ΑΡΙΘΜΟΣ 298/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Ζαΐρη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Γεώργιο Αδαμόπουλο - Εισηγητή, Ειρήνη Κιουρκτσόγλου-Πετρουλάκη και Μαρία Βασιλάκη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 22 Ιανουαρίου 2013, με την παρουσία του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ευάγγελου Παντιώρα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Ε. Π. του Η., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Παπαϊωάννου, περί αναιρέσεως της με αριθμό 3539/2011 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 10 Μαΐου 2012 αίτησή του η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1033/12. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά τη διάταξη του άρθρου 216 παρ. 1 ΠΚ, όποιος καταρτίζει πλαστό ή νοθεύει έγγραφο με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση του άλλον σχετικά με γεγονός, που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών. Η χρήση του εγγράφου από αυτόν θεωρείται επιβαρυντική περίσταση. Από τη διάταξη αυτή, που αποβλέπει στην προστασία της ασφάλειας και ακεραιότητας των εγγράφων συναλλαγών, προκύπτει, ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της πλαστογραφίας απαιτείται αντικειμενικώς μεν η απαρχής κατάρτιση εγγράφου από τον υπαίτιο, ο οποίος το εμφανίζει ότι καταρτίστηκε από άλλον ή η νόθευση γνησίου εγγράφου, δηλαδή η αλλοίωση της έννοιας του περιεχομένου του, υποκειμενικώς δε, δόλος, που περιλαμβάνει τη γνώση και θέληση των πραγματικών περιστατικών, τα οποία απαρτίζουν την πράξη και περαιτέρω σκοπός του υπαιτίου (υπερχειλής δόλος) να παραπλανήσει με τη χρήση του πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου άλλον για γεγονός, που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, οι οποίες αναφέρονται στην παραγωγή, διατήρηση, μεταβολή, μεταβίβαση ή απόσβεση δικαιώματος ή έννομης σχέσης ή κατάστασης δημοσίας ή ιδιωτικής φύσης. Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1. στοιχ. Δ' ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σε αυτήν με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχτηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις, που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη, που εφαρμόστηκε. Ως προς τις αποδείξεις αρκεί αυτές να αναφέρονται στην απόφαση κατ' είδος χωρίς να είναι απαραίτητο να διευκρινίζεται από ποιο ή ποια αποδεικτικά μέσα αποδείχτηκε η κάθε παραδοχή. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Εξάλλου, εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σε αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή τέτοιας διάταξης που ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως υπάρχει όχι μόνο όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από τη διαδικασία στις διατάξεις που εφάρμοσε, αλλά και όταν οι διατάξεις αυτές παραβιάστηκαν εκ πλαγίου, ήτοι όταν έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα της απόφασης που περιλαμβάνεται στο σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό, το οποίο ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης 3539/2011 απόφασης, το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, μετά από συνεκτίμηση των αποδεικτικών μέσων που μνημονεύονται κατ' είδος δέχτηκε ανελέγκτως ότι: Ο κατηγορούμενος, δικηγόρος του ήδη καταδικασθέντος, με τη με αριθμό 89371/2001 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών για πλαστογραφία με χρήση κατ' εξακολούθηση, Κ. Λ. του Ι., μετέβη, στις 24-10-2005, στο τμήμα προσδιορισμού της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Αθηνών και παρέλαβε από τον, ήδη σήμερα σχετικώς καταθέσαντα μάρτυρα κατηγορίας, υπάλληλο αυτής Κ. Θ. τη με αριθμό ΕΝΔ 2005/29 δικογράφου (που αφορούσε τον ως άνω εντολέα του) για να την μελετήσει. Στη συνέχεια όμως μετέβη σε παρακείμενο χώρο και επενέβη στην έγγραφη επισημείωση του Δικαστού, που ανέβαλλε, στις 21-10-2005, την εκδίκαση της ως άνω υποθέσεως του Λαουτάρη (για μετατροπή της ποινής) για τις 24-10-2005 προκειμένου να επισυναφθεί από την Εισαγγελία πιστοποιητικό αμετακλήτου της 54800Α/2003 αποφάσεως του Τρ. Πλημ. Αθηνών. Ειδικότερα, πλαστογράφησε (νόθευσε)την ως άνω έγγραφη επισημείωση, αλλάζοντας τον αριθμό της δικαστικής αποφάσεως σε 89371α/2003 και την ημερομηνία της μετ' αναβολή εκδικάσεως της υποθέσεως σε 31.10.2001, αποσκοπώντας να επιφέρει σύγχυση στο δικαστήριο που θα επιλαμβανόταν, εκ νέου, για την αίτηση μετατροπής της ποινής. Πλην όμως, επιστρέφοντας τη δικογραφία στον ως άνω υπάλληλο Καζαμία, ο τελευταίος αντιλήφθηκε την παραπάνω νόθευση και τον κατήγγειλε. Συνεπώς, πρέπει να κηρυχθεί ένοχος της ως άνω πράξεως, σύμφωνα με το κατηγορητήριο. Στη συνέχεια, το άνω Δικαστήριο κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα της αξιόποινης πράξης της πλαστογραφίας (νόθευσης) με το ακόλουθο διατακτικό: "Κηρύσσει τον κατηγορούμενο ένοχο του ότι: Στην Αθήνα την 24 Οκτωβρίου 2005 με πρόθεση νόθευσε έγγραφο, με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση του άλλον σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες. Συγκεκριμένα περί την 11.40' πρωινή ώρα της 24.10.2005 εντός του Τμήματος Προσδιορισμού Τριμελούς, της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Αθηνών και ενώ κατείχε την με αριθμό ΕΝΔ 2005/29 δικογραφία, προκειμένου να την μελετήσει και η οποία αφορούσε μετατροπή ποινής κατ' άρθρο 101 παρ.2 ΠΚ του καταδικασθέντος Κ. Λ. του Ι. και η οποία είχε αναβληθεί από 21.10.2005 στη ρητή δικάσιμο της 24.10.2005, αυτός, δηλαδή ο κατηγορούμενος, νόθευσε το κείμενο της με αριθμό 63598/21.10.2005 δικαστικής απόφασης που ανέγραφε κατά λέξη: *Αναβάλλει κρείσσονες. Επισυναφθούν επιμελεία Εισαγγελίας πιστοποιητικά αμετακλήτου της με αριθμό 54000Α/2003 απόφασης, ρητή 24.10.2005* και ειδικότερα μετέτρεψε τον αριθμό της καταδικαστικής απόφασης για την οποία εζητείτο το αμετάκλητο, από 54800Α/2003 σε 89371α/2003 και την ημέρα της ρητής δικασίμου από 24.10.2005 σε 31.10.2001. Στη νόθευση της παραπάνω δικαστικής απόφασης προέβη ο κατηγορούμενος προκειμένου να επιφέρει σύγχυση ως προς την έννομη υποχρέωση του καταδικασθέντος Κ. Λ. να εμφανισθεί ενώπιον του Α' Αυτοφώρου Τριμελούς Πλημ/κείου Αθηνών κατά τη δικάσιμο της 24.10.2005, αλλά και προκειμένου να επιφέρει σύγχυση στο δικαστήριο που θα επιλαμβανόταν της υποθέσεως περί της νομικής δυνατότητός του να μετατρέψει κατ' άρθρο 101 παρ.2 ΠΚ σε χρηματική, την ποινή φυλακίσεως των δύο (2) ετών που είχε επιβληθεί για πλαστογραφία με χρήση κατ' εξακολούθηση με την με αριθμό 89371/31.10.2001 απόφαση του Τριμελούς Πλημ/κείου Αθηνών, στον εντολέα του Κ. Λ. του Ι.." Με τις παραδοχές αυτές το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, κατά τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία αφού εκτίθενται σε αυτή με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά τα οποία προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και θεμελιώνουν την υποκειμενική και αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος αυτού. Επίσης, εκτίθενται σε αυτήν τα αποδεικτικά μέσα τα οποία μνημονεύονται κατ' είδος και ότι ελήφθησαν όλα υπόψη για την κρίση περί της ενοχής του, όπως επίσης και οι νομικοί συλλογισμοί βάσει των οποίων έγινε η υπαγωγή των πραγματικών τούτων περιστατικών στην άνω διάταξη που εφάρμοσε, την οποία ορθώς ερμήνευσε και εφήρμοσε και δεν παρεβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου. Ειδικότερα, εκτίθεται ότι ο κατηγορούμενος νόθευσε το κείμενο της 63598/21-10-2005 δικαστικής απόφασης του Τριμελούς Αυτοφώρου Πλημμελειοδικείου Αθηνών, που ανέγραφε κατά λέξη: "αναβάλλει κρείσσονες. Επισυναφθούν επιμέλεια Εισαγγελίας πιστοποιητικά αμετακλήτου της με αριθμό 54800Α/2003 απόφασης, ρητή 24-10-2005", μετατρέποντας τον αριθμό της καταδικαστικής απόφασης για την οποία ζητείτο το αμετάκλητο από 54800Α/2003 σε 89371α/2003 και την ημέρα της ρητής δικασίμου από 24-10-2005 σε 31-10-2001. Διαλαμβάνει επίσης, τα στοιχεία της υποκειμενικής υπόστασης του εγκλήματος της πλαστογραφίας με τη μορφή της νόθευσης, ενώ, περαιτέρω από την επιτρεπτή αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό προκύπτει πλήρης αιτιολογία για την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος τούτου, αφού περαιτέρω διαλαμβάνεται ότι ο κατηγορούμενος προέβη στην αναφερόμενη νόθευση με σκοπό να παραπλανήσει άλλους και δη τους Δικαστές, που θα επιλαμβάνονταν της υπόθεσης κατά την ημέρα της ρητής δικασίμου, περί της νομικής δυνατότητας να χωρήσει μετατροπή κατά το άρθρο 101 παρ. 2 ΠΚ της ποινής φυλάκισης των δύο ετών, που είχε επιβληθεί στον εντολέα του Κ. Λ., για το αδίκημα της πλαστογραφίας σε χρηματική ποινή και επιπλέον να παραπλανήσει τους Δικαστές του πρώτου Αυτοφώρου Τριμελούς Πλημμελειοδικείου, κατά τη ρητή δικάσιμο της 24-10-2005, ως προς τη σύννομη υποχρέωση του Κ. Λ. για εμφάνιση ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου. Περαιτέρω, το Δικαστήριο δεν ήταν υποχρεωμένο να αιτιολογήσει αν επετεύχθη ο σκοπός του κατηγορουμένου σχετικά με την ποινική υπόθεση του Κ. Λ., αφού αρκεί η επιδίωξη του σκοπού τούτου και είναι αδιάφορο αν επετεύχθη ή όχι ο σκοπός αυτός. Όθεν, με την προσβαλλόμενη απόφαση δεν παραβιάστηκε ούτε η διάταξη του άρθρου 6 της ΕΣΔΑ. Η απόφαση δε αυτή, ούτε στερείται νόμιμης βάσεως, ουδέ παρεβίασε την άνω ποινική διάταξη με ασαφείς, ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες. Όθεν, οι εκ του άρθρου 510 παρ. 1 Δ' και Ε' ΚΠΔ δεύτερος και τρίτος λόγοι αναίρεσης περί ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένης εφαρμογής του νόμου (εκ πλαγίου) είναι αβάσιμοι. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 329, 331, 333 και 358 ΚΠΔ σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 171 παρ. 1 εδ. δ' του ΚΠΔ, συνάγεται ότι επέρχεται απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας και ιδρύεται ο εκ του άρθρου 510 παρ. 1 Α' του ιδίου Κώδικα λόγος αναίρεσης όταν το δικαστήριο παρέλειψε να δώσει το λόγο στον κατηγορούμενο για να προβεί σε δηλώσεις και εξηγήσεις σχετικά με τις καταθέσεις των μαρτύρων που έγιναν στο ακροατήριο, γιατί έτσι ο κατηγορούμενος στερείται υπερασπιστικού δικαιώματός του. Εξάλλου, στα πρακτικά της δημόσιας συνεδρίασης δεν είναι απαραίτητο να αναφέρεται ποιο αποδεικτέο θέμα αφορά το έγγραφο, ούτε να καταχωρίζεται το περιεχόμενο του εγγράφου που αναγνώσθηκε. Αρκεί μόνον, να αναφέρονται στα πρακτικά τα στοιχεία από τα οποία προσδιορίζεται με επάρκεια η ταυτότητά του, έτσι ώστε να μην καταλείπεται αμφιβολία για την ταυτότητα του εγγράφου και ο κατηγορούμενος, γνωρίζοντας πλήρως την ταυτότητά του, να έχει κάθε ευχέρεια να ασκήσει τα από το άρθρο 358 ΚΠΔ δικαιώματά του, δεδομένου μάλιστα ότι, εφόσον στην πραγματικότητα το έγγραφο αναγνώσθηκε, παρασχέθηκε στον κατηγορούμενο η δυνατότητα να προβεί σε σχετικές με το περιεχόμενό του δηλώσεις και εξηγήσεις, αφού η δυνατότητα αυτή λογικώς δεν εξαρτάται μόνο από τον τρόπο κατά τον οποίο αναφέρεται στα πρακτικά το έγγραφο που αναγνώσθηκε. Από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως προκύπτει ότι ο διευθύνων τη συζήτηση πρόεδρος, μετά από την εξέταση κάθε μάρτυρα έδωσε το λόγο στον κατηγορούμενο προκειμένου να κάνει τις δικές του παρατηρήσεις. Ειδικότερα, στη σελίδα 4 των πρακτικών αναφέρονται τα εξής: "σημειώνεται ότι οι μάρτυρες που αναφέρονται παραπάνω κλήθηκαν ένας - ένας και αφού εξετάστηκαν προφορικά έμειναν στον ακροατήριο και ότι μετά από κάθε μαρτυρία ο πρόεδρος έδινε το λόγο στον Εισαγγελέα, τους δικαστές, καθώς και στον κατηγορούμενο, για να απευθύνουν ερωτήσεις, αν είχαν προς του μάρτυρες, καθώς και στον κατηγορούμενο αν είχε να παρατηρήσει ή να υπενθυμίσει κάτι. Εκείνοι υπέβαλαν ερωτήσεις και οι μάρτυρες απαντούσαν στις ερωτήσεις αυτές όπως στην κατάθεση κάθε μάρτυρα αναφέρεται". Περαιτέρω, από τα πρακτικά της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει, ότι αναγνώστηκε το υπ' αριθ. 10 έγγραφο του καταλόγου των αναγνωστέων εγγράφων, με τα στοιχεία "εκκαθαριστικό σημείωμα οικ. Έτους 2011". Η ανάγνωση του εγγράφου τούτου ήταν αρκετή για τον προσδιορισμό του, εφόσον από την ανάγνωση αυτή παρασχέθηκε η δυνατότητα στον κατηγορούμενο να προβεί σε δηλώσεις ή εξηγήσεις σχετικά με το αποδεικτικό αυτό μέσο εν όψει και του ότι, λογικώς, η δυνατότητα αυτή του κατηγορουμένου δεν εξηρτάτο μόνο από τον τρόπο που αναφέρεται στα πρακτικά το έγγραφο που αναγνώστηκε. Όθεν, οι περί του αντιθέτου αιτιάσεις του αναιρεσείοντος είναι αβάσιμες καθόσον κατά τα ανωτέρω δεν προκλήθηκε απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας, ούτε παραβίαση του άρθρου 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ και επομένως είναι αβάσιμος και ο πρώτος εκ του άρθρου 510 παρ. 1 Α' ΚΠΔ λόγος αναίρεσης περί απόλυτης ακυρότητας της διαδικασίας στο ακροατήριο. Κατ' ακολουθίαν και εφόσον δεν υπάρχει προς έρευνα, άλλος λόγος αναιρέσεως, η αίτηση πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη και να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την, από 10-5-2012, αίτηση του Ε. Π. του Η., κατοίκου ..., για αναίρεση της 3539/2011 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Και Επιβάλλει στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 14 Φεβρουαρίου 2013. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 25 Φεβρουαρίου 2013. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ