Αριθμός 50/2023 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Β2' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου, Θεόδωρο Μαντούβαλο, Μαρία Σιμιτσή - Βετούλα και Κωνσταντίνα Νάκου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες. Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 18 Ιανουαρίου 2022, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ: Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Μ. Ε. Α. Ε. Κ. Β. Ε." και τον διακριτικό τίτλο "M." που εδρεύει στο …….και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Αγαπητό, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., ο οποίος κατέθεσε προτάσεις. Της αναιρεσίβλητης: Σ. Τ. - Κ. του Χ., κατοίκου …….., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Καρανάσιο, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις. Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 6-1-2015 και από 8-9-2015 αγωγές της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Χαλκίδας και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 24/2018 του ίδιου Δικαστηρίου και 30/2021 του Μονομελούς Εφετείου Ευβοίας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα εταιρεία με την από 8-4-2021 αίτησή της και τους από 13-5-2021 προσθέτους λόγους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη της αντιδίκου της στη δικαστική δαπάνη της. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Με την κρινόμενη από 8-4-2021 και με αριθ. κατ. 60/2/8-4-2021 αίτηση αναίρεσης και το από 13-5-2021 δικόγραφο προσθέτων λόγων αναίρεσης προσβάλλεται η εκδοθείσα αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών με αριθ. 30/2-3-2021 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Χαλκίδας, με την οποία έγιναν τυπικά και εν μέρει κατ' ουσίαν δεκτές: α) η από 6-2-2018 και με αριθ. κατ. 624/33/15-2-2018 έφεση της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας και β) η από 26-3-2018 και με αριθ. κατ. 1212/89/29-3-2018 έφεση της ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης κατά (αμφότερες) της με αριθ. 24/17-1-2018 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκίδας, που εκδόθηκε επί των από 6-1-2015 και με αριθ. κατ. 3/16-1-2015 και από 8-9-2015 και με αριθ. κατ. 86/9-9-2015 αγωγών της ενάγουσας, ήδη αναιρεσίβλητης κατά της εναγομένης ήδη αναιρεσείοουσας. Με την πρώτη από τις παραπάνω αγωγές (από 6-1-2015) η ενάγουσα ήδη αναιρεσίβλητη ισχυρίσθηκε ότι με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου απασχολήθηκε, με τους αναφερόμενους στην αγωγή όρους, στην εναγομένη ανώνυμη εταιρία, ως γραμματέας του Γενικού Διευθυντή αυτής μέχρι την 2-1-2013, οπότε έλαβε διαδοχικά άδειες (αναρρωτική, γάμου, εγκυμοσύνης, λοχείας, ετήσια άδεια του έτους 2013 και ειδική άδεια του άρθρου 142 ν. 3655/2008) και ότι κατά την επιστροφή της στην εργασία την 26-5-2014 η εναγομένη, αφενός μεν την τοποθέτησε σε υποδεέστερη θέση, στο γραφείο της αποθήκης, αφετέρου δε, παρά τη σχετική συμφωνία τους, της αποστέρησε την άδεια θηλασμού και φροντίδας τέκνων, αφού δεν της παρείχε μεταφορικό μέσο, προκειμένου να αποχωρεί από την εργασία της νωρίτερα. Ότι, με τη συμπεριφορά της αυτή, η εναγομένη επέφερε μονομερώς βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας και της προξένησε ηθική βλάβη. Ότι, επιπλέον δεν της κατέβαλε δεδουλευμένες αποδοχές, μέρος του επιδόματος Χριστουγέννων 2013, μέρος επιδόματος ασθενείας και αποζημίωση για μη χορηγηθείσα άδεια πέντε (5) ημερών. Ζήτησε δε, να υποχρεωθεί η εναγομένη να αποδέχεται τις υπηρεσίες της ως γραμματέα της Γενικής Διεύθυνσης αυτής, να αναγνωρισθεί ότι υποχρεούται να της παραχωρεί καθημερινά όχημα για τη μεταφορά της από το χώρο εργασίας, να υποχρεωθεί να της καταβάλει για τις αναφερόμενες αιτίες το συνολικό ποσό των 7.644,91 ευρώ και να της επιδικασθεί εν μέρει καταψηφιστικά και εν μέρει αναγνωριστικά το ποσό των 13.000 ευρώ για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης νομιμοτόκως κατά τις αναφερόμενες στην αγωγή διακρίσεις. Εξάλλου, με τη δεύτερη από τις παραπάνω αγωγές (από 8-9-2015) η ενάγουσα ήδη αναιρεσίβλητη, επικαλούμενη την προαναφερόμενη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και τα λοιπά διαλαμβανόμενα στην από 6-1-2015 αγωγή πραγματικά περιστατικά, ισχυρίσθηκε περαιτέρω ότι η εναγομένη ήδη αναιρεσείουσα, την 18-6-2015, κατήγγειλε την ένδικη σύμβαση εργασίας, με προειδοποίηση τεσσάρων μηνών, ήδη από 18.2.2015. Ότι η καταγγελία είναι άκυρη, ως καταχρηστική, διότι έγινε για λόγους εκδίκησης, οπότε η εναγομένη κατέστη υπερήμερη ως προς την αποδοχή των υπηρεσιών της. Ζήτησε δε, να αναγνωρισθεί ότι η καταγγελία της σύμβασης εργασίας είναι άκυρη και να υποχρεωθεί η εναγομένη, να της καταβάλει για μισθούς υπερημερίας και για επίδομα Χριστουγέννων 2015 το συνολικό ποσό των 14.000 ευρώ και για χρηματική ικανοποίηση προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης που υπέστη από την άκυρη καταγγελία το ποσό των 5.000 ευρώ, νομιμοτόκως, κατά τις αναφερόμενες στην αγωγή διακρίσεις. Το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, με την, ως άνω, με αριθ. 24/2018 απόφαση, αφού συνεκδίκασε τις εν λόγω αγωγές, δέχθηκε εν μέρει αυτές, αναγνώρισε την ακυρότητα της από 18-2-2015 καταγγελίας της ένδικης σύμβασης εργασίας, υποχρέωσε την εναγομένη να καταβάλει στην ενάγουσα, για τις αναφερόμενες αιτίες, το συνολικό ποσό των 17.936,91 ευρώ νομιμοτόκως κατά τις αναφερόμενες στην απόφαση διακρίσεις, ενώ απέρριψε ως αλυσιτελή τα αιτήματα της πρώτης αγωγής να υποχρεωθεί η εναγομένη να αποδέχεται τις υπηρεσίες της ενάγουσας στη γραμματεία της Γενικής Διεύθυνσης και να αναγνωρισθεί η υποχρέωση αυτής (εναγομένης) να παρέχει στην ενάγουσα όχημα για τη μεταφορά της από το χώρο εργασίας. Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, με την προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε τυπικά τις, ως άνω, αντίθετες εφέσεις των διαδίκων και, αφού απέρριψε την πρώτη από αυτές, κατ' ουσίαν ως προς το κεφάλαιο της εκκαλούμενης απόφασης που αφορά την αναγνώριση της ακυρότητας της από 18-6-2015 καταγγελίας της σύμβασης εργασίας, δέχθηκε κατ' ουσίαν αυτές και εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση ως προς τις λοιπές διατάξεις της. Αφού δε κράτησε και δίκασε ως προς αυτές τις ένδικες από 6-1-2015 και από 8-9-2015 αγωγές, υποχρέωσε την εναγομένη να καταβάλει στην ενάγουσα το συνολικό ποσό των 10.235,91 ευρώ για τις αναφερόμενες αιτίες, επιπλέον δε το ποσό των 1.000 ευρώ για χρηματική ικανοποίηση λόγω της ηθικής βλάβης που υπέστη αυτή από τη μονομερή βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας και το ίδιο ποσό (των 1.000 ευρώ) για χρηματική ικανοποίηση λόγω της ηθικής βλάβης που υπέστη από την άκυρη καταγγελία της σύμβασης εργασίας, νομιμοτόκως κατά τις αναφερόμενες στην απόφαση διακρίσεις. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 564 παρ. 3 και 566 παρ. 1 ΚΠολΔ). Είναι, επομένως, παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ). Περαιτέρω, η αναιρεσείουσα, με το από 13-5-2021 δικόγραφο, που κατατέθηκε στη γραμματεία του Αρείου Πάγου την 14-5-2021 με αριθ. κατ. 54/14-5-2021 και επιδόθηκε στην αναιρεσίβλητη την 17-5-2021, δηλαδή τριάντα (30) τουλάχιστον ημέρες πριν από τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης (18-1-2022), όπως προκύπτει από τη με αριθ. ……/……20.. έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Αθηνών Κ. Κ., ασκεί πρόσθετους λόγους για αναίρεση της, ως άνω, απόφασης. Οι πρόσθετοι λόγοι είναι παραδεκτοί (άρθρο 569 παρ. 1, 2 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθούν περαιτέρω, μαζί με την ένδικη αίτηση αναίρεσης. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ' του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 ΚΠολΔ, συνάγεται ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να διαγνώσει την αλήθεια των πραγματικών ισχυρισμών, που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λάβει υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, που νόμιμα προσκομίζουν και επικαλούνται οι διάδικοι (ΟλΑΠ 23/2008), χωρίς να απαιτείται η ειδική μνεία ή ξεχωριστή αξιολόγηση στην απόφαση ενός εκάστου αποδεικτικού μέσου, αλλά αρκεί η γενική αναφορά των κατ' είδος αποδεικτικών μέσων που λήφθηκαν υπόψη (ΟλΑΠ 8/2016, ΑΠ 839/2019). Μόνο αν από τη γενική αυτή αναφορά, σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της απόφασης δεν προκύπτει κατά τρόπο αναμφίβολο ότι λήφθηκε υπόψη κάποιο συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο στοιχειοθετείται ο αναιρετικός αυτός λόγος, ενώ, αντίθετα, δεν στοιχειοθετείται όταν το δικαστήριο δεν προσέδωσε στο αποδεικτικό μέσο την αποδεικτική βαρύτητα, που υποστηρίζει ο αναιρεσείων ότι αυτό έχει, διότι με τον τρόπο αυτό πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 595/2020, ΑΠ 172/2020). Περαιτέρω, στα άρθρα 421, 422 παρ. 1 και 424 ΚΠολΔ, τα οποία εισήχθησαν με την παρ. 3 του άρθρου δεύτερου του άρθρου 1 ν. 4335/2015 (ΦΕΚ A' 87/23-7-2015) και, κατά την παρ. 4 του άρθρου ένατου του άρθρου 1 του, ως άνω, νόμου, η ισχύς τους αρχίζει από 1-1-2016, εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά σε επιμέρους διατάξεις, ορίζονται τα ακόλουθα: Αρθρο 421: "Οι διάδικοι μπορούν να προσάγουν προαποδεικτικώς ένορκες βεβαιώσεις, εφόσον αυτές λαμβάνονται ενώπιον του ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου της έδρας του δικαστηρίου ή της κατοικίας ή της διαμονής του μάρτυρα ή ενώπιον του προξένου της κατοικίας ή της διαμονής του μάρτυρα κατά τη διαδικασία των επόμενων άρθρων". Αρθρο 422 παρ. 1: "Ο διάδικος που επιδιώκει τη λήψη ένορκης βεβαίωσης, σύμφωνα με όσα ορίζονται στο προηγούμενο άρθρο, επιδίδει δύο (2) τουλάχιστον εργάσιμες ημέρες πριν από τη βεβαίωση στον αντίδικο κλήση, η οποία αναφέρει την αγωγή, το ένδικο βοήθημα ή μέσο που αφορά η βεβαίωση, τόπο, ημέρα και ώρα που θα δοθεί, το ονοματεπώνυμο, το επάγγελμα και τη διεύθυνση της κατοικίας του μάρτυρα". Αρθρο 424: "Ενορκη βεβαίωση, που δίδεται κατά παράβαση των προηγούμενων διατάξεων, δεν λαμβάνεται καθόλου υπόψη στο πλαίσιο της δίκης, για την οποία δόθηκε, ούτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων". Οι διατάξεις αυτές εφαρμόζονται και επί των εκκρεμών υποθέσεων κατά το χρόνο έναρξης ισχύος του παραπάνω νόμου, εφόσον αφορούν ένορκες βεβαιώσεις που λαμβάνονται ενώπιον του αρμοδίου οργάνου μετά την έναρξη της ισχύος του, κατά τη διαχρονική αρχή του διαχρονικού δικονομικού δικαίου, που εκφράζεται με το άρθρο 21 εδ. α' του ΕισΝΚΠολΔ, σύμφωνα με την οποία διαδικαστικές πράξεις απόδειξης του ΚΠολΔ εφαρμόζονται στις δίκες που είναι εκκρεμείς κατά την εισαγωγή του. Επομένως, κατ' εφαρμογή των παραπάνω διατάξεων, το δικαστήριο της ουσίας λαμβάνει υπόψη κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ένορκες βεβαιώσεις που, μεταξύ άλλων, ελήφθησαν μετά από προηγούμενη κλήτευση του αντιδίκου εκείνου που επιδίωξε τη λήψη τους δύο (2) τουλάχιστον εργάσιμες ημέρες πριν από τη βεβαίωση. Την τήρηση, μεταξύ άλλων, της αναγκαίας αυτής προϋπόθεσης έχει την υποχρέωση το δικαστήριο της ουσίας να ερευνήσει όχι μόνο κατ' ένσταση, αλλά και αυτεπαγγέλτως, διότι η έλλειψή της έχει ως συνέπεια ότι η ένορκη βεβαίωση δεν είναι απλώς άκυρη, αλλά ανυπόστατη, ως αποδεικτικό μέσο (ΑΠ 1208/2019, ΑΠ 927/2017). Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο, από τον αριθμό 11 περ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, όπως συμπληρώνεται με τον πρόσθετο λόγο, κατά το πρώτο σκέλος αυτού, η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη τις νομίμως προσκομισθείσες με επίκληση ενώπιον του με αριθ. …./2017 και …../2017 ένορκες βεβαιώσεις των Α. Γ. και Μ. Τ., αντίστοιχα, που ελήφθησαν νομίμως ενώπιον της Ειρηνοδίκη Χαλκίδας, με την εσφαλμένη αιτιολογία ότι δεν τηρήθηκαν οι προϋποθέσεις των διατάξεων των άρθρων 421 και 422 ΚΠολΔ και, ειδικότερα ότι δεν έλαβε χώρα νόμιμη κλήτευση της ενάγουσας ήδη αναιρεσίβλητης. Από την παραδεκτή, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης και των σχετικών με τις επίμαχες ένορκες βεβαιώσεις εγγράφων, προκύπτουν τα ακόλουθα: το δευτεροβάθμιο δικαστήριο διαλαμβάνει στην προσβαλλόμενη απόφαση τη διαβεβαίωση ότι προέβη στη διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος: "από την εκτίμηση της ένορκης κατάθεσης του μάρτυρα ανταπόδειξης, που εξετάσθηκε ενώπιον του ακροατηρίου του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και περιέχεται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη πρακτικά, την υπ' αριθ. ……./22-9-2017 ένορκη βεβαίωση του Ι. Π. που επικαλείται και προσκομίζει η ενάγουσα, η οποία δόθηκε ενώπιον του συμβολαιογράφου Φλώρινας Αναστάσιου Χατζηχρήστου μετά από νόμιμη και εμπρόθεσμη κλήτευση της εναγομένης (βλ. με αριθμό …../18-9-2017 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Χαλκίδας Δ. Κ.), καθώς και από όλα τα έγγραφα που οι διάδικοι επικαλούνται και προσκομίζουν, κάποια από αυτά το πρώτον ενώπιον του δικαστηρίου τούτου (529 ΚΠολΔ), πλην των υπ' αριθ. …./2-10-2017 και …./2-10-2017 ενόρκων βεβαιώσεων των Α. Γ. και Μ. Τ. ενώπιον της Ειρηνοδίκη Χαλκίδας, δεδομένου ότι δεν τηρήθηκαν οι προϋποθέσεις των διατάξεων 421 και 422 ΚΠολΔ, αφού σύμφωνα με τη με αριθμό …../…..-2017 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών, με έδρα το Πρωτοδικείο Αθηνών, Κ. Ε., γνωστοποιήθηκε στην ενάγουσα η εξέταση των εκεί αναφερομένων μαρτύρων στο Ειρηνοδικείο Χαλκίδας για τις 4-10-2017 και τελικά, όπως προκύπτει από το κείμενο των ενόρκων βεβαιώσεων, οι ένορκες βεβαιώσεις έλαβαν χώρα στις 2-10-2017 και συνεπώς δεν είναι νόμιμη η κλήτευση της ενάγουσας, τις ομολογίες των διαδίκων, που περιέχονται στις προτάσεις τους και την εν γένει διαδικασία". Περαιτέρω, στο κείμενο των επίμαχων με αριθ. …./2017 και …./2017 ενόρκων βεβαιώσεων αναγράφεται ότι αυτές ελήφθησαν "την 2-10-2017, ημέρα Τετάρτη και ώρα 9.30 ενώπιον της Ειρηνοδίκη Χαλκίδας....", ενώ στη με αριθ. …../28-9-2017 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών, με έδρα το πρωτοδικείο Αθηνών Κ. Ε.. Κ. αναγράφεται ότι την 28-9-2017 επιδόθηκε με επιμέλεια της εναγομένης, ήδη αναιρεσίβλητης, στην ενάγουσα, ήδη αναιρεσείουσα η συνημμένη σ' αυτή από 28-9-2017 κλήση, από την οποία προκύπτει ότι η πρώτη γνωστοποίησε στη δεύτερη ότι θα εξετάσει τους παραπάνω μάρτυρες ενώπιον του Ειρηνοδίκη Χαλκίδας την 4-10-2017, ημέρα Τετάρτη και ώρα 9.30 ή 10, δηλαδή σε χρόνο διαφορετικό από τον αναγραφόμενο στις ένορκες βεβαιώσεις, ως χρόνος λήψης αυτών. Η αναιρεσείουσα προσκομίζει και επικαλείται ενώπιον του παρόντος δικαστηρίου την εκδοθείσα μετά την έκδοση της προσβαλλόμενης απόφασης, δηλαδή μετά την 2-3-2021, με αριθ. πρωτ…. /…2021 υπηρεσιακή βεβαίωση του Ειρηνοδικείου Χαλκίδας, με την οποία βεβαιώνεται ότι, όπως προκύπτει από έλεγχο στις εγγραφές του πληροφοριακού συστήματος ΟΣΔΔΥΠ, οι εν λόγω ένορκες βεβαιώσεις λήφθηκαν την 4-10-2017 και καταχωρήθηκαν την 4-10-2017, αντί της αναφερόμενης εσφαλμένα από παραδρομή ημερομηνίας 2-10-2017. Ωστόσο, η αναιρεσείουσα δεν ισχυρίζεται ούτε αποδεικνύει ότι προσκόμισε όμοιου περιεχομένου βεβαίωση ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, ώστε να αποδειχθεί ότι οι ένορκες βεβαιώσεις ελήφθησαν την 4-10-2017, δηλαδή κατά την ημερομηνία που γνωστοποιήθηκε στην ενάγουσα ότι θα λάβει χώρα η λήψη αυτών και όχι κατά την ημερομηνία 2-10-2017, η οποία αναγράφεται σ' αυτές, ως ημερομηνία λήψης τους. Κατόπιν των παραπάνω, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο που, με την προεκτεθείσα αιτιολογία, δεν έλαβε υπόψη τις εν λόγω ένορκες βεβαιώσεις δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ' του ΚΠολΔ. Η κρίση αυτή δεν αναιρείται από το γεγονός ότι η αναγραφόμενη στις ένορκες βεβαιώσεις ημερομηνία, της 2-10-2017, δεν αντιστοιχεί στην επίσης αναγραφόμενη σ' αυτές ημέρα "Τετάρτη", αφού, σε κάθε περίπτωση, από τις ένορκες βεβαιώσεις δεν δύναται να προκύψει αν το σφάλμα αφορά την ημερομηνία (2-10-2017) ή την ημέρα (Τετάρτη), επιπλέον δε η εναγομένη, η οποία βαρύνεται με την απόδειξη της νόμιμης κλήτευσης της ενάγουσας δεν ισχυρίζεται, όπως προεκτέθηκε, ότι προσκόμισε, στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο βεβαίωση του Ειρηνοδικείου Χαλκίδας, από την οποία να προκύπτει ότι ένορκες βεβαιώσεις ελήφθησαν την 4-10-2017. Επομένως ο πρώτος λόγος αναίρεσης και ο συναφής πρόσθετος λόγος, κατά το πρώτο σκέλος αυτού είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν. Τέλος αβάσιμος και απορριπτέος τυγχάνει ο πρώτος λόγος αναίρεσης του κυρίως δικογράφου και ο συναφής πρόσθετος λόγος κατά το τελευταίο σκέλος τους, αφού η προσβαλλομένη απόφαση έλαβε υπόψη την κατάθεση του εξετασθέντος μάρτυρος της αναιρεσείουσας (ανταπόδειξης) όπως ρητώς διαλαμβάνεται σε αυτήν. Με το δεύτερο σκέλος του πρόσθετου λόγου αναίρεσης η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια, ομοίως από τον αριθμό 11 περ. γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη τη νομίμως προσκομισθείσα με επίκληση το πρώτον ενώπιον του με αριθ. 46/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Ευβοίας, που εκδόθηκε επί αγωγής της υπαλλήλου της εναγομένης Μ. Μ. κατ' αυτής και αφορά και την ένδικη υπόθεση, την οποία (απόφαση) το δευτεροβάθμιο δικαστήριο παρέλειψε να αναφέρει και να σχολιάσει. Από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, όπου, όπως προεκτέθηκε, αναφέρεται ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα έγγραφα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι και αυτά που προσκομίσθηκαν το πρώτον ενώπιόν του, σε συνδυασμό με το περιεχόμενό της, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι λήφθηκε υπόψη και συνεκτιμήθηκε με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα και η εν λόγω απόφαση, χωρίς να υποχρεούται το δικαστήριο να κάνει ειδική μνεία ή χωριστή αξιολόγηση αυτής. Επομένως, ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Τέλος, με το δεύτερο (κύριο) λόγο αναίρεσης η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια, από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, όπως ισχυρίζεται, ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ακυρότητα, αφού δεν έλαβε υπόψη τις εν λόγω ένορκες βεβαιώσεις, παραβιάζοντας τις διατάξεις των άρθρων 227 και 236 ΚΠολΔ, καθόσον παρέλειψε να ανταποκριθεί στο επιβαλλόμενο από αυτές καθήκον για κλήση της αναιρεσείουσας προς αποσαφήνιση της ημερομηνίας, κατά την οποία πράγματι λήφθηκαν οι εν λόγω ένορκες βεβαιώσεις. Ο λόγος αυτός αναίρεσης, κατά το μέρος, με το οποίο αποδίδεται στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο η πλημμέλεια της παραβίασης της διάταξης του άρθρου 227 ΚΠολΔ, κατά την οποία "αν υπάρχουν τυπικές παραλείψεις που μπορούν να αναπληρωθούν, ο πρόεδρος οποιουδήποτε πολυμελούς δικαστηρίου ή ο εισηγητής ή ο δικαστής μονομελούς δικαστηρίου καλεί να τις συμπληρώσει, και μετά τη συζήτηση, τον πληρεξούσιο δικηγόρο ή το διάδικο, εφόσον παρίσταται αυτοπροσώπως, τάσσοντας εύλογη κατά την κρίση του προθεσμία", είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί, κατά κύριο λόγο διότι η παραβίαση της εν λόγω διάταξης αποτελεί μεν λόγο έφεσης, αλλά όχι και λόγο αναίρεσης (ΑΠ 1091/2015). Περαιτέρω, ο ίδιος λόγος αναίρεσης, κατά το μέρος, με το οποίο αποδίδεται στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο η πλημμέλεια της παραβίασης της διάταξης του άρθρου 236 ΚΠολΔ, κατά την οποία "ο δικαστής που διευθύνει τη συζήτηση πρέπει να φροντίζει με την υποβολή ερωτήσεων ή με άλλο τρόπο να εκφράζονται σαφώς για όλα τα ουσιώδη πραγματικά γεγονότα τα πρόσωπα που μετέχουν στη συζήτηση, να υποβάλλουν τις αναγκαίες προτάσεις και αιτήσεις, να συμπληρώνουν τους ισχυρισμούς που υποβλήθηκαν ελλιπώς και αορίστως, με προφορική δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά και γενικά να παρέχουν τις αναγκαίες διασαφήσεις για την εξακρίβωση της αλήθειας των προβαλλόμενων ισχυρισμών", αλυσιτελώς προβάλλεται και πρέπει να απορριφθεί, διότι η εν λόγω διάταξη αφορά την καθοδηγητική προς τους διαδίκους παρέμβαση του δικαστηρίου κατά την προφορική συζήτηση της υπόθεσης στο ακροατήριο, περίπτωση που δεν συντρέχει εν προκειμένω. Κατόπιν των παραπάνω και επειδή δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης προς έρευνα, πρέπει η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και οι πρόσθετοι αυτής λόγοι να απορριφθούν. Τέλος, πρέπει να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα, που ηττήθηκε, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, που παρέστη και κατέθεσε προτάσεις (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται, ειδικότερα, στο διατακτικό. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ - Απορρίπτει την από 8-4-2021 και με αριθ. κατ. 60/2/8-4-2021 αίτηση και τους από 13-5-2021 και με αριθ. κατ. 54/14-5-2021 πρόσθετους λόγους για αναίρεση της με αριθ. 30/2-3-2021 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Χαλκίδας. Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 12 Μαΐου 2022. ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 16 Ιανουαρίου 2023. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ