Αριθμός 1752/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ A2' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Τσόλα, Ευφημία Λαμπροπούλου, Γεράσιμο Φουρλάνο, και Στυλιανή Γιαννούκου, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 25 Φεβρουαρίου 2013, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Των αναιρεσειόντων: 1.Ι. Μ. του Μ., κατοίκου ... και 2. Φ. συζ. Ι. Μ., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ελευθέριο Παπαδημητρίου. Της αναιρεσιβλήτου: Ε. συζ. Ν. Κ., κατοίκου ..., η οποία δεν εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30-12-2003 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Ρόδου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 221/2006 του ίδιου Δικαστηρίου και 133/2008 του Εφετείου Δωδεκανήσου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 15-3-2010 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο οι αναιρεσείοντες , όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεράσιμος Φουρλάνος, ανέγνωσε την από 3-2-2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη της αντιδίκου τους στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Ι. Όπως προκύπτει από την .../22.10.2012 έκθεση του δικαστικού επιμελητή Πειραιώς …ακριβές αντίγραφο της ένδικης αίτησης και κλήσης για συζήτηση για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα στην αναιρεσίβλητη. Άρα αφού αυτή δεν εμφανίστηκε, όταν εκφωνήθηκε η υπόθεση, κατά τη σειρά της, από το οικείο πινάκιο, πρέπει να δικασθεί ερήμην (αρθρ. 576 παρ 2 ΚΠολΔ) η συζήτηση όμως θα χωρήσει ως να ήταν και αυτή παρούσα. ΙΙ. Εισάγεται προς κρίση αναίρεσης κατά απόφασης δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, η οποία αφορούσε αμοιβή υπολοίπου εργολαβικής αμοιβής. Διευκρινίζεται πως η εκ των αρχικών διαδίκων Α. -Τ., δεν άσκησε αναίρεση. ΙΙΙ. Κατά το άρθρο 555 ΚΠολΔ, δεύτερη αναίρεση του ίδιου διαδίκου κατά της αυτής απόφασης, ως προς το ίδιο ή άλλο κεφάλαιο δεν επιτρέπεται. Πάντως, αν η πρώτη αναίρεση απορριφθεί για οποιονδήποτε τυπικό λόγο, ως απαράδεκτη, αν, δηλαδή, το δικαστήριο δεν χώρησε σε ουσιαστικό έρευνα των λόγων της αναίρεσης, τότε η άσκηση παραδεκτής αναίρεσης δεν θεωρείται δεύτερη (Ολ ΑΠ 958/2008, ΑΠ 1045/2001) τυπικός είναι ο λόγος, όταν ελλείπει μια διαδικαστική προϋπόθεση ή όταν υπάρχει ελάττωμα (ακυρότητα) του δικογράφου της αναίρεσης και τούτο διότι σκοπός της πιο πάνω διάταξης είναι η αποφυγή της κατάτμησης των δικών (Κλαμαρής: Ο κανών της άπαξ μόνον ασκήσεων των ενδίκων μέσων 1081 σελ 258,265 ), τυχόν δε μη επιτρεπτού της δεύτερης αναίρεσης, αν η πρώτη απορρίφθηκε, για τυπικό λόγο, ως απαράδεκτη και υπάρχει προθεσμία για την άσκησή της συνιστά ¨αφόρητη τυπολατρεία¨ (Κ Φ Καλαβρός : Η αναίρεση κατά του ΚΠολΔ 2 σελ. 20, Ράμμου: εγχειρίδιον αστικού Δικονομικού Δικαίου ΙΙ 1980, παρ 286 σελ. 957, Κ. Μπέης: Πολ. Δικ. στο άρθρο 555, σελ 2105 .Κλαμαρής: όπ παρ 255 επ 266 Λ. Σινανιώτης . Η αναίρεση κατά του ΚΠολΔικ. 2006, 49 Χ. Απαλαγάκη : Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας στο άρθρο 555 αρ. 3 σελ. 980 Δημοσθένους :περί της εφ' άπαξ ασκήσεως των ένδικων μέσων Δ. 1974.249 Κ. Παπαδόπουλου: Η αναιρετική διαδικασία (κατά του ΚΠολΔ) 1997,1076ΧΑΠ1045/2001, ολΑΠ1138/1974 και ΑΠ 1343/1976 βλ και για την αντίθετη άποψη Κεραμεύς Ένδικα Μέσα 4 2007, σελ 42 Ν. Νίκας : Πολιτική Δικονομία παρ 118 αρ 52 σελ 378, 379 ο οποίος δέχεται πως επιτρέπεται δεύτερη αναίρεση, μόνο αν η πρώτη αναίρεση είναι δικονομικά ανυπόστατη ή ασκήθηκε, χωρίς να υφίσταται καν δικαίωμα αναίρεσης. Πάντως, αν υπάρχει παραίτηση από το δικόγραφο προηγούμενης αναίρεσης, (αρθρ. 295,299 ΚΠολΔ) τότε η νέα αναίρεση είναι παραδεκτή (ΟλΑΠ 27/2005, ΟλΑΠ 25/2005, ΑΠ 1853/2005, ΑΠ 1000/2004, ΑΠ998/2004, ΑΠ 1586/2002, ΑΠ1087/2002, ΑΠ987/1997).Η παραίτηση δε από την ασκηθείσα πρώτη (αρχική) αναίρεση μπορεί να γίνει και με το δικόγραφο της δεύτερης αναίρεσης, υπό τον όρο, ότι υπάρχει προθεσμία για την άσκηση της δεύτερης αναίρεσης. Η προθεσμία της αναίρεσης είναι γνωστή και καταχρηστική. Η γνήσια προθεσμία της αναίρεσης αρχίζει πάντοτε από την νόμιμη επίδοση του κυρωμένου αντίγραφου, της προσβαλλόμενης απόφασης (ΑΠ 917/1997) και είναι τριάντα ημέρες αν ο αναιρεσείων διαμένει στην Ελλάδα (αρθρ 564Ι ΚΠολΔ). Αν η προσβαλλόμενη απόφαση δεν επιδόθηκε, η (καταχρηστική) προθεσμία της αναίρεσης είναι τριετής και αρχίζει από την επομένη της δημοσίευσης της απόφασης αυτής (άρθρ 564 παρ 3 ΚΠολΔ). Στην παρούσα περίπτωση ασκήθηκε, αρχικά, από τους ήδη αναιρεσείοντες κατά της ήδη αναιρεσείουσας η από 14-10-2008 αίτηση αναίρεσης με αίτημα να ακυρωθεί και να εξαφανισθεί η υπ' αριθμ 33/2008 απόφαση του Εφετείου Δωδεκανήσου..." Για την αίτηση αυτή, εκδόθηκε η με αριθμ. 2204/2009 απόφαση του παρόντος δικαστηρίου, σύμφωνα με την οποία, αυτή απορρίφθηκε, αυτεπάγγελτα, ως απαράδεκτη, για το λόγο ότι υπεγράφη και κατατέθη στη Γραμματεία του Εφετείου Δωδεκανήσου από δικηγόρο διορισμένο στο Δικηγορικό Σύλλογο Αθηνών και "παρ' Αρείω Πάγω" χωρίς τη σύμπραξη δικηγόρου του Δικηγορικού Συλλόγου Δωδεκανήσου. Μετά ταύτα, ασκήθηκε το ένδικο , από 15-3-2010 αναιρετικό δικόγραφο, υπογεγραμμένο, από τον δικηγόρο Ρόδου Σάββα Τσαμπη, ο οποίος και το κατέθεσε νόμιμα, στις 23-3-2010. Στο δικόγραφο αυτό δε, σημειώνεται, πως οι αναιρεσείουσες, παραιτούνται από το δικόγραφο της από 13-10-2008 αίτησής τους. Διευκρινίζεται, πως η προσβαλλόμενη εφετειακή απόφαση δημοσιεύθηκε στις 1-7-2008. Σύμφωνα με τα προεκτεθέντα : α) η πρώτη (αρχική) αίτηση αναίρεσης απορρίφθηκε, ως απαράδεκτη για τυπικό λόγο β)εφ' όσον όμως κρίθηκε το σχετικό δικόγραφο, δεν χωρεί, ήδη παραδεκτά, παραίτηση απ' αυτό γ)κατά τις πιο πάνω νομικές παραδοχές, είναι παραδεκτό το ένδικο δικόγραφο της αναίρεσης η οποία σύννομα ασκήθηκε, εφ' όσον δεν έχει εισέτι, παρέλθει η τριετής καταχρηστική προθεσμία για την άσκησή της. ΙV. Κατά το άρθρο 559 αρ 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Για το ορισμένο του αναιρετικού λόγου δε, πρέπει : 1)να μνημονεύεται στο αναιρετήριο ο συγκεκριμένος κανόνας δικαίου που παραβιάστηκε 2) η νομική κρίση της προσβαλλόμενης απόφασης, για την έννοιά της του κανόνα αυτού και γ)το, κατά την εκδοχή του αναιρεσείοντος ερμηνευτικό ή υπαγωγικό της σφάλμα (ΟλΑΠ 32/1996). Εν προκειμένω οι αναιρεσείοντες, με τον πρώτο λόγο της αναίρεσής τους εκθέτουν ότι : α)"η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση εκδόθηκε κατά παράβαση του άρθρου 559 αρ 1 του ΚΠολΔ για παράβαση διατάξεων νόμου και έτσι πρέπει να αναιρεθεί...". Ο λόγος αυτός, με την παραπάνω διατύπωσή του, και σύμφωνα με τα προεκτεθέντα είναι αόριστος και πρέπει ν' απορριφθεί εφ' όσον : 1) δεν αναφέρεται ο κανόνας δικαίου που παραβιάστηκε, ούτε το περιεχόμενό της. 2)δεν γίνεται, συναφώς, μνεία των νομικών παραδοχών της προσβαλλόμενης απόφασης, αλλ' ούτε και η παράθεση των ουσιαστικών της παραδοχών. Αντίθετα, παρατίθενται σειρά σκέψεων των αναιρεσειόντων για το ότι δεν είναι δυνατόν να ικανοποιείται η επίδικη διαφορά με τακτική αγωγή, αφού έχει εκδοθεί διαταγή πληρωμής, ενώ σε προηγούμενη σκέψη του αναιρετηρίου γίνεται λόγος για εκκρεμοδικία. Αν, σε κάθε περίπτωση ως παραβίαση διάταξης ουσιαστικού δικαίου, νοείται εκείνη του άρθρου 222 ΚΠολΔ, η οποία αποτελεί αρνητική διαδικαστική προϋπόθεση της δίκης, πρόκειται για δικονομική διάταξη και όχι ουσιαστική, η οποία κείται πέραν της πρόβλεψης του άρθρου 559 αρ 1 ΚΠολΔ. Άρα, ο πρώτος λόγος της αναίρεσης ο οποίος προβάλλει την από το άρθρο 559 αρ 1 ΚΠολΔ πλημμέλεια, είναι απαράδεκτος. V Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ 19 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και, ιδίως, αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες η έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Τον λόγο αυτό αναίρεσης θεμελιώνει, όχι μόνο η παντελής έλλειψη αιτιολογιών, αλλά και ή ύπαρξη αντιφατικών ή ανεπαρκών αιτιολογιών. Τέτοιες αιτιολογίες υπάρχουν, όταν δεν προκύπτουν από το αιτιολογικό της απόφασης σαφής και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία, κατά νόμο, για τη θεμελίωση του κανόνα δικαίου, ο οποίος εφαρμόστηκε (ΑΠ 463/2004, ΑΠ1255/2004, ΑΠ1490/2006). Για να είναι δε ορισμένος ο πιο πάνω αναιρετικός λόγος πρέπει να διαλαμβάνονται στο δικόγραφο της αναίρεσης : α)οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης ή η αναφορά, ότι αυτή δεν έχει καθόλου αιτιολογίες β) ο ισχυρισμός και τα περιστατικά, οι οποίοι προτάθηκαν για τη θεμελίωσή του ως προς τον οποίο η έλλειψη, η ανεπάρκεια ή αντίφαση και η σύνδεσή του με το διατακτικό γ) η εξειδίκευση των σφαλμάτων του δικαστηρίου, αν πρόκειται, δηλαδή για παντελή έλλειψη αιτιολογίας ή αν πρόκειται για ανεπαρκή αιτιολογία, ή επιπλέον έπρεπε να αναφέρει, ως προς τι υπάρχει έλλειψη νομικού χαρακτηρισμού, ποιές είναι οι αντιφατικές αιτιολογίες και σε τι έγκειται η αντίφαση και από πού προκύπτει (ΑΠ 589/2005). Στην παρούσα περίπτωση, οι αναιρεσείοντες αναφερόμενοι στην από το άρθρο 559 αρ 19 ΚΠολΔ πλημμέλεια, ουδόλως αναφέρουν : 1) τι, ακριβώς δέχτηκε η προσβαλλόμενη απόφαση ως προς την ύπαρξη η με εκκρεμοδικίας, από έκδοση διαταγής πληρωμής, με βάση τα ίδια ιδιωτικά συμφωνητικά 2) αντίθετα αναφέρουν, πως "...η εν λόγω απόφαση δέχεται, ότι δεν υφίσταται εκκρεμοδικία και έτσι επικυρώνει..."Μόνη, όμως, η παράθεση του πιο πάνω συμπεράσματος δεν καθιστά την απόφαση αναιτιολόγητη, αφού δεν μνημονεύεται, επιπρόσθετα, και το τι έπρεπε, ακριβώς, να διαληφθεί εφ' όσον δεν γίνεται αναφορά σε πλήρη έλλειψη αιτιολογίας, αλλά σε έλλειψη "...επαρκούς και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας..." Σε κάθε περίπτωση αναφορικά με το συγκεκριμένο θέμα, η προσβαλλόμενη απόφαση διέλαβε τα ακόλουθα : "(Α) Από τις διατάξεις του άρθρου 222 ΚΠολΔ, που ορίζει ότι: "1. Όταν επέλθει η εκκρεμοδικία και όσο αυτή διαρκεί δεν μπορεί να γίνει σε οποιοδήποτε δικαστήριο νέα δίκη για την ίδια επίδικη διαφορά ανάμεσα στους ίδιους διαδίκους, εφόσον εμφανίζονται με την ίδια ιδιότητα. 2. Αν κατά τη διάρκεια της εκκρεμοδικίας ασκηθεί άλλη αγωγή, ανταγωγή ή κύρια παρέμβαση ή προταθεί ένσταση συμψηφισμού για την ίδια επίδικη διαφορά, αναστέλλεται και αυτεπαγγέλτως η εκδίκαση της εωσότου περατωθεί η δίκη", συνάγεται ότι για να προβληθεί το απαράδεκτο από την ύπαρξη εκκρεμοδικίας, το οποίο οδηγεί όχι στην απόρριψη της αγωγής αλλά στην αναστολή της εκδίκασης της επίδικης διαφοράς, πρέπει εκτός των άλλων να υπάρχει και ταυτότητα διαφοράς και στις δύο δίκες. Εξάλλου από τις διατάξεις των άρθρων 632-633 ΚΠολΔ προκύπτει ότι αντικείμενο της δίκης σχετικά με την ανακοπή κατά διαταγής πληρωμής είναι όχι η διάγνωση της ουσιαστικής βασιμότητας της αξίωσης αλλά μόνο ο δικαστικός έλεγχος της νομιμότητας και του κύρους της διαταγής πληρωμής κατά το χρόνο έκδοσης της στην έκταση που προσδιορίζεται από τους λόγους της ανακοπής. Για να δημιουργηθεί συνεπώς εκκρεμοδικία με την άσκηση ανακοπής κατά της διαταγής πληρωμής πρέπει τόσο οι λόγοι της ανακοπής όσο και η βάση της αγωγής να αναφέρονται στην ύπαρξη της ίδιας απαίτησης. Δεν μπορεί όμως να ειπωθεί το ίδιο όταν με την ανακοπή ελέγχεται η νομότυπη έκδοση της διαταγής πληρωμής έστω και αν ο ανακόπτων με κάποιον από τους λόγους της ανακοπής του βάλλει κατά της ύπαρξης της απαίτησης, αφού στην περίπτωση αυτή δεν υπάρχει στις δύο υποθέσεις πλήρης ταυτότητα διαφοράς, όπως απαιτεί η προαναφερθείσα διάταξη του αρ. 222 § 1 ΚΠολΔ. (Β) Στην προκειμένη περίπτωση από τα έγγραφα που νομίμως επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι προκύπτουν τα εξής: Μετά από αίτηση της ενάγουσας -ήδη εφεσίβλητης- εκδόθηκε σε βάρος των δύο πρώτων εναγομένων -ήδη εκκαλούντων- Ι. Μ. και Φ. Μ. η με αριθ. 184/2003 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρόδου, με την οποία υποχρεώθηκαν οι τελευταίοι να καταβάλουν στην ενάγουσα, βάσει των από 27.9.1997 και 24.2.1998 ιδιωτικών συμφωνητικών εργολαβίας-αναγνώρισης χρέους από την ένδικη σύμβαση εργολαβίας, την οποία υπέγραψε ο 1ος ως οφειλέτης και η 2η ως εγγυήτρια, ποσό 27.250.000 δρχ. (ήτοι 24.000.000 + 3.250.000) ή 79.970,65 ευρώ, νομιμότοκα από 1.6.1998. Κατά της εν λόγω διαταγής πληρωμής οι δύο πρώτοι εναγόμενοι άσκησαν την από 11.6.2004 (αρ. κατ. 410/2003) ανακοπή τους ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ρόδου με τους εξής λόγους: (α) ότι δεν συνέτρεξαν οι κατ' αρθρ. 623 και 624 § 1 ΚΠολΔ προϋποθέσεις για την έκδοση της (β) ότι τα παραπάνω από 27.9.1997 και 24.2.1998 ιδιωτικά συμφωνητικά είναι πλαστά τόσο ως προς το περιεχόμενο τους όσο και ως προς τις υπογραφές τους (γ) ότι αυτοί συνεβλήθησαν με εργολάβο την εταιρία " …" και όχι με την αιτούσα την έκδοση της διαταγής πληρωμής Ε. συζ. Ν. Κ.-ενάγουσα- (δ) ότι δεν τους παραδόθηκε το συμφωνημένο έργο και δεν υπάρχει πρακτικό παραλαβής-παράδοσης του έργου (ε) ότι η αξιούμενη με την διαταγή πληρωμής οφειλή έχει υποπέσει σε πενταετή παραγραφή (στ) ότι η έκδοση της διαταγής πληρωμής έγινε καταχρηστικά ενάντια στην καλή πίστη και τα χρηστά ήθη. Επί της ανακοπής αυτής εκδόθηκε η 138/2005 απόφαση του παραπάνω δικαστηρίου που την απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη, κατά της οποίας ασκήθηκε έφεση. Οι εκκαλούντες-εναγόμενοι ισχυρίστηκαν πρωτοδίκως ότι υπάρχει εκκρεμοδικία επειδή δεν έχει εκδοθεί ακόμη τελεσίδικη απόφαση στην εν λόγω έφεση που ασκήθηκε κατά της 138/2005 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ρόδου. Με αυτά τα δεδομένα και ενόψει ότι η ανακοπή βάλλει κυρίως κατά της νομότυπης έκδοσης της διαταγής πληρωμής, της ενεργητικής νομιμοποίησης της καθής η ανακοπή και της γνησιότητας των παραπάνω ιδιωτικών συμφωνητικών ενώ η ένδικη αγωγή αφορά καταβολή υπολοίπου εργολαβικής αμοιβής, ανεξαρτήτως ότι το δια της αγωγής αιτούμενο ποσό είναι το αυτό με το επιδικασθέν με τη διαταγή πληρωμής, από την ύπαρξη των πιο πάνω εκκρεμών δικών δεν υπάρχει εκκρεμοδικία που να εμποδίζει την εκδίκαση της ένδικης αγωγής εφόσον μεταξύ των δικών που εκκρεμούν δεν υπάρχει πλήρης ταυτότητα διαφοράς. Επομένως δεν έσφαλε η εκκαλούμενη απόφαση που κατέληξε στην ίδια κρίση και είναι αβάσιμος κι απορριπτέος ο σχετικός λόγος έφεσης που υποστηρίζει το αντίθετο. Εξάλλου εκδόθηκε ήδη η με αριθ. 55/2008 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου που απέρριψε κατ' ουσία την ανωτέρω έφεση των δύο πρώτων εκκαλούντων κατά της 138/2005 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ρόδου και ως εκ τούτου το αίτημα των εκκαλούντων να ανασταλεί η εκδίκαση της ένδικης αγωγής μέχρι να εκδοθεί απόφαση επί της εφέσεως (κατά της 138/2005 απόφασης) είναι άνευ αντικειμένου". Με τις πιο πάνω παραδοχές της η προσβαλλόμενη απόφαση διέλαβε επαρκή, σαφή και ουδόλως αντιφατική αιτιολογία , η οποία στηρίζει πλήρως το διατακτικό της. Συνακόλουθα, ο πιο πάνω αναιρετικός λόγος πρέπει ν' απορριφθεί . Περαιτέρω, προβάλλεται η από το άρθρο 559 αρ 14 πλημμέλεια, για το λόγο ότι λόγω της ύπαρξης της παραπάνω διαταγής πληρωμής δεν υφίστατο υπέρ της αναιρεσίβλητης έννομο συμφέρον για την έγερση της ένδικης αγωγής. Όμως : α) ουδόλως μνημονεύεται πως ο ισχυρισμός προβλήθηκε ειδικά, συγκεκριμένα και κατά ποίο τρόπο στο Εφετείο (αρθρ 562 παρ 2 ΚΠολΔ βλ και σχΑΠ 75/2008), αφού τα παραπάνω αναφερόμενα δεν αφορούν τη δημόσια τάξη (σχετ και ΟλΑΠ2/2002, ΑΠ162/2004, ΑΠ1543/2008) β)η παράλειψη του δικαστηρίου στα πλαίσια της διάταξης του άρθρου 222ΚΠολΔ να αναστείλει τη διαδικασία (και τούτο έκρινε το δευτεροβάθμιο δικαστήριο) δεν θεμελιώνει τον πιο πάνω αναιρετικό λόγο (ΑΠ 290/2005). Άρα και ο από το άρθρο 559 αρ 14 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, είναι αβάσιμος. Δικαστική δαπάνη υπέρ της αναιρεσίβλητης δεν θα επιδικασθεί , εφ' όσον αυτή, λόγω της ερημοδικίας της, δεν υποβλήθηκε σε έξοδα. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 15-3-2010 αίτηση των Ι. Μ. και Φ. συζ. Ι. Μ. προς αναίρεση της με αριθμό 133/2008 απόφασης του Εφετείου Δωδεκανήσου. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 5 Ιουνίου 2013 Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 3 Σεπτεμβρίου 2013 Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ