Αριθμός 374/2007 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ΄ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Κυριτσάκη, Αντιπρόεδρο, Γρηγόριο Μάμαλη, Θεοδώρα Γκοΐνη, Βασίλειο Κουρκάκη και Ελευθέριο Νικολόπουλο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 10 Ιανουαρίου 2007, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Καίσαρη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου .... και νυν κρατουμένου στη Δικαστική Φυλακή Κορυδαλλού, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Κορφιάτη, για αναίρεση της με αριθμό 2197/2005 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ΄ αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητά την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 4 Φεβρουαρίου 2006 αίτησή του περί αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 407/2006. Α φ ο ύ ά κ ο υ σ ε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ ΄Ελλειψη της από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ απαιτούμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της καταδικαστικής αποφάσεως, η οποία ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ. ΚΠΔ, υπάρχει, όταν δεν εκτίθεται σ' αυτήν, με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από την διαδικασία, σχετικά με την αποδιδόμενη στον κατηγορούμενο αξιόποινη πράξη, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε το δικαστήριο τα περιστατικά αυτά και οι σκέψεις με τις οποίες έκρινε ότι υπάρχουν επαρκείς αποδείξεις για την ενοχή του κατηγορουμένου. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικά κατά το είδος τους χωρίς να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά από το καθένα από αυτά. Ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους, ούτε απαιτείται να προσδιορίζεται ποιο βαρύνει περισσότερο για το σχηματισμό της δικαστικής κρίσης. Απαιτείται μόνο να προκύπτει ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε για το σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης όλα τα αποδεικτικά στοιχεία - και όχι μόνο μερικά απ' αυτά κατ' επιλογή - όπως αυτό επιβάλλεται από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 177 παρ. 1 και 178 ΚΠΔ (Ολ.ΑΠ 1/2005). Περαιτέρω, η κατά τα ανωτέρω αιτιολογία των αποφάσεων, πρέπει, να επεκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς, εκείνους δηλαδή που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τα άρθρα 170 παρ. 2 και 333 παρ. 2 ΚΠοινΔ και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξης ή της ικανότητας για καταλογισμό ή στη μείωση αυτής ή στην εξάλειψη του αξιόποινου της πράξης ή τη μείωση της ποινής. Όμως, το δικαστήριο της ουσίας δεν υποχρεούται να απαντήσει και, επιπλέον, να διαλάβει ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία προς απόκρουση προτεινομένων κατά τα ανωτέρω άρθρα 170 παρ. 2 και 333 παρ. 2 ΚΠοινΔ αυτοτελών ισχυρισμών, αν αυτοί δεν είναι σαφείς και ορισμένοι και δεν συνοδεύονται από αναφορά των πραγματικών περιστατικών που τους θεμελιώνουν. Στην προκείμενη περίπτωση, ο αναιρεσείων, με τον μόνο λόγο αναιρέσεως, πλήττει την προσβαλλόμενη 2.197/2005 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών με την οποία καταδικάστηκε για αγορά, κατοχή, αποθήκευση, μεταφορά και απόπειρα πώλησης ναρκωτικών ουσιών (ηρωΐνη) σε συνολική ποινή κάθειρξης 13 ετών και χρηματική ποινή 10.000 ευρώ για τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ΄του Κ.Ποιν.Δ λόγο αναιρέσεως. Ειδικότερα ισχυρίζεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, της ελλείψεως συνισταμένης στο ότι στο σκεπτικό της αποφάσεως δεν γίνεται αξιολογική συσχέτιση των μαρτυρικών καταθέσεων και ειδική αναφορά στην κατάθεση του μάρτυρα κατηγορίας αστυνομικού. Ο λόγος αυτός της αναίρεσης είναι αβάσιμος, διότι από το σκεπτικό της αποφάσεως προκύπτει ότι το δικαστήριο για να καταλήξει στο αποδεικτικό πόρισμά του έλαβε υπόψη τα αποδεικτικά μέσα τα οποία μνημονεύει κατ' είδος και δεν ήταν αναγκαίο για την επάρκεια της αιτιολογίας να γίνεται αξιολογική συσχέτιση αυτών. Περαιτέρω, οι ισχυρισμοί του αναιρεσείοντος ότι δεν τέλεσε τις πράξεις για τις οποίες καταδικάστηκε, είναι απαράδεκτοι γιατί βάλλουν κατά της ανέλεγκτης αναιρετικά κρίσης του δικαστηρίου της ουσίας. Εξάλλου, ενόψει του ότι ο κατηγορούμενος ζήτησε δια του συνηγόρου του, να αναγνωρισθεί σ' αυτόν η ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ.2α΄ του Π.Κ χωρίς, κατά τα προκύπτοντα από την επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλόμενης, να επικαλείται παντάπασι πραγματικά περιστατικά που να θεμελιώνουν τη συνδρομή της άνω ελαφρυντικής περιστάσεως, ο σχετικός ισχυρισμός του ήταν παντελώς αόριστος και το δικαστήριο δεν είχε για τον λόγο αυτό υποχρέωση να απαντήσει, πολύ δε περισσότερο να διαλάβει στην απόφασή του ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Μετά από αυτά, πρέπει, να απορριφθεί η αναίρεση και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 Κ.Π.Δ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 4-2-2006 αίτηση του .... για αναίρεση της 2197/2005 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Και. Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα τα οποία ορίζει στο ποσό των διακοσίων είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 24 Ιανουαρίου 2007. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 22 Φεβρουαρίου 2007. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ