Αριθμός 802/2023 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Δ' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μυρσίνη Παπαχίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αικατερίνη Βλάχου, Γεωργία Κατσιμαγκλή, Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη και Μαρί Δεργαζαριάν, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 4 Νοεμβρίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ: Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης ασφαλιστικής και αντασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "Υ. Α.", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Τσούτσο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ. Των αναιρεσιβλήτων: 1) Π. Τ. του Β., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Μαρία Σφέτσου με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και 2) ΝΠΙΔ με την επωνυμία "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ ΑΠΟ ΑΤΥΧΗΜΑΤΑ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΩΝ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σωκράτη Βερτέλλη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ. Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 1-12-2011 και 31-12-2014 αγωγές του ήδη 1ου των αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκαν με τις από 21-10-2015 (αρ. εκθ. καταθ. ../2015 και ../2015) ανακοινώσεις δίκης - προσεπικλήσεις - παρεμπίπτουσες αγωγές της ήδη αναιρεσείουσας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 516/2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1448/2019 μη οριστική και 1198/2020 οριστική του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 22-7-2020 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Η υπό κρίση από 22-7-2020 (αρ. κατ. ..2020) αίτηση αναιρέσεως κατά της υπ'αριθμ. 1198/2020 τελεσίδικης αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών για ζημίες από αυτοκίνητο, καθώς και από τη σύμβαση ασφαλίσεώς του, (άρθρο 681 Α' ΚΠολΔ), ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.), είναι, επομένως, παραδεκτή (άρθρα 577 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των προβαλλόμενων λόγων της (άρθρα 577 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ.). Από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, προκύπτει ότι η προσβαλλόμενη με την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως υπ' αριθμ. 1198/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, αποτελεί κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής: Ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, σε σχέση με το ένδικο τροχαίο ατύχημα, που συνέβη στις 13-3-2010, στο Ηράκλειο Αττικής, ασκήθηκαν τα ακόλουθα δικόγραφα: α) η από 1-12-2011 (αύξ. αρ. κατ. …/2011) αγωγή του Π. Τ., με την οποία ο τελευταίος, επικαλούμενος ότι το ένδικο ατύχημα, που είχε ως επακόλουθο τον τραυματισμό αυτού, ως συνεπιβαίνοντος της υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ... δίκυκλης μοτοσυκλέτας, οφείλεται σε συγκλίνουσα αμέλεια της οδηγού του υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκινήτου Μ. Κ. και αγνώστου οδηγού αυτοκινήτου, αγνώστου αριθμού κυκλοφορίας, ζήτησε να υποχρεωθούν η ασφαλίζουσα το υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκίνητο, ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία "Υ. Α." και το ευθυνόμενο σε αποζημίωση για το πταίσμα του αγνώστου οδηγού, Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ", ευθυνόμενοι εις ολόκληρον, να του καταβάλουν, ως αποζημίωση της επικαλούμενης θετικής και αποθετικής του ζημίας, τα αναφερόμενα χρηματικά ποσά, β) η κατά των ιδίων ως άνω εναγομένων, από 31-12-2014 (αύξ. αρ. κατ. ..2015) αγωγή του ιδίου ως άνω ενάγοντος, με την οποία ζητούσε να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι, ευθυνόμενοι εις ολόκληρον, να του καταβάλουν, ως αποζημίωση της επικαλούμενης θετικής και αποθετικής του ζημίας, ως ιδιαίτερη αποζημίωση εκ του άρθρου 931 ΑΚ και ως χρηματική ικανοποίηση λόγω της ηθικής του βλάβης, τα αναφερόμενα χρηματικά ποσά, γ) η από 21-10-2015 (αρ. κατ. …/2015) ανακοίνωση δίκης- προσεπίκληση σε αναγκαστική παρέμβαση - παρεμπίπτουσα αγωγή, της εναγομένης στην ανωτέρω, από 1-12-2011, κύρια αγωγή, ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "Υ. Α.", κατά του, συνεναγομένου της, Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ", με την οποία, ισχυριζόμενη ότι το ποσοστό συνυπαιτιότητας του άγνωστου οδηγού στην επέλευση του τραυματισμού του κυρίως ενάγοντος Π. Τ. ανέρχεται σε 95%, ζήτησε να αναγνωρισθεί ότι το παρεμπιπτόντως εναγόμενο έχει υποχρέωση να της καταβάλει το 95% του ποσού που θα υποχρεωθεί η ίδια να καταβάλει στον κυρίως ενάγοντα, με βάση την από 1-12-2011 αγωγή του και δ) η από 22-10-2015 (αρ. κατ. 98918/5607/2015) ανακοίνωση δίκης- προσεπίκληση σε αναγκαστική παρέμβαση - παρεμπίπτουσα αγωγή, της εναγομένης στην ανωτέρω, από 31-12-2014, κύρια αγωγή, ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "Υ. Α.", κατά του, συνεναγομένου της, Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ", με την οποία, για την ίδια αιτία, ζήτησε να αναγνωρισθεί ότι το παρεμπιπτόντως εναγόμενο έχει υποχρέωση να της καταβάλει το 95% του ποσού που θα υποχρεωθεί η ίδια να καταβάλει στον κυρίως ενάγοντα, με βάση την από 31-12-2014 αγωγή του. Οι αγωγές αυτές (κύριες και παρεμπίπτουσες) συνεκδικάστηκαν και έγιναν εν μέρει δεκτές με την υπ' αριθμ. 516/2017 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία κρίθηκε ότι το ένδικο ατύχημα οφείλεται σε συγκλίνουσα υπαιτιότητα της οδηγού του ασφαλισμένου στην εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία "Υ. Α." οχήματος και του οδηγού του άγνωστου αυτοκινήτου, για το πταίσμα του οποίου ευθύνεται το Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ" και ότι ο τραυματισθείς ενάγων συνετέλεσε κατά ποσοστό 10% στον τραυματισμό του στο κεφάλι, λόγω του ότι δεν φορούσε κράνος, καθορίστηκε δε το ποσοστό συνυπαιτιότητας των εμπλακέντων οδηγών, σε 60% για την οδηγό του ασφαλισμένου στην αναιρεσείουσα οχήματος και 40% για τον άγνωστο οδηγό. Κατά της αποφάσεως αυτής ασκήθηκαν ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών: 1) η από 28.6.2017 (αρ. κατ. ../2017) έφεση του κυρίως ενάγοντος, 2) η από 6.7.2017 (αρ. κατ. ..2017) έφεση του Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ" και 3) η από 25.7.2017 (αρ. κατ. ../2017) έφεση της ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "Υ. Α.Ε..". Επί των εφέσεων αυτών, οι οποίες συνεκδικάστηκαν, εκδόθηκε αρχικά η υπ' αριθμ. 1448/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία αναβλήθηκε η έκδοση οριστικής αποφάσεως και διατάχθηκε η διενέργεια ιατρικής πραγματογνωμοσύνης, στη συνέχεια δε η ήδη προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 1198/2020 οριστική απόφαση του ιδίου Δικαστηρίου, με την οποία κρίθηκε, μεταξύ άλλων, ότι το ποσοστό συνυπαιτιότητας των εμπλακέντων οδηγών ανέρχεται σε 60% για την οδηγό του ασφαλισμένου στην αναιρεσείουσα οχήματος και 40% για τον άγνωστο οδηγό, έγιναν δεκτές οι εφέσεις τυπικά και κατ' ουσίαν και, μετ' εξαφάνιση της εκκληθείσας αποφάσεως, έγιναν εν μέρει δεκτές οι κύριες και παρεμπίπτουσες αγωγές. Κατά τη διάταξη του άρθρου 931 Α.Κ., η αναπηρία ή η παραμόρφωση που προξενήθηκε στον παθόντα λαμβάνεται ιδιαίτερα υπόψη κατά την επιδίκαση της αποζημίωσης, αν επιδρά στο μέλλον του. Ως "αναπηρία" θεωρείται κάποια έλλειψη της σωματικής, νοητικής ή ψυχικής ακεραιότητας του προσώπου, ενώ ως "παραμόρφωση" νοείται κάθε ουσιώδης αλλοίωση της εξωτερικής εμφάνισης. Περαιτέρω, ως "μέλλον" νοείται η επαγγελματική, οικονομική και κοινωνική εξέλιξη του προσώπου. Στον επαγγελματικό και οικονομικό τομέα, η αναπηρία ή παραμόρφωση του ανθρώπου, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, αποτελεί αρνητικό στοιχείο, στα πλαίσια του ανταγωνισμού και της οικονομικής εξελίξεως και προαγωγής του, οι σχετικές δε δυσμενείς συνέπειες είναι περισσότερο έντονες σε περιόδους οικονομικών δυσχερειών και στενότητας στην αγορά εργασίας, καθόσον οι βαρυνόμενοι με αναπηρία ή παραμόρφωση μειονεκτούν έναντι των υγιών συναδέλφων τους. Η διάταξη του άρθρου 931 Α.Κ. προβλέπει επιδίκαση από το Δικαστήριο χρηματικής παροχής στον παθόντα αναπηρία ή παραμόρφωση, εφόσον βεβαίως αυτές είναι μόνιμες και διαρκείς και επηρεάζουν το μέλλον του. Η αναπηρία ή η παραμόρφωση ως τοιαύτη, δεν σημαίνει, κατ' ανάγκη, πρόκληση στον παθόντα περιουσιακής ζημίας. Έτσι, κατά τη διάταξη αυτή, επιδικάζεται σ' εκείνον που έχει υποστεί την αναπηρία ή την παραμόρφωση, ένα εύλογο χρηματικό ποσό, χωρίς σύνδεση με συγκεκριμένη περιουσιακή ζημία, η οποία άλλωστε και δεν δύναται να προσδιοριστεί, το ύψος του οποίου καθορίζεται με βάση το είδος και τις συνέπειες της αναπηρίας ή της παραμόρφωσης, την ηλικία, το φύλο και τις κλίσεις του παθόντος, καθώς και με τη συνεκτίμηση του ποσοστού συνυπαιτιότητας του τελευταίου στην πρόκληση της αναπηρίας ή της παραμόρφωσής του. Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, όσον αφορά το ύψος της επιδικαστέας πρόσθετης, από το άρθρο 931 του Α.Κ., χρηματικής παροχής, αποφασίζεται (κατ' αρχήν αναιρετικώς ανέλεγκτα), με βάση τους ισχυρισμούς και τα αποδεικτικά στοιχεία που θέτουν στη διάθεσή του οι διάδικοι. Επιβάλλεται, όμως και στην περίπτωση αυτή του άρθρου 931 Α.Κ., να τηρείται, κατά τον καθορισμό του επιδικαζόμενου ποσού, η αρχή της αναλογικότητας, ως γενική νομική αρχή και δη αυξημένης τυπικής ισχύος (άρθρα 2 παρ. 1 και 25 του ισχύοντος Συντάγματος), με την έννοια ότι η σχετική κρίση του δικαστηρίου δεν πρέπει να υπερβαίνει τα όρια, όπως αυτά διαπιστώνονται από τα δεδομένα της κοινής πείρας και την κοινή περί δικαίου συνείδηση σε ορισμένο τόπο και χρόνο, που αποτυπώνονται στη συνήθη πρακτική των δικαστηρίων, η παραβίαση της οποίας ελέγχεται, όπως και στο άρθρο 932 του Α.Κ., ως πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 1 και 19 Κ.Πολ.Δ. (Α.Π. 1034/2021, Α.Π. 398/2020, Α.Π. 684/2020, Α.Π. 142/2019). Εξ άλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα. Η παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, δηλαδή με απόδοση στον κανόνα δικαίου έννοιας μη αληθινής ή μη αρμόζουσας ή έννοιας περιορισμένης ή στενής, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, Α.Π. 1431/2022, Α.Π. 663/2021, Α.Π. 42/2020). Με τον ως άνω λόγο αναιρέσεως ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ., ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Ολ.Α.Π. 27 και 28/1998, Α.Π. 485/2022, Α.Π. 75/2022, Α.Π. 49/2022). Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός αναιρέσεως, αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν εμφανή την παράβαση (Α.Π. 1308/2021, Α.Π. 686/2021, Α.Π. 619/2021, Α.Π. 328/2020). Τούτο συμβαίνει, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε, αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (Ολ.Α.Π. 8/2018, Ολ.Α.Π. 7/2006, Α.Π. 1040/2022, Α.Π. 485/2022, Α.Π. 49/2022, Α.Π. 686/2021). Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός αναιρέσεως, πρέπει να καθορίζεται ενάριθμα η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε και το αποδιδόμενο στην απόφαση νομικό σφάλμα, δηλαδή πού εντοπίζεται ακριβώς η παραβίαση κατά την ερμηνεία ή την εφαρμογή του συγκεκριμένου ουσιαστικού νόμου. Αν δε το δικαστήριο ερεύνησε την υπόθεση στην ουσία της, πρέπει να εκτίθενται και οι κρίσιμες σχετικές παραδοχές, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά, υπό τα οποία και συντελέστηκε η προβαλλόμενη παραβίαση των κανόνων ουσιαστικού δικαίου (Ολ.Α.Π. 20/2005, Α.Π. 979/2021, Α.Π. 141/2021, Α.Π. 1221/2020, Α.Π. 856/2020, Α.Π. 329/2020). Μάλιστα, δεν αρκεί η μνεία αποσπασματικών παραδοχών της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, κατ' επιλογή του αναιρεσείοντος, αλλά πρέπει να αναφέρεται το σύνολο των πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά με τη προσβαλλόμενη απόφαση, έστω και κατά τρόπο συνοπτικό, με βάση τα οποία η προσβαλλομένη κατέληξε σε δυσμενές για τον αναιρεσείοντα συμπέρασμα (Ολ.Α.Π. 28/1998, Α.Π. 403/2019, Α.Π. 1551/2018, Α.Π. 901/2010, Α.Π. 2173/2007). Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, κατά το πρώτο σκέλος του, η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., με την αιτίαση ότι το Εφετείο, κατά παράβαση των διατάξεων των άρθρων 25 παρ. 1 του Συντάγματος, 1 του πρώτου πρόσθετου πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ και 931 του Α.Κ., επιδίκασε στον αναιρεσίβλητο, ως ιδιαίτερη αποζημίωση από το άρθρο 931 του Α.Κ., το ποσό των 100.000 ευρώ, το οποίο, όμως, είναι, κατ' αυτήν, δυσαναλόγως μεγάλο σε σχέση με αυτά που επιδικάζονται σε ανάλογες περιπτώσεις. Ειδικότερα, η αναιρεσείουσα, αφού παραθέτει στον πιο πάνω αναιρετικό λόγο το περιεχόμενο των ανωτέρω διατάξεων ουσιαστικού δικαίου που φέρονται ότι παραβιάσθηκαν, εν συνεχεία διαλαμβάνει στο αναιρετήριο (6η σελίδα αυτού), αποσπασματικά μόνο, τα συμπεράσματα της προσβαλλομένης αποφάσεως σε σχέση με την επίδραση που θα έχει ο τραυματισμός του ενάγοντος στο επαγγελματικό και κοινωνικό του μέλλον, παραθέτοντας επί λέξει, τις παραδοχές: "... Η κατάσταση της υγείας του ενάγοντος, σύμφωνα με τα όσα προέκυψαν από την προαναφερόμενη έκθεση πραγματογνωμοσύνης είναι βέβαιο ότι θα επιδράσει αρνητικά στο επαγγελματικό και κοινωνικό του μέλλον. Ειδικότερα θα επιδράσει αρνητικά στην προσπάθεια για ανεύρεση εργασίας αφού θα είναι ισόβια ανίκανος για εκτέλεση της εργασίας του διανομέα ή άλλης παρεμφερούς. Θα περιοριστεί επίσης στις κοινωνικές του δραστηριότητες διότι θα εξαρτάται ισόβια από την βοήθεια τρίτου προσώπου. Θα δημιουργήσει αίσθημα μειονεξίας μεταξύ των ατόμων της ηλικίας του ενώ δεν φαίνεται πιθανή μια προοπτική δημιουργίας οικογένειας, λαμβάνοντας υπόψη την ηλικία του (37 ετών) και την κατάσταση της υγείας του. Για τον λόγο αυτό, λαμβάνοντας υπόψη και το ποσοστό συνυπαιτιότητας του ενάγοντος στον τραυματισμό του κατά 10% λόγω μη χρήσης προστατευτικού κράνους, θα πρέπει το αίτημα για καταβολή αποζημίωσης κατ' άρθρο 931 ΑΚ να γίνει εν μέρει δεκτό και να επιδικαστεί στον ενάγοντα για την αιτία αυτή το ποσό των 100.000 ευρώ...". Με το περιεχόμενο, όμως, αυτό ο ανωτέρω, από τον αριθμό 1 εδ. α' του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., λόγος αναιρέσεως, είναι αόριστος και συνακόλουθα απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι στο οικείο δικόγραφο δεν διαλαμβάνονται, έστω και κατά τρόπο συνοπτικό, οι κρίσιμες παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως επί ζητήματος που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, δηλαδή ποια τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το Εφετείο ως θεμελιωτικά της κρίσεώς του για την επιδίκαση του προαναφερθέντος ποσού, ως ειδική αποζημίωση εκ του άρθρου 931 Α.Κ., για να ελεγχθεί, αν, με την επιδίκασή του, παραβίασε ευθέως τις ανωτέρω διατάξεις ουσιαστικού δικαίου. Ειδικότερα, δεν αναφέρει ποιες είναι οι παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως ως προς το είδος και το μέγεθος του τραυματισμού του ενάγοντος, το είδος της δεκτής γενομένης αναπηρίας αυτού, καθώς και το λόγο για τον οποίο ο τραυματισμός αυτός και η αναπηρία του τον καθιστά ισόβια ανίκανο προς εργασία και επηρεάζει την κοινωνική του εξέλιξη, ώστε να ερευνηθεί η συνδρομή ή μη της εκ του αριθμού 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. αποδιδόμενης πλημμέλειας. Επομένως, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, κατά το πρώτο σκέλος του, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος. Κατά τη διάταξη του άρθρου 300 εδ. α' και β' Α.Κ., αν εκείνος που ζημιώθηκε συνετέλεσε από δικό του πταίσμα στη ζημία ή την έκτασή της, το δικαστήριο μπορεί να μην επιδικάσει αποζημίωση ή να μειώσει το ποσό της. Το ίδιο ισχύει και όταν εκείνος που ζημιώθηκε παρέλειψε ν' αποτρέψει ή να περιορίσει τη ζημία. Η διάταξη αυτή έχει εφαρμογή και επί σωματικής βλάβης, εάν ο παθών παρακώλυσε τον μετριασμό της έκτασης της ζημίας του, με το να παραλείψει υπαιτίως να μετέλθει άλλο επάγγελμα, διαφορετικό από εκείνο που ασκούσε μέχρι τον τραυματισμό του, την άσκηση του οποίου δεν εμποδίζει η εκ του τραυματισμού του επελθούσα ανικανότητα προς εργασία. Υπαιτίως δε, κατά την προαναφερθείσα διάταξη, συμπεριφέρεται ο ζημιωθείς, που αποφεύγει, είτε από δόλο, είτε από αμέλεια, να μετέλθει το πιο πάνω διαφορετικό επάγγελμα, παραλείποντας έτσι ενσυνείδητα να αποτρέψει ή να περιορίσει τη ζημία του (Α.Π. 1462/2019, Α.Π. 601/2010). Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας για τη συνδρομή ή μη πταίσματος του ζημιωθέντος, είναι κρίση σχετική με νομική έννοια και υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο, κατά τις διατάξεις του άρθρου 559 αρ. 1 και 19 του Κ.Πολ.Δ., για ευθεία και εκ πλαγίου παράβαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου, καθώς και για παράβαση διδαγμάτων κοινής πείρας. Για να είναι πλήρως ορισμένος ο σχετικός ισχυρισμός, κατά την έννοια των άρθρων 300 του Α.Κ. και 262 του Κ.Πολ.Δ., πρέπει να αναφέρονται οι λόγοι, για τους οποίους ο παθών πρέπει να αλλάξει ή να ασκήσει νέο επάγγελμα, ποιο είναι τούτο και πόσα θα αποκομίζει από τη νέα αυτή επαγγελματική δραστηριότητα. Επίσης, να αναφέρονται η ηλικία, οι γνώσεις και η εκπαίδευσή του, οι συνθήκες της αγοράς εργασίας και η γενικότερη οικονομική κατάσταση, καθώς και η φύση και η σοβαρότητα του ατυχήματος, ώστε να μπορεί να κριθεί εάν ο παθών υπαιτίως, και μάλιστα, συγκεκριμένα, από δόλο ή από αμέλεια, απέφυγε να μετέλθει το αναφερόμενο επάγγελμα, παραλείποντας έτσι ενσυνείδητα να περιορίσει ή να αποτρέψει τη ζημία εκ της εργασίας του, με συμπεριφορά αντίθετη προς την καλή πίστη (Α.Π. 1462/2019, Α.Π. 601/2010). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 562 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., είναι απαράδεκτος λόγος αναιρέσεως που στηρίζεται σε ισχυρισμό ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ) για ισχυρισμό που αφορά στη δημόσια τάξη. Η διάταξη αυτή, που αναφέρεται σε όλους τους λόγους της αναιρέσεως και αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της αποφάσεως του δικαστηρίου της ουσίας, με βάση την πραγματική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων της αναιρέσεως, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο. Πρέπει, δηλαδή, ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναιρέσεως, να παρατίθεται στο αναιρετήριο, όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας και να αναφέρεται ο τρόπος και ο χρόνος προτάσεως ή επαναφοράς στο Εφετείο, εκτός αν συμβαίνει κάποια από τις προβλεπόμενες από τη διάταξη αυτή, υπό στοιχεία α' και β', εξαιρέσεις, ενώ για ισχυρισμό που αφορά στη δημόσια τάξη πρέπει και πάλι τα πραγματικά περιστατικά που τον στηρίζουν να έχουν προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας και να γίνεται στο αναιρετήριο επίκληση της υποβολής τους (Ολ.Α.Π. 15/2000, ΑΠ 1462/2019, ΑΠ 386/2017). Τέλος, κατά το άρθρο 522 του Κ.Πολ.Δ., με την άσκηση της εφέσεως, η υπόθεση μεταβιβάζεται στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο μέσα στα όρια που καθορίζονται από την έφεση και τους πρόσθετους λόγους. Από αυτό συνάγεται ότι, αν το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, με την εκκαλουμένη απόφασή του, έκανε δεκτή την αγωγή και απέρριψε ένσταση του εναγομένου κατ' αυτής, ο τελευταίος, εκκαλώντας την απορριπτική απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, μπορεί να επαναφέρει στο Εφετείο την ένσταση αυτή μόνο με λόγο εφέσεως ή με πρόσθετο λόγο και όχι απλώς με τις προτάσεις του (ΑΠ 1218/2020, ΑΠ 1710/2012, ΑΠ 979/2003). Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως, κατά το δεύτερο σκέλος του, η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., με την αιτίαση ότι το Εφετείο, το οποίο απέρριψε την προβληθείσα εκ μέρους της ένσταση συντρέχοντος πταίσματος του ενάγοντος ως προς το ύψος της αποθετικής του ζημίας, λόγω παραλείψεώς του να ασκήσει άλλη επαγγελματική δραστηριότητα, με την αιτιολογία ότι "...Ο ενάγων και σήμερα είναι ανίκανος να εκτελέσει την εργασία του ή άλλη παρεμφερή. Δεν υποχρεούται ωστόσο σε ανεύρεση εντελώς διαφορετικής εργασίας για την οποία δεν έχει τα κατάλληλα προσόντα ούτε το χρηματικό κεφάλαιο να δραστηριοποιηθεί ...Στο σημείο αυτό θα πρέπει να γίνει δεκτό ότι ενώ το ποσοστό αναπηρίας του προσδιορίζεται από τις επιτροπές του ΙΚΑ στο 67 % και από τον πραγματογνώμονα στο 80 %, ωστόσο η αδυναμία του ενάγοντος να ασκήσει το επάγγελμα που ασκούσε είναι καθολική αφού είναι αδύνατο πλέον να οδηγεί μοτοσικλέτα και να ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις της εργασίας του...", εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 300 του Α.Κ. Πλην όμως, η αναιρεσείουσα, ενώ διαλαμβάνει στο αναιρετήριο ότι τον ως άνω ουσιώδη ισχυρισμό, περί συντρέχοντος πταίσματος του ενάγοντος, είχε προτείνει πρωτοδίκως, με δήλωση στα πρακτικά και με τις έγγραφες προτάσεις της, και είχε επαναφέρει στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, με τον τρίτο λόγο της εφέσεώς της, δεν αναφέρει το ακριβές περιεχόμενο του ισχυρισμού, ώστε να διερευνηθεί αν αυτός είχε προταθεί κατά τρόπο ορισμένο. Σε κάθε δε περίπτωση, από τη διερεύνηση των διαδικαστικών εγγράφων προκύπτει ότι ο εν λόγω ισχυρισμός δεν είχε προταθεί, τόσο στον πρώτο, όσο και στο δεύτερο βαθμό, κατά τρόπο ορισμένο, αφού δεν περιείχε τα αναγκαία προς τούτο, κατά τις διατάξεις των άρθρων 300 του Α.Κ. και 262 του Κ.Πολ.Δ., στοιχεία και συγκεκριμένα δεν έγινε επίκληση, του ποσού που θα απεκόμιζε ο ενάγων από τη νέα αυτή επαγγελματική δραστηριότητα, των γνώσεων και της εκπαίδευσης αυτού, καθώς και των συνθηκών της αγοράς εργασίας και της γενικότερης οικονομικής κατάστασης, ώστε να μπορεί να κριθεί εάν ο αναιρεσίβλητος υπαιτίως απέφυγε να μετέλθει το αναφερόμενο επάγγελμα, παραλείποντας έτσι ενσυνείδητα να περιορίσει ή να αποτρέψει τη ζημία του εκ της εργασίας του, με συμπεριφορά αντίθετη προς την καλή πίστη. Επομένως, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, κατά το δεύτερο σκέλος του, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος. Από τη διάταξη του άρθρου 10 παρ. 5 του ν.δ. 4104/1965, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 18 παρ. 1 του ν. 4476/1965, σε συνδυασμό με το άρθρο 18 του ν. 1654/1986, προκύπτει ότι, σε περίπτωση βλάβης του σώματος ή της υγείας προσώπου, ασφαλισμένου στο ΙΚΑ, η κατά του υποχρέου αξίωση αυτού προς αποζημίωση, που απορρέει από το άρθρο 929 του Α.Κ., μεταβιβάζεται στο ΙΚΑ, από την ημέρα που γεννήθηκε η σχετική αξίωση. Για να λειτουργήσει το σύστημα της αυτοδίκαιης μεταβίβασης στο ΙΚΑ, της αξιώσεως αποζημιώσεως του παθόντος κατά του ζημιώσαντος τρίτου, πρέπει να συντρέχει ποιοτική και ποσοτική αντιστοιχία, μεταξύ των παροχών του ΙΚΑ προς τον ασφαλισμένο και των αξιώσεων αποζημιώσεως του παθόντος κατά του υποχρέου τρίτου. Η αντιστοιχία αυτή συντρέχει, όταν αμφότερες οι παροχές είναι ομοειδείς και υπηρετούν τον ίδιο σκοπό. Τούτο συμβαίνει, όταν οι παροχές αυτές τελούν μεταξύ τους, υπό χρονική και ποιοτική άποψη, σε μία εσωτερική συνάφεια. Εφόσον συντρέξουν οι προϋποθέσεις αυτές, επέρχεται η μεταβίβαση της απαιτήσεως στο ΙΚΑ. Στην περίπτωση αυτή, δεν εφαρμόζεται η διάταξη του άρθρου 930 παρ. 3 του Α.Κ., στην οποία στηρίζεται η σωρευτική απόληψη της συντάξεως και της αποζημιώσεως, κατά το άρθρο 928 του Α.Κ., που ισχύει για τους λοιπούς, πλην του ΙΚΑ, ασφαλιστικούς οργανισμούς. Σκοπός της παραπάνω νομοθετικής ρυθμίσεως είναι κυρίως η παρεμπόδιση μιας διπλής, ουσιαστικά, αποζημιώσεως του θύματος της αδικοπραξίας ή, σε περίπτωση θανάτου του, των δικαιούχων διατροφής. Εφόσον, συνεπώς, συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής των παραπάνω νόμων, περιορίζεται αντίστοιχα η εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 930 παρ. 3 του Α.Κ., αναφορικά με το δικαίωμα του ζημιωθέντος να απαιτήσει, αθροιστικά, την αποζημίωση από τον υπόχρεο και την ασφαλιστική παροχή από το ΙΚΑ (Α.Π. 1549/2021, Α.Π. 752/2021, Α.Π. 1573/2017, Α.Π. 676/2017). Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως, κατά το τρίτο σκέλος του, η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., με την αιτίαση ότι το Εφετείο εσφαλμένα εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 10 παρ. 5 του ν.δ. 4104/1965, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 18 παρ. 1 του ν. 4476/1965, σε συνδυασμό με το άρθρο 18 του ν. 1654/1986, καθόσον, παρότι δέχτηκε ότι "...., ο ενάγων κατέστη ανίκανος για την εκτέλεση της εργασίας που ασκούσε έως τότε (διανομέας έτοιμου φαγητού) ή άλλης παρεμφερούς εργασίας και πέραν της 31-7-2018, που επιδοτήθηκε από το ΙΚΑ...", αφαίρεσε εν τέλει το ποσό που καταβλήθηκε σ' αυτόν από τον ως άνω ασφαλιστικό του οργανισμό για το μικρότερο διάστημα από 1-7-2016 μέχρι και Μάρτιο του 2018 και όχι μέχρι 31-7-2018. Πλην όμως, το Εφετείο, με το να οδηγηθεί στην προαναφερθείσα κρίση και να αφαιρέσει από την οφειλόμενη στον ενάγοντα αποζημίωση για απώλεια εισοδημάτων, το ποσό που έλαβε ως επιδότηση από το ΙΚΑ, δεν παραβίασε ευθέως τις ανωτέρω διατάξεις ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 929 του Α.Κ. και 10 παρ. 5 του ν.δ. 4104/1965, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 18 παρ. 1 του ν. 4476/1965, σε συνδυασμό με το άρθρο 18 του ν. 1654/1986, τις οποίες ορθώς εφάρμοσε. Επομένως, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, κατά το τρίτο σκέλος του, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ., με την αιτίαση ότι δεν έγινε ορθή εφαρμογή των προαναφερομένων διατάξεων ουσιαστικού δικαίου, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Κατά το μέρος δε που, υπό το πρόσχημα της πλημμέλειας από το άρθρο 559 αρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., πλήττεται η παραδοχή του δικαστηρίου της ουσίας ως προς το ύψος της μεταβιβασθείσας στον ασφαλιστικό φορέα απαιτήσεως του ενάγοντος, ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, αφού τούτο ανάγεται στην από το δικαστήριο της ουσίας εκτίμηση των αποδείξεων, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο (άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.). Ο λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, νοούνται οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και, συνακόλουθα, στηρίζουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως, αντενστάσεως ή λόγου εφέσεως, όχι, όμως, και οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και στους οποίους το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει, ούτε οι αιτιολογημένες αρνήσεις και οι ισχυρισμοί, που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν προτείνονται ως λόγοι εφέσεως (Ολ.Α.Π. 14/2004, Α.Π. 972/2022, Α.Π. 387/2022, Α.Π. 1500/2021, Α.Π. 1306/2021), καθώς και περιστατικά επουσιώδη ή που εκ περισσού εκτίθενται, ούτε η λήψη υπόψη από το δικαστήριο διευκρινιστικών απλώς περιστατικών που προέκυψαν από τις αποδείξεις, μολονότι δεν είχαν περιληφθεί στο δικόγραφο της αγωγής κλπ., εφόσον δεν επέρχεται μεταβολή της ιστορικής της βάσεως (Α.Π. 740/2020, Α.Π. 8/2020, Α.Π. 1306/2019, Α.Π. 747/2019). Επίσης, δεν αποτελούν "πράγματα" και τα επικαλούμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα και, πολύ περισσότερο, η αξιολόγηση από το δικαστήριο του περιεχομένου των εγγράφων και των λοιπών αποδεικτικών μέσων (Α.Π. 1306/2021, Α.Π. 530/2021, Α.Π. 1266/2020, Α.Π. 901/2020). Ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται, αν το δικαστήριο που δίκασε έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (Α.Π. 1021/2019, Α.Π. 250/2014, Α.Π. 1418/2013), γεγονός που συμβαίνει και όταν η απόφαση περιέχει παραδοχές, αντίθετες με τον ισχυρισμό (Ολ.Α.Π. 11/1996, Α.Π. 488/2020, Α.Π. 841/2017). Με τον τρίτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., της παρά το νόμο μη λήψη υπόψη πραγμάτων που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, αιτιώμενη 1) κατά το πρώτο σκέλος, ότι το Εφετείο, που αφαίρεσε από την αξίωση των διαφυγόντων εισοδημάτων του ενάγοντος το ποσό που καταβλήθηκε σ' αυτόν από το ΙΚΑ κατά το χρονικό διάστημα από 1-7-2016 μέχρι το Μάρτιο του 2018 και όχι μέχρι 31-7-2018, δεν έλαβε υπόψη τον ουσιώδη ισχυρισμό περί ελλείψεως ενεργητικής νομιμοποίησης του ενάγοντος ως προς τα ποσά που καταβλήθηκαν σ' αυτόν από τον ως άνω ασφαλιστικό του φορέα, καθώς και την επικληθείσα, με τις προτάσεις της στο Εφετείο, και προσκομισθείσα από αυτήν, από 9-1-2019 αγωγή του ΕΦΚΑ, με αντικείμενο την προς αυτό επιδίκαση των συντάξεων που είχε καταβάλει στον ενάγοντα για το χρονικό διάστημα από 20-7-2012 έως 31-7-2018 και 2) κατά το δεύτερο σκέλος, ότι το Εφετείο, με την κρίση του ότι ο ενάγων κατέστη μόνιμα ανίκανος προς αυτοεξυπηρέτηση, δεν έλαβε υπόψη τον πλήρως αποδειχθέντα από α) την υπ' αριθμ. πρωτ. …24-6-2015 ιατρική γνωμάτευση του ΓΝΑ "ΚΑΤ", β) την αναφορά του ίδιου του ενάγοντος στο δικόγραφο της από 31-12-2014 αγωγής του ότι έχει τη δυνατότητα να ασκήσει επιχειρηματική δραστηριότητα, γ) την περιεχόμενη στα από 3-11-2011 πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου ένορκη κατάθεση του θείου του ενάγοντος Κ. Α., ο οποίος εξετάστηκε ως μάρτυρας αυτού κατά τη συζήτηση της από 9-12-2010 αγωγής του και δ) την με ημερομηνία 8-5-2018 έκθεση έρευνας του ερευνητή Η. Σ., ουσιώδη ισχυρισμό της ότι ο ενάγων, από 1-8-2011 και εφεξής, ανέκτησε σε μεγάλο βαθμό την ικανότητά του να αυτοεξυπηρετείται. Η προβαλλόμενη με το πρώτο σκέλος του ως άνω λόγου αναιρέσεως αιτίαση, της μη λήψης υπόψη του ουσιώδους ισχυρισμού περί ελλείψεως ενεργητικής νομιμοποίησης του ενάγοντος ως προς τα ποσά που καταβλήθηκαν σ' αυτόν από τον ως άνω ασφαλιστικό του φορέα, είναι αβάσιμος, καθόσον το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση, έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό αυτό και τον δέχτηκε εν μέρει ως βάσιμο κατ' ουσίαν, αφού αφαίρεσε από την αξίωση των διαφυγόντων εισοδημάτων του ενάγοντος το ποσό που καταβλήθηκε σ' αυτόν από το ΙΚΑ κατά το χρονικό διάστημα από 1-7-2016 μέχρι το Μάρτιο του 2018. Η περαιτέρω αιτίαση ότι δεν αφαίρεσε το ποσό που καταβλήθηκε σ' αυτόν για το μεταγενέστερο διάστημα, μέχρι την 31-7-2018, είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη, ως αναγόμενη στην από το δικαστήριο της ουσίας εκτίμηση των αποδείξεων, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο (άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.). Επίσης, η προβαλλόμενη με το δεύτερο σκέλος του ως άνω λόγου αναιρέσεως αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό της αναιρεσείουσας ότι ο ενάγων, από 1-8-2011 και εφεξής, ανέκτησε σε μεγάλο βαθμό την ικανότητά του να αυτοεξυπηρετείται, είναι επίσης απορριπτέα ως αβάσιμη, ενόψει του ότι ο ισχυρισμός αυτός συνιστά αιτιολογημένη άρνηση της ιστορικής βάσης της ένδικης αγωγής και, συνακόλουθα, δεν συνιστά "πράγμα", κατά την έννοια του αριθμού 8 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. Σε κάθε όμως περίπτωση, το Εφετείο έλαβε υπόψη τον περί του αντιθέτου αρνητικό της ιστορικής βάσης της αγωγής ως άνω ισχυρισμό της ήδη αναιρεσείουσας και τον απέρριψε εκ των πραγμάτων ως κατ' ουσίαν αβάσιμο, με την παραδοχή ότι ο ενάγων δεν κατέστη προσωρινά, αλλά μόνιμα ανίκανος προς αυτοεξυπηρέτηση. Τέλος, τα επικληθέντα και προσκομισθέντα στο δικαστήριο της ουσίας αποδεικτικά μέσα, όπως αυτά αναφέρονται, τόσο στο πρώτο, όσο και στο δεύτερο σκέλος του ως άνω λόγου αναιρέσεως, καθώς και η αξιολόγηση του περιεχομένου αυτών από το δικαστήριο, δεν αποτελούν, κατά τα αναφερόμενα στην προηγηθείσα νομική σκέψη, "πράγματα" κατά την έννοια του αριθμού 8 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., απορριπτομένης ως αβάσιμης της προβαλλόμενης από την αναιρεσείουσα σχετικής αιτίασης. Επομένως ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος και απαράδεκτος, κατά τις προαναφερθείσες διακρίσεις. Από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 11 περ. γ' του Κ.Πολ.Δ., συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει δικανική πεποίθηση για την βασιμότητα των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οφείλει να λάβει υπόψη του τα αποδεικτικά μέσα που προσκομίστηκαν νόμιμα, είτε για άμεση απόδειξη είτε για συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, εφόσον γίνεται σαφής και ορισμένη επίκλησή τους από το διάδικο. Καμία, ωστόσο, διάταξη νόμου δεν επιβάλλει την ειδική μνεία και τη χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, αλλά αρκεί η γενική μνεία των κατ' είδος αποδεικτικών μέσων που ελήφθησαν υπόψη. Μόνο αν από τη γενική ή και ρητή ακόμη αναφορά, σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της αποφάσεως, δεν προκύπτει, κατά τρόπο αναμφίβολο, ότι ελήφθη υπόψη κάποιο συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο, στοιχειοθετείται ο αναιρετικός αυτός λόγος (ΑΠ 816/2021, ΑΠ 696/2020, ΑΠ 614/2020, Α.Π. 731/2019). Ο από το άρθρο 559 αριθ. 11γ' του Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως ιδρύεται και όταν το Δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη δικαστική ομολογία, που είχε επικαλεσθεί νομίμως ο διάδικος, για ισχυρισμό, που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υπό την προϋπόθεση ότι το Δικαστήριο δέχθηκε διαφορετικό πόρισμα από το αναφερόμενο στη δικαστική ομολογία. Από τις διατάξεις δε των άρθρων 339 και 352 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι ομολογία του διαδίκου, προφορική ή γραπτή, ενώπιον του δικαστηρίου που δικάζει, αποτελεί η παραδοχή αμφισβητουμένου και επιβλαβούς για τον ομολογούντα γεγονότος. Η δικαστική ομολογία, δηλαδή, απευθυνόμενη προς το δικαστήριο το οποίο δικάζει την υπόθεση, ενός κρίσιμου γεγονότος, από τον αντίδικο εκείνου που φέρει το βάρος της επικλήσεως και αποδείξεώς του, πρέπει να είναι σαφής και συγκεκριμένη. Η δικαστική ομολογία, κατά τις αμέσως παραπάνω διατάξεις, αποτελεί αποδεικτικό μέσο που, όταν γίνει ενώπιον του δικαστηρίου που δικάζει, αποτελεί πλήρη απόδειξη εναντίον εκείνου που ομολόγησε. Όταν δε το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη δικαστική ομολογία, που είχε επικαλεσθεί νομίμως ο διάδικος, για ισχυρισμό που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υπό την προϋπόθεση ότι το δικαστήριο αυτό, στο οποίο έγινε επίκληση της δικαστικής ομολογίας, δέχθηκε διαφορετικό πόρισμα από το αναφερόμενο σ' αυτή, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ.11γ ΚΠολΔ (ΑΠ 1025/2019, ΑΠ 685/2014, ΑΠ 1813/2007). Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 11γ' του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., με την αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη: Α. την επικληθείσα, με τις προτάσεις της στο Εφετείο, και προσκομισθείσα από αυτήν, από 9-1-2019 αγωγή του ΕΦΚΑ, με αντικείμενο την προς αυτό επιδίκαση των συντάξεων που είχε καταβάλει στον ενάγοντα για το χρονικό διάστημα από 20-7-2012 έως 31-7-2018, κρίσιμη για την απόδειξη της βασιμότητας του έχοντος ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ισχυρισμού της ότι ο ενάγων δεν νομιμοποιείται ενεργητικά ως προς τα ποσά που καταβλήθηκαν σ' αυτόν από το ΙΚΑ, ήδη ΕΦΚΑ, για το χρονικό διάστημα μέχρι και 31-7-2018 (α' σκέλος λόγου αναιρέσεως), Β. τα επικληθέντα και προσκομισθέντα, κρίσιμα για την κρίση του ως προς τη διάρκεια και το εύρος της ανικανότητας του ενάγοντος προς αυτοεξυπηρέτηση, ακόλουθα έγγραφα: α) την υπ' αριθμ. πρωτ. ../24-6-2015 ιατρική γνωμάτευση του ΓΝΑ "ΚΑΤ", β) το δικόγραφο της από 31-12-2014 αγωγής του ενάγοντος, στην οποία ο ίδιος ομολογεί ότι έχει τη δυνατότητα να ασκήσει επιχειρηματική δραστηριότητα, γ) την περιεχόμενη στα από 3-11-2011 πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου ένορκη κατάθεση του θείου του ενάγοντος Κ. Α., ο οποίος εξετάστηκε ως μάρτυρας αυτού κατά τη συζήτηση της προγενέστερης, από 9-12-2010 αγωγής του και δ) την με ημερομηνία 8-5-2018 έκθεση έρευνας του ερευνητή Η. Σ., και Γ. τις από 7-11-2013, 30-7-2015, 14-9-2015, και 10-5-2017 εξοφλητικές αποδείξεις, περί καταβολής εκ μέρους της, προς τον ενάγοντα, του συνολικού ποσού των 63.211,02 ευρώ, από τις οποίες προκύπτει ότι ο ενάγων διέθετε τα αναγκαία κεφάλαια κίνησης για την έναρξη επαγγελματικής δραστηριότητας, κατάλληλης για την κατάσταση της υγείας του, μετά τον επελθόντα τραυματισμό του κατά το ένδικο ατύχημα, ώστε να περιορίσει την αποθετική του ζημία. Ο λόγος αυτός της αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, διότι, από την επισκόπηση του όλου περιερχομένου της προσβαλλομένης αποφάσεως, όπου μάλιστα υπάρχει η ρητή διαβεβαίωση ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη και όλα τα έγγραφα που νόμιμα προσκόμισαν και επικαλέστηκαν οι διάδικοι, καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι το Εφετείο, για το σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις και όλα τα προαναφερθέντα, φερόμενα ως αγνοηθέντα, έγγραφα. Επιπλέον, η αιτίαση ότι δεν ελήφθη υπόψη η περιεχόμενη στο δικόγραφο της από 31-12-2014 ένδικης αγωγής "ομολογία" του ενάγοντος ότι έχει τη δυνατότητα να ασκήσει επιχειρηματική δραστηριότητα, είναι απορριπτέα ως αβάσιμη, ενόψει του ότι η εν λόγω αναφορά στο δικόγραφο της αγωγής δεν αποτελεί παραδοχή αμφισβητούμενου και επιβλαβούς για τον ενάγοντα κρίσιμου γεγονότος και, συνακόλουθα, ομολογία αυτού, κατά την έννοια των διατάξεων των άρθρων 339 και 352 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., ενόψει του ότι, όπως αναφέρεται παραπάνω, κατά τη διερεύνηση του δευτέρου σκέλους του πρώτου λόγου αναιρέσεως, δεν είχε προταθεί από την ήδη αναιρεσίβλητη, κατά τρόπο ορισμένο, ένσταση συντρέχοντος πταίσματος του ενάγοντος, λόγω παραλείψεώς του να ασκήσει άλλη επαγγελματική δραστηριότητα. Ο ίδιος ως άνω λόγος της αναιρέσεως, κατά το μέρος που με αυτόν υποστηρίζεται ότι, εάν το δικαστήριο συνεκτιμούσε ορθώς τα έγγραφα αυτά με τις λοιπές αποδείξεις, θα κατέληγε σε διαφορετικό πόρισμα, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, διότι υπό την επίκληση πλημμέλειας από τον αριθμό 11 περ. γ' του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., πλήττει την ανέλεγκτη εκτίμηση πραγματικών περιστατικών από το δικαστήριο της ουσίας (άρθρο 561 παρ.1 του Κ.Πολ.Δ). Επομένως ο τρίτος λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος και απαράδεκτος, κατά τις ως άνω διακρίσεις. Από τις διατάξεις των άρθρων 321, 322, 324, 330 και 331 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι η τελεσίδικη απόφαση αποτελεί δεδικασμένο σε μεταγενέστερη δίκη, μεταξύ των ιδίων προσώπων, που παρίστανται με την ίδια ιδιότητα, για το δικαίωμα που κρίθηκε και εφόσον πρόκειται για το ίδιο αντικείμενο και την ίδια ιστορική και νομική αιτία. Ως ιστορική αιτία νοείται το σύνολο των περιστατικών που δέχθηκε το δικαστήριο σε προηγούμενη δίκη ότι υπήρξαν ή ότι δεν υπήρξαν, ως ιστορικό συμβάν, και τα οποία είναι, σύμφωνα με το νόμο, αναγκαία για να θεμελιώσουν το διατακτικό της αποφάσεως, δηλαδή την έννομη συνέπεια που γίνεται δεκτή, ως υπάρχουσα ή μη υπάρχουσα. Ταυτότητα ιστορικής αιτίας υπάρχει, όταν τα περιστατικά που συγκροτούν το πραγματικό της νομικής διατάξεως που εφαρμόστηκε σε προηγούμενη δίκη, είναι τα ίδια με εκείνα που συγκροτούν το πραγματικό της εφαρμοστέας και στη νέα δίκη νομικής διατάξεως. Εξάλλου, ως νομική αιτία, που επίσης καλύπτεται από το δεδικασμένο, νοείται ο νομικός κανόνας που διέπει την έννομη σχέση από την οποία απορρέει το προβαλλόμενο (και επιδικασθέν) δικαίωμα, υπάρχει δε ταυτότητα νομικής αιτίας, όταν σε μεταγενέστερη δίκη ανακύπτει, ως νομικό γεγονός, παραγωγικό, τροποποιητικό ή καταργητικό της επίδικης έννομης σχέσεως, αυτό που στηρίζει η τελεσίδικη απόφαση, δηλαδή ταυτότητα της διατάξεως που συγκρότησε τη μείζονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού της τελεσίδικης αποφάσεως, προς τη διάταξη που επικαλείται, ρητά ή σιωπηρά, ο ενάγων, προκειμένου να στηρίξει τη νέα του αγωγή (ΑΠ 552/2022, ΑΠ 877/2018, 34/2016). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 927 του Α.Κ., "εκείνος που κατά το άρθρο 926 του ίδιου Κώδικα κατέβαλε την αποζημίωση έχει δικαίωμα αναγωγής κατά των λοιπών. Το δικαστήριο προσδιορίζει το μέτρο της μεταξύ τους ευθύνης ανάλογα με το βαθμό του πταίσματος του καθενός. Αν δεν μπορεί να εξακριβωθεί ο βαθμός αυτός, η ζημία κατανέμεται μεταξύ όλων σε ίσα μέρη". Η αναγνωριζόμενη από το πιο πάνω άρθρο αξίωση αναγωγής, πηγάζει από την εσωτερική σχέση των περισσότερων συνυποχρέων. Είναι ίδια και αυτοτελής, στηρίζεται δε απευθείας στο νόμο, δηλαδή στο άρθρο 927 του Α.Κ., δεν είναι δηλαδή αξίωση από αδικοπραξία. Η αξίωση αυτή έχει ως προϋπόθεση, αφενός την ύπαρξη περισσότερων συνυποχρέων σε αποζημίωση, κατά το άρθρο 926 του Α.Κ. και αφετέρου την καταβολή από έναν από αυτούς στον τρίτο ζημιωθέντα, ολόκληρης της οφειλόμενης αποζημιώσεως. Τέτοιο δικαίωμα αναγωγής αναγνωρίζεται και από τα άρθρα 8 και 9 του ν. ΓΠΝ/1911, όταν η αξίωση αποζημιώσεως του θύματος στηρίζεται στο νόμο ή και στο νόμο αυτό. Με τις διατάξεις δε του άρθρου 926 του Α.Κ., καθορίζονται, στα πλαίσια της αδικοπρακτικής ευθύνης, οι κατηγορίες των περιπτώσεων στις οποίες αναγνωρίζεται από το νόμο ευθύνη περισσότερων προσώπων. Οι περιπτώσεις αυτές είναι τρεις: α) κοινή πράξη περισσοτέρων προσώπων, β) παράλληλη ευθύνη περισσοτέρων προσώπων και γ) περιπτώσεις διαζευκτικής αιτιότητας. Στην πρώτη περίπτωση, η ζημία προέρχεται από κοινή πράξη περισσότερων προσώπων. Ο όρος κοινή πράξη λαμβάνεται με την ευρεία έννοια της αιτιώδους συμπράξεως ή συμμετοχής - με οποιαδήποτε μορφή- στην αδικοπραξία και ειδικότερα, είτε στην τέλεση της πράξεως, είτε στην επαγωγή της ζημίας. Έτσι, εμπίπτει στην έννοια αυτή, μεταξύ άλλων, και η μορφή συμμετοχής της παραυτουργίας, δηλαδή, η περίπτωση κατά την οποία δύο ή περισσότερα πρόσωπα πραγματώνουν με τη συμπεριφορά τους ορισμένη αδικοπραξία, χωρίς να υπάρχει μεταξύ τους καμία συνεννόηση. Τέτοια περίπτωση υπάρχει και όταν από τη σύγκρουση δύο αυτοκινήτων, η οποία οφείλεται σε συνυπαιτιότητα και των δύο οδηγών, τραυματίζεται τρίτο πρόσωπο. Στη δεύτερη περίπτωση, της παράλληλης ευθύνης, περισσότερα πρόσωπα ευθύνονται από το νόμο αυτοτελώς το καθένα, για την αποκατάσταση της ίδιας ζημίας. Η περίπτωση αυτή μπορεί να υπάρχει στο πεδίο της αντικειμενικής, αλλά και της υποκειμενικής ευθύνης. Περισσότεροι, αντικειμενικά ευθυνόμενοι, είναι, μεταξύ άλλων, ο οδηγός, ο κάτοχος και ο ιδιοκτήτης του ζημιογόνου αυτοκινήτου, καθώς και ο ασφαλιστής μέχρι το ποσό του ασφαλίσματος, για τη ζημία που προξένησε σε τρίτους το ασφαλισμένο αυτοκίνητο (άρθρ. 4, 9 ν. ΓΠΝ/1911, 10 παρ. 1 ν. 489/1979). Στην τρίτη περίπτωση, η ζημία προήλθε από ανεξάρτητες πράξεις ή παραλείψεις περισσότερων προσώπων, οι οποίες αποτελούν όλες δυνατούς αιτιώδεις όρους επαγωγής της ζημίας, αλλά δεν μπορεί να εξακριβωθεί ποια συγκεκριμένη πράξη προκάλεσε πράγματι τη ζημία. Όταν συντρέχει μια από τις πιο πάνω τρεις περιπτώσεις εφαρμογής του άρθρου 926 του Α.Κ., θεμελιώνεται εις ολόκληρον ευθύνη των περισσοτέρων προσώπων, δηλαδή δημιουργείται παθητική εις ολόκληρον ενοχή κατά την έννοια του άρθρου 481 του Α.Κ. Προϋπόθεση, όμως, της εις ολόκληρον ευθύνης δεν είναι η κοινή εναγωγή από τον ζημιωθέντα περισσότερων προσώπων, φερόμενων ως συνοφειλετών, αλλά η πραγματική συνδρομή των νόμιμων όρων ευθύνης, για τον κάθε συνοφειλέτη χωριστά. Εξ άλλου, στην περίπτωση που ενάγονται περισσότεροι, εις ολόκληρον ευθυνόμενοι, δεν μπορούν να αντιδικούν μεταξύ τους, ούτε ως προς την ύπαρξη, ούτε ως προς την έκταση της ευθύνης τους. Στη δίκη αποζημιώσεως από αυτοκινητικό ατύχημα, αν εναχθούν περισσότεροι, εις ολόκληρον ευθυνόμενοι, δεν μπορούν αυτοί να ζητήσουν από το δικαστήριο να τους προσδιορίσει με την απόφασή του το βαθμό συμμετοχής τους στο ατύχημα. Αυτό θα κριθεί στα πλαίσια της δίκης αναγωγής μεταξύ των εις ολόκληρον ευθυνομένων. Η απόφαση που εκδίδεται στη δίκη που έκρινε την αξίωση αποζημιώσεως, δεν αποτελεί δεδικασμένο στη δίκη που συνήθως ακολουθεί για την εξ αναγωγής αξίωση, και όταν ακόμη στη δίκη αποζημίωσης ο εξ αναγωγής εναγόμενος ήταν συνεναγόμενος, διότι δεν υπάρχει ταυτότητα νομικής αιτίας, αφού η αξίωση αποζημιώσεως στηρίζεται στις διατάξεις του άρθρου 914 του Α.Κ. ή τον Ν. ΓΠΝ/1911 ή άλλη διάταξη, η οποία τυχόν την καθιερώνει, ενώ η αξίωση αναγωγής στηρίζεται στο νόμο (άρθρο 927 του Α.Κ.), αλλά ούτε και ταυτότητα διαδίκων, αφού στη δίκη αποζημιώσεως οι συνοφειλέτες είναι απλοί ομόδικοι, ενώ στη δίκη αναγωγής οι συνοφειλέτες παρίστανται με διαφορετική ιδιότητα και είναι αντίδικοι (Α.Π. 1655/2017, Α.Π. 1229/2013). Έτσι, είναι δυνατό, αν η αγωγή εξ αναγωγής γίνει δεκτή, να καθορισθεί χαμηλότερο το ποσό της αποζημιώσεως που υποχρεώνεται ο εξ αναγωγής εναγόμενος να καταβάλει στον εξ αναγωγής ενάγοντα, οπότε η υπάρχουσα διαφορά θα μείνει σε βάρος του εναγομένου (στην κύρια αγωγή) και ενάγοντος (στην αγωγή εξ αναγωγής). Δηλαδή, στη δίκη αναγωγής προσδιορίζεται εκ νέου το ύψος της οφειλόμενης αποζημιώσεως, το οποίο μπορεί να είναι διαφορετικό από το ύψος της αποζημιώσεως της δίκης αποζημιώσεως. Ακολούθως, με βάση το ποσό αυτό και την κατανομή των ποσοστών ευθύνης που θα καθορισθεί από το δικαστήριο, θα προσδιοριστεί η οφειλή του εξ αναγωγής υποχρέου (Α.Π. 1655/2017, Α.Π. 1229/2013). Περαιτέρω, όπως προκύπτει από τη διάταξη του άρθρου 927 του Α.Κ., προϋπόθεση της αναγωγής είναι ότι ο συνοφειλέτης ικανοποίησε τον ζημιωθέντα εν όλω ή εν μέρει με καταβολή, συμψηφισμό ή άλλη παροχή με απαλλακτική ενέργεια. Μπορεί, όμως, η αναγωγή να ασκηθεί και πριν από την καταβολή, μέσω του μηχανισμού της διάταξης του άρθρου 69 παρ.1 περ. ε' του Κ.Πολ.Δ. Εξ άλλου, κατά το άρθρο 559 αρ. 16 Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο κατά παράβαση του νόμου δέχθηκε ότι υπάρχει ή ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο. Στον έλεγχο του Αρείου Πάγου υπόκειται η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, τόσο για το αν τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά συνιστούν την έννοια του δεδικασμένου, όσον και η κρίση για τη συνδρομή ή μη των κατά το άρθρο 324 Κ.Πολ.Δ. προϋποθέσεων του δεδικασμένου, εφόσον η κρίση αυτή στηρίζεται σε διαδικαστικά έγγραφα, όπως είναι η αγωγή και οι δικαστικές αποφάσεις, η εκτίμηση του περιεχομένου των οποίων, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο (Α.Π. 633/2017). Εν προκειμένω, με τον τέταρτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 16 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., με την αιτίαση ότι το Εφετείο, παρότι δέχτηκε ότι τα πραγματικά περιστατικά που σχετίζονται με τη συνυπαιτιότητα των εμπλακέντων στο ατύχημα οδηγών έχουν κριθεί με δύναμη δεδικασμένου με την υπ' αριθμ. 3062/2015 απόφαση του ιδίου Δικαστηρίου (Εφετείου Αθηνών), κατέληξε σε αποκλίνουσες από αυτή παραδοχές. Ειδικότερα, ενώ με την προγενέστερη υπ' αριθμ. 3062/2015 τελεσίδικη απόφαση έγινε δεκτό ότι α) μεταξύ της ανατροπής του παθόντος στο οδόστρωμα και της παρασύρσεώς του από το αγνώστων στοιχείων αυτοκίνητο μεσολάβησαν "αρκετά δευτερόλεπτα", β) ότι ο άγνωστος οδηγός αντελήφθη τον κυρίως ενάγοντα "...από 10 τουλάχιστον μέτρα...", γ) ότι ο άγνωστος οδηγός αα) οδηγούσε χωρίς να καταβάλει τη δέουσα προσοχή, ββ) δεν είχε τον πλήρη έλεγχο του οχήματός του, γγ) δεν μείωσε την ταχύτητα του οχήματός του και δδ) δεν προέβη σε αποφευκτικό ελιγμό, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση, σε πλήρη διάσταση με τα ανωτέρω, δέχτηκε ότι ο άγνωστος οδηγός είδε την ανατροπή στο οδόστρωμα των επιβαινόντων στη μοτοσυκλέτα ξαφνικά από μικρή απόσταση, καταλόγισε δε σε βάρος του μερικές μόνο πτυχές της αμετακλήτως διαγνωσθείσας πλημμελούς οδικής συμπεριφοράς, και δη την έλλειψη προσοχής και την παράληψη διενέργειας αποφευκτικού ελιγμού, ενώ αγνόησε τις λοιπές, ήτοι την έλλειψη του πλήρους ελέγχου του αυτοκινήτου του και την παράλειψη μειώσεως της ταχύτητας. Από τις παραδοχές όμως της προσβαλλόμενης αποφάσεως προκύπτει ότι, σε σχέση με τις συνθήκες του ατυχήματος και τη συγκλίνουσα αμέλεια των εμπλακέντων οδηγών, το Εφετείο έλαβε υπόψη το δεδικασμένο που πηγάζει από την προαναφερθείσα υπ' αριθμ. 3062/2015 απόφαση (βλ. τέλος οπίσθιας όψης 2ου φύλλου προσβαλλομένης) και έκρινε, όμοια, ότι η ασφαλίζουσα το οδηγούμενο από τη Μ. Κ. υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκίνητο, ήδη αναιρεσείουσα ασφαλιστική εταιρεία, και το ευθυνόμενο για το πταίσμα του οδηγού του άγνωστου οχήματος, ήδη δεύτερο αναιρεσίβλητο Επικουρικό Κεφάλαιο, ευθύνονται εις ολόκληρον για το ένδικο ατύχημα, χωρίς να προσδιορίσει το βαθμό συμμετοχής καθενός στο ατύχημα. Υπό την εκδοχή δε ότι ο λόγος αυτός αναιρέσεως αναφέρεται στο κεφάλαιο της προσβαλλομένης αποφάσεως, που αφορά στις αναγωγές της ήδη αναιρεσείουσας κατά του ήδη αναιρεσιβλήτου Επικουρικού Κεφαλαίου, ως προς τις οποίες το Εφετείο έκρινε με την προσβαλλόμενη απόφαση ότι τα ποσοστά συνυπαιτιότητας των εμπλακέντων οδηγών ανέρχονται, της μεν Μ. Κ. σε 80%, του δε οδηγού του αγνώστου οχήματος σε 20% και αναγνώρισε ότι το ήδη αναιρεσίβλητο Επικουρικό Κεφάλαιο έχει υποχρέωση να καταβάλει στην ήδη αναιρεσείουσα ασφαλιστική εταιρεία ποσοστό 20% οποιουδήποτε ποσού υποχρεωθεί αυτή να καταβάλει στον κυρίως ενάγοντα, για κεφάλαιο, τόκους και έξοδα, νομιμοτόκως από την επομένη της καταβολής, ο λόγος αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Και τούτο διότι, με την ως άνω υπ' αριθμ. 3062/2015 τελεσίδικη απόφαση κρίθηκε μόνο η αξίωση του κυρίως ενάγοντος κατά των εναγομένων, όχι δε και η εξ αναγωγής αξίωση της ήδη αναιρεσείουσας ασφαλιστικής εταιρείας κατά του Επικουρικού Κεφαλαίου και, συνακόλουθα, η απόφαση αυτή, κατά τα αναφερθέντα στην προηγηθείσα νομική σκέψη, δεν αποτελεί δεδικασμένο στη δίκη για την εξ αναγωγής αξίωση, ενόψει του ότι δεν υπάρχει ταυτότητα νομικής αιτίας, αλλά ούτε και ταυτότητα διαδίκων. Συνεπώς, ο τέταρτος λόγος αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς, σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο παρών λόγος αναιρέσεως ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία). Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός πρέπει να διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο: α) οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως ή μνεία ότι αυτή δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, β) ο ισχυρισμός (αγωγικός, ένσταση) και τα περιστατικά που προτάθηκαν για τη θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο η έλλειψη, η ανεπάρκεια ή η αντίφαση και η σύνδεσή του με το διατακτικό και γ) εξειδίκευση του σφάλματος του δικαστηρίου, δηλαδή, αν πρόκειται για παντελή έλλειψη αιτιολογίας, μνεία μόνο τούτου, αν πρόκειται για ανεπαρκή αιτιολογία, ποια επιπλέον περιστατικά έπρεπε να αναφέρονται ή ως προς τι υπάρχει έλλειψη νομικού χαρακτηρισμού και, αν πρόκειται για αντιφατικές αιτιολογίες, ποιες είναι αυτές, σε τι συνίσταται η αντίφαση και από πού προκύπτει. Δεν έχει, όμως, εφαρμογή η παραπάνω διάταξη, όταν οι ελλείψεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ιδίως, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται από αυτές, εκτός αν δεν είναι σαφές και πλήρες το πόρισμα και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή γιατί δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές, με βάση τις οποίες διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, συνεπώς, δεν αποτελούν "αιτιολογία" της αποφάσεως, ώστε, στο πλαίσιο της εν λόγω διατάξεως του άρθρου 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δ., να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναιρέσεως ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων, που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς, οπότε ο σχετικός λόγος αναιρέσεως είναι απαράδεκτος. Επίσης, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναιρέσεως από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη και, επομένως, ο αντίστοιχος λόγος αναιρέσεως, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερόμενες εξαιρετικές περιπτώσεις, είναι απαράδεκτος, καθόσον πλήττεται πλέον η ουσία της υποθέσεως, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο. Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πέμπτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως η αναιρεσείουσα, επικαλούμενη πλημμέλειες από τον αριθμό 19 του Κ.Πολ.Δ., αιτιάται ότι το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, με την προσβαλλόμενη απόφαση 1) με την παραδοχή ότι " ... Από την έκθεση ιατρικής πραγματογνωμοσύνης που διενήργησε ο χειρουργός ορθοπεδικός, Γ. Σ., προκύπτει ότι ο ενάγων έχει καταστεί μόνιμα ανάπηρος σε ποσοστό 80%. Ο ενάγων κατέστη πλήρως ανίκανος για την εκτέλεση της εργασίας που ασκούσε έως τότε ( διανομέας έτοιμου φαγητού) ή άλλης παρεμφερούς εργασίας και πέραν της 31-7-2018 που επιδοτήθηκε από το ΙΚΑ, το οποίο σε τέσσερις αποφάσεις επιτροπών πιστοποίησης αναπηρίας στις 5-12-2012, 20-12-2012, 27-8-2015 και 13-7-2018 τον έχει κρίνει ανάπηρο με ποσοστό 67%. Ο ανωτέρω πραγματογνώμονας γνωματεύει ότι η αναπηρία είναι διαρκής και μόνιμη και ο ενάγων θα είναι ολικά ανίκανος στο μέλλον για την εκτέλεση της εργασίας του ή άλλης παρεμφερούς. Η διάρκεια της ανικανότητας θα παραμείνει δια βίου και θα κυμαίνεται σε ποσοστό από 70 % έως 80 %, γιατί η πρόγνωση είναι δυσμενέστατη... Στο σημείο αυτό θα πρέπει να γίνει δεκτό ότι ενώ το ποσοστό αναπηρίας του προσδιορίζεται από τις επιτροπές του ΙΚΑ στο 67% και από τον πραγματογνώμονα στο 80%, ωστόσο η αδυναμία του ενάγοντος να ασκήσει το επάγγελμα που ασκούσε είναι καθολική αφού είναι αδύνατο πλέον να οδηγεί μοτοσικλέτα και να ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις της εργασίας του....", δεν αποφάνθηκε με σαφήνεια ως προς το ακριβές ποσοστό αναπηρίας του ενάγοντος, αλλά αρκέστηκε στην παράθεση ουσιωδώς αποκλινουσών μεταξύ τους εκτιμήσεων του διορισθέντος πραγματογνώμονα και των αρμοδίων επιτροπών του ΙΚΑ, χωρίς να διευκρινίσει ποια από αυτές υιοθετεί, η εκδοχή δε ότι εκτιμά και τις δύο ως ορθές, παρά την απόκλισή τους, συνιστά ουσιώδη αντίφαση, 2) με την παραδοχή ότι " ... Η κατάσταση της υγείας του ενάγοντος, σύμφωνα με τα όσα προέκυψαν από την προαναφερόμενη έκθεση πραγματογνωμοσύνης, είναι βέβαιο ότι θα επιδράσει αρνητικά στο επαγγελματικό και κοινωνικό του μέλλον. Ειδικότερα θα επιδράσει αρνητικά στην προσπάθεια για ανεύρεση εργασίας, αφού θα είναι ισόβια ανίκανος για εκτέλεση της εργασίας του διανομέα ή άλλης παρεμφερούς. Θα περιοριστεί επίσης στις κοινωνικές του δραστηριότητες διότι θα εξαρτάται ισόβια από την βοήθεια τρίτου προσώπου. Θα δημιουργήσει αίσθημα μειονεξίας μεταξύ των ατόμων της ηλικίας του ενώ δεν φαίνεται πιθανή μια προοπτική δημιουργίας οικογένειας, λαμβάνοντας υπόψη την ηλικία του (37 ετών) και την κατάσταση της υγείας του...", περιέλαβε ελλιπείς αιτιολογίες ως προς το κεφάλαιό της που αφορά στην πρόσθετη αποζημίωση, κατ' άρθρ. 931 του Α.Κ., αφού στο συγκεκριμένο σημείο του σκεπτικού, δεν υπάρχει αναφορά στο ποσοστό αναπηρίας του ενάγοντος, 3) με αντιφατικές αιτιολογίες έκρινε τον ενάγοντα ανίκανο προς αυτοεξυπηρέτηση, ενόψει του ότι, ενώ, αρχικά, αναφέρει ότι "... αδυνατεί πλήρως να πλυθεί, να ενδυθεί, να βάλει τα υποδήματα του, να αγοράσει τις προμήθειες και να μαγειρέψει....", σε άλλο σημείο γίνεται δεκτό ότι "...είχε δυσκολία να πηγαίνει στην τουαλέτα, να φροντίζει για την προσωπική του υγιεινή, να χρησιμοποιεί τα χέρια του, να ετοιμάσει το φαγητό του, να ντυθεί....", η διαφορά δε μεταξύ της πλήρους αδυναμίας και της απλής δυσχέρειας είναι κομβική για τον προσδιορισμό του είδους και της εκτάσεως των υπηρεσιών οικιακής βοηθού, των οποίων φέρεται ότι είχε ανάγκη ο ενάγων και, συνακόλουθα, του ύψους της οφειλόμενης πλασματικής αμοιβής, 4) ενώ, ως προς το μισθό που θα εισέπραττε ο ενάγων από την απασχόλησή του ως διανομέας εδεσμάτων, αν δεν είχε μεσολαβήσει ο ένδικος τραυματισμός του και η συνεπεία αυτού ανικανότητά του προς εργασία, δέχτηκε ότι "... Η οικονομική κρίση και οι μειώσεις στις αποδοχές του συνόλου των εργαζομένων στην Ελλάδα μετά το έτος 2010 επηρέασαν και τις αποδοχές στον κλάδο του επισιτισμού. Συνεπώς οι αποδοχές του ενάγοντος θα είχαν διαμορφωθεί μετά το 2011 σε 550 ευρώ μηνιαίως οι δε εργοδοτικές εισφορές σε 154 ευρώ...", στη συνέχεια, με το σκεπτικό ότι "....η οικονομική κρίση που εκδηλώθηκε στην Ελλάδα από τις αρχές της δεκαετίας του 2010 δεν επηρέασε την καταβολή φιλοδωρημάτων ιδίως σε εργαζόμενους στην εστίαση και κυρίως στους διανομείς. Οι πελάτες αναγνωρίζοντας τις δύσκολες συνθήκες κάτω από τις οποίες παρέχεται η υπηρεσία του διανομέα τροφίμων συνηθίζουν να καταβάλουν φιλοδώρημα....", αντιφατικά, δέχτηκε ότι τα φιλοδωρήματα που θα ελάμβανε ο ενάγων κατά την αντίστοιχη περίοδο, θα παρέμεναν στα ίδια επίπεδα, 5) ως προς τον επιμερισμό της ευθύνης μεταξύ των συνυπαίτιων οδηγών, α) με ελλιπείς και αντιφατικές αιτιολογίες έκρινε την οδική συμπεριφορά του οδηγού του αγνώστων στοιχείων οχήματος, αφού δεν προσδιορίζει την απόσταση από την οποία μπορούσε να αντιληφθεί την πτώση του ενάγοντος στο οδόστρωμα και το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε από την ανατροπή αυτού στο οδόστρωμα και την παράσυρσή του από αυτόν, β) δεν διευκρινίζει το είδος και την έκταση των σωματικών βλαβών που υπέστη ο ενάγων εξ υπαιτιότητας καθενός των εμπλακέντων οδηγών (από την ανατροπή του δηλαδή στο οδόστρωμα και την εν συνεχεία παράσυρσή του από το διερχόμενο άγνωστο όχημα) και γ) ενώ καταλόγισε στον άγνωστο οδηγό υπαιτιότητα λόγω παραλείψεώς του να ενεργήσει αποφευκτικό ελιγμό, όλως αντιφατικώς έκρινε ότι δεν είχε τη δυνατότητα να τροχοπεδήσει, λόγω του ότι αντιλήφθηκε τον ενάγοντα ξαφνικά και από μικρή απόσταση. Η ανωτέρω υπό τον αριθμό 1 αιτίαση είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη, λόγω της αοριστίας της, ενόψει του ότι δεν εκτίθεται ποιος ο ισχυρισμός (ένσταση), ως προς τον οποίο υφίσταται η επικαλούμενη ανεπάρκεια στην αιτιολογία, ποια τα περιστατικά που προτάθηκαν για τη θεμελίωσή του και ποια η επίπτωση αυτού στο διατακτικό της αποφάσεως, σε κάθε δε περίπτωση ως αβάσιμη, αφού το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση δέχτηκε ότι, ανεξαρτήτως αν το ποσοστό αναπηρίας του ενάγοντος ανέρχεται σε 67%, όπως προσδιορίζεται από τις επιτροπές του ΙΚΑ, ή σε 80%, όπως προσδιορίζεται από τον πραγματογνώμονα, η αδυναμία αυτού να ασκήσει το επάγγελμα που ασκούσε είναι καθολική, αφού είναι αδύνατο πλέον να οδηγεί μοτοσικλέτα και να ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις της εργασίας του. Επίσης, οι υπό τους αριθμούς 2 και 4 αιτιάσεις είναι απορριπτέες ως αβάσιμες, η μεν πρώτη, διότι το ποσοστό αναπηρίας του ενάγοντος δεν αναφέρεται μεν στο συγκεκριμένο σημείο του σκεπτικού, πλην όμως αναφέρεται σε άλλο σημείο της προσβαλλομένης αποφάσεως και δη στην οπίσθια όψη του τρίτου φύλλου αυτής, με το περιεχόμενο που παρατίθεται ανωτέρω, κατά την ανάπτυξη της υπό τον αριθμό 1 αιτίασης, ενώ η δεύτερη, διότι δεν υπάρχει καμία αντίφαση μεταξύ της παραδοχής ότι λόγω της κρίσης μειώθηκε ο μισθός του ενάγοντος, όχι όμως και τα φιλοδωρήματα από τους πελάτες, οι οποίοι, αναγνωρίζοντας τις δύσκολες συνθήκες υπό τις οποίες παρέχεται η υπηρεσία του διανομέα τροφίμων, συνηθίζουν να καταβάλουν φιλοδώρημα. Περαιτέρω, σε σχέση με την ανωτέρω υπό τον αριθμό 3 αιτίαση, το Μονομελές Εφετείο Αθηνών με την προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη ως προς την εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων κρίση του (άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.), τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "...Από την έκθεση ιατρικής πραγματογνωμοσύνης που διενήργησε ο χειρουργός ορθοπεδικός, Γ. Σ., προκύπτει ότι ο ενάγων έχει καταστεί μόνιμα ανάπηρος σε ποσοστό 80% [..]. Περαιτέρω, ο πραγματογνώμονας γνωματεύει ότι ο ενάγων μέχρι και τον χρόνο επιδοτήσεώς του από το ΙΚΑ, ήτοι μέχρι 31-8-2015, δεν μπορούσε να αυτοεξυπηρετηθεί και είχε ανάγκη βοήθειας σε 24ωρη βάση. Αυτό ισχύει και σήμερα και θα ισχύει όσο θα βρίσκεται στη ζωή, διότι αδυνατεί πλήρως να πλυθεί, να ενδυθεί, να βάλει τα υποδήματα του, να αγοράσει τις προμήθειες και να μαγειρέψει. Είναι απολύτως εξαρτώμενος από την βοήθεια τρίτου προσώπου [...]. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι ο ενάγων λόγω της κατάστασης της υγείας του από το έτος 2011, όπως εκτέθηκε στην προαναφερόμενη έκθεση πραγματογνωμοσύνης, είχε ανάγκη από την συνδρομή τρίτου προσώπου για να ανταποκριθεί στις προσωπικές του ανάγκες, κατά το διάστημα από 1-1-2011 έως 31-1-2013. Συγκεκριμένα, ο ενάγων είχε δυσκολία να πηγαίνει στην τουαλέτα, να φροντίζει για την προσωπική του υγιεινή, να χρησιμοποιεί τα χέρια του, να ετοιμάσει το φαγητό του, να ντυθεί. Την αναγκαία βοήθεια την παρείχε στον ενάγοντα η μητέρα του, η οποία προσέφερε τις υπηρεσίες της....". Το Εφετείο δηλαδή, αφού παρέθεσε αρχικά την επί του επίμαχου θέματος άποψη του πραγματογνώμονα Γ. Σ., έκρινε εν τέλει ότι ο ενάγων, κατά το αναφερόμενο χρονικό διάστημα, ήταν ανίκανος προς αυτοεξυπηρέτηση και είχε ανάγκη από την συνδρομή τρίτου προσώπου για να ανταποκριθεί στις προσωπικές του ανάγκες, για το λόγο ότι είχε δυσκολία να πηγαίνει στην τουαλέτα, να φροντίζει για την προσωπική του υγιεινή, να χρησιμοποιεί τα χέρια του, να ετοιμάζει το φαγητό του και να ντυθεί (βλ. οπίσθια όψη 5ου φύλλου προσβαλλόμενης αποφάσεως". Έτσι που έκρινε το Εφετείο, διέλαβε στην απόφασή του επαρκείς, σαφείς και χωρίς καμία αντίφαση ή λογικά κενά αιτιολογίες ως προς το ζήτημα τούτο και, συνεπώς, δεν στερείται νόμιμης βάσεως, όπως αβάσιμα η αναιρεσείουσα υποστηρίζει. Τέλος, σε σχέση με την ανωτέρω υπό τον αριθμό 5 αιτίαση, το Μονομελές Εφετείο Αθηνών με την προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε, ανέλεγκτα, ως προς τον επιμερισμό της ευθύνης μεταξύ των συνυπαίτιων οδηγών, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "..η Μ. Κ. οδηγούσε το με αριθμό κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκίνητο [...]. Όταν η οδηγός του παραπάνω αυτοκινήτου έφθασε στην συμβολή της οδού Κορυτσάς με την οδό Πλαπούτα, δεν διέκοψε την κίνηση του οχήματός της όπως όφειλε και δεν παραχώρησε προτεραιότητα στα οχήματα που κινούνταν επί της οδού Πλαπούτα. Αντίθετα, παραβίασε την ρυθμιστική πινακίδα SΤΟΡ, πραγματοποίησε δεξιά στροφή και εισήλθε με ταχύτητα στην οδό Πλαπούτα, κατευθυνόμενη μάλιστα στην αριστερή λωρίδα της οδού. Ο οδηγός της μοτοσικλέτας, Π. Τ., έκανε χρήση της ηχητικής ειδοποίησης ενώ ταυτόχρονα πραγματοποίησε αριστερό ελιγμό, προσπαθώντας να κινηθεί στον χώρο ανάμεσα στην διαχωριστική νησίδα της οδού Πλαπούτα και στο αυτοκίνητο που οδηγούσε η Μ. Κ.. Η τελευταία έφραξε ωστόσο εντελώς την πορεία της μοτοσικλέτας, με αποτέλεσμα να συγκρουστεί το εμπρόσθιο τμήμα της μοτοσικλέτας στο πλάγιο αριστερό τμήμα του ζημιογόνου αυτοκινήτου. Στη συνέχεια, η μοτοσικλέτα εξετράπη της πορείας της και προσέκρουσε στην διαχωριστική νησίδα, ενώ αμφότεροι οι επιβαίνοντες αυτής εκτινάχθηκαν στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας της οδού Πλαπούτα. Την στιγμή εκείνη, από το σημείο της οδού Πλαπούτα προς Μαρούσι, στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας, διέρχονταν άγνωστο όχημα, το οποίο παρέσυρε τον ενάγοντα και τον τραυμάτισε ακόμα βαρύτερα. Ο οδηγός του αγνώστου οχήματος δεν προέβη σε κανέναν ελιγμό αποφυγής της πρόσκρουσης, ενώ κάτι τέτοιο ήταν απόλυτα εφικτό, σύμφωνα με τις επικρατούσες συνθήκες, αφού μπορούσε να πραγματοποιήσει ελιγμό στην δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας της οδού Πλαπούτα, στο ρεύμα κυκλοφορίας προς Μαρούσι [....]. Από τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά προκύπτει με βεβαιότητα ότι το επίδικο τροχαίο ατύχημα οφείλεται σε συντρέχουσα υπαιτιότητα των οδηγών των παραπάνω αυτοκινήτων. Η Μ. Κ. δεν είχε την επιμέλεια και την προσοχή του μέσου συνετού οδηγού και δεν παραχώρησε προτεραιότητα στα οχήματα που κινούνταν επί της οδού Πλαπούτα, παραβιάζοντας την ρυθμιστική πινακίδα Ρ2 SΤΟΡ που είχε στην πορεία της (άρθρα 4 παρ. 3, 12 παρ. 1 ΚΟΚ). Ο οδηγός του αγνώστων στοιχείων αυτοκινήτου δεν επέδειξε την προσοχή που όφειλε και μπορούσε να καταβάλει και δεν προέβη σε κανέναν αποφευκτικό ελιγμό στον οποίο μπορούσε να προβεί για να αποφύγει την πρόσκρουση με τους αναβάτες της μοτοσικλέτας που ήταν πεσμένοι στο οδόστρωμα [...]. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι, τόσο η επέλευση των σωματικών βλαβών του ενάγοντα όσο και η έκταση και η βαρύτητά τους, οφείλεται στην συντρέχουσα υπαιτιότητα της Μ. Κ. και του αγνώστου οδηγού του αγνώστου αυτοκινήτου, η οποία κατανέμεται σε ποσοστό 80% στην Μ. Κ. και σε ποσοστό 20% στον άγνωστο οδηγό. Συγκεκριμένα, η αμελής οδηγική συμπεριφορά της Μ. Κ., με την παραβίαση της ρυθμιστικής πινακίδας SΤΟΡ που είχε στην πορεία της και την απότομη παρεμβολή στην πορεία της μοτοσικλέτας όπου επέβαινε ο ενάγων, ήταν οι πρωταρχικοί και καθοριστικοί παράγοντες του επίδικου αυτοκινητικού ατυχήματος. Από την ενέργεια της Μ. Κ. ο ενάγων και ο οδηγός της μοτοσικλέτας εκτινάχθηκαν σε απόσταση μεγαλύτερη των 20 μέτρων και επέπεσαν στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας όπου υπήρχε συνεχής κίνηση οχημάτων. Ο οδηγός του αγνώστου οχήματος, κατά τους κανόνες της κοινής λογικής, δεν κινούνταν με ιδιαίτερα αυξημένη ταχύτητα, διότι διαφορετικά θα είχε παρασύρει θανάσιμα τους αναβάτες της μοτοσικλέτας. Επίσης, δεν μπορεί να του καταλογιστεί το γεγονός της μη έγκαιρης πέδησης, διότι εντελώς ξαφνικά και σε μικρή απόσταση είδε τους αναβάτες της μοτοσικλέτας να πέφτουν μπροστά του στο οδόστρωμα. Μπορεί ωστόσο να του καταλογιστεί το γεγονός της μη διενέργειας αποφευκτικού ελιγμού προς τα δεξιά, ενέργεια στην οποία μπορούσε να προβεί, εφόσον δεν αποδείχθηκε ότι διέρχονταν άλλο αυτοκίνητο από την δεξιά λωρίδα του ρεύματος κυκλοφορίας του.....". Κατόπιν τούτου, το Εφετείο, έκρινε ότι η ευθύνη των συνυπαίτιων οδηγών επιμερίζεται σε ποσοστό 80% για τη Μ. Κ. και 20% για τον άγνωστο οδηγό και ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλουμένη απόφαση επιμέρισε την ευθύνη αυτών, σε ποσοστό 60% και 40% αντιστοίχως, εσφαλμένα εκτίμησε τις αποδείξεις. Έτσι που έκρινε το Εφετείο, διέλαβε στην απόφασή του πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, στις οποίες διαλαμβάνονται πραγματικά περιστατικά, που δικαιολογούν τον ανωτέρω επιμερισμό της ευθύνης μεταξύ των συνυπαίτιων οδηγών, κατ' ορθή εφαρμογή των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 926 και 927 του Α.Κ., τις οποίες, έτσι, δεν παραβίασε εκ πλαγίου. Και τούτο διότι, αναφέρονται στην απόφαση, με σαφήνεια, και επάρκεια, τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν το σαφώς διατυπούμενο ως άνω αποδεικτικό της πόρισμα, ότι για τον τραυματισμό του ενάγοντος ευθύνονται, η μεν Μ. Κ. κατά ποσοστό 80%, ο δε οδηγός του αγνώστου αυτοκινήτου κατά ποσοστό 20%, με τις παραδοχές 1) ότι η αμελής οδηγική συμπεριφορά της Μ. Κ., με την παραβίαση της ρυθμιστικής πινακίδας SΤΟΡ που είχε στην πορεία της και την απότομη παρεμβολή στην πορεία της μοτοσικλέτας, στην οποία επέβαινε ο ενάγων, ήταν οι πρωταρχικοί και καθοριστικοί παράγοντες του επίδικου αυτοκινητικού ατυχήματος, 2) ότι εξ αιτίας της αμελούς αυτής συμπεριφοράς της ως άνω οδηγού, ο ενάγων και ο οδηγός της μοτοσικλέτας εκτινάχθηκαν σε απόσταση μεγαλύτερη των 20 μέτρων και έπεσαν στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας, όπου υπήρχε συνεχής κίνηση οχημάτων και 3) ότι ο οδηγός του αγνώστου οχήματος δεν ενήργησε αποφευκτικό ελιγμό προς τα δεξιά, ενέργεια στην οποία μπορούσε να προβεί, εφόσον δεν αποδείχθηκε ότι διερχόταν αυτοκίνητο από την δεξιά λωρίδα του ρεύματος κυκλοφορίας του. Δεν συντρέχει δε η επικαλούμενη από την αναιρεσείουσα πλημμέλεια της παραθέσεως στην προσβαλλόμενη απόφαση ανεπαρκών και αντιφατικών επί του ζητήματος τούτου αιτιολογιών, επειδή, όπως αυτή διατείνεται, δεν προσδιορίζεται η απόσταση από την οποία ο άγνωστος οδηγός μπορούσε να αντιληφθεί την πτώση του ενάγοντος στο οδόστρωμα και το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε από την ανατροπή του και την παράσυρσή του από αυτόν, καθώς και το είδος και η έκταση των σωματικών βλαβών που υπέστη ο ενάγων εξ υπαιτιότητας καθενός των εμπλακέντων οδηγών, διότι οι επικαλούμενες ως άνω ανεπάρκειες και αντιφάσεις, πέραν του ότι, υπό τις προεκτεθείσες παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως, δεν συνιστούν τέτοιες, είναι απαράδεκτες, διότι με αυτές, υπό την επίφαση της συνδρομής των προϋποθέσεων θεμελιώσεώς τους στο άρθρο 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δ., πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας (άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.), καθ' όσον ανάγονται στην εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών, την αιτιολόγηση, τον συσχετισμό και την ανάλυση των αποδείξεων από το Εφετείο, καθώς και στη σαφήνεια, επάρκεια και πειστικότητα των επιχειρημάτων, με βάση τα οποία αυτό στήριξε το σαφές αποδεικτικό του πόρισμα, σχετικά με το πιο πάνω ουσιώδες ζήτημα. Κατ' ακολουθίαν, ο πέμπτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, σε κάθε δε περίπτωση ως αβάσιμος. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως προς διερεύνηση, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα, λόγω της ήττας της, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των παρισταμένων με διαφορετικό πληρεξούσιο δικηγόρο, αναιρεσιβλήτων, οι οποίοι κατέθεσαν προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα των τελευταίων (άρθρα 176, 180, 183, 189 παρ. 1 και 191 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό. Επίσης, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από της αναιρεσείουσα παραβόλου, λόγω της ήττας της, στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 εδ. ε' του Κ.Πολ.Δ., όπως ισχύει και εφαρμόζεται στην παρούσα υπόθεση μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015, που ισχύει, κατ' άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 και 4 αυτού, για τα ένδικα μέσα που κατατίθενται από 1.1.2016). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 22-7-2020 (αρ. κατ. ../2020) αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 1198/2020 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος από της αναιρεσείουσα παραβόλου στο δημόσιο ταμείο. Και Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ, για κάθε αναιρεσίβλητο. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 3 Φεβρουαρίου 2023. ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 30 Μαΐου 2023. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ