεγόμενο κτίριο ως εξής: Αρχικά προσέφυγαν σε ένα δωμάτιο διαστάσεων 2,50 x 4,00 x 2,50 μ. περίπου, στον δεύτερο όροφο του κτιρίου, η πόρτα του οποίου ήταν προσωρινά ανοιχτή, τυχαία, για λόγους εξαερισμού της παρακείμενης χαλασμένης αποχέτευσης. O χώρος όμως αυτός ήταν περίκλειστος με κάγκελα, από τις τρείς πλευρές του, ενώ και η οροφή του χώρου ήταν καλυμμένη με σιδερένια κατασκευή (πλέγμα), καθώς και από ένα είδος μεμβράνης για να προστατεύονται οι εξωτερικές μονάδες των κλιματιστικών του κτιρίου. Ο υπάλληλος Η. Μ., μετά από υπερπροσπάθεια, επιμονή και γενναιότητα και ενώ ο καπνός άρχισε να γεμίζει και το δωμάτιο αυτό, επιστρατεύοντας όλες τις σωματικές του δυνάμεις, κατόρθωσε να αποξηλώσει τμήμα της σιδερένιας κατασκευής της οροφής του δωματίου και να δημιουργήσει οπή διαστάσεων, περίπου 0,60 επί 0,80 μ. και μέσω αυτής, αρχικά εξήλθε ο ίδιος και στη συνέχεια κατάφερε να απεγκλωβίσει έναν - έναν και τους υπόλοιπους 13 υπαλλήλους που ήταν συγκεντρωμένοι στον χώρο αυτό, οι οποίοι, εν συνεχεία, με διαδοχικά άλματα, θέτοντας σε κίνδυνο τη σωματική τους ακεραιότητα, αναρριχήθηκαν στη στέγη, όπου υπερπηδώντας μεταλλικό κιγκλίδωμα ύψους 1,50 μ., το οποίο έφερε λογχοειδείς απολήξεις, πάτησαν σε φύλλα από τσίγκο και με δεύτερο κατακόρυφο άλμα δυόμισι περίπου μέτρων κατόρθωσαν να φτάσουν στο όμορο κτίριο που στεγαζόταν το κατάστημα "..." και ο ... ……..και τελικά να εξέλθουν στο δρόμο. Μεταξύ των υπαλλήλων αυτών ήταν οι ενάγουσες Ε. Α. και η Φ. Π., από τον ημιόροφο, η Α. Π. και η Α. Τ., από τον πρώτο όροφο. Ο υπάλληλος Γ. Γ. διασώθηκε αφού κατέπεσε από τον εξώστη του δεύτερου ορόφου, από ύψος 3,50 μ. περίπου, στην οροφή του διπλανού κτιρίου, με αποτέλεσμα να υποστεί κάταγμα στις πλευρές του θώρακα. Μαζί του βρίσκονταν και η Π. Ζ., η οποία προσπαθούσε και αυτή να διασωθεί, πλην όμως δεν τα κατάφερε. Πέφτοντας ο Γ., καπνοί κάλυψαν εντελώς την ατμόσφαιρα και ακολούθως επήλθε ο θάνατος της Π. Ζ.. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι οι υπάλληλοι που κατόρθωσαν να διασωθούν, μεταξύ των οποίων και οι ενάγοντες, υπέστησαν ένεκα της εισπνοής καπνού και τοξικών αερίων, αλλά και της προσπάθειας τους να διαφύγουν, ... σωματικές βλάβες. Ειδικότερα: Η Α. Π., υπέστη αναπνευστικά προβλήματα εκ της εισπνοής καπνού και τοξικών αερίων, η Ε. Α. υπέστη αναπνευστικά προβλήματα από την εισπνοή καπνού και ταξικών αερίων, καθώς και εκδορές και μώλωπες στα χέρια και στα πόδια. Η Α. Κ. υπέστη αναπνευστικά προβλήματα εκ της εισπνοής καπνού και τοξικών αερίων. Η Α. Τ., αναπνευστικά προβλήματα εκ της εισπνοής καπνού και τοξικών αερίων και διάστρεμμα δεξιού ...... Η Φ. Π. υπέστη αναπνευστικά προβλήματα εκ της εισπνοής καπνού και τοξικών αερίων, καθώς και μώλωπες στα πόδια ... . Για τις συνθήκες του επίδικου δυστυχήματος, διενεργήθηκε αυτοψία στο κτίριο του υποκαταστήματος, τόσο από την Διεύθυνση Ασφαλείας Αττικής, όσο και από την Πυροσβεστική Υπηρεσία Αθηνών, στις οποίες καταγράφονται λεπτομερώς οι χώροι του κτιρίου και οι ζημίες που υπέστη το κτίριο λόγω της πυρκαγιάς, καθώς επίσης αναφέρονται και τα υπολείμματα των εκρηκτικών μηχανισμών (υπολείμματα βόμβας μολότοφ) που ανευρέθησαν και τα οποία περισυλλέγησαν. Επίσης, στην με αρ. πρωτ. ... έως ...2010 έκθεση έρευνας, την οποία συνέταξε ο αρμόδιος Τεχνικός Επιθεωρητής του Υπουργείου Εργασίας, Θ. Π., χαρακτηρίστηκε το επίδικο ατύχημα ως ομαδικό εργατικό ατύχημα και περιγράφεται σε αυτήν, μεταξύ άλλων, ο τρόπος με τον οποίο προσπάθησαν οι εργαζόμενοι, αυτοσχεδιάζοντας και μη έχοντας λάβει καμία εκπαίδευση να εγκαταλείψουν το κτίριο. Σύμφωνα με όσα αποδείχθηκαν, οι ανωτέρω θάνατοι και σωματικές βλάβες των προαναφερθέντων υπαλλήλων οφείλονται στη συμπεριφορά των εναγομένων φυσικών προσώπων, μέλη και εκτελεστικά όργανα του ΔΣ της Τράπεζας, οι οποίοι δεν επέδειξαν την επιμέλεια και προσοχή, την οποία όφειλαν κατά τις περιστάσεις και μπορούσαν να καταβάλουν, ως μέσοι συνετοί άνθρωποι του ιδίου συναλλακτικού κύκλου και όντας αρμόδιοι, λόγω της ως άνω ιδιότητάς τους, να φροντίζουν για την ασφάλεια των εργαζομένων του νομικού προσώπου του οποίου αποτελούσαν το Διοικητικό Συμβούλιο. Συγκεκριμένα, οι ως άνω παρέβησαν αφ' ενός την, επιβεβλημένη εκ της θεμελιώδους δικαιϊκής αρχής συνεπούς συμπεριφοράς απορρέουσας, υποχρέωση λήψης ορισμένων μέτρων επιμέλειας και αφ' ετέρου την εκ του νόμου υποχρέωσή τούς, για την αποφυγή πρόκλησης βλάβης στα έννομα αγαθά των υπαλλήλων και κυρίως στο σπουδαιότερο αγαθό, τη ζωή τους και τη σωματική τους ακεραιότητα. Τα εναγόμενα φυσικά πρόσωπα είχαν, κατά το χρόνο του ατυχήματος, ο Κ. Β., την ιδιότητα του νομίμου εκπροσώπου, Προέδρου και Διευθύνοντος Συμβούλου και ήταν εκτελεστικό μέλος του ΔΣ, ο Η. Κ. του Αναπληρωτή Διευθύνοντος Συμβούλου και ήταν εκτελεστικό μέλος του ΔΣ και ο Ε. Μ. ήταν εκτελεστικό μέλος του ΔΣ της Τράπεζας. Είχαν δε, από κοινού και ο καθένας ξεχωριστά, όπως αναφέρθηκε στη νομική σκέψη της παρούσας, με την ως άνω ιδιότητά τους, αφ' ενός τη νομική υποχρέωση προστασίας των εργαζομένων τους, αφ' ετέρου το γενικότερο καθήκον πρόνοιας για την υγεία και την ασφάλεια αυτών. Παρ' όλα αυτά όμως, παρέλειψαν από αμέλεια να λάβουν όλα τα απαραίτητα μέτρα ασφαλείας αποτροπής κάθε κινδύνου στο χώρο εργασίας, πυρασφάλειας, πυροπροστασίας και εκκένωσης χώρου εργασίας, για τη διαφύλαξη της ζωής και της υγείας των υπαλλήλων, στο ανωτέρω τραπεζικό κατάστημα, όπως τα μέτρα αυτά αναφέρονται στη μείζονα σκέψη της παρούσας, η παράλειψη λήψης των οποίων είχε ως αποτέλεσμα το θάνατο και τις σωματικές βλάβες εργαζομένων στην τράπεζα και τα οποία εάν είχαν ληφθεί, θα είχε αποτραπεί το ένδικο ατύχημα. Συγκεκριμένα δεν μερίμνησαν ώστε: Α) Το κτίριο όπου στεγαζόταν το ανωτέρω υποκατάστημα, να διαθέτει, κατά τον κρίσιμο χρόνο, εγκεκριμένη από την Πυροσβεστική Υπηρεσία μελέτη πυροπροστασίας έτσι ώστε να λάβουν όλα τα ενδεικνυόμενα στη μελέτη αυτή μέτρα πυροπροστασίας. Ως προς την ανωτέρω παράλειψη πρέπει να σημειωθούν τα ακόλουθα: Το κτίριο στο οποίο έλαβε χώρα το επίδικο ατύχημα, ήταν ένα διώροφο νεοκλασικό κτίριο το οποίο είχε χαρακτηρισθεί ως διατηρητέο βάσει του ΠΔ της 4.4.1984 (ΦΕΚ 314/Z1.5.1984), ήταν δε μισθωμένο από την ανωτέρω Τράπεζα και ήταν ιδιοκτησίας των Χ. και Π. Μ.. Ως τραπεζικό κατάστημα, κατόπιν σχετικής αδείας της Τράπεζας της Ελλάδος, χρησιμοποιήθηκε αρχικά από το έτος 1991 από την Τράπεζα με την επωνυμία "... η οποία εν συνεχεία μετά από συγχώνευση μετονομάστηκε σε ".....". Το ανωτέρω κτίριο ανακατασκευάστηκε και διαρρυθμίστηκε δυνάμει της υπ' αριθμ. 2128/1991 άδειας οικοδομής της Πολεοδομίας ….., για εσωτερική ανακατασκευή, διαρρύθμιση και αποκατάσταση της όψης σε διατηρητέο νεοκλασικό. Εν συνεχεία, εκδόθηκε η 602/1993 άδεια οικοδομής της Πολεοδομίας …… για προσθήκη παταριού στον δεύτερο όροφο, καθώς και η με αριθμό 300/2009 οικοδομική άδεια επίσης της Πολεοδομίας ……., για επισκευές σε υπάρχον διατηρητέο κτίριο. Το κτίριο αυτό ήταν συνολικής επιφανείας περίπου 970 τμ και όπως είχε διαμορφωθεί, για τη λειτουργία του ανωτέρω υποκαταστήματος της Τράπεζας, ως εξής: στο υπόγειο επιφανείας 85 τμ, στο ισόγειο επιφανείας 86 τμ και στον ημιώροφο, επιφανείας 65 τμ. Το κτίριο αυτό, το οποίο έχει μικτό εμβαδό μεγαλύτερο των 70 τμ, και το οποίο είναι υφιστάμενο (δηλαδή η πρώτη άδεια οικοδομής εκδόθηκε πριν από τις 17.2.1989) αντιμετωπίζεται, από άποψη νομοθεσίας πυροπροστασίας, σύμφωνα με την Πυρ/κή Διάταξη 3/1981 (βλ. και άρθρο 3 της με αριθμό 3046/304 της 30 Ιαν./3 Φεβρ. 1989 (ΦΕΚ Δ' 59) - Κτιριοδομικός Κανονισμός - απόφασης - του Αναπληρωτή Υπουργού Περιβάλλοντος Χωροταξίας και Δημοσίων Έργων). Ο ισόγειος χώρος χρησιμοποιείται για την εξυπηρέτηση του κοινού (χώρος συνάθροισης κοινού) και οι υπερκείμενοι όροφοι ως γραφεία. Στο άρθρο 1 αρ. 4 της υπ' αριθμ. 3/1981 της Πυροσβεστικής Διάταξης ορίζεται ότι "4. Ιδιοκτήτες, μισθωτές ή με οποιονδήποτε τρόπο εκμεταλλευόμενοι τη χρήση αιθουσών συγκέντρωσης κοινού, που εμπίπτουν στις διατάξεις της παρούσας Πυροσβεστικής Διάταξης υποχρεούνται να εξασφαλίζουν την αποτελεσματική προστασία του προσωπικού και του κοινού κατά των κινδύνων της πυρκαγιάς και άλλων κινδύνων, σύμφωνα με τη Διάταξη αυτή". Σύμφωνα με τη διάταξη αυτή οι μισθωτές αιθουσών συγκέντρωσης κοινού, μεταξύ των οποίων και των Τραπεζών ως χώρων οικονομικών δραστηριοτήτων, που εμπίπτουν στις διατάξεις της ανωτέρω Πυροσβεστικής Διάταξης, υποχρεούνται να εξασφαλίζουν την αποτελεσματική προστασία του προσωπικού και του κοινού κατά των κινδύνων της πυρκαγιάς και άλλων κινδύνων, κατά τα οριζόμενα σε αυτήν (Διάταξη). Για την εξασφάλιση αυτή ορίζεται στη διάταξη του άρθρου 13 της άνω Πυροσβεστικής Διάταξης, ότι η εγκατάσταση των υποδεικνυομένων με την εν λόγω διάταξη συστημάτων πυροπροστασίας και ασφαλείας εκτελούνται με βάση προηγούμενη μελέτη συντασσόμενη από διπλωματούχο μηχανικό, η οποία υποβάλλεται για έγκριση στην αρμόδια κατά τόπο Πυροσβεστική Αρχή, η οποία στη συνέχεια χορηγεί το πιστοποιητικό πυροπροστασίας. Στην προκείμενη περίπτωση προέκυψε ότι η συνταχθείσα 9106, από τον Αύγουστο του έτους 1991, μελέτη πυρανίχνευσης για το επίδικο κτίριο, των Διπλωματούχων Μηχανολόγων - Μηχανικών - Ηλεκτρολόγων .... & ...., ουδέποτε κατατέθηκε στην αρμόδια κατά τόπο Πυροσβεστική Αρχή. Στο ... έγγραφο του Αρχηγείου του Πυροσβεστικού Σώματος - Διεύθυνση Προληπτικής Πυροπροστασίας και στο ..., έγγραφο του Αρχηγείου του Πυροσβεστικού Σώματος (Διοίκηση Π. Υ. ……), αναφέρεται ότι από τον έλεγχο των στοιχείων που τηρούνται στο Αρχείο της Υπηρεσίας αυτής, διαπιστώθηκε ότι δεν υπάρχει σχετικός φάκελος πυροπροστασίας για το εν λόγω κτίριο και, κατά συνέπεια, ότι δεν έχει εκδοθεί πιστοποιητικό πυροπροστασίας. Η εγκεκριμένη μελέτη πυροπροστασίας έπρεπε, όπως αναφέρθηκε, κατά νόμο, να υφίσταται με την μέριμνα του μισθωτή, ήτοι της Τράπεζας, για λογαριασμό της οποίας λειτουργεί, ως αρμόδιο όργανο το Διοικητικό Συμβούλιο, το οποίο ενεργεί συλλογικά. Ως εκ τούτου, την ευθύνη και υποχρέωση για την ύπαρξη μελέτης πυροπροστασίας είχαν από κοινού τα εναγόμενα φυσικά πρόσωπα, σύμφωνα και με όσα εκτέθηκαν στη νομική σκέψη της παρούσας. Πρέπει να επισημανθεί ότι η ανωτέρω παράλειψη ήταν ουσιώδης, δεδομένου ότι η μελέτη από ειδικούς για την πυροπροστασία δεν αποτελεί τυπική προϋπόθεση, αλλά ορίζει, για συγκεκριμένους λόγους, το μέρος που θα τοποθετηθούν οι πυροσβεστήρες, πόσοι θα είναι, αν και που θα τοποθετηθεί πυροσβεστικό ερμάρια, επίσης που θα τοποθετηθούν τα σχεδιαγράμματα διάσωσης, καθώς και αν οι έξοδοι κινδύνου στο κτίριο θα πρέπει να είναι δύο ή μια, διότι σκοπός είναι να υπάρχει αποτελεσματική πυροπροστασία. Επομένως, η οποιαδήποτε μέριμνα της Τράπεζας, σχετικά με τη λήψη των απαιτουμένων από την άνω πυροσβεστική διάταξη μέτρων πυροπροστασίας, και αν υποτεθεί ότι υπήρξε, αυτή δεν ήταν η προσήκουσα και δεν επιτελούσε το σκοπό της, εφ' όσον δεν πληρούσε τις αναγκαίες προϋποθέσεις, εφ' όσον τα συστήματα πυρασφάλειας του κτιρίου τοποθετήθηκαν χωρίς την έκκριση της Πυροσβεστικής Υπηρεσίας, γεγονός που σημαίνει ότι δεν θα μπορούσε να είναι αποτελεσματική . Δεν μπορεί να γίνει δεκτό δε, ότι η συνταχθείσα από το έτος 1991 μελέτη πυρασφάλειας που υπήρχε για το επίδικο κτίριο, κάλυπτε την εκ του νόμου υποχρέωση, αφού αυτή δεν είχε καν υποβληθεί σε έλεγχο από την Πυροσβεστική Υπηρεσία και δεν ήταν εγκεκριμένη. Η κρίση αυτή του Δικαστηρίου ενισχύεται α) από την από 2.7.2010 με αριθ. πρωτ. ……….έκθεση έρευνας του Τεχνικού Επιθεωρητή του Σώματος Επιθεώρησης Εργασίας, Θ. Π., για το επίδικο ατύχημα, στην οποία επισημαίνεται μεταξύ άλλων ότι "...ο εργάτης οφείλει να διαθέτει πιστοποιητικό πυρασφάλειας που εκδίδεται από την πυροσβεστική υπηρεσία. Για το πιστοποιητικό αυτό απαιτείται να γίνει μελέτη του χώρου της εγκατάστασης, όπου θα αναφέρονται τα συγκεκριμένα μέτρα πυρόσβεσης-πυροπροστασίας που προβλέπονται από τη νομοθεσία για τη συγκεκριμένη φύση και δραστηριότητα της επιχείρησης ανάλογα με την έκταση το είδος και τον αριθμό των εργαζομένων και τρίτων (όπως αριθμός εξόδων κινδύνου, είδος και ποσότητα εξοπλισμού πυρόσβεσης κλπ). Η μελέτη αυτή κατατίθεται στην πυροσβεστική υπηρεσία για έγκριση. Μετά την έγκριση, ο εργάτης εφαρμόζει τα αναφερόμενα στη μελέτη στους χώρους της επιχείρησης του και καλεί την πυροσβεστική υπηρεσία να ελέγξει αν εφαρμόστηκαν τα μέτρα και να εκδώσει το πιστοποιητικό πυρασφάλειας για την συγκεκριμένη επιχείρησή", β) από την κατάθεση του εν λόγω Τεχνικού Επιθεωρητή εξεταζόμενου ως μάρτυρα, ενώπιον του ακροατηρίου του Β' Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών (βλ. 1/2018 απόφαση του Δικαστηρίου αυτού, που λαμβάνεται υπόψη ως δικαστικό τεκμήριο), στα πλαίσια της ποινικής διαδικασίας, ο οποίος κατέθεσε τα εξής: "...Το τραπεζικό κατάστημα της ………δεν είχε πιστοποιητικό πυρασφάλειας σύμφωνα με την 3/1981 Πυροσβεστική Διάταξη ο εργάτης πρέπει να αναθέσει σε κάποιον μηχανικό τη μελέτη πυροπροστασίας του καταστήματος. Η μελέτη αυτή θα πρέπει να κατατεθεί και να εγκριθεί από την πυροσβεστική υπηρεσία. Στη συνέχεια η πυροσβεστική υπηρεσία χορηγεί στο κατάστημα το Πιστοποιητικό Πυρασφάλειας. Εάν το κτίριο έχει κάποιες ιδιαιτερότητες τότε η πυροσβεστική δίνει κάποιες εναλλακτικές λύσεις. Από το συγκεκριμένο κατάστημα δεν είχε κατατεθεί καμία μελέτη, οπότε δεν υπήρχε και το αντίστοιχο Πιστοποιητικό Πυρασφάλειας..." και γ) από την κατάθεση ενώπιον του ακροατηρίου του ίδιου ως άνω ποινικού Δικαστηρίου, Μ. Κ., Αξιωματικού στο Αρχηγείο του Πυροσβεστικού Σώματος, μέχρι την 1η.6.2017 και μετέπειτα Υποδιοικητή στο Πυροσβεστικό Σώμα…….., ο οποίος κατέθεσε τα εξής "... σύμφωνα με την ισχύουσα διάταξη το κατάστημα έπρεπε να διαθέτει πιστοποιητικό πυρασφάλειας γεγονός που σημαίνει ότι ο εργάτης όφειλε να υποβάλει στην πυροσβεστική μελέτη πυροπροστασίας. Σε εμάς δεν είχε υποβληθεί μελέτη πυροπροστασίας από το συγκεκριμένο κατάστημα, γι' αυτό και δεν υπήρχε στην πυροσβεστική φάκελος πυροπροστασίας του καταστήματος αν η μελέτη εγκριθεί τότε όλα τα έργα υλοποιούνται βάσει της εγκεκριμένης μελέτης... στο συγκεκριμένο κατάστημα η τοποθέτηση των πυροσβεστήρων από τη στιγμή που δεν υπήρχε μελέτη, θεωρώ ότι έγινε τυχαία... αφού υλοποιηθούν τα μέτρα τότε ο εργάτης μπορεί να έρθει στην Πυροσβεστική και να ζητήσει Πιστοποιητικό Πυρασφάλειας... το συγκεκριμένο κατάστημα, καθώς ήταν διατηρητέο, ήταν ο ορισμός της απόκλισης. Κατά συνέπεια αν είχε κατατεθεί μελέτη πυροπροστασίας θεωρώ ότι δεν θα είχε εγκριθεί από την Πυροσβεστική Υπηρεσία. Από την στιγμή που δεν εγκριθεί η υποβληθείσα μελέτη, ο εργάτης θα πρέπει να κάνει ένα αίτημα ώστε να πάει στο κατάστημα η λεγόμενη επιτροπή αποκλίσεων, η οποία προκειμένου να λειτουργήσει το κατάστημα προτείνει την αύξηση κάποιων άλλων αντισταθμιστικών μέτρων ....". Ως εκ τούτου, ο ισχυρισμός των εναγομένων ότι δεν υπήρχε νόμιμη υποχρέωση για την έκδοση πιστοποιητικού πυροπροστασίας από την εργάτρια Τράπεζα και τηρούντο τα μέτρα πυρασφάλειας, είναι ουσιαστικά αβάσιμος. Η κρίση αυτή του Δικαστηρίου δεν αναιρείται από το γεγονός ότι η Τράπεζα της Ελλάδος δεν απαίτησε για τη χορήγηση άδειας στο συγκεκριμένο κατάστημα πιστοποιητικό πυροπροστασίας, καθώς η πράξη του Διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδας σχετίζεται αποκλειστικά με την αδειοδότηση της Τράπεζας ως θεσμικού τραπεζικού οργανισμού και δεν υποκαθιστά τα άλλα όργανα που είναι αρμόδια να κρίνουν την υποχρέωση για ύπαρξη και τήρηση των μέτρων ασφαλείας σε τραπεζικά καταστήματα. Η ανωτέρω δε παράλειψη ήταν καθοριστική, διότι είχε ως αποτέλεσμα, την αδυναμία κατάσβεσης της πυρκαγιάς, καθώς επίσης η έλλειψη αυτή δεν επέτρεψε την αποτροπή της επέκτασής της, με συνέπεια το θάνατο και τον τραυματισμό των ως άνω υπαλλήλων, διότι εάν είχαν ληφθεί τα απαιτούμενα μέτρα πυρασφάλειας θα είχαν περιοριστεί η πυρκαγιά και θα αποφεύγονταν το ένδικο αποτέλεσμα. Β) Περαιτέρω, οι εναγόμενοι αμέλησαν να λάβουν τα απαιτούμενα εκ του νόμου (για τις αίθουσες συνάθροισης κοινού κατηγορίας Α της υπ' αριθμ. 3/1981 Πυροσβεστικής Διάταξης) μέτρα πυρασφάλειας και ασφαλούς εκκένωσης χώρων σε περίπτωση πυρκαγιάς, ώστε στο επίδικο κατάστημα να υπάρχουν δύο έξοδοι κινδύνου, που να οδηγούν σε πυροπροστατευμένη όδευση διαφυγής ή κατ' ευθείαν σε ασφαλή υπαίθριο χώρο, οι οποίες (έξοδοι) να βρίσκονται σε κατάλληλη θέση, έτσι ώστε η πορεία διαφυγής να είναι προφανής και αποτελεσματική. Επί πλέον, δεν φρόντισαν, έστω οι έξοδοι που υπήρχαν, να μην κλειδώνονται προκειμένου να μπορούν να ανοιχτούν εύκολα και άμεσα από κάθε πρόσωπο που θα χρειαστεί να τις χρησιμοποιήσει. Ως προς αυτή την παράλειψη πρέπει να αναφερθούν τα εξής: κατά τη διάταξη του άρθρου 2 της 3/81 Πυροσβεστικής Διάταξης "Οι αίθουσες συγκέντρωσης κοινού, ανάλογα με τη χωρητικότητα ατόμων, κατατάσσονται μεταξύ άλλων και στην (α) περίπτωση, ήτοι ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ "Α", χωρητικότητας μέχρι 200 άτομα". Κατά δε το άρθρο 4 παρ. 1, της ιδίας πυροσβεστικής διάταξης, "Ο πληθυσμός κάθε αίθουσας συγκέντρωσης κοινού υπολογίζεται ως εξής: ...Β2 Σε χώρους μικρότερου συνωστισμού, όπως εστιατόρια, καφενεία, ζαχαροπλαστεία, λέσχες, αίθουσες συνεδριάσεων, μουσεία, βιβλιοθήκες, μόνιμα εκθεσιακό κέντρα, κέντρα διασκέδασης, μπαρ, ο πληθυσμός υπολογίζεται με βάση την αναλογία 1 άτομο/1,40 τετραγωνικά μέτρα εμβαδού δαπέδου. Κατά δε, την παρ. 2 του άρθρου 4 της άνω πυροσβεστικής διάταξης, "Για τον υπολογισμό των παραπάνω εμβαδών λαμβάνονται υπόψη μόνο οι επιφάνειες δαπέδων των κυρίων χώρων που προορίζονται για την εκάστοτε δραστηριότητα περιλαμβανομένων και των διαδρόμων κυκλοφορίας που βρίσκονται μέσα σ' αυτούς". Κατά δε το άρθρο 7 παρ. 1 της ιδίας Πυροσβεστικής Διάταξης, "1. κάθε αίθουσα συγκέντρωσης κοινού κατηγορίας "Α" υποχρεούται να διαθέτει δύο (2) εξόδους κινδύνου προς κοινόχρηστη ... ή πόρτες προς διάδρομο ή άλλους χώρους που να οδηγούν από διαφορετικές κατευθύνσεις σε δύο ανεξάρτητες οδούς διαφυγής. Κατ' εξαίρεση αίθουσες συγκέντρωσης κοινού με πληθυσμό μικρότερο των 50 ατόμων επιτρέπεται να διαθέτουν μία (1) έξοδο, εφόσον δεν στεγάζονται σε ορόφους υποκείμενους των κυρίων εξόδων του κτιρίου". Στην προκειμένη περίπτωση, το εμβαδόν του ισογείου του καταστήματος είναι 86 τ.μ., το οποίο αποτελεί τον κύριο χώρο συνάθροισης κοινού του επίδικου καταστήματος. Από το εμβαδό αυτό, εάν αφαιρεθούν οι βοηθητικοί χώροι το εμβαδόν των οποίων είναι 15 τμ περίπου, ο καθαρός χώρος που χρησιμοποιείται για την παραμονή και κυκλοφορία των πελατών, ανέρχεται στα 71 τμ., διαιρώντας το εμβαδό αυτό, που είναι ο χώρος αναμονής των πελατών, διά του συντελεστή 1,40 (71 τμ : 1,40 = 50,71), προκύπτει ότι ο θεωρητικός πληθυσμός είναι 50,71 άτομα, άρα το εν λόγω τραπεζικό κατάστημα είχε πάνω από 50 άτομα θεωρητικό πληθυσμό και, ως εκ τούτου, έπρεπε να διαθέτει δύο εξόδους κινδύνου (αρθ. 4 παρ. 1ΒΖ, αρθ. 7 παρ.1 της 3/81 Πυροσβεστικής Διάταξης, όπως τροποποιήθηκε με την 3γ/1981 Πυροσβεστική Διάταξη). Η κρίση αυτή του Δικαστηρίου δεν αναιρείται από την από ... έκθεση πραγματογνωμοσύνης της Π. Μ., ηλεκτρολόγου μηχανικού, στην οποία αναγράφεται ότι ο θεωρητικός πληθυσμός του καταστήματος ανέρχεται σε 47,14 άτομα, αποτέλεσμα στο οποίο κατέληξε διαιρώντας με το συντελεστή 1,40 τα 66 τμ, επιφάνεια που αφορά, κατά την άποψη της τον χώρο συνάθροισης κοινού, υπόθεση όμως αυθαίρετη, εφ' όσον το εμβαδόν του ισογείου είναι 86 τ.μ. και δεν αιτιολογείται γιατί αφαιρεί τα 20 τ.μ.. Επίσης, για το γεγονός ότι έπρεπε να υπάρχουν δύο έξοδοι κινδύνου καταθέτει ενώπιον του ως άνω ποινικού Δικαστηρίου α) ο Μ. Αξιωματικός του Αρχηγείου του Πυροσβεστικού Σώματος, ο οποίος κατέθεσε ότι το επίδικο κατάστημα έπρεπε να έχει δύο εξόδους κινδύνου. β) ο Ν. Τ., πολιτικός μηχανικός, Διευθυντής του Τεχνικού Τμήματος της Τράπεζας από το έτος 2009, ο οποίος είχε επισκεφθεί το επίδικο κατάστημα και ο οποίος κατέθεσε τα εξής "χώρος συνάθροισης θεωρείται μόνο το ισόγειο, το οποίο ήταν γύρω στα 80 τμ. Ο καθαρός χώρος αναμονής ήταν στα 70τμ, καθώς οι βοηθητικοί χώροι, όπως η κουζίνα, η τουαλέτα και οι διάδρομοι, δεν θεωρούνται χώροι συνάθροισης...", που επίσης σημαίνει ότι απαιτούντο δύο έξοδοι κινδύνου, με θεωρητικό πληθυσμό 50 άτομα (70:1,40 = 50). Τα ανωτέρω δεν αναιρούνται από την κατάθεση του μάρτυρα των εναγομένων, ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, Ν. Τ., ο οποίος καταθέτει ότι η ως άνω αίθουσα "... ήταν ένας χώρος γύρω στα...τριάντα τετραγωνικά", δηλαδή τα μισά από όσα και η Π. Μ., ηλεκτρολόγος μηχανικός αναφέρει στην πραγματογνωμοσύνη της. Σύμφωνα όμως με όσα αποδείχθηκαν, κατά το χρόνο που συνέβησαν τα επίδικα περιστατικά, το κατάστημα δεν διέθετε δυο εξόδους κινδύνου που να οδηγούν σε πυροπροστατευόμενη όδευση διαφυγής ή κατευθείαν σε ασφαλή υπαίθριο χώρο. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 10 παράρτημα ΙΙ του πδ 1611996 (εδώ εν προκειμένω εφαρμόζεται το ΙΙ παράρτημα διότι το κτίριο χρησιμοποιείτο και πριν την 1.1.1995) και μάλιστα, κατά την περίπτωση 4.2.4., 4.2.6 και 4.2.7 του ιδίου άρθρου "Οι θύρες κινδύνου πρέπει να ανοίγουν προς τα έξω, πρέπει επίσης να επισημαίνονται σύμφωνα με το π.δ. 105/9. Η σήμανση αυτή πρέπει να τοποθετείται σε κατάλληλα σημεία και να είναι διαρκής. Οι θύρες κινδύνου δεν πρέπει να κλειδώνονται. Οι οδοί διαφυγής και οι έξοδοι κινδύνου, όπως και οι διάδρομοι κυκλοφορίας και οι θύρες πρόσβασης σε αυτούς, δεν πρέπει να φράσσονται από αντικείμενα, ούτως ώστε να μπορούν να χρησιμοποιηθούν ανεμπόδιστα ανά πάσα στιγμή". Αποδείχθηκε όμως, ότι, κατά τον χρόνο του επίδικου ατυχήματος, στο ανωτέρω κατάστημα υπήρχε στην κύρια είσοδο, μια θύρα ασφαλείας ελεγχόμενης πρόσβασης με μονό κλωβό, η οποία εγκαταστάθηκε στο κατάστημα στις 14.6.2009, από την εταιρεία Ι., σύμφωνα με όσα ορίζει η Υ.Α 3015/2009. Παραπλεύρως αυτής, υπήρχε μια γυάλινη είσοδος, η οποία εξυπηρετούσε την είσοδο ατόμων με ειδικές ανάγκες, καθώς και τη μεταφορά εντός του καταστήματος ογκωδών αντικειμένων (αναλώσιμων, εξοπλισμού κλπ ). Η θύρα αυτή δεν μπορούσε να χρησιμοποιηθεί ως εναλλακτική "έξοδος κινδύνου", διότι για το άνοιγμά της δεν αρκούσε απλή ώθηση από μέσα προς τα έξω, αλλά χρειαζόταν, ταυτόχρονη, ηλεκτρονική εντολή μέσω τηλεχειριστηρίου, το οποίο (υπήρχε μόνο ένα τηλεχειριστήριο για την ηλεκτρονική εντολή της εν λόγω θύρας και για τους 33 συνολικά εργαζόμενους στο κατάστημα) όμως βρισκόταν στο γραφείο της Διευθύντριας του καταστήματος και το οποίο, πέραν του ότι ήταν αδύνατο να ανευρεθεί, με τις επικρατούσες συνθήκες, κατά την ώρα του επίδικου ατυχήματος, είχε καταστραφεί από την πυρκαγιά (βλ. και άρθρα 10.6 του εγχειριδίου ασφαλείας προσωπικού πελατείας και περιουσίας της Τράπεζας). Επίσης, η ως άνω θύρα δεν έφερε τα χαρακτηριστικά της εξόδου κινδύνου αφού δεν είχε την εκ του νόμου απαιτούμενη σήμανση ούτε είχε το πλάτος που εκ του νόμου απαιτείτο (1,10μ). Για το ζήτημα της έλλειψης εξόδου κινδύνου, ο Θ. Π. Τεχνικός Επιθεωρητής Εργασίας, εξεταζόμενος στο ακροατήριο του προαναφερθέντος ποινικού Δικαστηρίου κατέθεσε ότι η δεύτερη και πιο σημαντική για εκείνον παράβαση ήταν ότι στο κατάστημα δεν υπήρχε έξοδος κινδύνου, ότι η διπλανή από τον κλωβό πόρτα δεν ήταν έξοδος κινδύνου και η πόρτα αυτή μπορεί να είχε κατασκευαστεί και τοποθετηθεί με το σκεπτικό της εξόδου κινδύνου, αλλά δεν μπορούσε να λειτουργήσει ως έξοδος κινδύνου, διότι δεν οδηγούσε σε υπαίθριο χώρο, αλλά στον προθάλαμο του καταστήματος. Επίσης αναφέρει ότι δεν μπορούσε να θεωρηθεί έξοδος κινδύνου γιατί η πόρτα ήταν κλειδωμένη και η έξοδος κινδύνου πρέπει να είναι πάντα ξεκλείδωτη και να ανοίγει με το πάτημα της μπάρας και το γεγονός ότι η συγκεκριμένη πόρτα για να ανοίξει έπρεπε ταυτόχρονα με το πάτημα της μπάρας να χρησιμοποιηθεί και τηλεχειριστήριο συνιστά παραβίαση της εργατικής νομοθεσίας. Επίσης, η εν λόγω παράλειψη επισημαίνεται και στην από ... αιτιολόγηση της πράξης επιβολής προστίμου που επέβαλε στην εργάτρια Τράπεζα, το Σώμα Επιθεώρησης Εργασίας (....), στην οποία, μεταξύ άλλων αναφέρονται για την παράλειψη της εξόδου κινδύνου και τα εξής "... Η έξοδος κινδύνου δεν θα πρέπει να κλειδώνεται για να μπορεί να ανοιχθεί εύκολα και άμεσα από κάθε πρόσωπο. Την στιγμή του συμβάντος, λόγω του καπνού και της φωτιάς, θα ήταν εξαιρετικά δύσκολο αν όχι αδύνατο να βρεθεί το μοναδικό τηλεχειριστήριο και να χρησιμοποιηθεί ταυτοχρόνως με το σπρώξιμο της θύρας, προκειμένου να ανοίξει η θύρα - έξοδος. Επίσης, υπάρχουν μαρτυρίες εργαζομένων όπου αναφέρουν ότι το συγκεκριμένο γραφείο είχε πιάσει φωτιά καθότι ήταν ακριβώς δίπλα από τον υαλοπίνακα της προσόψεως που έσπασαν οι εμπρηστές προκειμένου να ρίξουν μέσα τις μολότοφ, που σημαίνει ότι το μοναδικό τηλεχειριστήριο που υπήρχε στο κτίριο καταστράφηκε αμέσως μετά την επίθεση.." Πρέπει να επισημανθεί ότι την ανωτέρω παράλειψη την αποδέχεται, χαρακτηρίζοντάς την ως τυπική και η Τράπεζα στην από 18.11.2011 έκθεση ειδικού ελέγχου του επιδίκου ατυχήματος, της Διεύθυνσης Εσωτερικού Ελέγχου, με την δικαιολογία ότι έγινε για την αποτροπή ληστειών. Επομένως, το ανωτέρω κατάστημα, στις ... που έλαβε χώρα το επίδικο ατύχημα δεν είχε έξοδο κινδύνου, πληρούσα τις προϋποθέσεις του νόμου. Η έλλειψη δε, της εξόδου κινδύνου, είχε επισημανθεί στον εναγόμενο Διευθύνοντα Σύμβουλο της τράπεζας, στις 30.12.2008 με την κοινοποίηση της ειδικής έκθεσης ελέγχου του ανωτέρω καταστήματος, της Διεύθυνσης Εσωτερικού Ελέγχου της Τράπεζας και μάλιστα είχε ταχθεί προθεσμία για την αποκατάστασή της, πλην όμως αυτός δεν προέβη σε ουδεμία ενέργεια ώστε να δημιουργηθεί έξοδος κινδύνου. Η παράλειψη δε αυτή συνέβαλε καθοριστικά στην επέλευση των ένδικων θανάτων και σωματικών βλαβών, διότι εάν υπήρχε έξοδος κινδύνου θα έδινε τη δυνατότητα στους εργαζόμενους να εγκαταλείψουν το κτίριο έγκαιρα και με ασφάλεια και θα αποφεύγονταν οι ένδικες συνέπειες, Γ) Οι εναγόμενοι δεν μερίμνησαν να υπάρχει στο κτίριο πυροσβεστικό ερμάριο ή αντί αυτού εύκαμπτος σωλήνας με ακροφύσια, το άλλο άκρο του οποίου να προσαρμόζεται μονίμως σε κρουνό εσωτερικής υδραυλικής εγκατάστασης, τοποθετημένο προς τον σκοπό αυτό, μήκους 15 μέτρων, υποχρέωση την οποία προβλέπει το άρθρο 12 παρ. 1 και 3 της 3/1981 Πυροσβεστικής Διάταξης, για αίθουσες συγκεντρώσεως κοινού κατηγορίας Α, στην οποία κατά τα παραπάνω εντάσσονταν το συγκεκριμένο κτίριο, εφ' όσον αποδείχθηκε ότι τα στοιχεία αυτά δεν ανευρέθησαν ούτε και καταγράφηκαν α) στην από ... έκθεση απλής αυτοψίας της Πυροσβεστικής Υπηρεσίας …….β) στην από 12.5.2010 έκθεση αυτοψίας της Διεύθυνσης Ασφάλειας……... Η κρίση αυτή του Δικαστηρίου δεν αναιρείται από τα όσα αναγράφονται στην έκθεση αυτοψίας που διενήργησε κατ' εντολή της εργάτριας Τράπεζας, δύο ημέρες μετά το επίδικο ατύχημα, ο Δ. Κ., επίτιμος αρχηγός του Πυροσβεστικού Σώματος, σύμφωνα με την οποία στο κατάστημα υπήρχε ελαστικός σωλήνας σε WC και επί του διαδρόμου στον 2ο όροφο προς χρήση σε περίπτωση πυρκαγιάς, δεδομένου ότι ο εν λόγω σωλήνας, ακόμα και αν υπήρχε δεν ανταποκρίνεται στις προβλέψεις του νόμου, εφ' όσον ο σωλήνας δεν ήταν συνδεδεμένος μόνιμα σε κρουνό εσωτερικής υδραυλικής εγκατάστασης και επομένως δεν μπορούσε να χρησιμοποιηθεί αποτελεσματικά. Δ) Δεν μερίμνησαν για την εκπόνηση σχεδίου διαφυγής και διάσωσης των εργαζομένων από τους χώρους εργασίας με χάραξη οδών διάσωσης και εξόδων κινδύνου, το οποίο όφειλε να αναρτήσει σε κατάλληλες θέσεις στους χώρους εργασίας, όπως ορίζει η διάταξη του άρθρου 18 του ν. 1568/1985 κατά την οποία "1. Ο εργάτης οφείλει να καταρτίσει σχέδιο διαφυγής και διάσωσης από τους χώρους εργασίας, εφόσον απαιτείται από τη θέση, την έκταση και το είδος της εκμετάλλευσης. Το σχέδιο διαφυγής και διάσωσης πρέπει να αναρτάται σε κατάλληλες θέσεις στους χώρους εργασίας. Το σχέδιο πρέπει να δοκιμάζεται τακτικά, με ασκήσεις ή άλλο πρόσφορο τρόπο, ώστε σε περίπτωση κινδύνου ή καταστροφής να μπορούν οι εργαζόμενοι να διασωθούν. 2. Η χάραξη, οι διαστάσεις και η διευθέτηση των οδών διάσωσης και των εξόδων κινδύνου πρέπει να είναι ανάλογες με τις εγκαταστάσεις, τη χρήση και την επιφάνεια των χώρων εργασίας, καθώς και με τον αριθμό των εργαζομένων. Οι οδοί διάσωσης επισημαίνονται κατάλληλα και πρέπει να οδηγούν σε ελεύθερο ή ασφαλή χώρο από το συντομότερο δυνατό δρόμο". Από τα ως άνω αναφερθέντα αποδεικτικά μέσα, αποδείχθηκε ότι τέτοιο σχέδιο που θα εξασφάλιζε την ευχερή και ταχεία εγκατάλειψη των χώρων εργασίας από τους εργαζόμενους, σε περίπτωση έκτακτης ανάγκης, δεν είχε εκπονηθεί και, κατά συνέπεια δεν δοκιμάστηκε τέτοιο σχέδιο με ασκήσεις εκκένωσης του χώρου. Η ως άνω παράλειψη συνετέλεσε στο ένδικο αποτέλεσμα, όπως επισημαίνεται και στην .../2010 - ...2010 από 2.7.2010 έκθεση έρευνας του Τεχνικού Επιθεωρητή, της Επιθεώρησης Εργασίας, Θ. Π., στην οποία αναγράφεται ότι η κατάρτιση από τον εργάτη σχεδίου διάσωσης και διαφυγής, με χάραξη οδών διάσωσης και εξόδων κινδύνου οι οποίες δεν πρέπει να κλειδώνονται προκειμένου να μπορούν να ανοιχθούν εύκολα και άμεσα από κάθε πρόσωπο που θα χρειαστεί να τις χρησιμοποιήσει, είναι ένα από τα μέτρα που πρέπει να λαμβάνει ο εργάτης όσον αφορά στην πυρασφάλεια και την εκκένωση των χώρων εργασίας σε περίπτωση κινδύνου. Η αφίσα που βρέθηκε κατά την αυτοψία που διενήργησε στο επίδικο κτίριο η Διεύθυνση Ασφαλείας……, με την ένδειξη "Ε. Τ. - Κ. Σ. Χ. 2ος Ο." και στη συνέχεια κείμενο με τρόπους κατάσβεσης και άμεσες ενέργειες σε περίπτωση πυρκαγιάς (βλ. την από 12.5.2010 έκθεση αυτοψίας της Διεύθυνσης Ασφαλείας……….), καθώς και ένα παλιό ίδιο σχέδιο στο υπόγειο του κτιρίου δεν αποτελούσαν, σε καμία περίπτωση ένα ολοκληρωμένο και επαρκές κατηρτισμένο και αναρτημένο σχέδιο διάσωσης που απαιτεί η άνω διάταξη νόμου, με χαράξεις οδών διαφυγής και σήμανση εξόδων κινδύνου που γίνεται με κόκκινη γραμμή, το οποίο θα επέτρεπε στους εργαζόμενους να εγκαταλείψουν με ασφάλεια το φλεγόμενο κτίριο. Πρέπει, τέλος, να σημειωθεί ότι και η παράλειψη εκπόνησης σχεδίου διαφυγής και διάσωσης των εργαζομένων ήταν εν προκειμένω επιβεβλημένη και από το νόμο αλλά και λόγω της επικινδυνότητας του συγκεκριμένου καταστήματος. Και η παράλειψη αυτή συνέβαλε καθοριστικά στην πρόκληση των ένδικων θανάτων και σωματικών βλαβών, διότι εάν υπήρχε οργανωμένο σχέδιο διαφυγής θα δινόταν η δυνατότητα στους εργαζόμενους να εγκαταλείψουν το κτίριο με ασφάλεια στη συγκεκριμένη περίπτωση. Ε) Δεν επιμελήθηκαν για την επιμόρφωση και εκπαίδευση των εργαζομένων πάνω σε θέματα πυρασφάλειας, πυρόσβεσης και εκκένωσης των χώρων εργασίας, με την πραγματοποίηση τακτικών ασκήσεων για δοκιμή του σχεδίου διάσωσης - διαφυγής, ώστε σε περίπτωση κινδύνου οι εργαζόμενοι να γνωρίζουν πώς να κινηθούν, ώστε να μην δημιουργηθεί πανικός, αλλά ο κάθε υπάλληλος να γνωρίζει τι θα κάνει και που θα πάει, προκειμένου, αφ' ενός να διαφύγει και να διασώσει τον εαυτό του και αφ' ετέρου να βοηθήσει στην διαφυγή και των υπολοίπων. Την υποχρέωση αυτή προβλέπουν οι διατάξεις του άρθρου 18 παρ. 16 του Ν. 1568/1985, καθώς και το άρθρο 7, άρθρο 9 παρ. 1 και 2 του ΠΔ17/96, καθώς και η διάταξη του άρθρου 14 της υπ' αριθμ. 3/1981 Πυροσβεστικής Διάταξης, όπως ίσχυε στις .... Μάλιστα, στο από 23.5.2008 εγχειρίδιο ασφαλείας προσωπικού, πελατείας και περιουσίας της εργάτριας Τράπεζας, προβλέπεται ορισμός ομάδας πυροπροστασίας και άσκηση αντιμετώπισης πυρκαγιάς τουλάχιστον μια φορά το χρόνο (..). Στο επίδικο κατάστημα είχαν συσταθεί δυο ομάδες, η μεν πρώτη ήταν η ομάδα πυροπροστασίας με αρχηγό την Υποδιευθύντρια Α. Κ., η δε δεύτερη ήταν η ομάδα ασφαλείας με αρχηγό τη Διευθύντρια του καταστήματος, Ά. Β.. Στη σύνθεση των εν λόγω ομάδων συμμετείχαν υπάλληλοι και του τραπεζικού καταστήματος και του τραπεζικού κέντρου. Όπως, όμως, αποδείχθηκε, δεν είχε γίνει καμία εκπαίδευση, ενημέρωση και επιμόρφωση πάνω σε θέματα πυρασφάλειας, πυρόσβεσης, εκκένωσης του κτιρίου. Από τα προσκομιζόμενα από τους εναγόμενους έγγραφα δεν προέκυψε ότι είχε διοργανωθεί κάποιο σεμινάριο εκπαίδευσης των υπαλλήλων σε θέματα πυρασφάλειας, πυρόσβεσης και εκκένωσης χώρου. Μάλιστα τα σεμινάρια που είχαν παρακολουθήσει οι υπάλληλοι Μ. Κ., Α. Ι. και Ε. Μ. στις 11.4.2008, ήταν σεμινάρια που είχαν ως θέμα την αντιμετώπιση ληστειών και δεν αφορούσαν σε θέματα πυρασφάλειας και εκκένωσης των χώρων εργασίας. Δεν μπορεί επίσης, να θεωρηθεί ότι οι υπάλληλοι έλαβαν την κατάλληλη εκπαίδευση με τη χορήγηση φυλλαδίων που αφορούσαν στην ασφάλειά τους, δεδομένου ότι αυτά δεν περιείχαν συγκεκριμένες οδηγίες και δεν συνοδεύονταν από αντίστοιχη πρακτική εκπαίδευση. Η παράλειψη δε αυτή είχε ως αποτέλεσμα, οι εργαζόμενοι στο επίδικο κατάστημα, να χάσουν χρόνο προσπαθώντας να ανεύρουν οι ίδιοι τρόπους διαφυγής, μη γνωρίζοντας προς ποια κατεύθυνση θα κινηθούν, όπως προκύπτει και από τον τρόπο που προσπάθησαν να διασωθούν, όπως αυτός περιγράφηκε ανωτέρω. Η έλλειψη δε της ως άνω εκπαίδευσης συνδέεται αιτιωδώς με την επέλευση του αποτελέσματος, διότι αν υπήρχε καλή οργάνωση και εκπαίδευση των υπαλλήλων, αυτοί θα μπορούσαν, με μεγάλη πιθανότητα, να εξασφαλίσουν την έγκαιρη απασφάλιση της πόρτας της ταράτσας του κτιρίου, όπου οι εργαζόμενοι, όπως ήδη αναφέρθηκε, κατέφυγαν στην προσπάθεια διάσωσής τους, ώστε να εξέλθουν στον καθαρό αέρα, έστω και αν η πόρτα αυτή δεν έφερε τα χαρακτηριστικά τη εξόδου κινδύνου. Πρέπει να σημειωθεί ότι η Α. Π. βρέθηκε νεκρή μπροστά στην πόρτα της ταράτσας, ο δε Ε. Τ. στο κλιμακοστάσιο που οδηγούσε στην ταράτσα, ήτοι πλήρως εγκλωβισμένοι. ΣΤ) Δεν μερίμνησαν να τοποθετηθούν - στους εξωτερικούς χώρους του καταστήματος άθραυστοι υαλοπίνακες ρολά από ειδικό συμπαγές υλικό, ή να ληφθεί μέτρο ισοδύναμο των ρολών από συμπαγές υλικό, ως όφειλαν από την ιδιαίτερη νομική υποχρέωσή τους που πήγαζε από την προαναφερθείσα ιδιότητά τους, που ενείχε το καθήκον πρόνοιας για την υγεία και την ασφάλεια των εργαζομένων, καθώς και από το άρθρο 7 παρ. 1 του ΠΔ 17/96, άρθρο 1 παρ. 4 της 3/81 Πυροσβεστικής. Η παράλειψη αυτή ήταν ιδιαίτερα ουσιώδης, εν προκειμένω, λόγω της επικινδυνότητας που παρουσίαζε το συγκεκριμένο κατάστημα, αφενός λόγω της χωροταξικής του θέσης, όπως ήδη έχει λεχθεί (στο Κέντρο των….., επί της οδού……, πλησίον……..) και αφετέρου διότι, το κτίριο είχε δεχθεί όλες τις ανωτέρω επιθέσεις, κατά τη διάρκεια επεισοδίων και διαδηλώσεων. Έτσι υπήρχε μεγάλη πιθανότητα (αν όχι βεβαιότητα με το ως ων ιστορικό) κατά την ως άνω διαδήλωση να υποστεί εκ νέου βανδαλισμούς και μάλιστα σε ώρα λειτουργίας του καταστήματος, με κίνδυνο την ζωή και την υγεία των εργαζομένων στο κατάστημα. Οι υαλοπίνακες που υπήρχαν στο κατάστημα κατά τον χρόνο του ανωτέρω ατυχήματος, είχαν αντικατασταθεί μόλις στις 26.4.2010, δηλαδή λίγες ημέρες πριν το επίδικο ατύχημα, επίσης λόγω φθοράς που είχαν υποστεί από προγενέστερη επίθεση που είχε δεχθεί το κατάστημα κατά τη διάρκεια διαδηλώσεων. Οι υαλοπίνακες αυτοί ήταν μεν αντιβανδαλιστικοί, αλλά με την χαμηλότερη αντοχή για την κατηγορία αυτή, δεδομένου ότι είχαν το ελάχιστο για την κατηγορία αυτή πλάτος των 5mm + 5mm, δηλαδή συνολικό πλάτος 10 mm. Τα εναγόμενα λοιπόν μέλη του ΔΣ είχαν ιδιαίτερη νομική υποχρέωση, ως διοικούντα της Τράπεζα, να εγκαταστήσουν στην πρόσοψη του ισογείου καταστήματος άθραυστους αντιβανδαλικούς υαλοπίνακες, οι οποίοι να έχουν το μέγιστο σε πλάτος για την κατηγορία αυτή, που ανέρχεται σε 6,5 mm και οι οποίοι να αντέχουν σε πολλές κρούσεις με βαριά αντικείμενα, το καθήκον τους δε, αυτό δεν εκπληρώθηκε με την τοποθέτηση των υαλοπινάκων που είχαν εγκαταστήσει, οι οποίοι είχαν την ελάχιστη αντοχή για την κατηγορία αυτή. Επίσης, δεν μερίμνησαν για τη θωράκιση του - καταστήματος με ρολά από ειδικό συμπαγές υλικό. Χαρακτηριστική είναι και η κατάθεση Ν. Τ. στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, ο οποίος καταθέτει ότι και ο ιδιοκτήτης του κτιρίου, κύριος Μ. είχε κάνει επαφές με την τράπεζα, προκειμένου να τοποθετηθούν ρολά. Με τις παραλείψεις τους αυτές, οι εναγόμενοι επέδειξαν σοβαρή αμέλεια, ως προς την διασφάλιση της ζωής και της υγείας των εργαζομένων στο εν λόγω κατάστημα, με αποτέλεσμα αυτοί να εκτεθούν στον κίνδυνο των συγκεκριμένων επιθέσεων, διότι εάν υπήρχαν οι πιο ανθεκτικοί υαλοπίνακες ή τα συμπαγή ρολά, δεν θα ήταν δυνατή η ρίψη εντός του καταστήματος των αυτοσχέδιων εκρηκτικών μηχανισμών. Το γεγονός δε, ότι δεν είχε προηγηθεί απόφαση από τις αρμόδιες Αστυνομικές Αρχές που να επιβάλλει την εγκατάσταση των ως άνω υαλοπινάκων (ΥΑ 3015/23.3.2009), δεν ασκεί επιρροή, δεδομένου ότι η υποχρέωση αυτή των εργοδοτών προκύπτει ευθέως από το καθήκον πρόνοιας που τους βαρύνει και την εγγυητική τους θέση ως εργάτες και όφειλαν να μεριμνήσουν, ο καθένας τους, για τις ως άνω ενέργειες. Η υποχρέωση αυτή των εναγομένων για την τοποθέτηση ρολών ασφαλείας δεν αίρεται από την ιδιότητα του κτιρίου ως διατηρητέου, διότι η τοποθέτησή τους, είτε εσωτερικά είτε εξωτερικά του κτιρίου, μπορούσε να γίνει κατόπιν σχετικού αιτήματος στην ειδική Επιτροπή Ενασκήσεως Αρχιτεκτονικού Ελέγχου και την Πολεοδομία. Σημειωτέον ότι την ανάγκη για την τοποθέτηση αντιβανδαλικών υαλοπινάκων και ρολών ασφαλείας, προκειμένου να προστατευθεί το κτίριο από τις επιθέσεις, είχε επισημάνει στον Ν. Τ., Διευθυντή της Τεχνικής Υπηρεσίας της Τράπεζας, ο ιδιοκτήτης του επίδικου ακινήτου Χ. Μ., ιδίως μετά τις επιθέσεις που είχε δεχθεί το κατάστημα το έτος 2008. Για το γεγονός αυτό, επίσης, ο Ν. Τ., εξεταζόμενος ως μάρτυρας ενώπιον του ποινικού Δικαστηρίου κατέθεσε τα εξής ".......". Επίσης, την ανάγκη για την τοποθέτηση ρολών ασφαλείας, στο κατάστημα είχε επισημάνει στην Διεύθυνση Ασφαλείας της Τράπεζας και η Διευθύντρια του καταστήματος. Πρέπει, επίσης να σημειωθεί ότι ένα, ενδεχομένως ισοδύναμο μέτρο, των ρολών ασφαλείας θα ήταν η τοποθέτηση πλακάτ στην γυάλινη πρόσοψη του κτιρίου, όπως είχε γίνει και παλαιότερα για την προστασία του καταστήματος (Δεκέμβριο του έτους 2008 και του έτους 2009), το οποίο δεν προβλέπεται μεν εκ του νόμου, πλην όμως θα μπορούσε έστω προσωρινά, να ληφθεί και να αποτρέψει το ένδικο αποτέλεσμα. Ζ) Τέλος, λόγω της επικινδυνότητας που παρουσίαζε το ανωτέρω κατάστημα, αφ' ενός μεν, λόγω της χωροταξικής του θέσεως, αφ' ετέρου δε, λόγω των παραλείψεων που προεκτέθηκαν, σε συνδυασμό α) με τις πολλαπλές επιθέσεις που είχε δεχθεί κατά την διάρκεια διαδηλώσεων β) τη γνώση των εναγομένων για τις ως άνω ελλείψεις και γ) με το γεγονός της προγραμματισμένης πορείας της 5ης.5.2010, που αναμενόταν ότι θα ήταν ιδιαίτερα μεγάλη και θα διήρχετο έξωθεν του ως άνω καταστήματος σε ώρα λειτουργίας αυτού, τα εναγόμενα μέλη του ΔΣ της Τράπεζας, λόγω της ιδιαίτερης νομικής υποχρέωσής τους και του καθήκοντος πρόνοιας και επιμέλειας όφειλαν να λάβουν όλα να αναγκαία μέτρα για τη διασφάλιση της ζωής και της σωματικής ακεραιότητας των εργαζομένων και να θέσουν σε ετοιμότητα τη Διεύθυνση Ασφαλείας της Τράπεζας, έστω και την τελευταία ημέρα, λόγω και των συνεχών αιτημάτων της Υποδιευθύντριας Α. Κ., όπως ανωτέρω εκτέθηκαν, ώστε στις ... να μη λειτουργήσει το κατάστημα ή να λάβει χώρα νωρίς η αποχώρηση των υπαλλήλων, αρκετά πριν την λήξη του κανονικού ωραρίου, ώστε να αποτραπεί ο κίνδυνος για τους υπαλλήλους από τις εμπρηστικές επιθέσεις, μέτρο το οποίο έλαβαν άλλες Τράπεζες στην ίδια περιοχή. Η μη λήψη δε των τελευταίων αυτών μέτρων, ήταν καθοριστικής σημασίας, διότι, παρά τις προαναφερθείσες παραλείψεις, αν το κατάστημα δεν λειτουργούσε εκείνη την ημέρα ή είχαν αποχωρήσει οι υπάλληλοι, έστω και αν λάμβαναν χώρα τα επεισόδια, είναι βέβαιο ότι δεν θα προκαλούντο ούτε ο θάνατος ούτε οι σωματικές βλάβες των εργαζομένων. Το γεγονός δε, ότι δεν είχε προηγηθεί απόφαση από τις αρμόδιες Αστυνομικές Αρχές που να ειδοποιεί από την προηγούμενη ημέρα την Διεύθυνση Ασφαλείας της Τράπεζας, για τον κίνδυνο επεισοδίων κατά την διάρκεια της πορείας δεν ασκεί επιρροή, εφ' όσον οι ίδιοι είχαν το καθήκον πρόνοιας, από μόνη την ιδιότητά τους και την εξ αυτής εγγυητική τους θέση και γνώριζαν και οι ίδιοι για την διαδήλωση, εφ' όσον οι διαδηλώσεις είχαν προαναγγελθεί, όπως ήδη αναφέρθηκε και είναι αδύνατον, σύμφωνα και με τα διδάγματα της κοινής πείρας, το γεγονός να αγνοείται από τους εναγόμενους. Πρέπει να επισημανθεί ότι, ενόψει όλων των παραπάνω παραλείψεων που υπήρχαν κατά τον χρόνο του επίδικου ατυχήματος, η Επιθεώρηση Εργασίας (....), μετά την έρευνα που πραγματοποίησε για τα αίτια και τις συνθήκες του παραπάνω εργατικού ατυχήματος, επέβαλε στην εργ...τρια Τράπεζα, για τις ανωτέρω παραλείψεις, πρόστιμο ποσού 50.000 ευρώ, με την αιτιολογία ότι το τραπεζικό κατάστημα δεν διέθετε πιστοποιητικά πυροπροστασίας (ήδη αναφέρθηκε), έξοδο κινδύνου, ότι οι εργαζόμενοι δεν είχαν εκπαιδευτεί σε θέματα πυρασφάλειας, πυρόσβεσης και εκκένωσης χώρων καθώς και ότι δεν πραγματοποιούσε ασκήσεις τακτικά για δοκιμή του σχεδίου διάσωσης και διαφυγής (την από ... πράξη επιβολής προστίμου, από τις Τεχνικές Επιθεωρήτριες Εργασίας Χ. Τ. και Α. Τ.). Η ανωτέρω αμελής συμπεριφορά των εναγομένων, η οποία συνίσταται στις ως άνω πολλαπλές παραλείψεις, όπως αναλυτικά εκτέθηκαν, είχε ως αποτέλεσμα να επέλθει ο θάνατος των τριών υπαλλήλων και οι σωματικές βλάβες των ανωτέρω (21) υπαλλήλων. Το πώς η κάθε μια από τις ανωτέρω παραλείψεις αποτέλεσε όρο στην επέλευση των ως άνω θανάτων και την πρόκληση των σωματικών βλαβών περιγράφηκε αναλυτικά ανωτέρω. Συνοπτικά δε, οι παραλείψεις, που αφ' ενός συνιστούν παραβάσεις συγκεκριμένων επιτακτικών κανόνων δικαίου, όπως ήδη αυτοί εκτέθηκαν, που προστατεύουν συγκεκριμένο συμφέρον του ζημιωθέντος, εν προκειμένω τη ζωή και τη σωματική ακεραιότητα των παθόντων, αφ' ετέρου συγκροτούν συμπεριφορά αντίθετη στο γενικότερο πνεύμα του δικαίου και στις επιταγές της έννομης τάξης και οι οποίες (παραλείψεις) συνδέονται αιτιωδώς με το επελθόν, επίδικο αποτέλεσμα είναι οι κατωτέρω 1) Η έλλειψη μελέτης πυροπροστασίας και η αντίστοιχη υλοποίησή της από την Τράπεζα, διότι εάν το ανωτέρω κατάστημα διέθετε εγκεκριμένη από την αρμόδια Πυροσβεστική Υπηρεσία μελέτη, στην οποία θα αναφερόταν όλα τα απαιτούμενα μέτρα πυρασφάλειας, που εξασφάλιζαν το κατάστημα σε περίπτωση πυρκαγιάς και ακολούθως λάμβανε τα μέτρα αυτά, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας και κατά την συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, θα αποτρεπόταν η επέλευση του ένδικου αποτελέσματος. 2) Η έλλειψη κατάλληλων εξόδων κινδύνου, μέσω των οποίων οι υπάλληλοι θα μπορούσαν να εξέλθουν με ασφάλεια από το κατάστημα και θα είχαν αποφευχθεί, με μεγάλη πιθανότητα, τα ανωτέρω αποτελέσματα, καθώς η φωτιά εξαπλώθηκε στο κτίριο μετά την πάροδο λίγων λεπτών, που σημαίνει ότι οι εργαζόμενοι και στο μικρό αυτό χρονικό διάστημα θα είχαν εξέλθει. Και αυτή η παράλειψη, κατά την κρίση του Δικαστηρίου συνιστά έναν από τους αναγκαίους όρους του αποτελέσματος και συνδέεται αιτιωδώς με την επέλευσή του. 3) Η μη τοποθέτηση υαλοπινάκων οι οποίοι θα ήταν άθραυστοι ακόμα και σε μεγάλης ισχύος κτυπήματα, όπως και η μη τοποθέτηση συμπαγών ρολών ασφαλείας ή έστω η τοποθέτηση πάνελ στην είσοδο του υποκαταστήματος, ήταν επίσης, αναγκαίοι όροι του επελθόντος αποτελέσματος, διότι τα ως άνω θα απέτρεπαν την εισέλευση εντός του καταστήματος των αυτοσχέδιων εκρηκτικών μηχανισμών και ως εκ τούτου, δεν θα είχε προκληθεί η πυρκαγιά και οι εξ αυτής συνέπειες, 4) Η έλλειψη κατάλληλης εκπαίδευσης, εκ μέρους της Τράπεζας προς τους υπαλλήλους της, σε θέματα ασφαλείας, πυροπροστασίας και εκκένωσης χώρων, συνέβαλε και αυτή στο επελθόν αποτέλεσμα, που σημαίνει ότι συνδέεται αιτιωδώς με αυτό, διότι αν οι υπάλληλοι είχαν λάβει την κατάλληλη εκπαίδευση για το πώς να κινηθούν γρήγορα και αποτελεσματικά, ώστε να εξέλθουν με ασφάλεια από το κτίριο, θα είχαν τη δυνατότητα, οργανωμένα, να αποχωρήσουν από το κτίριο. 5) Η απόφαση δε, για λειτουργία του ως άνω καταστήματος την ημέρα της προαναγγελθείσης μεγάλης πορείας και για την τήρηση του πλήρους ωραρίου εργασίας των υπαλλήλων, κατ' εντολή των υπευθύνων και παρά τις ειδοποιήσεις και την ανησυχία της Α. Κ., με δεδομένη την πιθανότητα, αν όχι βεβαιότητα, ότι επίκεινται σοβαρά επεισόδια, σε συνδυασμό με το γεγονός ότι το ίδιο κατάστημα είχε δεχθεί στο πρόσφατο παρελθόν βανδαλισμούς και επιθέσεις, ήταν, επίσης, συμπεριφορά των εναγομένων, η οποία συνδέεται αιτιωδώς με το επελθόν αποτέλεσμα, διότι αν το κατάστημα δεν είχε λειτουργήσει κατά την ανωτέρω ημέρα το κατάστημα ή έστω εάν οι υπάλληλοι είχαν αποχωρήσει από την εργασία τους, μόλις άρχισε η πορεία πριν την λήξη του ωραρίου τους, τα ανωτέρω αποτελέσματα με μεγάλη πιθανότητα θα είχαν αποφευχθεί. Ως εκ τούτου, όλες οι ως άνω πολλαπλές παραλείψεις, ξεχωριστά η κάθε μία, αλλά και ο συνδυασμός τους, ήταν ικανές, αντικειμενικά εξεταζόμενες, να επιφέρουν τους ένδικους θανάτους και σωματικές βλάβες, βρισκόταν σε πρόσφορη αιτιώδη συνάφεια με το αποτέλεσμα, κατά τα εκτεθέντα στη νομική σκέψη της παρούσας , υπό την έννοια ότι εάν αυτοί προέβαιναν στις ανωτέρω επιβεβλημένες ενέργειες, τις οποίες παρέλειψαν, μετά πιθανότητας που αγγίζει τα όρια της βεβαιότητας, το ανωτέρω αποτέλεσμα δεν θα είχε επέλθει, διότι είτε θα είχε αποφευχθεί εξαρχής ο εμπρησμός (στην περίπτωση πχ ύπαρξης ανθεκτικών υαλοπινάκων και ρολών) είτε θα είχαν αποφευχθεί οι θάνατοι και οι σωματικές βλάβες (στην περίπτωση των λοιπών παραλείψεών). Η επιμέλεια δε, των εναγομένων έπρεπε να είναι μεγαλύτερη διότι επρόκειτο για ένα κτίριο στο οποίο διεξήγοντο οικονομικές συναλλαγές με το κοινό, αποτελούμενο από πολλούς ορόφους (υπόγειο, ισόγειο, ημιώροφο, πρώτο όροφο, δεύτερο όροφο και πατάρι), σε κεντρικό σημείο της πόλης των……., που κατά το παρελθόν είχε γίνει στόχος επιθέσεων, κατά τη διάρκεια διαδηλώσεων και μάλιστα σε ώρες λειτουργίας του. Ειδικότερα, αποδείχθηκε ότι α) το έτος 2006 επιχειρήθηκε να θραυστεί ο αριστερός υαλοπίνακας του καταστήματος με τη χρήση ενός αγάλματος, β) τον Νοέμβριο του έτους 2007, οι υπάλληλοι του επίδικου καταστήματος δέχθηκαν εμπρηστική επίθεση κατά των ώρα εργασίας τους, όταν άγνωστα άτομα έσπασαν τα τζαμάκια της κεντρικής ξύλινης εισόδου και έριξαν στον προθάλαμο του καταστήματος εύφλεκτο υλικό, εκ του οποίου προκλήθηκε φωτιά, την οποία έσβησε η υπάλληλος Κ. Μ. γ) Στις 9.12.2008, ημέρα της κηδείας του Α. Γ., κατά τη διάρκεια λειτουργίας του καταστήματος, άγνωστοι έσπασαν την ξύλινη θύρα του καταστήματος και έριξαν γκαζάκια. δ) Επίσης και τον Δεκέμβριο του έτους 2009, στην επέτειο της απώλειας του Γ., άγνωστα άτομα, προσπάθησαν εκ νέου να πυρπολήσουν το κατάστημα. Η προσπάθεια αυτή απέτυχε λόγω του ότι είχαν τοποθετηθεί στην πρόσοψη του καταστήματος ξύλινα πάνελ. ε) Στις 12.3.2010, κατά τη διάρκεια διαδήλωσης στα πλαίσια 24ωρης απεργίας της ΓΣΕΕ και της ΑΔΕΔΥ, άγνωστοι έσπασαν του υαλοπίνακες στη δεξιά πλευρά του καταστήματος, ανοίγοντας μικρής διαμέτρου οπή, προκαλώντας αραχνοειδές ράγισμα. στ) Τέλος, λίγες ημέρες πριν το επίδικο ατύχημα, το Σάββατο 24.4.2010, κατά τη διάρκεια πορείας διαμαρτυρίας από πολιτικές οργανώσεις και φοιτητικούς συλλόγους, άγνωστοι έσπασαν τους υαλοπίνακες στην δεξιά πλευρά του καταστήματος (όλες οι ανωτέρω επιθέσεις, πέραν του ότι δεν υπήρξε συγκεκριμένη αμφισβήτηση εκ μέρους των εναγομένων, προκύπτουν και από την κατάθεση της μάρτυρος των εναγόντων ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, καθώς και των υπαλλήλων Κ. Μ., της υπαλλήλου Μ. Κ. στο ποινικό Δικαστήριο, καθώς από την έκθεση ειδικού ελέγχου του επίδικου ατυχήματος από την Διεύθυνση Εσωτερικού Ελέγχου της Τράπεζας). Οι επιθέσεις δε αυτές, όπως περιγράφηκαν ήταν σφοδρές και επικίνδυνες και ο ισχυρισμός των εναγομένων ότι είχαν συμβολικό χαρακτήρα είναι αβάσιμος. Όπως ήδη ανωτέρω, η ένδικη πυρκαγιά προκλήθηκε μετά από εκτόξευση αυτοσχέδιων, από άγνωστους δράστες, εμπρηστικών μηχανισμών, οι οποίοι ερρίφθησαν στο κατάστημα της τράπεζας, μετά τη θραύση των υαλοπινάκων της επί της…….., προσόψεως του υποκαταστήματος. Το γεγονός όμως αυτό δεν αίρει την ευθύνη των εναγομένων, διότι, για το επελθόν αποτέλεσμα, στη συγκεκριμένη περίπτωση υπάρχει παράλληλη ευθύνη, περισσοτέρων προσώπων, μεταξύ των οποίων οι εμπρηστές και οι εναγόμενοι, ευθυνόμενοι αυτοτελώς το καθένα, για την αποκατάσταση της ζημίας, κατά τα εκτεθέντα στη μείζονα σκέψη της παρούσας. Η πρόκληση δε, του θανάτου και των σωματικών βλαβών των παθόντων στην παρούσα δίκη προήλθε από πράξεις (εμπρηστές) και παραλείψεις (εναγομένων) περισσότερων προσώπων, οι οποίες, όμως, σύμφωνα με όσα αποδείχθηκαν, αποτέλεσαν, όλες, δυνατούς αιτιώδεις όρους στην επαγωγή της ζημίας και στην περίπτωση αυτή συντρέχει περίπτωση εφαρμογής του άρθρου 926 ΑΚ, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στη νομική σκέψη IV της παρούσας. Επομένως, θεμελιώνεται εις ολόκληρον ευθύνη των περισσοτέρων προσώπων, δηλαδή δημιουργείται παθητική εις ολόκληρο ενοχή κατά την έννοια του άρθρου 481 ΑΚ, εφ' όσον εάν είχαν ληφθεί τα αναγκαία μέτρα, η πυρκαγιά είτε δεν θα προκαλείτο (στην περίπτωση τοποθέτησης συμπαγών ρολών και ανθεκτικών υαλοπινάκων, μη λειτουργία του καταστήματος) είτε δεν θα επέφερε τα ένδικα αποτελέσματα (στις λοιπές παραλείψεις) όπως ήδη αναφέρθηκε λεπτομερώς ανωτέρω, δεδομένου μάλιστα ότι οι κανονισμοί πυροπροστασίας, ακριβώς αυτό το στόχο έχουν, δηλαδή την αποτροπή των δυσμενεστέρων αποτελεσμάτων (βλ. και το ....2.17.9.2010 έγγραφο του Αρχηγείου του Πυροσβεστικού Σώματος). Επομένως, ο ισχυρισμός των εναγομένων ότι δεν υφίσταται αιτιώδης συνάφεια μεταξύ των παραλείψεών τους και του ζημιογόνου αποτελέσματος είναι ουσιαστικά αβάσιμος. Περαιτέρω, δεν αποδείχθηκε ότι υπήρξε διακοπή αιτιώδους συνδέσμου, μεταξύ των παραλείψεων των εναγομένων και του αποτελέσματος, από την παρεμβολή τυχόν αμελούς συμπεριφοράς άλλων προσώπων (όπως για παράδειγμα έλλειψη ενημέρωσης από την Ελληνική Αστυνομία), εφ' όσον δεν αποδείχθηκε η παρεμβολή άλλων, μεταγενεστέρων, όλως εξαιρετικών και απρόβλεπτων γεγονότων, ιδίως δε, ενεργειών τρίτων προσώπων, οι οποίες να διέκοψαν τον αιτιώδη σύνδεσμο, σύμφωνα με τα εκτεθέντα στη νομική σκέψη της παρούσας , μεταξύ της συμπεριφοράς των εναγομένων και του επελθόντος αποτελέσματος. Επομένως, ο ισχυρισμός των εναγομένων περί διακοπής του αιτιώδους συνδέσμου είναι ουσιαστικά αβάσιμος. Άλλωστε, σύμφωνα με τα εκτεθέντα στη μείζονα σκέψη της παρούσας, για τη θεμελίωση αιτιώδους συνδέσμου, αρκεί η σχετική παράλειψη να ήταν ένας μόνο από τους περισσότερους όρους παραγωγής του εγκληματικού αποτελέσματος, χωρίς τον οποίο το αποτέλεσμα αυτό δεν θα επερχόταν, αδιάφορα αν συνέβαλαν σ' αυτό και άλλοι όροι άμεσα ή έμμεσα και εν προκειμένω, οι παραλείψεις των εναγομένων πράγματι, σύμφωνα με όσα αποδείχθηκαν, ήταν όροι παραγωγής του ένδικου αποτελέσματος. Ως προς την ένσταση συνυπαιτιότητας των παθόντων, την οποία προέβαλαν οι εναγόμενοι πρέπει να λεχθούν τα ακόλουθα: Οι παθόντες είχαν εμφανιστεί, εκείνη την ημέρα κανονικά στην εργασία τους, επιδεικνύοντας συνέπεια στο επαγγελματικό τους καθήκον και εκτελώντας τις εντολές των προϊσταμένων τους, να προσέλθουν και να εργαστούν κανονικά, παρά το γεγονός ότι ήταν γνωστό σε αυτούς ότι επίκειτο διαδήλωση στο κέντρο της ……..και με γνωστές τις ενδεχόμενες συνέπειες αυτής. Εργαζόμενοι λοιπόν κανονικά, ήδη όμως ανησυχώντας για την εξέλιξη των γεγονότων, όπως προκύπτει και από τις επανειλημμένες επικοινωνίας της Α. Κ. με τους υπευθύνους της τράπεζας (..), βλέπουν, αιφνιδίως να γίνεται θραύση των υαλοπινάκων του καταστήματος, να ρίπτονται, εντός του χώρου που εργάζονταν, οι εμπρηστικοί μηχανισμοί και ακολούθως, βρίσκονται εντός μιας σφοδρής πυρκαγιάς, σε έναν περίκλειστο χώρο, κατακλεισμένο από πυκνούς καπνούς, κατάσταση την οποία δεν είχαν κανένα μέσο να αντιμετωπίσουν και, παράλληλα, δεν διέθεταν κανέναν τρόπο διαφυγής. Επιδόθηκαν λοιπόν σε υπεράνθρωπες προσπάθειες, όπως αυτές περιγράφηκαν ανωτέρω, επιδιώκοντας, εν μέσω καπνού και φωτιάς, αρχικά να σβήσουν ή να περιορίσουν την πυρκαγιά, στη συνέχεια δε και αφού η κατάσβεση ήταν αδύνατη, να διασωθούν. Για τους θανόντες δεν κατέστη δυνατόν να διαφύγουν, λόγω των πολλαπλών παραλείψεων των εναγομένων (έλλειψη εξόδου κινδύνου, κλειδωμένη θύρα προς την ταράτσα, αδυναμία εξόδου από την κεντρική θύρα), όπως αυτές έχουν ήδη περιγραφεί να διαφύγουν και βρήκαν έτσι τραγικό θάνατο. Εκείνοι δε, από τους συναδέλφους τους που σώθηκαν, μεταξύ των οποίων οι ενάγοντες παθόντες, το κατάφεραν με ενέργειες που υπερέβαιναν τις δυνάμεις, όχι μόνο του μέσου ανθρώπου, αλλά και του πιο δυνατού σωματικά και του πιο σθεναρού ψυχικά, καθώς και με τις προσπάθειές τους αυτές κινδύνευσε επίσης η ζωή τους. Επομένως, οι παθόντες δεν συνέβαλαν καθ' οιονδήποτε τρόπο στην επέλευση του θανάτου και του τραυματισμού τους αντίστοιχα. Το γεγονός δε, ότι προσήλθαν στην εργασία τους, ενώ θα μπορούσαν να μην πάνε ή να φύγουν νωρίτερα με δική τους πρωτοβουλία, όπως ισχυρίζονται οι εναγόμενοι δεν μπορεί να στοιχειοθετήσει καμιάς μορφής και βαθμού πταίσμα τους. Επί πλέον, ως προς την Α. Κ., η οποία εκτελούσε καθήκοντα υποδιευθύντριας εκείνη την ημέρα, δεν αποδείχθηκε ότι προέβη σε οιαδήποτε ενέργεια η οποία συνέβαλε στην πρόκληση της σωματικής βλάβης που υπέστη. Αντίθετα, αποδείχθηκε ότι έπραξε ό,τι ήταν δυνατόν, με την ως άνω ιδιότητά της, ώστε να αποφευχθούν οι ένδικες τραγικές συνέπειες, με τις συνεχείς επικοινωνίες της με τους υπευθύνους της τράπεζας για λήψη εκτάκτων μέτρων, λόγω του κινδύνου που διέβλεπε, οι οποίοι όμως κώφευαν. Ακόμα και τις τελευταίες στιγμές, προσπαθούσε να πείσει τους υπευθύνους της τράπεζας να αποχωρήσουν οι υπάλληλοι πριν τη λήξη του ωραρίου, που και μόνο αυτό το γεγονός θα είχε αποτρέψει το ένδικο αποτέλεσμα, με δεδομένο ότι η επίθεση έλαβε χώρα 13.45 (τα χρονικά σημεία της επικοινωνίας της με τους αρμοδίους αναφέρονται λεπτομερώς ανωτέρω). Και πάλι όμως οι υπεύθυνοι αδιαφόρησαν για την ασφάλεια των υπαλλήλων τους, παρά την υποχρέωσή τους, εν όψει των ελλείψεων, να φροντίσουν να διακοπεί άμεσα η εργασία. Η Α. Κ., όμως, παρ' ότι έβλεπε τον κίνδυνο να πλησιάζει, φρόντισε πρώτα να ασφαλίσει την περιουσία της τράπεζας, πριν από οποιαδήποτε άλλη ενέργειά της. Δεν μπορεί δε, να της καταλογιστεί ως πταίσμα, το γεγονός ότι δεν εγκατέλειψε αυτοβούλως το χώρο εργασίας της. Επομένως, η ένσταση συνυπαιτιότητας των παθόντων που προέβαλαν οι εναγόμενοι, πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη..... Σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν.., για την ένδικη αδικοπραξία ευθύνεται το νομικό πρόσωπο της τράπεζας, αλλά ταυτόχρονα ευθύνονται εις ολόκληρον και οι εναγόμενοι ως μέλη του ΔΣ για την αδικοπρακτική ευθύνη του νομικού προσώπου, χωρίς να απαιτείται εξειδίκευση των επί μέρους αρμοδιοτήτων και η προσωπική στάση κάθε μέλους διοίκησης για τη θεμελίωση υποχρέωσης προς αποζημίωση του βλαβέντος από την αδικοπραξία. Το γεγονός δε, ότι για τις ένδικες πράξεις παραπέμφθηκε σε ποινική δίκη μόνο ο Κ. Β. δεν αναιρεί την ευθύνη των λοιπών εναγομένων, εφ' όσον είναι διαφορετική η ποινική από την αστική ευθύνη και κατά την κρίση του παρόντος Δικαστηρίου, όπως αναφέρθηκε, ευθύνονται όλα τα εναγόμενα φυσικά πρόσωπα, εις ολόκληρον με το νομικό πρόσωπο της τράπεζας. Ακολούθως, εφ' όσον, εν προκειμένω, ενάγονται περισσότεροι εις ολόκληρον ευθυνόμενοι, δεν μπορούν αυτοί να αντιδικούν μεταξύ τους, ούτε ως προς την ύπαρξη, ούτε ως προς την έκταση της ευθύνης τους, οπότε δεν απαιτείται να προσδιορίζει το Δικαστήριο με την απόφασή του το βαθμό συμμετοχής τους και το ποσοστό ευθύνης του καθ' ενός και, αντίστοιχα, οι εναγόμενοι δεν μπορούν να ζητήσουν από το δικαστήριο να τους προσδιορίσει με την απόφασή του, το βαθμό συμμετοχής τους στην αδικοπραξία, διότι η παθητική εις ολόκληρον ενοχή στηρίζεται στο νόμο και οι περισσότεροι οφειλέτες ευθύνονται σε εκπλήρωση της ίδιας παροχής. Επομένως, ο ισχυρισμός των εναγομένων ότι έπρεπε αφ' ενός να αναφέρεται στην αγωγή και αφ' ετέρου να προσδιορίζεται από το Δικαστήριο ο βαθμός συμμετοχής τους είναι αβάσιμος. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι, στην ανωτέρω Τράπεζα στα πλαίσια του καταμερισμού αρμοδιοτήτων, σύμφωνα με το άρθρο 26 του καταστατικού αυτής, είχε ορισθεί ως αρμόδια για την τήρηση των μέτρων ασφαλείας στους χώρους εργασίας η Διεύθυνση Ασφαλείας και προστασίας της Τράπεζας, η οποία υπαγόταν στο Διευρυμένο Τομέα ... αυτής. Το γεγονός όμως αυτό δεν αίρει την ευθύνη των εναγομένων μελών του ΔΣ, δεδομένου ότι αυτοί είχαν, ο καθένας ξεχωριστά, τη βασική και ευθεία υποχρέωση λήψης και τήρησης όλων των προστατευτικών μέτρων για την ασφάλεια της ζωής και της υγείας των εργαζομένων στην ανωτέρω Τράπεζα, καθώς επίσης είχαν και την υποχρέωση να εποπτεύουν και να ελέγχουν τα υποκατάστατα όργανα, εφ' όσον με οποιαδήποτε επί μέρους ανάθεση, τα μέλη του ΔΣ δεν αποξενώνονται από την άσκηση των καθηκόντων. Η μεταβίβαση, δε, των αρμοδιοτήτων του ΔΣ είτε σε τρίτο πρόσωπο είτε σε ένα μέλος του δεν αναιρεί την υποχρέωση συλλογικής λειτουργίας του (ΔΣ), το οποίο εξακολουθεί να είναι το βασικό διαχειριστικό και εκπροσωπευτικό όργανο της τράπεζας, που πρέπει να εποπτεύει και να καθοδηγεί τα υποκατάστατα αυτού όργανα, καθώς και να ενημερώνεται για την πορεία των υποθέσεων που έχουν αναλάβει αυτά, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στη νομική σκέψη της παρούσας. Πλην, όμως, έστω και αν οι αρμόδιοι της ως άνω Διεύθυνσης επέδειξαν αμελή συμπεριφορά, ήταν εκείνοι (εναγόμενοι) οι οποίοι, ενώ είχαν ιδιαίτερη νομική υποχρέωση προς τούτο, από έλλειψη προσοχής, την όποια όφειλαν και από τις περιστάσεις μπορούσαν να καταβάλουν, ως μέσοι συνετοί άνθρωποι, λαμβάνοντας υπόψη τους προαναφερθέντες νομικούς κανόνες, τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής και με δεδομένη την γνώση και την επαγγελματική τους εμπειρία, παρέλειψαν να προβούν στις αναγκαίες πράξεις ώστε να ληφθούν τα αναγκαία μέτρα ασφάλειας, με αποτέλεσμα το θάνατο και τον τραυματισμό των ανωτέρω υπαλλήλων του υποκαταστήματος, το οποίο (αποτέλεσμα) δεν πρόβλεψαν και το οποίο θα αποφεύγονταν εάν τα μέτρα είχαν ληφθεί. Άλλωστε, και στην περίπτωση που το ένδικο ατύχημα οφείλεται σε αμέλεια του τεχνικού ασφαλείας της τράπεζας Π. Σ., του Διευθυντή ασφαλείας Ι. Κ. και του προϊσταμένου της Διεύθυνσης ασφαλείας, Α. Κ., οι εναγόμενοι, ευθύνονται και ως προστήσαντες, αντικειμενικά [εν προκειμένω υφίσταται σχέση πρόστησης, εφ' όσον υπήρχε εξάρτηση, ανάμεσα στον προστήσαντα (εναγόμενους) και στους προστηθέντες], για τις ενέργειες των προστηθέντων τους, εφ' όσον είχαν την υποχρέωση, αφ' ενός να φροντίσουν ώστε να επιλέξουν κατάλληλα πρόσωπα, αφ' ετέρου δε, να εποπτεύουν αυτά, να τα ελέγχουν και να δίνουν τις απαιτούμενες εντολές. Επομένως, ο ισχυρισμός των εναγομένων ότι δεν ευθύνονται διότι την ευθύνη για το ένδικο ατύχημα φέρουν οι υπεύθυνοι της ως άνω Διεύθυνσης, είναι αβάσιμος. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι μεταξύ της εναγομένης τράπεζας και της εταιρείας "... της οποίας Διευθύνων Σύμβουλος ήταν ο Ε. Β., στις 31.12.2008, καταρτίστηκε σύμβαση παροχής υπηρεσιών, δυνάμει της οποίας η τελευταία είχε αναλάβει την υποχρέωση παροχής σε αυτήν (τράπεζα), και κυρίως στους εργαζόμενους αυτής, Υπηρεσιών Τεχνικού Ασφαλείας και Ιατρού Εργασίας, όπως αυτές προβλέπονται από τις διατάξεις του Ν.1568/1985 και των Προεδρικών Διαταγμάτων 294/1988, 17/1996, 85/1999 και 159/1999. Συγκεκριμένα η ως άνω εταιρεία ήταν αρμόδια να υποδεικνύει τα ενδεδειγμένα μέτρα ασφαλείας, να ενημερώνει την τράπεζα για υφιστάμενους κινδύνους, καθώς και να ελέγχει τα μέτρα ασφαλείας και να επιβλέπει την τήρησή τους. Το γεγονός όμως της ανάθεσης των προαναφερομένων υποχρεώσεων από την τράπεζα στην ως άνω εταιρεία, δεν αίρει την ευθύνη των εναγομένων, διότι, σύμφωνα με το άρθρο 7 παρ. 1 του εν λόγω ΠΔ 17/1996 ο εργάτης υποχρεούται να εξασφαλίζει την ασφάλεια και την υγεία των εργαζομένων ως προς όλες τις πτυχές της εργασίας, και να λαμβάνει μέτρα που να εξασφαλίζουν την υγεία και ασφάλεια των τρίτων, οπότε οι εναγόμενοι ευθύνονται α) αφ' ενός βάσει των διατάξεων περί πρόστησης, η οποία υφίσταται εν προκειμένω, εφ' όσον υπήρχε εξάρτηση, ανάμεσα στον προστήσαντα (εναγόμενους) και στον προστηθέντα (τεχνική εταιρεία), διότι οι εναγόμενοι μπορούσαν και όφειλαν να ελέγχουν, να εποπτεύουν και να δίνουν εντολές στην ως άνω εταιρεία και επί πλέον, είχαν την ευθύνη να επιλέξουν τα κατάλληλα πρόσωπα (νομικά ή φυσικά), ώστε να εξασφαλιστεί η λήψη των κατάλληλων μέτρων ασφαλείας και, ακολούθως, είχαν την υποχρέωση να ελέγχουν την προσήκουσα εκτέλεση της σύμβασης από αυτά και β) αφ' ετέρου, με την ανάθεση αρμοδιοτήτων σε υποκατάστατο όργανο (τρίτο πρόσωπο εν προκειμένω), το ΔΣ, το οποίο μεταβιβάζει επί μέρους εξουσίες του, σε καμία περίπτωση δε σημαίνει ότι αυτό (ΔΣ) απαλλάσσεται από την ευθύνη του, διότι το ΔΣ της εταιρίας, λαμβάνοντας απόφαση για μεταβίβαση των αρμοδιοτήτων σε τρίτα πρόσωπα, αυτόματα, έχει και την ευθύνη αυτής της υποκατάστασης, όπως άλλωστε συμβαίνει με κάθε απόφαση του. Άλλωστε, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν, με την ανάθεση αρμοδιοτήτων στα υποκατάστατα όργανα, το ΔΣ δεν στερείται του δικαιώματος να ασκεί και αυτό διοίκηση, ενώ ουδόλως απαλλάσσεται από την υποχρέωση να ενημερώνεται από αυτά σχετικά, να τα εποπτεύει και να τα καθοδηγεί, εφ' όσον το ΔΣ εξακολουθεί να είναι το βασικό διαχειριστικό και εκπροσωπευτικό όργανο του νομικού προσώπου και εκείνα (υποκατάστατα όργανα) είναι ιεραρχικώς κατώτερα και είναι υποχρεωμένα να υπακούουν στις εντολές και υποδείξεις του. Έτσι, οι εναγόμενοι ως μέλη του ΔΣ όφειλαν να ελέγχουν τις ενέργειες της ως άνω εταιρείας. Σύμφωνα με όσα αποδείχθηκαν, σε συνδυασμό με όσα εκτέθηκαν στις νομικές σκέψεις της παρούσας, προέκυψε Α) οι εναγόμενοι νομιμοποιούνται παθητικά, η μεν τράπεζα, ως εργάτρια και νομικό πρόσωπο (ανώνυμη εταιρεία) για τις πράξεις των διοικούντων αυτή οργάνων, τα δε μέλη του ΔΣ της τράπεζας, ως διοικούντα αυτήν πρόσωπα, εφ' όσον αυτά ενσαρκώνουν τη βούλησή της, Β) τα εναγόμενα μέλη του ΔΣ επέδειξαν αμελή συμπεριφορά (ίδιον πταίσμα), παραβαίνοντας τους επιτακτικούς κανόνες δικαίου που αναφέρθηκαν ανωτέρω, καθώς και το γενικότερο καθήκον πρόνοιας για την ασφάλεια των εργαζομένων (άρθρο 662 ΑΚ), Γ) η συμπεριφορά τους είχε ως αποτέλεσμα το θάνατο και τη σωματική βλάβη των προαναφερθέντων εργαζομένων και Δ) Η συμπεριφορά τους αυτή συνδέεται αιτιωδώς με το επελθόν αποτέλεσμα, εφ' όσον αυτή (συμπεριφορά) ήταν ικανή κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων και τις συγκεκριμένες περιστάσεις, να επιφέρει το ζημιογόνο αποτέλεσμα, το οποίο και πράγματι επέφερε, εάν δε, είχαν δείξει την προσήκουσα επιμέλεια, το ένδικο ζημιογόνο αποτέλεσμα θα είχε αποφευχθεί. Επομένως, συντρέχουν όλες οι προϋποθέσεις για την ευθύνη τους από αδικοπραξία. Κατά την κρίση του Δικαστηρίου, η συμπεριφορά των εναγομένων συνιστά βαριά αμέλεια, εφ' όσον με αυτήν (συμπεριφορά) υπήρξε σημαντική παρέκκλιση από τη συμπεριφορά του μέσου συνετού ανθρώπου του ιδίου συναλλακτικού κύκλου. Ο βαθμός αμέλειας των εναγομένων επιτείνεται διότι α) γνώριζαν τις ελλείψεις ως προς τα μέτρα ασφάλειας της ζωής και υγείας των εργαζομένων, β) κατά τον επίδικο χρόνο (ο ίδιος ο Κ. Β. το παραδέχεται, ενώπιον του ποινικού Δικαστηρίου), ήταν μια εποχή κρίσιμη για το τραπεζικό σύστημα και τα τραπεζικά καταστήματα και μάλιστα αυτά που ήταν στο κέντρο των ……ήταν στόχος εμπρηστικών επιθέσεων, γ) εκείνη την περίοδο λάμβαναν χώρα, πολυπληθείς διαδηλώσεις στο κέντρο της……., στα πλαίσια των οποίων γίνονταν πολλές επιθέσεις και αυτό ήταν γνωστό στο μέσο πολίτη, δ) ήταν σε γνώση τους ότι το ίδιο το κατάστημα είχε γίνει, κατά τις ώρες λειτουργίας του, στόχος επιθέσεων και μάλιστα εμπρηστικών, καθώς και βανδαλισμών σε προγενέστερο χρόνο, κατά την διάρκεια διαδηλώσεων στο κέντρο των……., γεγονότα τα οποία είχαν καταγραφεί προηγουμένως από τη Διεύθυνση Ασφαλείας της Τράπεζας, ε) συχνά η Ά. Β., μετά από κάθε επίθεση, αφού υπέβαλλε μηνύσεις κατά αγνώστων, υπενθύμιζε στους ανωτέρους της τις ελλείψεις του καταστήματος, ως προς την ασφάλεια των εργαζομένων, επισημαίνοντας την έλλειψη εξόδου κινδύνου και ρολών, καθώς και την έλλειψη σχετικής εκπαίδευσης των υπαλλήλων, στ) ήταν σε γνώση τους ότι επίκειτο στις ... μεγάλη διαδήλωση στο κέντρο της……, ζ) είχε γίνει επισήμανση σε αυτούς από την Α. Κ. ότι διέτρεχαν μεγάλο κίνδυνο λόγω αυτής της διαδήλωσης και μάλιστα έως και την ύστατη στιγμή, που εκείνη εναγωνίως προσπαθούσε να τους πείσει να λάβουν μέτρα, υπήρξε πλήρης αδιαφορία, η) η απειλή, η έκρηξη βόμβας, ο εμπρησμός, η πυρκαγιά και η τρομοκρατική ενέργεια ήταν από τους κινδύνους που είχαν προβλεφθεί στα εγχειρίδια της Τράπεζας (βλ. εγχειρίδιο ασφαλείας προσωπικού πελατείας, εγχειρίδιο διαχείρισης κρίσεων, επιχειρησιακής, συνέχειας, ανάκαμψης από καταστροφή, εγχειρίδιο διαχείρισης λειτουργικού κινδύνου, της Τράπεζας) και παρ' όλα αυτά δεν φρόντισαν για τη λήψη αντίστοιχων μέτρων, θ) η Τράπεζα για την αντιμετώπιση των κινδύνων αυτών είχε συστήσει επιτροπή διαχείρισης κρίσεων της οποίας δια της ιδιότητος του ως Διευθύνων Σύμβουλος της Τράπεζας επί κεφαλής της οποίας ήταν ο δεύτερος εναγόμενος (βλ. σελ. 5 εγχειρίδιου διαχείρισης κρίσεων, επιχειρησιακής συνέχειας και ανάκαμψης από καταστροφή), η οποία επίσης, δεν λειτούργησε ως όφειλε και ι) το μορφωτικό επίπεδο των εναγομένων φυσικών προσώπων και η συναλλακτική και επαγγελματική τους εμπειρία ήταν υψηλού επιπέδου και με δεδομένα τα ανωτέρω, είχαν υποκειμενικά μεν, την ικανότητα να προβλέψουν το αποτέλεσμα, αντικειμενικά δε, τη δυνατότητα να το αποτρέψουν, εάν επεδείκνυαν στη στοιχειώδη επιμέλεια. Πρέπει να επισημανθεί, επίσης, ότι, μετά την ανάληψη των καθηκόντων του Κ. Β., Διευθύνοντος Συμβούλου της Τράπεζας, την ... του έτους 2008, όταν αυτός επισκέφθηκε το επίδικο κατάστημα, προκειμένου να γνωρίσει τους εργαζόμενους και το χώρο του καταστήματος, δεν φρόντισε να ενημερωθεί για θέματα ασφαλείας του κτιρίου, παρά το γεγονός ότι εκ της εποπτεύουσας και διευθυντικής θέσεως του, με αφορμή την επίσκεψη του αυτή, όφειλε και μπορούσε να διαπιστώσει ο ίδιος στους χώρους εργασίας του καταστήματος τις υπάρχουσες ελλείψεις...". Με βάση αυτές τις παραδοχές το Εφετείο δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσίαν την προαναφερθείσα έφεση του εναγομένου- εκκαλούντος και ήδη αναιρεσείοντος καθώς και τις εφέσεις των λοιπών εναγομένων - εκκαλούντων κατά της απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, με την οποία είχαν γίνει εν μέρει δεκτές κατ' ουσίαν οι προαναφερθείσες στην αρχή της παρούσας αγωγές των εναγόντων - εφεσιβλήτων και ήδη αναιρεσιβλήτων, με τις οποίες επιδικάσθηκαν σε αυτούς τα αναφερόμενα χρηματικά ποσά, ως χρηματική ικανοποίηση για την ψυχική οδύνη από το θάνατο και την ηθική βλάβη από τις σωματικές βλάβες που υπέστησαν εξ αιτίας παραλείψεων των αρμοδίων οργάνων της εργάτριας Τράπεζας και τώρα μη διαδίκου. Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 18 και 22 του ν.2190/1920 και 71, 65, 67, 68, 914, 922, 923, 482 επ. ΑΚ, καθ' όσον τα ανελέγκτως επί της ουσίας δεκτά γενόμενα, ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, πληρούν μεν, το πραγματικό των νομικών εννοιών της παράνομης συμπεριφοράς της Τράπεζας, ως εργάτριας και προστήσασας, και της υπαιτιότητας αυτής υπό τη μορφή της αμέλειας, ως προς την παράλειψή της να λάβει τα προαναφερόμενα μέτρα επιμέλειας, πρόνοιας και ασφαλείας, τα οποία επιβάλλονταν σε αυτή αφενός μεν από τις προαναφερθείσες νομικές διατάξεις αλλά και από την απορρέουσα εκ της θεμελιώδους δικαιϊκής αρχής της συνεπούς συμπεριφοράς υποχρέωσή της για την αποφυγή πρόκλησης βλάβης στα έννομα αγαθά της ζωής και της σωματικής ακεραιότητας των υπαλλήλων της, συνδέονται δε αιτιωδώς με την επέλευση του ως άνω ζημιογόνου αποτελέσματος, αφού η εν λόγω αμελής συμπεριφορά της Τράπεζας, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ήταν πράγματι πρόσφορη να προκαλέσει το ζημιογόνο αυτό αποτέλεσμα, το οποίο και (κατά τις ανέλεγκτες παραδοχές της) προκάλεσε στη συγκεκριμένη περίπτωση, και ως εκ τούτου, δικαιολογούσαν την παραδοχή της ένδικης αγωγής, πλην, όμως, δεν στοιχειοθετούν την προσωπική ευθύνη του αναιρεσείοντος, εκτελεστικού μέλους του ΔΣ αυτής - Τράπεζας. Και τούτο, ειδικότερα, διότι κατά τις ανέλεγκτες παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, το Εφετείο καταλόγισε στον αναιρεσείοντα με την ιδιότητα του εκτελεστικού μέλους του ΔΣ με δυνατότητα υπογραφής μέχρι του ποσού των 1.000.000 ευρώ και Αναπληρωτή Διευθύνοντα Σύμβουλο, ως υποκατάστατο αυτού όργανο της Τράπεζας, την παράλειψη υποχρεώσεων, οι οποίες είχαν ή μπορούσαν να έχουν ανατεθεί νόμιμα (σύμφωνα με το καταστατικό ή με επιμέρους αποφάσεις του ΔΣ) σε υφιστάμενους υποκατάστατους ή προστηθέντες υπαλλήλους ή τρίτους, χωρίς να διαλάβει παραδοχή περί του ότι το άνω εκτελεστικό μέλος, βαρύνεται με πταίσμα ως προς την επιλογή ή την εποπτεία των προσώπων αυτών , άνευ του οποίου δεν μπορεί να θεμελιωθεί ατομική του ευθύνη και επιπλέον δεν διευκρίνισε ποιες από τις παραλείψεις που κατέγνωσε αντιστοιχούν σε υποχρεώσεις, οι οποίες δεν είχαν ανατεθεί σε κανένα υφιστάμενο πρόσωπο, έτσι ώστε να διατηρηθούν οι υποχρεώσεις των εκτελεστικών μελών του ΔΣ και ποίου συγκεκριμένα κατά περίπτωση. Ειδικότερα, ενώ δέχεται α) ότι στην Τράπεζα, στα πλαίσια καταμερισμού αρμοδιοτήτων, σύμφωνα με το άρθρο 26 του καταστατικού αυτής, είχε ορισθεί ως αρμόδια για την τήρηση των μέτρων ασφαλείας στους χώρους εργασίας η Διεύθυνση Ασφαλείας και προστασίας της Τράπεζας, η οποία υπαγόταν στο Διευρυμένο Τομέα ... αυτής.. , β) ότι δυνάμει σύμβασης καταρτισθείσης μεταξύ της Τράπεζας και της εταιρείας "..." καταρτίσθηκε σύμβαση παροχής υπηρεσιών στην Τράπεζα και στους εργαζόμενους αυτής, Υπηρεσιών Τεχνικού Ασφαλείας και Ιατρού Εργασίας,.., δεν έχει παραδοχές (ελλιπείς αιτιολογίες) ότι το ως άνω εκτελεστικό μέλος βαρύνεται με πταίσμα ως προς την επιλογή ή την εποπτεία αυτών. Επιπλέον, ενώ δέχεται σύμφωνα με τις ανέλεγκτες παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, τις καταγνωσθείσες παραλείψεις ήτοι α) την έλλειψη στην πρόσοψη του ισογείου καταστήματος είτε ενισχυμένων "αντιβανδαλικών" υαλοπινάκων είτε ρολών ασφαλείας, β) την παράλειψη να δοθεί εντολή κατά την ... για έγκαιρη αποχώρηση των υπαλλήλων πριν την έναρξη πορείας και γ) την έλλειψη σχεδίου εκκένωσης των χώρων σε περίπτωση πυρκαγιάς και εκπαίδευσης του προσωπικού ως προς την εφαρμογή του σχεδίου, δεν έχει παραδοχές ότι οι εν λόγω υποχρεώσεις δεν είχαν ανατεθεί σε υφιστάμενα πρόσωπα και σε αρνητική περίπτωση, την κατάφαση της ευθύνης του αναιρεσείοντος, η οποία συνδέεται αιτιωδώς με το επελθόν αποτέλεσμα, το οποίο και πράγματι επέφερε, ήτοι το θάνατο των: Π. Ζ. και Ε. Τ. και τον τραυματισμό των: Α. Π., Α. Κ., Ε. Α., Φ. Π. και Α. Τ.. Ούτω το Εφετείο, υπό τις προεκτεθείσες ως άνω παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, καθ' όσον με ελλιπείς και αντιφατικές αιτιολογίες από την άποψη του αιτιώδους συνδέσμου ως προς την κατάφαση της ευθύνης του αναιρεσείοντος, δέχεται την ευθύνη αυτού ως προς τις προαναφερθείσες παραλείψεις παρ' ότι δέχεται ότι προϊστάμενος της Διεύθυνσης Ασφαλείας ήταν ο Α. Κ., Διευθυντής Ασφαλείας ο Ι.. Κ. και τεχνικός ασφαλείας ο Π.. Σ., στους οποίους η Τράπεζα είχε εκχωρήσει τις προαναφερθείσες αρμοδιότητες. Επομένως, ο πρώτος λόγος της αιτήσεως, με τον οποίο επισημαίνεται η παραβίαση αυτή και προσάπτονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι αναιρετικές πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 ΚΠολΔ, είναι βάσιμος. Κατ' ακολουθία, πρέπει να γίνει δεκτή η υπό κρίση αίτηση, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά παραδοχή των ως άνω λόγων αναίρεσης, παρελκούσης λόγω της αναιρετικής τους εμβέλειας της έρευνας του δευτέρου λόγου κατά το πρώτο σκέλος του από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, του δευτέρου λόγου κατά το δεύτερο σκέλος του και του τρίτου λόγου από τον αριθμό 11γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ καθώς και του τετάρτου λόγου από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ο οποίος αφορά τον καθορισμό της οφειλόμενης εκ του άρθρου 932 εύλογης αποζημιώσεως κατά παράβαση της αρχής της αναλογικότητας που επιβάλλει το άρθρο 25 του Συντάγματος και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο Δικαστήριο, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση και του οποίου είναι δυνατή η συγκρότηση από άλλο Δικαστή, εκτός από εκείνον που την είχε δικάσει προηγουμένως (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ). Τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, που κατέθεσε προτάσεις, πρέπει να επιβληθούν σε βάρος των αναιρεσιβλήτων λόγω της ήττας τους (άρθρα 176 ,183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί την υπ' αριθμ. 3853/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείο Αθηνών. Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή, εκτός εκείνου που εξέδωσε την αναιρουμένη απόφαση. Και Καταδικάζει τους αναιρεσίβλητους στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων τριακοσίων (2.300) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 6 Δεκεμβρίου 2022. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 12 Οκτωβρίου 2023. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ