Αριθμός 1688/2023 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Α2' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αικατερίνη Κρυσταλλίδου, Μαρία Ανδρικοπούλου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη και Παναγιώτα Πασσίση - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 13 Δεκεμβρίου 2021, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Των αναιρεσειόντων: 1) Χ. Κ. του Σ., 2) Σ. Κ. του Χ., 3) Α. - Ε. Κ. του Χ., 4) Α. Κ. του Χ., ο οποίος τελεί υπό δικαστική συμπαράσταση και εκπροσωπείται νόμιμα από τον ορισθέντα δικαστικό συμπαραστάτη του, Χ. Κ. του Σ. και 5) Ρ. Κ. του Χ., κατοίκων .... Οι 1ος, 3ος, 4ος και 5η αναιρεσίβλητοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Παναγιώτη Γιαννόπουλο, ο οποίος ανακάλεσε την από 16-11-2021 δήλωσή του για παράσταση με το άρθρο 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ. και παραστάθηκε στο ακροατήριο, ενώ ο δεύτερος αναιρεσίβλητος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο. Των αναιρεσιβλήτων: 1) Χ. Σ. του Λ., 2) Α. συζύγου Χ. Σ. και 3) Δ. Μ. του Σ., κατοίκων …. Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Νικόλαο Μπέζα. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29-8-2015 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσπρωτίας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4/2017 του ίδιου Δικαστηρίου και 56/2018 του Τριμελούς Εφετείου Κέρκυρας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 6-6-2019 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των παραστάντων αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 94 § 1, 96 § 1, 97 και 104 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, στα πολιτικά δικαστήρια οι διάδικοι έχουν υποχρέωση να παρίστανται με πληρεξούσιο δικηγόρο, η πληρεξουσιότητα προς τον οποίο δίνεται είτε με συμβολαιογραφικό έγγραφο είτε με προφορική δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά και παρέχει το δικαίωμα να παριστά στο δικαστήριο εκείνον που την έδωσε, να ενεργεί όλες τις κύριες ή παρεπόμενες πράξεις που αφορούν τη διεξαγωγή της δίκης, στις οποίες περιλαμβάνεται, πλην άλλων, και η άσκηση ένδικων μέσων, καθώς και να παρίσταται στις αντίστοιχες δίκες που δημιουργούνται από τις πράξεις αυτές. Για τις προπαρασκευαστικές πράξεις και τις κλήσεις έως τη συζήτηση στο ακροατήριο θεωρείται ότι υπάρχει πληρεξουσιότητα, ενώ για τη συζήτηση στο ακροατήριο απαιτείται ρητή πληρεξουσιότητα και αν αυτή δεν υπάρχει κηρύσσονται άκυρες όλες οι πράξεις, ακόμη και εκείνες που είχαν γίνει προηγουμένως, το δε δικαστήριο ελέγχει, αυτεπαγγέλτως, σε κάθε στάση της δίκης, την έλλειψη της πληρεξουσιότητας καθώς και την υπέρβασή της. Από τις παραπάνω διατάξεις σε συνδυασμό με αυτές των άρθρων 576 παρ. 2 και 577 παρ. 1 ΚΠολΔ συνάγεται ότι, επί ερημοδικίας του φερόμενου ως ασκήσαντος την αναίρεση διαδίκου, χωρίς την απόδειξη της υπάρξεως πληρεξουσιότητας αυτού προς τον υπογράφοντα αυτήν (αναίρεση) δικηγόρο, η τελευταία απορρίπτεται ως απαράδεκτη (ΟλΑΠ 13/2008, ΑΠ 2057/2022, ΑΠ 1054/2014, ΑΠ 1852/2007). Εν προκειμένω, ο δεύτερος των αναιρεσειόντων Σ. Κ., απλός ομόδικος των λοιπών εξ αυτών, ο οποίος δεν εμφανίστηκε κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του πινακίου της αναφερόμενης στην αρχή της παρούσας δικασίμου, κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα από τους λοιπούς ομοδίκους του, οι οποίοι και επέσπευσαν νομίμως τη συζήτηση της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, για να παραστεί στη συζήτηση κατά την αρχικώς ορισθείσα δικάσιμο της 12ης.4.2021 [βλ. την υπ' αριθ. ... έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας του Εφετείου Κέρκυρας, με έδρα το Πρωτοδικείο Θεσπρωτίας, Α. Τ., κατά την οποία η υπόθεση ματαιώθηκε λόγω της προσωρινής αναστολής λειτουργίας των δικαστηρίων εξαιτίας της πανδημίας COVID-19, και προσδιορίστηκε εκ νέου, κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 83 παρ. 2 του ν. 4790/2021 (ΦΕΚ 48/Α/31.3.2021), αυτεπαγγέλτως με πράξη του Προέδρου του Α2 Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου, η αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμος, χωρίς να απαιτείται νέα κλήτευση του απολειπόμενου αναιρεσείοντος, καθόσον η εγγραφή της υπόθεσης στο οικείο πινάκιο του δικαστηρίου που γίνεται από το γραμματέα, ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων για τη νέα δικάσιμο, σύμφωνα με την ως άνω νομοθετική ρύθμιση. Προϋπόθεση δε της εγκυρότητας της κλητεύσεως αυτής, λόγω της εγγραφής στο πινάκιο, είναι ότι ο απολιπόμενος δεύτερος αναιρεσείων, κατά την οίκοθεν ορισθείσα νέα δικάσιμο, είχε νομίμως και εμπροθέσμως κλητευθεί να παραστεί κατά την αρχική δικάσιμο, κατά την οποία η συζήτηση της υπόθεσης ματαιώθηκε, κατ' αναλογική εφαρμογή των όσων ισχύουν σε περίπτωση αναβολής της υπόθεσης με αίτημα των διαδίκων και εγγραφής της στο πινάκιο από το γραμματέα. Την αίτηση αναίρεσης υπογράφει και ως προς τον απολειπόμενο ως άνω αναιρεσείοντα, ο δικηγόρος ΔΣ Θεσσαλονίκης Παναγιώτης Γιαννόπουλος, ο οποίος, όμως, παριστάμενος για τους λοιπούς αναιρεσείοντες, δεν προσκομίζει συμβολαιογραφικό πληρεξούσιο για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης και το δικαίωμα παράστασής του κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου σε σχέση με τον εν λόγω διάδικο. Επομένως η αίτηση αναίρεσης ως προς τον απολιπόμενο δεύτερο αναιρεσείοντα πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη. Από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 553 § 1β, 74, 75 §§ 1 και 2 και 76 § 1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι σε περίπτωση απλής ομοδικίας, η οποία υπάρχει και όταν ενάγονται περισσότεροι του ενός ως εις ολόκληρον υπόχρεοι για αποζημίωση από αδικοπραξία, η οριστική απόφαση που εκδίδεται, καθίσταται τελεσίδικη αυτοτελώς έναντι εκάστου ομοδίκου και, συνεπώς, υπόκειται σε αναίρεση ως προς εκείνον από τους ομοδίκους που έγινε τελεσίδικη έστω και αν δεν έγινε τελεσίδικη ως προς όλους τους ομοδίκους (ΑΠ 184/2021, ΑΠ 688/2019, ΑΠ 965/2017). Στην προκείμενη περίπτωση, η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης, με την οποία προσβάλλεται η εκδοθείσα, κατά την τακτική διαδικασία, ερήμην της τέταρτης των εναγομένων-εφεσιβλήτων (μη διαδίκου στην αναιρετική αυτή δίκη), υπ' αριθ. 56/2018 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κέρκυρας, με την οποία απορρίφθηκε κατ' ουσίαν η από 22.6.2017 έφεση των εναγόντων, ήδη αναιρεσειόντων, κατά της υπ' αριθ. 4/2017 οριστικής αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσπρωτίας, που απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την από 29.8.2015 αγωγή αποζημίωσης των τελευταίων, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 495, 564 παρ. 1 ΚΠολΔ), παραδεκτά δε στρέφεται κατά των τριών μόνο, εκ των έξι, εναχθέντων με την αγωγή, ως εις ολόκληρον υπόχρεων προς αποζημίωση από αδικοπραξία, συνδεόμενων μεταξύ τους με το δεσμό της απλής ομοδικίας, χωρίς να είναι αναγκαίο να στρέφεται και κατά της ερημοδικασθείσας τέταρτης εναγομένης, καθώς και των λοιπών συνεναγομένων, αφού, όπως αναφέρθηκε στη μείζονα σκέψη, η τελεσιδικία της απόφασης κρίνεται χωριστά για καθένα εκ των εναχθέντων ως εις ολόκληρον συνυπόχρεων. Από τη διάταξη του άρθρου 68 ΚΠολΔ προκύπτει ότι για τη νομιμοποίηση προς διεξαγωγή συγκεκριμένης δίκης αρκεί καταρχήν ο ισχυρισμός του ενάγοντος ότι αυτός και ο εναγόμενος είναι τα υποκείμενα της επίδικης ουσιαστικής έννομης σχέσης, ότι δηλαδή ο ίδιος είναι φορέας του ασκούμενου επίδικου δικαιώματος και ο εναγόμενος της αντίστοιχης υποχρέωσης. Για τον έλεγχο της νομιμοποίησης το δικαστήριο οφείλει να αρκεσθεί στους εμπεριεχόμενους στο εισαγωγικό δικόγραφο ισχυρισμούς. Αρκεί, δηλαδή, μόνον ο ισχυρισμός του ενάγοντος ότι αυτός είναι ο φορέας του δικαιώματος και ο εναγόμενος ο φορέας της αντίστοιχης υποχρεώσεως ή ότι αυτοί είναι τα υποκείμενα της έννομης σχέσης, που φέρεται προς κρίση. Αν οι αγωγικοί ισχυρισμοί δεν αιτιολογούν ένα τέτοιο σύνδεσμο ενάγοντος και εναγομένου, η αγωγή θα είναι ανομιμοποίητη και θα απορριφθεί ως απαράδεκτη. Αν, όμως, οι αγωγικοί ισχυρισμοί αιτιολογούν μεν τον ως άνω σύνδεσμο αλλά αποδεικνύεται η αναλήθεια των ισχυρισμών αυτών, τότε η αγωγή θα απορριφθεί όχι για έλλειψη νομιμοποίησης, αλλά ως αβάσιμη για ανυπαρξία του επίδικου δικαιώματος ή της επίδικης υποχρεώσεως. Ποια πρόσωπα είναι οι - κατά κανόνα- φορείς συγκεκριμένων δικαιωμάτων ή υποχρεώσεων ορίζεται από το ουσιαστικό δίκαιο που επιτρέπει την άσκηση της αγωγής. Συνεπώς, η από μέρους του εναγομένου προβαλλόμενη έλλειψη ενεργητικής ή παθητικής νομιμοποίησης δεν συνιστά ένσταση, αλλά άρνηση της βάσης της αγωγής (AΠ 783/2021, ΑΠ 266/2021, ΑΠ 260/2020, ΑΠ 59/2019). Ο αναιρετικός έλεγχος της νομιμοποιήσεως, κατά την άποψη που επικράτησε μετά την ΟλΑΠ 18/2005 (ομοίως και ΟλΑΠ 25/2008), γίνεται με το λόγο αναιρέσεως από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, διότι κατά τον ΚΠολΔ η νομιμοποίηση των διαδίκων νοείται ως η εξουσία διεξαγωγής συγκεκριμένης δίκης για συγκεκριμένη έννομη σχέση. Επειδή λοιπόν το ουσιαστικό δίκαιο καθορίζει το αντικείμενο της έννομης σχέσης αλλά και τους φορείς, η τυχόν εσφαλμένη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας για το ζήτημα της νομιμοποίησης κάποιου διαδίκου σημαίνει ότι το σφάλμα αυτό οφείλεται σε παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΑΠ 266/2021, ΑΠ 260/2020, ΑΠ 59/2019). Συνεπώς, η εσφαλμένη κρίση του δικαστηρίου ότι συντρέχουν ή όχι οι προϋποθέσεις αυτές ιδρύει τον αναιρετικό λόγο του αριθμού 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και όχι εκείνο του αριθμού 14 του ίδιου Κώδικα, ο οποίος ανακύπτει μόνο όταν στο δικόγραφο της αγωγής δεν εκτίθενται τα στοιχεία που θεμελιώνουν τη νομιμοποίηση και δικαιολογούν το έννομο συμφέρον για την άσκησή της (ΑΠ 1542/2022, ΑΠ 1537/2022, ΑΠ 1278/2017, ΑΠ 632/2014), οπότε, όπως αναφέρθηκε, η αγωγή απορρίπτεται ως απαράδεκτη (ΑΠ 1189/2022, ΑΠ 1165/2021, ΑΠ 1415/2019). Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 247, 251, 298, 914 και 937 ΑΚ συνάγεται ότι, σε περίπτωση αδικοπραξίας, αφότου εκδηλώθηκε το ζημιογόνο γεγονός, γεννάται αξίωση αποζημίωσης υπέρ του ζημιωθέντος για την όλη ζημία, θετική και αποθετική, παρούσα ή μέλλουσα, αν είναι προβλεπτή κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων και εφόσον είναι δυνατή η δικαστική της επιδίωξη, η δε παραγραφή της αξίωσης αυτής είναι πενταετής και αρχίζει να τρέχει για όλες τις ζημίες ενιαίως από τότε που ο ζημιωθείς έλαβε γνώση των πρώτων επιζήμιων συνεπειών και του υπόχρεου προς αποζημίωση (ΑΠ 1236/2022, ΑΠ 401/2020, ΑΠ 747/2018). Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 261 παρ. 1 εδ. α' ΑΚ, η παραγραφή διακόπτεται με την άσκηση της αγωγής, ήτοι με την επίδοση αυτής κατά τα άρθρα 215 παρ. 1 και 221 παρ. 1 του ΚΠολΔ. Επίσης, κατά το άρθρο 263 ΑΚ, κάθε παραγραφή που διακόπηκε με την έγερση της αγωγής, θεωρείται σαν να μη διακόπηκε, αν ο ενάγων παραιτηθεί από την αγωγή ή η αγωγή απορριφθεί τελεσίδικα για λόγους μη ουσιαστικούς. Αν ο δικαιούχος εγείρει και πάλι την αγωγή εντός έξι μηνών, η παραγραφή θεωρείται ότι έχει διακοπεί με την προηγούμενη αγωγή. Με την τελευταία διάταξη ο νόμος ρυθμίζει ειδικά την παραίτηση από την αγωγή ή την απόρριψη αυτής για λόγους μη ουσιαστικούς, επαναλαμβάνοντας διάταξη του προϊσχύοντος δικαίου, ότι, με την παραίτηση ή απόρριψη αυτή, ματαιούται μεν η διακοπή και λογίζεται πως δεν έγινε, πλην, όμως, αν ο δικαιούχος επανεγείρει την αγωγή εντός έξι μηνών από την παραίτηση ή την τελεσίδικη απόρριψη, η διακοπή της παραγραφής λογίζεται ότι εχώρησε από την πρώτη αγωγή. Κατά την έννοια του νόμου, απόρριψη της αγωγής για λόγους μη ουσιαστικούς υπάρχει σε κάθε περίπτωση, κατά την οποία απορρίπτεται η αγωγή για λόγο, που δεν ανάγεται στη νομική και ουσιαστική βασιμότητα της υπό διάγνωση απαίτησης. Τέτοιοι λόγοι μπορεί να είναι η μη συνδρομή των διαδικαστικών προϋποθέσεων της δίκης, η έλλειψη ικανότητας δικαστικής παράστασης, η αοριστία της αγωγής και γενικότερα οι λόγοι εκείνοι που, κατά βασική δικονομική αρχή, ερευνώνται πριν από την αξιολόγηση της ύπαρξης και του περιεχομένου της ουσιαστικής αξίωσης και των οποίων η θετική ή αρνητική συνδρομή παρεμποδίζει τη διάγνωση αυτής. Ως επανέγερση δε της αγωγής νοείται η άσκηση νέας αγωγής από τον ίδιο ενάγοντα ή σε περίπτωση που μεσολαβήσει νόμιμη καθολική ή ειδική διαδοχή από το διάδοχό του, κατά του ίδιου εναγομένου και σε περίπτωση διαδοχής, των διαδόχων αυτού, που βασίζεται στην ίδια με την προηγούμενη νομική και ιστορική αιτία (ΑΠ 261/2022, ΑΠ 756/2022, ΑΠ 826/2020, ΑΠ 416/2019). Ταυτότητα ιστορικής αιτίας υπάρχει όταν τα περιστατικά που συγκροτούν το πραγματικό της νομικής διάταξης που εφαρμόστηκε στην προηγούμενη δίκη, είναι τα ίδια με αυτά που συνθέτουν το πραγματικό της νομικής διάταξης που πρόκειται να εφαρμοστεί στη νέα δίκη. Η ταυτότητα αυτή υπάρχει και όταν με τη νέα αγωγή επέρχονται οι αναγκαίες διαφοροποιήσεις με τις οποίες συμπληρώνονται οι ασάφειες ή οι ελλείψεις που προκάλεσαν το δικονομικό απαράδεκτο της προηγούμενης αγωγής, αρκεί να μην μεταβάλλεται η ταυτότητα της αξίωσης, υπέρ της οποίας πρέπει να παρασχεθεί δικαστική προστασία (ΑΠ 756/2022, ΑΠ 125/2020, ΑΠ 826/2020, ΑΠ 113/2019). Το διακοπτικό αποτέλεσμα της παραγραφής δεν επηρεάζεται από τον περιορισμό του αιτήματος της νέας αγωγής, ούτε από την υποβολή με αυτήν προσθέτου ή διαφόρου αιτήματος, το οποίο συνάπτεται με τη δικαστική νομιμοποίηση των διαδίκων και δεν διαφοροποιεί την ταυτότητα της διαγνωστέας αξίωσης (ΑΠ 261/2022, ΑΠ 505/2020). Επομένως, εάν ο δικαιούχος επανεγείρει την αγωγή του εντός έξι μηνών από την τελεσιδικία της απόφασης που απέρριψε για λόγους μη ουσιαστικούς την προηγούμενη αγωγή αυτού, η παραγραφή λογίζεται ότι έχει διακοπεί με την άσκηση της αρχικής αγωγής (ΑΠ 113/2019, ΑΠ 404/2008). Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 322 παρ.1 εδ. β' του ΚΠολΔ το δεδικασμένο εκτείνεται και επί του δικονομικού ζητήματος που κρίθηκε οριστικά. Ως τέτοιο, νοείται, κυρίως, η απόρριψη της αγωγής, ως απαράδεκτης, λόγω έλλειψης μιας ή περισσότερων διαδικαστικών προϋποθέσεων, που αναφέρονται είτε στους διαδίκους (ικανότητα να είναι διάδικος ή να παρίσταται στο δικαστήριο), είτε στο δικαστήριο (αρμοδιότητα), είτε στο αντικείμενο της δίκης (εκκρεμοδικία, δεδικασμένο), είτε στο εισαγωγικό έγγραφο της δίκης (ορισμένο της αγωγής). Ειδικότερα, η απόφαση, που απορρίπτει την αγωγή ως απαράδεκτη, λόγω αοριστίας, δεν λύνει το ζήτημα της ύπαρξης ή όχι του ουσιαστικού δικαιώματος, του οποίου έγινε επίκληση. Έτσι, το δικαίωμα αυτό εξακολουθεί να είναι νομικά αμφισβητήσιμο και μετά την κατά τα άνω απόρριψη της αγωγής. Τούτο δε, διότι στην περίπτωση αυτή η δέσμευση από το δεδικασμένο καταλαμβάνει μόνο το συγκεκριμένο λόγο απόρριψης της αγωγής, με την έννοια ότι σε περίπτωση άσκησης νέας, όμοιας, κατά περιεχόμενο αγωγής με την προηγουμένη, ήτοι αγωγής που εμφανίζει την ίδια δικονομική έλλειψη, το δικαστήριο θα απορρίψει αυτήν, ως απαράδεκτη, λόγω δεδικασμένου περί την έλλειψη της εν λόγω διαδικαστικής προϋπόθεσης, χωρίς να ερευνήσει αν ορθώς ή εσφαλμένως έκρινε το προηγούμενο δικαστήριο. Αντίθετα, εφόσον με τη δεύτερη αγωγή επέρχονται οι αναγκαίες διαφοροποιήσεις με τις οποίες συμπληρώνονται οι ασάφειες ή ελλείψεις που προκάλεσαν την έλλειψη της διαδικαστικής προϋπόθεσης του ορισμένου αυτής, δεν ισχύει πλέον το δεδικασμένο και είναι επιτρεπτή η άσκηση εκ νέου της ως άνω δεύτερης αγωγής (ΑΠ 113/2019, ΑΠ 43/2015, ΑΠ 190/2008). Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ.1 εδ. α' του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006). Από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης, παραδεκτώς επισκοπούμενα, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, προκύπτουν τα ακόλουθα: Οι ήδη αναιρεσείοντες άσκησαν αρχικά την από 22.6.2011 αγωγή τους ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσπρωτίας, με την οποία ισχυρίστηκαν ότι κατέστησαν αποκλειστικοί συγκύριοι του περιγραφόμενου ακινήτου (οικοπέδου μετά της επ' αυτού πολυώροφης οικοδομής) λόγω κληρονομικής εξ αδιαθέτου διαδοχής της αποβιώσασας, στις 29.6.2010, Δ. Κ., συζύγου του πρώτου εξ αυτών και μητέρας των λοιπών, κατά τα αναφερόμενα εξ αδιαιρέτου ποσοστά, την κληρονομία της οποίας αποδέχθηκαν σιωπηρά με την παρέλευση της από το νόμο προβλεπόμενης τετράμηνης προθεσμίας αποποιήσεως. Ότι οι πρώτος και δεύτερη των εναγομένων, ήδη πρώτος και δεύτερη των αναιρεσιβλήτων, συγκύριοι του όμορου, προς νότον, οικοπέδου, κατά το έτος 2006 προέβησαν στην έναρξη εργασιών για την ανέγερση στο οικόπεδό τους διώροφης οικοδομής, με υπόγειο και στέγη, αναθέτοντας στον τρίτο εναγόμενο, ήδη τρίτο αναιρεσίβλητο, αρχιτέκτονα μηχανικό, την επίβλεψη και διεύθυνση του έργου, στην τέταρτη εναγόμενη τεχνική εταιρεία (μη διάδικο στην προκείμενη αναιρετική δίκη), την εκτέλεση των εργασιών προσωρινής αντιστηρίξεως των πρανών εκσκαφής, στον πέμπτο εναγόμενο (μη διάδικο, ήδη αποβιώσαντα), την εκσκαφή με εκσκαπτικό μηχάνημα τάφρου, κατά μήκος των κοινών ορίων των δύο ως άνω όμορων οικοπέδων, προκειμένου να κατασκευαστεί από την τέταρτη εναγομένη υπόγειος ξύλινος σανιδότοιχος αντιστηρίξεως των πρανών εκσκαφής, και στον έκτο εναγόμενο, πολιτικό μηχανικό (μη διάδικο εν προκειμένω) την εκπόνηση της μελέτης της προσωρινής αντιστήριξης των πρανών εκσκαφής. Ότι οι εναγόμενοι δεν έλαβαν τα επιβαλλόμενα, από τις περιστάσεις, μέτρα για την αναγκαία αντιστήριξη του εδάφους κατά μήκος του κοινού ορίου των δύο ιδιοκτησιών, το οποίο (κοινό όριο) βρίσκεται σε απόσταση μόλις 1,50 μ. από τη νότια πλευρά της οικοδομής των εναγόντων, ήδη αναιρεσειόντων, με αποτέλεσμα, στις 8 Σεπτεμβρίου 2006, κατά τη διάρκεια των εργασιών εκσκαφής και αντιστηρίξεως των πρανών εκσκαφής, να προκληθούν, από αποκλειστική υπαιτιότητά τους (αμέλεια), σοβαρές υλικές ζημίες στην οικοδομή των εναγόντων και στον περιβάλλοντα αυτήν αύλειο χώρο, στο τοιχίο περίφραξης στη νότια πλευρά του οικοπέδου τους, στην αποχέτευση (βόθρο) και στο υπόγειο της οικοδομής τους, το οποίο χρησιμοποιούσαν ως αποθηκευτικό χώρο. Ότι εξαιτίας της συνεχούς εισροής ομβρίων υδάτων στο υπόγειο της οικοδομής τους μετά από κάθε βροχόπτωση, λόγω των προκληθεισών ρηγματώσεων στο δάπεδο του υπογείου, ο χώρος αυτός είχε καταστεί ακατάλληλος για κάθε χρήση, με συνέπεια την αδυναμία χρήσεως του υπογείου, ως αποθηκευτικού χώρου, από το Σεπτέμβριο του 2006 έως και το Νοέμβριο του 2009 και την ολοσχερή καταστροφή τόσο του υπογείου όσον και των εντός αυτού αναφερόμενων κινητών πραγμάτων (θύρες, ντουλάπες, λέβητας κεντρικής θέρμανσης, κρεβάτι κλπ). Ότι προκειμένου να αποκατασταθούν οι ζημίες, που προκλήθηκαν στην οικοδομή τους και στον περιβάλλοντα αυτήν χώρο, η δικαιοπάροχός τους, προ του θανάτου της, ως αποκλειστική κυρία του ακινήτου, δαπάνησε, από το Σεπτέμβριο του 2006 έως και τον Οκτώβριο του 2009 τα αναφερόμενα ποσά. Ότι, τέλος, λόγω των σοβαρών υλικών ζημιών, που προκλήθηκαν στην οικοδομή τους και τον περιβάλλοντα αυτήν χώρο και, επίσης, λόγω αποστερήσεως της χρήσεως του υπογείου αυτής, το οποίο χρησιμοποιούσαν ως αποθηκευτικό χώρο, καθώς η οικοδομή αυτή αποτελούσε, από το έτος 1974, την κύρια κατοικία τους, υπέστησαν, από το Σεπτέμβριο του έτους 2006, οπότε εκδηλώθηκε η ζημιογόνος συμπεριφορά των εναγομένων, έως και τον Οκτώβριο του έτους 2009, οπότε αποκαταστάθηκαν οι βλάβες στη θεμελίωση της οικοδομής από τη δικαιοπάροχό τους, ηθική βλάβη. Κατόπιν τούτων, οι ενάγοντες, ήδη αναιρεσείοντες, ζήτησαν ως άμεσοι ζημιωθέντες να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι (εκ των οποίων οι πρώτος, δεύτερη και τρίτος είναι ήδη αναιρεσίβλητοι), ως ενεχόμενοι από αδικοπραξία, να τους καταβάλουν, ως αποζημίωση, για την αποκατάσταση της επικαλούμενης θετικής και αποθετικής ζημίας τους, το συνολικό ποσό των 300.472,69 ευρώ, στο οποίο περιλαμβάνονται, ειδικότερα, οι δαπάνες για την αποκατάσταση των ζημιών, η αξία των καταστραφέντων κινητών του υπογείου, η αποζημίωση για την αποστέρηση της χρήσης του υπογείου, η αποζημίωση για την ολοσχερή καταστροφή του τοιχίου περίφραξης του οικοπέδου τους, του υπογείου της οικοδομής και της αποχέτευσης (βόθρου) αυτής, καθώς και η αποζημίωση για τη μείωση της αξίας της οικοδομής, κατά το ανήκον σε καθένα τους ποσοστό συγκυριότητας στο επίδικο ακίνητο, και, επιπλέον, το ποσό των 100.000 ευρώ στον καθένα, ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής τους. Η αγωγή αυτή απορρίφθηκε με την υπ' αριθ. 74/2012 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσπρωτίας λόγω της ερημοδικίας των εναγόντων. Κατά της απορριπτικής αυτής αποφάσεως οι τελευταίοι άσκησαν την από 12.11.2012 έφεση, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ' αριθ. 15/2015 απόφαση του Εφετείου Κέρκυρας (υπό τριμελή σύνθεση), με την οποία απορρίφθηκε (ερήμην της τέταρτης εφεσίβλητης-εναγομένης) η ως άνω αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων ως μη νόμιμη, δεχόμενο το Εφετείο, προς θεμελίωση της κρίσης του για το νόμω αβάσιμο της αγωγής, τα ακόλουθα: "... Περαιτέρω, ωστόσο, σε σχέση με τη νομική βασιμότητα της αγωγής, πρέπει να λεχθεί ότι για τις δαπάνες, στις οποίες υποβλήθηκε η δικαιοπάροχός τους προς αποκατάσταση των υλικών ζημιών που προκλήθηκαν στην επίδικη οικοδομή, οι ενάγοντες δεν έχουν, όπως ισχυρίζονται, δικαίωμα αποζημιώσεως, ως αμέσως ζημιωθέντες, καθόσον αμέσως ζημιωθείσα ήταν η δικαιοπάροχός τους, η οποία, κατά τα ιστορούμενα στο δικόγραφο της αγωγής, υπεβλήθη στις αντίστοιχες δαπάνες αποκατάστασης των ζημιών. Επομένως, εφόσον η τελευταία απεβίωσε, τις σχετικές αξιώσεις της οι ενάγοντες μόνον ως καθολικοί της διάδοχοι δύνανται να ασκήσουν. Εξάλλου, και για την αξία του τοιχίου περίφραξης της οικοδομής, του υπογείου και του βόθρου αυτής, λόγω ολοσχερούς καταστροφής τούτων, όπως και για τη μείωση της αξίας της όλης οικοδομής, ομοίως, οι ενάγοντες δεν έχουν δικαίωμα αποζημιώσεως, ως αμέσως ζημιωθέντες, καθόσον, με βάση τα διαλαμβανόμενα στη μείζονα σκέψη, τις σχετικές αξιώσεις νομιμοποιείται να ασκήσει αποκλειστικά και μόνον ο κύριος, ενώ οι ενάγοντες, αν και επικαλούνται κτήση κυριότητας στο επίδικο με κληρονομική διαδοχή, δεν αναφέρουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο προς τούτο και ειδικότερα δεν αναφέρουν ότι προέβησαν με δημόσιο έγγραφο σε δήλωση αποδοχής της κληρονομίας της δικαιοπαρόχου τους και ότι μετέγραψαν νομίμως την εν λόγω δήλωση ή το κληρονομητήριο, αλλ' αντιθέτως αναφέρουν ότι η αποδοχή της κληρονομίας της δικαιοπαρόχου τους προκύπτει κατ' αμάχητο τεκμήριο από την παρέλευση απράκτου της υπό του νόμου τασσομένης προθεσμίας αποποιήσεως, πράγμα που,...., δεν αρκεί για την εκ μέρους του κληρονόμου κτήση κυριότητας σε κληρονομιαίο ακίνητο. Επομένως, εφόσον, υπό τα εκτιθέμενα στην αγωγή, δεν απέκτησαν οι ενάγοντες κυριότητα στο επίδικο κληρονομιαίο ακίνητο, τις ως άνω αξιώσεις αποζημιώσεως, όπως και στην προηγούμενη περίπτωση, μόνον ως καθολικοί διάδοχοι της εχούσης κυριότητα δικαιοπαρόχου τους μπορούν να ασκήσουν. Ως εκ τούτου, η αξίωση (προφανώς ενν. αγωγή) σε σχέση με τις ανωτέρω αξιώσεις αποζημιώσεως που άσκησαν οι ενάγοντες, ως αμέσως ζημιωθέντες και όχι ως κληρονόμοι της δικαιοπαρόχου τους, είναι μη νόμιμη. Περαιτέρω, κατά το χρονικό διάστημα από το Σεπτέμβριο του έτους 2006 έως και το Νοέμβριο του έτους 2009, που ζούσε η δικαιοπάροχος των εναγόντων, δικαίωμα αποζημιώσεως λόγω αποστερήσεως της χρήσεως του υπογείου της επιδίκου οικοδομής, είχε αυτή ως κυρία, νομέας και κάτοχος της οικοδομής. Αντιθέτως, οι ενάγοντες εκ μόνου του γεγονότος ότι κατοικούσαν στην οικοδομή, λόγω της οικογενειακής σχέσης που τους συνέδεε με την τελευταία, (ο πρώτος ήταν σύζυγός της και οι λοιποί τέκνα της), δεν είχαν τέτοιο δικαίωμα, κατά το ανωτέρω χρονικό διάστημα, διότι έπρεπε προς τούτο να έχουν δικαίωμα κατοχής βάσει εννόμου σχέσεως με τη δικαιοπάροχό τους, όπως η σύμβαση χρησιδανείου, που να τους παρέχει το δικαίωμα εκμεταλλεύσεως της οικοδομής αυτής. Τέτοια, όμως, έννομη σχέση αυτοί δεν επικαλέσθηκαν. Ενόψει δε του ότι δεν ανέφεραν έννομη σχέση συνδέουσα αυτούς με το επίδικο ακίνητο, για το ίδιο ως άνω χρονικό διάστημα, που ζούσε η δικαιοπάροχός τους, δεν νομιμοποιούνται να ασκήσουν ούτε δικαίωμα χρηματικής ικανοποιήσεως, λόγω ηθικής βλάβης. Εξάλλου, το δικαίωμα αυτό δεν δύνανται να ασκήσουν ούτε ως κληρονόμοι της αποβιωσάσης δικαιοπαρόχου τους, καθόσον τούτο, σύμφωνα με τα ανωτέρω εκτεθέντα, δεν κληρονομείται παρά μόνον στις περιπτώσεις που αναγνωρίσθηκε συμβατικά ή επιδόθηκε γι' αυτό αγωγή, οι οποίες (περιπτώσεις) δεν επικαλούνται οι ενάγοντες ότι συντρέχουν στην προκείμενη περίπτωση. Επομένως, η αγωγή και ως προς τις ανωτέρω αξιώσεις αποζημιώσεως και χρηματικής ικανοποιήσεως των εναγόντων είναι μη νόμιμη. Και τούτο πέραν της αοριστίας του κονδυλίου της αγωγής που αναφέρεται στις δαπάνες επισκευής του βόθρου και αντικατάστασης των σωλήνων ύδρευσης και αποχέτευσης της νότιας πλευράς του ακινήτου των εναγόντων που καταστράφηκαν, καθόσον αναφέρεται ένα ποσόν συνολικά, για τη δαπάνη αγοράς των υλικών και, επίσης, ένα ποσόν για τις εργασίες που θα απαιτηθούν τόσο για την επισκευή του βόθρου όσο και για την αντικατάσταση των σωλήνων, χωρίς να προσδιορίζεται ειδικότερα η δαπάνη για κάθε υλικό και για κάθε επιμέρους εργασία. Συνεπώς, πρέπει η αγωγή να απορριφθεί για τους προεκτεθέντες λόγους...". Μετά τη δημοσίευση (11.3.2015) της εφετειακής αυτής απορριπτικής απόφασης, εκδόθηκε από το Ειρηνοδικείο Ηγουμενίτσας, κατόπιν αιτήσεως των εναγόντων, ήδη αναιρεσειόντων, και χορηγήθηκε σ' αυτούς, το υπ' αριθ. 5/2015 πιστοποιητικό κληρονομητηρίου, που μεταγράφηκε νόμιμα στις 22.7.2015. Στη συνέχεια, οι ενάγοντες άσκησαν ενώπιον του ίδιου ως άνω Δικαστηρίου (Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσπρωτίας) την από 29.8.2015 νέα αγωγή τους κατά των ιδίων ως άνω εναγομένων, η οποία επιδόθηκε στους πρώτο, δεύτερη και τρίτο τούτων, ήδη αναιρεσιβλήτων, στις 1.9.2015, 1.9.2015 και 2.9.2015, αντίστοιχα, [ήτοι μέσα σε έξι μήνες από τη δημοσίευση της ως άνω υπ' αριθ. 15/2015 εφετειακής απόφασης, τελεσίδικης προς τους εν λόγω τρεις αναιρεσιβλήτους,], επικαλούμενοι τα ίδια ως άνω πραγματικά περιστατικά και αναφέροντας, πλέον, τα ελλείποντα από την προηγούμενη αγωγή τους στοιχεία, ήτοι ότι με νόμιμη κληρονομική διαδοχή, ως μοναδικοί εξ αδιαθέτου κληρονόμοι της αποβιώσασας στις 29.6.2010 Δ. Κ., συζύγου του πρώτου εξ αυτών και μητέρας των λοιπών, κατέστησαν συγκύριοι, κατά τα αναφερόμενα εξ αδιαιρέτου ποσοστά, του επίδικου ακινήτου (οικοπέδου μετά της πολυώροφης οικοδομής), δυνάμει του υπ' αριθ. 5/2015 πιστοποιητικού κληρονομητηρίου του Ειρηνοδικείου Ηγουμενίτσας, που μεταγράφηκε νόμιμα, ότι οι ανωτέρω αξιώσεις αποζημίωσης της δικαιοπαρόχου τους από τη βλάβη του ακινήτου της, μεταβιβάσθηκαν σ' αυτούς ως καθολικούς διαδόχους της, καθώς και ότι η δικαιοπάροχός τους είχε παραχωρήσει σ' αυτούς από τα έτη 2004 και 2006, για αόριστη διάρκεια, δυνάμει άτυπων συμβάσεων χρησιδανείου, την κατοχή προς αποκλειστική χρήση-εκμετάλλευση των αναφερόμενων χώρων της επίδικης οικοδομής, τέλος, δε, προσδιορίζονται ειδικότερα οι δαπάνες επισκευής του βόθρου και αντικατάστασης των κατεστραμμένων σωλήνων ύδρευσης και αποχέτευσης. Με τη νέα αυτή αγωγή τους, οι ενάγοντες, ήδη αναιρεσείοντες, ζήτησαν και πάλι να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι (από τους οποίους μόνον οι πρώτος, δεύτερη και τρίτος τυγχάνουν ήδη αναιρεσίβλητοι) να τους καταβάλουν, κατά το λόγο της κληρονομικής τους μερίδας, το (ίδιο) συνολικό ποσό των 300.472,69 ευρώ, ως αποζημίωση, από τις ίδιες ως άνω αιτίες, πλην όμως όχι με την ιδιότητά τους ως άμεσα ζημιωθέντων, αλλά ως καθολικών διαδόχων της αποβιώσασας δικαιοπαρόχου τους και δικαιούχου των ένδικων αξιώσεων, κατά τα ανωτέρω, και, επιπλέον, το ποσό των 100.000 ευρώ στον καθένα εξ αυτών, ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, που υπέστησαν, ως κάτοχοι της επίδικης οικοδομής δυνάμει των ως άνω άτυπων συμβάσεων χρησιδανείου που είχαν συνάψει με τη δικαιοπάροχο τους και κυρία τότε της επίδικης οικοδομής, λόγω αποστέρησης της χρήσης του υπογείου από το Σεπτέμβριο του 2006, που συνέβη το ζημιογόνο γεγονός, έως και τον Οκτώβριο του 2009, που αποκαταστάθηκαν από τη δικαιοπάροχό τους οι βλάβες στη θεμελίωση της οικοδομής, εξαιτίας της παράνομης και υπαίτιας συμπεριφοράς των ήδη τριών αναιρεσιβλήτων (ως και των λοιπών εναχθέντων, κατά των οποίων παραδεκτά δεν στρέφεται η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης ενόψει του χαρακτήρα της ομοδικίας ως απλής). Επικαλούνται, τέλος, με τη νέα αγωγή τους και ότι κατά των εναγομένων είχαν ασκήσει την ανωτέρω από 22.6.2011, όμοια κατά περιεχόμενο αγωγή αποζημίωσης, η οποία απορρίφθηκε τελεσίδικα με την ανωτέρω υπ' αριθ. 15/2015 απόφαση του Εφετείου Κέρκυρας για λόγους μη ουσιαστικούς και ότι, συνεπώς, νόμιμα και εμπρόθεσμα, μέσα σε έξι μήνες από τη δημοσίευση της εν λόγω τελεσίδικης απόφασης, επανεγείρουν τη νέα αυτή αγωγή τους, προβάλλοντας, έτσι καθ' υποφοράν, την αντένσταση διακοπής της παραγραφής των ένδικων αξιώσεών τους, κατ' άρθρο 263 ΑΚ, με την άσκηση της αρχικής αγωγής τους. Επί της νέας αυτής αγωγής εκδόθηκε η υπ' αριθ. 4/2017 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσπρωτίας, με την οποία κηρύχθηκε η βίαιη διακοπή της δίκης ως προς τον πέμπτο εναγόμενο Σ. Κ. (απλό ομόδικο), λόγω του επισυμβάντος την 6.6.2016 θανάτου του, κρίθηκε ορισμένη και νόμιμη η αγωγή και, ακολούθως, απορρίφθηκε ως ουσιαστικά αβάσιμη, κατά παραδοχή ως βάσιμης της προβληθείσας από τους εναγομένους ένστασης πενταετούς παραγραφής των ένδικων αξιώσεων εκ του άρθρου 937 ΑΚ, απορριφθέντος ως ουσιαστικά αβάσιμου του ισχυρισμού (αντένστασης) των εναγόντων, ήδη αναιρεσειόντων, περί διακοπής της παραγραφής εκ του άρθρου 263 ΑΚ. Ειδικότερα, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο δέχθηκε ότι η ως άνω αρχική, από 22.6.2011, αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων απορρίφθηκε τελεσίδικα με την ως άνω υπ' αριθ. 15/2015 εφετειακή απόφαση ως μη νόμιμη, ήτοι για λόγους ουσιαστικούς, και ότι κατά το χρόνο άσκησης της νέας αγωγής, την 1.9.2015, είχε ήδη συμπληρωθεί ο χρόνος παραγραφής των ένδικων αξιώσεών τους, καθόσον τόσο η δικαιοπάροχός τους όσο και οι ίδιοι (ενάγοντες-αναιρεσείοντες), από τις 8.9.2006 που συνέβη το φερόμενο ως ζημιογόνο γεγονός, γνώριζαν τις πρώτες επιζήμιες συνέπειες αυτού, καθώς και τους υπόχρεους προς αποζημίωση και, συνακόλουθα, από το χρονικό αυτό σημείο άρχισε να τρέχει η κατ' άρθρο 937 ΑΚ πενταετής παραγραφή των αξιώσεών τους, η δικαστική επιδίωξη των οποίων ήταν δυνατή, η οποία και συμπληρώθηκε στις 8.9.2011 για όλες τις αξιώσεις τους ενιαία, ήτοι τόσο για την αξίωση αποζημίωσης όσο και για την αξίωση χρηματικής ικανοποίησης. Κατά της πρωτόδικης απορριπτικής αυτής απόφασης της νέας αγωγής, οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες άσκησαν ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Κέρκυρας την από 22.6.2017 έφεσή τους, με το πρώτο λόγο της οποίας παραπονέθηκαν για εσφαλμένη εφαρμογή του άρθρου 263 ΑΚ, ισχυριζόμενοι ότι η από 22.6.2011 αρχική αγωγή τους απορρίφθηκε με την ως άνω υπ' αριθ. 15/2015 τελεσίδικη εφετειακή απόφαση για λόγους μη ουσιαστικούς και ότι η από 29.8.2015 νέα αγωγή τους αποτελεί επανέγερση της αρχικής, με αποτέλεσμα να μην έχει επέλθει παραγραφή των ένδικων αξιώσεων, η οποία (παραγραφή) θεωρείται ότι έχει διακοπεί, κατ' άρθρο 261 ΑΚ, με την αρχική αγωγή, η οποία επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στους εναγομένους πριν από την παρέλευση της πενταετίας από την τέλεση της αδικοπραξίας, και ότι, έτσι, το πρωτόδικο Δικαστήριο έπρεπε να απορρίψει την προταθείσα από τους αντιδίκους τους ένσταση παραγραφής εκ του άρθρου 937 ΑΚ, κατά παραδοχή της προταθείσας από τους ίδιους (ενάγοντες, ήδη αναιρεσείοντες) αντένστασης διακοπής της παραγραφής των ένδικων αξιώσεών τους με την άσκηση της αρχικής αγωγής τους. Επί της εφέσεως αυτής εκδόθηκε η ήδη προσβαλλόμενη με την αίτηση αναιρέσεως υπ' αριθ. 56/2018 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κέρκυρας, το οποίο, επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση (4/2017) και απορρίπτοντας κατ' ουσίαν την έφεση, δέχθηκε, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, προς απόρριψη του ως άνω λόγου της, τα ακόλουθα: "...Η προαναφερθείσα, υπ' αριθμ. 15/2015, απόφαση του Δικαστηρίου τούτου δημοσιεύθηκε στις 11 Μαρτίου 2015. Όπως προκύπτει από το περιεχόμενο αυτής και την κρίση της, προκειμένου να απορρίψει την από 22 Ιουνίου 2011 αγωγή των εναγόντων, το Δικαστήριο τούτο δέχθηκε ότι δεν υφίστατο στο πρόσωπό τους η επικαλουμένη από τους τελευταίους αξίωση κατά των εναγόντων (ενν. εναγομένων), προερχομένη από την αναφερομένη αδικοπραξία τους. Προκύπτει, συνεπώς, ότι η από 22 Ιουνίου 2011 προγενέστερη αγωγή των εναγόντων δεν απορρίφθηκε για λόγους μη ουσιαστικούς, όπως αυτοί αβασίμως ισχυρίζονται, αλλά, σαφώς, για λόγους ουσιαστικούς και το Δικαστήριο τούτο, με την υπ' αριθμ. 15/2015 απόφασή του, έκρινε τελεσιδίκως επί της ουσίας της διαφοράς. Οι ενάγοντες, μετά την, κατά τα ανωτέρω, τελεσίδικη απόρριψη της, από 22 Ιουνίου 2011, αγωγής τους, προέβησαν στην έκδοση του υπ' αριθμ. 5/2015 πιστοποιητικού κληρονομητηρίου του Ειρηνοδικείου Ηγουμενίτσας, το οποίο μεταγράφηκε νομίμως, στις 22 Ιουλίου 2015, στα οικεία βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Ηγουμενίτσας [...] και δυνάμει του οποίου αυτοί κατέστησαν συγκύριοι του επιδίκου ακινήτου, ως μοναδικοί εξ αδιαθέτου συγκληρονόμοι της συζύγου του πρώτου και μητέρας των λοιπών, Δ. συζ. Χ. Κ.. Ακολούθως, οι ενάγοντες άσκησαν την κρινομένη, από 29 Αυγούστου 2015, αγωγή τους, εναντίον των ιδίων εναγομένων, στο δικόγραφο της οποίας επικαλούνται τις ίδιες, ως άνω, ζημίες επί του προαναφερθέντος ακινήτου, τις οποίες επικαλέσθηκαν και στην από 22 Ιουνίου 2011 τελεσιδίκως απορριφθείσα, ως μη νόμιμη, αγωγή τους, ισχυριζόμενοι ότι, δυνάμει του υπ' αριθμ. 5/2015 πιστοποιητικού κληρονομητηρίου του Ειρηνοδικείου Ηγουμενίτσας, νομίμως μεταγραφέντος, κατέστησαν νομίμως συγκληρονόμοι της Δ. Κ. και ζήτησαν να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι, εις ολόκληρον καθένας, ως ενεχόμενοι από αδικοπραξία, να τους καταβάλουν, με την προαναφερθείσα ιδιότητά τους, για τις ανωτέρω ζημίες, το ίδιο ποσό, το οποίο ζητούσαν και με την προηγούμενη αγωγή τους, ενώ για την επιδίκαση της χρηματικής ικανοποιήσεώς τους λόγω της επικαλούμενης ηθικής βλάβης τους, επικαλέσθηκαν την κατοχή από αυτούς της επιδίκου οικοδομής δυνάμει ατύπων συμβάσεων χρησιδανείων, τις οποίες ισχυρίσθηκαν ότι κατάρτισαν με την προαναφερθείσα δικαιοπάροχό τους και κυρία της οικοδομής, και αυτές (συμβάσεις) ίσχυαν κατά τον χρόνο επελεύσεως του ζημιογόνου γεγονότος. Επιπλέον, με την δεύτερη αυτή αγωγή τους ισχυρίζονται ότι οι αξιώσεις τους αυτές δεν υπέπεσαν στην 5ετή παραγραφή εκ του άρθρου 937 εδάφ. α' του Α.Κ., επειδή η ένδικη αγωγή τους ασκήθηκε εντός εξαμήνου από την τελεσίδικη απόρριψη της προηγουμένης αγωγής τους και επειδή αυτή απορρίφθηκε για λόγους μη ουσιαστικούς, τυγχάνει εφαρμογής η διάταξη του άρθρου 263 του Α.Κ. Όπως προαναφέρθηκε, όμως, η από 22 Ιουνίου 2011 προγενέστερη αγωγή των εναγόντων δεν απορρίφθηκε για λόγους μη ουσιαστικούς, όπως εσφαλμένως υπολαμβάνουν οι τελευταίοι, αλλά για λόγους ουσιαστικούς, καθόσον το Δικαστήριο τούτο, με την υπ' αριθμ. 15/2015 απόφασή του, δέχθηκε ότι οι ενάγοντες δεν είχαν δικαίωμα να ασκήσουν τις επικαλούμενες αξιώσεις, αλλά αυτές δικαιούτο να τις ασκήσει αποκλειστικώς η αποθανούσα δικαιοπάροχός τους. Επί της κρίσεως αυτής το Δικαστήριο τούτο δεν μπορεί να διαφοροποιηθεί. Ως εκ τούτου, στην προκειμένη περίπτωση τυγχάνει εφαρμογής η διάταξη του άρθρου 937 εδάφ. α' του Α.Κ., με αποτέλεσμα η ένδικη αγωγή τους, όπως αυτή διατυπώθηκε, αφού έχει ασκηθεί μετά την πάροδο πέντε ετών από την επέλευση του επικαλουμένου ζημιογόνου γεγονότος, να είναι απορριπτέα, αφού οι επίδικες αξιώσεις των εναγόντων έχουν υποπέσει στην ανωτέρω παραγραφή, η οποία άρχισε στις 8 Σεπτεμβρίου 2006, οπότε επισυνέβη το επικαλούμενο ζημιογόνο γεγονός, γνώση του οποίου έλαβαν, όπως αποδεικνύεται από το περιεχόμενο της ενδίκου αγωγής, τόσον οι ενάγοντες, όσον και η δικαιοπάροχός τους. Συνεπώς, κατά τον χρόνο ασκήσεως της ενδίκου αγωγής οι επίδικες αξιώσεις των εναγόντων είχαν υποπέσει στην πενταετή παραγραφή, η οποία είχε συμπληρωθεί στις 8 Σεπτεμβρίου 2011. [...]". Έτσι που έκρινε το Εφετείο, παραβίασε ευθέως την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 263 ΑΚ με τη μη εφαρμογή της, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή της, δεχόμενο εσφαλμένα ότι η από 22.6.2011 αρχική αγωγή των αναιρεσειόντων απορρίφθηκε για λόγους ουσιαστικούς. Ειδικότερα, όπως σαφώς προκύπτει από το περιεχόμενο της επισκοπούμενης ως άνω απορριπτικής, της αρχικής αγωγής, εφετειακής απόφασης 15/2015, οι παραδοχές της οποίας επαναλαμβάνονται και στο σκεπτικό της αναιρεσιβαλλομένης, η αρχική αγωγή απορρίφθηκε ως προς όλα τα κονδύλια, λόγω έλλειψης διαδικαστικών προϋποθέσεων (κατ' ορθότερο χαρακτηρισμό και όχι ως μη νόμιμη, όπως αναγράφεται στην προσβαλλόμενη απόφαση), και, συγκεκριμένα, λόγω έλλειψης ενεργητικής νομιμοποίησης ως προς τις δαπάνες στις οποίες υποβλήθηκε η δικαιοπάροχός τους προς αποκατάσταση των υλικών ζημιών που προκλήθηκαν στην επίδικη οικοδομή, τις οποίες μόνον ως καθολικοί διάδοχοι αυτής δύνανται να ασκήσουν, και λόγω αοριστίας ως προς τα λοιπά κονδύλια, καθόσον (κατά τις παραδοχές της 15/2015 απόφασης), ενώ άσκησαν αξιώσεις αποζημίωσης (για ζημιές του τοιχίου περίφραξης, του υπογείου και του βόθρου, καθώς και λόγω μείωσης της αξίας της όλης οικοδομής), τις οποίες νομιμοποιείται να ασκήσει μόνον ο κύριος του επίδικου ακινήτου, αυτοί, επικαλούμενοι κτήση κυριότητας στο κληρονομιαίο ακίνητο, δεν ανέφεραν στο δικόγραφο της αρχικής αγωγής ότι μετέγραψαν νομίμως το κληρονομητήριο, επί πλέον δε, όσον αφορά την αποστέρηση της χρήσεως του υπογείου και την αξίωση για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, δεν ανέφεραν την έννομη σχέση βάσει της οποίας είχαν δικαίωμα κατοχής και εκμεταλλεύσεως της επίδικης οικοδομής, που τους νομιμοποιεί για την άσκηση των ως άνω σχετικών αξιώσεων, ούτε και προσδιόριζαν ειδικότερα τις απαιτούμενες δαπάνες αγοράς υλικών και επισκευής της αποχέτευσης. Σημειωτέον, ότι η περαιτέρω αιτιολογία, αναφορικά με το αίτημα της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης, ήτοι ότι το δικαίωμα αυτό δεν δύνανται να ασκήσουν οι ενάγοντες ως κληρονόμοι της αποβιωσάσης δικαιοπαρόχου τους, καθόσον τούτο δεν κληρονομείται παρά μόνον στις περιπτώσεις που αναγνωρίσθηκε συμβατικά ή επιδόθηκε γι' αυτό αγωγή, των οποίων δεν γίνεται επίκληση στην αγωγή, είναι πλεοναστική, αφού δεν ήταν αναγκαία για τη στήριξη του διατακτικού της απόφασης, το οποίο στήριζε, με βάση τα εκτιθέμενα στην αγωγή, μόνον η πιο πάνω αναφερόμενη αιτιολογία, ενώ ερείδετο και επί εσφαλμένης προϋπόθεσης, αφού οι ενάγοντες δεν άσκησαν αξίωση της δικαιοπαρόχου τους αλλά προέβαλαν προσωπική απαίτηση των ιδίων από τη διαπραχθείσα εκ μέρους των εναγομένων αδικοπραξία. Επομένως, το Εφετείο απορρίπτοντας την αρχική αγωγή με την ως άνω υπ' αριθ. 15/2015 τελεσίδικη (τουλάχιστον ως προς τους αναιρεσιβλήτους) απόφασή του, έκρινε επί δικονομικών και μόνο ζητημάτων, αφορώντων σε διαδικαστικές προϋποθέσεις της δίκης, χωρίς να ερευνηθεί η νομική και ουσιαστική βασιμότητα των ένδικων αξιώσεων, με αποτέλεσμα το δεδικασμένο να εκτείνεται επί του δικονομικού και μόνο ζητήματος που κρίθηκε οριστικά (άρθ. 322 παρ. 1 εδ. β' ΚΠολΔ), ήτοι καταλαμβάνει μόνο το συγκεκριμένο λόγο απόρριψης της αγωγής, και να μην παράγεται δεδικασμένο ως προς την ύπαρξη ή μη των ένδικων αξιώσεων. Εφόσον δε, με τη νέα από 29.8.2015 αγωγή των αναιρεσειόντων συμπληρώθηκαν οι ανωτέρω ελλείψεις των διαδικαστικών προϋποθέσεων, δεν ισχύει πλέον το δεδικασμένο και είναι επιτρεπτή η άσκηση της ως άνω νέας αγωγής από την τελεσιδικία της παραπάνω απόφασης (15/2015) που απέρριψε για λόγους μη ουσιαστικούς την προηγούμενη αγωγή αυτών. Η νέα αυτή αγωγή, μεταξύ των ίδιων διαδίκων, η οποία, όπως αναφέρθηκε, ασκήθηκε εντός έξι μηνών από την τελεσίδικη απόρριψη της από 22.6.2011 αρχικής αγωγής και είχε, μετά την παραδεκτή συμπλήρωση των ελλείψεων των άνω διαδικαστικών προϋποθέσεων από τους ενάγοντες, ήδη αναιρεσείοντες, την ίδια ιστορική και νομική αιτία με την αρχική αγωγή ως προς τη διαγνωστέα αξίωση αποζημίωσης από την επικαλούμενη αδικοπραξία των ήδη αναιρεσιβλήτων (και των λοιπών εναχθέντων), αποτελεί επανέγερση της αρχικής αγωγής, με συνέπεια να μην τίθεται ζήτημα παραγραφής κατ' άρθρο 937 ΑΚ, των ένδικων αξιώσεων από αδικοπραξία, λόγω αναβίωσης του διακοπτικού της παραγραφής αυτών αποτελέσματος με την άσκηση (πριν παρέλθουν πέντε έτη από την αδικοπραξία) της προηγούμενης αγωγής, η οποία απορρίφθηκε τελεσιδίκως, με την υπ' αριθ. 15/2015 εφετειακή απόφαση, για λόγους μη ουσιαστικούς. Επομένως, ο τρίτος λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο προβάλλεται ευθεία παραβίαση των διατάξεων του άρθρου 263 ΑΚ με τη μη εφαρμογή τους, είναι βάσιμος. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να γίνει δεκτή η αίτηση αναιρέσεως ως προς τους παρασταθέντες αναιρεσείοντες, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά παραδοχή ως βάσιμου του παραπάνω λόγου αναιρέσεως [λόγω δε της αναιρετικής εμβέλειας του λόγου αυτού, παρέλκει η εξέταση των λοιπών αναιρετικών λόγων από τους αριθ. 8 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ], να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα εκδίκαση στο δικαστήριο που εξέδωσε την αναιρούμενη αυτή απόφαση, συντιθέμενο από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση (άρθρο 580 παρ. 3 του ΚΠολΔ) και να διαταχθεί η επιστροφή του παραβόλου στους αναιρεσείοντες (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ). Τέλος, πρέπει να καταδικαστούν οι αναιρεσίβλητοι λόγω της ήττας τους, στα δικαστικά έξοδα των παρασταθέντων αναιρεσειόντων, που κατέθεσαν και προτάσεις, κατά το σχετικό αίτημά τους (άρθ. 176, 183 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει ως προς τον απολιπόμενο δεύτερο αναιρεσείοντα Σ. Κ. του Χ. την από 6.6.2019 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθ. 56/2018 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Κέρκυρας. Αναιρεί ως προς τους λοιπούς αναιρεσείοντες την υπ' αριθ. 56/2018 τελεσίδικη (για τους τρεις αναιρεσιβλήτους) απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κέρκυρας. Παραπέμπει την υπόθεση, ως προς τους ανωτέρω διαδίκους, για νέα εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση. Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου στους παρασταθέντες αναιρεσείοντες. Καταδικάζει τους αναιρεσιβλήτους στα δικαστικά έξοδα των παρασταθέντων αναιρεσειόντων, τα οποία ορίζει σε τρεις χιλιάδες (3000) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 21 Ιουνίου 2022. ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 13 Νοεμβρίου 2023. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ