Αριθμός 1651/2023 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Α2' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη, Παναγιώτη Βενιζελέα - Εισηγητή, Βρυσηίδα Θωμάτου και Κλεόβουλο - Δημήτριο Κοκκορό, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 16 Ιανουαρίου 2023, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Της αναιρεσείουσας: ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "... Ο.Ε.", που εδρεύει στη Χαλκίδα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Κουτσούκη, ο οποίος ανακάλεσε τη με ημερομηνία κατάθεσης 20-12-2022 δήλωσή του για παράσταση με το άρθρο 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ. και παραστάθηκε στο ακροατήριο. Της αναιρεσιβλήτου: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΦΑΓΕ Ελλάδας Βιομηχανία Γάλακτος Μονοπρόσωπη Α.Ε.", που εδρεύει στη Μεταμόρφωση Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Βασιλική Λινάρδου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 26-10-2016 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1062/2018 του ίδιου Δικαστηρίου και 1308/2021 του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 15-4-2021 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Α) Λόγοι αναίρεσης επί του αιτήματος επιδίκασης του ποσού, που καταβλήθηκε από την αναιρεσείουσα στην αναιρεσίβλητη λόγω υπέρβασης του ορίου στις επιστροφές ληγμένων προϊόντων. Ι). Με τη διάταξη του άρθρου 361 ΑΚ, που ορίζει, ότι για την σύσταση ή αλλοίωση ενοχής με δικαιοπραξία απαιτείται σύμβαση, εφόσον ο νόμος δεν ορίζει διαφορετικά, καθιερώνεται στο ενοχικό δίκαιο, ως απόρροια του δόγματος της αυτονομίας της βούλησης, η αρχή της ελευθερίας των συμβάσεων, σύμφωνα με την οποία οι συμβαλλόμενοι έχουν πλήρη ελευθερία για κατάρτιση οποιασδήποτε δικαιοπραξίας με οποιαδήποτε μορφή και με οποιοδήποτε περιεχόμενο, αρκεί τούτο να μη αντιβαίνει στα χρηστά ήθη ή σε κανόνες δημοσίας τάξεως, όπως είναι οι διατάξεις των άρθρων 3, 174, 178, 179 ΑΚ, που δεν επιτρέπουν αντίθετες συμφωνίες (ΑΠ 117/2023, ΑΠ 138/2022, ΑΠ 49/2021, ΑΠ 845/2019) και, επίσης, να μη προσβάλει τα δικαιώματα των άλλων (ΟλΑΠ 33/2002, ΑΠ 117/2023). Ειδικότερα, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 174 ΑΚ, δικαιοπραξία που αντιβαίνει σε απαγορευτική διάταξη του νόμου, αν δεν συνάγεται κάτι άλλο, είναι άκυρη. Με τη διάταξη αυτή, που αποτελεί περιορισμό της αρχής της ελευθερίας των συμβάσεων που θεσπίσθηκε με το ανωτέρω άρθρο 361 ΑΚ, καθιερώνεται η αρχή της ακυρότητας της δικαιοπραξίας, όταν αντιβαίνει σε απαγορευτική ή επιτακτικού χαρακτήρα δημόσιας τάξης διάταξη οποιουδήποτε νόμου. Αντιβαίνει δε σε απαγορευτική διάταξη νόμου μια δικαιοπραξία όχι μόνο όταν έρχεται σε αντίθεση με αυτόν ευθέως, αλλά και όταν επιδιώκεται με αυτή αποτέλεσμα που αποδοκιμάζεται από το νόμο. Η ακυρότητα των δικαιοπραξιών, που γίνονται για περιγραφή ή καταστρατήγηση του νόμου, θεμελιώνεται στη λογική αρχή ότι ο νομοθέτης, απαγορεύοντας ορισμένη δικαιοπραξία, διότι αποδοκιμάζει τον οικονομικό και γενικά κοινωνικό σκοπό που επιδιώκεται με αυτήν, εκφράστηκε κατά τρόπο στενότερο από ότι επιβάλλονταν σύμφωνα με την πραγματική του βούληση. Έτσι, η ακυρότητα της προς καταστρατήγηση του νόμου επιχειρηθείσας δικαιοπραξίας εξαρτάται από την ερμηνεία της υπό καταστρατήγηση διάταξης και στην περίπτωση που συντρέχουν οι όροι της επέκτασης της απαγόρευσης, είτε με διασταλτική είτε με αναλογική ερμηνεία της διάταξης, η δικαιοπραξία, σύμφωνα με τα άρθρα 3 και 174 ΑΚ, είναι άκυρη από μόνο το λόγο ότι αντιστρατεύεται αντικειμενικά στο πνεύμα και το σκοπό δημόσιας τάξης διάταξης, είτε αυτή είναι απαγορευτική είτε επιτακτική (ΑΠ 49/2021, ΑΠ 781/2020, ΑΠ 676/2014, ΑΠ 809/2014). H σύμβαση αποκλειστικής διανομής, αποτελούσα δημιούργημα της σύγχρονης οικονομίας προς εξυπηρέτηση των συναλλακτικών αναγκών της διεπιχειρησιακής συνεργασίας και θεμελιούμενη στη συνταγματική αρχή της οικονομικής ελευθερίας (άρθρο 5 παρ.1 του Συντάγματος) και στην υπό του ανωτέρω άρθρου 361 ΑΚ προβλεπόμενη αρχή της ελευθερίας των συμβάσεων, είναι η ιδιόρρυθμη διαρκής ενοχική σύμβαση, κατά τη διάρκεια της οποίας ο ένας συμβαλλόμενος (παραγωγός ή χονδρέμπορος) υποχρεούται να πωλεί, αποκλειστικά, για μία ορισμένη περιοχή, στον άλλον (διανομέα) τα συμβατικά εμπορεύματα και ο τελευταίος να προμηθεύεται αποκλειστικά από εκείνον τα εμπορεύματα αυτά, τα οποία στη συνέχεια μεταπωλεί σε τρίτους στο δικό του όνομα, για δικό του λογαριασμό και με δικό του επιχειρησιακό κίνδυνο, ενεργώντας δηλαδή ως ανεξάρτητος επαγγελματίας διαμεσολαβητικές πράξεις στο εμπόριο. Η έννοια, ειδικότερα, της αποκλειστικότητας στη διανομή ορισμένων προϊόντων είναι ότι ο παραγωγός υποχρεώνεται με τη σχετική σύμβαση να μην παραδίδει εμπορεύματα σε τρίτους ανταγωνιστές του αποκλειστικού διανομέα μέσα στην περιοχή της διανομής και αντιστρόφως ο αποκλειστικός διανομέας υποχρεώνεται να μη διανέμει ευθέως ανταγωνιστικά προϊόντα στην ίδια περιοχή (Ολ ΑΠ 16/2013, ΑΠ 533/2022, ΑΠ 698/2020, ΑΠ 1374/2019, ΑΠ 1112/2018). Έτσι, η ρήτρα της αποκλειστικότητας, με αμφίδρομη ενέργεια, επιβάλλει στο διανομέα και την παράλληλη υποχρέωση παράλειψης πράξεων ανταγωνισμού, η οποία ρήτρα, σε κάθε περίπτωση, πρέπει να είναι συμβατική και όχι προϊόν αυτόβουλης δέσμευσης. Σε αντίθεση, δηλαδή, με τη σύμβαση εμπορικής αντιπροσωπείας, στην οποία ο αντιπρόσωπος έχει και χωρίς σχετική συμβατική πρόβλεψη, με βάση τη γενικότερη υποχρέωση αυτού να επιμελείται των συμφερόντων του παραγωγού, (παρεπόμενη) υποχρέωση μη ανταγωνισμού έναντι του αντιπροσωπευόμενου εντός της ορισθείσας εδαφικής περιοχής, ο διανομέας δεν έχει, κατ' αρχήν, υποχρέωση μη προώθησης ανταγωνιστικών προϊόντων, παρά μόνον εφόσον έχει αναλάβει ρητά με τη σύμβαση τέτοια δέσμευση. Επομένως, βασικά στοιχεία της σύμβασης αποκλειστικής διανομής αποτελούν αφενός μεν η απαγόρευση ανταγωνισμού, αφού στην περίπτωση που ο διανομέας έχει το δικαίωμα να διαθέτει, εκτός από τα προϊόντα του παραγωγού, και άλλα, ανταγωνιστικά προς τα δικά του, προϊόντα, η σύμβαση έχει το χαρακτήρα της απλής διανομής, αφετέρου δε η αποκλειστικότητα της συμφωνηθείσας εδαφικής περιοχής. Συνεπώς, εντός της καθορισθείσας περιοχής ο παραγωγός δεν μπορεί να προμηθεύει με τα συμβατικά προϊόντα άλλους εμπόρους ή να συμβάλλεται και με έτερο διανομέα για την προώθηση των προϊόντων του, αλλά ούτε και δικαιούται να προβαίνει ο ίδιος σε απευθείας πωλήσεις, ενόψει μάλιστα και της δυνατότητας διαμόρφωσης από αυτόν ελκυστικότερων τιμών. Οπωσδήποτε, όμως, στην τελευταία αυτή περίπτωση, συνεκτιμάται και η έκταση της σχετικής επιφύλαξης. Η ιδιότυπη αυτή, διαρκούς χαρακτήρα, ενοχική σύμβαση της αποκλειστικής διανομής, διαφοροποιείται, ως προς την νομική της υφή, από εκείνη της σύμβασης εμπορικής αντιπροσωπείας, υποκείμενης σε ειδική νομοθετική ρύθμιση από τις διατάξεις του Π.Δ. 219/1991 "περί εμπορικών αντιπροσώπων", που εκδόθηκε σε συμμόρφωση προς την Οδηγία 86/653/ΕΟΚ του Συμβουλίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων για τον συντονισμό των δικαίων των κρατών-μελών, όσον αφορά τους εμπορικούς αντιπροσώπους (ανεξάρτητους επιχειρηματίες), όπως τροποποιήθηκε με τα Π.Δ. 249/1993, 88/1994 και 312/1995, καθόσον στο πλαίσιο της λειτουργίας της σύμβασης εμπορικής αντιπροσωπείας, ο εμπορικός αντιπρόσωπος ενεργεί ως βοηθητικό όργανο διαμεσολάβησης στο όνομα και για λογαριασμό του αντιπροσωπευόμενου, ενώ στο πλαίσιο της λειτουργίας της σύμβασης αποκλειστικής διάθεσης (διανομής) ο διανομέας ενεργεί στο δικό του όνομα, για δικό του λογαριασμό και με δικό του επιχειρησιακό κίνδυνο. Παρόλη, όμως, τη διαφοροποίηση των δύο αυτών συμβατικών μορφών, στη σύμβαση αποκλειστικής διανομής, λόγω έλλειψης ειδικής νομοθετικής ρύθμισης, εφαρμόζονται αναλογικά οι διατάξεις του Αστικού Κώδικα για την εντολή, σε συνδυασμό με εκείνες του Π.Δ. 219/1991, στις διατάξεις του οποίου ρητά πλέον παραπέμπει το άρθρο 14 παρ. 4 του ν. 3557/2007, ορίζοντας ότι οι διατάξεις του Π.Δ. 219/1991 "περί εμπορικών αντιπροσώπων", όπως τροποποιήθηκε μεταγενέστερα, εφαρμόζονται αναλόγως στις συμβάσεις αντιπροσωπείας για την παροχή υπηρεσιών, καθώς και στις συμβάσεις αποκλειστικής διανομής, εφόσον όμως η διαμεσολαβητική λειτουργία του αποκλειστικού διανομέα προσομοιάζει με αυτήν του εμπορικού αντιπροσώπου σε τέτοιο βαθμό, ώστε να ταυτίζεται κατά τα ουσιώδη στοιχεία της, πράγμα που συμβαίνει, όταν ο αποκλειστικός διανομέας αναλαμβάνει με τη σύμβαση υποχρεώσεις ανάλογες με αυτές του εμπορικού αντιπροσώπου (ΑΠ 1154/2021, ΑΠ 1374/2019, ΑΠ 1370/2019, ΑΠ 1057/2018). Ειδικότερα, με το άρθρο 14 παρ. 4 του ν. 3557/2007 ορίστηκε ότι οι διατάξεις του Π.Δ. 219/1991, όπως ισχύει, εφαρμόζονται αναλόγως και στις συμβάσεις αποκλειστικής διανομής, "εφόσον, ως συνέπεια της σύμβασης αυτής, ο διανομέας ενεργεί ως τμήμα της εμπορικής οργάνωσης του προμηθευτή". Από τη διάταξη αυτή, η οποία εμμέσως διακρίνει την αποκλειστική από την απλή διανομή, αποκλείοντας την τελευταία από την εφαρμογή του, δεν προκύπτει επέκταση των πιο πάνω διατάξεων γενικώς σε όλες τις συμβάσεις αποκλειστικής διανομής, αλλά μόνον στις συγκεκριμένες περιπτώσεις, όπου συντρέχει η ως άνω πρόσθετη προϋπόθεση, δηλαδή να έχει καταστεί ο αποκλειστικός διανομέας, με βάση τους σχετικούς όρους της σύμβασης, τμήμα της εμπορικής οργάνωσης του προμηθευτή, έχοντας έτσι την ίδια ασθενή θέση και έντονη εξάρτηση από τον παραγωγό, αλλά και τον αυτό βαθμό ένταξης στο δίκτυο διανομής με τον τύπο του εμπορικού αντιπροσώπου, τον οποίο ο κοινοτικός νομοθέτης είχε υπ' όψη του, όταν θέσπισε τις προστατευτικές διατάξεις της άνω Οδηγίας. Ουσιαστικά, δηλαδή, με την ως άνω διάταξη ο νομοθέτης αποτύπωσε τις προϋποθέσεις που έθετε η νομολογία για την εφαρμογή των διατάξεων του ανωτέρω π.δ/τος στις συμβάσεις διανομής, ενσωματώνοντας στο κριτήριο της ενέργειας του διανομέα ως τμήματος της εμπορικής οργάνωσης του προμηθευτή όλες τις μέχρι τότε απαιτούμενες προϋποθέσεις. Έτσι, πληρούται το εν λόγω κριτήριο, ιδίως, όταν ο διανομέας, πέραν της βασικής υποχρέωσής του να παραλείπει πράξεις ανταγωνιστικές σε βάρος του αντιπροσωπευόμενου, που αποτελεί στοιχείο της σύμβασης αποκλειστικής διανομής, αναλαμβάνει και πρόσθετες υποχρεώσεις, όπως: α) να τηρεί το επαγγελματικό απόρρητο, β) να προωθεί διαρκώς και αποκλειστικά τα προϊόντα του παραγωγού στη συμβατική περιοχή ευθύνης του, υποκείμενος μάλιστα στον έλεγχό του ως προς την εξέλιξη των πωλήσεων και την επίτευξη τεθέντων στόχων, και να συμβάλλει έτσι στην επέκταση της πελατείας του αντιπροσωπευόμενου, χωρίς δηλαδή να αρκείται στην παθητική αναμονή πελατείας, επιτελώντας, σε σημαντική έκταση, καθήκοντα συγκρίσιμα με εκείνα του εμπορικού αντιπροσώπου, γ) να ακολουθεί τις οδηγίες του παραγωγού ως προς την εμφάνιση και ποιότητα των πωλούμενων προϊόντων, δ) να διαφημίζει τα πωλούμενα προϊόντα ακόμη και με δικές του δαπάνες, ε) να διαθέτει προσωπικό για την προώθηση των πωλήσεων, στ) να διαθέτει τα αναγκαία αποθέματα για να μην παρουσιασθούν ελλείψεις στην αγορά, διατηρώντας με δικά του έξοδα κατάλληλη οργάνωση και υποδομή, ζ) να προστατεύει τα συμφέροντα και τη φήμη του παραγωγού, και η) να γνωστοποιεί στον αντιπροσωπευόμενο το πελατολόγιό του, ενώ ακόμη και όταν έχει το δικαίωμα να καθορίζει ο ίδιος τις τιμές μεταπώλησης των προϊόντων στους τρίτους, δεν αποκλείεται να έχουν συμβατικά καθορισθεί ανώτατα ή κατώτατα όρια τιμών (ΑΠ 1369/2019, ΑΠ 1265/2019, ΑΠ 1057/2018). Η συνομολόγηση ακριβώς των υποχρεώσεων αυτών, που δεν είναι πάντως αναγκαίο να συντρέχουν σωρευτικά, αλλά μπορούν και να παραλλάσσουν, έτσι ώστε η έλλειψη μιας ή ορισμένων από αυτές να καλύπτεται από την ιδιαίτερη ένταση των λοιπών, καθιστά τους παραπάνω επαγγελματίες αναπόσπαστο και καθοριστικό μέρος του δικτύου της επιχειρηματικής δραστηριότητας του εντολέα τους και, ουσιαστικά, τότε αυτοί ενεργούν ως τμήμα της εμπορικής οργάνωσης του εν λόγω προμηθευτή, αφού η εμπορική τους δραστηριότητα, μολονότι αναπτύσσεται με δικό τους κίνδυνο, συνεπάγεται, εντούτοις, οφέλη αμέσως και για τον εντολέα τους, καθόσον αυτός δεν αντλεί οικονομικά οφέλη μόνον από την εκπλήρωση της κύριας συμβατικής τους υποχρέωσης, αλλά και από τις ως άνω ιδιαίτερες υποχρεώσεις τους, με σπουδαιότερο γι' αυτόν (εντολέα) όφελος το ότι λαμβάνει γνώση του πελατολογίου τους, οπότε και μπορεί, μετά τη λύση της σύμβασής τους, να το χρησιμοποιήσει, μέσω άλλων επαγγελματιών, και να συνεχίσει έτσι να αποκομίζει οικονομικά οφέλη (ΟλΑΠ 16/2013, ΑΠ 1374/2019, ΑΠ 1369/2019). Ενόψει αυτών, η αναλογική αυτή εφαρμογή του ως άνω π. δ/τος "περί εμπορικών αντιπροσώπων" δεν εξικνείται μέχρι του σημείου εφαρμογής του και επί των συμβάσεων απλής και όχι αποκλειστικής διανομής, δηλαδή εκείνων στις οποίες ο διανομέας διαθέτει, εκτός από τα προϊόντα του παραγωγού, και άλλα, ανταγωνιστικά προς τα δικά του, προϊόντα. Και τούτο, διότι στην περίπτωση αυτή δεν υπάρχει το πλέον ουσιώδες στοιχείο της άνω ομοιότητας, δηλαδή εκείνο της εκ μέρους του διανομέα ανάληψης υποχρέωσης μη ανταγωνισμού και προώθησης, διαρκώς και αποκλειστικώς, των προϊόντων του παραγωγού στην περιοχή ευθύνης του (ΑΠ 1325/2019, ΑΠ 1057/2018, ΑΠ 804/2015, ΑΠ 1909/2013). Η δυνατότητα αναλογικής εφαρμογής του π.δ/τος 219/1991 για τον εμπορικό αντιπρόσωπο και σε άλλες μορφές εμπορικών διαμεσολαβητικών δραστηριοτήτων, κρίνεται κατά περίπτωση, με την έννοια όχι βέβαια επιλεκτικά, έτσι ώστε η αναλογία να αποτελεί για την περίπτωση αυτή εισαγωγή στην πραγματικότητα ατομικού δικαίου, αλλά θα πρέπει η ατομική περίπτωση να συγκεντρώνει τα στοιχεία που δικαιολογούν εξ αντικειμένου την επέκταση και σ' αυτή των ρυθμίσεων του ως άνω π.δ/τος (ΑΠ 533/2022, ΑΠ 532/2022, ΑΠ 1369/2019). ΙΙ). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 178 του Α.Κ., δικαιοπραξία (μονομερής, πολυμερής, περιουσιακή ή μη) που αντιβαίνει στα χρηστά ήθη είναι άκυρη, εκτός αν ο νόμος προβλέπει ιδιαίτερες συνέπειες (όπως στα άρθρα 844 επ., 939 επ. του Α.Κ.). Ως κριτήριο των χρηστών ηθών χρησιμεύει το περί ηθικής συναίσθημα του κατά γενική αντίληψη χρηστού, έμφρονα και υγιώς σκεπτόμενου κοινωνικού ανθρώπου, η δε αντίθεση στα χρηστά ήθη, που καθιστά άκυρη τη δικαιοπραξία, κρίνεται είτε από το περιεχόμενό της είτε σε συνδυασμό με τον σκοπό και τα ελατήρια των δικαιοπρακτούντων, που τελούν σε γνώση ή σε υπαίτια άγνοια του ανήθικου περιεχομένου (Ολ.Α.Π. 398/1975, ΑΠ 674/2021). Ειδικότερα, προκειμένου να κριθεί αν στην συγκεκριμένη περίπτωση συμπεριφοράς υπάρχει αντικειμενική αντίθεση, υπό την προεκτεθείσα έννοια, προς τα χρηστά ήθη (την οποία δεν αποκλείει η ύπαρξη σχετικού δικαιώματος ή ευχέρειας), συνεκτιμώνται τα κίνητρα, ο σκοπός του υποκειμένου της συμπεριφοράς, το είδος των μέσων που χρησιμοποιήθηκαν για την επίτευξη του σκοπού, έστω και θεμιτού αλλά και όλες οι λοιπές περιστάσεις πραγμάτωσης της συμπεριφοράς, θετικής ή αρνητικής, δηλαδή δεν λαμβάνονται υπόψη μεμονωμένα τα αίτια που οδήγησαν τον υπαίτιο στην συγκεκριμένη ενέργειά του, αλλά το σύνολο των περιστάσεων, υπό τις οποίες εκδηλώθηκε η προσβαλλόμενη, ως επιλήψιμη, συμπεριφορά και αξιολογείται γενικά η διαγωγή του, σε συνδυασμό και με την διαγωγή του αντισυμβαλλομένου - παθόντος, για να κριθεί το αν οι δύο συμπεριφορές τελούν μεταξύ τους προφανώς σε καταφατική ή αποφατική αναλογική σχέση (ΑΠ 1766/2022, ΑΠ 1314/2022, ΑΠ 900/2011). Στην περίπτωση που η κρινόμενη συμπεριφορά σχετίζεται με ορισμένη κατηγορία συναλλαγών και συναλλασσομένων, οι αντίστοιχες, στην κατηγορία αυτή των συναλλασσομένων, κρατούσες αντιλήψεις, λαμβάνονται υπόψη, εκτός αν, κατά το κοινό συναίσθημα του πιο πάνω κοινωνικού ανθρώπου, δεν συμβιβάζονται με την κοινωνική ηθική (ΑΠ 601/2022, ΑΠ 1177/2018, ΑΠ 212/2018). Επίσης, κατά τη διάταξη του άρθρου 281 Α.Κ. η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, η οποία αποσκοπεί στην πάταξη της κακοπιστίας και της ανηθικότητας στις συναλλαγές, το δικαίωμα θεωρείται ότι ασκείται καταχρηστικά, όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου, που προηγήθηκε ή η πραγματική κατάσταση, που διαμορφώθηκε κατά το χρονικό διάστημα, που μεσολάβησε ή οι περιστάσεις που μεσολάβησαν, χωρίς κατά το νόμο να εμποδίζουν τη γένεση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή τη μεταγενέστερη άσκησή του κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, αφού τείνουν στην ανατροπή κατάστασης που δημιουργήθηκε υπό ορισμένες ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε για πολύ χρόνο, με επακόλουθο να συνεπάγεται επαχθείς συνέπειες για τον υπόχρεο. Απαιτείται, δηλαδή, για να χαρακτηρισθεί η άσκηση του δικαιώματος καταχρηστική να έχει δημιουργηθεί στον υπόχρεο, από την συμπεριφορά του δικαιούχου σε συνάρτηση με εκείνη του υπόχρεου, και μάλιστα ευλόγως, η πεποίθηση ότι ο δικαιούχος δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμά του. Απαιτείται, ακόμα, οι πράξεις του υπόχρεου και η υπ' αυτού δημιουργηθείσα κατάσταση, που συνεπάγεται ιδιαιτέρως επαχθείς για τον ίδιο επιπτώσεις, να τελούν σε αιτιώδη σχέση με την προηγούμενη συμπεριφορά του δικαιούχου. Το ζήτημα δε, αν οι συνέπειες, που συνεπάγεται η άσκηση του δικαιώματος, είναι επαχθείς για τον υπόχρεο, πρέπει να αντιμετωπίζεται και σε συνάρτηση με τις αντίστοιχες συνέπειες που μπορεί να επέλθουν σε βάρος του δικαιούχου από την παρακώλυση της ικανοποίησης του δικαιώματός του (ΟλΑΠ 7/2002, ΑΠ 41/2021, ΑΠ 109/2019). Η κατάχρηση δικαιώματος, η οποία απαγορεύεται από την ανωτέρω διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ συνιστά παράβαση νόμου και άρα αποτελεί παράνομη πράξη και συνεπώς, εάν συντρέχουν οι λοιπές προϋποθέσεις της αδικοπραξίας, η κατάχρηση γεννά υποχρέωση σε αποζημίωση, κατά το άρθρο 914 ΑΚ (ΟλΑΠ 2/2019, ΑΠ 674/2021, ΑΠ 425/2014). Εξάλλου, στο πλαίσιο του ελεύθερου ανταγωνισμού των επιχειρήσεων, στη διάταξη του άρθρου 18 α' του ν. 146/1914 (προϊσχύσασα διάταξη άρθρο 2 α' του ν. 703/1977 "περί ελέγχου μονοπωλίων και ολιγοπωλίων και προστασίας του ελεύθερου ανταγωνισμού", που καταργήθηκε με το άρθρο 1 παρ. 1 του ν. 2837/2000, προστέθηκε με το άρθρο 1 του ν. 3373/2005, καταργήθηκε με το άρθρο 2 του ν. 3784/2009 και εισήχθη ήδη με το άρθρο 29 παρ.1 του ιδίου ν. 3784/2009 στο ν. 146/1914 ως αυτοτελές άρθρο 18 α') ορίζεται ότι: "1. Απαγορεύεται η καταχρηστική εκμετάλλευση από μία ή περισσότερες επιχειρήσεις της σχέσης οικονομικής εξάρτησης, στην οποία βρίσκεται προς αυτήν ή αυτές μια επιχείρηση, η οποία κατέχει θέση πελάτη ή προμηθευτή, ακόμη και ως προς ένα ορισμένο είδος προϊόντων ή υπηρεσιών και δεν διαθέτει ισοδύναμη εναλλακτική λύση. Η καταχρηστική αυτή εκμετάλλευση της σχέσης οικονομικής εξάρτησης δύναται να συνίσταται ιδίως στην επιβολή αυθαίρετων όρων συναλλαγής, στην εφαρμογή διακριτικής μεταχείρισης ή στην αιφνίδια και αδικαιολόγητη διακοπή μακροχρόνιων εμπορικών σχέσεων. 2. Ο οποιοσδήποτε έχει έννομο συμφέρον μπορεί να ζητήσει άρση και παράλειψη της παράβασης και αποζημίωση για οποιαδήποτε ζημία υποστεί κατά παράβαση της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου, 3. Όποιος ατομικώς ή ως εκπρόσωπος νομικού προσώπου ενεργεί κατά παράβαση του παρόντος άρθρου τιμωρείται με χρηματική ποινή...". Από τη διάταξη αυτή, όπως και από τις προϊσχύσασες νομοτυπικές μορφές της καθώς και από την αντίστοιχη διάταξη του άρθρου 82 της Συνθήκης της ΕΟΚ, συνάγεται ότι δεν απαγορεύεται η οικονομική εξάρτηση, αλλά μόνον η καταχρηστική εκμετάλλευσή της. Η έννοια της καταχρηστικής συμπεριφοράς δεν ορίζεται στις ως άνω διατάξεις, που περιορίζονται στην ενδεικτική απαρίθμηση ορισμένων μορφών αυτής. Για την έννοια, επομένως, της καταχρηστικής εκμετάλλευσης, λαμβάνονται υπόψη ο σκοπός και το αντικείμενο προστασίας των εν λόγω διατάξεων, δηλαδή, η προστασία του συστήματος της οικονομίας της αγοράς καθώς και η προστασία της οικονομικής ελευθερίας των τρίτων. Προϋποθέσεις για την υπαγωγή στην ως άνω διάταξη είναι: α) η σχέση της οικονομικής εξάρτησης, για την οποία δεν απαιτείται απόλυτη δεσπόζουσα θέση στο σύνολο ή σε μέρος της αγοράς της χώρας, αλλά αρκεί ουσιαστικά η σχετική δεσπόζουσα θέση της μιας επιχείρησης απέναντι στην άλλη, στις μεταξύ τους κάθετες σχέσεις συνεργασίας. Οικονομική εξάρτηση μιας επιχείρησης από άλλη ή άλλες επιχειρήσεις στοιχειοθετείται στην περίπτωση, που ο έμπορος, λόγω της μακρόχρονης συνεργασίας του και των επενδύσεων που έκανε στο πλαίσιο της συγκεκριμένης δραστηριότητάς του, έχει προσαρμόσει πλήρως την επιχείρησή του στις ανάγκες διάθεσης και προώθησης των προϊόντων του προμηθευτή, ώστε δεν θα μπορούσε να στραφεί σε εναλλακτικές πηγές εφοδιασμού, χωρίς να υποστεί σοβαρές οικονομικές θυσίες. β) η απουσία ισοδύναμης εναλλακτικής λύσης, η οποία συντρέχει, όταν δεν προσφέρονται καθόλου εναλλακτικές λύσεις ή οι προσφερόμενες συνδέονται με σοβαρά μειονεκτήματα για την εξαρτημένη επιχείρηση. Δηλαδή η τελευταία είτε δεν μπορεί να προμηθεύεται προϊόντα ή υπηρεσίες από άλλη πηγή ή να προμηθεύει τα προϊόντα της σε άλλες επιχειρήσεις είτε μπορεί μεν, όχι όμως με τους ίδιους, αλλά με δυσμενέστερους όρους, που θα έχουν ως αποτέλεσμα την περιέλευση αυτής (εξαρτώμενης επιχείρησης) σε δυσμενή έναντι των ανταγωνιστών της θέση, αφού μειώνεται σημαντικά η ικανότητά της να ανταπεξέλθει στον ελεύθερο ανταγωνισμό, πράγμα που μπορεί να την οδηγήσει ακόμη και σε αδυναμία να συνεχίσει τη λειτουργία της, και γ) η καταχρηστική εκμετάλλευση της σχέσης οικονομικής εξάρτησης, δηλαδή η εκ μέρους της ισχυρής επιχείρησης εκμετάλλευση της ισχύος, που της δίνει η αδυναμία της εξαρτώμενης ή των εξαρτώμενων επιχειρήσεων να διαθέτουν άλλη ισοδύναμη εναλλακτική λύση με μέσα και πρακτικές, όπως στο ως άνω άρθρο αναφέρονται, που έχουν ως αποτέλεσμα να βλάψουν την ανταγωνιστικότητα των τελευταίων (ΑΠ 674/2021), αποκομίζοντας με τον τρόπο αυτό η ίδια οφέλη και προκαλώντας ζημία στην εξαρτημένη επιχείρηση, την οποία δεν θα προκαλούσε, εάν υπήρχε για την τελευταία εναλλακτική λύση. Η καταχρηστική εκμετάλλευση της σχέσης οικονομικής εξάρτησης μπορεί, κατά τα ανωτέρω, να συνίσταται και στην επιβολή αυθαίρετων όρων συναλλαγής. Η παράβαση της διάταξης αυτής συνιστά παράνομη συμπεριφορά, κατά την έννοια των διατάξεων των άρθρων 914 επ. και 919 του Α.Κ., από την οποία, αν προκλήθηκε ζημία ή ηθική βλάβη σε άλλον, δημιουργείται υποχρέωση προς αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση(ΑΠ 674/2021, ΑΠ 1196/2020). Κατά το άρθρο 904 παρ. 1 ΑΚ, όποιος έγινε πλουσιότερος χωρίς νόμιμη αιτία από την περιουσία ή με ζημία άλλου έχει υποχρέωση να αποδώσει την ωφέλεια. Η υποχρέωση αυτή γεννιέται ιδίως σε περίπτωση παροχής αχρεώστητης ή παροχής για αιτία που δεν επακολούθησε ή έληξε ή αιτία παράνομη ή ανήθικη. Κατά δε το άρθρο 908 εδ. α' του ιδίου Κώδικα ο λήπτης οφείλει να αποδώσει το πράγμα που έλαβε ή το αντάλλαγμα που τυχόν έλαβε από αυτό. Επομένως, η ωφέλεια που προήλθε από την εκτέλεση άκυρου όρου σύμβασης αναζητείται με τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με εσφαλμένη εφαρμογή (Ολ.ΑΠ 7/2006, Ολ.ΑΠ 4/2005). Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ` ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται. Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός πρέπει να καθορίζονται η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου, που παραβιάσθηκε και το αποδιδόμενο στο δικαστήριο νομικό σφάλμα περί την ερμηνεία και εφαρμογή της (Ολ.ΑΠ 20/2005, Ολ.ΑΠ 32/1996), αλλιώς ο λόγος αυτός είναι αόριστος και γι' αυτό απορριπτέος ως απαράδεκτος. Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα, που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), δηλαδή όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης, με αποτέλεσμα να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε. (Ολ.ΑΠ 1/1999). Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ολΑΠ 2/2019, ΟλΑΠ 18/2008, ΟλΑΠ 15/2006). Τα νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, που συνέχονται με την ερμηνεία του νόμου ή την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματος του δικαστηρίου και, επομένως, αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 50/2020, ΑΠ 2/2019, ΑΠ 708/2017). ΙΙΙ). Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε, με την προσβαλλομένη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον τους παρακάτω αναιρετικούς λόγους μέρος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Η εναγόμενη (ήδη αναιρεσίβλητη) ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "ΦΑΓΕ Βιομηχανία Επεξεργασίας Γάλακτος Ανώνυμη Εταιρία" δραστηριοποιείται στον τομέα επεξεργασίας και εμπορίας γαλακτοκομικών προϊόντων (γάλατα, τυριά, γιαούρτια, κρέμες) και χυμών υπό το σήμα "ΦΑΓΕ", τα οποία διανέμει στην Ελλάδα, μέσω δικτύου συνεργατών. Στα πλαίσια της δραστηριότητάς της αυτής, μεταξύ αυτής ως παραγωγού - προμηθεύτριας και του Α. Β. , που διατηρούσε ατομική επιχείρηση, καταρτίστηκε προφορικά σύμβαση εμπορικής συνεργασίας, σύμφωνα με την οποία ο Α. Β. διένειμε, από το έτος 1981, τα προϊόντα της εναγόμενης στους Ν. Εύβοιας, Βοιωτίας και τη νήσο Σκύρο. Την εμπορική συνεργασία συνέχισε μετά τον αιφνίδιο θάνατο αυτού, που έλαβε χώρα το Νοέμβριο του 2007, η ενάγουσα (ήδη αναιρεσείουσα), ομόρρυθμη εταιρία, με αντικείμενο της δραστηριότητάς της, την αντιπροσώπευση διαφόρων εταιριών, την εμπορία και διανομή τροφίμων, γαλακτοκομικών, τυροκομικών προϊόντων, κατεψυγμένων, τυποποιημένων προϊόντων και συναφών ειδών. Διαχειριστής και εκπρόσωπος της εταιρίας αυτής ορίστηκε ο ομόρρυθμος εταίρος της Μ. - Μ. Β. , γιος του Α. Β. , ο οποίος αξίζει να σημειωθεί απασχολούταν και προηγουμένως στην επιχείρηση του πατέρα του από το έτος 1982. Ειδικότερα, δυνάμει άτυπης σύμβασης αποκλειστικής εμπορικής συνεργασίας αορίστου χρόνου, που καταρτίσθηκε τον Απρίλιο του έτους 2008 μεταξύ των διαδίκων, η ενάγουσα, όπως προηγούμενα ο Α. Β. , ανέλαβε κατ' αποκλειστικότητα τη διανομή και διάθεση των προϊόντων της εναγόμενης (γαλακτοκομικά προϊόντα και χυμούς) στην περιοχή των Ν. Εύβοιας, Βοιωτίας και τη νήσο Σκύρο. Η ενάγουσα, η οποία είχε την απαιτούμενη για τη διανομή και διάθεση των γαλακτοκομικών προϊόντων και χυμών υποδομή, δηλαδή δικές της εγκαταστάσεις, πέντε Ι.Χ.Φ. αυτοκίνητα - ψυγεία και απασχολώντας το αναγκαίο προσωπικό, ήτοι έξι οδηγούς - πωλητές, έναν υπάλληλο για τη γραμματειακή υποστήριξη, έναν βοηθό λογιστή στο λογιστήριο και έναν εξωτερικό λογιστή, αγόραζε αποκλειστικά τα προϊόντα της εναγόμενης, τα οποία πωλούσε στις παραπάνω παραχωρηθείσες περιοχές, στο όνομά της και για δικό της λογαριασμό, καταβάλλοντας κάθε δυνατή προσπάθεια μεγιστοποίησης των πωλήσεων. Η ποσότητα και το είδος των προϊόντων προσδιορίζονταν από την ενάγουσα βάσει των διαπιστούμενων από την ίδια αναγκών και σημείων πώλησης, που εξυπηρετούσε. Κατά τη λειτουργία της σύμβασης η ενάγουσα συμμορφωνόταν με τις οδηγίες και υποδείξεις της εναγόμενης, όσον αφορά το σύστημα διανομής των προϊόντων που αυτή εφάρμοζε και ανέπτυξε το υποδεικνυόμενο από την τελευταία σύστημα μηχανογράφησης, το οποίο συνδεόταν ηλεκτρονικά με το μηχανογραφικό σύστημα της εναγόμενης. Επίσης είχε υποχρέωση να μη διανέμει ανταγωνιστικά προϊόντα και να τηρεί εχεμύθεια και τα εμπορικά απόρρητα της αντισυμβαλλόμενης της. Η διανομή των προϊόντων γινόταν με μεταφορά αυτών από την Αθήνα, προσωρινή αποθήκευσή τους στους ψυκτικούς θαλάμους της ενάγουσας και εν συνεχεία μεταφορά προς πώληση αυτών στις παραχωρηθείσες περιοχές. Η μεταφορά των προϊόντων γίνονταν με τη χρήση των φορτηγών αυτοκινήτων - ψυγείων, τα οποία έφεραν τα σήματα και τα χρώματα της εναγόμενης. Κατά την μετάβαση των φορτηγών - ψυγείων στους πελάτες, η πώληση των προϊόντων από τους οδηγούς - πωλητές γινόταν με το σύστημα ex van, δηλαδή με τη χρήση ηλεκτρονικού υπολογιστή παλάμης, στον οποίο οι πωλητές καταχωρούσαν όλα τα απαραίτητα στοιχεία για να ολοκληρωθεί η πώληση και ειδικότερα τον κωδικό πελάτη, την επωνυμία, το Α.Φ.Μ., τον κωδικό του προϊόντος και την τιμή μεταπώλησης. Οι πελάτες διακρίνονταν σε δύο κατηγορίες, τα μικρά σημεία πώλησης που ήταν περίπτερα, κυλικεία, μίνι μάρκετ και ζαχαροπλαστεία και τους μεγάλους πελάτες, που ήταν οι αλυσίδες σούπερ μάρκετ. Η συμφωνημένη αμοιβή, που ελάμβανε για τη δραστηριότητά της αυτή και η οποία διατηρήθηκε αμετάβλητη καθ' όλη τη διάρκεια της συνεργασίας των διαδίκων, συνίστατο σε έκπτωση επί του τιμολογίου ποσοστού 7% επί του τζίρου των αγορών, πλέον 1 % ως επιδότηση υποδομής και επιπλέον 6% για τις πωλήσεις της μετρητοίς, προς τούτο δε εκδίδονταν από την εναγόμενη σχετικά τιμολόγια πώλησης - δελτία αποστολής στο όνομα της ενάγουσας, από τα οποία αφαιρείτο η παραπάνω βασική της προμήθεια. Δηλαδή η ενάγουσα με την αγορά των προϊόντων έπαιρνε την ανωτέρω βασική της προμήθεια. Με βάση τα παραπάνω, η ένδικη σύμβαση φέρει το χαρακτήρα της σύμβασης αποκλειστικής διανομής, της οποίας αποδείχθηκε ότι συντρέχουν τα κύρια χαρακτηριστικά...και ειδικότερα αυτά της μεταπώλησης από την άνω διανομέα των κατ' αποκλειστικότητα αγοραζόμενων από την εναγόμενη προϊόντων σε τρίτους πελάτες, στο όνομά της και για δικό της λογαριασμό και της υποχρέωσης της διανομέα να ακολουθεί τις οδηγίες της εναγόμενης ως προς την εμφάνιση και ποιότητα των πωλούμενων προϊόντων, να διαθέτει προσωπικό για τις πωλήσεις και να διαφημίζει το σήμα της εναγόμενης, μέσω των φορτηγών αυτοκινήτων με τα οποία διακινούσε τα προϊόντα, διατηρώντας με δικά της έξοδα κατάλληλη οργάνωση και υποδομή. Παράλληλα, η ενάγουσα (διανομέας) λειτουργούσε ως τμήμα της εμπορικής οργάνωσης της εναγόμενης, έχοντας την ίδια ασθενή θέση με αυτή του αντιπροσώπου και έντονη εξάρτηση από την τελευταία, αλλά και τον αυτό βαθμό ένταξης στο δίκτυο διανομής με τον τύπο του εμπορικού αντιπροσώπου, επιτελώντας σε σημαντική έκταση καθήκοντα συγκρίσιμα με εκείνα του εμπορικού αντιπροσώπου, συνδεόμενη με το δίκτυο πωλήσεων της εναγόμενης, επιπλέον δε είχε αναλάβει την υποχρέωση να μην ανταγωνίζεται την εναγόμενη, το πελατολόγιό της ήταν σε γνώση της εναγόμενης και μάλιστα μετά τη λύση της σύμβασης διανομής περιέρχονταν οι πελάτες της σ' αυτή, ενώ τα οικονομικά της οφέλη (προμήθειες) ήταν όμοια με εκείνα του αντιπροσώπου, δοθέντος ότι ελάμβανε αμοιβή για την επιτυχημένη διαμεσολαβητική της δραστηριότητα, η οποία εμφανιζόταν ως παγίως χορηγούμενη έκπτωση επί της αξίας των πράγματι διατεθειμένων από αυτήν προϊόντων προς τους λιανοπωλητές. Ενόψει αυτών, στην επίδικη σύμβαση αποκλειστικής διανομής εφαρμόζονται οι διατάξεις του πδ/τος 219/1991 "περί εμπορικών αντιπροσώπων"... Περαιτέρω, από τα ίδια αποδεικτικά μέσα, αποδείχθηκε ότι κατά την έναρξη της συνεργασίας των διαδίκων η ενάγουσα επέστρεφε στην εναγόμενη όλα τα ληγμένα προϊόντα, προκειμένου να καταστραφούν, όπως επέβαλε η νομοθεσία για λόγους δημόσιας υγείας και η τελευταία πίστωνε αντίστοιχα την αξία του τιμήματος των προϊόντων αυτών. Στο δεύτερο εξάμηνο του έτους 2010 συμφωνήθηκε, μετά από πρόταση της εναγόμενης, η επιβολή ορίου στις επιστροφές, υπολογιζόμενου επί του τζίρου των αγορών και συγκεκριμένα 2% για το γάλα, τα γιαούρτια και τυριά και 5% για τους παστεριωμένους χυμούς. Ο όρος αυτός δεν επιβλήθηκε μονομερώς από την εναγόμενη, ούτε κατόπιν εκμετάλλευσης από την ίδια της ανάγκης και της ασθενέστερης θέσης της ενάγουσας, ενώ δεν αποτέλεσε και προϊόν καταχρηστικής άσκησης κάποιου δικαιώματος της, αλλά ήταν αποτέλεσμα διαπραγμάτευσης και συμφωνίας μεταξύ των συμβληθέντων διαδίκων. Ειδικότερα, η ενάγουσα αποδέχθηκε τον όρο αυτό, αφού προφανώς προηγουμένως, ενόψει και της μεγάλης εμπειρίας του ως άνω διαχειριστή και νομίμου εκπροσώπου της, ο οποίος, όπως προαναφέρθηκε, απασχολούνταν στην με ίδιο αντικείμενο ατομική επιχείρηση του πατέρα του, Α. Β. , από το έτος 1982, συνυπολόγισε τους συνήθεις τζίρους πωλήσεων και τα πάγια λειτουργικά της έξοδα, ώστε να προκύπτει γι' αυτήν εύλογο επιχειρηματικό κέρδος. Ο ετήσιος τζίρος που πραγματοποιούσε αυτή (η ενάγουσα)...ανήλθε το έτος 2011 σε 4.000.000 ευρώ, ενώ η ετήσια αμοιβή της...ανερχόταν κατά μέσο όρο, την τελευταία πενταετία, στο ποσό των 266.329,34 ευρώ, που κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, μετά την αφαίρεση των λειτουργικών της εξόδων, της εξασφάλιζε ένα ικανοποιητικό εισόδημα, παρά τη συνομολόγηση του άνω όρου. Η κρίση αυτή του Δικαστηρίου ενισχύεται και από το γεγονός ότι η ενάγουσα ουδέποτε μέχρι τη λύση της σύμβασης, τον Οκτώβριο του έτους 2015 (ως θα εκτεθεί κατωτέρω), διαμαρτυρήθηκε σχετικά με τον όρο αυτό, ούτε ζήτησε την τροποποίηση ή την κατάργησή του, αλλά επικαλείται ακυρότητα αυτού, το πρώτον με την υπό κρίση αγωγή. Σε κάθε περίπτωση, ο όρος αυτός είναι εύλογος και εντάσσεται στο πλαίσιο, της διαμόρφωσης και οργάνωσης της επιχειρηματικής δραστηριότητας της εναγόμενης ως προμηθεύτριας εταιρείας και στόχευε στην επίτευξη της οικονομικής της πολιτικής. Περαιτέρω, ενόψει του ότι η ίδια η ενάγουσα προσδιόριζε τις ποσότητες και το είδος των προϊόντων της εναγόμενης, που θα αγόραζε και θα μεταπωλούσε, όφειλε να πράττει τούτο σύμφωνα με τις ποσότητες προϊόντων, που είχαν αναλωθεί σε αντίστοιχο προηγούμενο χρονικό διάστημα, βάση συγκριτικών στοιχείων που είχε στη διάθεσή της, ώστε να μην ξεπερνάει το ως άνω τεθέν όριο επιστροφών και να μην υφίσταται οικονομική επιβάρυνση της ίδιας. Σε κάθε περίπτωση, εάν το ποσοστό που ελάμβανε η ενάγουσα ως αμοιβή, μετά τη συνομολόγηση του άνω όρου, το δεύτερο εξάμηνο του 2010, ενόψει του όρου αυτού, δεν ήταν βιώσιμο για την επιχείρησή της, ως η ίδια ισχυρίζεται, αυτή δεν θα εξακολουθούσε τη συνεργασία της με την εναγόμενη επί πενταετία, αλλά αντίθετα θα επιδίωκε την αποδέσμευσή της από τη δυσμενή γι' αυτήν συνεργασία και θα συνεργαζόταν με άλλες εταιρίες, ενόψει του ότι στις ως άνω γεωγραφικές περιοχές της ενάγουσας δραστηριοποιούνταν και άλλες, μεγάλης εμβέλειας, προμηθεύτριες εταιρίες γαλακτοκομικών προϊόντων, οπότε αυτή (η ενάγουσα) μπορούσε, σε περίπτωση που θεωρούσε μη ανταποκρινόμενη στα συμφέροντα της τη συνεργασία με την εναγόμενη, να τη διακόψει και να επιδιώξει τη συνεργασία της με άλλη προμηθεύτρια. Περαιτέρω, ο όρος αυτός δεν αντίκειται στα χρηστά ήθη, ούτε είναι καταχρηστικός, αλλά ούτε και επιβλήθηκε μονομερώς από την εναγόμενη, συνεπεία καταχρηστικής εκμετάλλευσης από την τελευταία της οικονομικής εξάρτησης της ενάγουσας από αυτήν, κατά την έννοια του άρθρου 18α του ν. 146/1914, αποσκοπώντας κατά τον τρόπο αυτό στη μεγιστοποίηση των κερδών της σε βάρος της ενάγουσας, αφού η τελευταία διέθετε ισοδύναμες εναλλακτικές λύσεις. Ειδικότερα, όπως προαναφέρθηκε, η ενάγουσα είχε τη δυνατότητα να επιδιώξει, αντίστοιχα, τη σύναψη ομοειδούς σύμβασης εμπορικής συνεργασίας με οποιαδήποτε άλλη εταιρία από αυτές που δραστηριοποιούνταν στον ίδιο χώρο, με παρόμοιο (με την εναγόμενη), σύστημα διανομής, λαμβανομένου υπόψη, ότι ο όρος μη ανταγωνισμού που είχαν συμφωνήσει, δέσμευε αυτή μόνο κατά τη διάρκεια της ένδικης σύμβασης. Ως εκ τούτου, σύμφωνα με τα παραπάνω εκτιθέμενα, δεν προέκυψε κάποια καταχρηστική, αντίθετη στα χρηστά ήθη, παράνομη, αδικοπρακτική ή αντισυμβατική συμπεριφορά της εναγόμενης. Επομένως, δεν θεμελιώνεται αξίωση της ενάγουσας για καταβολή του ποσού των 106.226,44 ευρώ, λόγω της ακυρότητας του όρου με τον οποίο καθορίστηκε μονομερώς όριο επιστροφών, με βάση τις διατάξεις των άρθρων 178, 281, 288 ΑΚ, 18α ν. 146/1914 και 919 ΑΚ, ούτε και με βάση τις διατάξεις περί αδικοπραξιών, κατά τις επικουρικές βάσεις της αγωγής, ενώ δεν αντίκειται ο ως άνω όρος ούτε και στις διατάξεις των άρθρων 3, 4 και 5 της οδηγίας 86/653/ΕΟΚ, που ενσωματώθηκαν στο εσωτερικό δίκαιο με το ΠΔ 219/1991 και η αγωγική αυτή αξίωση είναι αβάσιμη κατ' ουσίαν. Κατόπιν τούτου, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλουμένη απόφαση απέρριψε το αντίστοιχο αγωγικό κονδύλιο, ως ουσιαστικά αβάσιμο, αν και με ελλιπείς εν μέρει αιτιολογίες, που συμπληρώνονται από τις αιτιολογίες της παρούσας απόφασης (534 ΑΚ) ορθά κατ' αποτέλεσμα έκρινε και όσα αντίθετα υποστηρίζει η εκκαλούσα - ενάγουσα με τους διαλαμβανόμενους στον πρώτο λόγο της έφεσής της ισχυρισμούς, είναι αβάσιμα και απορρπττέα. Τέλος, το διατυπωθέν στα πλαίσια του πρώτου λόγου αίτημα για παραπομπή προδικαστικού ερωτήματος στο ΔΕΚ σχετικά με την ερμηνεία των διατάξεων της Οδηγίας 86/653/ΕΟΚ, που ενσωματώθηκε στο ΠΔ 219/1991, προβάλλεται αλυσιτελώς, καθόσον στα πλαίσια εφαρμογής του κοινοτικού δικαίου, ο παραγγελιοδόχος αντιπρόσωπος, καθώς και άλλα πρόσωπα που διαμεσολαβούν στο εμπόριο κατά την πώληση προϊόντων ή την παροχή υπηρεσιών (όπως είναι και ο διανομέας) δεν εμπίπτουν ευθέως στο πεδίο εφαρμογής των αναγκαστικού δικαίου διατάξεων της παραπάνω Οδηγίας για τον συντονισμό των δικαίων των κρατών μελών, ούτε είναι δυνατόν να επιβληθεί στα κράτη μέλη η αναλογική εφαρμογή αυτής στα λοιπά πρόσωπα μέσω της νομολογίας του ΔΕΚ...". Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο, επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση, απέρριψε το αγωγικό αίτημα της αναιρεσείουσας να αναγνωριστεί η υποχρέωση της αναιρεσίβλητης να της καταβάλει το ποσό των 106.226,44 ευρώ, λόγω της ακυρότητας του όρου της ένδικης σύμβασης αποκλειστικής διανομής, με τον οποίο καθορίστηκε όριο στις επιστροφές ληγμένων προϊόντων εκ μέρους της αναιρεσείουσας. ΙV) Έτσι που έκρινε το Εφετείο, το οποίο απέρριψε το πιο πάνω αίτημα της αναιρεσείουσας, δεχόμενο ότι είναι έγκυρος και όχι άκυρος ο επίμαχος όρος της ένδικης σύμβασης, με τον οποίο τέθηκε όριο στις επιστροφές ληγμένων προϊόντων από την αναιρεσείουσα στην αναιρεσίβλητη, δεν παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 178 και 281, σε συνδ. με το άρθρο 904, του Α.Κ. και 18 α' ν. 146/1914, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και δεν εφάρμοσε, αφού δεν συνέτρεχαν εν προκειμένω οι προϋποθέσεις εφαρμογής τους, καθόσον, υπό τα ανελέγκτως δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, ο όρος αυτός δεν συνήφθη με καταχρηστική εκμετάλλευση από την αναιρεσίβλητη της σχέσης οικονομικής εξάρτησης από αυτήν της αναιρεσείουσας, δεδομένου ότι, σύμφωνα με τις ανωτέρω ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, ο εν λόγω όρος ήταν αποτέλεσμα διαπραγμάτευσης και συμφωνίας των συμβαλλομένων μερών, μετά από στάθμιση του ιδίου συμφέροντος εκάστου εξ αυτών, και δεν επιβλήθηκε, κατά τρόπο αντίθετο στην καλή πίστη, μονομερώς στην αναιρεσείουσα από την αποτελούσα το ισχυρό μέρος της σύμβασης αναιρεσίβλητη, αφού η αναιρεσείουσα είχε ισοδύναμη εναλλακτική λύση να συνάψει ομοειδή σύμβαση με άλλη παράγωγό εταιρεία, που δραστηριοποιείτο στην επίδικη περιοχή, επί πλέον δε ο παραπάνω όρος δεν προσκρούει στις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου και εντεύθεν δεν υπερβαίνει, κατ' αντικειμενική κρίση, και μάλιστα προφανώς, τα από τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ οριζόμενα όρια, ούτε και αντιβαίνει στα χρηστά ήθη, με συνέπεια να καταφάσκεται η ουσιαστική αβασιμότητα του αιτήματος της αγωγής της αναιρεσείουσας να αναγνωρισθεί η υποχρέωση της αναιρεσίβλητης να της αποδώσει ως αχρεωστήτως καταβληθέν το ποσό των 106.226,44 ευρώ, το οποίο εγκύρως η ίδια είχε καταβάλει στην αναιρεσίβλητη λόγω υπέρβασης του ορίου στις επιστροφές ληγμένων προϊόντων, βάσει του ανωτέρω (έγκυρου) όρου, ο οποίος συνιστά νόμιμη αιτία της καταβολής της αναιρεσείουσας αλλά και του πλουτισμού της αναιρεσίβλητης. Η αιτίαση της αναιρεσείουσας ότι το Εφετείο, με το να κρίνει ότι οι ανωτέρω διατάξεις δεν εφαρμόζονται σε μεμονωμένο όρο σύμβασης, απαίτησε περισσότερα στοιχεία για την εφαρμογή τους από εκείνα που οι διατάξεις αυτές απαιτούν, είναι αβάσιμη, γιατί στηρίζεται σε αναληθή προϋπόθεση, αφού το Εφετείο δεν διέλαβε στην απόφασή του τέτοια παραδοχή, ενώ η έτερη αιτίαση ότι το Εφετείο αξίωσε περισσότερα στοιχεία για την εφαρμογή των πιο πάνω διατάξεων, και συγκεκριμένα τη μη διαμαρτυρία ή και την έλλειψη απαίτησης της αναιρεσείουσας για τροποποίηση ή κατάργηση του όρου, τη μη συνέχιση της συνεργασίας μετά τη συνομολόγηση του όρου και το εύλογο του όρου αυτού για τον προμηθευτή, είναι επίσης αβάσιμη, γιατί με αυτήν πλήττονται επιχειρήματα του δικαστηρίου, σχετιζόμενα με την εκτίμηση των αποδείξεων προς υποστήριξη της ουσιαστικής παραδοχής του, που στηρίζει επαρκώς το διατακτικό, ότι δηλαδή η συνομολόγηση του όρου ήταν αποτέλεσμα της σύμπτωσης της βούλησης των διαδίκων μετά από στάθμιση των εκατέρωθεν συμφερόντων τους και ότι, συνεπώς, δεν είναι αντίθετη στα χρηστά ήθη ούτε και καταχρηστική. Επίσης, η περαιτέρω αιτίαση, ότι το Εφετείο αρκέστηκε για να απορρίψει το ανωτέρω αίτημα στη θεωρητική δυνατότητα εξεύρεσης ισοδύναμης εναλλακτικής λύσης από την αναιρεσείουσα, ενώ απαιτείται πραγματική δυνατότητα εξεύρεσης τέτοιας λύσης, είναι αβάσιμο γιατί στηρίζεται, ομοίως, σε αναληθή προϋπόθεση, δεδομένου ότι το Εφετείο δεν δέχθηκε θεωρητική δυνατότητα εξεύρεσης ισοδύναμης εναλλακτικής λύσης από την αναιρεσείουσα, σε περίπτωση που αρνείτο τη σύναψη του όρου και λυνόταν η σύμβαση, που τη συνέδεε με την αναιρεσίβλητη, αλλά πραγματική δυνατότητα εξεύρεσης τέτοιας λύσης με τη σύναψη συμφωνίας με άλλες μεγάλης εμβέλειας προμηθεύτριες εταιρείες γαλακτοκομικών προϊόντων, που δραστηριοποιούνται στη συμβατική περιοχή. Περαιτέρω το Εφετείο υπό τις προεκτεθείσες παραδοχές του δεν παραβίασε ούτε εκ πλαγίου τις ανωτέρω διατάξεις και δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, καθ' όσον παρατίθενται σε αυτήν με σαφήνεια, επάρκεια και χωρίς αντιφατικές ή ενδοιαστικές διατυπώσεις, τα, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, που θεμελιώνουν το ανωτέρω σαφώς διατυπούμενο αποδεικτικό της πόρισμα, με τις υποστηρίζουσες αυτό αναιρετικά ανέλεγκτες ουσιαστικές παραδοχές: α) Ότι δυνάμει άτυπης σύμβασης αποκλειστικής διανομής αορίστου χρόνου, που καταρτίστηκε μεταξύ των διαδίκων τον Απρίλιο του έτους 2008 και αποτελούσε συνέχεια αντίστοιχης σύμβασης, που είχε συνάψει η αναιρεσίβλητη με τον αποθανόντα το έτος 2007 Α. Β. , πατέρα του νόμιμου εκπροσώπου της αναιρεσείουσας Μ. - Μ. Β. , η αναιρεσείουσα είχε δικαίωμα να επιστρέφει στην αναιρεσίβλητη όλα τα προϊόντα που είχε αγοράσει και έληγε η ημερομηνία κατανάλωσής τους, προκειμένου να καταστραφούν σύμφωνα με τη νομοθεσία και η αναιρεσίβλητη πίστωνε την αξία του τιμήματος των προϊόντων αυτών στην αναιρεσείουσα, β) Ότι το δεύτερο εξάμηνο του έτους 2010, μετά από πρόταση της αναιρεσίβλητης, η οποία ήταν εύλογη, γιατί εντασσόταν στο πλαίσιο της οργάνωσης της επιχειρηματικής της δραστηριότητας ως προμηθεύτριας εταιρείας και στόχευε στην επίτευξη της οικονομικής της πολιτικής, την οποία πρόταση αποδέχθηκε η αναιρεσείουσα, συμφωνήθηκε προφορικά μεταξύ των διαδίκων η επιβολή ορίου στις επιστροφές ληγμένων προϊόντων από την αναιρεσείουσα στην αναιρεσίβλητη προκειμένου να καταστραφούν, ποσοστού 2% επί του ετήσιου τζίρου των αγορών για το γάλα, τα γιαούρτια και τα τυριά και 5% επί του ιδίου τζίρου για τους παστεριωμένους χυμούς. γ) Ότι η αποδοχή του όρου αυτού από την αναιρεσείουσα δεν επιβλήθηκε σε αυτήν από την αναιρεσίβλητη με καταχρηστική εκμετάλλευση της ανάγκης και της ασθενέστερης θέσης αυτής σε σχέση με την αναιρεσίβλητη, αλλά ήταν αποτέλεσμα διαπραγμάτευσης και συμφωνίας των διαδίκων, κατά τη σύναψη της οποίας ο ανωτέρω διαχειριστής της αναιρεσείουσας Μ.. Β. , ο οποίος είχε μεγάλη εμπειρία, αφού από το έτος 1982 και εφεξής εργαζόταν στην ατομική επιχείρηση του πατέρα του Α. Β. (τη λειτουργία της οποίας συνέχισε η αναιρεσείουσα), συνυπολόγισε τους συνήθεις τζίρους πωλήσεων της αναιρεσείουσας και τα πάγια λειτουργικά της έξοδα και έκρινε ότι και παρά τη συμφωνία αυτή προκύπτει για την αναιρεσείουσα εύλογο επιχειρηματικό κέρδος, υπολογισμός που επιβεβαιώθηκε, αφού ο τζίρος της αναιρεσείουσας ανήλθε το έτος 2011 σε 4.000.000 ευρώ, ενώ η ετήσια αμοιβή της ανήλθε κατά την επόμενη πενταετία και μέχρι τη λύση της σύμβασης στο ποσό των 266.329,34 ευρώ ετησίως κατά μέσο όρο, γι' αυτό δε και η αναιρεσίουσα εξακολούθησε τη συνεργασία της με την αναιρεσίβλητη επί πέντε έτη χωρίς να διαμαρτυρηθεί, μέχρι τον μήνα Οκτώβριο του 2015, που λύθηκε η σύμβαση και δεν επεδίωξε την αποδέσμευσή της από τη σύμβαση και τη συνεργασία με άλλες μεγάλης εμβέλειας παραγωγούς εταιρείας γαλακτοκομικών προϊόντων που δραστηριοποιούνταν στη συμβατική περιοχή. Για την πληρότητα δε της αιτιολογίας δεν απαιτούντο πρόσθετα στοιχεία, όπως αβάσιμα επικαλείται η αναιρεσείουσα, και δη: α) Η αναφορά ότι παρέμεινε αμετάβλητη η ζήτηση σε όλα τα σημεία πώλησης της αναιρεσείουσας, από την συμφωνία για την επιβολή ορίου στις επιστροφές ληγμένων προϊόντων και μέχρι την καταγγελία της σύμβασης, η αναφορά του ποσού στο οποίο ανερχόταν ο τζίρος πωλήσεων της αναιρεσείουσας κάθε έτος της τελευταίας πενταετίας πριν τη λύση της σύμβασης, καθώς και η αναφορά περί του εάν στα κέρδη αυτά συνυπολογίστηκαν ή όχι το ποσό των 106.226,44 ευρώ, που ζητάει η αναιρεσείουσα ως αχρεωστήτως καταβληθέν με την αγωγή της και το ποσό των 88.587,70 ευρώ, που διεκδικεί η αναιρεσίβλητη κατ' εφαρμογή του όρου αυτού με δική της αγωγή, γιατί με την αιτίαση αυτή δεν πλήττεται η ανωτέρω βασική ουσιαστική παραδοχή του Εφετείου, που στηρίζει το διατακτικό, αλλά επιχειρήματα του Εφετείου για το χρονικό διάστημα μετά τη σύναψη του όρου το 2010 και γιατί σε κάθε περίπτωση αρκεί η ουσιαστική παραδοχή ότι η αναιρεσείουσα είχε λάβει αμοιβή ποσού 266.329,34 ευρώ ετησίως κατά μέσο όρο την πενταετία αυτή, η οποία της εξασφάλιζε ένα ικανοποιητικό εισόδημα παρά τη συνομολόγηση του όρου. β) Το ποσοστό των επιστροφών προϊόντων μέχρι τη συνομολόγηση του όρου το 2010, η μεταβολή των συνθηκών με βάση την οποία παρίσταται εύλογη και όχι αυθαίρετη η συνομολόγηση του επιδίκου όρου το έτος 2010 και τα οικονομικά ανταλλάγματα που έλαβε η αναιρεσείουσα για τη συμφωνία της στον όρο αυτό, και τούτο γιατί έγινε δεκτό από το Εφετείο ότι τον όρο αυτό αποδέχθηκε η αναιρεσείουσα, χωρίς να της επιβληθεί μονομερώς από την αναιρεσίβλητη, κρίνοντας η ίδια ότι και με βάση τον όρο αυτό μπορούσε να συνεχίσει να λειτουργεί έχοντας ικανοποιητικό κέρδος. γ) Ποια ήταν συγκεκριμένα η ανταγωνίστρια της αναιρεσίβλητης γαλακτοβιομηχανία, η οποία εφάρμοζε σύστημα αποκλειστικής διανομής χωρίς όριο επιστροφών και δεν είχε αποκλειστικό διανομέα στις συμβατικές περιοχές της αναιρεσείουσας κατά το ένδικο χρονικό διάστημα από τη συνομολόγηση του όρου και μέχρι τη λήξη της σύμβασης τον Οκτώβριο του 2015, γιατί το ανωτέρω χρονικό διάστημα είναι μεταγενέστερο της σύναψης του επίδικου όρου της σύμβασης. Περαιτέρω δεν υπάρχει αντίφαση μεταξύ της ουσιαστικής παραδοχής του Εφετείου ότι η αναιρεσείουσα, κατά τη λειτουργία της σύμβασης, κατέβαλε κάθε δυνατή προσπάθεια για τη μεγιστοποίηση των πωλήσεων, με την έτερη ουσιαστική παραδοχή ότι αυτή προσδιόριζε τις ποσότητες και το είδος των προϊόντων της αναιρεσίβλητης, τα οποία αγόραζε με σκοπό μεταπώλησης και όφειλε να πράττει τούτο σύμφωνα με τις ποσότητες προϊόντων, που είχε πωλήσει σε αντίστοιχο προηγούμενο χρονικό διάστημα, ώστε να μην ξεπερνάει το όριο επιστροφών και να μην υφίσταται οικονομική επιβάρυνση, δεδομένου ότι, κατά τις ουσιαστικές παραδοχές του Εφετείου, η αναιρεσείουσα ενεργούσε ως αποκλειστικός διανομέας της αναιρεσίβλητης στο δικό της όνομα, για δικό της λογαριασμό και με δικό της επιχειρηματικό κίνδυνο και συνεπώς η επιδίωξη μεγιστοποίησης των πωλήσεων της γινόταν σε αυτό το πλαίσιο, η δε συνομολόγηση ορίου στις επιστροφές, σε σχέση με το τμήμα των επιστροφών, που δεν υπερέβαιναν το όριο αυτό και για τις οποίες η αναιρεσίβλητη επέστρεφε στην αναιρεσείουσα το τίμημα, που αυτή είχε καταβάλει για το ποσοστό αυτό, ήταν ουσιαστικά εξαίρεση από τον ανωτέρω γενικό κανόνα ότι στην σύμβαση αποκλειστικής διανομής, όπως κρίθηκε από το Εφετείο ότι είναι η επίδικη σύμβαση, ο αποκλειστικός διανομέας, φέρει τον επιχειρηματικό κίνδυνο της μη διάθεσης των προϊόντων που αγόρασε με σκοπό τη μεταπώληση και συνεπώς, παράλληλα με την επιδίωξή της για μεγιστοποίηση των πωλήσεών της, η αναιρεσείουσα ευλόγως έπρεπε να φροντίζει να μη γίνεται και υπέρβαση του ορίου των επιστροφών ληγμένων προϊόντων. Επίσης δεν υπάρχει αντίφαση μεταξύ της παραδοχής του Εφετείου ότι η σύμβαση λειτούργησε επιτυχώς μέχρι τη συμφωνία για το όριο στις επιστροφές των ληγμένων προϊόντων, με την έτερη παραδοχή ότι η σύμβαση ήταν επωφελής για την αναιρεσείουσα και με τη σύναψη του όρου αυτού που την επιβάρυνε, αφού ιδίως οι παραδοχές αυτές αφορούν σε διαφορετικά χρονικά διαστήματα. Τέλος, η χρησιμοποίηση της λέξης "προφανώς" από το Εφετείο στην ουσιαστική παραδοχή του ότι, για την αποδοχή από την αναιρεσείουσα της πρότασης της αναιρεσίβλητης για την επιβολή ορίου επιστροφών, ο διαχειριστής της αναιρεσείουσας συνυπολόγισε τους συνήθεις τζίρους πωλήσεων και τα λειτουργικά έξοδα αυτής, ώστε να προκύπτει εύλογο επιχειρηματικό κέρδος για την αναιρεσείουσα, δεν καθιστά ενδοιαστική την αιτιολογία της απόφασης ως προς την χωρίς καταχρηστική επιβολή από την αναιρεσίβλητη αποδοχή της πρότασής της από την αναιρεσείουσα, αφού, ανεξαρτήτως του ότι, κατ' ορθή νοηματική απόδοση της συγκεκριμένης φράσης, η χρήση της ανωτέρω λέξης έχει την έννοια της κατάφασης βεβαιότητας, από το συνολικό περιεχόμενο της απόφασης σαφώς προκύπτει ότι το Εφετείο δέχεται χωρίς ενδοιασμούς ότι η αναιρεσείουσα αποδέχθηκε την πρόταση της αναιρεσίβλητης για επιβολή ποσοστού στις επιστροφές ληγμένων προϊόντων, οι οποίες προηγουμένως ήταν απεριόριστες, γιατί στάθμισε το συμφέρον της και έκρινε ότι ακόμα και με την επιβολή του ορίου αυτού μπορούσε να έχει ικανοποιητικό κέρδος. Επομένως, ο δεύτερος λόγος αναίρεσης υπό στοιχεία Α-1β', Α-1γ', Α-2β', Α-2γ', Α-3β' και Α-3γ', με τον οποίο η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις ανωτέρω από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλειες της ευθείας και εκ πλαγίου παραβιάσεως των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 178 και 281 Α.Κ. και 18 α' Ν. 146/2014, εξαιτίας της οποίας απορρίφθηκε το αίτημα της αγωγής της για αναγνώριση της υποχρέωσης της αναιρεσίβλητης να της καταβάλει το ποσό των 106.226,44 ευρώ, το οποίο η ίδια έχει αχρεωστήτως καταβάλει στην αναιρεσίβλητη, εξαιτίας του άκυρου όρου της σύμβασης, με τον οποίο επιβλήθηκε όριο στις επιστροφές ληγμένων προϊόντων, είναι αβάσιμος. V). Σύμφωνα με τον αρ. 8 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ, αναίρεση επιτρέπεται και εάν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής ως "πράγματα", των οποίων η λήψη υπόψη, καίτοι μη προταθέντων ή αντίθετα η μη λήψη υπόψη, καίτοι προταθέντων, ιδρύει τον ως άνω αναιρετικό λόγο, νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί και παραδεκτά προβαλλόμενοι ισχυρισμοί που συγκροτούν την ιστορική βάση και, επομένως, στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως ουσιαστικού ή δικονομικού δικαίου (Ολ.ΑΠ 22/2005, Ολ.ΑΠ 25/2003, ΑΠ 757/2015). Στοιχείο ενός αυτοτελούς ισχυρισμού είναι κάθε περιστατικό το οποίο, αφηρημένως λαμβανόμενο, οδηγεί κατά νόμο στη γέννηση ή στην κατάλυση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή ή την ένσταση (AΠ 50/2020, ΑΠ 1795/2008). Επομένως, δεν αποτελούν "πράγματα" οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει σ' αυτούς, ούτε και οι αρνητικοί ισχυρισμοί, που συνέχονται με την ιστορική βάση της αγωγής, ένστασης ή αντένστασης και αποτελούν αιτιολογημένη άρνηση καθεμιάς εξ αυτών, αφού αυτοί αποκρούονται με την παραδοχή ως βασίμων των θεμελιωτικών τους γεγονότων. (ΟλΑΠ 8/2013, Ολ ΑΠ 3/1997, ΑΠ 1142/2019, ΑΠ 630/2020). Ως εκ τούτου, και ο λόγος εφέσεως αποτελεί "πράγμα" κατά την ως άνω έννοια του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, μόνον όταν επαναφέρει προς κρίση στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο αυτοτελή πραγματικό ισχυρισμό και όχι άρνηση της αγωγής ή της ένστασης (ΑΠ 1187/2021, 1588/2017). Ο εκ του ως άνω άρθρου λόγος αναιρέσεως δεν στοιχειοθετείται, όχι μόνο αν το δικαστήριο, που δίκασε, έλαβε υπόψη του προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε ρητά για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΟλΑΠ ΑΠ 25/2003, ΟλΑΠ 12/1991) αλλά και όταν το δικαστήριο, όπως συνάγεται από το περιεχόμενο της απόφασης του (ΟλΑΠ 11/1996, ΑΠ 14/2022, ΑΠ 1108/2020) αντιμετωπίζει και απορρίπτει στην ουσία εκ του πράγματος προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή, ως αποδειχθέντων, γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν (ΑΠ 610/2022, ΑΠ 14/2022, ΑΠ 667/2018). Για το ορισμένο του λόγου αυτού πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο ποίος ήταν ο ισχυρισμός, που δεν λήφθηκε υπόψη και ο τρόπος που προτάθηκε ή επαναφέρθηκε στο Εφετείο (ΑΠ 555/2019) και αν προτάθηκε για πρώτη φορά από τον εκκαλούντα με λόγο έφεσης, πρέπει να αναφέρεται ότι συνέτρεχε κάποια από τις προϋποθέσεις του άρθρου 527 αριθμ. 2-6 ΚΠολΔ( ΑΠ 354/2011). Με τον δεύτερο υπό στοιχεία Α-1α', Α-2α' και Α-3α' λόγο αναίρεσης η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αρ. 8β του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι το Εφετείο, κατά τη διαμόρφωση της απορριπτικής του κρίσης στο αίτημα επιδίκασης στην ίδια του ανωτέρω ποσού των 106.226,44 ευρώ, το οποίο κατέβαλε στην αναιρεσίβλητη αχρωστήτως, δυνάμει του συμφωνηθέντος τον μήνα Σεπτέμβριο του 2010 ορίου στις επιστροφές ληγμένων προϊόντων, γιατί ο όρος αυτός είναι άκυρος επειδή είναι αντίθετος στα χρηστά ήθη (άρθρο 178 Α.Κ.), είναι καταχρηστικός (άρθρο 281 Α.Κ.) και επιβλήθηκε από την αναιρεσίβλητη με καταχρηστική εκμετάλλευση της σχέσης οικονομικής εξάρτησης που είχε με την αναιρεσίβλητη (άρθρο 18 α' Ν. 146/1914), δεν έλαβε υπόψη τους ακόλουθους πραγματικούς ισχυρισμούς θεμελιωτικούς των βάσεων αυτών της αγωγής της, τους οποίους επανέφερε στο Εφετείο με λόγους έφεσης και ειδικότερα δεν έλαβε υπόψη: α) Ότι επειδή τα συμβατικά προϊόντα (γαλακτοκομικά προϊόντα και χυμοί) είναι ευπαθή προϊόντα με μικρή διάρκεια εμπορικής ζωής (βραχύληκτα) και η πώλησή τους από την αναιρεσίβλητη στην αναιρεσείουσα, από την έναρξη λειτουργίας της σύμβασης, που τις συνέδεε, τελούσε υπό την αίρεση ότι αυτά θα αγοραστούν από τους καταναλωτές και επειδή ο κίνδυνος επιστροφών λόγω μη πώλησής τους, γιατί έληξε η διάρκεια κατανάλωσης, συνέχεται τόσο με την ανωτέρω φύση των προϊόντων, όσο και με το σύστημα διανομής τους, που εφαρμόζει η αναιρεσίβλητη και όλοι οι παραγωγοί του κλάδου, δεν είχε τεθεί όριο στην επιστροφή των ληγμένων προϊόντων και συνεπώς η επιβολή του ορίου επιστροφών στα προϊόντα αυτά είχε ως συνέπεια τη μετάθεση και επίρριψη του κινδύνου μη πώλησης των προϊόντων στην ίδια ως διανομέα και επηρέαζε άμεσα και την αμοιβή της, β) Ότι το μεγάλο ύψος των επιστροφών συνέχεται και με την επιθετική εμπορική πολιτική της αναιρεσίβλητης, η οποία απαιτούσε από την ίδια, που ήταν υποχρεωμένη να το δεχθεί, να τοποθετεί μεγαλύτερες ποσότητες προϊόντων στα σημεία λιανικής πώλησης και να αγοράζει όλη τη γκάμα προϊόντων της αναιρεσίβλητης, ακόμα και εκείνων που είχαν πολύ μικρή ροή πωλήσεων με υψηλό κίνδυνο επιστροφής τους, γ) Ότι το όριο επιστροφής ληγμένων προϊόντων είναι όρος που έρχεται σε αντίθεση με τον σκοπό της σύμβασης, δηλαδή με την ουσιώδη υποχρέωσή της από τη σύμβαση να προωθήσει και εντατικοποιήσει τις πωλήσεις, το οποίο σημαίνει ότι έπρεπε να αγοράζει πολύ μεγαλύτερες ποσότητες από τις συνηθισμένες και να αυξάνονται έτσι οι επιστροφές, διότι η μη εκπλήρωση της ουσιώδους αυτής υποχρέωσής της θα μπορούσε να επιφέρει και τη λύση της σύμβασης με υπαιτιότητά της και συνεπώς η επιβολή του ορίου επιστροφών την εγκλωβίζει κατά μη ηθικό τρόπο, αφού η ίδια με την αγορά των συμβατικών προϊόντων επεδίωκε να εκπληρώσει τον σκοπό αυτό της αύξησης των πωλήσεων, επιβαρυνόμενη με τις δαπάνες αποθήκευσης των προϊόντων σε ψυκτικούς θαλάμους, μεταφοράς τους στα σημεία πώλησης και συλλογής των ληγμένων, δ) Ότι η επιβολή ορίου στις επιστροφές ληγμένων προϊόντων, αφ' ενός μεν είναι όρος πρωτόγνωρος στον κλάδο των γαλακτοκομικών προϊόντων και των χυμών και αφ' ετέρου έχει ορισθεί από την αναιρεσίβλητη με αδιαφανή και μη αντικειμενικά κριτήρια και με την επιδίωξη πρόκλησης ζημίας στην ίδια με την απομείωση των εσόδων της σε πολύ μικρό ποσοστό επί του τζίρου, αφού ουδείς, ούτε και η ίδια, δεν μπορούσε να προβλέψει επακριβώς τη ζήτηση προϊόντων σε κάθε δεδομένη περίοδο, γιατί αυτή εξαρτάτο από ποικίλους παράγοντες, όπως η γεωγραφική περιοχή, η αυξημένη ή μη έλευση τουριστών και οι καιρικές συνθήκες. ε) Ότι δεδομένου ότι επρόκειτο για πωλήσεις υπό την αίρεση αγοράς των προϊόντων από τους λιανέμπορους εσφαλμένα η αναιρεσίβλητη έθετε ως βάση υπολογισμού της επιβαρύνσεώς της το τίμημα της πώλησης λαμβάνοντας έτσι και το κέρδος της, ενώ θα ήταν εύλογο να επιζητεί μόνο την αποκατάσταση του κόστους παραγωγής των προϊόντων, στ) Ότι η επιβολή του ορίου στις επιστροφές ληγμένων με μεταγενέστερη στη σύναψη της σύμβασης επέμβαση σε αυτήν, παραβιάζει κατάφωρα την υποχρέωση πίστης, που έχει η αναιρεσίβλητη προς τους αποκλειστικούς διανομείς της (όπως η ίδια), από την οποία καθιδρύεται η υποχρέωσή της να προστατεύει τα εύλογα συμφέροντά τους και να διαμορφώνει τους συναλλακτικούς όρους κατά τέτοιο τρόπο ώστε να καλύπτουν τα λειτουργικά κόστη τους και να προκύπτει και ένα εύλογο επιχειρηματικό κέρδος, η δε επιβολή του ορίου επιστροφών είχε ως αποτέλεσμα να εξανεμιστεί η αμοιβή της και να καταγράψει ζημία, ζ) Ότι η αναιρεσίβλητη άσκησε καταχρηστικά το δικαίωμά της να διαμορφώνει και οργανώνει την επιχειρηματική της δραστηριότητα με σκοπό την επίτευξη της οικονομικής της πολιτικής και έτσι τροποποίησε την αρχική σύμβαση με την επιβολή ορίου στις επιστροφές ληγμένων προϊόντων επιδιώκοντας να επιρρίψει τις επιπτώσεις της οικονομικής κρίσης (οικονομικής ύφεσης) στην ίδια ως διανομέα, ενώ, δεδομένης της υψηλής κερδοφορίας που έχει με βάση τους συντελεστές μικτών κερδών, που ξεπερνούν το 50%, αυτή και όχι η ίδια η αναιρεσείουσα πρέπει να αναλάβει τις επιπτώσεις αυτές από τις επιστροφές ληγμένων προϊόντων, όπως γινόταν μέχρι το πρώτο εξάμηνο του 2010, και η) Ότι η σχέση οικονομικής εξάρτησης από την αναιρεσίβλητη, στην οποία τελούσε, προκύπτει και από το ότι στη συμβατική περιοχή οι ανταγωνιστές της αναιρεσίβλητης εταιρείες ΔΕΛΤΑ και ΝΟΥΝΟΥ δεν είχαν αποκλειστικούς διανομείς αλλά αποκλειστικούς συνεργάτες. Ωστόσο, από το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης σαφώς προκύπτει ότι το Εφετείο, κατά τη διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος για το ανωτέρω αίτημα της αγωγής, έλαβε υπόψη όλους τους, προβαλλόμενους με λόγους εφέσεως, αγωγικούς ισχυρισμούς της αναιρεσείουσας, τους οποίους και απέρριψε, άλλους μεν ρητώς, άλλους δε εκ του πράγματος, με την παραδοχήν ως αποδειχθέντων γεγονότων αντιθέτων από εκείνα που προεβλήθησαν από την αναιρεσείουσα για την στοιχειοθέτησή τους, αφού, ειδικότερα, δέχθηκε ότι τις διαδίκους εταιρείες συνέδεε σύμβαση αποκλειστικής διανομής, στα πλαίσια της οποίας η αναιρεσείουσα ενεργούσε αγορές των συμβατικών προϊόντων από την αναιρεσίβλητη με σκοπό μεταπώλησής τους στο δικό της όνομα, για δικό της λογαριασμό και με δικό της επιχειρηματικό κίνδυνο, διατηρώντας με δικά της έξοδα κατάλληλη οργάνωση και υποδομή και συνεπώς οι αγορές των προϊόντων δεν γίνονταν υπό την αίρεση της πωλήσεως αυτών στους λιανοπωλητές, στους οποίους τα μεταπωλούσε, ότι η ίδια η αναιρεσείουσα και όχι η αναιρεσίβλητη προσδιόριζε τις ποσότητες και το είδος προϊόντων που αγόραζε και θα μεταπωλούσε και συνεπώς η ίδια όφειλε να κάνει τούτο σύμφωνα με τις ποσότητες προϊόντων που είχαν αγορασθεί σε αντίστοιχο προηγούμενο χρονικό διάστημα βάσει των συγκριτικών στοιχείων, που είχε στη διάθεσή της, ώστε να μην ξεπερνάει το τεθέν όριο επιστροφών και να μην υφίσταται τη σχετική οικονομική επιβάρυνση, ότι η συμφωνία των διαδίκων για την επιβολή ορίου στις επιστροφές ληγμένων προϊόντων, που συνομολογήθηκε το δεύτερο εξάμηνο του έτους 2010 δεν ήταν αντίθετη στα χρηστά ήθη, ούτε καταχρηστική ως αντίθετη στην καλή πίστη, στα χρηστά ήθη και στον οικονομικό και κοινωνικό σκοπό του δικαιώματος, ούτε επιβλήθηκε από την αναιρεσίβλητη στην αναιρεσείουσα κατά καταχρηστική εκμετάλλευση της οικονομικής εξάρτησης της τελευταίας από αυτήν, αλλά αντίθετα ήταν αποτέλεσμα συμφωνίας των διαδίκων μετά από στάθμιση από κάθε μία του συμφέροντός της και ειδικότερα η μεν αναιρεσίβλητη πρότεινε την εύλογη γι' αυτήν επιβολή του ορίου για να μετριάσει τη δυσμενή γι' αυτήν προηγούμενη συμφωνία των διαδίκων περί μη ύπαρξης ορίου στις επιστροφές (η οποία αποτελεί παρέκκλιση από τη λειτουργία της σύμβασης αποκλειστικής διανομής, που προαναφέρθηκε, αφού μεταφέρει μέρος του επιχειρηματικού κινδύνου από τη λειτουργία της σύμβασης αυτής στον παραγωγό), η δε αναιρεσείουσα αποδέχθηκε την πρόταση αυτή, η οποία ενείχε οικονομική επιβάρυνσή της εάν θα υπερέβαινε το όριο επιστροφής ληγμένων και ενώ θα μπορούσε να μην τη δεχθεί, να καταγγείλει τη σύμβαση και να συνάψει νέα σύμβαση με άλλον παραγωγό στην ίδια συμβατική περιοχή, γιατί, με βάση και την αναφερόμενη στην απόφαση μεγάλη εμπειρία του νομίμου εκπροσώπου της, έκρινε ότι παρά τη συμφωνία για το όριο ή συνέχιση της σύμβασης θα είναι επωφελής για την ίδια, όπως και πράγματι ήταν, αφού έγινε δεκτό ότι η μέση ετήσια αμοιβή της αναιρεσείουσας για τα 5 σχεδόν έτη λειτουργίας της σύμβασης με τον όρο αυτό ανήλθε στο ποσό των 266.329,34 ευρώ. Τέλος πρέπει να σημειωθεί ότι ο ισχυρισμός της αναιρεσείουσας ότι λόγω της επιβολής του ορίου στις επιστροφές υπέστη ζημία έρχεται σε πλήρη αντίθεση με τους πραγματικούς ισχυρισμούς, που η ίδια προέβαλε σε άλλο σημείο της αγωγής της, από την παραδεκτή, κατά το άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της οποίας προκύπτει ότι αυτή επικαλείται ότι κατά το τελευταίο έτος λειτουργίας της σύμβασης (από 24-11-2014 έως 23-10-2015) είχε καθαρά κέρδη 213.100,62 ευρώ (από το οποίο ζητεί ως αποζημίωση για διαφυγόντα κέρδη του εξαμήνου μετά τη λύση της σύμβασης το ήμισυ) και ότι κατά τα τελευταία 5 έτη της σύμβασης ο μέσος όρος αμοιβών της ανέρχεται σε 266.329,34 ευρώ, το οποίο ζητεί ως αποζημίωση πελατείας. Επομένως, ο παραπάνω από τον αρ. 8 β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος. VI). Κατά τη διάταξη του άρθρου 224 του ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 22 παρ. 1 του ν. 3994/2011: "Είναι απαράδεκτο να μεταβληθεί η βάση της αγωγής. Με τις προτάσεις, που κατατίθενται ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου ή με προφορική δήλωση, που καταχωρίζεται στα πρακτικά, μπορεί ο ενάγων να συμπληρώσει, να διευκρινίσει ή να διορθώσει τους ισχυρισμούς του, αρκεί να μην μεταβάλλεται η βάση της αγωγής". Ως βάση της αγωγής, της οποίας δεν επιτρέπεται η μεταβολή, νοείται η ιστορική βάση αυτής, ήτοι το σύνολο των γεγονότων (πραγματικών περιστατικών), επί των οποίων θεμελιώνεται το αίτημα αυτής (ΟλΑΠ 2/1994, ΑΠ 128/2023) - ανεξαρτήτως του δοθέντος από τους διαδίκους νομικού χαρακτηρισμού - χωρίς την επίκληση των οποίων δεν είναι εφικτή η διάγνωση της επίδικης έννομης σχέσης (ΑΠ 128/2023, ΑΠ 1087/2014, ΑΠ 460/2013, ΑΠ 309/2011). Μεταβολή της ιστορικής βάσης της αγωγής, που συνιστά και ταυτόχρονη μεταβολή του αντικειμένου της δίκης, κατά παράβαση της προβλεπόμενης, από το άρθρο 111 του ΚΠολΔ, αρχής της τηρήσεως προδικασίας και επάγεται το, κατά τα ανωτέρω, απαράδεκτο, αποτελεί κάθε μεταγενέστερη προσθήκη νέων περιστατικών, παλαιότερων ή οψιγενών, με τα οποία τροποποιείται ή αντικαθίσταται η ιστορική βάση της αγωγής, με άλλη ή προστίθεται στην αγωγή και νέα ιστορική βάση (ΟλΑΠ 2/1994, ΑΠ 128/2023, ΑΠ 1528/2022, ΑΠ 1183/2015, ΑΠ 962/2012). Δεν συνιστά μεταβολή της ιστορικής βάσης της αγωγής, η παροχή διευκρινίσεων επ' αυτής με τις προτάσεις του ενάγοντος, την οποία ρητώς επιτρέπει η διάταξη του άρθρου 224 του ΚΠολΔ. Εξάλλου, με τη διάταξη του άρθρου 522 ΚΠολΔ ορίζεται ότι "Με την άσκηση της έφεσης, η υπόθεση μεταβιβάζεται στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, μέσα στα όρια που καθορίζονται από την έφεση και τους πρόσθετους λόγους", και με τη διάταξη του άρθρου 525 παρ. 2 του ίδιου Κώδικα ότι: "Είναι απαράδεκτη η υποβολή νέας αίτησης, όπως και η άσκηση ανταγωγής για πρώτη φορά στη δευτεροβάθμια δίκη, ακόμη και αν ο αντίδικος συναινεί. Το απαράδεκτο λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως", ενώ, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 526, "Είναι απαράδεκτη στην κατ' έφεση δίκη κάθε μεταβολή της βάσης, του αντικειμένου και του αιτήματος της αγωγής και αν ο αντίδικος συναινεί. Το απαράδεκτο λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως. Επιτρέπεται, εξαιτίας γεγονότων, που επήλθαν μετά την έκδοση της πρωτόδικης απόφασης, να ζητηθεί, αντί για το αντικείμενο που ζητήθηκε αρχικά, άλλο ή η αξία του ή το διαφέρον". Από τον συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι ο ενάγων, ως εκκαλών, δεν μπορεί να μεταβάλει την βάση της αγωγής. Δεν μπορεί, επίσης, να προτείνει νέους ισχυρισμούς, οι οποίοι δεν είχαν προβληθεί πρωτοδίκως. Ισχυρισμός, που στηρίζει την βάση της αγωγής, απαραδέκτως προτείνεται το πρώτον με την έφεση ή με τις προτάσεις, που υποβάλλονται στο Εφετείο, οι δε διατάξεις, που επιτρέπουν, σε ορισμένες εξαιρετικές περιπτώσεις, την βραδεία προβολή νέων ισχυρισμών με τις προτάσεις ή και με την έφεση, στον δεύτερο βαθμό, αναφέρονται σε ισχυρισμούς άλλους, πλην εκείνων που θεμελιώνουν την αγωγική βάση (ενστάσεις, αντενστάσεις), δηλαδή σε καταλυτικούς του δικαιώματος, που ασκείται με την αγωγή, οι οποίοι μπορούσαν να προταθούν μέχρι την τελευταία, επί της ουσίας της υποθέσεως, συζήτηση, τόσο στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, όσο και στο εφετείο, εφόσον συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις του, ήδη καταργηθέντος, άρθρου 269 παρ. 2 του ΚΠολΔ και του άρθρου 527 του ίδιου Κώδικα και δεν αφορούν πραγματικούς ισχυρισμούς, που μεταβάλουν την βάση της αγωγής (ΟλΑΠ 2/1994, ΑΠ 128/2023, ΑΠ 1528/2022, ΑΠ 816/2022). Από τον συνδυασμό των προαναφερομένων διατάξεων των άρθρων 522, 525 παρ. 2 και 526 του ΚΠολΔ, συνάγεται, περαιτέρω, ότι αντικείμενο της πολιτικής δίκης είναι και στο δεύτερο βαθμό δικαιοδοσίας, η δικονομική αξίωση, που έχει υποβληθεί στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και εκφράζεται με αίτηση παροχής δικαστικής προστασίας, για την προβαλλόμενη ιστορική αιτία, με απόφαση του δικαστηρίου, σύμφωνη προς το υποβαλλόμενο αίτημα. Η έφεση δεν δημιουργεί νέο αντικείμενο της δίκης, αλλά αποτελεί, ανάλογα με το εάν η πρωτοβάθμια απόφαση ήταν δυσμενής ή ευνοϊκή, για όποιον ζήτησε τη δικαστική προστασία, μέσο τελικής επιτεύξεως ή ματαιώσεως της ικανοποιήσεως της δικανικής πιο πάνω αξιώσεως, με την υποβολή της σε νέα δευτεροβάθμια δικαστική κρίση (ΑΠ 1528/2022, ΑΠ 128/2023, ΑΠ 816/2022, ΑΠ 1867/2017). Στην προκείμενη περίπτωση, με τον δεύτερο υπό στοιχεία Α-4α' και Α-4β' λόγο αναίρεσης η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την ίδια από τον αρ. 8 β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τους προβληθέντες για πρώτη φορά με τον τέταρτο λόγο της έφεσής της αυτοτελείς ισχυρισμούς της, ότι ο ανωτέρω όρος με τον οποίο συμφωνήθηκε όριο στις επιστροφές ληγμένων προϊόντων είναι άκυρος γιατί, αφ' ενός μεν είναι αντίθετος στο άρθρο 7 παρ. 2 και 7 του π.δ/τος 219/1991, που ενσωμάτωσε στο Ελληνικό δίκαιο το άρθρο 10 παρ. 2 και 4 της Οδηγίας 86/653/ΕΟΚ, αφού με την εφαρμογή του όρου αυτού θίγεται το δικαίωμα του εμπορικού αντιπροσώπου και του ομοιάζοντος με αυτόν διανομέα να λάβει την συμφωνηθείσα αμοιβή του, αφ' ετέρου δε είναι αντίθετος στο άρθρο 4 παρ. 1, 2, 4 και στο άρθρο 5 του ίδιου π.δ/τος, που ενσωμάτωσαν στο ελληνικό δίκαιο τα άρθρα 3, 4, 5 και 6 της ίδιας Οδηγίας, αφού η σύναψη του όρου αυτού αντίκειται στις αρχές της καλής πίστης, που πρέπει να επιδεικνύει ο αντιπροσωπευόμενος στη σχέση του με τον αντιπρόσωπο, η οποία του γεννά την υποχρέωση να απέχει έτσι από ενέργειες που ματαιώνουν ή και μειώνουν τη δυνατότητα απόληψης από αυτόν εύλογης αμοιβής, η δε προβολή των αυτοτελών αυτών ισχυρισμών για πρώτη φορά στο Εφετείο είναι παραδεκτή κατά το άρθρο 527 αρ. 3 ΚΠολΔ, γιατί αφορά στην εφαρμογή κανόνων αναγκαστικού δικαίου και μάλιστα δημοσίας τάξεως, δεδομένου ότι στις προαναφερθείσες διατάξεις ορίζεται ότι δεν επιτρέπεται παρέκκλιση από αυτές. Ο λόγος αναίρεσης αυτός, σύμφωνα με την προηγηθείσα μείζονα σκέψη, είναι αβάσιμος, γιατί όπως εκτίθεται σε αυτόν αλλά προκύπτει και από την παραδεκτή επισκόπηση της αγωγής της αναιρεσείουσας, το αίτημα για αναγνώριση της ακυρότητας του ανωτέρω όρου λόγω αντίθεσής του στις προαναφερθείσες διατάξεις δεν υποβλήθηκε με την αγωγή, αλλά για πρώτη φορά με την έφεση της αναιρεσείουσας και συνεπώς το αίτημα αυτό ήταν απαράδεκτο και ορθά δε λήφθηκε υπόψη και δεν εξετάστηκε από το Εφετείο, αφού εφέρετο προς εκδίκαση ενώπιόν του, κατά παράβαση της γενικής αρχής της διαθέσεως του άρθρου 106 ΑΚ, αίτημα το οποίο δεν είχε υποβληθεί με την αγωγή και συνεπώς δεν είχε γίνει αντικείμενο της δίκης, αντίθετα δε από ό,τι υποστηρίζει η αναιρεσείουσα, το Εφετείο δεν είχε υποχρέωση να εξετάσει αυτεπαγγέλτως το αίτημα αυτό. Σε κάθε περίπτωση, εάν θεωρηθεί ότι το Εφετείο απάντησε στο αίτημα αυτό κατά το δεύτερο σκέλος του, με τη φράση που περιέλαβε στην απόφαση ότι: "δεν αντίκειται ο ως άνω όρος ούτε και στις διατάξεις των άρθρων 3, 4 και 5 της Οδηγίας 86/653/ΕΟΚ που ενσωματώθηκαν στο εσωτερικό δίκαιο με το Π.Δ. 219/1991" και πάλι ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης κατά το σκέλος αυτό είναι αβάσιμος, γιατί το Εφετείο εξέτασε το αντίστοιχο αίτημα της αναιρεσείουσας και το απέρριψε, ενώ αβάσιμος είναι και ο αντιφατικός προς τον λόγο αυτό αναίρεσης από τον αρ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ δεύτερος λόγος αναίρεσης υπό στοιχείο Α-4γ', με τον οποίο η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι με την παραπάνω κρίση του το Εφετείο παραβίασε εκ πλαγίου τις διατάξεις των άρθρων 4 παρ. 1, 2 και 4 και 5 του Π.Δ. 219/1991 που ενσωμάτωσαν στο Ελληνικό δίκαιο τα άρθρα 3, 4, 5, 6 της Οδηγίας 86/653/ΕΟΚ, γιατί δεν υπάρχουν καθόλου αιτιολογίες που να στηρίζουν το αποδεικτικό του πόρισμα, και τούτο γιατί με τον λόγο αυτό πλήττονται αιτιολογίες, οι οποίες δεν ήσαν απαραίτητες για τη στήριξη του αποδεικτικού πορίσματος του Εφετείου, αφού απαντούν σε αίτημα της αναιρεσείουσας, που υποβλήθηκε απαραδέκτως για πρώτη φορά με την έφεσή της. VII). Σύμφωνα με το άρθρo 267 της Συνθήκης για την Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΣΛΕΕ) (πρώην άρθρο 234 της ΣΕΚ) "Το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης αποφαίνεται με προδικαστικές αποφάσεις: α) επί της ερμηνείας των Συνθηκών, β) επί του κύρους και της ερμηνείας των πράξεων των θεσμικών ή λοιπών οργάνων ή οργανισμών της Ένωσης. Δικαστήριο κράτους μέλους, ενώπιον του οποίου ανακύπτει τέτοιο ζήτημα, δύναται, αν κρίνει ότι απόφαση επί του ζητήματος είναι αναγκαία για την έκδοση της δικής του απόφασης, να παραπέμψει το ζήτημα στο Δικαστήριο για να αποφανθεί επ` αυτού. Δικαστήριο κράτους μέλους, ενώπιον του οποίου ανακύπτει τέτοιο ζήτημα σε εκκρεμή υπόθεση και του οποίου οι αποφάσεις δεν υπόκεινται σε ένδικα μέσα του εσωτερικού δικαίου, οφείλει να παραπέμψει το ζήτημα στο Δικαστήριο...".Από το σαφές περιεχόμενο της ανωτέρω διάταξης και από τον σκοπό που επιδιώκει ο θεσμός της προδικαστικής παραπομπής στο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΔΕΕ), από τα δικαστήρια των κρατών μελών της Ένωσης, ερωτημάτων για την ερμηνεία του πρωτογενούς και δευτερογενούς δικαίου της Ένωσης, δηλαδή και των Οδηγιών, ο οποίος σκοπός είναι κυρίως η διασφάλιση της ομοιομορφίας στην εφαρμογή του δικαίου της Ένωσης, η οποία εξυπηρετεί και την αρχή της ίσης μεταχείρισης των εμπλεκομένων φυσικών και νομικών προσώπων, αφού η αρχή αυτή απειλείται, αν οι ίδιες διατάξεις εφαρμόζονται διαφορετικά στα κράτη μέλη της Ένωσης (ΟλΑΠ 16/2013), συνάγεται ότι παραδεκτό αντικείμενο τέτοιου προδικαστικού ερωτήματος αποτελεί και η ερμηνεία κανόνων του εσωτερικού δικαίου κράτους μέλους, κατά το μέρος που ενσωματώνουν όμοιες ρυθμίσεις του δικαίου της Ένωσης και συνεπώς η άρνηση ή η παράλειψη του εθνικού δικαστηρίου να κρίνει την εκκρεμή σε αυτό υπόθεση με βάση την ερμηνεία, που δόθηκε στο ενωσιακό δίκαιο από το ΔΕΕ συνιστά παράβαση του δικαίου αυτού, η οποία στην Ελλάδα ελέγχεται αναιρετικά με λόγο από τον αριθμό 1 των άρθρων 559 ή 560 ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 16/2013). Αντίθετα όμως δεν αποτελεί αντικείμενο τέτοιου ερωτήματος και η ερμηνεία κανόνων του εσωτερικού δικαίου που δεν έχουν θεσπισθεί σε εφαρμογή δικαίου της Ένωσης, αλλά εμπνέονται από αυτό ή στις οποίες εφαρμόζονται όχι ευθέως αλλά αναλογικά οι διατάξεις του δικαίου της Ένωσης, που έχει ενσωματωθεί στο Ελληνικό δίκαιο και συνεπώς δεν αποτελεί αντικείμενο τέτοιου ερωτήματος η ερμηνεία των διατάξεων του Π.Δ. 219/1991, που ενσωμάτωσε στο ελληνικό δίκαιο την Οδηγία 86/653/ΕΟΚ και αφορά μόνο τους εμπορικούς αντιπροσώπους, όταν το Π.Δ. αυτό εφαρμόζεται αναλογικά για συμβάσεις παραγγελιοδοχικής αντιπροσωπείας ή αποκλειστικής διανομής, κατά τη διάταξη του άρθρου 14 παρ. 4 Ν. 3557/2007, αφού δεν είναι δυνατόν να επιβληθεί στα κράτη - μέλη η αναλογική εφαρμογή της Οδηγίας αυτής και σε άλλες συμβάσεις, πλην των συμβάσεων εμπορικής αντιπροσωπείας (Σκέψεις 18, 19 και 20 της υπ' αρ. 698074/2004 διάταξης του ΔΕΚ, που αναφέρονται και στην ΟλΑΠ 16/2013 και ΑΠ 1647/2018, ΑΠ 1784/2014). Επομένως το Εφετείο, το οποίο απέρριψε το αίτημα της αναιρεσείουσας για υποβολή προδικαστικού ερωτήματος στις ΔΕΕ σχετικά με την ερμηνεία των άρθρων 4 παρ. 1, 2 και 4 και 5 του Π.Δ. 219/1991 στην ένδικη σύμβαση αποκλειστικής διανομής με την ανωτέρω αιτιολογία, ορθά ερμήνευσε και δεν εφάρμοσε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 267 ΣΛΕΕ, η οποία δεν ήταν εφαρμοστέα στην προκειμένη περίπτωση, γιατί η σύμβαση αποκλειστικής διανομής δεν υπάγεται ευθέως στο περιεχόμενο της Οδηγίας 86/653/ΕΟΚ, που ενσωματώθηκε στο ελληνικό δίκαιο με το Π.Δ. 219/1991 και συνεπώς ο δεύτερος, υπό στοιχείο Α-4δ', λόγος αναίρεσης, με τον οποίο, κατ' επίκληση της από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλειας, υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος Β) Λόγοι αναίρεσης επί των αιτημάτων επιδίκασης αποζημίωσης πελατείας, αποζημίωσης για διαφυγόντα κέρδη και χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης. Ι). Με το άρθρο 9 παρ.1 του ως άνω π.δ/τος 219/1991, ορίζονται τα εξής: "α) Ο εμπορικός αντιπρόσωπος δικαιούται μετά τη λύση της σύμβασης εμπορικής αντιπροσωπείας αποζημίωση εάν και εφόσον κατά τη διάρκεια αυτής έφερε νέους πελάτες ή προήγαγε σημαντικά τις υποθέσεις με τους υπάρχοντες πελάτες και ο εντολέας διατηρεί ουσιαστικά οφέλη που προκύπτουν από τις υποθέσεις με τους πελάτες αυτούς και η καταβολή της αποζημίωσης αυτής είναι δίκαιη, λαμβανομένων υπόψη όλων των περιστάσεων και ιδιαίτερα των προμηθειών που χάνει ο εμπορικός αντιπρόσωπος και οι οποίες προκύπτουν από τις υποθέσεις με τους πελάτες αυτούς. Στις περιστάσεις αυτές συμπεριλαμβάνεται επίσης και η εφαρμογή ρήτρας μη ανταγωνισμού με την έννοια του άρθρου 10 του παρόντος, β) Το ποσό της αποζημίωσης αυτής δεν μπορεί να υπερβαίνει ποσό ισοδύναμο με το μέσο ετήσιο όρο των αμοιβών, που εισέπραξε ο εμπορικός αντιπρόσωπος κατά τα πέντε τελευταία έτη, αν δε η σύμβαση διήρκεσε λιγότερο από πέντε έτη, η αποζημίωση υπολογίζεται με βάση το μέσο όρο της εν λόγω περιόδου, γ) Η χορήγηση αυτής της αποζημίωσης δεν στερεί από τον εμπορικό αντιπρόσωπο την αξίωση για την ανόρθωση της περαιτέρω ζημίας την οποία υπέστη, όπως ορίζεται από τις διατάξεις του Αστικού Κώδικα...". Από την ανωτέρω διάταξη σαφώς συνάγονται τα ακόλουθα: Η αποζημίωση πελατείας είναι μια ιδιόρρυθμη αξίωση αμοιβής, που κινείται μεταξύ δύο ισοδύναμων πόλων, εκείνου της αμοιβής και εκείνου της επιείκειας, οι οποίοι δικαιολογούν τον χαρακτηρισμό της ως ένα είδος εύλογης ή δίκαιης αποζημίωσης, που προσομοιάζει με την αποζημίωση για διαφυγόν κέρδος με στοιχεία παράλληλα και από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό. Η αξίωση αυτή γεννιέται όταν συντρέξουν σωρευτικά όλες οι νόμιμες προϋποθέσεις, τις οποίες πρέπει να επικαλεσθεί με τη σχετική αγωγή του και να αποδείξει ο εμπορικός αντιπρόσωπος, δηλαδή απαιτείται, α) η εισφορά νέων πελατών ή η σημαντική προαγωγή των υποθέσεων με τους υπάρχοντες πελάτες από τον εμπορικό αντιπρόσωπο κατά τη διάρκεια της σύμβασης, β) η διατήρηση και μετά τη λύση της σύμβασης ουσιαστικών ωφελειών για τον αντιπροσωπευόμενο, που προκύπτουν από τις υποθέσεις με τους πελάτες αυτούς και γ) η καταβολή της αποζημίωσης να είναι δίκαιη με βάση όλες τις περιστάσεις κάθε συγκεκριμένης περίπτωσης. Ως εισφορά νέων πελατών νοείται η προσέλκυση από τη δραστηριότητα του εμπορικού αντιπροσώπου νέων πελατών, δηλαδή πελατών που δεν υπήρχαν προηγουμένως, ως σημαντική δε προαγωγή των υποθέσεων με υπάρχοντες πελάτες νοείται η ασυνήθιστη αύξηση του κύκλου των εμπορικών συναλλαγών μ` αυτούς, κρίσιμοι δε χρόνοι για τη σχετική σύγκριση και τη διαπίστωση ή μη της εισφοράς νέων πελατών και της σημαντικής προαγωγής των υποθέσεων με τους παλαιούς πελάτες είναι η έναρξη και η λήξη της σύμβασης (ΑΠ 610/2022, ΑΠ 1596/2017, ΑΠ 1441/2015). Αντίστοιχα, διατήρηση των ουσιαστικών ωφελειών για τον παραγωγό από υποθέσεις με τους νέους ή παλαιούς πελάτες του εμπορικού αντιπροσώπου υπάρχει όχι μόνο όταν επιβιώνουν τυχόν διαρκείς συμβάσεις, που είχε καταρτίσει με τρίτους ο εμπορικός αντιπρόσωπος, αλλά και όταν από την εκμετάλλευση του γνωστού στον παραγωγό πελατολογίου του αντιπροσώπου, υπάρχει, για την ίδια περιοχή, εν δυνάμει πελατεία με την προοπτική κέρδους γι` αυτόν, έστω και αν τα συμβατικά προϊόντα είναι επώνυμα και συνεπώς γνωστά στο καταναλωτικό κοινό, λόγω και των διαφημιστικών ενεργειών του ίδιου του παραγωγού. Κριτήρια δε, για τον καθορισμό του ύψους της αποζημίωσης πελατείας συνιστούν το μέγεθος της πελατείας, που παραμένει στον παραγωγό μετά τη λύση της σύμβασης εμπορικής αντιπροσωπείας, η αντίστοιχη ωφέλειά του και η δημιουργία κέρδους για τον αντιπρόσωπο, αν συνεχιζόταν η σύμβαση (Ολ. ΑΠ 15,16/2013, ΑΠ 610/2022). Όπως προκύπτει από το συνδυασμό της προαναφερόμενης διάταξης του άρθρου 9 παρ. 1 του π.δ/τος 219/1991 προς τις διατάξεις του άρθρου 8 παρ. 4 έως 8 του ίδιου π.δ., η αξίωση αυτή γεννιέται κατά βάση σε κάθε περίπτωση λύσης της σύμβασης εμπορικής αντιπροσωπείας και μάλιστα ανεξάρτητα από το εάν ο συγκεκριμένος κάθε φορά λόγος λύσης ρυθμίζεται από το π.δ. 219/1991 ή προκύπτει από το κοινό δίκαιο (ΑΠ 1867/2022). Από την ανωτέρω, προβλεπόμενη στην παράγραφο 1 στοιχ. α` του άρθρου 9 αποζημίωση πελατείας, διαφέρει η διαλαμβανόμενη στο στοιχείο γ` της ίδιας παραγράφου, αξίωση για ανόρθωση της ζημίας, η οποία δεν είναι παρά η αξίωση της αποζημίωσης του κοινού δικαίου, την οποία έχει ενδεχομένως ο εμπορικός αντιπρόσωπος ή ο αποκλειστικός διανομέας. Για τη γέννεση της τελευταίας αυτής αξίωσης του εμπορικού αντιπροσώπου ή του αποκλειστικού διανομέα απαιτείται υπαίτια παραβίαση των συμβατικών υποχρεώσεων του αντιπροσωπευομένου ή τέλεση εκ μέρους του αδικοπραξίας. Η εν λόγω αποζημίωση οφείλεται επιπλέον της αποζημίωσης πελατείας και περιλαμβάνει τόσο τη θετική, όσο και την αποθετική ζημία. Επομένως, ο εμπορικός αντιπρόσωπος, όπως και ο αποκλειστικός διανομέας, δικαιούται σωρευτικά τόσο την αποζημίωση πελατείας, όσο και την αποζημίωση του κοινού δικαίου, η οποία προϋποθέτει βέβαια την πρόκληση από την αντισυμβατική ή αδικοπρακτική συμπεριφορά του εντολέα ζημίας στον εμπορικό αντιπρόσωπο ή στον αποκλειστικό διανομέα (ΑΠ 765/2019, ΑΠ 101/2018,165/2015). Περαιτέρω, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 8 παρ. 3, 4 και 8 του ως άνω π.δ/τος, όταν η σύμβαση της εμπορικής αντιπροσωπείας είναι αορίστου χρόνου, οποιοσδήποτε των συμβαλλομένων μπορεί να την καταγγείλει, ελευθέρως, χωρίς αιτιολογία, με την τήρηση, όμως, ορισμένης προθεσμίας, που ορίζεται σε ένα μήνα για το πρώτο έτος της σύμβασης, σε δυο μήνες από την αρχή του δεύτερου έτους, σε τρεις μήνες από την αρχή του τρίτου έτους και σε έξι μήνες από την αρχή του έκτου και των επόμενων ετών. Σε περίπτωση καταγγελίας, χωρίς την τήρηση της προθεσμίας του άρθρου 8 παρ. 4 του ως άνω π.δ/τος, ο διανομέας δικαιούται, κατ' άρθρο 9 παρ. 1γ' του ως άνω π.δ/τος, πλην της αποζημίωσης πελατείας και ανόρθωση κάθε περαιτέρω ζημίας, την οποία υπέστη, όπως ορίζεται στις διατάξεις του Αστικού Κώδικα και, συνεπώς και αποζημίωση από τα διαφυγόντα κέρδη που θα αποκόμιζε, αν εξακολουθούσε η σύμβαση, όχι, όμως, για όσο χρονικό διάστημα ανέμενε να διαρκέσει η σύμβαση, αλλά μόνο για το χρονικό μέχρι να συμπληρωθεί η προθεσμία που έπρεπε να τηρηθεί για την καταγγελία της. Κατά την παρ. 8 του άρθρου 8, η σύμβαση μπορεί να καταγγελθεί και κατά πάντα χρόνο, χωρίς την τήρηση των ως άνω προθεσμιών, στην περίπτωση που ένα από τα συμβαλλόμενα μέρη παραλείψει την εκτέλεση του συνόλου ή μέρους των συμβατικών του υποχρεώσεων, καθώς και στην περίπτωση έκτακτων περιστάσεων. Εξάλλου, κατά τις διατάξεις του άρθρου 9 παρ. 3 α' του π.δ/τος 219/1991, δεν οφείλεται η κατά τα ανωτέρω αποζημίωση ή η αποκατάσταση της ζημίας, εφόσον ο εντολέας καταγγείλει τη σύμβαση και μάλιστα κατά πάντα χρόνο, λόγω υπαιτιότητας του διανομέα. Από τη διάταξη αυτή συνάγεται, ότι κατά της αγωγής του αντιπροσώπου ή αντίστοιχα του αποκλειστικού διανομέα, όταν εφαρμόζονται αναλόγως και στην σύμβαση αποκλειστικής διανομής οι διατάξεις του π.δ/τος. 219/1991, όπως προαναφέρθηκε, με την οποία αγωγή ζητείται η από το άρθρο 9 παρ. 1 του εν λόγω π.δ/τος προβλεπόμενη, λόγω καταγγελίας της σύμβασης εμπορικής αντιπροσωπείας ή αποκλειστικής διανομής, αποζημίωση πελατείας ή αποζημίωση κατά τις διατάξεις του ΑΚ, ο εντολέας ή αντιστοίχως ο παραγωγός μπορεί να προτείνει προς απαλλαγή του κατ` ένσταση, ότι κατήγγειλε τη σύμβαση για σπουδαίο λόγο, τον οποίο συνιστά και η μη εκπλήρωση των υποχρεώσεων, που ο αντιπρόσωπος ή ο αποκλειστικός διανομέας ανέλαβε έναντι αυτού στο πλαίσιο της σύμβασης (υπαίτια καταγγελία). Η ένσταση αυτή, η οποία είναι διαφορετική από τη θεμελιούμενη στο άρθρο 281 ΑΚ ένσταση για καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος του αντιπροσώπου προς αποζημίωση, λόγω προφανούς υπέρβασης των επιτρεπτών ορίων της καλής πίστης ή των χρηστών ηθών ή του κοινωνικού ή οικονομικού σκοπού του δικαιώματος, αποτελεί εκδήλωση της συναγόμενης και από τις διατάξεις των άρθρων 585, 588, 594, 672, 766, 797 και 288 του ΑΚ γενικότερης αρχής επί διαρκών συμβάσεων, ότι η ύπαρξη σπουδαίου λόγου δικαιολογεί τη λύση αυτών με καταγγελία (ΑΠ 1265/2019, ΑΠ 1135/2019). Σπουδαίος λόγος καταγγελίας υπάρχει, όταν συντρέχουν έκτακτες περιστάσεις ή όταν ο ένας από τους συμβαλλόμενους αθετεί υποχρεώσεις τόσο ουσιώδεις, ώστε να καθίσταται μη ανεκτή για το άλλο μέρος, σύμφωνα με τις αρχές της καλής πίστης, η συνέχιση της σύμβασης μέχρι τη λύση της, κατά τους υπαγορευόμενους από αυτήν όρους (ΑΠ 1265/2019, ΑΠ 1135/2019, ΑΠ 778/2019, ΑΠ 1317/2018). Τη συνδρομή του σπουδαίου λόγου, που δικαιολογεί την έκτακτη καταγγελία καθώς και την υπαιτιότητα του διανομέα, δικαιούται να επικαλεστεί και να αποδείξει εκείνος που κατήγγειλε τη σύμβαση και βαρύνεται με την υποχρέωση αποζημίωσης. Η κατά τις ανωτέρω διατάξεις τακτική εκ μέρους του αντιπροσωπευόμενου καταγγελία της σύμβασης εμπορικής αντιπροσωπείας ή αποκλειστικής διανομής, η οποία δεν απαιτεί αιτιολογία, δεν συνεπάγεται γι` αυτόν επιζήμιες συνέπειες, εκτός αν συνιστά καταχρηστική, κατά το άρθρ. 281 του Α.Κ., άσκηση του δικαιώματός του, οπότε ναι μεν η καταγγελία δεν είναι άκυρη, όμως ο καταγγέλλων ευθύνεται έναντι του άλλου μέρους και μάλιστα τόσο συμβατικά, για παραβίαση, δηλαδή, της αντίστοιχης σύμβασης, όσο και εξωσυμβατικά, αφού η καταχρηστική καταγγελία συνιστά αδικοπραξία, κατά την έννοια των άρθρων 914 και 919 του Α.Κ. (Α.Π. 1766/2009), που θεμελιώνει αξίωση αποζημίωσης ή και χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης κατά το άρθρο 932 του ίδιου Κώδικα, εφόσον βέβαια το άλλο μέρος υπέστη, εξ αιτίας της καταγγελίας, ζημία ή και ηθική βλάβη. Αντίθετα, μόνο συμβατική ευθύνη απορρέει από την άκαιρη ή αντίθετη προς τη συμφωνία των μερών, αλλά όχι καταχρηστική, καταγγελία, η οποία, χωρίς και πάλι να είναι άκυρη, δημιουργεί, ωστόσο, για τον καταγγέλλοντα υποχρέωση αποζημίωσης του άλλου μέρους για τη μη εκτέλεση της σύμβασης (Α.Π. 979/2014, Α.Π. 697/2012, Α.Π. 390/2004). Η καταγγελία, πάντως, δεν είναι καταχρηστική, όταν η λύση της σύμβασης, στην οποία οδηγεί, εντάσσεται στις αντικειμενικά προβλέψιμες συναλλακτικές δυνατότητες του καταγγέλλοντος και δεν είναι άσχετη προς το καλώς νοούμενο συμφέρον της επιχείρησής του, ενώ και η τυχόν επωφελής για τα συμφέροντά του συμπεριφορά του άλλου μέρους δεν καθιστά την καταγγελία του καταχρηστική, αφού η συμπεριφορά αυτή του αντισυμβαλλομένου του εντάσσεται στο πλαίσιο της επιβαλλόμενης από το νόμο (άρθρο 288 του Α.Κ.) καλόπιστης απ` αυτόν εκπλήρωσης της παροχής του (ΟλΑΠ 12/2004, ΑΠ 1370/2019, ΑΠ 533/2016, ΑΠ 683/2010). Το άρθρο 9 παρ. 3 στοιχ. α`, ως εξαίρεση από τον κανόνα της αξιώσεως του εμπορικού αντιπροσώπου ή του αποκλειστικού διανομέα για την καταβολή αποζημιώσεως πελατείας ή αποζημιώσεως κατά τις διατάξεις του ΑΚ, πρέπει να ερμηνεύεται συσταλτικά (ΔΕΚ, απόφαση τη 28.10.2010, υπόθ. C-203/09 "..) και επομένως να εφαρμόζεται σε σοβαρές μόνον παραβάσεις. Κατά τον ουσιαστικό έλεγχο της σπουδαιότητας και του ουσιώδους της προβαλλόμενης από τον εντολέα παραβίασης, επί της οποίας θεμελιώνει τον σπουδαίο λόγο της έκτακτης καταγγελίας, εκτιμάται πλην άλλων και το μέγεθος της βλάβης που επήλθε ή θα επέλθει στον καταγγέλλοντα μέχρι τη λήξη της προθεσμίας για την προμήνυση της τακτικής καταγγελίας του άρθρου 8 του ίδιου π.δ, η οποία είναι δικαίωμα του εντολέα, δεν απαιτεί αιτιολογία και δεν συνεπάγεται γι` αυτόν επιζήμιες συνέπειες (ΑΠ 778/2019, ΑΠ 533/2016). Στοιχείο επίσης, που λαμβάνεται υπόψη για τη σοβαρότητα της παραβίασης, είναι και η έρευνα του κατά πόσο θα αρκούσε για την αποκατάσταση της διαταράξεως η, προηγούμενη της καταγγελίας, παροχή εύλογης προθεσμίας στον αντιπρόσωπο ή αποκλειστικό διανομέα προς συμμόρφωση ή άρση της παραβίασης με την απειλή -αν η προθεσμία παρέλθει άπρακτη- έκτακτης καταγγελίας. Ωστόσο, η προηγούμενη παροχή της ως άνω προθεσμίας, δεν αποτελεί στοιχείο (προϋπόθεση) για την κατάφαση του δικαιώματος της έκτακτης καταγγελίας, αφού δεν αξιώνεται από τη διάταξη του άρθρου 9 παρ. 3 α' του Π.Δ. 219/1991 ως όρος γενέσεως του παρεχόμενου δικαιώματος, αλλά συνιστά αμυντικό μη αυτοτελή ισχυρισμό (αιτιολογημένη άρνηση) του ενάγοντος αντιπροσώπου ή αποκλειστικού διανομέα κατά της ενστάσεως του εναγομένου εντολέα περί συνδρομής των όρων και ασκήσεως της άνω έκτακτης καταγγελίας, υπό την έννοια ότι η παραβίαση είναι επουσιώδης και θα αρκούσε, αντί της άμεσης καταγγελίας, το μέτρο αυτό (ΑΠ 1814/2022, ΑΠ 778/2019). ΙΙ). Κατά τη διάταξη του άρθρου 919 ΑΚ, όποιος με πρόθεση ζημίωσε άλλον κατά τρόπο αντίθετο προς τα χρηστά ήθη έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει. Με τη διάταξη αυτή, που αποτελεί απαραίτητο συμπλήρωμα της διάταξης του άρθρου 914 ΑΚ, ανάγεται σε αυτοτελή αδικοπραξία, που γεννά υποχρέωση προς αποζημίωση, καθώς επίσης και προς καταβολή χρηματικής ικανοποιήσεως, λόγω ηθικής βλάβης, η κατά τρόπο αντίθετο προς τα χρηστά ήθη συμπεριφορά του υπαιτίου, εφόσον αυτή έγινε με πρόθεση επαγωγής ζημίας. Προκειμένου να κριθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συμπεριφοράς, υπάρχει αντικειμενική αντίθεση, με την πιο πάνω έννοια, προς τα χρηστά ήθη, την οποία δεν αποκλείει, κατά τις περιστάσεις, η ύπαρξη σχετικού δικαιώματος ή φυσικής ευχέρειας, συνεκτιμούνται τα κίνητρα, ο σκοπός του υποκειμένου της συμπεριφοράς, το είδος των μέσων και οι μέθοδοι που χρησιμοποιήθηκαν για την επίτευξη του σκοπού, έστω και θεμιτού και όλες οι λοιπές περιστάσεις πραγματώσεως της συμπεριφοράς, θετικής ή αρνητικής, δηλαδή λαμβάνονται υπόψη, όχι μεμονωμένα τα αίτια που οδήγησαν τον υπαίτιο στη συγκεκριμένη ενέργειά του, αλλά το σύνολο των περιστάσεων, υπό τις οποίες εκδηλώθηκε ολόκληρη η συμπεριφορά του και αξιολογείται γενικά η διαγωγή του, σε συνδυασμό και με τη διαγωγή του αντισυμβαλλομένου "θύματος", για να κριθεί εάν οι δύο συμπεριφορές τελούν μεταξύ τους προφανώς σε καταφατική ή αποφατική αναλογική σχέση. Στην αναζήτηση δε του ορθού αυτού μέτρου συνεκτιμώνται, σε συνδυασμό προς τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ και τα επιβαλλόμενα όρια από αυτή. Όσον αφορά την πρόθεση, δεν απαιτείται ο ζημιώσας να ενήργησε με τον αποκλειστικό σκοπό να βλάψει τον άλλον (άμεσος δόλος), αλλά αρκεί και η περί της επελθούσας ζημίας θέληση του, ότι δηλαδή προέβλεψε ως ενδεχόμενη την πρόκληση ζημίας από τη συμπεριφορά του και παρόλα αυτά δεν απέσχε από την πράξη ή την παράλειψη, από την οποία επήλθε η ζημία. Η γένεση, εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 919 ΑΚ, υποχρεώσεως για αποζημίωση, προϋποθέτει, σύμφωνα με αυτήν τη διάταξη, συνδυαζόμενη με εκείνη του άρθρου 298 του ΑΚ, την ύπαρξη μεταξύ της συμπεριφοράς που αντίκειται στα χρηστά ήθη και της ζημίας που τυχόν επήλθε, αντικειμενικού αιτιώδους συνδέσμου, υπό την έννοια, ότι η ως άνω συμπεριφορά, εκτός του ότι αποτέλεσε αναγκαίο όρο της επελεύσεως της ζημίας, ήταν, καθεαυτή, και ικανή, υπό τις συντρέχουσες περιστάσεις, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, να την επιφέρει, ούτως ώστε η ζημία να μπορεί, στη συγκεκριμένη περίπτωση, να αποδοθεί, σύμφωνα μετά διδάγματα της κοινής πείρας, στην αιτιώδη δυναμικότητα της συμπεριφοράς που αντίκειται στα χρηστά ήθη και, αντιστοίχως, η συμπεριφορά αυτή να συνιστά πρόσφορη, επαρκή αιτία της ζημίας (ΑΠ 601/2022, ΑΠ 1177/2018, ΑΠ 212/2018, ΑΠ 752/2017). Επίσης, κατά τη διάταξη του άρθρου 4 παρ. 2 του ανωτέρω Π.Δ. 219/1991 "Ο αντιπροσωπευόμενος οφείλει κατά την διάρκεια των σχέσεών του με τον Εμπορικό Αντιπρόσωπο να δρα νόμιμα, με βάση την καλή πίστη. Ιδιαίτερα ο αντιπροσωπευόμενος οφείλει: α) Να θέτει στην διάθεση του Εμπορικού Αντιπροσώπου τα αναγκαία πληροφοριακά έγγραφα, που αφορούν τα εμπορεύματα περί των οποίων εκάστοτε πρόκειται. β) να παρέχεται στον Εμπορικό Αντιπρόσωπο τις αναγκαίες πληροφορίες για την εκτέλεση της σύμβασης εμπορικής αντιπροσωπείας, ιδίως να ειδοποιεί τον Εμπορικό Αντιπρόσωπο, μέσα σε εύλογη προθεσμία, μόλις προβλέψει ότι ο όγκος των εμπορικών πράξεων θα είναι αισθητά μικρότερος από εκείνον που ο αντιπρόσωπος θα έπρεπε να αναμένει κανονικά", ενώ κατά την διάταξη του άρθρου 288 ΑΚ "Ο οφειλέτης έχει υποχρέωση να εκπληρώσει την παροχή όπως απαιτεί η καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη". Ως καλή πίστη νοείται η ευθύτητα και η εντιμότητα, που απαιτούνται στις συναλλαγές και υπαγορεύονται σε κάθε άνθρωπο από τις ανάγκες της κοινωνικής συμβίωσης, η διάταξη δε αυτή του άρθρου 288 ΑΚ είναι αναγκαστικού δικαίου και δεν είναι δυνατή η εκ των προτέρων παραίτηση από αυτήν (ΑΠ 495/2021, ΑΠ 334/2015). Περαιτέρω, με το άρθρο 25 παρ. 1 εδ .δ' του Συντάγματος, όπως αυτό ισχύει μετά την αναθεώρησή του με το από 6/17-4-2001ψήφισμα της Ζ' Αναθεωρητικής Βουλής, ορίζεται ότι "οι κάθε είδους περιορισμοί που μπορούν κατά το Σύνταγμα να επιβληθούν στα δικαιώματα του ανθρώπου ως ατόμου και ως μέλους του κοινωνικού συνόλου, πρέπει να προβλέπονται είτε απευθείας από το Σύνταγμα είτε από το νόμο, εφόσον υπάρχει επιφύλαξη υπέρ αυτού και να σέβονται την αρχή της αναλογικότητας". Με τη νέα αυτή διάταξη, ο αναθεωρητικός νομοθέτης επέλεξε να κατοχυρώσει ρητά, από το όλο σύστημα των εγγυήσεων, για τα επιτρεπτά όρια των επιβαλλόμενων στα ατομικά δικαιώματα νομοθετικών περιορισμών, την εγγύηση εκείνη που είναι γνωστή ως αρχή της αναλογικότητας. Απέκτησε έτσι ρητή συνταγματική υφή η αρχή αυτή, η οποία, ωστόσο, και προηγουμένως αναγνωριζόταν ως αρχή συνταγματικής ισχύος, που απορρέει από την ίδια την έννοια του κράτους δικαίου, αλλά και από την ουσία των θεμελιωδών ατομικών δικαιωμάτων, τα οποία, ως έκφραση της γενικότερης ελευθερίας του ατόμου, δεν πρέπει να περιορίζονται από την κρατική εξουσία περισσότερο από όσο είναι αναγκαίο για την προστασία των δημοσίων συμφερόντων. Η αρχή αυτή, υπό την έννοια του τηρητέου μέτρου της εύλογης αντιστάθμισης προσφοράς και οφέλους, που αποτελεί, όπως προαναφέρθηκε, κανόνα συνταγματικής βαθμίδας, επενεργεί σε κάθε είδους κρατική δραστηριότητα, καθώς και όταν πρόκειται για αντικρουόμενα συμφέροντα στο πεδίο του ιδιωτικού δικαίου, αφού η έκταση της αρχής αυτής δεν περιορίζεται μόνο σε ορισμένες περιοχές του δικαίου, αλλά, όπως προαναφέρθηκε, και πριν από την ρητή συνταγματική της κατοχύρωση, διέτρεχε το σύνολο της έννομης τάξης και συνεπώς πρέπει να λαμβάνεται υπόψη κατά την ερμηνεία και εφαρμογή οποιουδήποτε κανόνα δικαίου. Άλλωστε, με ρητή διατύπωση στο άρθρο 25 παρ. 1 εδ. γ' του Συντάγματος η θεσπιζόμενη από αυτό προστασία των δικαιωμάτων του ανθρώπου ως ατόμου ισχύει και "στις σχέσεις των ιδιωτών στις οποίες προσιδιάζει" και οριοθετείται έτσι η υποχρέωση και των αρμοδίων δικαιοδοτικών οργάνων, όταν επιλαμβάνονται της επίλυσης ιδιωτικών διαφορών, να τις επιλύουν κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να υπάρχει μια δίκαιη ισορροπία ανάμεσα στα αντιτιθέμενα συμφέροντα, με παράλληλη προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων. Συγκεκριμένα, πρέπει τα λαμβανόμενα μέτρα και οι έννομες συνέπειες να είναι πρόσφορα (κατάλληλα) για την πραγμάτωση του επιδιωκόμενου σκοπού, αναγκαία, υπό την έννοια να συνιστούν μέτρο, το οποίο σε σχέση με άλλα δυνάμενα να ληφθούν μέτρα να επάγεται τον ελάχιστο δυνατό περιορισμό για τον διάδικο σε βάρος του οποίου απαγγέλλονται, και αναλογικά, υπό στενή έννοια, δηλαδή να τελούν σε ανεκτή σχέση με τον επιδιωκόμενο σκοπό, προκειμένου η αναμενόμενη ωφέλεια να μην υπολείπεται της βλάβης που προκαλούν. Ενόψει τούτων, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι η ως άνω συνταγματική διάταξη, έστω και αν ρητά δεν αναφέρεται σ' αυτήν, απευθύνεται και στον δικαστή, όσον αφορά τις σχέσεις των διαδίκων, καθιερώνοντας αυτήν ως δεσμευτική δικαιϊκή αρχή, όπως και άλλες τέτοιες αρχές που διακατέχουν το δίκαιο και είναι δεσμευτικές (αρχή του σεβασμού της αξίας του ανθρώπου, αρχή της δίκαιης δίκης κ.λ.π.). Εξάλλου, η αρχή αυτή, ως διάχυτη στην έννομη τάξη, υπερβαίνει τα όρια της ρητής συνταγματικής κατοχύρωσής της, με την οποία πάντως αναδείχθηκε η σημασία της ως βασικής εγγύησης για την προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων, οφείλει δε ο δικαστής κατά την ερμηνεία και την εφαρμογή των διατάξεων της κοινής νομοθεσίας, που άπτονται των δικαιωμάτων αυτών, να προστρέχει στο κρίσιμο για την όλη έννομη τάξη περιεχόμενο της συνταγματικής αρχής της αναλογικότητας, που όπως αναφέρθηκε απορρέει από την αρχή της ισότητας και την αρχή του κράτους δικαίου. Αποτελεί την αντίστροφη μορφή της απαγόρευσης της κατάχρησης δικαιώματος, όταν το ασκούμενο δικαίωμα υπερβαίνει τα ακραία όρια που θέτουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη, καθώς και ο οικονομικός και κοινωνικός σκοπός του δικαιώματος. Στην περίπτωση δε υπέρβασης της αρχής της αναλογικότητας, πρόκειται για δυσαναλογία μέσου προς το σκοπό, δηλ. το ασκούμενο δικαίωμα έχει απωλέσει την αναλογία του προς τον επιδιωκόμενο σκοπό και συνακόλουθα η άσκησή του είναι απαγορευμένη. Επομένως, όπως και η κατάχρηση δικαιώματος, που αποτελεί απαγορευτικό κανόνα και οριοθετεί αρνητικά την άσκηση των δικαιωμάτων, έτσι και η αρχή της αναλογικότητας αποτελεί κανόνα δικαίου (γενική νομική αρχή), η οποία προσδιορίζει την τελολογική λειτουργία των πάσης φύσεως δικαιωμάτων και του ιδιωτικού δικαίου. Από τα ως άνω συνάγεται, ως γενική νομική αρχή, ότι η έννομη συνέπεια που είτε προβλέπεται από κανόνα δικαίου κατώτερης τυπικής ισχύος από εκείνους του Συντάγματος, είτε απαγγέλλεται από δικαστικό ή διοικητικό όργανο, πρέπει να τελεί, σε σχέση ανεκτής αναλογίας προς το αντίστοιχο πραγματικό, δηλ. να μην υπερβαίνει τα όρια όπως διαγράφονται από τα δεδομένα της κοινής πείρας και της κοινής περί δικαίου συνείδησης σε ορισμένο τόπο και χρόνο, όπως αποτυπώνονται με τη συνήθη πρακτική των δικαστηρίων. Η κρίση δηλαδή του ουσιαστικού δικαστηρίου πρέπει να μην παραβιάζει την αρχή της αναλογικότητας, ούτε να υπερβαίνει τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, που αποτελεί γενική αρχή του δικαίου και μέσο ελέγχου της κρίσης του δικαστηρίου, χωρίς να υπάγεται στην έννοια της αναλογικότητας. Ενόψει αυτών, αν διαπιστώνεται παραβίαση της προβλεπόμενης από το άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος, αρχής της αναλογικότητας, αλλά και όταν διαπιστώνεται υπέρβαση από το δικαστήριο της ουσίας, των ακραίων ορίων της διακριτικής του ευχέρειας, αυτά ελέγχονται ως πλημμέλειες του άρθρου 559 παρ. 1 και 19 Κ.Πολ.Δ. (ΟλΑΠ 9/2015, ΑΠ 139/2022, ΑΠ 929/2020, ΑΠ 464/2017). Τέλος, κατά το άρθρο 57 ΑΚ, "όποιος προσβάλλεται παράνομα στην προσωπικότητά του έχει δικαίωμα να απαιτήσει να αρθεί η προσβολή και να μην επαναληφθεί στο μέλλον....Αξίωση αποζημίωσης σύμφωνα με τις διατάξεις για τις αδικοπραξίες δεν αποκλείεται", κατά δε το άρθρο 59 του ίδιου Κώδικα "στις περιπτώσεις των δύο προηγούμενων άρθρων το δικαστήριο με την απόφασή του, ύστερα από αίτηση αυτού που έχει προσβληθεί και αφού λάβει υπόψη το είδος της προσβολής, μπορεί επιπλέον να καταδικάσει τον υπαίτιο να ικανοποιήσει την ηθική βλάβη αυτού που έχει προσβληθεί. Η ικανοποίηση συνίσταται σε πληρωμή χρηματικού ποσού, σε δημοσίευμα, ή σε οτιδήποτε επιβάλλεται από τις καταστάσεις". Από το συνδυασμό των πιο πάνω διατάξεων με το άρθρο 914 ΑΚ, που ορίζει ότι όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει, προκύπτει ότι, επί προσβολής της προσωπικότητας, και εφόσον αυτή είναι παράνομη, ο νόμος καθιερώνει αντικειμενική ευθύνη του προσβάλλοντος μόνον ως προς την αξίωση για την άρση της προσβολής και την παράλειψή της στο μέλλον, ενώ για την αξίωση αποζημίωσης, καθώς και για τη χρηματική ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης, εκείνου που έχει προσβληθεί, ο νόμος απαιτεί η προσβολή να είναι παράνομη και υπαίτια (ΑΠ 1667/2022). ΙΙΙ). Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε, με την προσβαλλομένη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον τους παρακάτω αναιρετικούς λόγους μέρος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Περαιτέρω, όπως προαναφέρθηκε, είχε συμφωνηθεί μεταξύ των διαδίκων να επιστρέφει η ενάγουσα τα εμπορεύματα που είχε ήδη αγοράσει και τα οποία παρέμεναν αδιάθετα, είτε επειδή παρερχόταν ο χρόνος λήξης τους στις αποθήκες της ενάγουσας, είτε επειδή της επιστρέφονταν από τα σημεία λιανικής πώλησης, που τα μεταπωλούσε. Προς τούτο εξέδιδε δελτίο αποστολής επιστροφών, λόγω επιστροφής των ως άνω προϊόντων ως αδιάθετων ή ληγμένων και αντίστοιχα η εναγόμενη εξέδιδε πιστωτικά τιμολόγια για το ισάξιο, τα οποία συμψηφίζονταν με το οφειλόμενο τίμημα των μελλοντικών αγορών της, τα επιστρεφόμενα, όμως, προϊόντα δεν έπρεπε να υπερβαίνουν τα οριζόμενα στον παραπάνω συμβατικό όρο. Η προσωρινή εκκαθάριση των επιστροφών και η χρέωση των υπερβάσεων τους γινόταν περιοδικά ανά τρίμηνο, ενώ η οριστική εκκαθάριση γινόταν στο τέλος του κάθε έτους με οριστικό τρόπο υπολογισμού, βάσει του τελικού κύκλου εργασιών της εταιρίας. Κατά το χρόνο αυτό εφόσον προέκυπτε οφειλή της εναγόμενης, αυτή συμψηφιζόταν με μελλοντικές αγορές της ενάγουσας, ως προκαταβολή επί του τιμήματος, ενώ, εάν προέκυπτε υπέρβαση του ποσοστιαίου ορίου, η ενάγουσα όφειλε να επιστρέψει αμέσως στην αντισυμβαλλόμενή της τις πληρωμές, που είχαν γίνει στις προηγούμενες εκκαθαρίσεις, με τη χρέωση του αντίστοιχου χρεωστικού τιμολογίου από την ενάγουσα. Στις 16-10-2015 διενεργήθηκε επιτόπιος έλεγχος στις αποθήκες της ενάγουσας από τον επιθεωρητή - υπάλληλο της εναγόμενης, Ν. Κ. , ο οποίος διενήργησε φυσική απογραφή θαλάμου. Εφόσον έγιναν οι σχετικές μηχανογραφικές ενημερώσεις ημέρας, εκτυπώθηκε μηχανογραφικό έντυπο στα καλά και μη εμπορεύσιμα προϊόντα. Στο σχετικό έντυπο ο επιθεωρητής εντόπισε ποσότητα ληγμένων προϊόντων, συνολικού ύψους 47.116 τεμαχίων και αξίας 87.624,63 ευρώ. Τα προϊόντα αυτά ήταν τοποθετημένα σε παλέτες σε απομονωμένο σημείο του θαλάμου της ενάγουσας. Αμέσως ο ως άνω επιθεωρητής ρώτησε το νόμιμο εκπρόσωπο της ενάγουσας το λόγο που βρίσκονταν τα παραπάνω προϊόντα στην αποθήκη της, πλην, όμως δεν έλαβε καμία απάντηση. Έτσι αποκαλύφθηκε ότι η ενάγουσα φύλασσε στις αποθήκες της κρυμμένη σημαντική ποσότητα ληγμένων προϊόντων, ορισμένων από τα οποία μάλιστα η ημερομηνία λήξης είχε παρέλθει πέραν του ενός έτους. Τα προϊόντα αυτά έπρεπε να τα είχε αποστείλει αμέσως στην εναγόμενη για καταστροφή, συνοδευόμενα με τα αντίστοιχα παραστατικά, πλην, όμως η ενάγουσα τα φύλασσε στην αποθήκη της και δεν απογράφηκαν στις περιοδικές δηλώσεις του έτους, με αποτέλεσμα να εμφανίζεται πλασματικό πλεόνασμα κατάλληλων προϊόντων. Κατόπιν ο επιθεωρητής της εναγόμενης ενημέρωσε τον διευθυντή πωλήσεων της εναγόμενης Ι. Σ. , ο οποίος εκ νέου κάλεσε το νόμιμο εκπρόσωπο της ενάγουσας ζητώντας εξηγήσεις πλην, όμως, ο τελευταίος δεν του δικαιολόγησε το περιστατικό, αλλά απλώς του επέστρεψε τις ποσότητες των ληγμένων προϊόντων, που διαπιστώθηκαν κατά το έλεγχο. Μετά από αυτά η εναγόμενη κατήγγειλε, χωρίς να τηρήσει καμία προθεσμία, με την από 23-10-2015 εξώδικη δήλωσή της, η οποία απεστάλη στην ενάγουσα αρχικά μέσω τηλεομοιοτυπίας, και εν συνεχεία, την 5-11-2015, επιδόθηκε σε αυτήν από το δικαστικό επιμελητή του Πρωτοδικείου Χαλκίδας Β. Κ. , τη μεταξύ τους σύμβαση αποκλειστικής διανομής αορίστου χρόνου, για σπουδαίο λόγο, συνιστάμενο στην κατά τα προαναφερόμενα παράβαση των συμβατικών της υποχρεώσεων, ήτοι στο ότι κράτησε στην αποθήκη της σημαντική ποσότητα ληγμένων από καιρό προϊόντων, η ημερομηνία λήξης ορισμένων από τα οποία είχε παρέλθει πέραν του έτους, τα οποία ενώ έπρεπε να είχε επιστρέψει, προκειμένου να διενεργηθεί σύννομα η διαδικασία της καταστροφής τους, απέκρυπτε την ύπαρξή τους, δεν τα απέγραφε στις περιοδικές δηλώσεις της προς αυτήν (εναγόμενη), με αποτέλεσμα να παρουσιάζεται πλασματικό πλεόνασμα κατάλληλων προϊόντων στην αποθήκη της ενάγουσας, καλώντας την να πάψει α) να εμφανίζεται ως εμπορικός της συνεργάτης, β) να διανέμει τα προϊόντα και τα εμπορεύματά της και γ) να χρησιμοποιεί τα σήματα και τα διακριτικά της γνωρίσματα, ενώ περαιτέρω καλούσε τους νομίμους εκπροσώπους της να βρίσκονται στις εγκαταστάσεις της επιχείρησης προκειμένου α) να της επιστρέφουν τον χρησιδανεισθέντα εξοπλισμό που τους είχε παραχωρήσει και το εμπόρευμα που είχαν στις αποθήκες τους και β) να μεριμνήσουν για την τακτοποίηση και τελική εκκαθάριση του μεταξύ τους τηρούμενου λογαριασμού και να της καταβάλουν την οφειλή που θα προκύψει, χωρίς να προσδιορίζουν επακριβώς το ύψος της. Ακολούθως, η εναγόμενη άσκησε κατά της ενάγουσας την από 07-07-2016, με αριθμ. κατάθεσης 39783/2720/2016 αγωγή της, αιτούμενη να της καταβάλει α) το ποσό των 88.587,70 ευρώ, ως διαφορά μεταξύ των επιτρεπόμενων συμβατικά επιστροφών προϊόντων και των πραγματικών επιστροφών και ως τίμημα για την πώληση εμπορευμάτων της και β) το ποσό των 40.931,80 ευρώ, λόγω αναγνώρισης και σωρευτικής αναδοχής από την ενάγουσα χρέους του Α. Β. , επί της οποίας εκδόθηκε η με αριθμό 878/2018 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία έγινε εν μέρει δεκτή η αγωγή και υποχρεώθηκε η ήδη ενάγουσα να καταβάλει στην ήδη εναγόμενη το ποσό των 21.779,50 ευρώ, νομιμότοκα. Περαιτέρω, αξίζει να σημειωθεί ότι η ενάγουσα ουδόλως διαμαρτυρήθηκε ούτε έθεσε θέμα καταχρηστικότητας της καταγγελίας, όταν της επιδόθηκε η ως άνω εξώδικη δήλωση, ή έστω σε εύλογο χρόνο μετά από αυτήν, αλλά το πρώτον έπραξε τούτο με την από 5- 10-2016 εξώδικη δήλωσή της διαμαρτυρία - επιφύλαξη νομίμων δικαιωμάτων, που επιδόθηκε στην εναγόμενη στις 6-10-2016...,με την οποία διαμαρτυρήθηκε για τη λύση της σύμβασης ως αντισυμβατική, καταχρηστική και παράνομη ενέργεια και επιφυλάχθηκε κάθε δικαιώματος της, δηλώνοντας ότι θα προβεί στην άσκηση σχετικών αγωγών, ήτοι έπραξε τούτο μετά την άσκηση της ως άνω με αριθμ. κατάθεσης 39783/2720/2016 αγωγής της αντιδίκου της. Έτσι, με την παραπάνω συμπεριφορά της η ενάγουσα παραβίασε όρο της μεταξύ των διαδίκων ατύπως καταρτισθείσας σύμβασης αποκλειστικής διανομής, σύμφωνα με τον οποίο όφειλε να επιστρέφει στην εναγόμενη τα αδιάθετα - ληγμένα προϊόντα, ώστε αφενός να καταστραφούν και αφετέρου, ενόψει της συμφωνίας των διαδίκων για πλαφόν στο ύψος αυτών (επιστροφών), να γίνει σχετική εκκαθάριση. Τούτο δε έπραξε η ενάγουσα προφανώς γνωρίζοντας ότι προέκυπτε υπέρβαση του ποσοστιαίου ορίου επιστροφών, για να αποφύγει να επιστρέφει στην εναγόμενη τις πληρωμές, που είχαν γίνει στις προηγούμενες εκκαθαρίσεις. Μάλιστα, όπως προέκυψε μετά από οριστική εκκαθάριση των λογαριασμών, στην οποία προέβη η εναγόμενη, η οφειλή της ενάγουσας προς αυτήν ανέρχονταν στο ποσό των 66.808,20 ευρώ...Σημειώνεται ότι η ενάγουσα χωρίς να αρνείται ότι οι ποσότητες ληγμένων προϊόντων που βρέθηκαν στις εγκαταστάσεις της υπερέβαιναν (εν όλω ή εν μέρει) το τεθέν όριο των επιστροφών, επικαλείται, αφενός ακυρότητα του όρου (βλ. αναλυτικά ανωτέρω) και αφετέρου ότι τούτο ήταν σε γνώση της εναγόμενης και γινόταν κατόπιν εντολής της, πράγμα που όμως δεν συνάδει με την κοινή λογική, αφού τις ποσότητες που υπερέβαιναν το όριο των επιστροφών, όπως εν προκειμένω κυρίως συνέβαινε, τις επιβαρυνόταν η ίδια η ενάγουσα. Η παραπάνω αθέτηση της συμβατικής υποχρέωσης της ενάγουσας, η οποία οφείλεται σε υπαιτιότητα αυτής, συνιστά και σπουδαίο λόγο για την εκ μέρους της εναγόμενης έκτακτη καταγγελία της ως άνω μεταξύ τους σύμβασης, αφού είχε ως αποτέλεσμα τον ανεπανόρθωτο κλονισμό της εμπιστοσύνης της προς την ενάγουσα, ενόψει και της σημαντικής ποσότητας των ληγμένων προϊόντων που δεν επεστράφησαν και υπερέβαιναν το τεθέν όριο επιστροφών και της αξίας αυτών, έτσι ώστε να μην μπορεί να αξιωθεί απ' αυτήν η συνέχιση της επίδικης σύμβασης, αλλά αντίθετα η εξακολούθηση της λειτουργίας της ως άνω ενοχικής σχέσης, κατέστη δυσβάσταχτη για την καταγγέλλουσα εναγόμενη, οπότε η λύση της σύμβασης επήλθε χωρίς την παρέλευση των ως άνω αναφερόμενων στο άρθρο 8 παρ.4 του Π.Δ. 219/1991 προθεσμιών. Αποτελούσε δε η καταγγελία μία συναλλακτική δυνατότητα αυτής (της εναγόμενης), που ήταν αντικειμενικά προβλέψιμη από την ενάγουσα και, δεδομένης της αντισυμβατικής συμπεριφοράς της τελευταίας, πραγματοποιήθηκε προς διαφύλαξη των συμφερόντων της επιχείρησης της εναγόμενης και ουδόλως αποσκοπούσε στη ματαίωση των νομίμων δικαιωμάτων της ενάγουσας και στην εκτόπιση αυτής από τη σχετική αγορά, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται η τελευταία. Ως εκ τούτου η άσκηση του δικαιώματος καταγγελίας από την πλευρά της εναγόμενης δεν είναι καταχρηστική, διότι έγινε λόγω συνδρομής του προαναφερόμενου σπουδαίου λόγου και δεν έγινε με πρόθεση να ζημιωθεί η ενάγουσα διανομέας και να καρπωθεί η εναγόμενη τα οφέλη από την ήδη αποκτηθείσα από την ενάγουσα , πελατεία. Περαιτέρω, η συμπεριφορά της εναγόμενης δεν είναι αντίθετη ούτε με τα χρηστά ήθη, καθόσον πρώτον δεν συνιστούσε καταχρηστική άσκηση δικαιώματος, όπως προαναφέρθηκε, και δεύτερον με βάση τις αντιλήψεις του χρηστώς και εμφρόνως σκεπτόμενου ατόμου η συγκεκριμένη συμπεριφορά της δεν αντίκειται στην κοινωνική ηθική και στις θεμελιώδεις δικανικές αρχές, στις οποίες στηρίζεται το θετικό δίκαιο, συνεκτιμουμένου και του γεγονότος ότι δεν χρησιμοποίησε δόλια μέσα και μεθοδεύσεις με σκοπό να αποσπάσει πελατεία από την ενάγουσα, αλλά έκρινε απλώς επιχειρηματικά δυσβάσταχτη την εξακολούθηση της επίδικης συνεργασίας της με την ενάγουσα, καταγγέλλοντας τη μεταξύ τους σύμβαση. Επίσης, μόνο το γεγονός ότι η εναγόμενη θέλησε να προασπίσει τα επιχειρηματικά της συμφέροντα, δεν αποτελεί συμπεριφορά ενέχουσα προφανή υπέρβαση των τιθέμενων από το άρθρο 281 ΑΚ ορίων, ούτε αντίθεση στα χρηστά ήθη, έστω και αν η ενάγουσα τελούσε σε σχέση οικονομικής εξάρτησης από την εναγόμενη, λόγω της προμήθειας από αυτήν αποκλειστικά, των ειδών, που εμπορευόταν. Τούτο διότι δεν αποδείχθηκε ότι η εναγόμενη προέβη στην καταγγελία της σύμβασης, κατά καταχρηστική εκμετάλλευση της σχέσης αυτής (οικονομικής εξάρτησης), δεδομένου ότι δεν αποδείχθηκε ότι είχαν διαμορφωθεί ειδικές συνθήκες στην εμπορική συνεργασία τους που να προσδίδουν στη συμπεριφορά της τελευταίας αθέμιτο χαρακτήρα, όπως λ.χ. δόλιες μεθοδεύσεις της με σκοπό την απόσπαση της πελατείας της ενάγουσας, ούτε προσπάθειες οικονομικής αποσταθεροποίησής της, με σκοπό να αναλάβει τις πωλήσεις στην περιοχή άλλος διανομέας, με τις ίδιες προϋποθέσεις, ή ότι διέκοψε αιφνίδια και αδικαιολόγητα μία εμπορική σχέση με αποτέλεσμα η ενάγουσα να μην διαθέτει ισοδύναμη εναλλακτική λύση, κατά παράβαση του άρθρου 18 α' του Ν. 146/1914, Αντιθέτως, αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα διέθετε ισοδύναμες εναλλακτικές λύσεις και συγκεκριμένα είχε τη δυνατότητα να επιδιώξει, αντίστοιχα, τη σύναψη ομοειδούς σύμβασης εμπορικής συνεργασίας με οποιαδήποτε άλλη εταιρία από αυτές, που δραστηριοποιούνταν στον ίδιο χώρο, με παρόμοιο (με την εναγόμενη), σύστημα διανομής, τελικώς δε μετά τη λύση της άνω σύμβασης συνέχισε να λειτουργεί διανέμοντας αυτή τη φορά ζαχαρώδη προϊόντα και αναψυκτικά... Περαιτέρω, δεν αποδείχθηκε, ότι η λύση της ένδικης σύμβασης ήταν προσχηματική και εκδικητική και μεθοδεύτηκε από την εναγόμενη, λόγω άρνησης της ενάγουσας να συναινέσει στην αναδιάρθρωση του συστήματος διανομής από σύστημα αποκλειστικής διανομής σε σύστημα παραγγελιοδοχικής αντιπροσωπείας, ως η τελευταία ισχυρίζεται, επικαλούμενη μόνο τη μαρτυρία της ως άνω μάρτυρος της, Β. Σ. , εργαζόμενης στην ενάγουσα, η οποία δεν κρίνεται πειστική, ενόψει και του ότι δεν ενισχύεται από κανένα άλλο αποδεικτικό μέσο. Επίσης, ο ισχυρισμός της ενάγουσας ότι δεν είχε η ίδια κανέναν λόγο να αποκρύπτει τα ληγμένα προϊόντα παραγωγής της εναγόμενης που υπερέβαιναν το συμφωνηθέν όριο των επιστροφών είναι αβάσιμος και δεν συνάδει με την κοινή λογική, αφού η ενάγουσα προφανώς είχε συμφέρον, καθώς με τον τρόπο αυτό καθυστερούσε την εξόφλησή τους στην εναγόμενη και μετέθετε την αποπληρωμή τους σε μεταγενέστερες ημερομηνίες και μάλιστα επί μακρόν. Εφόσον, επομένως, η εναγόμενη κατήγγειλε τη σύμβαση αποκλειστικής διανομής λόγω υπαιτιότητας της ενάγουσας, συνισταμένης στην παράβαση της παραπάνω συμβατικής της υποχρέωσης, που θα δικαιολογούσε την καταγγελία της κατά πάντα χρόνο, αυτή δεν δικαιούται κατά νόμο τη ζητούμενη αποζημίωση για αποθετική ζημία ούτε αποζημίωση πελατείας, ανεξαρτήτως (όσον αφορά τη δεύτερη απαίτηση) του αν όντως η ενάγουσα έφερε νέους πελάτες στην εναγόμενη ή προήγαγε συμβατικά τις υποθέσεις της με τους υπάρχοντες πελάτες και η εναγόμενη διατηρεί ουσιαστικά οφέλη εξ αυτού (άρθρο 9 παρ. 1α του Π.Δ. 219/1991), αξιώσεις, οι οποίες πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμες κατ' ουσίαν, κατά παραδοχή σχετικής ένστασης της εναγόμενης, που πρόβαλε νομίμως κατά τον πρώτο βαθμό, η οποία δεν πάσχει αοριστίας απορριπτομένου του αντίθετου ισχυρισμού της ενάγουσας. Κατ' ακολουθία, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλουμένη απόφαση, απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμα τα άνω κονδύλια, αν και με ελλιπείς αιτιολογίες που συμπληρώνονται από αυτές της παρούσας (534 ΚΠολΔ), ορθά κατ' αποτέλεσμα έκρινε και όσα αντίθετα υποστηρίζει η ενάγουσα με τους διαλαμβανόμενους στον δεύτερο λόγο της έφεσης ισχυρισμούς, είναι αβάσιμα και απορριπτέα. Περαιτέρω, από κανένα στοιχείο δεν αποδείχθηκε ότι η εναγόμενη προέβη στην πιο πάνω καταγγελία με σκοπό ανταγωνισμού της ενάγουσας, την υφαρπαγή της πελατείας της και την εκτόπισή της από την αγορά, ώστε να εκμεταλλευθεί, αντίθετα προς τα χρηστά ήθη, τους κόπους και τις δαπάνες, στις οποίες υποβλήθηκε για την καθιέρωση των προϊόντων της στις παραχωρηθείσες συμβατικά περιοχές, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται η ενάγουσα. Αντίθετα, ενόψει του ότι, όπως αναπτύχθηκε παραπάνω, συνέτρεχε σπουδαίος λόγος για την καταγγελία της ένδικης σύμβασης και αποτελούσε ως εκ τούτου μία αντικειμενικά προβλέψιμη εκ μέρους της ενάγουσας συναλλακτική δυνατότητα της εναγόμενης, ότι αυτή (καταγγελία) έγινε με αποκλειστικό σκοπό και στόχο τη διαφύλαξη των καλώς εννοούμενων συμφερόντων της επιχείρησής της και την προστασία της φήμης και υπόληψής της στην αγορά και όχι με σκοπό την εκτόπισή της ενάγουσας από αυτήν (αγορά) και την οικονομική καταστροφή της...ως εκ τούτου δεν υπερβαίνει ούτε τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του σχετικού δικαιώματος της, έτσι ώστε να μην είναι ούτε καταχρηστική, όπως αντίθετα ισχυρίζεται, η ενάγουσα. Εξάλλου, για την καταγγελία της σύμβασης των διαδίκων η εναγόμενη δεν μεταχειρίστηκε δόλιες ενέργειες ή ανήθικες μεθοδεύσεις, προγενέστερες της καταγγελίας, με σκοπό την απόσπαση της άνω πελατείας, στην δημιουργία της οποίας είχε, συμβάλλει και η ενάγουσα, ώστε η συμπεριφορά της να αντίκειται στα χρηστά ήθη, ούτε υποκινήθηκε από ταπεινά ελατήρια ή συναισθήματα έχθρας ή μίσους ή εκδίκησης προς την ενάγουσα. Ουδόλως, εξάλλου, αποδείχθηκε ότι η καταγγελία έγινε κατά κατάχρηση της σχέσης οικονομικής εξάρτησης της ενάγουσας και ειδικότερα, δεν αποδείχθηκε ότι αυτή δεν διέθετε ισοδύναμη εναλλακτική λύση προμήθειας εφάμιλλων ανταγωνιστικών προϊόντων, λόγω του ξαφνικού της καταγγελίας και της λύσης της σύμβασης. Επιπλέον, δεν αποδείχθηκε ότι η διακοπή της συνεργασίας μεθοδεύτηκε από την εναγόμενη με πρόθεση επαγωγής ζημίας στην ενάγουσα, αφού ούτε οι μάρτυρες της ενάγουσας κατέθεσαν συγκεκριμένα στοιχεία σχετικά με τις επικαλούμενες αυτές προθέσεις της εναγόμενης, αλλά ούτε και ότι η εναγόμενη έβλαψε με κάποια ενέργειά της το μέλλον, τη φήμη και την υπόσταση της ενάγουσας ως επιχειρηματία ή ότι παρεμπόδισε την ανάπτυξη της επιχείρησής της ή προσέβαλε την προσωπικότητά της, ώστε να υποστεί αυτή ηθική βλάβη, όπως αβάσιμα υποστηρίζει η ενάγουσα. Ενόψει αυτών, αλλά και όλων των συνθηκών και περιστάσεων της ένδικης υπόθεσης, όπως προαναφέρθηκαν, δεν στοιχειοθετείται συμπεριφορά της εναγόμενης (δια των νομίμων εκπροσώπων της), αντικείμενη στα χρηστά ήθη, κατά την έννοια του άρθρου 1 ν. 146/1914, ούτε συμπεριφορά που να πληροί το πραγματικό του 281 ΑΚ, ως υπερακοντίζουσα προφανώς τα όρια, που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του δικαιώματος, αλλά ούτε και συμπεριφορά αντιβαίνουσα στα χρηστά ήθη, που να πληροί το πραγματικό, του άρθρου 919 ΑΚ, ή αυτό του άρθρου 18α του ν. 146/1914, σε συνδ. με άρθρα 914, 932 ΑΚ ή των άρθρων 57, 59 ΑΚ, θεμελιωτική αξίωσης της ενάγουσας για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλουμένη απόφαση απέρριψε το αντίστοιχο αγωγικό κονδύλιο, ως ουσιαστικά αβάσιμο, δεχόμενο ότι δεν θεμελιώνεται αξίωση της ενάγουσας για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης (με βάση τις πιο πάνω διατάξεις), αν και με ελλιπείς εν μέρει αιτιολογίες, που συμπληρώνονται από τις αιτιολογίες της παρούσας απόφασης (534 ΑΚ) ορθά κατ' αποτέλεσμα έκρινε και όσα αντίθετα υποστηρίζει η εκκαλούσα - ενάγουσα με τους διαλαμβανόμενους στον τρίτο λόγο της έφεσής της ισχυρισμούς, είναι αβάσιμα και απορριπτέα". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο, κάνοντας δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη την εκ του άρθρου 9 παρ. 3α' του Π.Δ. 219/1991 ένσταση της αναιρεσίβλητης και απορρίπτοντας ως ουσιαστικά αβάσιμη την πρωτοδίκως υποβληθείσα αντένσταση της αναιρεσείουσας, στην οποία αυτή προέβαλε ότι η καταγγελία της σύμβασης από την αναιρεσίβλητη ήταν καταχρηστική, γιατί αυτή γνώριζε την ύπαρξη των ληγμένων προϊόντων στην αποθήκη της και κατήγγειλε εκδικητικά τη σύμβαση, επειδή η ίδια αρνήθηκε την πρότασή της αναιρεσίβλητης να μεταβληθεί η φύση της σύμβασής τους και να γίνει παραγγελιοδοχικός αντιπρόσωπος, απέρριψε τους σχετικούς λόγους της έφεσης της αναιρεσείουσας, επικυρώνοντας την απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, που είχε απορρίψει ως ουσιαστικά αβάσιμη την αγωγή της, ως προς τα αιτήματα να αναγνωρισθεί η υποχρέωση της αναιρεσίβλητης να της καταβάλει τα αναφερόμενα στην αγωγή ποσά ως αποζημίωση πελατείας, αποζημίωση για τα διαφυγόντα κέρδη έξι μηνών και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης λόγω της αντισυμβατικής και παράνομης καταγγελία της σύμβασης, ακολούθως δε, με άλλες παραδοχές, που δεν πλήττονται με λόγο αναίρεσης, έκανε δεκτή την έφεση της αναιρεσείουσας κατά την διάταξή της για τα δικαστικά έξοδα και αφού εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση κατά την διάταξή της αυτή, επέβαλε σε βάρος της αναιρεσείουσας ένα μέρος των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης και για τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας. IV) Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 361 ΑΚ, 9 παρ. 3 α' του Π.Δ. 219/1991 και 25 παρ. 1 του Συντάγματος, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, υπαγάγοντας σωστά τα αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά στη νομική έννοια του σπουδαίου λόγου, όσον αφορά την εκ μέρους της αναιρεσίβλητης καταγγελία της συνδέουσας τους διαδίκους σύμβασης αποκλειστικής διανομής, ούτε παραβίασε με τη μη εφαρμογή τους τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 4 παρ. 2 του Π.Δ. 219/1991, 178, 288, 281, 57, 59, 914, 919, 932 Α.Κ. και 18α' Ν. 146/1914, οι οποίες δεν ήσαν εφαρμοστέες στην κρινόμενη περίπτωση, καθόσον υπό τα ανελέγκτως δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, α) η καταγγελία της ένδικης σύμβασης από την αναιρεσίβλητη έγινε για σπουδαίο λόγο, συνιστάμενο στην από δόλο παραβίαση από την αναιρεσείουσα του όρου της σύμβασης, με βάση τον οποίο αυτή υποχρεούτο να επιστρέφει στην αναιρεσίβλητη όλα τα αδιάθετα και ληγμένα προϊόντα, που είχε αγοράσει από αυτήν, προκειμένου αυτά να καταστραφούν για υγειονομικούς λόγους και να γίνει η σχετική εκκαθάριση του σχετικού λογαριασμού, καθόσον η αναιρεσείουσα, γνωρίζοντας ότι προέκυπτε υπέρβαση του ποσοστιαίου ορίου επιστροφών, ήθελε να αποφύγει να επιστρέψει στην αναιρεσίβλητη πληρωμές που είχαν γίνει στις προηγούμενες εκκαθαρίσεις, με συνέπεια τον ανεπανόρθωτο κλονισμό της εμπιστοσύνης της αναιρεσίβλητης προς την αναιρεσείουσα, αφού αυτή δεν γνώριζε την γενομένη παραβίαση του συμβατικού όρου, η οποία (παραβίαση) έγινε αντιληπτή μετά από έλεγχο στις αποθήκες της αναιρεσείουσας και ήταν, κατά τη νοηματική εκτίμηση του περιεχομένου της απόφασης, ουσιώδης, γιατί αφορούσε μεγάλες ποσότητες αδιάθετων και ληγμένων προϊόντων και προέκυπτε μεγάλου ύψους οφειλή της αναιρεσείουσας, έτσι ώστε να μην μπορεί να αξιωθεί από την αναιρεσίβλητη εξακολούθηση της επίδικης σύμβασης, η οποία κατέστη γι' αυτή δυσβάσταχτη, ώστε, με βάση τις ουσιαστικές αυτές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, να καταφάσκεται η ουσιαστική βασιμότητα της προβληθείσας από την αναιρεσίβλητη ένστασης και η αβασιμότητα της από το άρθρο 281 ΑΚ αντένστασης της αναιρεσείουσας (όσον αφορά τη συμβατική αξίωση για αποζημίωση πελατείας) και, συνακόλουθα, να δικαιολογείται η απόρριψη της αγωγής όσον αφορά τα αιτήματα της αποζημίωσης πελατείας και αποζημίωσης για διαφυγόντα κέρδη, β) δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής των ως άνω διατάξεων, στις οποίες επιχειρήθηκε να θεμελιωθεί η βάση της αγωγής από την αδικοπραξία και η συναφής με αυτήν αξίωση χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης, και ειδικότερα δεν στοιχειοθετείται συμπεριφορά της εναγόμενης που να πληροί το πραγματικό του άρθρου 281 ΑΚ, ως υπερβαίνουσα προφανώς τα όρια, που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του δικαιώματος, αλλά ούτε και συμπεριφορά αντιβαίνουσα στα χρηστά ήθη, που να πληροί το πραγματικό των άρθρων 919 ΑΚ και 18α του ν. 146/1914, σε συνδ. με άρθρα 914, 932 ΑΚ, καθώς και των άρθρων 57, 59 ΑΚ, καθόσον, με βάση τις ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, η (έκτακτη) καταγγελία της ένδικης σύμβασης αποκλειστικής διανομής δεν ήταν παράνομη ούτε αντίθετη στα χρηστά ήθη ή στην καλή συναλλακτική πίστη, ούτε παραβιάζει την αρχή της αναλογικότητας μέσου προς σκοπό, αφού δεν είναι ανεκτό κατά την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη να απαιτηθεί από την αναιρεσίβλητη να συνεχίσει τη συνεργασία της με την αναιρεσείουσα σε μια διαρκή σύμβαση με έντονο το στοιχείο της εμπιστοσύνης μεταξύ των συμβαλλόμενων, όταν η εμπιστοσύνη αυτή έχει κλονιστεί από την ανωτέρω σοβαρή παραβίαση της σύμβασης από την αναιρεσείουσα, δεδομένου ότι, κατά τα ανωτέρω, συνέτρεχε για την ως άνω καταγγελία σπουδαίος λόγος και, ως εκ τούτου, αποτελούσε αυτή μία αντικειμενικά προβλέψιμη εκ μέρους της αναιρεσείουσας συναλλακτική δυνατότητα της αναιρεσίβλητης, η οποία προέβη στην καταγγελία με αποκλειστικό σκοπό τη διαφύλαξη των καλώς εννοούμενων συμφερόντων της επιχείρησής της και την προστασία της φήμης και υπόληψής της στην αγορά, και όχι με σκοπό την εκτόπιση από αυτήν της αναιρεσείουσας και την οικονομική καταστροφή της, χωρίς να μεταχειριστεί δόλιες ενέργειες ή ανήθικες μεθοδεύσεις, προγενέστερες της καταγγελίας, με σκοπό την απόσπαση από την αναιρεσείουσα πελατείας, στην δημιουργία της οποίας είχε αυτή συμβάλει, ούτε υποκινήθηκε από ταπεινά ελατήρια ή συναισθήματα έχθρας ή μίσους ή εκδίκησης προς την αναιρεσείουσα, επειδή αυτή δεν θέλησε να μετατραπεί η επίδικη σύμβαση σε σύμβαση παραγγελιοδοχικής αντιπροσωπείας, ούτε και έγινε κατά καταχρηστική εκμετάλλευση από την αναιρεσείουσα της σχέσης οικονομικής εξάρτησης της αναιρεσείουσας από αυτήν, αλλά ούτε και αποδείχθηκε ότι η διακοπή της συνεργασίας μεθοδεύτηκε από την αναιρεσίβλητη με πρόθεση επαγωγής ζημίας στην αναιρεσείουσας και, επίσης, ότι η αναιρεσίβλητη έβλαψε με κάποια ενέργειά της το μέλλον, τη φήμη και την υπόσταση της αναιρεσείουσας ως επιχειρηματία ή ότι παρεμπόδισε την ανάπτυξη της επιχείρησής της ή προσέβαλε την προσωπικότητά της. Περαιτέρω, το Εφετείο, υπό τις προεκτεθείσες παραδοχές του, δεν στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του από νόμιμη βάση, καθ' όσον διέλαβε σε αυτήν την απαιτούμενη αιτιολογία, που ανταποκρίνεται στο πραγματικό των προαναφερόμενων ουσιαστικού δικαίου διατάξεων, που εφάρμοσε, και καθιστά εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο περί της ορθής εφαρμογής αυτών, τις οποίες έτσι δεν παραβίασε ούτε εκ πλαγίου, αφού αναφέρονται στην απόφαση, με σαφήνεια, επάρκεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν το σαφώς διατυπούμενο αποδεικτικό της πόρισμα, με τις υποστηρίζουσες αυτό ειδικότερες παραδοχές: α) Ότι στις 16/10/2015 διενεργήθηκε από υπάλληλο - επιθεωρητή της αναιρεσίβλητης στις αποθήκες της αναιρεσείουσας επιτόπιος έλεγχος με φυσική απογραφή των προϊόντων, κατά τον οποίο ο ελέγχων εντόπισε, κρυμμένη από την αναιρεσείουσα, σε απομονωμένο χώρο των αποθηκών, ποσότητα αδιάθετων και ληγμένων προϊόντων, για την ημερομηνία λήξης ορισμένων από τα οποία είχε παρέλθει ήδη ακόμα και ένα έτος, τα οποία είχε αγοράσει η αναιρεσείουσα από την αναιρεσίβλητη προς μεταπώληση στα πλαίσια της σύμβασης αποκλειστικής διανομής, που τις συνέδεε, αποτελούμενη η ποσότητα αυτή από 47.116 τεμάχια αξίας 87.624,63 ευρώ, την οποία ποσότητα προϊόντων, συνοδευόμενη από τα αντίστοιχα παραστατικά, δεν είχε αποστείλει αμέσως μετά τη λήξη τους στην αναιρεσείουσα για να καταστραφούν τα προϊόντα αυτά για υγειονομικούς λόγους, κατά παράβαση της μεταξύ τους συμφωνίας, με αποτέλεσμα να εμφανίζει έτσι πλασματικό πλεόνασμα κατάλληλων προϊόντων, β) Ότι στην ενέργεια αυτή προέβη η αναιρεσείουσα γιατί γνώριζε ότι, αν είχε επιστρέψει τα προϊόντα αυτά, την ύπαρξη των οποίων δεν γνώριζε πριν τον έλεγχο η αναιρεσίβλητη, θα προέκυπτε υπέρβαση του ποσοστού του 2% για τα γαλακτοκομικά προϊόντα και του 5% για τους χυμούς επί του ετήσιου τζίρου της και έτσι, όπως είχε συμφωνηθεί μεταξύ των διαδίκων το δεύτερο εξάμηνο του έτους 2010, όπως προαναφέρθηκε, θα έπρεπε να επιστρέψει στην αναιρεσίβλητη κατά την ετήσια εκκαθάριση των επιστροφών, τις πληρωμές που είχε λάβει για τις επιστροφές αυτές, κατά το τμήμα που υπερέβαιναν τα ανωτέρω ποσοστά, η οποία επιστροφή θα γινόταν με την έκδοση χρεωστικών εις βάρος της τιμολογίων από την αναιρεσίβλητη, με τη συμπεριφορά της δε αυτή μετέθετε "επί μακρόν" την αποπληρωμή της αναιρεσίβλητης για τις επιστροφές αυτές, που υπερέβαιναν τα ανωτέρω όρια, γ) Ότι ο νόμιμος εκπρόσωπος της αναιρεσείουσας, όταν του ζητήθηκε από τον ανωτέρω ελεγκτή αρχικά και από τον διευθυντή πωλήσεων της αναιρεσίβλητης στη συνέχεια, να δώσει εξηγήσεις για την ανωτέρω πρακτική της αναιρεσείουσας, αυτός δεν έδωσε καμία δικαιολογία, αλλά μόνο επέστρεψε στην αναιρεσίβλητη τις ποσότητες ληγμένων προϊόντων, που διαπιστώθηκαν κατά τον έλεγχο, δ) Ότι από την οριστική εκκαθάριση των λογαριασμών, στην οποία προέβη μετά την καταγγελία η αναιρεσίβλητη, προέκυψε οφειλή της αναιρεσείουσας προς αυτήν για την ανωτέρω αιτία ποσού 66.808,20 ευρώ, τελικά δε άσκησε αγωγή στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών για το ποσό των 88.587,70 ευρώ, ε) Ότι η ανωτέρω υπαίτια παραβίαση του συμβατικού όρου από την αναιρεσείουσα είχε ως αποτέλεσμα τον ανεπανόρθωτο κλονισμό της εμπιστοσύνης της αναιρεσίβλητης προς αυτήν, ενόψει και της σημαντικής ποσότητας των ληγμένων προϊόντων που δεν είχαν επιστραφεί, αφού η εξακολούθηση της λειτουργίας της σύμβασης, μετά την αποκάλυψη της παραβίασης του όρου κατέστη δυσβάσταχτη για την αναιρεσίβλητη και η επιλογή της να καταγγείλει τη σύμβαση ήταν μια συναλλακτική της δυνατότητα, που ήταν αντικειμενικά προβλέψιμη από την αναιρεσείουσα, όταν παραβίασε τη σύμβαση, στ) Ότι η καταγγελία αυτή δεν είναι παράνομη και υπαίτια πράξη και συνεπώς αδικοπραξία, γιατί έγινε για τον ανωτέρω σπουδαίο λόγο, δεν είναι αντίθετη στα χρηστά ήθη, δηλαδή τις αντιλήψεις του χρηστώς και εμφρόνως σκεπτόμενου ατόμου, ούτε είναι αντίθετη στα χρηστά αυτά ήθη, στην καλή συναλλακτική πίστη και κοινωνικό και οικονομικό σκοπό του δικαιώματος της έκτακτης καταγγελίας της σύμβασης και συνεπώς καταχρηστική, ούτε έγινε κατά καταχρηστική εκμετάλλευση της σχέσης οικονομικής εξάρτησης της αναιρεσείουσας από την αναιρεσίβλητη, γιατί η καταγγελία έγινε για τη διαφύλαξη των συμφερόντων της αναιρεσείουσας και δεν αποσκοπούσε στη ματαίωση των νομίμων δικαιωμάτων της αναιρεσείουσας με σκοπό την απόσπαση πελατείας από αυτήν και την οικονομική αποσταθεροποίησή της, με σκοπό να αναλάβει τις πωλήσεις στη συμβατική περιοχή άλλος διανομέας, ούτε αποτελούσε αιφνίδια και αδικαιολόγητη διακοπή της σύμβασης, με αποτέλεσμα η αναιρεσείουσα να μη διαθέτει ισοδύναμη εναλλακτική λύση, την οποία τελικά αποδείχθηκε ότι είχε, αφού μετά τη λύση της σύμβασης συνέχισε να λειτουργεί διανέμοντας ζακχαρώδη προϊόντα και αναψυκτικά άλλου παραγωγού, ούτε ήταν προσχηματική και εκδικητική καταγγελία, η οποία μεθοδεύτηκε από την αναιρεσίβλητη, λόγω της άρνησης της αναιρεσείουσας να συναινέσει στην αναδιάρθρωση του συστήματος διανομής από σύστημα αποκλειστικής διανομής σε σύστημα παραγγελιοδοχικής αντιπροσωπείας, και ζ) Ότι με τις ανωτέρω ενέργειές της η αναιρεσίβλητη δεν προσέβαλε παράνομα και υπαίτια το δικαίωμα στην προσωπικότητας της αναιρεσείουσας, δια της προσβολής της φήμης της και της εμπορικής υπόστασής της. Περαιτέρω, αντίθετα από ό,τι υποστηρίζει η αναιρεσείουσα, δεν υπάρχει ανεπάρκεια της αιτιολογίας από τη μη ρητή αναφορά στην απόφαση ότι η παραβίαση της σύμβασης από την αναιρεσείουσα ήταν ουσιώδης, αφού αυτό προκύπτει από το όλο περιεχόμενο της απόφασης και ιδίως από την αναφορά της μεγάλης ποσότητας των ληγμένων προϊόντων, της μεγάλης αξίας τους και του μεγάλου χρόνου που ήταν κρυμμένα, ενώ, υπό τα δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, δεν υπήρχε ανάγκη να τεθεί στην αναιρεσείουσα προθεσμία συμμόρφωσης, γιατί δύο φορές κλήθηκε αυτή να δικαιολογήσει την παραβίαση της σύμβασης (την οποία ουσιαστικά δεν αρνείται) και αρνήθηκε και συνεπώς η χορήγηση τέτοιας προθεσμίας θα ήταν περιττή. Επίσης δεν υπάρχει ασάφεια σε σχέση με το ύψος της οφειλής της, αφού τα τρία ποσά που αναφέρονται στην απόφαση αφορούν σε διαφορετικό στοιχείο το καθένα και συγκεκριμένα το ποσό των 87.624,23 ευρώ αφορά στην αξία των προϊόντων που βρέθηκαν κρυμμένα, το ποσό των 66.808,20 ευρώ αφορά την οφειλή της αναιρεσείουσας μετά την οριστική εκκαθάριση των λογαριασμών για την υπέρβαση του ορίου επιστροφής ληγμένων προϊόντων και το ποσό των 88.587.70 ευρώ αφορά στο ποσό για το οποίο τελικά άσκησε αγωγή η αναιρεσίβλητη στην αναιρεσείουσα, ούτε και υπάρχει αντίφαση μεταξύ της παραδοχής του Εφετείου ότι το σύστημα μηχανογράφησης της αναιρεσείουσας συνδεόταν ηλεκτρονικά με το σύστημα μηχανογράφησης της αναιρεσίβλητης, με την έτερη παραδοχή ότι η αναιρεσίβλητη δεν γνώριζε τις ποσότητες των ληγμένων προϊόντων και ότι για πρώτη φορά έλαβε γνώση αυτών κατά τον έλεγχο στις 15/10/2015, δεδομένου ότι η ηλεκτρονική διασύνδεση των συστημάτων μηχανοργάνωσης δεν επιφέρει αυτόματα τη γνώση της αναιρεσίβλητης, αλλά παρέχει μόνο δυνατότητα τέτοιας γνώσης για την ολοκλήρωση της οποίας πρέπει να ακολουθήσει και ο έλεγχος, κατά τον οποίον θα χρησιμοποιηθεί η διασύνδεση αυτή. Τέλος για την επάρκεια και την πληρότητα της αιτιολογίας απόρριψης της εκ του άρθρου 281 Α.Κ. αντένστασης της αναιρεσείουσας, ότι ακόμα κι αν υπάρχει σπουδαίος λόγος για την καταγγελία, αυτή ασκήθηκε καταχρηστικά (εκδικητικά), δεν απαιτείτο η αναφορά στην απόφαση περιστατικών για το πώς θα γινόταν η διακίνηση των προϊόντων υπό το σύστημα της παραγγελιοδοχικής αντιπροσωπείας, το οποίο προτάθηκε στην αναιρεσείουσα και το απέρριψε, ούτε αν τελικά η αναιρεσίβλητη προέβη στην αναδιάρθρωση αυτή. Επομένως, ο δεύτερος λόγος αναίρεσης υπό στοιχεία Β-2, Β-3, Β-4β και Γ, με τον οποίο προσάπτονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι ανωτέρω από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλειες είναι αβάσιμος. Ο ίδιος ως άνω λόγος αναίρεσης, υπό στοιχεία Β-1 και Β-4β', με τον οποίο προσάπτονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι από τον αρ. 8 περ. α'και β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλειες, με την αιτίαση αντιστοίχως: α) ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη για την παραδοχή της εκ του άρθρου 9 παρ. 3α' Π.Δ. 219/1991 ένστασης της αναιρεσίβλητης για ύπαρξη σπουδαίου λόγου για την καταγγελία της σύμβασης πραγματικό ισχυρισμό της ότι υπήρχε υπαιτιότητα της ίδιας στην παράβαση της σύμβασης, ο οποίος δεν προβλήθηκε στην ένσταση και β) ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη την αντένστασή της, ότι η καταγγελία αυτή για σπουδαίο λόγο είναι καταχρηστική (εκδικητική), είναι επίσης αβάσιμος, κατά το πρώτο μεν σκέλος, γιατί η υπαιτιότητα και συγκεκριμένα ο δόλος της αναιρεσείουσας εμπεριέχετο στη λέξη "απόκρυψη", που χρησιμοποίησε για τα ληγμένα προϊόντα στην ένστασή της η αναιρεσίβλητη και, συνεπώς, το Εφετείο δεχόμενο υπαιτιότητα της αναιρεσείουσας δεν δέχθηκε πραγματικό ισχυρισμό που δεν προτάθηκε από την αναιρεσίβλητη, κατά δε το δεύτερο σκέλος, γιατί το Εφετείο έλαβε υπόψη την αντένσταση αυτή και την απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη. V). Ο αναιρετικός λόγος από τον αριθμό 11 εδ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ιδρύεται, αν το δικαστήριο παρέλειψε να λάβει υπόψη του, κατά τη διαμόρφωση της αποδεικτικής του κρίσης, αποδεικτικά μέσα, που παραδεκτώς και νομίμως, επικαλέσθηκαν οι διάδικοι, χρήσιμα προς άμεση ή έμμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων περί πραγματικών γεγονότων, με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, δηλαδή στο διατακτικό της απόφασης (ΟλΑΠ 1190/1981, ΟλΑΠ 2/2008, ΑΠ 1181/2010, ΑΠ 694/2009). Τέτοιοι ισχυρισμοί είναι αυτοί που θεμελιώνουν την αγωγή ή τις ενστάσεις ή χρησιμεύουν προς απόκρουση της αγωγής ή των ενστάσεων (ΑΠ 179/2003). Για την ίδρυση του ως άνω λόγου αναίρεσης αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για τη λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας επικληθέντων και προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων, τα οποία όφειλε αυτό να λάβει υπόψη του (ΑΠ 1134/1993). Καμιά, ωστόσο, διάταξη δεν επιβάλλει την ειδική μνεία και τη χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, αλλ` αρκεί η γενική μνεία των κατ` είδος αποδεικτικών μέσων που λήφθηκαν υπόψη (ΑΠ 779/2019). Στην πολιτική δίκη αποδεικτικά μέσα είναι, μεταξύ άλλων, κατά το άρθρο 339 ΚΠολΔ, τα έγγραφα και τα δικαστικά τεκμήρια. Τα τελευταία είναι συμπεράσματα τα οποία συνάγει το δικαστήριο από αποδεδειγμένα γεγονότα για την ύπαρξη ή ανυπαρξία άλλων γεγονότων (ΑΠ 29/2017, ΑΠ 1307/2015). Ωστόσο, το δικαστήριο της ουσίας υποπίπτει στην αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 11 γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αν παραλείψει να λάβει υπόψη του αποδεικτικά μέσα που κατατείνουν σε άμεση ή αναλόγως και σε έμμεση απόδειξη, όχι όμως αν παραλείψει να συναγάγει από τα αποδεικτικά αυτά μέσα τα τεκμήρια που τυχόν μπορούν να συναχθούν (ΑΠ 648/2019, ΑΠ 1340/2017, ΑΠ 765/2014). Για την πληρότητα αυτού του αναιρετικού λόγου, πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο: α) το φερόμενο ως μη ληφθέν υπόψη αποδεικτικό μέσο, κατά τρόπο, που να προκύπτει η ταυτότητά του. β) Ότι ο αναιρεσείων επικαλέσθηκε και προσκόμισε το αποδεικτικό αυτό μέσο στο δικαστήριο της ουσίας. γ) Ο ισχυρισμός προς απόδειξη ή ανταπόδειξη, του οποίου αυτό προσκομίσθηκε και το περιεχόμενό του, ώστε να είναι δυνατό να κριθεί, αν αυτός είναι ουσιώδης και το αποδεικτικό μέσο ήταν κρίσιμο για την απόδειξη ή ανταπόδειξη αυτού. δ) Το περιεχόμενο του αποδεικτικού μέσου. Και, ε) ο νόμιμος τρόπος, που αυτό προσκομίσθηκε στο δικαστήριο της ουσίας (ΟλΑΠ 1990/1982, ΑΠ 1277/2019, AΠ 1091/2019, ΑΠ 1185/2010). Για τον έλεγχο της ουσιαστικής βασιμότητας του λόγου αυτού αναιρέσεως είναι αναγκαία η προσκόμιση των αποδεικτικών μέσων, τα οποία αφορά η εν λόγω αναιρετική αιτίαση, προκειμένου να διακριβωθεί το επικαλούμενο περιεχόμενο αυτών, με το οποίο θα ελεγχθεί η μη λήψη τους υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 1320/2021, ΑΠ 172/2020, ΑΠ 388/2018, ΑΠ 1037/2010). Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο αναίρεσης η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από το άρθρο 559 αρ. 11 γ' πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι το Εφετείο, για τη συναγωγή του αποδεικτικού πορίσματος, δεν έλαβε υπόψη και δεν συνεκτίμησε ως δικαστικά τεκμήρια, ως όφειλε, παρά τη γενική αναφορά ότι έλαβε υπόψη όλα τα έγγραφα που προσκομίστηκαν σε αυτό, και τα προσκομισθέντα από την ίδια, με επίκλησή τους με τις από 18-9-2019 εφετειακές προτάσεις της, παρακάτω ουσιώδη αποδεικτικά έγγραφα, που περιήλθαν σε γνώση και κατοχή της μετά την έκδοση της πρωτόδικης απόφασης, από τα οποία αποδεικνύονται οι προβληθέντες πρωτοδίκως και επαναφερθέντες με την έφεσή της ουσιώδεις πραγματικοί ισχυρισμοί της: α) ότι το σύστημα μηχανογράφησης της ιδίας και όλων των διανομέων ήταν ηλεκτρονικά συνδεδεμένο με το μηχανογραφικό σύστημα της αναιρεσίβλητης, η οποία γνώριζε τα πάντα ανά πάσα στιγμή, ήτοι για την κίνηση των εμπορευμάτων, ποια πωλούνταν και ποια όχι, ποία είχαν λήξει και φυλάσσονταν στις αποθήκες των διανομέων, ποία επιστρέφονταν και ότι οι επιστροφές γίνονταν πάντοτε με εντολή της, και συνεπώς δεν υπάρχει παραβίαση της υποχρέωσης επιστροφής ληγμένων και συνακόλουθα σπουδαίος λόγος που δικαιολογεί την με έκτακτη καταγγελία λύση της σύμβασης αποκλειστικής διανομής, β) ότι με την ίδια αιτιολογία και τρόπο, η αναιρεσίβλητη κατήγγειλε τις συμβάσεις διανομής των αποκλειστικών διανομέων Β.. Κ. και της εταιρείας "Τ. Γ. & ΣΙΑ Ε.Ε, που διαφώνησαν και δεν αποδέχτηκαν την προγραμματισθείσα από 1-10-12015 αλλαγή του συστήματος διανομής από αποκλειστική διανομή σε παραγγελιοδοχική αντιπροσωπεία και άρα πρόκειται για εκδικητική και καταχρηστική καταγγελία και συνακόλουθα ότι η λύση της σύμβασης επήλθε όχι από υπαιτιότητα της ενάγουσας, αλλά με υπαιτιότητα της ίδιας της εναγόμενης και γ) ότι καμία ανταγωνιστική της αναιρεσίβλητης εταιρεία δεν εφάρμοσε τόσο μικρό το όριο επιστροφής και ιδίως με την κύρωση της επιβάρυνσης του διανομέα για τις πέραν του ορίου ποσότητες με την αξία πώλησης των ληγμένων εμπορευμάτων και άρα ο όρος θέσης χαμηλού ορίου επιστροφής είναι ασυνήθης, ανήθικος και καταχρηστικός όρος στον κλάδο των γαλακτομικών και χυμών, αν δε το Εφετείο λάμβανε υπόψη και συνεκτιμούσε τα εν λόγω κρίσιμα έγγραφα, ως όφειλε, με βεβαιότητα θα κατέληγε στα ανωτέρω ευνοϊκά για την αναιρεσείουσα αποδεικτικά πορίσματα, οπότε και θα έκανε δεκτά ως ουσία βάσιμα όλα τα αγωγικά αιτήματα, και συγκεκριμένα προβάλλει ότι δε έλαβε υπόψη: Α. Σχετικά έγγραφα και ένορκες βεβαιώσεις προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων που αφορούν την όμοια από 26-10-2016 (αριθ. κατ. 79027//2527/16-11-2016) αγωγή του διανομέα της αναιρεσίβλητης στο νησί της Λέσβου Β.. Κ. ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ήτοι: 1)Αντίγραφο της από 25-1-2015 επιστολής της αναιρεσίβλητης (ΣΧΕΤ Ν 1), από το οποίο αποδεικνύεται ότι ο καθορισμός ορίου επιστροφών αποτελεί απόφαση της Διοίκησής της και δεν επιδέχεται καμία διαπραγμάτευση. 2) Αντίγραφο της από 23-10-2015 εξώδικης δήλωσης της με καταγγελία της σύμβασης αποκλειστικής διανομής (ΣΧΕΤ Ν 2), που εστάλη στον διανομέα της Β.. Κ. τηλεομοιοτυπικά. 3) Αντίγραφο της από 23-10-2015 εξώδικης δήλωσης της με καταγγελία της σύμβασης αποκλειστικής διανομής (ΣΧΕΤ Ν 3), που επιδόθηκε στον διανομέα της Β.. Κ. διά δικαστικού επιμελητή στις 2-11-2015. 4) Αντίγραφα των από 6-10-2015 και 24-10-2015 εκτυπώσεων απογραφής εμπορευμάτων από το μηχανογραφικό σύστημα της (ΣΧΕΤ. Ν 4 α-β). 5) Αντίγραφο εκτύπωσης από το μηχανογραφικό σύστημα αναφορικά με τις εντολές που έδιναν τα αρμόδια στελέχη της αναιρεσίβλητης για την απογραφή των προϊόντων στις 31-12-2013 (ΣΧΕΤ. Ν 5). 6) Αντίγραφο του από 29 -12-2014 εγγράφου της, που υπογράφηκε από την Κ. Σ. και έδινε οδηγίες σχετικά με την απογραφή και τη μεταφορά προϊόντων από τη χρήση 2014 στη χρήση του 2015 (ΣΧΕΤ. Ν 6). 7) Αντίγραφα εγγράφων της αναιρεσίβλητης, στα οποία αναφέρονται τα προϊόντα προς καταστροφή ανά κωδικό που έπρεπε να καταστρέψει ο διανομέας της Β.. Κ. ς (ΣΧΕΤ. Ν 7). 8) Αντίγραφο εκτύπωσης από το μηχανογραφικό σύστημα της, που διαλαμβάνει τα μη εμπορεύσιμα προϊόντα, όπως επίσης και αντίγραφο αποθήκης της 16-10-2015 που αφορά ποσότητες μη εμπορευμάτων από το μηχανογραφικό σύστημα της (ΣΧΕΤ. Ν 8α και Ν 8β). 9) Αντίγραφα εκτυπώσεων από το μηχανογραφικό σύστημα της υπολοίπων αποθήκης των ετών 2009 - 2015 εκτυπώσεων, όπου αναφέρονται τα πραγματικά υπόλοιπα εμπορευσίμων και μη εμπορευσίμων εμπορευμάτων και από πότε αυτά έχουν λήξει (ΣΧΕΤ. Ν 9 α-ζ). 10) Αντίγραφο του από 3-3-2015 εγγράφου του στελέχους της Κ. Κ. σχετικά με τις επιβαρύνσεις για υπέρβαση του ορίου που κατέβαλε ο διανομέας της Β.. Κ. για τα έτη 2013, 2014, τα οποία η αναιρεσίβλητη τα χαρακτηρίζει ως Penalties (ΣΧΕΤ. Ν 10). 11) Αντίγραφο ενδεικτικά της από 25-2-2015 επιστολής (139/ΓΠΣ) της, (ΣΧΕΤ Ν 11), από τα οποία αποδεικνύεται ότι ο καθορισμός ορίου επιστροφών αποτελεί απόφαση της Διοίκησής της και δεν επιδέχεται καμία διαπραγμάτευση. 12) Αντίγραφο φυλλαδίου, που εστάλη στον διανομέα της Β.. Κ. τον Ιούλιο 2015, με το οποίο η αναιρεσίβλητη περιγράφει και εξηγεί το νέο προτεινόμενο τρόπο λειτουργίας του δικτύου ΦΑΓΕ, με βάση το οποίο οι ως τότε αποκλειστικοί διανομές, άρα και η αναιρεσείουσα θα λειτουργούσαν ως παραγγελιοδοχικοί αντιπρόσωποι, το οποίο σύστημα θα εφάρμοζε από 1-10-2015 (ΣΧΕΤ. Ν. 12), την οποία πρόταση αλλαγής δεν αποδέχθηκε ο διανομέας της Β.. Κ. ς, και γι' αυτό καταγγέλθηκε η σύμβαση του. 13) Αντίγραφο της από 15.02.2017 κλήσης του διανομέα της Β.. Κ. προς την αναιρεσίβλητη, με την οποία καλείται να παραστεί κατά την λήψη των παρακάτω ένορκων βεβαιώσεων και αντίγραφο της υπ' αριθ. 2521/15.02.2017 έκθεσης επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Ε. Έ. (ΣΧΕΤ. Ν. 14). 14) Αντίγραφο της υπ' αριθ. 255/20.02.2017 ένορκης βεβαίωσης ενώπιον της συμβολαιογράφου Μυτιλήνης Παναγιώτας Μ. Χατζημιχαήλ της μάρτυρος Α. Χ. του Μ. και της Φ. , (ΣΧΕΤ.Ν. 15). 15)Αντίγραφο της υπ' αριθ. 255/20.02.2017 ένορκης βεβαίωσης ενώπιον της συμβολαιογράφου Μυτιλήνης της μάρτυρος Θ. Μ. του Δ. και της Μ. , (ΣΧΕΤ. Ν. 16). 16) Αντίγραφο της υπ' αριθ. 255/20.02.2017 ένορκης βεβαίωσης ενώπιον της συμβολαιογράφου Μυτιλήνης του μάρτυρος Ε. Τ. του Δ. και της Μ. , (ΣΧΕΤ Ν. 17). Β. Τα σχετικά προς απόδειξη όμοιας από 6-12-2016 (αριθ. κατ. 508808/ 2837/ 2016) αγωγής της εταιρείας "Τ. Γ. & ΣΙΑ Ε.Ε), ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών 17) Αντίγραφο της 11.234/16-3-2017 ένορκης βεβαίωσης ενώπιον του συμβολαιογράφου Αλεξανδρουπόλεως Απόστολου·Ευφραιμίδη της μάρτυρος Μ. Τ. (ΣΧΕΤ. Ν. 19), που λήφθηκε μετά από προηγούμενη κλήτευση της αναιρεσίβλητης, με την από 13-3-2017 κλήσης της εταιρείας "Τ. Γ. & ΣΙΑ Ε.Ε με την υπ' αριθ. 4469Γ/13-3-2017 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών Α. Ν. (ΣΧΕΤ Ν 18). Γ. Τα παρακάτω έγγραφα, ήτοι 18) Αντίγραφο της υπ' αριθ. 5832/2012 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που αφορά την ανταγωνίστρια εταιρεία ΔΕΛΤΑ (ΣΧΕΤ Μ 1).19) Αντίγραφο της υπ' αριθ. 11958/2015 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που αφορά την ανταγωνίστρια εταιρεία ΜΕΒΓΑΛ (ΣΧΕΤ Μ 2 α) και αντίγραφο της από 3-8-2015 σύμβασης της ίδιας εταιρείας (ΜΕΒΓΑΛ) με διανομέα της (ΣΧΕΤ Μ 2 β), από την οποία αποδεικνύεται ότι το όριο για τα γαλακτομικά ήταν 7 % και για τους χυμούς 5 % και ότι η θέση των ανωτέρω ορίων είχε την έννοια και λειτουργία επιβράβευσης του διανομέα αν επέστρεφε λιγότερες ποσότητες από τα ανωτέρω όρια, τυχόν δε επιστροφές πάνω από τα όρια αυτά γίνονταν αζημίως από τον διανομέα. Και 20) Αντίγραφα των από 1-4-2009,26-4-2010,1-7-2011,1-7-2012 και 3 0-4-2013 ιδιωτικών συμφωνητικών εμπορικής συνεργασίας της FRIESLAND (ΝΟΥΝΟΥ) με τον αποκλειστικό της διανομέα στο Ν. Φθιώτιδας (ΣΧΕΤ Μ 3 α-ε), από τα οποία αποδεικνύεται ότι όχι μόνο οι επιστροφές ληγμένων ήταν ελεύθερες, αλλά η γαλακτοβιομηχανία πριμοδοτούσε τη μείωση των ληγμένων με την καταβολή αμοιβής ανερχόμενης από 0,5 % έως 0,7 % επί της αξίας των επιστροφών ληγμένων. Ο λόγος αυτός ως προς τα υπ' αρ. 1, 4, 5, 6, 9, 10, 12, 13, 14, 15 και 16 έγγραφα είναι αβάσιμος γιατί η αναιρεσείουσα, αν και επικαλείται τα έγγραφα αυτά στις προτάσεις που κατέθεσε νόμιμα στο δικαστήριο τούτο, δεν τα προσκομίζει στο φάκελο της δικογραφίας, που υπέβαλε. Σε κάθε περίπτωση, από την αδιάστικη διατύπωση της προσβαλλόμενης απόφασης, ότι έλαβε υπόψη όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα, που προσκόμισαν με επίκληση οι διάδικοι, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι το Εφετείο, κατά τη διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε μετά των λοιπών αποδείξεων και όλα τα φερόμενα ως αγνοηθέντα, πιο πάνω, αποδεικτικά μέσα (προσκομιζόμενα και μη προσκομιζόμενα στο δικαστήριο τούτο), τα οποία η αναιρεσείουσα είχε επικαλεστεί με τις έγγραφες προτάσεις της στο Εφετείο και είχε προσκομίσει κατά τη συζήτηση της έφεσής της, μετά την οποία εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση. Επομένως, ο ανωτέρω λόγος της αίτησης αναίρεσης είναι αβάσιμος. Ο ίδιος ως άνω λόγος, καθό μέρος η αναιρεσείουσα προσάπτει παράλειψη του δικαστηρίου να συναγάγει τεκμήρια από τα προσκομισθέντα ως άνω αποδεικτικά μέσα, είναι απαράδεκτος, αφού η ανωτέρω αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 11γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ ιδρύεται, αν το δικαστήριο παραλείψει να λάβει υπόψη του αποδεικτικά μέσα που κατατείνουν σε άμεση ή αναλόγως και σε έμμεση απόδειξη, όχι όμως αν παραλείψει να συναγάγει από τα αποδεικτικά αυτά μέσα τα τεκμήρια που τυχόν μπορούν να συναχθούν. Εφόσον δε ήθελε εκτιμηθεί, ότι προβάλλεται η αιτίαση, ότι με βάση τα τεκμήρια αυτά συνάγεται πόρισμα αντίθετο από εκείνο που δέχθηκε το Εφετείο, ο λόγος είναι επίσης απαράδεκτος, αφού η αιτίαση αυτή αναφέρεται στην εκτίμηση της αποδεικτικής βαρύτητας των εν λόγω τεκμηρίων, καθόσον αυτά είναι στην πραγματικότητα επιχειρήματα και συμπεράσματα της αναιρεσείουσας, με τα οποία αυτή επιχειρεί να πλήξει την αναιρετικά ανέλεγκτη ορθότητα του αποδεικτικού πορίσματος, που συνήγαγε το Εφετείο, ότι δηλαδή η αναιρεσίβλητη δεν γνώριζε πριν τον διενεργηθέντα έλεγχο την ύπαρξη των αδιάθετων και ληγμένων προϊόντων στην αποθήκη της αναιρεσείουσας και ότι η έκτακτη καταγγελία της σύμβασης από την αναιρεσίβλητη δεν είναι εκδικητική ενέργεια, που έγινε γιατί η αναιρεσείουσα αρνήθηκε την πρόταση της αναιρεσίβλητης να γίνει αλλαγή του συστήματος διανομής και η ίδια από αποκλειστικός διανομέας να γίνει παραγγελιοδοχικός αντιπρόσωπος. VΙ). O από το άρθρο 559 αρ. 14 λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Ο λόγος αυτός αφορά σε ακυρότητες, απαράδεκτα και εκπτώσεις, που χαρακτηρίζονται ως δικονομικές, σχετίζονται δε με τα εισαγωγικά της δίκης έγγραφα (αγωγές, ανακοπές κ.λ.π.) ή δημιουργούνται κατά την ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας διαδικασία (Ολ. Α.Π. 1/2019, Ολ.Α.Π. 25/2008, ΑΠ 1383/2021). Με την ως άνω διάταξη εισάγεται γενικός δικονομικός λόγος αναίρεσης, με τον οποίο ελέγχεται κάθε μορφή ανισχύρου των διαδικαστικών πράξεων, που πηγάζει από άμεση παραβίαση διάταξης δικονομικής φύσης (Ολ ΑΠ 2/2001, ΑΠ 933/2019). Ειδικότερα, με τον όρο "απαράδεκτο" νοείται το δικονομικό απαράδεκτο, δηλαδή αυτό που δημιουργείται από την αθέτηση - παραβίαση δικονομικής διάταξης, με αποτέλεσμα η δικονομική ενέργεια να στερείται των αναγκαίων προϋποθέσεων του κύρους της (Ολ ΑΠ 2/2001, ΑΠ 480/2020, ΑΠ 175/2019, ΑΠ 1496/2017). Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, το απαράδεκτο αφορά μόνο στις "επιτευκτικές" διαδικαστικές πράξεις, δηλαδή εκείνες που τείνουν στη δημιουργία των αναγκαίων όρων για την έκδοση συγκεκριμένης απόφασης, ώστε η κατ' αποτέλεσμα ενέργειά τους να εκδηλώνεται με την απόφαση και μόνο δυνάμει αυτής (ΑΠ 927/2019, ΑΠ 357/2018). Έτσι, με τον ανωτέρω, από το άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ, αναιρετικό λόγο ελέγχονται, πλην άλλων, το παραδεκτό της ασκήσεως των ενδίκων μέσων (ΑΠ 371/2008), των προσθέτων λόγων εφέσεως, της αντεφέσεως, των ανακοπών (άρθρα 583 επ. 632, 933 ΚΠολΔ) και των προσθέτων λόγων αυτών, καθώς και το παραδεκτό της προβολής των ισχυρισμών (ΑΠ 1206/2019, ΑΠ 2081/2018). Με τον πρώτο λόγο αναίρεσης η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αρ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι το Εφετείο εσφαλμένα έκρινε ορισμένη την προβληθείσα με τις πρωτόδικες προτάσεις της αναιρεσίβλητης ένστασή της, προς απόκρουση της δικής της, ότι κατήγγειλε τη σύμβαση αποκλειστικής διανομής, που τις συνέδεε, για σπουδαίο λόγο, απορρίπτοντας τους περί του αντιθέτου ισχυρισμούς της, που προέβαλε με την προσθήκη των δικών της προτάσεων, και τούτο γιατί η ένσταση αυτή ήταν αόριστη και έπρεπε να απορριφθεί ως απαράδεκτη, δεδομένου ότι στην ένσταση αυτή δεν αναφέρεται: α) Ότι ο όρος της επιστροφής των ληγμένων προϊόντων, για την παραβίαση του οποίου καταγγέλθηκε η σύμβαση από την αναιρεσίβλητη, συμφωνήθηκε ως ουσιώδης αντικειμενική υποχρέωσή της αναιρεσείουσας και ήταν αντικειμενικά τέτοια κατά τον χρόνο εκφοράς της καταγγελίας με βάση τη βούληση των μερών. β) Ότι η παραβίαση του όρου από την αναιρεσείουσα αποτελούσε σοβαρή παραβίαση της σύμβασης, με αναφορά στη βλάβη που η αναιρεσίβλητη θα υφίστατο μέχρι τη λήξη της τηρητέας προθεσμίας των έξι μηνών από τη λύση της σύμβασης, που καθιστούσε δυσβάστακτη για την αναιρεσίβλητη τη συνέχιση της σύμβασης για ακόμη έξι μήνες με τακτική καταγγελία και στη βλάβη της αναιρεσείουσας. και γ) Ότι η αναιρεσίβλητη προσκάλεσε την αναιρεσείουσα και της έταξε προθεσμία συμμόρφωσης με απειλή την άσκηση του δικαιώματος της έκτακτης καταγγελίας σε περίπτωση μη συμμόρφωσης ή άπρακτης παρέλευσης της προθεσμίας συμμόρφωσης. Από την παραδεκτή επισκόπηση των πρωτόδικων προτάσεων της αναιρεσίβλητης (το κρίσιμο τμήμα των οποίων περιλαμβάνει η αναιρεσείουσα και στον εξεταζόμενο πρώτο λόγο αναίρεσης) προκύπτει ότι η αναιρεσίβλητη, προς απόκρουση των αιτημάτων της αγωγής της αναιρεσείουσας να αναγνωρισθεί η υποχρέωσή της να της καταβάλει κατά το άρθρο 9 παρ. 1 του Π.Δ. 219/1911 αποζημίωση πελατείας, αποζημίωση για διαφυγόντα κέρδη έξι μηνών και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, γιατί η καταγγελία της σύμβασης ήταν αντισυμβατική και παράνομη, προέβαλε στη βάση της αντισυμβατικής καταγγελίας της σύμβασης την εκ του άρθρου 9 παρ. 3 α' του Π.Δ. 219/1991 ένσταση, ισχυριζόμενη ότι, κατά τη συμφωνία των διαδίκων, η αναιρεσείουσα όφειλε να της επιστρέφει για να καταστραφούν για υγειονομικούς λόγους όλα τα προϊόντα που είχε αγοράσει από αυτήν, τα οποία παρέμεναν αδιάθετα και είχε παρέλθει ο χρόνος λήξης τους, εκδίδοντας δελτίο αποστολής επιστροφών, αυτή δε εξέδιδε πιστωτικά τιμολόγια για το ισάξιο, τα οποία, κατά την προσωρινή εκκαθάριση που γινόταν ανά τρίμηνο και κατά την οριστική εκκαθάριση, που γινόταν κάθε έτος, συμψηφιζόταν με το οφειλόμενο τίμημα των μελλοντικών αγορών της αναιρεσείουσας, εφ' όσον το ποσοστό των επιστροφών δεν υπερέβαινε το συμφωνηθέν 2% επί του ετήσιου συνολικού τζίρου των αγορών της αναιρεσείουσας και μέχρι του ποσοστού αυτού, ενώ, εάν οι επιστροφές υπερέβαιναν το ποσοστό αυτό και κατά το μέρος που το υπερέβαιναν, η αναιρεσείουσα όφειλε να της επιστρέφει τις πληρωμές, που είχαν γίνει στις προηγούμενες εκκαθαρίσεις με την έκδοση αντίστοιχου χρεωστικού τιμολογίου από την ίδια. Ότι στις 16/10/2015 διενεργήθηκε από αρμόδιο υπάλληλό της επιτόπιος έλεγχος στους αποθηκευτικούς χώρους των εγκαταστάσεων της αναιρεσείουσας, κατά τον οποίο διαπιστώθηκε ότι η αναιρεσείουσα διατηρούσε κρυμμένη στην αποθήκη της μεγάλη ποσότητα αδιάθετων και ληγμένων από μακρού και πέραν του έτους προϊόντων, τα οποία δεν είχαν απογραφεί στις περιοδικές εκκαθαρίσεις του έτους, παρουσιάζοντας έτσι πλασματικό πλεόνασμα κατάλληλων προϊόντων, αλλά αληθώς ήδη ληγμένων. Ότι η αναιρεσείουσα κλήθηκε από την ίδια να δικαιολογήσει το γεγονός αυτό, αλλά δεν έδωσε πειστικές εξηγήσεις και απλώς επέστρεψε τις ποσότητες αυτές, ενώ είχε υπερβεί το όριο επιστροφών. Ότι για τον λόγο αυτό, με την από 23/10/2015 έγγραφη καταγγελία της, που επιδόθηκε νόμιμα στην αναιρεσείουσα στις 5/11/2015, κατήγγειλε τη σύμβαση για τον ανωτέρω σπουδαίο λόγο, που ανάγεται αποκλειστικά στην αναιρεσείουσα, ενώ από την οριστική εκκαθάριση των λογαριασμών τους προέκυψε, μετά τον συνυπολογισμό και των ανωτέρω ποσοτήτων, υπέρβαση του ορίου επιστροφών ποσού 104.111,39 ευρώ, για το οποίο η αναιρεσείουσα, μετά από την αφαίρεση της προμήθειάς της ποσοστού 8% και την προσθήκη του Φ.Π.Α. ποσοστού 13%, της οφείλει το ποσό των 108.234,24 ευρώ. Με το περιεχόμενο αυτό η ένσταση ήταν ορισμένη και συνεπώς παραδεκτή, γιατί περιλαμβάνει όλα τα απαραίτητα στοιχεία του άρθρου 9 παρ. 3 α' του Π.Δ. 219/1991 και ειδικότερα ότι η εντολέας - παραγωγός αναιρεσίβλητη κατήγγειλε τη μεταξύ αυτής και της αναιρεσείουσας αποκλειστικής διανομέως των προϊόντων της σύμβαση αποκλειστικής διανομής για σπουδαίο λόγο, που συνίσταται στην από δόλο της αναιρεσείουσας, που δεν προσδιορίζεται ρητά αλλά εμπεριέχεται στη λέξη "απόκρυψη" των ληγμένων προϊόντων που χρησιμοποιεί, παραβίαση του όρου της μεταξύ τους σύμβασης για επιστροφή όλων των αδιάθετων και ληγμένων προϊόντων προκειμένου να καταστραφούν για υγειονομικούς λόγους, παρουσιάζοντας έτσι πλασματικό πλεόνασμα κατάλληλων προϊόντων, προκειμένου να μην υπερβεί το όριο επιστροφών, που είχε συμφωνηθεί και υποχρεωθεί να πληρώσει το ποσό που αντιστοιχεί στην υπέρβαση αυτή με την έκδοση χρεωστικού τιμολογίου από την ενισταμένη, το οποίο ποσό, μετά από την οριστική εκκαθάριση που έγινε ανήλθε σε 104.111,39 ευρώ, η δε παραβίαση της ανωτέρω συμφωνίας των διαδίκων, υπό τα εκτιθέμενα στην ένσταση περιστατικά δικαιολογούσε καταγγελία της σύμβασης κατά πάντα χρόνο, δεν ήταν δε στοιχεία της ένστασης, όπως προαναφέρθηκε, ότι είχε συμφωνηθεί και ήταν και εν τοις πράγμασι ουσιώδης αντικειμενική υποχρέωση της αναιρεσείουσας να μην παραβιάσει τη συμφωνία ή ότι η παραβίαση αποτελούσε σοβαρή παραβίαση που καθιστούσε δυσβάστακτη για την αναιρεσίβλητη τη συνέχιση της σύμβασης ή ότι τάχθηκε σε αυτήν προθεσμία συμμόρφωσης, τα οποία αποτελούν στοιχεία που θα προκύψουν και θα εξετασθούν κατά την ουσιαστική έρευνα της ένστασης, σχετικά με το εάν η καταγγελία έγινε πράγματι για σπουδαίο λόγο. Επομένως το Εφετείο, το οποίο έκρινε την ένσταση αυτή ορισμένη και δεν την απέρριψε ως απαράδεκτη όχι παρά τον νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτο και συνεπώς ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος. Γ) Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου αυτής στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ). Τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που παραστάθηκε και κατέθεσε προτάσεις, κατά παραδοχή σχετικού αιτήματός της, πρέπει να επιβληθούν στην αναιρεσείουσα λόγω της ήττας της (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ - Απορρίπτει την από 15/4/2021 αίτηση της ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "Μ. Β. και Σια Ο.Ε." για αναίρεση της υπ' αριθ. 1308/2021 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. - Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο δημόσιο ταμείο. Και - Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 21 Αυγούστου 2023. ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 6 Νοεμβρίου 2023. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ