Αριθμός 993/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Β1' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Ζιάκα, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη, Νικόλαο Πάσσο και Δημήτριο Κόμη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 19 Φεβρουαρίου 2013, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ: Του αναιρεσείοντος - υπέρ ου η πρόσθετη παρέμβαση: Επαγγελματικού σωματείου με την επωνυμία "ΣΥΛΛΟΓΟΣ ΥΠΑΛΛΗΛΩΝ ΓΕΝΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΗΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ" (ΣΥΓΤΕ), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αναστάσιο Πετρόπουλο. Της αναιρεσίβλητης - καθ' ης η πρόσθετη παρέμβαση: Ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "ΓΕΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Παναγιώτη Σαραντόπουλο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ. Της προσθέτως παρεμβαίνουσας: Δευτεροβάθμιας Συνδικαλιστικής Οργάνωσης με την επωνυμία "ΟΜΟΣΠΟΝΔΙΑ ΤΡΑΠΕΖΟΫΠΑΛΛΗΛΙΚΩΝ ΟΡΓΑΝΩΣΕΩΝ ΕΛΛΑΔΟΣ" (ΟΤΟΕ), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Φιλιππόπουλο. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-12-2004 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 225/2006 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου, 7721/2007 και 7133/2009 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 11-11-2010 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Κόμης διάβασε την από 1-10-2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως. Οι πληρεξούσιοι του αναιρεσείοντος και της προσθέτως παρεμβαίνουσας ζήτησαν την παραδοχή της αιτήσεως και της πρόσθετης παρέμβασης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από το άρθρο 81 παρ. 1, σε συνδυασμό με τα άρθρα 663 έως 675 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι η πρόσθετη παρέμβαση ενώπιον του Αρείου Πάγου στις εργατικές διαφορές ασκείται σύμφωνα με τις διατάξεις που ισχύουν για την άσκηση της αγωγής, δηλαδή με κατάθεση δικογράφου στη γραμματεία του δικαστηρίου, στο οποίο απευθύνεται και επίδοση αντιγράφου του δικογράφου αυτής στους διαδίκους, κατά το άρθρο 215 ΚΠολΔ, καθόσον η εξαίρεση που εισάγεται με το άρθρο 666 του ΚΠολΔ, σε συνδυασμό με το άρθρο 231 του ίδιου Κώδικα, κατά την οποία επιτρέπεται η άσκηση πρόσθετης παρεμβάσεως και προφορικώς, ισχύει μόνο κατά την ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου διαδικασία. Επομένως, στην προκείμενη περίπτωση, η πρόσθετη παρέμβαση που ασκήθηκε υπέρ του αναιρεσείοντος από την δευτεροβάθμια συνδικαλιστική οργάνωση, με την επωνυμία "ΟΜΟΣΠΟΝΔΙΑ ΤΡΑΠΕΖΟΫΠΑΛΛΗΛΙΚΩΝ ΟΡΓΑΝΩΣΕΩΝ ΕΛΛΑΔΟΣ" (ΟΤΟΕ), με προφορική δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου της ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, κατά τη συζήτηση της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, η οποία καταχωρίσθηκε στα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά συνεδριάσεώς του, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη, χωρίς να επιβληθεί σε βάρος της προσθέτως παρεμβαίνουσας δικαστική δαπάνη υπέρ της καθ' ης η παρέμβαση, γιατί δεν προκλήθηκε πρόσθετη δικαστική δαπάνη από την παρέμβαση αυτή. Σύμφωνα με τα άρθρα 30, 31 και 32 του Οργανισμού Προσωπικού της Γενικής Τράπεζας της Ελλάδος Α.Ε. (αναιρεσίβλητης), ο οποίος καταρτίσθηκε με την από 3-9-1975 Ειδική Συλλογική Σύμβαση Εργασίας, που δημοσιεύθηκε με την υπ' αριθμ. 41073/8572/1995 απόφαση του Υπουργού Εργασίας (ΦΕΚ Β' 1048/24-9-1975) και έχει συμβατική ισχύ (ΑΠ 2169/ 2007, 119/2007), οι προαγωγές των υπαλλήλων της Τράπεζας αυτής διενεργούνται από το Διοικητικό της Συμβούλιο, ύστερα από εισήγηση του Γενικού Διευθυντή και κατόπιν προτάσεως του Συμβουλίου Προαγωγών, η οποία δεν είναι υποχρεωτική για την Διοίκηση, εφόσον: α) αν πρόκειται για προαγωγή σε οργανική θέση, υπάρχει κενή θέση, β) ο υπάλληλος έχει συμπληρώσει στον βαθμό που κατέχει τον χρόνο υπηρεσίας, ο οποίος απαιτείται κατά το άρθρο 32 του Οργανισμού, γ) ο κρινόμενος για προαγωγή έχει τα προσόντα για την ανώτερη θέση και γενικά έχει επιδείξει στην άσκηση της υπηρεσίας του ικανοποιητική επίδοση, ήθος, ικανότητα και φιλεργία. Οι προαγωγές από τον βαθμό του Τμηματάρχη Α' και άνω γίνονται μόνο κατ' εκλογή, μια φορά τον χρόνο και ισχύουν από την 1η Ιανουαρίου του ίδιου έτους, ανακοινώνονται δε, όταν αποφασισθούν, στο προσωπικό με εγκύκλιο του Γενικού Διευθυντή, προκειμένου οι μη προαχθέντες να προσφύγουν εντός δέκα ημερών από της ανακοινώσεως των προαγωγών στο Συμβούλιο Παραπόνων. Από τις παραπάνω διατάξεις συνάγεται, ότι δεν καθιερώνεται με αυτές υποχρέωση της αναιρεσίβλητης Τράπεζας να συμπληρώσει, με τα αρμόδια όργανά της, τις κενές, σε κάθε βαθμό, οργανικές θέσεις με προαγωγές οπωσδήποτε, μετά την δημιουργία των κενών θέσεων και συνεπώς δεν δύναται, μη πράττουσα τούτο, να υποχρεωθεί με δικαστική απόφαση, ύστερα από αγωγή υποψηφίου, να προβεί στην προαγωγή υπαλλήλου της προς κάλυψη της κενής θέσεως. Αντίθετα, από τις διατάξεις αυτές προκύπτει, ότι η κάλυψη των κενών θέσεων με προαγωγή υπαλλήλων της αναιρεσίβλητης από το αρμόδιο όργανο αυτής αποτελεί εκδήλωση και περιεχόμενο του διευθυντικού δικαιώματος της εργοδότριας, που ασκείται και ως προς τον χρόνο λήψεως της σχετικής αποφάσεως από το αρμόδιο όργανό της, μετ' εκτίμηση σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση των υπηρεσιακών αναγκών, των οικονομικών δυνατοτήτων της Τράπεζας και των εν γένει συνθηκών που επιβάλλουν ή όχι μια τέτοια ενέργεια για την εύρυθμη λειτουργία της Τράπεζας. Και είναι αλήθεια ότι η άσκηση και υπό αυτή την μορφή του άνω διευθυντικού δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν τα αναφερόμενα στο άρθρο 281 ΑΚ στοιχεία και ως εκ τούτου ελέγχεται από τα πολιτικά δικαστήρια αν η άσκηση του δικαιώματος αυτού είναι καταχρηστική, η παράλειψη όμως ενασκήσεως του εν λόγω δικαιώματος δεν εμπίπτει στους περιορισμούς του άρθρου 281 ΑΚ. Πράγματι, το άρθρο 281 ΑΚ, το οποίο απαγορεύει υπό ορισμένες προϋποθέσεις την άσκηση συγκεκριμένου δικαιώματος, που παρέχεται στον δικαιούχο από θετική του δικαίου διάταξη και αποσκοπεί στην προστασία του ιδιωτικού συμφέροντος, δεν είναι επιδεκτικό αναλογικής εφαρμογής, όπως ειπώθηκε και παραπάνω, στις περιπτώσεις που ο δικαιούχος παραλείπει την ενάσκηση του δικαιώματός του (ΑΠ 1321/1994). Συνεπώς, στην προκείμενη περίπτωση, με το να δεχθεί το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, ότι η αναιρεσίβλητη - εναγόμενη Τράπεζα δεν είχε υποχρέωση να καλύψει με προαγωγές υπαλλήλων της τις υφιστάμενες, κατά τις αναφερόμενες στην αγωγή προαγωγικές κρίσεις των ετών 2003 και 2004, κενές οργανικές θέσεις και ότι η παράλειψη από αυτήν (αναιρεσίβλητη) να ασκήσει, με το αρμόδιο όργανό της, το διευθυντικό δικαίωμά της, συνιστάμενο, στην συγκεκριμένη περίπτωση, στην κάλυψη με προαγωγή υπαλλήλων της των κενών οργανικών θέσεων κατά τις άνω προαγωγικές κρίσεις, δεν υπόκειται στους περιορισμούς του άρθρου 281 ΑΚ, αφού δεν αποτελεί ενάσκηση του δικαιώματός της αυτού, δεν παραβίασε τις σχετικές με τις προαγωγές υπαλλήλων της αναιρεσίβλητης Τράπεζας ως άνω διατάξεις του Οργανισμού Προσωπικού αυτής, αλλά ούτε και εκείνες των άρθρων 680 και 281 του ΑΚ. Επομένως, ο πρώτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, με τον οποίο το αναιρεσείον - ενάγον επαγγελματικό σωματείο "Σύλλογος Υπαλλήλων Γενικής Τράπεζας της Ελλάδος" (ΣΥΓΤΕ) υποστηρίζει τα αντίθετα, απορριπτέος κρίνεται ως αβάσιμος. Ο λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ιδρύεται και όταν η παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου αφορά τους ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών, γενικούς ή ειδικούς, με τους οποίους αίρονται οι ασάφειες ή πληρούνται τα κενά που διαπιστώνονται στις δικαιοπρακτικές δηλώσεις βουλήσεως των μερών. Ειδικότερα, παράβαση των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών, που περιέχονται στα άρθρα 173 και 200 ΑΚ, υφίσταται όταν το δικαστήριο της ουσίας, είτε προσέφυγε στους ερμηνευτικούς αυτούς κανόνες προς συμπλήρωση ή ερμηνεία της δικαιοπραξίας, μολονότι κατά την ανέλεγκτη ως προς αυτό κρίση του δέχθηκε ότι η δικαιοπραξία είναι πλήρης και σαφής και δεν έχει ανάγκη συμπληρώσεως ή ερμηνείας, είτε παρέλειψε να προσφύγει στους ίδιους ερμηνευτικούς κανόνες, καίτοι ανέλεγκτα, επίσης, διαπίστωσε την ύπαρξη κενού ή ασάφειας στις δηλώσεις βουλήσεως των δικαιοπρακτούντων, οι οποίες έχρηζαν έτσι κατάλληλης συμπληρώσεως ή ερμηνείας με εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 173 και 200 ΑΚ. Η διαπίστωση, εξάλλου, από το δικαστήριο της ουσίας κενού ή ασάφειας στη δικαιοπραξία μπορεί να αναφέρεται ρητά στην απόφασή του, αρκεί όμως να προκύπτει και έμμεσα από αυτή, όπως συμβαίνει όταν, παρά την έλλειψη σχετικής διαπίστωσης στην απόφαση ή ακόμη και παρά την ρητή διαβεβαίωση της ανυπαρξίας της, το δικαστήριο της ουσίας προέβη σε συμπλήρωση ή ερμηνεία της δικαιοπραξίας, γεγονός που αποκαλύπτει ακριβώς ότι το δικαστήριο αντιμετώπισε κενό ή ασάφεια στις δηλώσεις βουλήσεως των δικαιοπρακτούντων, που το ανάγκασαν να καταφύγει στην συμπλήρωση ή ανάλογα στην ερμηνεία τους. Παράβαση των ερμηνευτικών κανόνων των άρθρων 173 και 200 ΑΚ συνιστά και η εσφαλμένη εφαρμογή τους, με την έννοια της ευθείας κατ' αρχήν παράβασης των κανόνων αυτών στην περίπτωση που το σχετικό πόρισμα, στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο ως προς την ερμηνεία ή την συμπλήρωση της δικαιοπραξίας, δεν είναι σύμφωνο με την καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη. Οι ίδιοι κανόνες παραβιάζονται όμως και εκ πλαγίου στην περίπτωση που δεν εκτίθενται στην απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας με σαφήνεια και πληρότητα όλα τα πραγματικά περιστατικά, που διαπιστώθηκαν για τους σκοπούς της ερμηνείας ή συμπλήρωσης της δικαιοπραξίας και ιδίως η διατύπωση της δηλώσεως βουλήσεως, οπότε η απόφαση αυτή στερείται νόμιμης βάσης και υπόκειται στον λόγο αναιρέσεως από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ (ΑΠ 1098/2011). Στην προκείμενη υπόθεση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από τις παραπάνω πλήρεις και σαφείς παραδοχές του, δεν δέχθηκε, ούτε έμμεσα ούτε σιωπηρά, ύπαρξη κενού ή αμφιβολίας ως προς την έννοια των κρίσιμων ως άνω διατάξεων του Οργανισμού Προσωπικού της αναιρεσίβλητης, που έχουν συμβατικό χαρακτήρα, προκειμένου να κρίνει ότι αυτή (αναιρεσίβλητη) δεν είχε υποχρέωση να καλύψει με προαγωγές υπαλλήλων της τις υφιστάμενες κενές οργανικές θέσεις κατά τις κρίσιμες προαγωγικές κρίσεις των ετών 2003 και 2004, αφού δεν προέβη (το Εφετείο) σε συλλογισμούς ούτε προσέφυγε σε κανένα άλλο στοιχείο για να διαγνώσει την έννοια των κρίσιμων αυτών διατάξεων. Έτσι δεν υπήρξε καμία ανάγκη ούτε αιτία προσφυγής στους γενικούς ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, για να ερμηνεύσει το Εφετείο το σαφές, κατά την ανέλεγκτη κρίση του, περιεχόμενο των παρατιθεμένων στην προσβαλλόμενη απόφασή του συμβατικών όρων περί προαγωγών της από 3-9-1975 Ειδικής Συλλογικής Συμβάσεως Εργασίας, με την οποία, όπως προαναφέρθηκε, καταρτίσθηκε ο Οργανισμός Προσωπικού της αναιρεσίβλητης Τράπεζας. Επομένως, ο δεύτερος (τελευταίος), από το άρθρο 559 αριθμ. 1 και 19 ΚΠολΔ, λόγος της αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες ότι παραβίασε, ευθέως και εκ πλαγίου, τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί το αναιρεσείον, που ηττήθηκε, να πληρώσει την δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, κατά το νόμιμο αίτημα αυτής (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την πρόσθετη παρέμβαση της δευτεροβάθμιας συνδικαλιστικής οργάνωσης, με την επωνυμία "ΟΜΟΣΠΟΝΔΙΑ ΤΡΑΠΕΖΟΫΠΑΛΛΗΛΙΚΩΝ ΟΡΓΑΝΩΣΕΩΝ ΕΛΛΑΔΟΣ" (ΟΤΟΕ), υπέρ του αναιρεσείοντος. Απορρίπτει την από 11-11-2010 αίτηση του επαγγελματικού σωματείου, με την επωνυμία "ΣΥΛΛΟΓΟΣ ΥΠΑΛΛΗΛΩΝ ΓΕΝΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΗΣ Της ΕΛΛΑΔΟΣ" (ΣΥΓΤΕ), για αναίρεση της υπ' αριθμ. 7133/2009 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και Καταδικάζει το αναιρεσείον στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, την οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων εκατό (1.100) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 2 Απριλίου 2013. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 22 Μαΐου 2013. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ