Αριθμός 272/2007 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ΄ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Κυριτσάκη, Αντιπρόεδρο, Γρηγόριο Μάμαλη και Θεοδώρα Γκοΐνη-Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Στυλιανού Γκρόζου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 17 Ιανουαρίου 2007 , προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου ..... που παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χαράλαμπο Σύψα, περί αναιρέσεως του υπ΄ αριθμ. 363/2006 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών. Το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Αθηνών, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ΄ αυτό, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος, ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 6 Ιουνίου 2006 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1088/2006. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Στυλιανός Γκρόζος, εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κονταξή με αριθμό 514/17-11-2006, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: Ι) Το συμβούλιο πλημμελειοδικών Αθηνών με το υπ΄αριθμ. 363/2006 βούλευμά του παρέπεμψε στο ακροατήριο του Μ.Ο.Δ. της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών τον ..... για να δικαστεί ως υπαίτιος τελέσεως βιασμού και παράνομης οπλοφορίας -336 παρ. 1 Π.Κ. 1,10,13 ν.2168/93 που τέλεσε στην ..... στις 12-12-2004 σε βάρος της ..... (την Α). Το άνω βούλευμα επιδόθηκε σ΄αυτόν στις 19-5-2006 στα χέρια του (βλ. το από 19-5-2006 αποδεικτικό του επιμελητή ..... ) και κατ΄αυτού άσκησε στις 6-6-2006 την υπ΄αριθμ. 2/2006 έκθεση αναίρεσης ενώπιον του γραμματέα του πρωτοδικείου Αθηνών ισχυριζόμενος ότι από το άνω συμβούλιο πλημμελειοδικών "δεν εκτιμήθησαν ορθώς οι καταθέσεις των εξετασθέντων μαρτύρων και τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση ........ενώ σύμφωνα με τα στοιχεία της δικογραφίας έπρεπε να απαλλάξει αυτόν από κατηγορία και να θέσει την υπόθεση στο αρχείο λόγω παντελούς ελλείψεως στοιχείων ή ενδείξεων έστω και αποχρωσών" και -συνεχίζει- "για τους λόγους αυτούς και για όσα πρόκειται να εκθέσει με υπόμνημά του στο συμβούλιο Αρείου Πάγου, ζήτησε την παραδοχή της αναίρεσης...". ΙΙ) Επειδή κατά βασική δικονομική αρχή, που προκύπτει από το άρθρο 476 παρ. 1 Κ.Ποιν.Δ. και την λογική, προ πάσης έρευνας της ουσιαστικής βασιμότητας ή μη των λόγων ασκήσεως ενδίκου τινός μέσου, πρέπει να έχει καταφαθεί ότι τούτο έχει ασκηθεί με τήρηση των προϋποθέσεων που θέτει ο νόμος, διότι άλλως τούτο είναι και πρέπει να κηρυχθεί χωρίς άλλο και αυτεπαγγέλτως απαράδεκτο, αφού η τήρηση των διατυπώσεων του νόμου εξυπηρετούν το δημόσιο συμφέρον (ασφάλεια δικαίου κλπ) με συνέπεια, εάν δεν τηρηθούν και το αρμόδιο δικαστήριο ή συμβούλιο δεν κηρύξει το ένδικο μέσο απαράδεκτο, η σχετική απόφαση ή το βούλευμα υποπίπτουν σε υπέρβαση εξουσίας (484 περ. στ, 510 παρ. 1 περ. η Κ.Ποιν.Δ.). Μεταξύ των διατάξεων που καθιερώνουν τέτοια προϋπόθεση είναι και η παρ. 2 του άρθρου 474 Κ.Ποιν.Δ. κατά την οποία "Στην έκθεση (ασκήσεως του ενδίκου μέσου) πρέπει να διατυπώνονται και οι λόγοι για τους οποίους ασκείται το ένδικο μέσο". Η διάταξη αυτή καθιερώνει επιτακτικόν κανόνα που ισχύει για όλα τα ένδικα μέσα (βλ. ΑΠ 704/82, ΑΠ 354/82 κ.ά) διότι συνάπτεται με τη φύση και το σκοπό κάθε ενδίκου μέσου και δη ποιό ή ποιά τα παράπονα του ασκούντος αυτό, πόσο μεταβιβάζεται η υπόθεση στο αρμόδιο δικαστήριο-συμβούλιο κλπ αφού η έκθεση αποτελεί το εισαγωγικό έγγραφο της δίκης για το ένδικο μέσο. Έτσι στην έκθεση αναίρεσης πρέπει στην οικεία έκθεση να περιέχονται κατά τρόπον σαφή και ορισμένο οι λόγοι για τους οποίους ασκείται έτσι ώστε να μπορούν να καταστούν αντικείμενο δικαστικής εκτιμήσεως (δηλ. από τον ΄Αρειο Πάγο) -άλλως η αναίρεση είναι χωρίς άλλη έρευνα απαράδεκτη -βλ. ΑΠ 354/83, ΑΠ 2122/2005, ΑΠ 88/2005 κ.ά.- Μάλιστα δε στην περίπτωση αυτή δεν μπορεί να γίνει λόγος ούτε για αυτεπάγγελτη έρευνα των λόγων αναιρέσεως -484 παρ. 2 Κ.Ποιν.Δ.- αφού η έρευνα αυτή προϋποθέτει ότι η έκθεση αναίρεσης έχει τουλάχιστον έναν λόγο σαφή και ορισμένο (και παραδεκτό κατά νόμο) - βλ. ΑΠ 11/2001, ΑΠ 1018/2000, ΑΠ 859/2001 κ.ά.- Όπως είναι γνωστόν οι λόγοι αναιρέσεως κατά βουλευμάτων (αλλά και κατά αποφάσεων) ορίζονται περιοριστικά στο άρθρο 484 Κ.Π.Δ. Μεταξύ αυτών δεν είναι η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων (βλ. ΑΠ 1880/2005, ΑΠ 111/2004, ΑΠ 195/99, ΑΠ 956/2003, ΑΠ 33/89, ΑΠ 665/81, ΑΠ 539/87, ΑΠ 665/81, ΑΠ 697/81 κ.ά. Μπουρόπουλο Ερμ. Κ.Π.Δ. τομ. β 195) λαμβανομένου υπόψη ότι ο ΄Αρειος Πάγος ελέγχει μόνο τη νομική ορθότητα του βουλεύματος, ως και την τήρηση ορισμένων δικονομικών διατάξεων, μη δυνάμενος να εισέλθη στην εκτίμηση πραγματικών περιστατικών για τα οποία κρίνει κυριαρχικώς το οικείο συμβούλιο. Ενόψει των ανωτέρω -και δεδομένου ότι η υπό κρίση αναίρεση ασκήθηκε μεν εμπρόθεσμα (473 παρ. 1 εδ. τελ. Κ.Π.Δ.) και κατά βουλεύματος που υπόκειται σ΄αυτή 482 ΚΠΔ- πλην όμως δεν περιέχει κανένα λόγο αναιρέσεως από αυτούς που ορίζει περιοριστικά το άρθρο 484 Κ.Ποιν.Δ. ΔΙΑ ΤΑΥΤΑ Προτείνω όπως κηρυχθεί απαράδεκτη η υπ΄αριθμ. 2/2006 αίτηση αναίρεσης του .... κατά του υπ΄αριθμ. 363/2006 βουλεύματος του συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών . Να επιβληθούν τα έξοδα σε βάρος του αναιρεσείοντος. Αθήνα 2 Οκτωβρίου 2006 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Αθανάσιος Κονταξής Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και τον πληρεξούσιο του αναιρεσείοντος. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από τις διατάξεις των άρθρων 474 παρ. 1, 476 παρ. 1, 484 και 513 παρ. 1 του Κ.Ποιν.Δ, προκύπτει ότι για να είναι παραδεκτή η αίτηση αναιρέσεως κατά βουλεύματος, πρέπει, στην έκθεση ασκήσεως της να περιέχονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο οι λόγοι για τους οποίους ασκείται. Αν δεν περιέχεται ένας τουλάχιστον ορισμένος λόγος από τους περιοριστικά αναφερόμενους στο χρόνο 484 Κ.Ποιν.Δ, η αίτηση αναιρέσεως απορρίπτεται ως απαράδεκτη και ο Άρειος Πάγος δεν μπορεί να ερευνήσει αυτεπαγγέλτως λόγους αναιρέσεως, αφού βασική προϋπόθεση για την αυτεπάγγελτη αυτή έρευνα είναι το παραδεκτό της αιτήσεως αναιρέσεως. Εξάλλου, δεν συνιστά λόγο αναιρέσεως από τους στο άρθρο 484 Κ.Ποιν.Δ αναφερόμενους η εσφαλμένη εκτίμηση από το Συμβούλιο των πραγματικών περιστατικών της υποθέσεως, ως προς τα οποία η κρίση του είναι αναιρετικώς ανέλεγκτη. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την έκθεση της κρινόμενης αναιρέσεως ( 2/6-6-2006 ενώπιον του Γραμματέα του Ποινικού Τμήματος του Πρωτοδικείου Αθηνών), ο αναιρεσείων κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση του 363/2006 παραπεμπτικού βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, προβάλλοντας ως λόγο αναιρέσεως ότι "δεν εκτιμήθηκαν ορθώς οι καταθέσεις των εξετασθέντων μαρτύρων και τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση" και ότι το Συμβούλιο " έπρεπε να απαλλάξει αυτόν από κάθε κατηγορία λόγω παντελούς ελλείψεως στοιχείων ή ενδείξεων έστω και αποχρωσών". Τα προβαλλόμενα αυτά, όμως αναγόμενα στην αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του άνω Συμβουλίου, δεν θεμελιώνουν παραδεκτό λόγο αναιρέσεως. Επομένως, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, πρέπει, η κρινόμενη αίτηση να απορριφθεί ως απαράδεκτη μετά και την ειδοποίηση και μη εμφάνιση του αντικλήτου του αναιρεσείοντος (κατά την επί του φακέλου σημείωση του αρμόδιου γραμματέα) και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα ( άρθρο 583 Κ.Ποιν.Δ) Για τους λόγους αυτούς Απορρίπτει την από 6 Ιουνίου 2006 αίτηση του ..... περί αναιρέσεως του 363/2006 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών. και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, των διακοσίων είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 7 Φεβρουαρίου 2007. Και Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 7 Φεβρουαρίου 2007. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ