Αριθμός 653/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Ανδρέα Ξένο - Εισηγητή και Βασίλειο Καπελούζο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 3 Απριλίου 2013, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Σταύρου Μαντακιοζίδη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης Έ. Τ. του Σ., κατοίκου ... που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Χρήστο Κούτρα, για αναίρεση της υπ'αριθ.53/2013 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θράκης. Με πολιτικώς ενάγοντα τον Σ. Β. του Π., κάτοικο ... που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Σοφία Σαριπανίδου. Το Τριμελές Εφετείο Θράκης με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αναιρεσείουσα - κατηγορούμενη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 25 Ιανουαρίου 2013 αίτησή της αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 164/2013. Αφού άκουσε Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά τη διάταξη του άρθρου 372 παρ. 1 του Π.Κ. όποιος αφαιρεί ξένο (ολικά ή εν μέρει) κινητό πράγμα από την κατοχή άλλου, με σκοπό να το ιδιοποιηθεί παράνομα, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και αν το αντικείμενο της κλοπής είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της κλοπής απαιτείται να αφαιρέσει ο δράστης με θετική ενέργεια, από την κατοχή άλλου, ξένο ολικά ή εν μέρει κινητό πράγμα με σκοπό να το ιδιοποιηθεί παράνομα. Η αφαίρεση συνίσταται στην άρση της ξένης κατοχής, η οποία υφίσταται στο κινητό πράγμα και στη θεμελίωση νέας σ' αυτό κατοχής από τον δράστη ή τρίτο με το σκοπό της παράνομης ιδιοποιήσεώς του, είναι δε αδιάφορο αν ο σκοπός αυτός επιτεύχθηκε τελικά, όπως και το ακίνητο της κλοπής. Στην έννοια της κατοχής περιλαμβάνεται τόσο η πραγματική εξουσίαση επί του πράγματος όσο και η βούληση για την εξουσίασή του, δηλαδή να το έχει δικό του και να το χρησιμοποιεί. Η αφαίρεση απαιτείται να έγινε αυτογνωμόνως και χωρίς τη συγκατάθεση του δικαιούχου του πράγματος. Εξ άλλου από τη διάταξη του άρθρου 98 παρ. 1 Π.Κ. προκύπτει ότι το θεσπιζόμενο με αυτή, με σκοπό την επιεικέστερη μεταχείριση του κατηγορουμένου, κατ' εξακολούθηση έγκλημα είναι μια ιδιάζουσα περίπτωση ομοειδούς, πραγματικής συρροής εγκλημάτων, που συνέχονται μεταξύ τους λόγω της ενότητας του δόλου και προσβάλλουν το ίδιο έννομο αγαθό με την επανάληψη από τον ίδιο δράστη των επί μέρους πράξεων, κάθε μια από τις οποίες περιέχει πλήρη τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία ενός και του αυτού εγκλήματος, Στην περίπτωση αυτή το δικαστήριο μπορεί, αντί να καταγνώσει στον ένοχο περισσότερες ποινές και κατά τον καθορισμό συνολικώς να επαυξήσει τη βαρύτερη από αυτές με μέρος κάθε μία από τις συντρέχουσες, να επιβάλει εξ' αρχής μια ενιαία ποινή, λαμβάνοντας υπόψη το περιεχόμενο όλων των μερικότερων πράξεων μέσα στα πλαίσια ποινής του οικείου εγκλήματος. Περαιτέρω από τη διάταξη της παρ. 2 του ως άνω άρθρου του Π.Κ., η οποία προσετέθει με το άρθρο 14 παρ. 1 ν. 2781/1999, η αξία του αντικειμένου της πράξεως και η περιουσιακή βλάβη ή το περιουσιακό όφελος που προκύπτουν από την κατ' εξακολούθηση τέλεση του εγκλήματος λαμβάνονται συνολικά υπόψη αν ο δράστης απέβλεπε με τις μερικότερες πράξεις του στο αποτέλεσμα αυτό οπότε ο ποινικός χαρακτήρας της πράξεως προσδιορίζεται με βάση τη συνολική αξία του αντικειμένου ή τη συνολική περιουσιακή βλάβη, προκύπτει ότι και επί του εγκλήματος της κλοπής κατ' εξακολούθηση για την κρίση περί του ευτελούς ή ως ιδιαίτερο μεγάλης της αξίας του πράγματος λαμβάνεται υπόψη η συνολική αξία του αντικειμένου όλων των επί μέρους κλοπών. Η αξία του αντικειμένου της κλοπής δεν αποτελεί στοιχείο της αντικειμενικής υποστάσεώς της. Σε περίπτωση που η πράξη χαρακτηρίσθηκε ως κλοπή με αντικείμενο ιδιαίτερης μεγάλης αξίας που αποτελεί επιβαρυντική περίσταση του εγκλήματος αυτού, τότε είναι αναγκαίος ο προσδιορισμός της αξίας του πράγματος που γίνεται ανελέγκτως από το δικαστήριο της ουσίας. Εάν πρόκειται για απλή κλοπή δεν απαιτείται ειδικότερος προσδιορισμός της αξίας του πράγματος που παρανόμως αφαιρέθηκε. Μόνον αν υποβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας αυτοτελής ισχυρισμός ότι το αντικείμενο της κλοπής είναι ευτελούς αξίας, που οδηγεί, σύμφωνα με το άρθρο 377 Π.Κ., σε επιεικέστερη μεταχείριση του δράστη, ανακύπτει υποχρέωση για ειδική αιτιολόγηση της κρίσεως του δικαστηρίου ότι το αντικείμενο της κλοπής είναι ή όχι ευτελούς αξίας. Περαιτέρω η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 Κ.Ποιν.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ Κ.Ποιν.Δ. λόγο αναιρέσεως όταν αναφέρονται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία και στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των στοιχείων της αντικειμενικής και υποκειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής αυτών των περιστατικών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι επιτρεπτή η συμπλήρωση του σκεπτικού με το διατακτικό της αποφάσεως, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Τα αποδεικτικά μέσα αρκεί να αναφέρονται γενικώς κατά το είδος τους και δεν απαιτείται αναλυτική παράθεση τους και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα, ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση μεταξύ τους. Η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων από το δικαστήριο της ουσίας και ειδικότερα η εσφαλμένη αξιολόγηση των μαρτυρικών αποδείξεων και η εσφαλμένη εκτίμηση των εγγράφων δεν αποτελεί λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως, καθόσον στην περίπτωση αυτή, πλήττεται η περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου, η οποία είναι αναιρετικώς ανέλεγκτη. Εξ άλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 524 παρ. 2 Κ.Ποιν.Δ. εάν η νέα συζήτηση διατάχθηκε ύστερα από αναίρεση που ασκήθηκε μόνο από εκείνον που καταδικάσθηκε ή σε όφελός του, το δικαστήριο της παραπομπής δεσμεύεται από την απαγόρευση του άρθρου 470. Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι το δικαστήριο της παραπομπής έχει δικαιοδοσία, να εξετάσει εξ αρχής την υπόθεση κατά το μέρος που αναιρέθηκε μετά από αναίρεση εκείνου που καταδικάστηκε, δεν επιτρέπεται όμως, δεσμευόμενο τη θεμελιώδη δικονομική αρχή που αποτυπώνεται στα άρθρα 470, 524 παρ. 2 Κ.Ποιν.Δ., να καταστήσει αμέσως ή εμμέσως χειρότερη τη θέση του κατηγορουμένου και σε περίπτωση παραβιάσεως της συγκεκριμένης αρχής από το δικαστήριο της παραπομπής συντρέχει θετική υπέρβαση εξουσίας που ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. 14 Κ.Ποιν.Δ. λόγο αναιρέσεως. Δεν συντρέχει χειροτέρευση της θέσεως του κατηγορουμένου όταν το δικαστήριο της παραπομπής κηρύσσει τον κατηγορούμενο ένοχο για άλλη πράξη κατ' ορθότερο νομικό χαρακτηρισμό των ιδίων πραγματικών περιστατικών, η οποία τιμωρείται με μικρότερη ποινή από εκείνη με την οποία τιμωρείται το έγκλημα για το οποίο είχε κηρυχθεί ένοχος ο κατηγορούμενος με την αναιρεθείσα απόφαση. Στην προκειμένη περίπτωση το Τριμελές Εφετείο Θράκης δικάζοντας κατά παραπομπή, κατόπιν της 1595/2012 αποφάσεως του Αρείου Πάγου, με την οποία αναιρέθηκε εν μέρει προηγούμενη καταδικαστική απόφαση του ιδίου Εφετείου μόνον ως προς την πράξη της υπεξαιρέσεως κατ' εξακολούθηση ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, με την προσβαλλόμενη 53/2013 απόφασή του αφού έπαυσε οριστικώς την εναντίον της ποινική δίωξη λόγω παραγραφής για τις επί μέρους πράξεις του κατ' εξακολούθηση εγκλήματος που της αποδίδονταν για το χρονικό διάστημα από Δεκεμβρίου 2004 έως την 9-1-2005 κήρυξε ένοχη την ήδη αναιρεσείουσα της πράξεως της απλής κλοπής κατ' εξακολούθηση τελεσθείσης από 10-1-2005 έως τον Φεβρουάριο 2005, κατά μεταβολή του νομικού χαρακτηρισμού της από εκείνη της αρχικής διώξεως για υπεξαίρεση κατ' εξακολούθηση ιδιαιτέρως μεγάλης αξίας, τελέστηκε με αφαίρεση ενόσω απασχολείτο ως πωλήτρια στην επιχείρηση του μηνυτή Σ. Β. εμπορίας ψιλικών ειδών και τσιγάρων από την κατοχή του ως άνω εργοδότη της με πρόθεση την παράνομη ιδιοποίησή των, του ποσού των 150 ευρώ κατά μέσο όρο ημερησίως και συνολικά των 6.000 ευρώ και επέβαλε σ' αυτήν αφού αναγνώρισε τη συνδρομή του ελαφρυντικού προτέρου εντίμου βίου, ποινή φυλακίσεως δέκα (10) μηνών, ανασταλείσα. Στην αιτιολογία της προσβαλλομένης αποφάσεως, μετά παράθεση νομικών σκέψεων για την έννοια και τη στοιχειοθέτησή του από το άρθρο 375 παρ. 1 Π.Κ. προβλεπόμενου εγκλήματος της υπεξαιρέσεως και, ακόμη, ομοίων με τις αναφερόμενες στην αρχή της παρούσης αποφάσεως σκέψεις για την έννοια του από το άρθρο 372 παρ. 1 ιδίου κώδικα προβλεπόμενου εγκλήματος της κλοπής (απλής και ιδιαίτερα μεγάλης αξίας) καθώς και σκέψεων για το επιτρεπτό της μεταβολής κατηγορίας από υπεξαίρεση σε κλοπή εφόσον κατά την εκδίκαση της υποθέσεως προκύψει ότι τα πραγματικά περιστατικά συνιστούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του δευτέρου εγκλήματος (με παραπομπές στη νομολογία και σε συγγραφείς), δέχθηκε το Εφετείο ως δικαστήριο της παραπομπής, ότι, από τα μνημονευόμενα κατά το είδος τους αποδεικτικά μέσα, αποδείχθηκαν τα εξής: Η κατηγορουμένη εργάστηκε ως πωλήτρια και διανομέας στην επιχείρηση εμπορίας ψιλικών και τσιγάρων του πολιτικώς ενάγοντος, που εδρεύει στην …κατά το χρονικό διάστημα από τον Μάϊο 2002 έως τον Φεβρουάριο του 2005. Καθημερινά, το μεσημέρι καταμετρούσαν και καταχωρούσαν τις εισπράξεις της επιχείρησης η σύζυγος του πολιτικώς ενάγοντος Ά. Κ. και η κατηγορουμένη χωρίς να κρατούν ταμείο για τα κέρματα. Για αυτά που διακινούνταν σε πολύ μεγάλες ποσότητες, γινόταν συγκέντρωση των σε φυσίγγια των 50,00 ευρώ ή τοποθετούνταν σε σακουλάκια και είτε διδόνταν σε πελάτες που τα χρειάζονταν είτε τα πήγαιναν στην Τράπεζα λαμβάνοντας το αντίστοιχο ποσό σε χαρτονομίσματα. Κατά το έτος 2003, ο πολιτικώς ενάγων, κατόπιν επισημάνσεων του λογιστή της επιχειρήσεως Α. Ι., περί της αδικαιολόγητης αυξήσεως του κεφαλαίου κίνησης παρότι το θεωρητικό υπόλοιπο του ταμειακού λογαριασμού ήταν πολύ μεγαλύτερο από τα χρήματα του ταμείου, άρχισε να έχει υπόνοιες για έλλειμμα χρημάτων στο ταμείο παρότι η επιχειρηματική δραστηριότητα εξακολουθούσε αμείωτη. Οι υπόνοιες αυτές κατέστησαν εντονότερες στο τέλος του έτους 2004 οπότε ο πολιτικώς ενάγων, ο οποίος, στο μεταξύ είχε αρχίσει να τηρεί ταμείο και για τα κέρματα, διαπίστωσε ότι σε καθημερινό επίπεδο, έλλειπαν από αυτό τουλάχιστον 100,00 με 150,00 ευρώ σε κέρματα (φυσίγγια). Στις αρχές του έτους 2005, με τη βοήθεια του μάρτυρος Ψ. Ο., που διατηρεί εταιρεία συστημάτων ασφάλειας και φύλαξης στην …και του συνεργάτη του, έβδομου μάρτυρος, Σ. Γ., ο πολιτικώς ενάγων εγκατέστησε κρυφό στο κατάστημα του κλειστό κύκλωμα παρακολούθησης, μέσω κάμερας, του χώρου και καταγραφής των δεδομένων, προκειμένου να παρακολουθεί τις κινήσεις της κατηγορουμένης, διότι είχε υπόνοιες ότι αυτή προέβαινε σε αφαίρεση κερμάτων από το ταμείο της επιχειρήσεως. Όπως προαναφέρθηκε ο ίδιος πολιτικώς ενάγων παραδέχθηκε στο ακροατήριο ότι δεν τοποθέτησε στο κατάστημα του αυτοκόλλητα σήματα επισήμανσης παρακολούθησης του χώρου, όπως ήταν υποχρεωμένος από το νόμο (αρθρ. 11 ν.2472/1997) να πράξει. Ακολούθως, αποδείχθηκε από το συνδυασμό των καταθέσεων των μαρτύρων κατηγορίας, πως ο πολιτικώς ενάγων, την 04,03.2005, ημέρα Παρασκευή και περί ώρα 20.00", κάλεσε την κατηγορουμένη στο κατάστημα του και παρουσία των μαρτύρων Ψ. και Σ., (ο τελευταίος παρουσιάσθηκε στην πρωτοβάθμια δίκη, αλλά όχι στη σημερινή) της ανακοίνωσε πως γνώριζε ότι αυτή κλέβει χρήματα (όπως ο ίδιος χρησιμοποίησε τη λέξη αυτή στην ως άνω κατάθεσή του) από το ταμείο της επιχειρήσεως και δη φυσίγγια κερμάτων που αποτελούσαν έσοδα της τελευταίας, τα οποία αφαίρεσε από την κατοχή του (πολιτικώς ενάγοντος), εφόσον τα κέρματα βρίσκονταν στο ταμείο της επιχείρησής του, μέσα στο κατάστημα του. Η κατηγορουμένη ομολόγησε ενώπιον τους πως πήρε κάποιες ποσότητες κερμάτων, ισχυριζόμενη πως έπραξε τούτο μόνον κατά το τελευταίο δεκαήμερο, ενώ, στις συστάσεις του μάρτυρος Ψ. να βρει έναν καλό δικηγόρο για την υπεράσπισή της στην υπόθεση αυτή, η ίδια δήλωσε πως επιθυμούσε να τα βρουν μεταξύ τους αυτή και ο πολιτικώς ενάγων, χωρίς, εννοείται τη μεσολάβηση άλλων προσώπων. Με βάση τους υπολογισμούς του προαναφερθέντος λογιστή της επιχειρήσεως, το έλλειμμα του ταμείου, το οποίο αρχικώς εκτιμάτο ότι ήταν περίπου 100.000,00€, για το χρονικό διάστημα από το Δεκέμβριο του 2004 έως και τον Φεβρουάριο του 2005 προσδιορίστηκε περίπου σε 60.000,00€. Έτσι ο πολιτικώς ενάγων ζήτησε από την κατηγορουμένη να του επιστρέψει το ποσό αυτό για να κλείσει η υπόθεση, μέχρι την Δευτέρα 07.03.2005, άλλως θα κατήγγειλε στον Εισαγγελέα την πράξη της, γεγονός που η ίδια δέχθηκε να πράξει, ζητώντας όμως, μερικές ημέρες διορία, για να βρει τα χρήματα. Εν τέλει, στις 10.03.2005, η κατηγορουμένη μετέβη στο Τμήμα Ασφαλείας Κομοτηνής και υπέβαλε μήνυση εναντίον του πολιτικώς ενάγοντος για εκβίαση, ισχυριζόμενη ότι ο κ. Β. της "είπε ότι αν μέχρι τη Δευτέρα 7-3-2005 δεν του πάω 100.000 ευρώ θα προέβαινε σε καταγγελία της υποτιθέμενης κλοπής (εκ μέρους της ίδιας σε βάρος του Β.)", είναι δε χαρακτηριστικό ότι τόσο ο πολιτικώς ενάγων στη σημερινή κατάθεση του, όσο και η κατηγορουμένη στην ως άνω μήνυση της χρησιμοποίησαν το όρο "κλοπή", κατηγορία "εκβίαση" για την οποία αθωώθηκε ο πολιτικώς ενάγων με την 1075/2008 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ροδόπης. Αντίθετα, η κατηγορούμενη κηρύχθηκε αμετάκλητα ένοχη για τις πράξεις της συκοφαντικής δυσφήμησης και της ψευδούς καταμήνυσης σε βάρος του νυν πολιτικώς ενάγοντα, τις οποίες τέλεσε με την ανωτέρω από 10-3-2005 κατάθεση της στο Τ.Α. Κομοτηνής (βλ. 571/2012 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θράκης, η οποία, ως προς τις διατάξεις της αυτές, κατέστη αμετάκλητη με την απόφαση 1595/2012 του Αρείου Πάγου, Ζ "Ποινικό Τμήμα). Ως προς την πρώτη πράξη του κατηγορητηρίου, για την οποία και μόνο δικάζεται σήμερα η κατηγορουμένη (έπειτα από αναίρεση της ανωτέρω απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Θράκης, ως προς τη συγκεκριμένη διάταξη, με την ανωτέρω απόφαση του Αρείου Πάγου), το Δικαστήριο, ομόφωνα, κρίνει ότι τα κέρματα όπως και όλα τα χρήματα μέσα στο κατάστημα (στο ταμείο, στο πάγκο ή οπουδήποτε αλλού εντός καταστήματος) βρίσκονταν στην ευρύτερη σφαίρα εξουσίασης, του ιδιοκτήτη του επιχειρηματία (πολιτικώς ενάγοντα) έστω και αν κάθε μεσημέρι τα καταμετρούσε και τα έκανε μασούρια η κατηγορουμένη με τη βοήθεια της β' μάρτυρος-συζύγου του πολιτικώς ενάγοντος. Άρα, για την κατηγορουμένη τα κέρματα αυτά ήσαν ξένα πράγματα, μέρος των οποίων αποδείχθηκε: από τις σαφείς καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας ότι, κατά την καταμέτρησή τους, με παράνομο και έντεχνο τρόπο (χαρακτηριστικά η μάρτυς κατηγορίας Κ. Ά. κατέθεσε ότι η κατηγορουμένη φορούσε στρατιωτικά παντελόνια με πολλές τσέπες) αυτή (κατηγορουμένη) αφαιρούσε, με σκοπό την παράνομη ιδιοποίηση τους, με θετική της ενέργεια, είτοι (εννοεί ήτοι) κρύβοντας τα μασούρια με τα κέρματα στις τσέπες της, αφαιρώντας τα κέρματα αυτά από την κατοχή του ιδιοκτήτη τους-μηνυτή, η δε πράξη της αυτή συνιστά κατ' επιτρεπτή μεταβολή του νομικού χαρακτηρισμού της αρχικής δίωξης (...) την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του αδικήματος της κλοπής κατ' εξακολούθηση για το διάστημα από 10-1-2005 έως 28-2-2005, ενώ αντίθετα πρέπει να παύσει οριστικά η ποινική δίωξη, διότι έχει υποπέσει στην οκταετή παραγραφή η ίδια πράξη της κατηγορουμένης κατ' εξακολούθηση για το διάστημα από 1-12-2004 έως τις 9-1-2005 (ημερομηνία σημερινής δικασίμου 10-1-2013). Όπως προκύπτει από την κατάθεση του πολ. ενάγοντος, η κατηγορουμένη αφαιρούσε με σκοπό την παράνομη ιδιοποίηση κάθε εργάσιμη ημέρα ποσό 150 ευρώ σε κέρματα, άρα αφαίρεσε το συνολικό ποσό των 150 ευρώ ημερησίως Χ 40 ημέρες (εργάσιμες του ως άνω συνολικού διαστήματος των 49 ημερών, για το οποίο κρίθηκε ένοχη η κατηγορουμένη)= 6.000 ευρώ. Ενόψει του ύψους του κλαπέντος ποσού, το Δικαστήριο κρίνει, ομοίως κατ' επιτρεπτή μεταβολή της του νομικού χαρακτηρισμού της αρχικής δίωξης, ότι πρέπει η κατηγορουμένη να κριθεί ένοχη της απλής περίπτωσης κλοπής και όχι αυτής της ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, η δε ανωτέρω μεταβολή του νομικού χαρακτηρισμού από αρχικής δίωξης της υπεξαίρεσης κατ' εξακολούθηση ιδιαιτέρως μεγάλης αξίας σε κλοπή (απλής μορφής) κατ' εξακολούθηση σε καμιά περίπτωση δεν επιφέρει χειροτέρευση της θέσης της κατηγορουμένης, που απαγορεύεται από το άρθρο 470 Κ.Ποιν.Δ., διότι η προβλεπόμενη ελάχιστη ποινή του δευτέρου αδικήματος είναι μικρότερη του πρώτου εγκλήματος. Με αυτά που δέχθηκε το δικάσαν Τριμελές Εφετείο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την διαδικασία στο ακροατήριο και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του ως άνω εγκλήματος τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 1, 27 παρ. 1, 372 παρ. 1α Π.Κ. Ειδικότερα από τις παραπάνω παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε αιτιολογημένα συνδρομή όλων των ανωτέρω αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων της απλής κλοπής κατ' εξακολούθηση για τις επί μέρους τελεσθείσες πράξεις επί 40 εργάσιμες ημέρες εντός του από 10-1-2005 έως 28-2-2005 χρονικού διαστήματος και ότι εν όψει του συνολικώς αφαιρεθέντος από την κατηγορουμένη από την την κατοχή του πολιτικώς ενάγοντος, κατά την απασχόλησή της στην επιχείρησή του, με σκοπό την παράνομη ιδιοποίηση των η πράξη της αυτή ενείχε, κατ' επιτρεπτή μεταβολή του νομικού χαρακτηρισμού της από εκείνη της υπεξαίρεσης αντικείμενου ιδιαίτερης μεγάλης αξίας (για την οποία είχε διωχθεί και καταδικασθεί πρωτοδίκως), το χαρακτήρα του πλημμελήματος της απλής κλοπής που δεν συνεπαγόταν χειροτέρευση της θέσεως της κατηγορουμένης από το δικάσαν Εφετείο ως δικαστήριο της παραπομπής εν όψει του ότι ο δράστης της προβλεπόμενης από το άρθρο 372 παρ. 1 περίπτωση α Α.Κ. απλής κλοπής τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών, ενώ ο δράστης της υπεξαιρέσεως το αντικείμενο της οποίας είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους. Υπό τις ανωτέρω παραδοχές δεν αποτελούσε η αξία του αντικειμένου της κλοπής στοιχείο της αντικειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος για το οποίο καταδικάσθηκε η αναιρεσείουσα πέραν του ότι τα αφαιρεθέντα παρανόμως με σκοπό παρανόμου ιδιοποιήσεως ήσαν χρήματα που υπολογίσθηκαν με βάση τα επί μέρους ανά ημέρα γενόμενα δεκτά ότι αφαιρέθηκαν από την ίδια κατά το κρίσιμο διάστημα. Η μη καταδίκη αυτής (αναιρεσείουσας) για κλοπή με την επιβαρυντική περίσταση της περιπτώσεως της παρ. 1 του άρθρου 372 Π.Κ. δεν καθιστούσε επιβελβημένο στο δικαστήριο της ουσίας ειδικότερο προσδιορισμό της αξίας των πραγμάτων που αφαιρέθηκαν για να είναι επαρκώς αιτιολογημένη η προσβαλλόμενη απόφαση. Κατά συνέπεια δεν είχαν υποχρεωμένο το δικάσαν Εφετείο να παραθέσει στην ως άνω απόφασή του άλλα περιστατικά για να αιτιολογήσει την, κατ' επιτρεπτό ορθότερο νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών που αποδείχθηκαν και δεν οδηγούσαν σε χειροτέρευση της θέσεως της αναιρεσείουσας, μεταβολή σε κατ' εξακολούθηση απλή κλοπή της πράξεως για την οποία την καταδίκασε, από υπεξαίρεση ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, μετά την παύση οριστικής της ποινικής διώξεως για τις προγενέστερες της 10/1/2005 επί μέρους πράξεις. Οι περί του αντιθέτου αιτιάσεις της αναιρεσείουσας για ελλείψεις αιτιολογίας της προσβαλλόμενης αποφάσεως για την μεταβολή της πράξεως για την οποία είχε διωχθεί αυτή ως προς το αντικείμενό της ως ιδιαίτερα μεγάλης αξίας σε πράξη με αντικείμενο που την χαρακτηρίζει ως απλή κλοπή και για το ότι δεν είναι δυνατόν να θεωρείται ως πραγματικό γεγονός που εκφεύγει τον αναιρετικό έλεγχο ο καθορισμός της αξίας του πράγματος που είναι αντικείμενο τέτοιου εγκλήματος και η εκτίμηση του αν είναι ιδιαίτερη μεγάλης ή ευτελούς αξίας, ενόψει, ότι δεν προκύπτει από την επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλομένης αποφάσεως ότι προβλήθηκε στο Τριμελές Εφετείο από την πλευρά της ήδη αναιρεσείουσας αυτοτελής ισχυρισμός ότι το αντικείμενο της πράξεως που της αποδιδόταν ήταν ευτελούς αξίας για να ανακύπτει υποχρέωση για ειδική αιτιολόγηση της κρίσεως του δικαστηρίου αν το αντικείμενο της πράξεως είναι ό όχι ευτελούς αξίας, είναι απορριπτέες. Επομένως ο επί των αιτιάσεων αυτών στηριζόμενης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' Κ.Ποιν.Δ. σχετικός λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος. Κατά τη διάταξη του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Β του Κ.Ποιν.Δ., η έλλειψη ακροάσεως ιδρύει λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως λόγω ακυρότητας της διαδικασίας στο ακροατήριο κατά το άρθρο 170 παρ. 24 Κ.Ποιν.Δ., επέρχεται δε αυτή κατά την παραπάνω διάταξη στην περίπτωση κατά την οποία ο κατηγορούμενος ή ο συνήγορός του ζήτησαν να ασκήσουν δικαίωμα που ρητά τους παρέχεται από το νόμο και το Δικαστήριο τους το αρνήθηκε. Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 177 παρ. 2 Κ.Ποιν.Δ. όπως είχε προστεθεί με το άρθρο 2 παρ. 7 του ν. 2408/1996, αποδεικτικά μέσα που έχουν αποκτηθεί με αξιόποινες πράξεις ή μέσω αυτών δεν λαμβάνονται υπόψη για την κήρυξη ενοχής, την επιβολή ποινής ή τη λήψη μέτρων καταναγκασμού εκτός αν πρόκειται για κακουργήματα, που απειλούνται με ποινή ισόβιας κάθειρξης και εκδοθεί για το ζήτημα αυτό ειδικά αιτιολογημένη απόφαση του δικαστηρίου, ενώ μετά την αντικατάσταση της ως άνω παραγράφου του άρθρου 177, με το άρθρο 10 παρ. 2 ν. 3674/2008 ορίζεται ότι αποδεικτικά μέσα που έχουν αποκτηθεί με αξιόποινες πράξεις ή μέσω αυτών δεν λαμβάνονται υπόψη στην ποινική διαδικασία. Περαιτέρω κατά το άρθρο 19 παρ. 3 του Συντάγματος απαγορεύεται η χρήση αποδεικτικών μέσω που έχουν αποκτηθεί κατά παράβαση του άρθρου αυτού και των άρθρων 9 και 9Α κατά δε το άρθρο 9Α αυτού καθένας έχει δικαίωμα προστασίας από τη συλλογή, επεξεργασία και χρήση, ιδίως με ηλεκτρονικά μέσα των προσωπικών του δεδομένων όπως ο νόμος ορίζει. Περαιτέρω στις, κατά την έννοια του άρθρου 370 Α παρ. 2, 3 του Π.Κ. όπως ίσχυε μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 6 παρ. 7 του ν. 3090/2002, μη δημόσιες πράξεις τρίτων, των οποίων η αθέμιτη παρακολούθηση ή μαγνητοσκόπηση καθώς και η χρήση των μαγνητοσκοπήσεων που αποκτήθηκαν προβλεπόταν ότι τιμωρούνται με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους και ήδη μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 10 παρ. 1 ν. 3674/2008 τιμωρούνται όπως και η αποτύπωση σε υλικό φορέα τέτοιων μαγνητοσκοπήσεων με κάθειρξη (10) ετών, δεν περιλαμβάνονται πράξεις ή εκδηλώσεις τρίτων, οι οποίες, ανεξάρτητα από τον τρόπο και χρόνο που γίνονται, δεν ανάγονται στη σφαίρα της προσωπικής και ιδιωτικής ζωής τους, αλλά πραγματοποιούνται στα πλαίσια των ανατιθεμένων σ' αυτούς υπηρεσιακών καθηκόντων κατά την εκτέλεση τούτων και, ως εκ της φύσεως και του είδους των εκπληρουμένων καθηκόντων όπως είναι η συσκευασία εισπραχθέντων από συναλλαγές στο κατάστημα όπου παρέχουν τις υπηρεσίες των χρημάτων σε κέρματα, είναι δυνατό να αποτελέσουν αντικείμενο παρακολουθήσεως και καταγραφής σύμφωνα με τις διατάξεις των 2472/1997. Περαιτέρω από τις διατάξεις των άρθρων 2 παρ. α', γ', ε', ζ', δ', ια, 3 παρ. 1 και 3, 4 παρ. 1, 5 παρ. 1, 6 παρ. 1, 11 παρ. 1, 3 και 4 του Ν. 2472/1997 "προστασία ατόμου" από την επεξεργασία προσωπικών δεδομένων" συνάγεται ότι η χρησιμοποίηση, δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα επιτρέπεται κατ' εξαίρεση όταν η επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα αφορά σε πληροφορίες που αναφέρονται στο φυσικό πρόσωπο που είναι υποκείμενο των δεδομένων και οι οποίες συλλέγονται κατά τρόπο νόμιμο και θεμιτό για συγκεκριμένους νόμιμους σκοπούς όπως είναι και αυτοί που συνδέονται άμεσα με σχέση εργασίας ή έργου του υποκειμένου των δεδομένων σε επιχείρηση του υπευθύνου της επεξεργασίας κατόπιν γνωστοποιήσεως στην αρμόδια Αρχή εγγράφως της συστάσεως και λειτουργίας του αρχείου της ενάρξεως της επεξεργασίας από τον υπεύθυνο αυτής και εφόσον ο τελευταίος κατά το στάδιο συλλογής ή όταν τα δεδομένα ανακοινώνονται σε τρίτους ενημερώσει πριν την ανακοίνωση το υποκείμενο των δεδομένων φυσικό πρόσωπο στο οποίο αναφέρονται, για τα στοιχεία ταυτότητας του υπευθύνου, τον σκοπό της επεξεργασίας, τους αποδέκτες των δεδομένων και την ύπαρξη δικαιώματος πρόσβασης και την υποχρέωση ή όχι του υποκειμένου να μετάσχει στην επεξεργασία εκτός εάν η επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα γίνεται για λόγους ασφάλειας ή για τη διακρίβωση ιδιαίτερα σοβαρών εγκλημάτων οπότε με απόφαση της Αρχής μπορεί να αρθεί εν όλω ή εν μέρει η υποχρέωση ενημέρωσης. Κατά το άρθρο 22 παρ. 1 του ως άνω ν. 2472/1997 όποιος παραλείπει να γνωστοποιήσει στην Αρχή Προστασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα την κατά το άρθρο 6 του νόμου αυτού σύσταση ή λειτουργία αρχείου τιμωρείται με φυλάκιση έως τριών ετών και με χρηματική ποινή από 2.900 έως 15.000 ευρώ. Εξ άλλου, η χρησιμοποίηση στη δίκη, παρά την εναντίωση του κατηγορουμένου, απαγορευμένου αποδεικτικού μέσου, όπως είναι αυτό που έχει αποκτηθεί με αξιόποινες πράξεις ή μέσω αυτών και δεν λαμβάνεται υπόψη στην ποινική διαδικασία συνεπάγεται απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο γιατί προσβάλλει τα υπερασπιστικά δικαιώματα του κατηγορουμένου και ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. α Κ.Ποιν.Δ. λόγο αναιρέσεως. Παρά τις επελθούσες με το άρθρο 10 του ν. 3674/2008 τροποποιήσεις στο άρθρο 370 Α Π.Κ. και στο άρθρο 177 παρ. 2 Κ.Ποιν.Δ. και της θεσπισθείσης απολύτου απαγορεύσεως της χρήσεως ως αποδεικτικών μέσων μαγνητοταινιών ή μαγνητοφωνήσεων που αποκτήθηκαν παρανόμως, από πλευράς ποινικού δικονομικού δικαίου η προβλεπομένη απόλυτη απαγόρευση δικονομικής αξιοποιήσεως τέτοιων αποδεικτικών μέσων πρέπει να ελέγχεται από το επιλαμβανόμενο της εκδικάσεως της υποθέσεως ποινικό δικαστήριο αν είναι συμβατή με τις διατάξεις των άρθρων 2 παρ. 1 και 25 παρ. 1δ του Συντάγματος, που προστατεύουν το απόλυτο αγαθό της ανθρώπινης αξίας με συνέπεια για να μη τίθεται σε διακινδύνευση τα έννομα αγαθά της ζωής της τιμής και της ελευθερίας του ατόμου τα οποία απολαύουν απόλυτης συνταγματικής προστασίας και πλην της χρήσεως αποδεικτικών μέσω παρανόμως κτηθέντων, κατόπιν βασανιστηρίων ή κατόπιν προσβολής της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, να κάμπτεται ο κανόνας του άρθρου 19 παρ. 3 του Συντάγματος της μη χρήσεως των παρανόμως κτηθέντων αποδεικτικών μέσων είτε κατά είτε υπέρ του κατηγορουμένου όπως όταν αυτά αποτελούν το μόνο προτεινόμενο από τον κατηγορούμενο αποδεικτικό μέσο προς απόδειξη αθωότητάς του, υπό τον περιορισμό της αρχής της αναλογικότητας, εάν δηλαδή στη συγκεκριμένη περίπτωση, λαμβανομένης υπόψη και της βαρύτητας του εγκλήματος για το οποίο κατηγορείται αυτός, το εν λόγω αποδεικτικό μέσο είναι το μόνο αναγκαίο και πρόσφορο για την απόδειξη της αθωότητάς του, ώστε το δικαστήριο να συνεκτιμήσει τα ευνοϊκά σημεία του παρανόμου αποδεικτικού μέσου για τον προτείνοντα κατηγορούμενο. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά συνεδριάσεως της προσβαλλομένης αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θράκης, με την έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας η ήδη αναιρεσείουσα δια του συνηγόρου υπερασπίσεως υπέβαλε αίτημα να αναγνωσθεί η βιντεοκασέτα που βρίσκεται στο φάκελό της σε βάρος της σχηματισθείσης δικογραφίας καθώς και τα συνοδευτικά αυτής έγγραφα και εκθέσεις των αρμοδίων τμημάτων της Ασφαλείας προκειμένου να ληφθούν υπόψη "ως δικαστικά τεκμήρια" για την εξεύρεση της αληθείας που μοιραία θα οδηγήσει στην αθώωσή της αναφέροντας κατά την ανάπτυξη του σχετικού αιτήματος όπως έχει καταχωρηθεί στα πρακτικά ότι "κατά την εκδίκαση της σε βάρος της κατηγορίας από το Πρωτοβάθμιο δικαστήριο είχε γίνει δεκτό το τότε αίτημά της για μη λήψη υπόψη του αποδεικτικού μέσου της βιντεοκασέτας καθώς και των σχετικών με αυτή εγγράφων που διαλαμβάνονται στο περιεχόμενό της σε βάρος της σχηματισθείσης δικογραφίας. Πλην όμως η υποβολή ενός νομίμου αιτήματός της τότε χρησιμοποιήθηκε εν τέλει σε βάρος της από το δικάσαν Τριμελές Πλημμελειοδικείο Ροδόπης το οποίο με την 384/2010 απόφαση τούτων κήρυξε ένοχη της αποδιδομένης σε αυτήν πράξεως και στο σκεπτικό της ως άνω αποφάσεως περιέχεται η κρίση ότι το αίτημά της για μη ανάγνωση της βιντεοκασέτας, συνηγορούσε (προφανώς κατά την ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου) ως προς το συμπέρασμα της ενοχής της". Επικαλούμενη περαιτέρω ότι από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 6 και 7 του ν. 2472/1997 προκύπτει ότι η συναίνεση του ατόμου αίρει την απαγόρευση για την επεξεργασία των κτηθέντων με οποιονδήποτε τρόπο αρχείων προσωπικών του δεδομένων ισχυρίσθηκε η αναιρεσείουσα ότι από το υλικό που υπάρχει στη δικογραφία ήτοι από την επίμαχη βιντεοκασέτα αλλά και τα συνοδευτικά αυτής έγγραφα των αρμόδιων της Ασφαλείας προκύπτει αδιαφιλονίκητα η αβασιμότητά της σε βάρος της κατηγορίας για υπεξαίρεση καθόσον "παρά την υποτιθέμενη επί 5ημέρες καταγραφή της από τον μηνυτή της και τη δήθεν καθημερινή σε αυτές τις ημέρες υπεξαίρεση από μέρους της κερμάτων αξίας 150-200 ευρώ εν τέλει παραδόθηκαν από το μηνυτή στην ασφάλεια μόνο δύο αποσπάσματα βιντεοσκόπησης λίγων δευτερολέπτων το καθένα, στις δε εκθέσεις ανάλυσης αυτών ουδεμία υπεξαίρεση κερμάτων προκύπτει" και δήλωσε ότι παρέχει τη ρητή και σαφή συγκατάθεσή της προκειμένου να γίνει δεκτό το ως άνω αίτημά της. Το Τριμελές Εφετείο μετά την εξέταση των μαρτύρων κατηγορίας και την ανάγνωση των αναφερομένων εγγράφων πριν από την εξέταση του μάρτυρα υπεράσπισης και την απολογία της κατηγορουμένης και μετά την πρόταση του Εισαγγελέα της έδρας για απόρριψη του ανωτέρω αιτήματος της κατηγορουμένης ως μη νομίμως κτηθέντος, απέρριψε το σχετικό αίτημά της να αναγνωσθεί η βιντεοκασέτα της παρακολούθησής της με την αιτιολογία ότι από όσα στη συγκεκριμένη περίπτωση παραδέχθηκαν ο πολιτικώς ενάγων κατά τη χωρίς όρκο εξέτασή το στο ακροατήριο αλλά και οι λοιποί μάρτυρες δεν τηρήθηκαν οι απαιτούμενες από το νόμο προϋποθέσεις παρακολούθησης και δεν ενημερώθηκε η κατηγορουμένη περί της παρακολουθήσεως και καταγραφής της δραστηριότητάς της κατά παράβαση του άρθρου 11 ν. 2472/1997 και καταλήγοντας στην κρίση ότι το ως άνω αποδεικτικό μέσο συνιστά αποδεικτικό μέσο που έχει αποκτηθεί παράνομα με αξιόποινη πράξη (άρθρ. 2 παρ. 1, 9Α, 19 παρ. 3, 25 παρ. 1 του Συντάγματος 4-6, 11-3 ν. 2472/1997) και για το λόγο αυτό δεν πρέπει να ληφθεί υπόψη από το Δικαστήριο. Με τις ως άνω παραδοχές ότι η εν λόγω βιντεοκασέτα δεν θα συμπεριλαμβανόταν στα αναγνωσθέντα έγγραφα ως αποδεικτικό μέσο που είχε αποκτηθεί παράνομα, το δικαστήριο της ουσίας έκρινε ότι το δικαίωμα της κατηγορουμένης για δικαστική ακρόαση και προστασία (άρθρ. 20 παρ. 1 του Συντάγματος) προσβάλλεται από την εκ μέρους του πολιτικώς ενάγοντος απόκτηση και χρήση αποδεικτικού μέσου συνισταμένου στη λήψη και επεξεργασία, δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα αποτυπωμένων σε υλικό φορέα μετά παρακολούθηση με κλειστό κύκλωμα τηλεοράσεων χωρίς τήρηση των οριζομένων από τις διατάξεις του ν. 2472/1997 διατυπώσεων και δεν θεώρησε ότι η εκ των υστέρων δήλωση της ιδίας στην δίκη στο δικαστήριο της παραπομπής ότι συγκατατίθεται στην ανάγνωση του ως άνω υλικού φορέα με την καταγραφείσα σ' αυτόν συμπεριφορά της, καθιστούσε επιτρεπτή τη χρήση εκ μέρους της του ως άνω παράνομου αποδεικτικού μέσου για τη διαφύλαξη συνταγματικώς προστατευομένου δικαιώματός της που να ετίθετο σε διακινδύνευση και να μην ήταν δυνατό να προστατευθεί διαφορετικά, αφού αυτή (κατηγορουμένη) δεν ισχυρίσθηκε ότι η βιντεοκασέτα ήταν το μόνο προτεινόμενη από την πλευρά της αποδεικτικό μέσο προς απόδειξη της αθωότητάς της ώστε υπό τον περιορισμό της αρχής της αναλογικότητας να κριθεί μετά συνεκτίμηση και της βαρύτητας της αποδιδομένης αξιοποίνου πράξεως ότι το εν λόγω αποδεικτικό μέσο ήταν το μόνο αναγκαίο και πρόσφορο προς απόδειξη της αθωότητάς της. Επομένως με την απόρριψη του εν λόγω αιτήματος της ήδη αναιρεσείουσας κατηγορουμένης το Εφετείο δεν στέρησε αυτήν οποιουδήποτε υπερασπιστικού δικαιώματος το οποίο ρητά να παρέχεται σ' αυτήν από το νόμο ούτε υπέπεσε στην πλημμέλεια της από το άρθρο 170 παρ. 2 Κ.Ποιν.Δ. ακυρότητος της διαδικασίας στο ακροατήριο για άρνηση ή παράλειψη να αποφανθεί επί υποβληθέντος αιτήματος του συνηγόρου υπερασπίσεως της κατηγορουμένης και δεν παραβίασε τις ως άνω συνταγματικές διατάξεις ούτε τη θεσπιζόμενη τις ως άνω συνταγματικές διατάξεις ούτε τη θεσπιζόμενη από το άρθρο 6 της ΕΣΔΑ (ν.δ. 52/1974) αρχή για δικαίωμα κάθε προσώπου στη χρηστή απονομή δικαιοσύνης ώστε η υπόθεσή του να δικασθεί δικαίως. Συνακόλουθα οι περί του αντιθέτου αιτιάσεις της αναιρεσείουσας είναι αβάσιμες και ο επ' αυτών στηριζόμενος από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. β' Κ.Ποιν.Δ. λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος. Οι λοιπές αιτιάσεις της αναιρεσείουσας κατά τις οποίες με το να λάβει υπόψη το Εφετείο προς σχηματισμό της κρίσεώς του τις καταθέσεις του πολιτικώς ενάγοντος και των μαρτύρων που εξετάσθηκαν καθώς και την κατατεθείσα μήνυση στις οποίες γίνεται μνεία ανάγνωσης του επίμαχου ψηφιακού δίσκου συνάγεται ότι έλαβε υπόψη του και το περιεχόμενο αυτού χωρίς προηγουμένως να το έχει αναγνώσει αφορούν σε συναγωγή από αυτήν διαφορετικών συμπερασμάτων από εκείνα στα οποία κατέληξε το δικαστήριο από τα αναφερόμενα στο σκεπτικό του ανωτέρω αποδεικτά μέσα χωρίς να συνεκτιμήσει και αξιολογήσει την παραπάνω βιντεοκασέτα και δεν θεμελιώνουν παραδεκτό αποδεικτικό μέσο αλλά με την επίκληση ελλείψεως ακροάσεως πλήττεται η ουσιαστική κρίση του δικάσαντος Εφετείου ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων, που είναι αναιρετικώς ανέλεγκτη με συνέπεια να είναι απορριπτέες οι αιτιάσεις αυτές ως μη θεμελιωνόμενου επ' αυτών παραδεκτού λόγου αναιρέσεως. Κατόπιν όλων των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως στο σύνολό της και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.) και στην δικαστική δαπάνη του παραστάντος πολιτικώς ενάγοντος (άρθρ. 176, 183 Κ.Πολ.Δ.). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 25.1.2013 (υπ' αριθμό εκθέσεως 3/2013) αίτηση της Έ. Τ. του Σ., κατοίκου ... για αναίρεση της 53/2013 του Τριμελούς Εφετείου Θράκης. Και Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα έξοδα της ποινικής διαδικασίας που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ και στη δικαστική δαπάνη του παραστάντος πολιτικώς ενάγοντος Σ. Β., που ανέρχονται σε πεντακόσια (500) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 10 Απριλίου 2013. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 24 Απριλίου 2013. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ