Αριθμός 1531/2023 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Β1' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Μαριάνθη Παγουτέλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δήμητρα Ζώη, Ιωάννα Μαργέλλου-Μπουλταδάκη, Δημητρία Στρούζα-Ξένου-Κοκολέτση και Τριανταφυλλιά Πατρώνα, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 1 Νοεμβρίου 2022, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ: Των αναιρεσειόντων: 1) Α. Τ. του Δ., 2) Α. Τ. του Α. και 3) Δ. Τ. του Α., κατοίκων………, που παραστάθηκαν ο με α/α 3ος μετά και οι με α/α 1ος και 2ος δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Γεωργίου Ξένου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις. Του αναιρεσίβλητου: Ν. Α. του Δ., κατοίκου ……., που παραστάθηκε αυτοπροσώπως λόγω της δικηγορικής του ιδιότητος και κατέθεσε προτάσεις. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19-7-2019 αγωγή του 1ου ήδη αναιρεσείοντος και την από 1-10-2019 πρόσθετη παρέμβαση, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν η 18/2021 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 669/2022 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 14-3-2022 αίτησή τους και τους από 28-9-2022 πρόσθετους λόγους αυτής. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγήτρια ορίσθηκε η Αρεοπαγίτης Ιωάννα Μαργέλλου-Μπουλταδάκη. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο αναιρεσίβλητος την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Με την από 14.3.2022 και με αριθμό κατάθεσης στο Εφετείο Αθηνών 1992/191/2022 αίτηση αναίρεσης των εναγομένων και ήδη αναιρεσειόντων 1. Α. Τ. του Δ. κλπ (σύν. 2) προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών υπ' αριθμ. 669/2022 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Με την προσβαλλόμενη απόφαση έγινε τυπικά και εν μέρει δεκτή κατ' ουσία η από 14.4.2021 (αριθμ. εκθ. καταθ. 20843/1388/2021) έφεση των εναγομένων και μετά από εξαφάνιση της υπ' αριθμ. 18/2021 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία είχε γίνει δεκτή κατ' ουσία η από 19.7.2019 και με αριθμό εκθ. καταθ. 65016/146/2019 αγωγή του αναιρεσιβλήτου, μόνο ως προς το κεφάλαιο της, κατ' ουσία, απόρριψη της ένστασης εξόφλησης, απέρριψε αυτή, ως απαράδεκτη. Η αίτηση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 518, 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 και 144 παρ. 1 ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρ. 577 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ). Επίσης, παραδεκτά και εμπρόθεσμα (άρθρο 569 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ισχύει από 1.1.2022 (Ν.4842/2021και Ν.4912/2022), ασκήθηκαν με ιδιαίτερο δικόγραφο, ως παραδεκτά διορθώνει, που κατατέθηκε στη γραμματεία του δικαστηρίου τούτου στις 28.9.2022 πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης, οι οποίοι επιδόθηκαν στον αναιρεσίβλητο στις…….., σύμφωνα με την υπ' αριθμ. ……..2022 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Α. Π. Σ.. Κ., δηλαδή τριάντα (30) ημέρες πριν από τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης (1.11.2022). Πρέπει, επομένως, αφού συνεκδικασθούν με την αίτηση αναίρεσης (άρθρο 246 ΚΠολΔ), να ερευνηθούν περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων τους. Από τις διατάξεις των άρθρων 1, 2 § 2, 38, 39, 46, 49, 63, 91, 92, 94 και 170 του ΝΔ 3026/1954 "Κώδικας περί Δικηγόρων" (ΚπΔ), που έχει εν προκειμένω εφαρμογή, διότι οι ένδικες αξιώσεις και η παροχή των αντίστοιχων υπηρεσιών έλαβαν χώρα πριν από την κατάργηση του εν λόγω Κώδικα και τη θέση σε ισχύ του νέου Κώδικα των Δικηγόρων με το άρθρο 166 του ν. 4194/2013, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 648 επ. και 713 επ. του ΑΚ, προκύπτει ότι ο δικηγόρος, ενεργώντας ελεύθερα έναντι του πελάτη του και μη διατελώντας σε σχέση εξάρτησης, είναι άμισθος δημόσιος λειτουργός, ενώ η μεταξύ τους σχέση χαρακτηρίζεται ως αμειβόμενη εντολή και δικαιούται να λάβει από τον εντολέα του, πλην της δαπάνης, δικαστηριακής ή άλλης, την οποία εξ ιδίων κατέβαλε και αμοιβή για κάθε εργασία δικαστική ή εξώδικη. Η αμοιβή του δικηγόρου για τις υπηρεσίες που πρόσφερε καθορίζεται με συμφωνία μεταξύ αυτού και του εντολέα του, ο οποίος οφείλει την αμοιβή, εφόσον έδωσε την εντολή επ' ονόματι και για λογαριασμό του, ανεξάρτητα από το αν είναι διάδικος. Αν δεν υπάρχει ειδική συμφωνία, το ελάχιστο της αμοιβής ορίζεται από τις διατάξεις των άρθρων 99 επ. του ως άνω προ του ν. 4194/2013 ΚπΔ (ΑΠ 1309/2012). Κατά τη διάταξη του άρθρου 92 § 3 του ίδ.κώδικα, επιτρέπεται συμφωνία που εξαρτά την αμοιβή ή το είδος αυτής από την έκβαση της δίκης ή του αποτελέσματος της εργασίας ή από οποιαδήποτε άλλη αίρεση, ως και συμφωνία περί αμοιβής δι' εκχωρήσεως ή μεταβιβάσεως μέρους του αντικειμένου της δίκης ή της εργασίας. Η τοιαύτη συμφωνία δεν δύναται να υπερβαίνει το 20% του αντικειμένου της δίκης. Κατά δε τη διάταξη της § 5 του ίδιου άρθρου η συμφωνία που εξαρτά την αμοιβή από την έκβαση της δίκης τότε μόνο ισχύει, όταν ο δικηγόρος ανέλαβε την υποχρέωση να διεξαγάγει τη δίκη μέχρι τελεσιδικίας, χωρίς σε περίπτωση αποτυχίας να λάβει κάποια αμοιβή, ούτε αυτός ούτε ο κατά τον αυτόν ή άλλο βαθμό συμπληρεξούσιος ή υποκατάστατος. Από τις άνω διατάξεις σε συνδυασμό και με εκείνη του άρθρου 201 ΑΚ, συνάγεται: α) ότι η συμφωνία περί εργολαβίας δίκης είναι έγκυρη όταν περιέχει ρητώς, προς άρση κάθε αμφιβολίας, τον όρο ότι ο δικηγόρος αναλαμβάνει την υποχρέωση να διεξαγάγει τη δίκη μέχρι τελεσιδικίας ή την ανατεθείσα εργασία μέχρι περατώσεως αυτής και ότι σε περίπτωση αποτυχίας δεν θα λάβει αμοιβή, β) ότι η αμοιβή του δικηγόρου, ο οποίος ανέλαβε εργολαβικά τη διεξαγωγή της δίκης ή τη διεκπεραίωση της εργασίας, δεν μπορεί να υπερβαίνει το ποσοστό 20% του αντικειμένου της δίκης, γ) χρόνος υπολογισμού της αξίας του αντικειμένου της διαφοράς είναι εκείνος της τελεσιδικίας ή ο τυχόν συμφωνηθείς μεταγενέστερος τοιούτος, από τον οποίο γεννάται η αξίωση αμοιβής του δικηγόρου, δ) ότι δεν τίθενται περιορισμοί ως προς το είδος της αμοιβής, η οποία μπορεί να τελεί "εξ οιασδήποτε άλλης αιρέσεως", σύμφωνα με την απορρέουσα από τη διάταξη του άρθρου 361 ΑΚ αρχή της ελευθερίας των συμβάσεων, παρά μόνο ως προς το ύψος αυτής (20%), ε) ότι η σχετική απαίτηση τελεί υπό την αναβλητική αίρεση και γεννιέται όταν διεξαχθεί επιτυχώς η δίκη ή επιλυθεί με συμβιβασμό ή διαφορά ή περατωθεί η εργασία, στ) ότι μόνο η αμοιβή του δικηγόρου εξαρτάται από την αναβλητική αίρεση της έκβασης της δίκης, όχι δε και η αξίωση για την καταβολή των εξόδων, η οποία, πλην από αντίθετη συμφωνία, είναι ανεξάρτητη από το άνω αποτέλεσμα και ζ) ότι επί εργολαβίας της δίκης, ο δικηγόρος δικαιούται την αμοιβή του (20%) και επιπλέον τη δικαστηριακή δαπάνη, καθώς και τα άλλα έξοδα, που δαπάνησε εξ ιδίων για τη δίκη, εκτός αντίθετης συμφωνίας (ΑΠ 133/2018, ΑΠ 1309, 1310/2012). Ως επιτυχής έκβαση της δίκης, άρα και ως πλήρωση της αιρέσεως, κατά την έννοια των πιο πάνω διατάξεων, νοείται το στάδιο της διαδικασίας κατά το οποίο ο εντολέας έχει τελεσίδικα δικαιωθεί από τις ενέργειες του εντολοδόχου δικηγόρου με ικανοποιητική δικαστική ή εξώδικη επίλυση της διαφοράς (ΑΠ 396/2017, ΑΠ 730/2015, ΑΠ 1778/2013, ΑΠ 1310/2012). Η σχετική περί εργολαβίας δίκης συμφωνία δεν προϋποθέτει για το κύρος της την τήρηση έγγραφου τύπου, αφού η, δικονομικού χαρακτήρα, διάταξη του άρθρου 95 § 2 εδ. α' του ΚπΔ, με την οποία περιοριζόταν η απόδειξη της συμφωνίας αυτής μόνο με έγγραφα ή όρκο και ομολογία, θεωρείται καταργημένη από την εισαγωγή του ΚΠολΔ, κατ' εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 38 του ΕισΝΚΠολΔ και συνεπώς επί εκδικάσεως διαφοράς μεταξύ δικηγόρου και εντολέα για την αμοιβή του πρώτου είναι εφαρμοστέα ως προς τα μέσα αποδείξεως, σύμφωνα με τα άρθρα 677 § 1 και 681 ΚΠολΔ, η διάταξη του άρθρου 671 § 1 ΚΠολΔ, κατά την οποία η απόδειξη γίνεται και με μάρτυρες καθώς και με ένορκες βεβαιώσεις τρίτων ενώπιον Ειρηνοδίκη ή Συμβολαιογράφου (ΟλομΑΠ 40/1988). Μόνο κατ` εξαίρεση η, περί εργολαβίας δίκης, συμφωνία πρέπει να καταρτίζεται εγγράφως και να γνωστοποιείται στον οικείο Δικηγορικό Σύλλογο, σύμφωνα με την § 4 του ίδιου άρθρου 92 του ΚπΔ, στις περιπτώσεις που πρόκειται για διαφορές από μισθούς, ημερομίσθια, πρόσθετες αμοιβές για υπερωριακή εργασία ή εργασία κατά τις Κυριακές ή εορτές, δώρα, αντίτιμο μη ληφθείσας άδειας, αποζημίωση για καταγγελία της σύμβασης και εν γένει κάθε απαίτηση αναγομένη στην εργασιακή σύμβαση υπαλλήλων, εργατών ή υπηρετών (ΑΠ 1040/2020). Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 170 του ΚπΔ, συνάγεται ότι ο εντολέας, ενόψει της απόλυτης προσωπικής σχέσης εμπιστοσύνης μεταξύ αυτού και του δικηγόρου του, δύναται κατά πάντα χρόνο να ανακαλέσει την εντολή είτε υφίστανται λόγοι που δικαιολογούν την ανάκληση είτε όχι. Σε καθεμία από τις περιπτώσεις αυτές γεννώνται οι αντίστοιχες υποχρεώσεις του εντολέα που προβλέπει η εν λόγω διάταξη (ΑΠ 396/2017, 1388/2015, 956/2014). Η ως άνω ανάκληση ασκείται, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 167 και 724 ΑΚ, με μονομερή και απευθυντέα στον αντισυμβαλλόμενο δήλωση βουλήσεως, η δε λύση της εντολής επέρχεται με την περιέλευση αυτής στο πρόσωπο που απευθύνεται (ΑΠ 1310/2012). Η ανάκληση της εντολής ενεργεί ex nunc και όχι ex tunc και συνακόλουθα τα εκατέρωθεν δικαιώματα και οι υποχρεώσεις των μερών θα κριθούν, ως νόμιμη αιτία, με βάση την έννομη σχέση της έμμισθης εντολής (ΑΠ 810/2003). Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ως προς το δικαιολογημένο ή αδικαιολόγητο της ανακλήσεως της εντολής είναι νομική (ΑΠ 193/2008). Η ανάκληση μπορεί να γίνει και προφορικά, ακόμη δε και σιωπηρά, αρκεί ο εντολέας να καταστήσει γνωστή τη βούλησή του αυτή στον εντολοδόχο (ΑΠ 1309/2012). Σε περίπτωση που ο εντολέας ανακαλέσει την εντολή κατά τη διάρκεια της εκκρεμοδικίας, δηλαδή πριν από την έκδοση τελεσίδικης απόφασης, ή την εξωδικαστική συμβιβαστική επίλυση της διαφοράς, επί αδικαιολόγητης ανακλήσεως της εντολής, ο εντολέας υποχρεούται να καταβάλει στον δικηγόρο τη συμφωνημένη αμοιβή, η με βεβαιότητα δε προσδοκώμενη πλήρωση της προαναφερομένης αιρέσεως της επιτυχημένης διεξαγωγής της δίκης ή της υποθέσεως, αποτελεί γεγονός θεμελιωτικό του δικαιώματος του δικηγόρου για απόληψη της συμφωνημένης αμοιβής (ΑΠ 133/2018). Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 106, 111 παρ. 2 και 216 παρ. 1 στοιχ. α και β του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η αγωγή πρέπει να περιέχει σαφή έκθεση των γεγονότων που τη θεμελιώνουν και δικαιολογούν την άσκησή της από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου και ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς. Όταν στο δικόγραφο της αγωγής δεν περιέχονται τα πιο πάνω στοιχεία ή όταν αυτά περιέχονται κατά τρόπο ελλιπή ή ασαφή, τότε η έλλειψη αυτή καθιστά μη νομότυπη την άσκησή της, επιφέρει δε την απόρριψή της ως απαράδεκτης, λόγω αοριστίας, είτε αυτεπαγγέλτως, είτε κατόπιν προβολής σχετικού ισχυρισμού από τον εναγόμενο. Η αοριστία δε αυτή δεν μπορεί να συμπληρωθεί ούτε με τις προτάσεις, ούτε με παραπομπή στο περιεχόμενο άλλων εγγράφων της δίκης, ούτε από την εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 108/2020, 837/2019, 1864/2011, 329/2007 σχετ. ΑΠ 862/2015, 291/2015). Περαιτέρω η νομική αοριστία της αγωγής, δηλαδή εκείνη που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα, αποτελεί παράβαση που ελέγχεται με τη διάταξη του άρθ. 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο για τον σχηματισμό της κρίσης του για τη νομική επάρκεια της αγωγής κατά την εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου αξίωσε περισσότερα ή διαφορετικά στοιχεία από τα απαιτούμενα κατά νόμο κρίνοντας αυτήν ως αόριστη ή αντίθετα αρκέσθηκε σε λιγότερα από τα απαιτούμενα κατά νόμο στοιχεία κρίνοντας αυτήν ως ορισμένη. Πρόκειται δηλαδή και πάλι για παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ως προς τη διαπίστωση ή όχι νομικής αοριστίας της αγωγής (ή της ένστασης) (σχετ. ΟλΑΠ 18/1998, 1573/1981, ΑΠ 515/2016, 991/2014, 57/2005). Η αοριστία, όμως, της αγωγής μπορεί να μην είναι νομική, αλλά ποσοτική, όταν στο δικόγραφο της αγωγής δεν αναφέρονται με πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά που αποτελούν τις προϋποθέσεις εφαρμογής του κανόνα δικαίου, στον οποίο σύμφωνα με το άρθ. 216 παρ. 1 στοιχ. α' και β' ΚΠολΔ στηρίζεται το αίτημα της αγωγής, ή ποιοτική, όταν γίνεται απλά επίκληση των όρων του νόμου, χωρίς ν' αναφέρονται τα θεμελιούντα την εφαρμογή του συγκεκριμένου κανόνα δικαίου πραγματικά περιστατικά. Στις περιπτώσεις αυτές η απόφαση ελέγχεται με βάση τις διατάξεις του άρθ. 559 αριθμ. 8 και 14 ΚΠολΔ (ΑΠ 180/2016, 34/2015, 1192/2012, 220/2012, 1125/2011). Στην περίπτωση της κατάρτισης σύμβασης εργολαβίας δίκης, για το ορισμένο της αγωγής με την οποία διώκεται η επιδίκαση της αμοιβής μετά την επιτυχή περάτωση της ανατεθείσας στο δικηγόρο εργασίας αρκεί στο οικείο δικόγραφο να διαλαμβάνονται: α) η συμφωνία μεταξύ του δικηγόρου και του εντολέως του για την κατάρτιση σύμβασης εργολαβίας δίκης και το αντικείμενο αυτής, με περαιτέρω μνεία του ρητώς συμφωνηθέντος όρου ότι σε περίπτωση αποτυχίας ο δικηγόρος δεν θα δικαιούται να λάβει την αμοιβή, β) το ύψος της αμοιβής με μνεία του συμφωνηθέντος ποσοστού επί του αντικειμένου της δίκης ή της αναληφθείσας εργασίας και της αξίας αυτών μετά την ολοκλήρωση της ανατεθείσας εργασίας και γ) η επιτυχής τελεσίδικη επίλυση της διαφοράς με τη δικαίωση του εντολέα ή η επιτυχής ολοκλήρωση της ανατεθείσας εργασίας με τη διενέργεια των αναγκαίων προς τούτο δικαστικών ή εξώδικων πράξεων εκ μέρους του δικηγόρου (σχετ. ΑΠ 598/2017, ΑΠ 1388/2015, ΑΠ 57/2005). Αντιθέτως στις περιπτώσεις εκείνες που δεν έχει καταρτισθεί σύμβαση εργολαβίας δίκης, ούτε έχει συναφθεί καθαρά άνευ αιρέσεως συμφωνία μεταξύ του εντολέα και του δικηγόρου ως προς το ύψος της οφειλομένης στον τελευταίο αμοιβής, σύμφωνα με το άρθρο 92 παρ. 1 του Κώδικα των Δικηγόρων σε συνδυασμό με το άρθρο 91 παρ. 1 αυτού ή όπου η τυχόν υπάρχουσα συμφωνία προβλέπει αμοιβή κατώτερη των ελάχιστων ορίων ή όπου η συμφωνηθείσα αμοιβή καθορίσθηκε στην προβλεπόμενη από τα άρθρα 98 επ. του Κώδικα των Δικηγόρων ελαχίστη αμοιβή σε ποσοστό επί της αξίας του αντικειμένου της δίκης ή της δικαιοπραξίας ή του είδους της διεκπεραιωθείσας εργασίας, για το ορισμένο της αγωγής του δικηγόρου πρέπει στο οικείο δικόγραφο να διαλαμβάνεται: α) η συμφωνία των διαδίκων για ανάθεση της εντολής στο δικηγόρο και το αντικείμενο αυτής, β) οι όροι αυτής για το ύψος της συμφωνηθείσας αμοιβής στα ανωτέρω πλαίσια ή η μνεία ότι δεν υπήρξε μεταξύ των μερών συμφωνία ως προς το ύψος της οφειλομένης αμοιβής, γ) η εκτέλεση της εντολής αυτής με τη διενέργεια των αναγκαίων για τη διεκπεραίωση της ανατεθείσας εντολής δικαστικών και εξώδικων πράξεων από τον δικηγόρο που πρέπει να διαλαμβάνονται λεπτομερώς στο οικείο δικόγραφο και δ) η αναγραφή της αξίας του αντικειμένου της δίκης ή της αξίας της δικαιοπραξίας ή του είδους της διεκπεραιωθείσας εργασίας σε συνάρτηση με τις επί μέρους διαδικαστικές ενέργειες στις οποίες προέβη ο δικηγόρος, οι οποίες λαμβάνονται υπόψη για τον υπολογισμό της οφειλόμενης εκάστοτε ελάχιστης αμοιβής και η αναφορά της οφειλομένης για κάθε επί μέρους ενέργεια αμοιβής, με βάση τα προβλεπόμενα από τον Κώδικα των δικηγόρων ελάχιστα όρια (ΑΠ 1251/2018, 396/2017, 441/2016, 556/2009). Ομοίως για το ορισμένο της αγωγής επιδίκασης των εξόδων, στα οποίο προέβη ο δικηγόρος για την εκτέλεση της εντολής, πρέπει στο οικείο δικόγραφο να αναγράφονται λεπτομερώς κατ' είδος και δαπάνη αυτά σε συνάρτηση με τις συγκεκριμένες ενέργειες στις οποίες προέβη ο δικηγόρος για τη διεκπεραίωση της εντολής, με παράθεση αυτών στον προβλεπόμενο από το άρθρο 680 του ΚΠολΔ πίνακα. Αν τυχόν με την αγωγή διώκεται η καταβολή μεγαλύτερου ποσού σε σχέση με το προκύπτον με βάση τα προβλεπόμενα από τον Κώδικα περί Δικηγόρων ελάχιστα όρια για επί μέρους ενέργειες στις οποίες προέβη ο δικηγόρος, λόγω της επιστημονικής εργασίας, του είδους της διεκπεραιωθείσας υπόθεσης, του καταναλωθέντος χρόνου, της σπουδαιότητας της διαφοράς και των ιδιαζουσών περιστάσεων κατ' εφαρμογή του άρθρου 98 του Κώδικα περί δικηγόρων, πρέπει να γίνεται μνεία και των στοιχείων αυτών στο οικείο αγωγικό δικόγραφο. Σε αμφότερες τις περιπτώσεις, δεν αποτελεί όμως αναγκαίο στοιχείο για το ορισμένο της αγωγής, ο ακριβής χρόνος διενεργείας των επί μέρους εργασιών του δικηγόρου στο πλαίσιο εκτέλεσης της ανατεθείσας σε αυτόν εντολής ή ο χρόνος περάτωσης των σχετικών εργασιών (ΑΠ 1881/1987 σχετ. ΑΠ 568/1999, 1439/1990). Και τούτο, διότι, πλην εξαιρέσεων που δεν αφορούν την προκείμενη διαφορά, κρίσιμο για την επιδίκαση της δικηγορικής αμοιβής είτε στο πλαίσιο σύμβασης εργολαβίας δίκης, είτε με βάση τα προβλεπόμενα από τον Κώδικα περί Δικηγόρων ελάχιστα όρια, είναι η επιτυχής ολοκλήρωση της εκτέλεσης της ανατεθείσας εντολής (στην πρώτη περίπτωση) ή η εκτέλεση των αναγκαίων για τη διεκπεραίωση της ανατεθείσας υπόθεσης επί μέρους δικαστικών και εξώδικων πράξεων από τον δικηγόρο (στη δεύτερη περίπτωση), είναι δε αδιάφορος ο συγκεκριμένος χρόνος που εκτελέσθηκαν οι επί μέρους εργασίες εκ μέρους του δικηγόρου ή ο συγκεκριμένος χρόνος περάτωσης αυτών. Στην προκειμένη περίπτωση από την επισκόπηση της, από 19.7.2019, αγωγής του ενάγοντος δικηγόρου και ήδη αναιρεσιβλήτου, προκύπτει ότι ο τελευταίος ισχυρίσθηκε ότι μεταξύ αυτού και των εναγομένων ήδη αναιρεσειόντων, στις 7.7.2009 καταρτίσθηκε νόμιμα εργολαβικό δίκης, δυνάμει του οποίου ανέλαβε με την ιδιότητα του πληρεξουσίου δικηγόρου, να προβεί σε όλες τις πρόσφορες ενέργειες και διαδικασίες για την είσπραξη των χρηματικών απαιτήσεων που διατηρούσαν οι εναγόμενοι σε βάρος της κατασκευαστικής ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Ε. D. ΑΕ" από την πώληση ενός ακινήτου της, με ποσοστό αμοιβής 8% επί του ποσού το οποίο θα εισπράττονταν ή και καθ' οιονδήποτε θα απομειώνονταν οι χρηματικές τους απαιτήσεις έναντι της ως άνω εταιρείας, πλέον εξόδων, με ρητή δήλωση παράλειψης αξίωσης αμοιβής σε περίπτωση αποτυχίας. Ότι στο πλαίσιο της ανωτέρω εντολής προέβη στις ειδικότερα αναφερόμενες ενέργειες και τελικά η υπόθεση είχε επιτυχή έκβαση, πλην όμως οι εναγόμενοι δεν του κατέβαλαν το σύνολο της αμοιβής του, οφείλοντάς του το υπόλοιπο αυτής για το χρονικό διάστημα από ……..έως και τον Απρίλιο του έτους 2019, συνολικού ύψους ……….ευρώ. Ότι με βάση το ιστορικό αυτό ζήτησε να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να του καταβάλουν εις ολόκληρο έκαστος το ανωτέρω χρηματικό πόσο με τον νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής. Με τέτοιο περιεχόμενο και αίτημα η αγωγή είναι πλήρως ορισμένη, καθότι περιείχε όλα τα αναγκαία στοιχεία που αναφέρθηκαν προηγουμένως, τα οποία είναι αναγκαία για τη θεμελίωσή της. Ειδικότερα: αναφέρονται α) η κατάρτιση της από ……2009 σύμβασης εργολαβίας δίκης μεταξύ των διαδίκων και το αντικείμενο της και συγκεκριμένα η εκ μέρους του ενάγοντος δικηγόρου εκτέλεση όλων των αναγκαίων ενεργειών για την είσπραξη των χρηματικών απαιτήσεων των εναγομένων σε βάρος της κατασκευαστικής ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Ε. D. ΑΕ" από την πώληση ενός ακινήτου τους, με περαιτέρω μνεία του ρητώς συμφωνηθέντος, προφορικά, όρου αυτής ότι σε περίπτωση αποτυχίας η ενάγουσα δεν θα δικαιούται οιασδήποτε αμοιβής, β) το ύψος της αμοιβής με αναφορά ποσοστού 8% επί του αντικειμένου της δίκης ή της αναληφθείσας εργασίας και της αξίας αυτών μετά την ολοκλήρωση της ανατεθείσας εργασίας, και γ) η επιτυχής ολοκλήρωση της ανατεθείσας ως άνω εργασίας με τη διενέργεια των λεπτομερώς αναγραφομένων στην αγωγή αναγκαίων προς τούτο δικαστικών ή εξώδικων πράξεων και ενεργειών εκ μέρους του ενάγοντος δικηγόρου. Ο ακριβής όμως χρόνος διενεργείας των, επί μέρους, εργασιών του δικηγόρου στο πλαίσιο εκτέλεσης της ανατεθείσας σε αυτόν εντολής ή ο χρόνος περάτωσης των σχετικών εργασιών, δεν αποτελεί κατά τα ήδη προαναφερθέντα αναγκαίο στοιχείο για το ορισμένο της αγωγής καταβολής της δικηγορικής αμοιβής, είτε στο πλαίσιο συμφωνίας εργολαβίας δίκης, είτε με βάση τα οριζόμενα στον Κώδικα των Δικηγόρων κατώτατα όρια. Έτσι λοιπόν που έκρινε το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, απορρίπτοντας ισχυρισμό περί αοριστίας του αγωγικού δικογράφου δεν παραβίασε αλλά ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ως άνω ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 92 παρ. 3 και 5 εδ. α του Κώδικα των Δικηγόρων (Ν.Δ/μα 3026/1954) μη υποπίπτοντας επομένως στην, από τον αριθμό 1, του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια. Συνεπώς ο, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πρώτος λόγος αναιρέσεως κατά το οικείο σκέλος είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Με το δεύτερο σκέλος από τον αριθμό 8 και το τρίτο σκέλος από τον αριθμό 9 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ πρώτο λόγο αναίρεσης, οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι δεν έλαβε υπόψη της πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και ειδικότερα δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό τους περί αοριστίας του αγωγικού δικογράφου τον οποίο παραδεκτά επανέφεραν με λόγο έφεσης, με συνέπεια εσφαλμένως να προβεί στην απόρριψη του σχετικού λόγου εφέσεως, κρίνοντας την αγωγή ορισμένη. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό περί αοριστίας ως προαναφέρθηκε του αγωγικού δικογράφου και τον απέρριψε, ως αβάσιμο, κρίνοντας ορθά ότι η ένδικη αγωγή είναι ορισμένη, την οποία ορθά δεν απέρριψε ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 εδ. α' ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή. Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανέλεγκτα το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και την υπαγωγή τους στον νόμο και ιδρύεται αυτός ο λόγος αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση. Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (Ολ. ΑΠ 1/1999, Ολ. ΑΠ 24/1992). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ. α του Συντάγματος που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά "έλλειψη αιτιολογίας", ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της "ανεπαρκής αιτιολογία", ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους "αντιφατική αιτιολογία" (ΟλΑΠ 1/1999). Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμα της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης. Αντίστοιχα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι όμως όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006). Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία", ώστε στο πλαίσιο της διάταξης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ να επιδέχονται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια. Ούτε εξ άλλου ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος αναιρέσεως του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ εξ αιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικώς τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων (ΑΠ 1148/2018, 319/2017). Από την επισκόπηση της προσβαλλομένης απόφασης (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) και των λοιπών διαδικαστικών εγγράφων της δίκης, προκύπτουν επί λέξει τα εξής: "Ότι το….. του έτους 2008 οι εναγόμενοι εκκαλούντες και ήδη αναιρεσείοντες, δυνάμει του από ……2008 ιδιωτικού συμφωνητικού, πώλησαν το σύνολο των ……….μετοχών της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Ε. Β. Ε. Α. Ε.", που ανήκαν στην κυριότητά τους, στην ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "E. D. Α. Ε. Κ., Α. Α. και Υ.". Αποκλειστικό περιουσιακό στοιχείο της εταιρείας των εναγομένων, ήταν ένα ακίνητο μεγάλης αξίας και δη, ένα ισόγειο κατάστημα - εστιατόριο με υπόγειο, κείμενο στη ………επί της………, ενώ το τίμημα για τηv πώληση αυτή, ανήλθε στο χρηματικό ποσό τωv ……….ευρώ. Από το τίμημα αυτό, η ως άνω αγοράστρια κατασκευαστική εταιρεία, κατέβαλε το χρηματικό ποσό του ……..ευρώ και το υπόλοιπο ποσό τωv ……..ευρώ, πιστώθηκε με σταθερό επιτόκιο, υποσχόμενη vα καταβάλει στους πωλητές-εναγομένους στις …..2009 το ποσό τωv …….ευρώ και στις …..2009 το ποσό τωv ……ευρώ. Παράλληλα, χάριv εξοφλήσεως και κυρίως προς διασφάλιση της πληρωμής τωv δόσεων, η αγοράστρια παρέδωσε στους εναγόμενους έξι δίγραμμες ουχί εις διαταγήν, μεταχρονολογημένες επιταγές της τράπεζας E., στις οποίες συμπεριλήφθηκαν και οι συμφωνηθέντες τόκοι υπερημερίας, επιταγές όμως οι οποίες κατά τηv εμπρόθεσμη εμφάνισή τους προς πληρωμή βρέθηκαν ακάλυπτες, λόγω έλλειψης επαρκούς διαθεσίμου υπολοίπου στο συρόμενο επί του σώματος των τραπεζικών επιταγών λογαριασμό και σφραγίσθηκαν. Εξαιτίας της ιδιαιτέρως δυσμενούς αυτής εξελίξεως και προς διασφάλιση των οικονομικών συμφερόντων των εναγομένων ο πρώτος εξ αυτών, απευθύνθηκε στον ενάγοντα και ήδη εφεσίβλητο - δικηγόρο, ο οποίος κατά το παρελθόν είχε χειριστεί επιτυχώς μια δικαστική διαφορά του. Πιο συγκεκριμένα, στις αρχές Ιουλίου 2009, ο πρώτος εναγόμενος, ενεργώντας αφενός για τον εαυτό του και αφετέρου ως πληρεξούσιος των λοιπών εναγομένων - τέκνων του, ανέθεσε προφορικά στον ενάγοντα και ήδη αναιρεσίβλητο, την εντολή να προβεί σε όλες τις απαιτούμενες δικαστικές και εξώδικες ενέργειες, με σκοπό την καταβολή σ' αυτούς (εναγομένους) του οφειλόμενου ποσού (μετά των τόκων), αντί δικηγορικής αμοιβής που συμφωνήθηκε σε ποσοστό 8% επί του ποσού (κεφαλαίου και τόκων) κατά το οποίο θα εισπράποvταv με οποιονδήποτε τρόπο οι χρηματικές απαιτήσεις των εναγομένων από την ως άνω αγοράστρια κατασκευαστική εταιρεία, αμοιβή που θα οφειλόταν μόνο σε περίπτωση επιτυχούς έκβασης της υποθέσεως, και υπό την προϋπόθεση εισπράξεως των ποσών, μη δικαιούμενης της αμοιβής σε περίπτωση δυσμενούς έκβασης του δικαστικού αγώνα και με την περαιτέρω συμφωνία ότι τα έξοδα για τη διεκπεραίωση της εντολής θα είναι ανεξάρτητα της δικηγορικής αμοιβής και θα βαρύνουν τους εναγομένους. Συνεπώς, η ανωτέρω συμφωνία αποτελούσε σύμβαση εργολαβίας δίκης, στο πλαίσιο της οποίας, τα διάδικα μέρη συμφώνησαν ότι ο ενάγων θα αναλάβει την υποχρέωση να προβεί σε οποιαδήποτε δικαστική ή εξώδικη ενέργεια έκρινε νομικά σκόπιμη και επωφελή για τα συμφέροντά τους, προκειμένου να εισπράξουν από την οφειλέτρια εταιρεία, με οποιοδήποτε τρόπο, το κατά το χρόνο εκείνο οφειλόμενο συνολικό χρηματικό ποσό των 3.239.500 ευρώ, εργασία από το αποτέλεσμα της οποίας θα εξαρτάτο και η ανωτέρω αμοιβή του ενάγοντος. Επομένως, το σχετικό σκέλος του δεύτερου λόγου της κρινόμενης εφέσεως, με το οποίο, κατ' εκτίμηση του περιεχομένου του, οι εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, κατ' εσφαλμένη εφαρμογή και ερμηνεία του νόμου και κατ' εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων έλαβε υπόψη τις αναφερόμενες μαρτυρικές καταθέσεις προς απόδειξη του περιεχόμενου της συμφωνίας τους για την αμοιβή του ενάγοντος, καθόσον σύμβαση της οποίας το αντικείμενο υπερβαίνει τις 30.000 ευρώ δεν δύναται vα αποδειχθεί με μάρτυρες, κατ' άρθρο 393 παρ. 1 ΚΠολΔ, και στηv προκειμένη περίπτωση δεν συντρέχει καμία από τις εξαιρετικές περιστάσεις της παρ. 1 του άρθρου 394 ΚΠολΔ, χωρίς παράλληλα να λάβει υπόψη του ότι με τον ισχύοντα Κώδικα Δικηγόρων θεσπίστηκε για τις συμβάσεις αυτές ο έγγραφος τύπος, πράγμα που σημαίνει ότι η έννομη τάξη βλέπει με επιφύλαξη και απορρίπτει προφορικές συμφωνίες μεταξύ δικηγόρων και εvτολέωv τους, είναι απορριπτέος. Και αυτό διότι, η μεταξύ των διάδικων μερών συμφωνία δεν ήταν έγγραφη, αλλά προφορική και κατά το χρόνο που συνήφθη δεν προϋπέθετε για το κύρος της την τήρηση έγγραφου τύπου, με περαιτέρω συνέπεια να μην βρίσκουν έδαφος εφαρμογής οι επικαλούμενες από τους εναγομένους διατάξεις. Ακολούθως αποδείχθηκε, ότι αμέσως μετά την ανάθεση της εντολής και ενόψει του γεγονότος ότι η εταιρεία "Ε. D. Α." είχε ήδη καταθέσει αίτηση υπαγωγής της στο άρθρο 99 του ΠτΚ, ο εvάγωv για τη διασφάλιση της απαίτησης τωv εvτολέωv του, πέτυχε την έκδοση των υπ' αριθ. ……/….., ……/……., ……/……, …../….., ……/……και ……/…..διαταγών πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, επί τη βάσει των ως άνω αναφερόμενων ακάλυπτων επιταγών. Ακριβές αντίγραφο του πρώτου εκτελεστού απογράφου των διαταγών αυτών πληρωμής επιδόθηκαν νομίμως στην οφειλέτρια εταιρεία με επιταγές προς πληρωμή, δυνάμει των οποίων η τελευταία διατάχθηκε vα καταβάλει το συνολικό ποσό των 3.316.914,90 ευρώ για κεφάλαιο, τόκους και έξοδα. Περαιτέρω, στις……, η εταιρεία "Ε. D. Α..Ε." κατέβαλε στους εναγόμενους, το ποσό των …….ευρώ, προκειμένου οι τελευταίοι να συναινέσουν στην έκδοση αιτήματος προσωρινής διαταγής για το ακαταδίωκτο αυτής και των νομίμων εκπροσώπων της, που είχε καταθέσει η εταιρεία στο πλαίσιο της προαναφερόμενης αίτησης για την υπαγωγή της στο άρθρο 99 του Πτωχευτικού Κώδικα, καταβολή κατόπιν της οποίας το υπόλοιπο της οφειλής διαμορφώθηκε στο ποσό των ……..ευρώ. Μετά την καταβολή του προαναφερόμενου ποσού από την οφειλέτρια εταιρεία στους εναγόμενους, οι τελευταίοι συμφώνησαν μ' αυτήν vα διακανονιστεί η υπολειπόμενη οφειλή ύψους ……..ευρώ, βάσει της από ………συμφωνίας συνδιαλλαγής σε δύο δόσεις και συγκεκριμένα συμφωνήθηκε το ποσό των ……ευρώ να καταβληθεί την ……..και το ποσό των ……..ευρώ την…….. Συvαιvούvτωv των εναγομένων, καθώς και άλλων πιστωτών της οφειλέτριας εταιρείας, εκδόθηκε η με αριθμό 343/2010 τελεσίδικη απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, δυνάμει της οποίας επικυρώθηκαν οι συμφωνίες συνδιαλλαγής μεταξύ των οποίων και εκείνη που αφορούσε τους εναγόμενους. Ωστόσο, για μία ακόμη φορά, η εταιρεία "Ε. D. Α..Ε." δεν τήρησε τους όρους της συμφωνίας και δεν κατέβαλε στις ορισθείσες ημερομηνίες τα ανωτέρω χρηματικά ποσά. Για το λόγο αυτό, ο ενάγων άσκησε κατ' εντολή των εναγομένων την από ………..και με αριθμό κατάθεσης ……….αίτηση λύσης της συμφωνίας συνδιαλλαγής, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 105 παρ. 1 του ν. 3588/2007, η συζήτηση της οποίας ορίστηκε για τη δικάσιμο της 22.9.2010 και κατόπιν αναβολής για τη δικάσιμο της 6.4.2011. Την προτεραία της δικασίμου, η εταιρεία "Ε. D. Α..Ε.", κατόπιν διαπραγματεύσεων που είχε με τους εναγόμενους παρουσία του ενάγοντας, συνήψε μ' αυτούς την από …….νέα συμφωνία, υπογράφοντας σχετικό ιδιωτικό συμφωνητικό ρύθμισης της οφειλής. Πιο συγκεκριμένα, σύμφωνα με τους όρους του συμφωνητικού αυτού, η οφειλέτρια εταιρεία, συμφώνησε, μεταξύ άλλων, να μεταβιβάσει στους εναγόμενους ένα ακίνητο ιδιοκτησίας της που βρίσκεται στη……….., βεβαρημένο με προσημείωση ύψους ………ευρώ υπέρ της M. B. για την εξασφάλιση δανείου ύψους ……ευρώ που είχε λάβει η οφειλέτρια. Το ύψος του τιμήματος καθορίστηκε στο ποσό των ……ευρώ, το οποίο καταβλήθηκε από τους εναγόμενους με τη σύναψη νέου δανείου από άλλη τράπεζα, ενώ οι τελευταίοι εκτιμώντας την υπεραξία του ακινήτου που αγόρασαν, συμφώνησαν στη μείωση της αρχικής οφειλής κατά το ποσό των …….ευρώ, αυτής λογιζομένης ως μερικής εξόφλησης, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στον υπ' αριθ. 1-γ όρο της σύμβασης, ποσό για το οποίο σημειωτέων οι εναγόμενοι κατέβαλαν στον ενάγοντα την συμφωνηθείσα αμοιβή του, δηλαδή το ποσό των ……ευρώ (ποσοστό 8%). Επιπρόσθετα, με τη σύναψη του συμφωνητικού αυτού, οι εναγόμενοι έλαβαν από την οφειλέτρια εταιρεία το ποσό των ……..ευρώ με τραπεζική επιταγή και έτσι η συνολική εναπομείνασα οφειλή περιορίστηκε στο ποσό των …….ευρώ, το οποίο και θα καταβαλλόταν από την οφειλέτρια εταιρεία σε δύο δόσεις των …….ευρώ και …….ευρώ, πλέον των αναλογούντων τόκων υπερημερίας στις ………και ……….αντίστοιχα. Ωστόσο, η εταιρεία "E. D. Α." και πάλι δεν υπήρξε συνεπής στις υποχρεώσεις της, αφού δεν κατέβαλλε κατά τις τελευταίες ημερομηνίες τις δύο δόσεις, εξακολουθώντας έτσι να οφείλει στους εναγομένους το συνολικό χρηματικό ποσό των ……..ευρώ, πλέον τόκων. Οι εναγόμενοι-εκκαλούντες, αμφισβητούν την υπεραξία του ακινήτου που αγόρασαν, καθώς και την συνεπεία αυτής (υπεραξίας) μερική εξόφληση της οφειλής της εταιρείας "Ε. D. Α.", ισχυριζόμενοι ότι με την συμφωνία αυτή υπήρξε άφεση χρέους ύψους …….ευρώ, υπό τον όρο όμως της πλήρους εκτελέσεως της όλης συμφωνίας, δηλαδή και της εμπροθέσμου και πλήρους καταβολής και των δύο ως άνω δόσεων, τις οποίες όμως η οφειλέτρια εταιρεία ουδέποτε κατέβαλε, με περαιτέρω συνέπεια την ανατροπή της όλης συμφωνίας και συνακόλουθα και την ανατροπή της άφεσης χρέους για το ως άνω ποσό, το οποίο έτσι εξακολουθούσε να οφείλει σ' αυτούς η εταιρεία "E. Α.". Διευκρινίζεται στο σημείο αυτό, ότι η φύση και το είδος της από ……συμφωνίας όσον αφορά το ποσό των ……..ευρώ (κατά το οποίο υπήρξε η μερική εξόφληση - άφεση χρέους), παρότι δεν συνέχεται με κάποια επίδικη αγωγική αξίωση, τίθεται ως κεντρικό ζήτημα της υπόθεσης από τους εναγομένους, οι οποίοι δομούν και προβάλλουν επ' αυτού όλους τους αρνητικούς και υπερασπιστικούς ισχυρισμούς τους, υποστηρίζοντας τελικά ότι δεν ενέχονται για την αιτούμενη δικηγορική αμοιβή του ενάγοντος. Πιο συγκεκριμένα, και εν συνόψει ισχυρίζονται ότι ουδέποτε είχε συμφωνηθεί ότι θα οφειλόταν αμοιβή στον ενάγοντα και για την περίπτωση που θα απομειώνονταν οι χρηματικές τους απαιτήσεις, δεδομένου άλλωστε ότι η όποια απομείωση ήταν οικονομικά επωφελής μόνο για την οφειλέτρια εταιρεία, ενώ περαιτέρω η άφεση χρέους των ……..ευρώ, δεν είχε ως αποτέλεσμα την απόσβεση της ενοχής, αφού τελικά ανατράπηκε, καθόσον δεν εκπληρώθηκε ο όρος υπό τον οποίο τελούσε και συνεπώς η εταιρεία "E. Α..Ε.", εξακολουθούσε να τους οφείλει το ανωτέρω χρηματικό ποσό των ………ευρώ. Με βάση τους ανωτέρω νομικούς συλλογισμούς, καταλήγουν στο ότι ο ενάγων αφενός έλαβε αδικαιολογήτως για την αιτία αυτή το ποσό των …….ευρώ (ήτοι ποσοστό 8% επί των …….ευρώ), αφετέρου προτείνουν το ποσό αυτό (των ……ευρώ), με τον τρόπο που ειδικότερα εκθέτουν, προς συμψηφισμό - εξόφληση των επίδικων αγωγικών αξιώσεων, ενώ επιπροσθέτως διατείνονται ότι η συμπεριφορά που επέδειξε ο ενάγων, ήτοι η μη διεκδίκηση του ποσού αυτού από την οφειλέτρια εταιρεία στην οποία χορήγησε εξοφλητική απόδειξη (ως προς το ποσό αυτό), χωρίς τη συναίνεσή τους, ερμηνεύοντας από δόλο, άλλως από βαριά αμέλεια εις βάρος τους την από ……..συμφωνία, αποτελούσε μια ιδιαιτέρως ζημιογόνα ενέργεια για τα συμφέροντά τους που καθιστούσε δικαιολογημένη την από …….ανάκληση της εντολής τους προς τον ενάγοντα. Ως προς τους ανωτέρω ισχυρισμούς αναφέρονται τα ακόλουθα. Στο από ……..ιδιωτικό συμφωνητικό, όσον αφορά το ερευνώμενο και εριζόμενο ζήτημα, αναγράφονται τα ακόλουθα: "... 1. Η Αρχική Οφειλή θα αποπληρωθεί από την Εταιρεία εν μέρει με χρηματική καταβολή και εν μέρει με δόσεις αντί καταβολής ως ακολούθως: (α) Ταυτόχρονα με την σύναψη του παρόντος, η Εταιρεία κατέβαλε στους Πιστωτές το ποσό των ………€ (δυνάμει της υπ' αρίθμ. ………./……τραπεζικής επιταγής της τράπεζας C.) και το παρόν επέχει θέση απόδειξης της καταβολής αυτής. (β) Μέχρι την ………η Εταιρεία θα πωλήσει και μεταβιβάσει στην Ανώνυμη Εταιρεία με την επωνυμία "G. Α.." (εταιρεία συμφερόντων των Πιστωτών) κατά πλήρη κυριότητα, νομή και κατοχή το ακίνητό της που βρίσκεται στην…….., επί των οδών ………έναντι του τιμήματος των ………ευρώ, με το οποίο ποσό, θα εξοφληθεί πλήρως και ολοσχερώς το τρέχον ανεξόφλητο υπόλοιπο του δανείου με το οποίο είχε χρηματοδοτηθεί η Εταιρεία για την αγορά του από την M. E. Τ. Α. και προς εξασφάλιση του οποίου έχει εγγραφεί προσημείωση υποθήκης υπέρ της προαναφερόμενης τράπεζας για ποσό ……..€. (γ) Ενόψει της πώλησης του προαναφερόμενου ακινήτου με το πιο πάνω τίμημα, οι Πωλητές συμφωνούν στην μείωση της Αρχικής Οφειλής κατά το ποσό των ………€, έναντι μερικής εξόφλησης της Αρχικής Οφειλής της που δηλώνεται ανεπιφύλακτα με το παρόν, έτσι ώστε η Αρχική Οφειλή να διαμορφωθεί στο ποσό των ……..€ (η "Νέα Οφειλή") μετά την καταβολή στους Πωλητές ……€ κατά τα προαναφερόμενα (υπό α) και την μερική άφεση χρέους (υπό γ). (δ) Το υπολειπόμενο ποσό των ……ευρώ θα είναι έντοκο επιβαρυνόμενο με τους νόμιμους τόκους υπερημερίας από …….και θα καταβληθεί ως εξής: ι) Ποσό ………ευρώ θα καταβληθεί στις ……..στους Πιστωτές από την Εταιρεία.... ΙΙ Ποσό ……ευρώ, πλέον των αναλογούντων τόκων υπερημερίας για τα ως άνω ποσά (…..€ και ……€) με ημερομηνία έναρξης τοκοφορίας την……, θα καταβληθεί στις ……στους Πιστωτές από την Εταιρεία 3) Υπό την αίρεση της εκπλήρωσης των όρων (1°), (1β), (1γ), (2α), (2β) και 2(γ) του παρόντος, οι Πιστωτές δηλώνουν και αναγνωρίζουν ότι: (α) Περιορίζουν την απαίτησή τους στο ύψος της Νέας Οφειλής και παραιτούνται από κάθε άλλο ποσό πέραν αυτής, με εξαίρεση τους νόμιμους τόκους υπερημερίας επί αυτής που θα υπολογίζονται μετά την…….. (β) Παραιτούνται από την αξίωσή τους είτε για την Αρχική είτε για την Νέα Οφειλή έναντι οιουδήποτε ενεχόμενου, πλην της Εταιρείας, και ειδικότερα έναντι του εκ τρίτου συμβαλλόμενου Π.. Ε., άλλως συνομολογούν ότι ουδεμία απαίτηση υφίσταται έναντι αυτού από αιτία συναφή προς την Αρχική ή Νέα Οφειλή. (γ) Η παραίτηση των Πιστωτών ή και άλλως, η αναγνώριση μη οφειλής έναντι οιουδήποτε τρίτου πλην της Εταιρείας, ισχύει ανεξάρτητα από το εάν η απαίτησή τους έχει εξοπλισθεί με εκτελεστό τίτλο. (δ) Θα συμπράξουν και υποστηρίξουν τους Π.. Ε., Μ.. Ε., Ε. Ε., Χ.. Ε. και Η.. Ζ. σε κάθε εκκρεμούσα ή μέλλουσα ποινική ή αστική ή διοικητική διαδικασία ... ε) Δεν θα προβούν σε κανένα μέτρο ατομικής δίωξης ή αναγκαστικής εκτέλεσης ή ασφαλιστικό μέτρο σε βάρος του Π.. Ε. για την είσπραξη της Νέας Οφειλής, διατηρούν όμως μέχρι την πλήρη και ολοκληρωτική εξόφληση της Νέας Οφειλής ακέραια άπαντα τα δικαιώματα τους (ουσιαστικά και δικονομικά) έναντι της Εταιρείας ... 5) Ρητά συμφωνείται τέλος, μεταξύ των μερών ότι ο ανωτέρω περιορισμός της απαίτησης και ο διακανονισμός της ανωτέρω οφειλής τελεί υπό την αίρεση της πιστής τήρησης του παρόντος συμφωνητικού, άλλως σε περίπτωση μη τήρησης έστω και ενός όρου του παρόντος συμφωνητικού (απάντων θεωρουμένων από τα συμβαλλόμενα μέρη ως ουσιωδών) η παρούσα συμφωνία θεωρείται λυθείσα έναντι της Εταιρείας, όποιο δε ποσό έχει καταβληθεί δυνάμει αυτής (είτε δια καταβολής είτε δια δόσεως έναντι καταβολής), θεωρείται ότι εξοφλεί μερικώς και εγκύρως την Αρχική οφειλή, οι δε Πιστωτές διατηρούν το σύνολο των αρχικών αξιώσεών τους έναντι της Εταιρείας, ενώ σε περίπτωση μη τήρησης ειδικά των υπό στοιχεία (1ο), (1β), (1γ), (2°), (2β) και 2(γ) όρων του παρόντος, η παρούσα θα λύεται και έναντι του Π.. Ε. και των λοιπών εvεχόμεvωv προσώπων (υπό παρ. 3δ), οι δε Πιστωτές, θα ανακτούν το σύνολο των αρχικών αξιώσεων και δικαιωμάτων τους έναντι των στην παρούσα αναφερομένων φυσικών προσώπων (Π.. Ε. κ.λ.π.)...". Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι τα συμβαλλόμενα μέρη (εναγόμενοι και οφειλέτρια εταιρεία) εξάρτησαν τη μείωση - μερική απόσβεση της αρχικής οφειλής κατά το ποσό των ……..ευρώ, κυρίως από την τήρηση των όρων των σχετικών με την αγορά - μεταβίβαση του ακινήτου της οφειλέτριας εταιρείας, στην εταιρεία G. Α..Ε.. συμφερόντων των εναγομένων και όχι από τη μη καταβολή των δύο δόσεων, όπως αβασίμως ισχυρίζονται οι εναγόμενοι. Και αυτό διότι ο υπ' αριθ. ι-δ όρος με τον οποίο διακανονίστηκε η καταβολή του υπολοίπου της οφειλής σε δύο δόσεις δεν αποτέλεσε αίρεση η πλήρωση της οποίας θα επενεργούσε στην ισχύ της σύμβασης, καθόσον στον υπ' αριθ. 3 όρο εξαιρέθηκε (δεν περιλήφθηκε) ο με αριθμό 1-δ όρος μεταξύ εκείνων των ειδικών όρων που η μη τήρησή τους θα μπορούσε να οδηγήσει στην ανατροπή της από …….σύμβασης και ως εκ τούτου ο ειδικός υπό στοιχείο 3 όρος της ως άνω συμφωνίας, υπερισχύει του γενικού όρου του άρθρου 5 που επικαλούνται οι εναγόμενοι. Σε κάθε δε περίπτωση, τονίζεται ότι οι αιτιάσεις των εναγομένων περί υπάρξεως του όρου 5 που ρητώς οδηγούσε στην ανατροπή της ως άνω συμφωνίας και δη στην ανατροπή της άφεσης χρέους ως προς το ποσό των ……..ευρώ και περί - εκ δόλου άλλως βαριάς αμέλειας - εσφαλμένης ερμηνείας εις βάρους τους, των όρων του συμφωνητικού από τον ενάγοντα, καταλείπουν πράγματι ασάφεια και κενό, αφού η ουσιαστική παραδοχή των ισχυρισμών τους, θα οδηγούσε στην "ανατροπή" της συμφωνίας και ως προς τη μεταβίβαση του ακινήτου, κάτι όμως που δεν προέκυψε ότι επιθυμούσαν οι εναγόμενοι, αφού προέβησαν άμεσα σε όλες τις απαραίτητες ενέργειες για την απόκτηση της κυριότητας του ακινήτου αυτού, ενώ από κανένα στοιχείο της δικογραφίας δεν αποδείχθηκε ότι προσπάθησαν να "ανατρέψουν" την αγορά αυτή. Και αυτό διότι, η μεταβίβαση αυτή, κρίθηκε ιδιαιτέρως επωφελής για τα συμφέροντά τους, αφού η αξία του ακινήτου αυτού, σύμφωνα με την από ……..έκθεση εκτίμησης που συνέταξε η εκτιμητική εταιρεία C. l. H, ανερχόταν κατά το χρόνο εκείνο στο ποσό των ……..ευρώ και παρά την εν συνεχεία απομείωση της αξίας των ακινήτων ένεκα της ενσκύψασας οικονομικής κρίσης η αξία του δεν απομειώθηκε κάτω από το ποσό των …….ευρώ, ποσό άλλωστε για το οποίο είχε εγγραφεί και προσημείωση υποθήκης υπέρ της τραπέζης M. E.. Ότι ακολούθως, οι εναγόμενοι, επιχειρούν να αποδώσουν την αγορά του ακινήτου αυτού όχι στην υπεραξία του, που κατά τους ισχυρισμούς τους ήταν ανύπαρκτη, αλλά στο γεγονός ότι η οφειλέτρια εταιρεία είχε υποχρεώσεις έναντι τραπεζών και τρίτων ύψους ……..ευρώ και συνεπώς η διαπραγματευτική τους θέση ήταν δυσχερής και ήταν υποχρεωμένοι vα δεχτούν το διακανονισμό που δεν τους συνέφερε, προκειμένου vα διασώσουν ότι είναι δυνατόν vα διασωθεί και έτσι υποχρεώθηκαν, κατόπιν σχετικής πρότασης του νομίμου εκπροσώπου της οφειλέτριας εταιρείας να λάβουν ως επένδυση το ακίνητο στην εμπορική του αξία, αvαλαμβάvοvτας το δάνειο της πωλήτριας. Ωστόσο και ο ισχυρισμός τους αυτός δεν κρίνεται πειστικός, διότι τελικά δεν δικαιολογείται επαρκώς για ποιο λόγο και υπό ποία έννοια, αυτοί ως δανειστές στο πλαίσιο του διακανονισμού, υποχρεώθηκαν από τοv οφειλέτη vα επιβαρυνθούν επιπλέον οικονομικά με ένα δάνειο ύψους …….ευρώ, προκειμένου να επενδύσουν σ' ένα ακίνητο με μηδενική υπεραξία, επένδυση που δεν τους συνέφερε και επιπλέον vα προβούν σε άφεση χρέους ύψους …..ευρώ.... Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι ο ενάγων στο πλαίσιο της ανατεθείσας προς αυτόν εντολής και ενεργώντας προς διασφάλιση της πληρωμής της υπολειπόμενης απαίτησης των εναγομένων συνολικού ύψους ……..ευρώ, έλαβε στις ……..το με αριθμό ……..μερικό απόγραφο της υπ' αριθ. 343/2010 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και δυνάμει αυτού επέβαλε στις …….κατάσχεση εις χείρας της εταιρείας "Α. Β. Α.." ως τρίτης κάθε απαίτησης της οφειλέτριας των εναγομένων εταιρείας μέχρι του ποσού των ……ευρώ. Κατόπιν θετικής δήλωσης της τρίτης εταιρείας περί ύπαρξης της απαίτησης, καθόσον η τρίτη αυτή εταιρεία υπείχε έναντι της οφειλέτριας υποχρέωση καταβολής μηνιαίων μισθωμάτων προς αυτήν ύψους …….ευρώ, πλέον τέλους χαρτοσήμου και τελών υδρεύσεως, οι εναγόμενοι εισέπρατταν έκτοτε αναγκαστικά το μηνιαίο μίσθωμα ως δανειστές της εκμισθώτριας της τρίτης αυτής εταιρείας. Ακολούθως, ο εvάγωv στις ……..έλαβε το με αριθμό 384/2012 μερικό απόγραφο της με αριθμό 343/2010 απόφασης του ως άνω αναφερόμενου Δικαστηρίου για ποσό …….ευρώ δυνάμει του οποίου επέβαλε κατάσχεση εις χείρας της ίδιας εταιρείας ως τρίτης μέχρι του ποσού των …….ευρώ. Η εταιρεία "Α. Β. Α.." κατέθεσε εκ νέου ως τρίτη ενώπιον του Ειρηνοδικείου Κορωπίου τη με αριθμό …….θετική δήλωση και έκτοτε προέβαινε στην καταβολή του οφειλόμενου μισθώματος στους εναγόμενους. Με τις μηνιαίες καταβολές που πραγματοποιήθηκαν από τοv Ιούνιο του 2012 μέχρι τοv Απρίλιο του 2019 οι εναγόμενοι εισέπραξαν πλήρως το ποσό για το οποίο επιβλήθηκε η κατάσχεση, ήτοι συνολικά ………ευρώ και κατά τούτο εξοφλήθηκε η απαίτησή τους. Ωστόσο, μετά την επιβολή τωv ως άνω κατασχέσεων και ενώ επέκειτο η εξόφληση των εvαγομέvωv για τηv αρχικά επισφαλή απαίτησή τους, οι τελευταίοι με τηv από …….εξώδικη δήλωσή τους, που επιδόθηκε στον ενάγοντα στις ………ανακάλεσαν τηv εντολή παροχής δικηγορικών υπηρεσιών, ισχυριζόμενοι και πάλι ότι προς βλάβη τωv οικονομικών τους συμφερόντων ο εvάγωv θεωρούσε ως ισχύουσα τηv άφεση χρέους τωv ……ευρώ, παρότι το από ……συμφωνητικό είχε προ πολλού παύσει vα ισχύει απαλλάσσοντας, χωρίς τη συναίνεσή του την οφειλέτρια εταιρεία ως προς το ποσό αυτό και μη διεκδικώντας το σύνολο των χρηματικών τους απαιτήσεων. Όμως σύμφωνα με όσα έχουν ήδη προεκτεθεί, οι ισχυρισμοί αυτοί ήταν αβάσιμοι, αφού ο ενάγων χειρίστηκε επωφελώς την υπόθεση για λογαριασμό τους, καθόσον οι χρηματικές απαιτήσεις των εναγομένων, κατά το χρόνο ανάκλησης της εντολής, είχαν ήδη διασφαλιστεί, δηλαδή η εργασία που του είχαν αναθέσει είχε ολοκληρωθεί επιτυχώς με τη διενέργεια εκ μέρους του ενάγοντος όλων των αναγκαίων δικαστικών πράξεων. Επομένως, η ανάκληση αυτή ήταν αδικαιολόγητη και του οφείλεται ως αμοιβή το χρηματικό ποσό των ………ευρώ πλέον ΦΠΑ 24% ήτοι ……ευρώ, δηλαδή συνολικά το ποσό των ………ευρώ, το ύψος του οποίου σημειωτέον καθώς και τον τρόπο υπολογισμού του οποίου δεν αμφισβητούν οι εναγόμενοι, συναγομένης έτσι ομολογίας τους κατ' άρθρο 261 ΚΠολΔ σε συνδυασμό με το άρθρο 524 παρ. 1 ΚΠολΔ. Ενόψει των ανωτέρω, η εκκαλουμένη απόφαση που έκρινε τα ίδια, απορρίπτοντας όλους τους ανωτέρω ισχυρισμούς των εναγόμενων, καθώς και την ανωτέρω ένσταση συμψηφισμού, κρίνοντας αδικαιολόγητη την ανάκληση της εντολής και επιδικάζοντας στον ενάγοντα την ανωτέρω αμοιβή, ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε το νόμο και ορθώς εκτίμησε τις αποδείξεις, έστω και με εν μέρει διαφορετική αιτιολογία, που αντικαθίσταται ως ανωτέρω από το παρόν δικαστήριο κατ' άρθρο 534 ΚΠολΔ, απορριπτομένων των πρώτου, δεύτερου, τρίτου και έβδομου λόγων της υπό κρίση εφέσεως". Με βάση τις παραδοχές αυτές το δευτεροβάθμιο δικαστήριο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε τυπικά και εν μέρει κατ' ουσία την έφεση των αναιρεσειόντων και αφού εξαφάνισε την υπ' αριθμ. 18/2021 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που είχε κάνει δεκτή κατ' ουσία την από 19.7.2019 αγωγή του αναιρεσιβλήτου, μόνο ως προς το κεφάλαιο αυτής που αφορά την κατ' ουσία απόρριψη της ένστασης εξόφλησης, στη συνέχεια, απέρριψε αυτή (ένσταση),ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας, ενώ απέρριψε κατά τα λοιπά την έφεση ως προς τους λοιπούς λόγους αυτής. Υπό τις ως άνω παραδοχές το Εφετείο ορθά υπήγαγε τα πραγματικά περιστατικά που, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, δέχθηκε ως αποδειχθέντα, στις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 91, 92, 94 και 170 του ΝΔ 3026/1954 "Κώδικας περί Δικηγόρων" (ΚπΔ), τις οποίες δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή, ενώ εξ άλλου, δεν στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του από νόμιμη βάση, καθ' όσον διέλαβε σε αυτή, ως προς το κρίσιμο ζήτημα της μείωσης - μερικής απόσβεσης της αρχικής οφειλής κατά το ποσό των ……. ευρώ, την απαιτούμενη αιτιολογία, που ανταποκρίνεται στο πραγματικό των προδιαληφθεισών διατάξεων και καθιστά εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο περί της ορθής εφαρμογής αυτών, τις οποίες δεν παραβίασε εκ πλαγίου. Τούτο δε, διότι αναφέρονται στην απόφαση με σαφήνεια και επάρκεια τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν το σαφώς διατυπούμενο αποδεικτικό της πόρισμα και καταφάσκουν την υποχρέωση των αναιρεσιβλήτων προς καταβολή της συμφωνηθείσας με την εργολαβία δίκης αμοιβής, με τις υποστηρίζουσες την ανωτέρω κρίση εξής παραδοχές, ήτοι: α) ότι το υπόλοιπο της οφειλής της εταιρείας "Ε. D. ΑΕ" απέναντι στους αναιρεσείοντες λόγω καταβολής διαμορφώθηκε στο ποσόν των ………ευρώ και συμφωνήθηκε η υπολειπόμενη οφειλή να καταβληθεί σε δύο δόσεις και συγκεκριμένα ποσό ……….ευρώ στις ……και ποσό ………ευρώ στις…….., β) ότι μετά την υπ' αριθμ. 343/2010 τελεσίδικη απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, δυνάμει της οποίας επικυρώθηκαν οι συμφωνίες συνδιαλλαγής και μη τηρήσεως των όρων της συμφωνίας, ο αναιρεσίβλητος άσκησε την από ……..αίτηση λύσης της συμφωνίας συνδιαλλαγής και την προτεραία της δικασίμου, η ως άνω εταιρεία συνήψε με τους εναγομένους την από …….νέα συμφωνία, υπογράφοντας σχετικό ιδιωτικό συμφωνητικό ρύθμισης της οφειλής, γ) ότι οι αναιρεσίβλητοι εκτιμώντας την υπεραξία του ακινήτου που αγόρασαν, συμφώνησαν στη μείωση της αρχικής οφειλής κατά το ποσό των ……..ευρώ, αυτής λογιζομένης ως μερικής εξόφλησης, σύμφωνα με τον ιγ όρο της σύμβασης, ποσό για το οποίο σημειωτέον οι αναιρεσείοντες κατέβαλαν στον αναιρεσίβλητο τη συμφωνηθείσα αμοιβή του, δηλαδή το ποσό των ……..ευρώ (ποσοστό 8%), δ) ότι επιπρόσθετα με τη σύναψη του συμφωνητικού αυτού, οι αναιρεσίβλητοι έλαβαν από την οφειλέτρια εταιρεία και το ποσό των ……..ευρώ με τραπεζική επιταγή και έτσι η συνολική εναπομείνασα οφειλή περιορίστηκε στο ποσό των …….ευρώ, το οποίο θα καταβαλλόταν από την οφειλέτρια εταιρεία σε δύο δόσεις των …….ευρώ και ………ευρώ, ε) ότι η μεταβίβαση του ακινήτου ήταν ιδιαίτερα επωφελής για τα συμφέροντα των αναιρεσειόντων καθ' όσον η αξία του και παρά την ενσκήψασα οικονομική κρίση δεν απομειώθηκε κάτω από το ποσό των ……..ευρώ, στ) ότι τα συμβαλλόμενα μέρη (αναιρεσίβλητοι και οφειλέτρια εταιρεία) εξάρτησαν τη μείωση - μερική απόσβεση της αρχικής οφειλής κατά το ποσό των ……..ευρώ, κυρίως από την τήρηση των όρων των σχετικών με την αγορά - μεταβίβαση του ακινήτου της οφειλέτριας εταιρείας, και όχι από τη μη καταβολή των δύο δόσεων και ζ) ότι ο υπ' αριθμ. ι-δ όρος, με τον οποίο διακανονίστηκε η καταβολή του υπολοίπου της οφειλής σε δύο δόσεις δεν αποτέλεσε αίρεση, η πλήρωση της οποίας θα επενεργούσε στην ισχύ της σύμβασης καθ' όσον στον υπ' αριθμ. 3 όρο εξαιρέθηκε (δεν συμπεριλήφθηκε) ο με αριθμό ι-δ όρος μεταξύ εκείνων των ειδικών όρων που η τήρησή τους θα μπορούσε να οδηγήσει στην ανατροπή της από ………σύμβασης και ως εκ τούτου ο ειδικός υπό στοιχεία 3 όρος της ως άνω συμφωνίας, υπερισχύει του όρου 5 που επικαλούνται οι αναιρεσείοντες - εναγόμενοι. Επομένως, ο περί του αντιθέτου σχετικός πέμπτος από τον αριθμό 1 (κατ' εκτίμηση) και από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί, πέραν της αοριστίας του καθ' όσον δεν καθορίζεται, μεταξύ άλλων, η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε και το υπαγωγικό σφάλμα του τελευταίου. Επίσης, με την κρίση του αυτή το Εφετείο, ήτοι με το να δεχθεί ότι μεταξύ των διαδίκων καταρτίσθηκε συμφωνία περί εργολαβίας δίκης, εξαρτώσα την αμοιβή του αναιρεσίβλητου δικηγόρου από την έκβαση της δίκης, η οποία είναι επιτρεπτή σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 92 παρ. 3 και 5 του Ν.Δ. 3026/1954 "περί Κώδικος των Δικηγόρων", ότι οι αναιρεσείοντες ανακάλεσαν αδικαιολόγητα την εντολή τους προς αυτόν (αναιρεσίβλητο) και ότι αυτοί υποχρεούνται να πληρώσουν την αμοιβή του αναιρεσιβλήτου δικηγόρου, που ανέρχεται στο 8% της αξίας του αντικειμένου της δίκης, δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή την προαναφερθείσα ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 170 του Κώδικα περί Δικηγόρων. Ειδικότερα, πληρούν το πραγματικό της νομικής έννοιας της αδικαιολόγητης ανάκλησης και δικαιολογούν τα ανελέγκτως δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, ήτοι: α) ότι ο αναιρεσείων στο πλαίσιο της ανατεθείσας προς αυτόν εντολής και ενεργώντας προς διασφάλιση της πληρωμής της υπολειπόμενης απαίτησης των αναιρεσειόντων συνολικού ύψους ……ευρώ, έλαβε απόγραφο και δυνάμει αυτού επέβαλε στις ……….κατάσχεση εις χείρας της εταιρείας "Α. Β. Α." ως τρίτης κάθε απαίτησης της οφειλέτριας των αναιρεσειόντων εταιρείας μέχρι του ποσού των …….ευρώ και κατόπιν θετικής δήλωσης της τρίτης εταιρείας περί ύπαρξης της απαίτησης καθ' όσον υπείχε υποχρέωση καταβολής μηνιαίων μισθωμάτων ύψους …….ευρώ, οι αναιρεσείοντες εισέπρατταν έκτοτε αναγκαστικά το μηνιαίο μίσθωμα ως δανειστές της εκμισθώτριας της τρίτης αυτής εταιρείας, β) ότι με τις μηνιαίες καταβολές που πραγματοποιήθηκαν από τον Ιούνιο του έτους 2012 μέχρι τον Απρίλιο του έτους 2019, οι αναιρεσείοντες εισέπραξαν πλήρως το ποσό των ………ευρώ και κατά τούτο εξοφλήθηκε η απαίτησή τους, γ) ότι οι αναιρεσείοντες με την από ……..εξώδικη δήλωσή τους, η οποία επιδόθηκε στον αναιρεσίβλητο στις…….., ανακάλεσαν την εντολή, ισχυριζόμενοι ότι η άφεση χρέους των ……..ευρώ ήταν προς βλάβη των οικονομικών τους συμφερόντων, παρ' ότι επέκειτο η εξόφληση των αναιρεσειόντων και δ) ότι ο αναιρεσείων χειρίστηκε επωφελώς την υπόθεση για λογαριασμό των αναιρεσειόντων, καθ' όσον οι χρηματικές τους απαιτήσεις είχαν ήδη διασφαλιστεί και η ανατεθείσα εργασία είχε ολοκληρωθεί επιτυχώς. Περαιτέρω το Εφετείο, υπό τις προεκτεθείσες παραδοχές του, δεν στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του από νόμιμη βάση, καθ' όσον διέλαβε σε αυτή, ως προς το κρίσιμο ζήτημα της αδικαιολόγητης ανακλήσεως, την απαιτούμενη αιτιολογία που ανταποκρίνεται στο πραγματικό των προδιαληφθεισών ουσιαστικού δικαίου διατάξεων και καθιστά εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο περί της ορθής εφαρμογής αυτών, τις οποίες δεν παραβίασε ούτε εκ πλαγίου. Τούτο δε, διότι αναφέρονται στην απόφαση με σαφήνεια και επάρκεια τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν το σαφώς διατυπούμενο αποδεικτικό της πόρισμα ότι στην καταρτισθείσα συμφωνία περί εργολαβίας δίκης, εξαρτώσα την αμοιβή του δικηγόρου από την έκβαση της δίκης, η οποία ήταν επωφελής, υπήρξε αδικαιολόγητη ανάκληση της εντολής. Επομένως, ο από τον αριθμό 1 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, έβδομος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν τα αντίθετα, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Περαιτέρω, παράβαση των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών, που περιέχονται στα άρθρα 173 και 200 ΑΚ, υφίσταται όταν το δικαστήριο της ουσίας είτε προσέφυγε στους ερμηνευτικούς αυτούς κανόνες προς συμπλήρωση ή ερμηνεία της δικαιοπραξίας, μολονότι κατά την ανέλεγκτη ως προς αυτό κρίση του δέχθηκε ότι η δικαιοπραξία είναι πλήρης και σαφής και δεν έχει ανάγκη συμπλήρωσης ή ερμηνείας, είτε παρέλειψε να προσφύγει στους ίδιους ερμηνευτικούς κανόνες, καίτοι ανέλεγκτα, επίσης, διαπίστωσε την ύπαρξη κενού ή ασάφειας στις δηλώσεις βούλησης των δικαιοπρακτούντων, οι οποίες έχρηζαν έτσι κατάλληλης συμπλήρωσης ή ερμηνείας με εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 173 και 200 ΑΚ. Παράβαση των ερμηνευτικών κανόνων των ανωτέρω άρθρων συνιστά και η εσφαλμένη εφαρμογή τους, με την έννοια της ευθείας κατ' αρχήν παράβασης των κανόνων αυτών στην περίπτωση που το σχετικό πόρισμα, στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο ως προς την ερμηνεία ή συμπλήρωση της δικαιοπραξίας, δεν είναι σύμφωνο με την καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη (ΑΠ 113/2017, 1098/2011). Εξ άλλου, όταν το διατακτικό της προσβαλλομένης απόφασης στηρίζεται αυτοτελώς σε περισσότερες επάλληλες, κύριες και επικουρικές, αιτιολογίες και με την αναίρεση δεν πλήττονται όλες ή δεν πλήττεται αποτελεσματικά η μία από αυτές, οι λόγοι αναίρεσης, που προσβάλλουν τις λοιπές απορρίπτονται ως αλυσιτελείς, διότι το διατακτικό στηρίζεται όχι σε όλες συγχρόνως τις αιτιολογίες, αλλά μόνο στη μία και μάλιστα πρωτίστως στην κύρια και επικουρικά στις λοιπές (ΟλΑΠ 25/2003, 25/1994, ΑΠ 1114/2018, 869/2018, 51/2017, 10/2016,127/2014). Στην προκειμένη περίπτωση με τον έκτο λόγο αναίρεσης οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμ. 1 εδ. α Κ.Πολ.Δ. και συγκεκριμένα ότι, καίτοι εμμέσως δέχθηκε κενό ή αμφιβολία στη διατύπωση της βουλήσεως των συμβαλλομένων στην από ……. συμφωνία, που είχε καταρτισθεί μεταξύ των διαδίκων, παραβίασε ευθέως τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 173 και 200 Α.Κ. Σύμφωνα με το αναλυτικώς εκτεθέν περιεχόμενο της προσβαλλομένης απόφασης, το Εφετείο δέχθηκε, μεταξύ άλλων, και το εξής: "Σε κάθε δε περίπτωση, τονίζεται ότι οι αιτιάσεις των εναγομένων περί υπάρξεως του όρου 5 που ρητώς οδηγούσε στην ανατροπή της ως άνω συμφωνίας και δη στην ανατροπή της άφεσης χρέους ως προς το ποσό των ……..ευρώ και περί - εκ δόλου άλλως βαριάς αμέλειας - εσφαλμένης ερμηνείας εις βάρους τους, των όρων του συμφωνητικού από τον ενάγοντα, καταλείπουν πράγματι ασάφεια και κενό, αφού η ουσιαστική παραδοχή των ισχυρισμών τους, θα οδηγούσε στην "ανατροπή" της συμφωνίας και ως προς τη μεταβίβαση του ακινήτου, κάτι όμως που δεν προέκυψε ότι επιθυμούσαν οι εναγόμενοι, αφού προέβησαν άμεσα σε όλες τις απαραίτητες ενέργειες για την απόκτηση της κυριότητας του ακινήτου αυτού, ενώ από κανένα στοιχείο της δικογραφίας δεν αποδείχθηκε ότι προσπάθησαν να "ανατρέψουν" την αγορά αυτή. Και αυτό διότι, η μεταβίβαση αυτή, κρίθηκε ιδιαιτέρως επωφελής για τα συμφέροντά τους, αφού η αξία του ακινήτου αυτού, σύμφωνα με την από ……..έκθεση εκτίμησης που συνέταξε η εκτιμητική εταιρεία C. l. H., ανερχόταν κατά το χρόνο εκείνο στο ποσό των ……..ευρώ και παρά την εν συνεχεία απομείωση της αξίας των ακινήτων ένεκα της ενσκύψασας οικονομικής κρίσης η αξία του δεν απομειώθηκε κάτω από το ποσό των ………ευρώ, ποσό άλλωστε για το οποίο είχε εγγραφεί και προσημείωση υποθήκης υπέρ της τραπέζης M. E.". Η αιτιολογία, όμως αυτή, όπως σαφώς προκύπτει από το πιο πάνω περιεχόμενο αυτής, διατυπώθηκε επικουρικά, σε σχέση με την κύρια αιτιολογία, σύμφωνα με την οποία ο υπ' αριθμ. ι-δ όρος με τον οποίο διακανονίστηκε η καταβολή του υπολοίπου της οφειλής σε δύο δόσεις δεν αποτέλεσε αίρεση, η πλήρωση της οποίας θα επενεργούσε στην ισχύ της σύμβασης. Εφ' όσον, όμως, κατά τα ανωτέρω η κύρια αυτή αιτιολογία, πλήττεται ανεπιτυχώς, ο συγκεκριμένος λόγος που αφορά την επικουρική αιτιολογία είναι αλυσιτελής και, ως εκ τούτου, απαράδεκτος, αφού τυχόν αποδοχή του, δεν επηρεάζει το διατακτικό της αποφάσεως, που στηρίζεται αυτοτελώς στην πληγείσα ανεπιτυχώς κύρια αιτιολογία της προσβαλλομένης. Εξάλλου, παραμόρφωση περιεχομένου εγγράφου, που ιδρύει τον αναιρετικό λόγο από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, υπάρχει όταν το δικαστήριο της ουσίας από εσφαλμένη ανάγνωση αποδεικτικού εγγράφου δέχθηκε ως περιεχόμενό του κάτι διαφορετικό από το πραγματικό. Δηλαδή ότι περιέχει περιστατικά προφανώς διάφορα από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, όχι δε και όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο το δικαστήριο ορθά ανέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό, αφού στην περίπτωση αυτή πρόκειται για παράπονο αναγόμενο στην εκτίμηση πραγματικών περιστατικών, που εκφεύγει από τον αναιρετικό έλεγχο. Παραμόρφωση εγγράφου συνιστά πάντως και η παράλειψη του δικαστηρίου να αναγνώσει μέρος του εγγράφου, όταν το μέρος αυτό είναι κρίσιμο για την ουσία της υπόθεσης, δηλαδή για να θεμελιώνεται ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, θα πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο που φέρεται ότι παραβιάσθηκε κατά το περιεχόμενό του. Δεν αρκεί έτσι ότι το συνεκτίμησε απλά με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξάρει το περιεχόμενό του σε σχέση με το αποδεικτικό πόρισμα στο οποίο κατέληξε και το οποίο, εξ άλλου, θα πρέπει να είναι επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα αναφορικά με πράγματα που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης (ΟΛΑΠ 2/2008, 1/1999, ΑΠ 447/2015, 1056/2014, 1663/2013). Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης, οι αναιρεσείοντες πλήττουν την προσβαλλόμενη απόφαση για την αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, επικαλούμενοι ειδικότερα ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο του από ……..ιδιωτικού συμφωνητικού καταρτισθέντος μεταξύ αυτών, της εταιρείας "Ε. D. ΑΕ" και του Π. Ε., ως εκ τρίτου συμβαλλόμενο, του οποίου το περιεχόμενο κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό λόγο μέρος, έχει ως εξής: "Η Εταιρεία "Ε. D. ΑΕ" και οι Πιστωτές (αναιρεσείοντες) και εκ τρίτου ο Π. Ε., οι οποίοι αφού έλαβαν υπ' όψη ότι: -- έχουν συνάψει μεταξύ τους την από ……..συμφωνία (η "Συμφωνία") η οποία, μαζί με άλλες διμερείς συμφωνίες, και με την σύμπραξη και συνυπογραφή του Μεσολαβητή Τ.. Π., υποβλήθηκε προς επικύρωση ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών κατά την διαδικασία συνδιαλλαγής των άρθρων 99 επ. του Πτωχευτικού Κώδικα (ΠτΚ) και επί αυτής εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 343/2010 επικυρωτική απόφαση του προαναφερόμενου Δικαστηρίου κατ' άρθρ. 103 ΠτΚ, η οποία δεν έχει ανακληθεί ή ακυρωθεί και βρίσκεται σε ισχύ μέχρι σήμερα. -- Σύμφωνα με τους όρους της Συμφωνίας, η Εταιρεία οφείλει στους Πιστωτές το συνολικό ποσό των ……..€, το οποίο έχει συμφωνηθεί να καταβληθεί τμηματικά σε δύο δόσεις, ήτοι ποσό ……€ στις ……και ποσό ……€ στις …….(η "Αρχική Οφειλή"). --Η Εταιρεία έχει καταστεί υπερήμερη ως προς την καταβολή της Αρχικής Οφειλής στο σύνολό της και γι' αυτό οι Πιστωτές έχουν υποβάλει ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών την από ……..αίτησή τους (ΓΑΚ 132875/2010 και ΑΚΔ 1250/2010) για την λύση της συμφωνίας συνδιαλλαγής κατ' αρθρ. 105 § 1 ΠτΚ, με ημερομηνία συζήτησης, μετά από αναβολή, την…….. -- Ήδη η Εταιρεία και οι Πιστωτές, μετά από διαπραγματεύσεις, έχουν καταλήξει σε διευθέτηση της Αρχικής Οφειλής, έτσι ώστε να λυθεί οριστικά η μεταξύ τους διαφορά με αμοιβαίες υποχωρήσεις υπό τους όρους που παρατίθενται στην συνέχεια. -- συμφωνούν και συναποδέχονται τα ακόλουθα: 1. Η Αρχική Οφειλή θα αποπληρωθεί από την Εταιρεία εν μέρει με χρηματική καταβολή και εν μέρει με δόσεις αντί καταβολής ως ακολούθως: (α) Ταυτόχρονα με την σύναψη του παρόντος, η Εταιρεία κατέβαλε στους Πιστωτές το ποσό των ………€ (δυνάμει της υπ' αρίθμ…….. /……τραπεζικής επιταγής της τράπεζας C.) και το παρόν επέχει θέση απόδειξης της καταβολής αυτής. (β) Μέχρι την ……..η Εταιρεία θα πωλήσει και μεταβιβάσει στην Ανώνυμη Εταιρεία με την επωνυμία "G. Α..Ε.." (εταιρεία συμφερόντων των Πιστωτών) κατά πλήρη κυριότητα, νομή και κατοχή το ακίνητό της που βρίσκεται στην …….επί των οδών …….έναντι του τιμήματος των ……..€, με το οποίο ποσό θα εξοφληθεί πλήρως και ολοσχερώς το τρέχον ανεξόφλητο υπόλοιπο του δανείου με το οποίο είχε χρηματοδοτηθεί η Εταιρεία για την αγορά του από την M. E. Τ. Α. και προς εξασφάλιση του οποίου έχει εγγραφεί προσημείωση υποθήκης υπέρ της προαναφερόμενης τράπεζας για ποσό ……..€. (γ) Ενόψει της πώλησης του προαναφερόμενου ακινήτου με το πιο πάνω τίμημα, οι Πωλητές συμφωνούν στην μείωση της Αρχικής Οφειλής κατά το ποσό των ……..€, έναντι μερικής εξόφλησης της Αρχικής Οφειλής της που δηλώνεται ανεπιφύλακτα με το παρόν, έτσι ώστε η Αρχική Οφειλή να διαμορφωθεί στο ποσό των ……..€ (η "Νέα Οφειλή") μετά την καταβολή στους Πωλητές …….€ κατά τα προαναφερόμενα (υπό α) και την μερική άφεση χρέους (υπό γ). (δ) Το υπολειπόμενο ποσό των …….€ θα είναι έντοκο επιβαρυνόμενο με τους νόμιμους τόκους υπερημερίας από ……..και θα καταβληθεί ως εξής: ι) Ποσό …….€ θα καταβληθεί στις …….στους Πιστωτές από την Εταιρεία. ιι) Ποσό …….€, πλέον των αναλογούντων τόκων υπερημερίας για τα ως άνω ποσά (………€ & …….€) με ημερομηνία έναρξης τοκοφορίας την…….., θα καταβληθεί στις …….στους Πιστωτές από την Εταιρεία. 3. Υπό την αίρεση της εκπλήρωσης των όρων (1°), (1β), (1γ), (1ε), (2°), 2β) και 2(γ) του παρόντος, οι Πιστωτές - δηλώνουν και αναγνωρίζουν ότι: (α) Περιορίζουν την απαίτησή τους στο ύψος της Νέας Οφειλής και παραιτούνται από κάθε άλλο ποσό πέραν αυτής, με εξαίρεση τους νόμιμους τόκους υπερημερίας επί αυτής που θα υπολογίζονται μετά την…….. (β) Παραιτούνται από την αξίωσή τους είτε για την Αρχική είτε για την Νέα Οφειλή έναντι οιουδήποτε ενεχομένου, πλην της Εταιρείας, και ειδικότερα έναντι του εκ τρίτου συμβαλλόμενου Π.. Ε., άλλως συνομολογούν ότι ουδεμία απαίτηση υφίσταται έναντι αυτού από αιτία συναφή προς την Αρχική ή Νέα Οφειλή. (γ) Η παραίτηση των Πιστωτών ή και άλλως, η αναγνώριση μη οφειλής έναντι οιουδήποτε τρίτου πλην της Εταιρείας, ισχύει ανεξάρτητα από το εάν η απαίτησή τους έχει εξοπλισθεί με εκτελεστό τίτλο. (δ) Θα συμπράξουν και υποστηρίξουν τους Π.. Ε., Μ.. Ε., Ε. Ε., Χ.. Ε. και Η. Ζ. σε κάθε εκκρεμούσα ή μέλλουσα ποινική ή αστική ή διοικητική διαδικασία σε βάρος του εξ αιτίας της σφράγισης των πιο πάνω επιταγών, δηλώνοντας ενώπιον των αρμόδιων αρχών ότι έχουν ικανοποιηθεί πλήρως από τις εν λόγω επιταγές [υπ' αρίθμ. ……/……εις διαταγήν Τ. Α. ……..€) & ……./……..εις διαταγήν Τ. Δ. ……€] της Τράπεζας E. E.. E.) και ότι ουδεμία απαίτηση έχουν από αυτές. Επίσης, αναλαμβάνουν την υποχρέωση να ανακαλέσουν τις υποβληθείσες εγκλήσεις ενώπιον οποιουδήποτε αρμόδιου Δικαστηρίου, Εισαγγελέα, Ανακριτικής Αρχής ως προς τα κατ' έγκληση διωκόμενα αδικήματα της έκδοσης ακάλυπτης επιταγής και καταδολίευσης δανειστών, αναφορικά με τις ως άνω επιταγές Κατόπιν αμοιβαίων εξηγήσεων που παρασχέθηκαν, οι Πιστωτές αναγνωρίζουν ρητά και απερίφραστα πιεσθέντες πλήρως ότι δεν υπήρχε δόλος από την πλευρά των Π.. Ε., Μ.. Ε., Ε. Ε., Χ.. Ε. και Η. Ζ. αναφορικά με τις ως άνω εκδοθείσες επιταγές, ιδιαίτερα δε ως προς την αιτίαση περί απάτης, δήλωση που θα επαναλάβουν ενώπιον οποιασδήποτε αρχής απαιτηθεί. (ε) Δεν θα προβούν σε κανένα μέτρο ατομικής δίωξης ή αναγκαστικής εκτέλεσης ή ασφαλιστικό μέτρο σε βάρος του Π.. Ε. για την είσπραξη της Νέας Οφειλής, διατηρούν όμως μέχρι την πλήρη και ολοκληρωτική εξόφληση της Νέας Οφειλής ακέραια άπαντα τα δικαιώματά τους (ουσιαστικά και δικονομικά) έναντι της Εταιρείας (ενδεικτικά και όχι περιοριστικά, αίτηση για κήρυξη της Εταιρείας σε πτώχευση, αίτηση για λύση της συνδιαλλαγής, παρεμβάσεις κ.λ.π.) 4. Οι Πιστωτές παραιτούνται από το δικόγραφο και μόνο της από ……..αίτησης τους περί κήρυξης της λύσης της συμφωνίας συνδιαλλαγής της Εταιρείας ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (διαδικασία εκουσίας δικαιοδοσίας) (ΓΑΚ 132875/2010 και ΑΚΔ 1250/2010), και από την αίτηση-κλήση τους για ορισμό νέας δικασίμου ενώπιον του ιδίου ως άνω Δικαστηρίου (ΓΑΚ 222597/2010 και ΑΚΔ 2159/2010). 5. Ρητά συμφωνείται τέλος, μεταξύ των μερών ότι ο ανωτέρω περιορισμός της απαίτησης και ο διακανονισμός της ανωτέρω οφειλής τελεί υπό την αίρεση της πιστής τήρησης του παρόντος συμφωνητικού, άλλως σε περίπτωση μη τήρησης έστω και ενός όρου του παρόντος συμφωνητικού (απάντων θεωρουμένων από τα συμβαλλόμενα μέρη ως ουσιωδών) η παρούσα συμφωνία θεωρείται λυθείσα έναντι της Εταιρείας, όποιο δε ποσό έχει καταβληθεί δυνάμει αυτής (είτε δια καταβολής είτε δια δόσεως έναντι καταβολής), θεωρείται ότι εξοφλεί μερικώς και εγκύρως την Αρχική οφειλή, οι δε Πιστωτές διατηρούν το σύνολο των αρχικών αξιώσεων τους έναντι της Εταιρείας, ενώ σε περίπτωση μη τήρησης ειδικά των υπό στοιχεία (1°), (1β), (1γ), (1ε), (2°), (2β) και 2(γ) όρων του παρόντος, η παρούσα θα λύεται και έναντι του Π.. Ε. και των λοιπών ενεχόμενων προσώπων (υπό παρ. 3δ), οι δε Πιστωτές θα ανακτούν το σύνολο των αρχικών αξιώσεων και δικαιωμάτων τους έναντι των στην παρούσα αναφερομένων φυσικών προσώπων (Π.. Ε. κ.λ.π.), το οποίο είχαν προσκομίσει μετ' επικλήσεως οι διάδικοι ενώπιόν του, το οποίο, αν ορθά είχε αναγνώσει, θα κατέληγε στο αποδεικτικό πόρισμα της ανατροπής του συμφωνητικού και δη στην ανατροπή της άφεσης χρέους ως προς το ποσό των ……….ευρώ". Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι το περιεχόμενο του εγγράφου αυτού αδιστάκτως έλαβε υπόψη το Εφετείο και σωστά ανέγνωσε, απλώς κατέληξε σε αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που οι αναιρεσείοντες θεωρούν ορθό. Ουσιαστικά με το λόγο αυτό υπάρχει παράπονο αναφερόμενο στην εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, που όμως εκφεύγει από τον αναιρετικό έλεγχο. Κατά το άρθρο 559 αριθμ. 11α ΚΠολΔ, αναίρεση, επιτρέπεται και αν το δικαστήριο έλαβε υπ' όψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει. Εν προκειμένω, με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης εκ του άρθρου 559 αριθμ. 11α ΚΠολΔ, οι αναιρεσείοντες πλήττουν την προσβαλλόμενη απόφαση, ισχυριζόμενοι ότι κακώς δέχθηκε το δευτεροβάθμιο δικαστήριο την ύπαρξη προφορικής συμφωνίας σε δικηγορική αμοιβή σε ποσοστό 8% και επί του ποσού (κεφαλαίου και τόκων) που θα απομειώνονταν η απαίτηση των αναιρεσειόντων έναντι της οφειλέτριας εταιρείας "Ε. D. ΑΕ", και κατά παράβαση των διατάξεων των άρθρων 393 παρ. 1 και 394 παρ. 1 ΚΠολΔ, έλαβε υπ' όψη και την κατάθεση μάρτυρος και τις προσκομιζόμενες ένορκες βεβαιώσεις. Ο εν λόγω λόγος, ότι δεν είναι επιτρεπτά μέσα αποδείξεως είναι αβάσιμος καθ' όσον κατά το χρόνο που συνήφθη η σχετική συμφωνία, δεν ήταν κατ' άρθρο 95 παρ. 2 του ΚπΔ ,προϋπόθεση για το κύρος αυτής ο έγγραφος τύπος και συνεπώς πρέπει να απορριφθεί. Επειδή, ο προβλεπόμενος από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ.12 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως, εξαιτίας της παραβάσεως των ορισμών του νόμου, αναφορικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων, ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας, κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, αποδίδει σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα δύναμη αποδείξεως μεγαλύτερη ή μικρότερη από εκείνη που δεσμευτικά γι' αυτό (δικαστήριο), καθορίζει ο νόμος, όχι όμως και στην περίπτωση που, εκτιμώντας ελεύθερα, όπως έχει δικαίωμα από το νόμο (άρθρο 340 ΚΠολΔ), αποδίδει σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα, τα οποία κατά νόμο έχουν την ίδια αποδεικτική δύναμη με άλλα, μεγαλύτερη βαρύτητα ή αξιοπιστία από τα τελευταία αυτά. Στην προκειμένη περίπτωση με τον τρίτο λόγο αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια ότι το Εφετείο απέδωσε πλήρη αποδεικτική δύναμη στο αναφερόμενο με αριθμό ……./….. πωλητήριο συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Α. Α. Τ., το οποίο συντάχθηκε κατά παραγγελία των εναγομένων. Ο λόγος αυτός είναι, προεχόντως απαράδεκτος, λόγω αοριστίας, αφού δεν καθορίζεται σ' αυτόν, ποια αποδεικτική δύναμη αποδόθηκε από το δικαστήριο της ουσίας στο παραπάνω έγγραφο και για ποιο συγκεκριμένο περιστατικό, ούτε προς απόδειξη ποίου ισχυρισμού έγινε επίκληση και προσκόμιση του σχετικού αποδεικτικού μέσου και ποια επίδραση άσκησε ο ισχυρισμός αυτός στην έκβαση της δίκης, σε κάθε δε περίπτωση, είναι απαράδεκτος, αφού το αποδεικτέο περιστατικό, δεν είναι εξ εκείνων για τα οποία το επικαλούμενο ως άνω δημόσιο έγγραφο παρέχει πλήρη απόδειξη, σύμφωνα με τα άρθρα 438, 439 και 441 ΚΠολΔ, και επίσης δεν περιέχει στοιχεία άγοντα σε απόδειξη του κρίσιμου αποδεικτέου, στην ένδικη υπόθεση, θέματος. Κατά τις διατάξεις του άρθρου 529 ΚΠολΔ, στην κατ' έφεση δίκη επιτρέπεται να γίνει επίκληση και προσαγωγή νέων αποδεικτικών μέσων, όπως είναι και τα έγγραφα, το δευτεροβάθμιο δε δικαστήριο μπορεί να αποκρούσει τα αποδεικτικά μέσα που προσκομίζονται πρώτη φορά σ' αυτό ως απαράδεκτα, αν κατά την κρίση του ο διάδικος δεν τα είχε προσκομίσει στην πρωτόδικη δίκη από πρόθεση στρεψοδικίας ή από βαριά αμέλεια. Η κρίση του Εφετείου για τη μη λήψη υπ' όψη αποδεικτικού στοιχείου που για πρώτη φορά προσκομίστηκε ενώπιόν του, κατ' άρθρο 529 παρ. 2 ΚΠολΔ, είναι ανέλεγκτη αναιρετικά (ΑΠ 1521/2017, 175/2017). Με τον μοναδικό πρόσθετο αναιρετικό λόγο οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στο Εφετείο ότι με το να μη λάβει υπ' όψη του την από ………έκθεση εκτιμήσεως της εταιρείας "Α. Σ. Κ. Ε." για τον λόγο ότι δεν προσκομίστηκε στην πρωτοβάθμια δίκη από λόγο που δεν οφείλεται σε βαρειά τους αμέλεια καθ' όσον αυτή προσκομίστηκε στο Εφετείο προς αντίκρουση της εκτιμήσεως της εταιρείας "C. in H.", υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Ο λόγος αυτός της αίτησης αναίρεσης είναι απαράδεκτος, εφ' όσον η κρίση του Εφετείου για το παραδεκτό ή μη της προσκομίσεως για πρώτη φορά ενώπιόν του αποδεικτικών μέσων είναι αναιρετικά ανέλεγκτη και δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης για παραβίαση της σχετικής δικονομικής διάταξης και συνεπώς το Εφετείο, μετά την ανωτέρω παραδοχή, δεν υπέπεσε στην από το άρθρο 559 αριθμ. 11γ (κατ' ορθή εκτίμηση) ΚΠολΔ πλημμέλεια, μη λαμβάνοντας υπ' όψη την πιο πάνω έκθεση εκτιμήσεως. Κατόπιν αυτών πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, όπως διευρύνθηκε με τους πρόσθετους λόγους, και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου που κατέθεσε προτάσεις, σε βάρος των αναιρεσειόντων, λόγω της ήττας τους (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 14.3.2022, αίτηση αναίρεσης των 1) Α. Τ. κλπ (σύν. 2) και τους από 28.9.2022 πρόσθετους λόγους για αναίρεση της υπ' αριθμ. 669/2022 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Και Επιβάλλει τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου σε βάρος των αναιρεσειόντων, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 24 Ιανουαρίου 2023. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 12 Οκτωβρίου 2023. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ