Αριθμός 349/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χαράλαμπο Δημάδη Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βιολέττα Κυτέα, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο - Εισηγητή, Αικατερίνη Βασιλακοπούλου - Κατσαβριά και Δήμητρα Λεοντάρη - Μπουρνάκα, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 16 Νοεμβρίου 2012, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεώργιου Κολιοκώστα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Γεράσιμου Βάλσαμου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Χ. Α. του Χ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αριστοτέλη Παπαγεωργίου, για αναίρεση της υπ' αριθ. 70243/2011 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγουσα την ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΑ Α.Κ.Σ. Ξενοδοχειακές και Τουριστικές Επιχειρήσεις Ανώνυμη Εταιρεία" με έδρα το Χαλάνδρι Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα και η οποία εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ηλία Τόμπρο. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 21 Μαρτίου 2012 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 499/2012. Αφού άκουσε Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να κηρυχθεί απαράδεκτη η ασκηθείσα ποινική δίωξη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 79 παρ.1 του Ν. 5960/1933 περί επιταγής (όπως αντικαταστάθηκε με το ν. δ.1325/72), "ο εκδίδων επιταγήν μη πληρωθείσαν επί πληρωτού παρά τω οποίω δεν έχει αντίστοιχα διαθέσιμα κεφάλαια κατά τον χρόνον της εκδόσεως της επιταγής ή της πληρωμής ταύτης, τιμωρείται δια φυλακίσεως τουλάχιστον τριών μηνών και χρηματικής ποινής τουλάχιστον δέκα χιλιάδων δραχμών". Με τη διάταξη του άρθρου 4 παρ. Ι εδ. α' του ν. 2408/1996. ο οποίος άρχισε να ισχύει από 4-6-1996, προστέθηκε στο όρθρο 79 του ν. 5960/1933, όπως αυτό ισχύει μετά την παραπάνω αντικατάσταση του, παράγραφος 5, κατά την οποία η ποινική δίωξη (του εκδότη ακάλυπτης επιταγής) ασκείται μόνο ύστερα από έγκληση του κομιστή της επιταγής που δεν πληρώθηκε. Σε σχέση με την υποβολή της έγκλησης, καθόσον αφορά την παράβαση του άρθρου 79 του Ν. 5960/33, ισχύουν τα οριζόμενα στις διατάξεις των παραγράφων 2 και 3 του άρθρου 42 ΚΠΔ, στις οποίες ρητά παραπέμπει το άρθρο 46 του ίδιου Κώδικα. Ειδικότερα, σύμφωνα με τις διατάξεις των τεσσάρων πρώτων εδαφίων της παραγράφου 2 του εν λόγω άρθρου, η έγκληση γίνεται απ' ευθείας στον εισαγγελέα πλημμελειοδικών, αλλά και στους ανακριτικούς υπαλλήλους, είτε από τον ίδιο τον εγκαλούντα, είτε από ειδικό πληρεξούσιο. Το έγγραφο της πληρεξουσιότητας μπορεί να δοθεί και με απλή έγγραφη δήλωση. Η γνησιότητα της υπογραφής του εντολέα πρέπει να βεβαιώνεται από οποιαδήποτε δημόσια, δημοτική ή κοινοτική αρχή ή δικηγόρο. Το έγγραφο της πληρεξουσιότητας προσαρτάται στην έκθεση για την κατάθεση της έγκλησης. Περαιτέρω, με το άρθρο 18 παρ. 1 του Ν. 2190/1920 "Περί ανωνύμων εταιριών", όπως αυτό κωδικοποιήθηκε με το Β.Δ. 174/1963, ορίζεται ότι "η ανώνυμη εταιρία εκπροσωπείται επί δικαστήρια) και εξωδίκως υπό του διοικητικού αυτής συμβουλίου, ενεργούντος συλλογικώς", κατά δε την παρ. 2 του ίδιου άρθρου "το καταστατικόν δύναται να ορίσει, ότι εν ή πλείονα μέλη του Συμβουλίου ή άλλα πρόσωπα δικαιούνται να εκπροσωπούν την εταιρίαν, εν γένει ή εις ορισμένου μόνον είδους πράξεις". Το άρθρο 22 του ίδιου Νόμου ορίζει στην παρ. 1 ότι "Το Διοικητικόν Συμβούλιον είναι αρμόδιον ν' αποφασίζη πάσαν πράξιν αφορώσαν εις την διοίκησιν της εταιρείας, εις την διαχείρισιν της περιουσίας αυτής και εις την εν γένει επιδίωξιν του σκοπού της εταιρείας", στη δε παρ. 3, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 10 παρ. 4 του ν. 2339/95, "το καταστατικό μπορεί να ορίζει θέματα, για τα οποία η εξουσία του διοικητικού συμβουλίου μπορεί να ασκείται ολικά ή μερικά από ένα ή περισσότερα μέλη του, διευθυντές της εταιρείας ή τρίτους". Οι διατάξεις αυτές του ν. 2190, αντίστοιχες με εκείνες των άρθρων 65, 67 και 68 του ΑΚ, ρυθμίζουν την οργανική εκπροσώπηση του νομικού προσώπου της ανώνυμης εταιρίας, δηλαδή, καθορίζουν το όργανο που εκφράζει τη βούληση του νομικού αυτού προσώπου στις έννομες σχέσεις με άλλα πρόσωπα, το εκπροσωπεί στα δικαστήρια, και αποφασίζει για τη διοίκηση της εταιρίας και τη διαχείριση της περιουσίας της για την πραγμάτωση του εταιρικού σκοπού. Ως τέτοιο όργανο ορίζεται (18 παρ. 1) το διοικητικό συμβούλιο της εταιρίας, το οποίο (22 παρ. 1) είναι αρμόδιο να αποφασίζει για κάθε υπόθεση που αφορά στη διοίκηση της εταιρίας ή στη διαχείριση της περιουσίας της. Εξάλλου, οι προαναφερόμενες διατάξεις των άρθρων 18 παρ. 2 και 22 παρ. 3 του άνω ν. 2190, που αλληλοσυμπληρώνονται, ρυθμίζουν το ζήτημα" της υποκατάστασης του διοικητικού συμβουλίου της ΑΕ, κατά τρόπο ώστε αυτή να είναι νόμιμη, μόνο εφόσον διενεργείται με βάση μια από αυτές τις διατάξεις. Το άρθρο 18 παρ. 2 αναφέρεται αποκλειστικό στην εξουσία εκπροσώπησης της Α.Ε. Επιτρέπει στο καταστατικό της εταιρείας να ορίσει ότι ένα ή περισσότερα μέλη του ή άλλα πρόσωπα, που κατονομάζονται, δικαιούνται να εκπροσωπούν (δικαστικώς ή εξωδίκως) την εταιρεία γενικά ή σε ορισμένες μόνο πράξεις. Η διάταξη του άρθρου 22 παρ. 3 περιλαμβάνει στο πεδίο εφαρμογής της τόσο τις πράξεις διαχείρισης όσο και την εκπροσώπηση της εταιρείας. Αντίθετα όμως προς το άρθρο 18 παρ. 2 το οποίο συνιστά ειδική πρόβλεψη με την οποία το καταστατικό προβαίνει σε συγκεκριμένο καθορισμό προσώπων που κατονομάζονται, στην περίπτωση του άρθρου 22 παρ. 3 το καταστατικό προβλέπει ορισμένα θέματα για τα οποία είναι δυνατό να αποφασιστεί από το Δ.Σ. μεταβίβαση της εξουσίας του. Η μεταβίβαση αυτή κατά το άνω άρθρο 22 παρ. 3, μπορεί να διενεργηθεί προς οποιοδήποτε πρόσωπο, και όχι μόνο προς μέλη του Δ.Σ. ή διευθυντές της εταιρείας. Προϋποθέτει όμως σχετική πρόβλεψη στο καταστατικό της εταιρείας (Ολ.ΑΠ 1096/76). Υποκατάσταση του διοικητικού συμβουλίου με εξωτερική συμφωνία δεν είναι νόμιμη. Επομένως, όταν δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις των άρθρων 18 παρ. 2 ή 22 παρ. 3, το τρίτο πρόσωπο προς το οποίο το όργανο της εταιρείας, δηλαδή το Διοικητικό Συμβούλιο, ανέθεσε εκπροσωπευτική δραστηριότητα, δεν είναι υποκατάστατος του διοικητικού συμβουλίου αλλά ενεργεί στα πλαίσια της από τα άρθρα 211 και 713 του ΑΚ προβλεπόμενης αντίστοιχα πληρεξουσιότητας ή εντολής. Ο υποκατάστατος του διοικητικού συμβουλίου, επειδή ενεργεί ως όργανο της εταιρείας δεν έχει ανάγκη ειδικής πληρεξουσιότητας ή εξουσιοδότησης και βεβαίωσης του γνήσιου της υπογραφής των μελών του Δ.Σ., όταν το απαιτεί νομοθετική διάταξη, όπως όταν πρόκειται για την υποβολή έγκλησης ή για τη δήλωση παράστασης πολιτικής αγωγής. Στηv περίπτωση όμως που το διοικητικό συμβούλιο Ανώνυμης Εταιρείας, για την υλοποίηση σχετικής απόφασης του, αναθέσει σε τρίτο ως προς τον οποίο δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις των άνω άρθρων 18 παρ. 2 ή 22 παρ. 3 του ν. 2190/20 να υποβάλει μήνυση ή έγκληση κατά του δράστη αξιόποινης πράξης που τελέστηκε σε βάρος της εταιρείας, απαιτείται, ενόψει του ότι ο ανωτέρω τρίτος είναι απλός πληρεξούσιος - εντολοδόχος της τελευταίας, το πρακτικό του διοικητικού συμβουλίου, που περιέχει τη σχετική απόφαση του και το οποίο προσαρτάται στην εγχειριζόμενη έγκληση, να φέρει και βεβαίωση της γνησιότητας της υπογραφής του "εντολέα" και παρέχοντος την πληρεξουσιότητα, δηλαδή των μελών του διοικητικού συμβουλίου της εταιρείας, σύμφωνα με τα οριζόμενα στις πιο πάνω διατάξεις των άρθρων 46 και 42. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα έγγραφα της δικογραφίας, τα οποία παραδεκτά επισκοπούνται για την έρευνα του βασίμου του προβαλλόμενου αναιρετικού λόγου, ο αναιρεσείων καταδικάστηκε με την προσβαλλόμενη 70243/2011 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, που δίκασε ως εφετείο, σε ποινή φυλακίσεως 12 μηνών και χρηματική ποινή 3.000 € για παράβαση του νόμου "περί επιταγών (άρθρο 79 Ν. 5960/33), κατ' εξακολούθηση. Η κατά του κατηγορουμένου και ήδη αναιρεσείοντος ποινική δίωξη για την πιο πάνω πράξη ασκήθηκε μετά από έγκληση που υπέβαλε η κομίστρια των επιταγών ΑΕ με την επωνυμία "ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΑ Α.Κ.Σ. ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΑΚΕΣ ΚΑΙ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΕΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ Α.Ε.". Την έγκληση αυτή την εγχείρισε στον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών, ο δικηγόρος, Ηλίας Τόμπρος, προσκομίζοντας και το .../16.5.2005 πληρεξούσιο της συμβολαιογράφου Αθηνών Αικατερίνης Γεροστάθη, με το οποίο ο Πρόεδρος και Διευθύνων Σύμβουλος της ανώνυμης εταιρίας, Μ. Σ., τον διόρισε ειδικό πληρεξούσιο προκειμένου να υποβάλει για λογαριασμό της εταιρίας την έγκληση, σύμφωνα με το 463/13.5.2005 πρακτικό της συνεδριάσεως του ΔΣ. Ο Ηλίας Τόμπρος κατέθεσε την έγκληση προσκομίζοντας μονό το παραπάνω πληρεξούσιο, χωρίς να καταθέσει: α)το καταστατικό της εταιρίας από το οποίο να προκύπτει ότι ο Μ. Σ. εξακολουθούσε να είναι μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου και νόμιμος εκπρόσωπος της εταιρίας, αφού όπως ρητά αναφέρεται στο προαναφερόμενο ΦΕΚ η θητεία του ΔΣ έληξε στις 31.12.2000, και β) το με αριθμό 463/13.5.2005 πρακτικό του ΔΣ με το οποίο εξουσιοδοτήθηκε ο ανωτέρω, Μ. Σ., για την υπογραφή του σχετικού πληρεξουσίου, έτσι ώστε να ελεγχθεί αν το πρακτικό αυτό φέρει θεωρημένες τις υπογραφές των μελών του ΔΣ. Όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως, τα οποία, και αυτά, παραδεκτά επισκοπούνται από το Δικαστήριο αυτό για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου ο συνήγορος του κατηγορουμένου που τον εκπροσώπησε στη δίκη προέβαλε εγγράφως και ανέπτυξε προφορικά τον αυτοτελή ισχυρισμό απαραδέκτου της διώξεως, για το λόγο ότι δεν υποβλήθηκε νομότυπα η εναντίον του έγκληση από οδικό πληρεξούσιο, με την κατάθεση του πρακτικού του Δ.Σ. της εγκαλούσας εταιρίας περί αναθέσεως σ' αυτόν της εντολής για υποβολή της εγκλήσεως και ότι το ελάττωμα αυτό του μη νομοτύπου της εγκλήσεως, δεν θεραπεύθηκε στην τρίμηνη προθεσμία του άρθρου 117 του ΠΚ, μη δυνάμενο να θεραπευθεί εκ των υστέρων. Το δικαστήριο με παρεμπίπτουσα απόφαση του απέρριψε τον ισχυρισμό αυτό με την αιτιολογία ότι ο νόμιμος εκπρόσωπος του Δ.Σ. της εγκαλούσας ανώνυμης εταιρίας, εξουσιοδότησε νόμιμα τον άνω δικηγόρο να καταθέσει έγκληση κατά τον εκδότη των ακάλυπτων επιταγών για το σχετικό αδίκημα, όπως αυτό προκύπτει από το προαναφερόμενο συμβ/κό πληρεξούσιο και στη συνέχεια, εξέδωσε την προσβαλλόμενη καταδικαστική του απόφαση. Όμως, με αυτά που δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας υπερέβη αρνητικά την εξουσία του διότι, σύμφωνα και με όσα έχουν αναπτυχθεί στην προηγούμενη νομική σκέψη, ο προαναφερόμενος δικηγόρος ενήργησε ως απλός εντολοδόχος του ΔΣ της ΑΕ για την εκτέλεση της συγκεκριμένης πράξης που του ανατέθηκε, και όχι ως υποκατάστατος του ΔΣ αυτής (ως όργανο εκπροσώπησης της ΑΕ). Επομένως ήταν αναγκαίο να κατατεθεί με την έγκληση και το πρακτικό του ΔΣ που φέρει τις υπογραφές όλων των μελών του διοικητικού συμβουλίου της εταιρίας και βεβαίωση της γνησιότητας της υπογραφής τους από Αρχή ή δικηγόρο, κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 42 παρ. 2 του ΚΠΔ. Τέτοια βεβαίωση δεν υπάρχει. Ενόψει αυτών καθίσταται σαφές ότι η έγκληση δεν υποβλήθηκε νομοτύπως η δε ποινική δίωξη που ασκήθηκε εναντίον του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου για την εν λόγω πράξη, ήταν απαράδεκτη. Συνεπώς το Τριμελές Πλημμελειοδικείο, με το να προχωρήσει στην κατ' ουσία έρευνα της υποθέσεως και στην καταδίκη του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου υπερέβη την εξουσία του και, κατά παραδοχή του, από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Η' του ΚΠΔ, λόγου αναιρέσεως, που παραδεκτά προτείνεται (όπως ορθά εκτιμάται ο άνω ισχυρισμός από το Δικαστήριο αυτό), πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και στη συνέχεια, να κηρυχθεί απαράδεκτη η ασκηθείσα κατά του αναιρεσείοντος ποινική δίωξη για παράβαση του άρθρου 79 παρ.1 ν. 5960/1933, σύμφωνα με το άρθρο 517 παρ.2 ΚΠοινΔ. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί την υπ' αριθμ. 70243/2011 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Και Κηρύσσει απαράδεκτη την ποινική δίωξη που ασκήθηκε κατά του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου, Χ. Α. του Χ., κατοίκου ..., για παράβαση του άρθρ.79 παρ.1 του Ν. 5960/1933 "περί επιταγών", κατ'εξακολούθηση, πράξη που φέρεται ότι τελέσθηκε στην ... στις 18 Μαρτίου 2005, 20 Μαρτίου 2005, 21 Μαρτίου 2005 και στις 22 Μαρτίου 2005, σε βάρος της νόμιμης κομίστριας των επιταγών και εγκαλούσας εταιρίας με την επωνυμία "ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΑ Α.Κ.Σ. ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΑΚΕΣ ΚΑΙ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΕΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ ΑΝΩΝΥΝΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", νόμιμα εκπροσωπούμενης. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 14 Δεκεμβρίου 2012. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 1 Μαρτίου 2013. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ