ΑΡΙΘΜΟΣ 300/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Ζαΐρη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Αδαμόπουλο - Εισηγητή, Ειρήνη Κιουρκτσόγλου-Πετρουλάκη, Μαρία Βασιλάκη και Μαρία Γαλάνη-Λεοναρδοπούλου, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 22 Ιανουαρίου 2013, με την παρουσία του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ευάγγελου Παντιώρα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ. Κ. του Γ., κατοίκου ..., που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ευάγγελο Γαλετζά, περί αναιρέσεως της με αριθμό 7449/2011 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Με συγκατηγορούμενο τον Χ. Τ. του Δ. και πολιτικώς ενάγοντες τους: 1) D. T. και 2) R. V. χήρα V. R., ..., που δεν παρέστησαν. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 5 Σεπτεμβρίου 2011 αίτησή του και στους από 31 Δεκεμβρίου 2012 πρόσθετους λόγους που περιλαμβάνονται στο σχετικό δικόγραφο, τα οποία καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1025/2011. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης καθώς και οι πρόσθετοι λόγοι. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Εισάγονται ενώπιον του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου, η από 5-9-2011 αίτηση και οι επ' αυτής από 31-12-2012 πρόσθετοι λόγοι του Χ. Κ. του Γ., κατοίκου ..., για αναίρεση της 7449/2011 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών. Κατά τις διατάξεις των άρθρων 302 παρ. 1 και 314 παρ. 1 α' του ΠΚ, όποιος επιφέρει από αμέλεια το θάνατο άλλου ή σωματική βλάβη τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών (3) μηνών στην πρώτη περίπτωση και με φυλάκιση μέχρι τριών (3) ετών στη δεύτερη. Κατά δε τη διάταξη του αρθρ. 28 του ιδίου Κώδικα, από αμέλεια πράττει όποιος από έλλειψη της προσοχής, την οποία όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει, είτε δεν προέβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα που προκάλεσε η πράξη του, είτε το πρόβλεψε ως δυνατό, πίστεψε όμως ότι δεν θα επερχόταν. Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι για τη θεμελίωση των άνω εγκλημάτων απαιτείται η διαπίστωση, αφ' ενός μεν ότι ο δράστης δεν κατέβαλε την απαιτούμενη κατ' αντικειμενική κρίση προσοχή, την οποίαν οφείλει να καταβάλει κάθε μετρίως συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος κάτω από τις ίδιες πραγματικές καταστάσεις, με βάση τους νομικούς κανόνες, τις συνήθειες που επικρατούν στις συναλλαγές, την κοινή πείρα, τη λογική και τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, και αφ' ετέρου ότι είχε τη δυνατότητα να προβλέψει και αποφύγει το αξιόποινο αποτέλεσμα, το οποίο πρέπει να τελεί σε αντικειμενικό αιτιώδη σύνδεσμο με την πράξη ή την παράλειψη. Η παράλειψη ως έννοια, ενυπάρχει σε κάθε είδος αμέλειας, εφόσον το ένα σκέλος της ευθύνης συνίσταται στην μη καταβολή της προσοχής, δηλαδή σε παράλειψη. Όταν όμως η αμέλεια δεν συνίσταται σε ορισμένη παράλειψη αλλά σε σύνολο συμπεριφοράς που προηγήθηκε του αποτελέσματος, τότε για τη θεμελίωση της ανθρωποκτονίας από αμέλεια, ως εγκλήματος που τελείται με παράλειψη, απαιτείται η συνδρομή και των όρων του άρθρου 15 του ΠΚ, κατά το οποίο, όπου ο νόμος για την ύπαρξη αξιόποινης πράξης απαιτεί να έχει επέλθει ορισμένο αποτέλεσμα, η μη αποτροπή του, τιμωρείται όπως η πρόκλησή του με ενέργεια, αν ο υπαίτιος της παράλειψης είχε ιδιαίτερη νομική υποχρέωση να παρεμποδίσει την επέλευση του αποτελέσματος. Από την τελευταία αυτή διάταξη συνάγεται ότι αναγκαία προϋπόθεση της εφαρμογής της είναι η ύπαρξη ιδιαίτερης (δηλαδή ειδικής και όχι γενικής) υποχρέωσης του υπαιτίου προς ενέργεια, που τείνει στην παρεμπόδιση του αποτελέσματος, για την επέλευση του οποίου ο νόμος απειλεί ορισμένη ποινή. Η υποχρέωση αυτή μπορεί να πηγάζει από ρητή διάταξη νόμου ή από σύμπλεγμα νομικών καθηκόντων που συνδέονται με ορισμένη έννομη σχέση του υπόχρεου ή από σύμβαση ή από ορισμένη συμπεριφορά του υπαιτίου από την οποία δημιουργήθηκε ο κίνδυνος επέλευσης του εγκληματικού αποτελέσματος. Σε αυτήν την περίπτωση πρέπει στην αιτιολογία να αναφέρεται και η συνδρομή αυτής της υποχρέωσης και να προσδιορίζεται ο επιτακτικός κανόνας δικαίου από τον οποίο πηγάζει. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 17 του ΠΔ 1073/1981, κατά την πραγματοποίηση εργασιών σε φρεάτια πρέπει να λαμβάνονται μέτρα για τον επαρκή αερισμό των θέσεων εργασίας και την προστασία των εργαζομένων από αναθυμιάσεις. Κατά δε το άρθρο 94 του ιδίου διατάγματος, εις χώρους εις του οποίους υφίσταται ένδειξις υπάρξεως αερίων ή κόνεων επιβλαβών για την υγεία ... πρέπει προ πάσης εργασίας και κατά τη διάρκεια αυτής να ενεργείται έλεγχος του χώρου δι' ειδικών μέσων υπό προσώπων ειδικών προς τούτο, οριζομένων υπό του εργοδότου προς εξακρίβωση της επικινδυνότητος, ... η έναρξις της εργασίας ... θα επιτρέπεται μόνον εφόσον διαπιστούται καταλληλότητα των συνθηκών. Εις περιπτώσεις διαπιστώσεως ακαταλληλότητος ... οι επιβλαβείς επικίνδυνες ουσίες πρέπει να απάγονται ... δια καταλλήλων διατάξεων. Δια την αντιμετώπισιν εκτάκτων περιστατικών, οι απασχολούμενοι πρέπει να εφοδιάζωνται με τα κατάλληλα κατά περίπτωσιν ατομικά μέσα προστασίας ... . Περαιτέρω κατά το άρθρο 102 του ιδίου διατάγματος, όλος ο αναγκαίος εξοπλισμός ατομικής προστασίας να τίθεται εις την διάθεσιν όλων των εργαζομένων εις το εργοτάξιον και να είναι εις κατάστασιν αμέσου χρησιμοποιήσεως. Οι εκτελούντες το έργον πρέπει να φροντίζουν ώστε τα απαιτούμενα κατά περίπτωσιν ατομικά μέσα προστασίας να χρησιμοποιούνται υπό των εργαζομένων. Τέλος κατά το άρθρο ΙΙΙ του αυτού Δ/τος οι υπεργολάβοι και εργολάβοι οφείλουν διαρκώς να καθοδηγούν τους εργαζομένους περί των, κατά φάσιν εργασίας, απαιτουμένων μέτρων ασφαλείας. Η επιβαλλόμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής απόφασης, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ιδίου Κώδικα λόγο αναιρέσεως υπάρχει, προκειμένου για καταδικαστική απόφαση, όταν περιέχονται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχτηκαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι σκέψεις με τις οποίες έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Εξάλλου είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο, και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα, ότι έχουν ληφθεί υπόψη όλα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαίωση δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κλπ) χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε από το καθένα. Τέλος εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης, η οποία ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε του ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως υπάρχει όχι μόνο όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ως αποδεδειγμένα στη διάταξη που εφαρμόστηκε αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάστηκε εκ πλαγίου, όταν δηλαδή στο πόρισμα της απόφασης που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης 7449/2011 απόφασης, το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, από τα αποδεικτικά μέσα που κατ' είδος προσδιορίζονται σε αυτήν δέχθηκε ανελέγκτως ότι : "Στην προκειμένη περίπτωση, η εταιρία "Γ.Π. ΑΤΕ" με την 439/2002 απόφαση της Δημαρχιακής Επιτροπής του Δήμου Αχαρνών ανέλαβε την εκτέλεση του έργου "ΚΑΤΑΣΚΕΥΗ ΑΓΩΓΩΝ ΑΚΑΘΑΡΤΩΝ ΠΕΡΙΟΧΩΝ ΛΑΘΕΑ Β' Δήμου Αχαρνών". Ημερομηνία έναρξης εργασιών, κατά την υπογραφείσα σύμβαση, μεταξύ της ανωτέρω εταιρείας και του Δήμου Αχαρνών, ορίστηκε η 15.3.2003. Στη συνέχεια η ως άνω εταιρεία "Γ.Π. ΑΤΕ", με το με αριθμό θεώρησης 5622/10-7-2003 της Δ.Ο.Υ. ΦΑΒΕ Αθηνών ιδιωτικό συμφωνητικό υπεργολαβικής σύμβασης, ανέθεσε την εκτέλεση του έργου στην εταιρεία "ΑΛΥΣΟΣ ΑΤΕ", νόμιμος εκπρόσωπος και Πρόεδρος και Διευθύνων Σύμβουλος του ΔΣ αυτής ήταν ο πρώτος κατηγορούμενος Χ. Κ.. Στο άρθρο 10 παρ.1 της ανωτέρω σύμβασης αναφέρεται ότι "ο υπεργολάβος είναι υποχρεωμένος να τηρεί όλα τα μέτρα ασφαλείας που προβλέπουν οι πάσης φύσεως διατάξεις για την ασφάλεια του προσωπικού του, στον τομέα της ευθύνης του και είναι αποκλειστικά υπεύθυνος έναντι πάσης αρχής, για τα εργατικά και τα μη ατυχήματα και μόνος υπεύθυνος για την καταβολή της πάσης φύσεως αποζημιώσεως, έστω και αν ο νόμος δημιουργεί παράλληλη ευθύνη του εργολάβου για την τήρηση των μέτρων ασφαλείας". Η εταιρεία "ΑΛΥΣΟΣ ΑΤΕ" με την από 4-7-2003 σύμβαση παροχής υπηρεσιών ανέθεσε στον δεύτερο κατηγορούμενο Χ. Τ., τοπογράφο, μηχανικό στο επάγγελμα, καθήκοντα επιβλέποντος μηχανικού των εργοταξίων των σχετικών με το ανωτέρω έργο. Όμως παρά την υποχρέωση των κατηγορουμένων, υπό τις εκτεθείσες ιδιότητες να ελέγχουν τα φρεάτια ως προς την ύπαρξη επιβλαβών αερίων, από λιμνάζοντα λύματα και χωρίς να έχουν εφοδιάσει με προστατευτικά μέσα (μάσκες οξυγόνου), οι ίδιοι έδωσαν εντολή σε συνεργείο της εταιρίας από τους εργάτες R. V., T. D. και Δ. Κ., χωρίς καν την επίβλεψη και καθοδήγηση επί τόπου του δεύτερου κατηγορουμένου τοπογράφου και μηχανικού, να μεταβεί επί τόπου, στη διασταύρωση των οδών Εφηβείας και Αλεξανδριανού Αχαρνών και στο φρεάτιο που εξυπηρετούσε το υπάρχον δίκτυο της οδού Εφηβείας, το στόμιο του οποίου ήταν σκεπασμένο με υλικά οδοστρώματος, να ανοίξει το στόμιο του φρεατίου και να γίνει έναρξη εργασιών. Ο Δ. Κ. με σκαπτικό μηχάνημα αποκάλυψε το καπάκι του φρεατίου απομακρύνοντας σε απόσταση δύο (2) περίπου τετραγωνικών τα χώματα γύρω απ' αυτό και ακολούθως οι εργάτες R. και T. αφού ανασήκωσαν το χαλύβδινο καπάκι του στομίου του φρεατίου με τη βοήθεια εργαλείου (κασμά) το εναπόθεσαν δίπλα στο στόμιο. Στη συνέχεια ο R. επεχείρισε με τη βοήθεια μεταλλικής μετροταινίας να μετρήσει το βάθος του φρεατίου, χωρίς να έχουν δώσει σ' αυτόν οι κατηγορούμενοι ή σε κάποιον από τα άλλα δύο μέλη του συνεργείου εντολές και οδηγίες να λάβουν συγκεκριμένα μέτρα προστασίας και να τους έχουν χορηγήσει την απαραίτητη αντιασφυξιογόνο μάσκα. Κατά την διάρκεια της προσπάθειάς του αυτής λόγω των στάσιμων λυμάτων στον πυθμένα του φρεατίου που είχε βάθος 3,5 μέτρα περίπου και επειδή από έμφραξη του αγωγού ακαθάρτων σε κάποιο σημείο του, μετά το φρεάτιο, υπήρχε έντονη ασφυκτική ατμόσφαιρα αερίων, αυτή διέφυγε, ως ελαφρότερη του ατμοσφαιρικού αέρα, προς τα πάνω και κατέκλυσε τη ζώνη αναπνοής του R.. Από την αιτία αυτή ο R., ζαλίστηκε και χάνοντας τις αισθήσεις του κατέπεσε μέσα στο φρεάτιο που είχε το προαναφερόμενο βάθος. Ο T. και ο Δ. Κ. που ήταν εγγύς μη έχοντας αντιληφθεί περί τίνος ακριβώς πρόκειται και ευρισκόμενος εγγύτατα του στομίου, εμφανώς επηρεασμένοι και αυτοί από τα εξερχόμενα αέρια, στην προσπάθεια να συνδράμουν τον πρώτο παθόντα R., μισοζαλισμένοι όντες κατέπεσαν και αυτοί εντός του φρέατος. Σε μικρό χρονικό διάστημα, έφθασε στο χώρο που βρισκόταν το φρεάτιο, ο δεύτερος κατηγορούμενος Χ. Τ. και αφού αντιλήφθηκε το συμβάν ειδοποίησε την Πυροσβεστική Υπηρεσία και το ΕΚΑΒ. Άνδρες της πυροσβεστικής με τον κατάλληλο εξοπλισμό ανέσυραν από το φρεάτιο τους παθόντες, από τους οποίους ο R. και Κ. είχαν εκπνεύσει και ο θάνατός τους, όπως διαπιστώνεται στις από 12-12-2003 εκθέσεις νεκροψίας - νεκροτομής του ιατροδικαστή Αθηνών Ν. Κ. οφειλόταν σε ασφυξία απότοκη δράσης τοξικού αερίου (μεθανίου). Ο τρίτος παθών T. ανασύρθηκε ζωντανός και διακομίστηκε αφού του παρεσχέθηκαν οι πρώτες βοήθειες από άνδρες του ΕΚΑΒ, διασωληνωμένος στο Νοσοκομείο ΣΙΣΜΑΝΟΓΛΕΙΟ έχοντας υποστεί, από την εισπνοή των τοξικών αερίων, διαταραχή επιπέδου συνείδησης και οξεία αναπνευστική ανεπάρκεια. Παρέμεινε σε μηχανική υποστήριξη της αναπνοής για 12 ώρες περίπου και σταδιακά η κατάστασή του βελτιώθηκε. Οι κατηγορούμενοι αμφότεροι, είχαν δώσει εντολή στους παθόντες από την προηγουμένη, να προβούν στο άνοιγμα των φρεατίων και την καταμέτρηση και παρά τα αντιθέτως υποστηριζόμενα από τους κατηγορούμενους, που ισχυρίζονται ότι οι παθόντες ενήργησαν χωρίς εντολή τους, οι παθόντες δεν είχαν λόγο να προβούν στην ενέργεια ανοίγματος του φρεατίου κλπ εάν δεν είχαν λάβει σχετική εντολή. Με δεδομένα τα ανωτέρω, οι κατηγορούμενοι με τις ιδιότητες που αναφέρθησαν, αν και είχαν νόμιμη υποχρέωση, με βάση τις προαναφερθείσες διατάξεις, τη σύμβαση εργασίας που η εταιρία "ΑΛΥΣΟΣ ΑΤΕ" είχε καταρτίσει με τους παθόντες, τη σύμβαση που η ίδια εταιρία είχε καταρτίσει με την ανάδοχο του έργου εταιρεία με την επωνυμία "Γ.Π. ΑΤΕ" και τη σύμβαση εργασίας που είχε καταρτίσει ο κατηγορούμενος Χ. Τ. με την εταιρία "ΑΛΥΣΟΣ ΑΤΕ", από έλλειψη της προσοχής που όφειλαν και μπορούσαν να καταβάλουν παρέλειψαν να λάβουν όλα τα απαραίτητα μέτρα και δεν πρόβλεψαν την παραγωγή του αξιοποίνου αποτελέσματος που προκλήθηκε από την παράλειψή τους και συγκεκριμένα παρέλειψαν να εφοδιάσουν τους εργαζόμενους με αναπνευστικές συσκευές, μάσκες αερίων και να φροντίσουν πριν την έναρξη των εργασιών για τη διενέργεια μετρήσεων ώστε να εντοπισθεί η τυχόν ύπαρξη δηλητηριωδών αερίων εντός του φρεατίου, ενώ ακόμη δεν είχαν τον έλεγχο και την επίβλεψη τους, ούτε παρευρίσκονταν στον χώρο για να τους καθοδηγούν με αποτέλεσμα να επέλθει ο θάνατος των R. V. και Δ. Κ. και ο τραυματισμός του T. D., από ασφυξία, αποτέλεσμα που δεν πρόβλεψαν ενώ είχαν ιδιαίτερη νομική υποχρέωση σύμφωνα με τις προδιαληφθείσες διατάξεις των άρθρων 17, 94, 102, 111 ΠΔ 1073/81 και κατά τις διακρίσεις των άρθρων αυτών για την αποτροπή του αποτελέσματος. Στους κατηγορούμενους δε πρέπει να αναγνωριστούν τα ελαφρυντικά του προτέρου βίου και της ειλικρινούς μεταμέλειας που τους είχαν χορηγηθεί και με την αναιρεθείσα υπ' αριθμ. 1740/2010 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, που είχε εκδοθεί κατ' έφεση της εκκαλουμένης απόφασης, αφού είναι και βεβαιωμένο ότι μέχρι την τέλεση της πράξεως ζούσαν έντιμη ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή και προσπάθησαν εκτός από την ειλικρινή μεταμέλεια που επέδειξαν, με συνεχείς επαφές με τις οικογένειες των παθόντων να συνδράμουν στην κατάστασή τους από οικονομικής πλευράς. Περαιτέρω ο αυτοτελής ισχυρισμός του πρώτου, για ακυρότητα του κλητηρίου θεσπίσματος και της ποινικής διώξεως, επειδή το κλητήριο θέσπισμα και η δίωξη δεν αναφέρουν και δεν παραθέτουν το άρθρο 15 ΠΚ και τους επιτακτικούς κανόνες, τυγχάνει αβάσιμος, αφού η δίωξη έχει τις διατάξεις των άρθρων 28, 94 παρ.2, 302 παρ. και 314 παρ.1 ΠΚ για τις οποίες ασκήθηκε ποινική δίωξη και το κλητήριο θέσπισμα δεν είναι απαραίτητο να περιέχει και τη διάταξη του άρθρου 15 ΠΚ. Σε κάθε δε περίπτωση η αιτίαση για ακυρότητα του κλητηρίου θεσπίσματος, λόγω μη αναγραφής σ' αυτό του επιτακτικού κανόνα και του άρθρου 15 ΠΚ, προβαλλόμενη, η αιτίαση από τον κατηγορούμενο Χ. Κ. και ως αυτοτελής ισχυρισμός, είναι απορριπτέα, επειδή ναι μεν προβλήθηκε ως ένσταση ακυρότητας του κλητηρίου θεσπίσματος και στο πρωτόδικο δικαστήριο, απορριφθείσα, πλην όμως δεν προβλήθηκε, στο παρόν δευτεροβάθμιο δικαστήριο, ως λόγος εφέσεως, με την ασκηθείσα από τον ίδιο, υπ' αριθμ. 8628/2008 έφεση, κατά της καταδικαστικής εκκαλουμένης 56774 /620240 /64159 /67038 /69850 /2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Όπως προκύπτει από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 171 παρ.1β, 173 παρ.2, 174, 502 παρ.2 ΚΠΔ, η προταθείσα στο πρωτόδικο δικαστήριο ένσταση ακυρότητας του κλητηρίου θεσπίσματος καλύπτεται εάν δεν προταθεί με λόγο εφέσεως (ΑΠ 93/2010, ΑΠ 432/2010, ΑΠ 1429/2010)." Στη συνέχεια, το άνω Δικαστήριο κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα των αξιοποίνων πράξεων της ανθρωποκτονίας από αμέλεια κατά συρροή και της σωματικής βλάβης από αμέλεια με το ακόλουθο διατακτικό: " Κηρύσσει τους κατηγορουμένους ενόχους του ότι: Στην Αθήνα, στις 30/7/2004: Από αμέλεια και δη από έλλειψη της προσοχής που όφειλαν από τις περιστάσεις και μπορούσαν να καταβάλλουν δεν πρόβλεψαν το αξιόποινο αποτέλεσμα του θανάτου δύο προσώπων και της σωματικής βλάβης τρίτου προσώπου που προκάλεσε η πράξη τους, αποτέλεσμα, το οποίο αυτοί, υπαίτιοι της παράλειψης, είχαν ιδιαίτερη νομική υποχρέωση να παρεμποδίσουν στην επέλευσή του. Συγκεκριμένα, τυγχάνοντας ο πρώτος Πρόεδρος, Διευθύνων Σύμβουλος και νόμιμος εκπρόσωπος της εταιρείας "ΑΛΥΣΟΣ ΑΤΕ", που εκτελούσε ως υπεργολάβος το έργο κατασκευής Αγωγών Ακαθάρτων του Δήμου Αχαρνών και ο δεύτερος τοπογράφος μηχανικός στο επάγγελμα, που είχε αναλάβει με σύμβαση με την προηγούμενη εταιρία την μελέτη και την επίβλεψη των εργασιών στο έργο, δεν μερίμνησαν, πριν την έναρξη των εργασιών, που θα εκτελούσε συνεργείο της εταιρείας αποτελούμενο από τους εργάτες R. V., Δ. Κ. και T. D., ώστε οι εργαζόμενοι αυτοί να εφοδιαστούν με μάσκες αναπνευστικές για προφύλαξή τους από δηλητηριώδη αέρια, ευρισκόμενοι εντός των φρεατίων του έργου, στα οποία αυτοί θα προέβαιναν σε μετρήσεις και θα εισήρχοντο, ούτε προηγουμένως είχαν ενεργήσει ώστε να ελέγξουν με μετρήσεις την ύπαρξη τέτοιων αερίων, ούτε παρευρίσκονταν στο χώρο των εργασιών για να τους επιβλέψουν και καθοδηγούν, όπως επιβαλλόταν, οι υποχρεώσεις τους αυτές από τα άρθρα 17, 94, 102 και 111 ΠΔ 1073/1981, με αποτέλεσμα όταν ο R. V., επεχείρησε, ευρισκόμενος στο ύψος του πρώτου φρεατίου, στο οποίο προηγουμένως οι ίδιοι τρεις εργαζόμενοι είχαν αφαιρέσει το καπάκι, να μετρήσει με τη βοήθεια μεταλλικής μετροταινίας το βάθος του φρεατίου που ανερχόταν στα 3,5 μέτρα περίπου, να δεχθεί έντονη επίδραση από εξερχόμενα, λόγω έμφραξης του αγωγού στο ύψος του φρεατίου από λύματα, δηλητηριώδη αέρια μεθανίου, να ζαλιστεί και να πέσει εντός του φρεατίου, όπου αμέσως κατέπεσαν και οι λοιποί δύο εργαζόμενοι Δ. Κ. και T. D., αφού δεχόμενοι και αυτοί την επίδραση των αερίων και μη αντιληφθέντες την αιτία πτώσης του πρώτου, ευρισκόμενοι εγγύτατα του στομίου του φρεατίου, κατέπεσαν και αυτοί εντός του φρεατίου, κινηθέντες για βοήθεια του R. V., με αποτέλεσμα να επέλθει ταχύτατα, λόγω της ασφυξίας από τα δηλητηριώδη αέρια, ο θάνατος των R. V. και Δ. Κ., ενώ ανασύρθηκε ζωντανός από το φρεάτιο ο T. D. που υπέστη διαταραχή επιπέδου συνείδησης και οξεία αναπνευστική ανεπάρκεια, ο οποίος και επέζησε μετά από αποτελεσματική ιατρική αντιμετώπιση. Το αποτέλεσμα του θανάτου των δύο και της σωματικής βλάβης του τρίτου, είχαν ιδιαίτερη νομική υποχρέωση, με βάση τις προδιαληφθείσες διατάξεις του ΠΔ 1073/1981, να παρεμποδίσουν στην επέλευσή του, χωρίς να το προβλέψουν από έλλειψη της προσοχής που όφειλαν και μπορούσαν να καταβάλλουν." (Ως προς την ποινή της σωματικής βλάβης η υπόθεση τέθηκε στο αρχείο κατ' άρθρον 2 παρ. 2-1 του ν. 4043/2012 με πράξη του αρμόδιου Εισαγγελέα). Με τις παραδοχές αυτές το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, την, κατά τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία αφού εκτίθενται σε αυτή με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά τα οποία προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και θεμελιώνουν την υποκειμενική και αντικειμενική υπόσταση των εγκλημάτων αυτών. Ειδικότερα, αναφέρονται οι υποχρεώσεις του αναιρεσείοντος που απορρέουν από τις άνω διατάξεις των άρθρων του ΠΔ 1073/1981 και η παράβαση αυτών, τα περιστατικά που συνιστούν την αμέλειά του, η οποία χαρακτηρίζεται μη συνειδητή αφού η προσβαλλόμενη δέχεται ότι αυτός δεν προέβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα που προκάλεσαν οι παραλείψεις του. Περαιτέρω, προσδιορίζεται η ιδιότητα του κατηγορουμένου ως προέδρου, διευθύνοντος συμβούλου και εκπροσώπου της εταιρείας που εκτελούσε ως υπεργολάβος το έργο κατασκευής αγωγών ακαθάρτων του Δήμου Αχαρνών και αιτιολογεί τον αιτιώδη σύνδεσμο των παραλείψεων και του επελθόντος αποτελέσματος ως και την ιδιαίτερη νομική υποχρέωση που απορρέει από τις άνω διατάξεις προς λήψη των αναφερομένων στην προσβαλλόμενη απόφαση μέτρων ασφαλείας τα οποία αυτός παρέλειψε. Έτσι, το δικαστήριο ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τις άνω διατάξεις του προεδρικού τούτου διατάγματος και συνακόλουθα και τις διατάξεις των άρθρων 302 και 314 του ΠΚ. Εξάλλου, ως προς τις αποδείξεις προκύπτει ότι αναφέρονται όλα τα αποδεικτικά μέσα κατ' είδος και δεν ήταν απαραίτητο να διευκρινίζεται από ποιο ή ποια αποδεικτικά μέσα αποδείχτηκε η κάθε παραδοχή. Περαιτέρω, κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης, ο κατηγορούμενος και ήδη αναιρεσείων σε κάθε περίπτωση είναι αυτός που έδωσε την εντολή στους παθόντες με τις άνω ιδιότητές του για την εκτέλεση του έργου χωρίς να λάβει τα απαιτούμενα μέτρα. Εξάλλου, ορθώς αιτιολογείται η κρίση με την παραδοχή ότι δεν ήταν αναγκαία η παράθεση του άρθρου 15 του ΠΚ, στο σχετικό κλητήριο θέσπισμα εκ των άνω δε παραδοχών, περαιτέρω προκύπτει η ιδιαιτέρα νομική του υποχρέωση προς αποτροπή του άνω αποτελέσματος και ο επιτακτικός κανόνας από τον οποίο πηγάζει η νομική αυτή υποχρέωσή του. Κατ' ακολουθίαν, ορθώς ερμήνευσε και εφήρμοσε τις άνω διατάξεις, τις οποίες δεν παρεβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου με αντιφατικές ή ανεπαρκείς αιτιολογίες. Όθεν, οι εκ του άρθρου 510 παρ. 1 Δ' και Ε' σχετικοί λόγοι αναίρεσης είναι αβάσιμοι. Από τις διατάξεις των άρθρων 173, 174, 320 και 321 ΚΠΔ προκύπτει ότι το κλητήριο θέσπισμα πρέπει να περιέχει μεταξύ άλλων τον ακριβή καθορισμό της πράξεως για την οποία ο κατηγορούμενος κατηγορείται και μνεία του άρθρου του ΠΚ, που την προβλέπει. Ως άρθρο του ΠΚ νοείται η διάταξη που τυποποιεί το έγκλημα και καθορίζει την απειλούμενη για αυτό ποινή. Στα άρθρα που πρέπει να περιλαμβάνονται στο κλητήριο θέσπισμα δεν είναι απαραίτητο να περιλαμβάνονται και εκείνα που περιέχουν γενικούς ποινικούς ορισμούς, όπως εκείνο του άρθρου 15 του ΠΚ. Η ακυρότητα του κλητηρίου θεσπίσματος κατά την παράγραφο 4 του άρθρου 321 είναι σχετική και αφορά πράξη της προπαρασκευαστικής διαδικασίας και πρέπει να προταθεί μέχρι να εκδοθεί για την κατηγορία οριστική σε τελευταίο βαθμό απόφαση, αλλιώς καλύπτεται (ΑΠ 93/2010). Περαιτέρω, αν ο κατηγορούμενος επικαλέστηκε την ακυρότητα ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και η ένστασή του αυτή απορρίφθηκε, η ένσταση αυτή πρέπει να προταθεί ως λόγος εφέσεως και όχι κατά την έναρξη της διαδικασίας στην κατ' έφεση δίκη, διαφορετικά καλύπτεται (ΑΠ 840/2009, ΑΠ 2295/2009). Όθεν η περί του αντιθέτου αιτίαση, ότι επήλθε απόλυτη ακυρότητα διότι το κλητήριο θέσπισμα δε διαλαμβάνει το άρθρο 15 και παρανόμως η προσβαλλόμενη έκρινε ότι οι πράξεις των ανθρωποκτονιών εξ αμελείας τελέστηκαν στα πλαίσια του άρθρου 15 του ΠΚ είναι αβάσιμη, διότι η αναγραφή του άρθρου 15 στο κλητήριο θέσπισμα δεν ήταν υποχρεωτική, αλλά αρκούσε η παράθεση των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων που προβλέπουν και τυποποιούν τις άνω αξιόποινες πράξεις, ήτοι των άρθρων 302 και 314 του ΠΚ. Σε κάθε περίπτωση η προταθείσα ένσταση ακυρότητας δεν προβλήθηκε ως λόγος έφεσης όπως προκύπτει από το δικόγραφο της έφεσης και συνεπώς σε κάθε περίπτωση καλύφθηκε. Περαιτέρω, με την προσβαλλόμενη απόφαση δεν επήλθε μεταβολή της κατηγορίας όσον αφορά το χρόνο τέλεσης των πράξεων, ούτε υπερέβη την εξουσία του καθόσον από πρόδηλη παραδρομή αναφέρει ως χρόνος τέλεσης την 30-7-2004 ενώ από την επισκόπηση των εγγράφων προκύπτει ότι ο αληθής χρόνος τέλεσης είναι η 30-7-2003 και ενόψει του χρόνου εκδόσεως της προσβαλλομένης (11-7-2011) δεν παρήλθε ο χρόνος της παραγραφής. Όθεν, και οι λοιποί λόγοι αναίρεσης και πρόσθετοι τοιούτοι είναι αβάσιμοι. Κατ' ακολουθίαν, η αίτηση και οι πρόσθετοι λόγοι πρέπει να απορριφθούν και να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 5-9-2011 αίτηση και τους επ' αυτής από 31-12-2012 πρόσθετους λόγους του Χ. Κ. του Γ., κατοίκου ..., για αναίρεση της 7449/2011 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών. Και Επιβάλλει στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 14 Φεβρουαρίου 2013. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 25 Φεβρουαρίου 2013. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ