Αριθμός 1031/2023 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Γ' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μαρία Μουλιανιτάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρουλιώ Δαβίου, Μαρία Κουφούδη, Γεώργιο Καλαμαρίδη, Αγαθή Δερέ - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 2 Νοεμβρίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Των αναιρεσειόντων: 1) Β. Π. του Γ., 2) Δ. Π. του Γ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κωνσταντίνο Παναγόπουλο, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και κατέθεσαν προτάσεις. Των αναιρεσιβλήτων: 1) Μ. Π. του Χ. και Ε., 2) Ν. Π. του Χ. και Ε., 3) Ε. χήρας Χ. Π., θυγατέρας Ι. και Α. Μ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αθανάσιο Σφυρή, και κατέθεσαν προτάσεις. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-9-2011 αγωγή της ήδη α' αναιρεσείουσας και του ήδη αποβιώσαντος Χ. Π., που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Τρικάλων. Το Μονομελές Πρωτοδικείο Τρικάλων την παρέπεμψε προς εκδίκαση, με την απόφαση 136/2014, ενώπιον του Ειρηνοδικείου Καλαμπάκας, το οποίο, περαιτέρω, την παρέπεμψε προς εκδίκαση, με την απόφαση 28/2015, ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Τρικάλων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4/2017 οριστική του τελευταίου Δικαστηρίου και 227/2018 του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 22-7-2019 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Η από 22-07-2019 αίτηση αναίρεσης στρέφεται κατά της αριθμ. 227/2018 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας, που εκδόθηκε, κατά την τακτική διαδικασία, αντιμωλία των διαδίκων, με την οποία έγινε δεκτή η έφεση των αναιρεσειόντων κατά της εκκαλούμενης, με αριθμ. 4/2017 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Τρικάλων, με την οποία είχε απορριφθεί ως κατ' ουσίαν αβάσιμη η από 15-09-2011 αγωγή, και αφού εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση, κράτησε την υπόθεση, δίκασε την αγωγή και έκανε εν μέρει δεκτή αυτήν. Η αίτηση αυτή ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, είναι, συνεπώς, παραδεκτή (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566§1, 577§1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί, περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ). Κατά το άρθρο 1045 ΑΚ εκείνος που έχει στη νομή του για μία εικοσαετία πράγμα κινητό ή ακίνητο γίνεται κύριος με έκτακτη χρησικτησία, κατά δε το άρθρο 974 του ίδιου Κώδικα όποιος απέκτησε τη φυσική εξουσία πάνω στο πράγμα (κατοχή) είναι νομέας αν ασκεί την εξουσία αυτή με διάνοια κυρίου. Σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές για την κτήση κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία απαιτείται άσκηση νομής επί συνεχή εικοσαετία. Η κτήση της νομής ακινήτου και η άσκησή της επ' αυτού μπορεί να γίνει με οποιαδήποτε ενέργεια, που μαρτυρεί, κατά τις αντιλήψεις που υπάρχουν στις συναλλαγές, φυσική και με διάνοια κυρίου εξουσίαση αυτού (ΑΠ 947/2022, ΑΠ 1077/2022). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, και η παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή. Με το λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμου βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν. Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση. Τούτο συμβαίνει, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 3/2020, ΟλΑΠ 2/2019, ΟλΑΠ 6/2019). Ο λόγος αυτός για να είναι ορισμένος πρέπει να εκτίθενται στο αναιρετήριο, η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε και μάλιστα ενάριθμα, δηλαδή ορισμένο άρθρο ορισμένου νόμου (ΟλΑΠ 18/2005), το αποδιδόμενο στο δικαστήριο νομικό σφάλμα περί την ερμηνεία και εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου (ΟλΑΠ 32/1996), επί νομικών σφαλμάτων κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς οι αντίστοιχες παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως, δηλ. τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά και υπό τα οποία συντελέστηκε η επικαλούμενη παράβαση του κανόνα του ουσιαστικού δικαίου (ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 1346/2022, ΑΠ 120/2014). Στην προκείμενη περίπτωση, ο, από τον αρ. 1α του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πρώτος, κατά ένα μέρος, λόγος αναίρεσης, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες προσάπτουν εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του άρθρου 1045 Α.Κ. είναι απαράδεκτος, λόγω αοριστίας, διότι δεν μνημονεύεται στο αναιρετήριο το αποδιδόμενο στο δικαστήριο ουσίας νομικό σφάλμα περί την ερμηνεία και εφαρμογή του άρθρου 1045 ΑΚ και οι αντίστοιχες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης δηλ. τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά και υπό τα οποία συντελέστηκε η επικαλούμενη παράβαση του κανόνα του ουσιαστικού δικαίου. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης συντρέχει, όταν στο αιτιολογικό της απόφασης, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και, έτσι, δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόστηκε ή αν συνέτρεχαν οι όροι άλλου κανόνα που ήταν εφαρμοστέος αλλά δεν εφαρμόστηκε (ΟλΑΠ 6/2006, ΟλΑΠ 26/2004). Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (ΟλΑΠ 2/2019, ΟλΑΠ 8/2018, ΑΠ 34/2021). Δεν έχει, όμως, εφαρμογή η παραπάνω διάταξη, όταν οι ελλείψεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ιδίως, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται από αυτές, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, εκτός εάν δεν είναι σαφές και πλήρες το πόρισμά του και για το λόγο αυτόν γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή γιατί δεν αποδείχθηκε (ΟλΑΠ 2/2022, ΑΠ 1871/2022). Για να είναι ορισμένος ο λόγος αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η έλλειψη νόμιμης βάσης (άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ) απαιτείται, πλην άλλων, να αναφέρεται στο αναιρετήριο, α) ο κανόνας ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε εκ πλαγίου (ΑΠ 1346/2022, ΑΠ 1109/2022, ΑΠ 357/2018), β) ο ισχυρισμός, ως προς τον οποίο παρουσιάζεται η έλλειψη, η ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα των αιτιολογιών (ΑΠ 608/2007), γ) τα στοιχεία, από τα οποία προτάθηκε παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας, δ) οι κρίσιμες πραγματικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης πλήρως και όχι αποσπασματικά και επιλεκτικά (ΑΠ 1109/2022, ΑΠ 887/2019, 658/2019). Στην προκείμενη περίπτωση, ο, από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πρώτος, κατά ένα μέρος και δεύτερος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση έλλειψη αιτιολογίας ή ανεπαρκή και αντιφατική αιτιολογία, ως προς την επέκταση του ανατολικού οικοπέδου του όλου αγρολειβαδίου, κατά 114 τ.μ., επί των οποίων άσκησαν πράξεις νομής διανοία κυρίου οι αναιρεσείοντες και ανήκε στο δυτικό οικόπεδο αυτήν, με αποτέλεσμα στο καταληκτικό πόρισμα να προσμετράται αυτό στο ανατολικό τμήμα, και καθιστά αυτούς συγκυρίους, μόνο κατά ποσοστό 11,08% στο ανατολικό τμήμα, ενώ το τμήμα αυτό ανήκει αποκλειστικά στους αναιρεσείοντες, είναι απαράδεκτοι, λόγω αοριστίας, διότι δεν αναφέρονται οι κρίσιμες πραγματικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης πλήρως και όχι αποσπασματικά και επιλεκτικά από τους αναιρεσείοντες καθώς και τα στοιχεία και τον τρόπο που πρότεινε, στο δικαστήριο ουσίας, τα στοιχεία της πέραν των 400 τ.μ. καταμετρηθείσας έκτασης του ανατολικού οικοπέδου. Σε κάθε περίπτωση, από την παραδεκτή κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, δέχθηκε τα εξής: "... Ενόψει των ανωτέρω περιστατικών αποδεικνύεται ότι το ανατολικό τμήμα του επίδικου αγρολειβαδίου (ήδη οικοπέδου), το οποίο περιήλθε στις 11.05.1979 στη χρήση και κάρπωση του 1ου εναγομένου, Χ. Π. του Δ., μετά την κατάρτιση του ανωτέρω ιδιωτικού συμφωνητικού διανομής με ημερομηνία 11.05.1979 μεταξύ των αδελφών, Χ. Π. και Γ. Π., ως διαιρετό τμήμα αγρολειβαδίου με εμβαδόν 400 τετραγωνικών μέτρων περίπου, έχει πλέον εμβαδόν 514 τετραγωνικών μέτρων περίπου, δηλαδή εμβαδόν, μεγαλύτερο κατά 114 τετραγωνικά μέτρα από το εμβαδόν των 400 τετραγωνικών μέτρων περίπου που φέρεται ότι είχε το ανωτέρω (ανατολικό) διαιρετό τμήμα του επίδικου αγρολειβαδίου, και, μάλιστα, στη διάρκεια του Σεπτεμβρίου 2008 αποτυπώθηκε στο ανωτέρω τοπογραφικό διάγραμμα (της τοπογράφου μηχανικού Ελένης Μισιάκα με χρονολογία Σεπτέμβριος 2008) ως οικόπεδο Χ. Π., Β. Π. και Δ. Π.. Τεκμαίρεται βάσιμα ότι το ανωτέρω τοπογραφικό διάγραμμα εκπονήθηκε μετά από αίτημα του 1ου εναγομένου, Χ. Π., πριν οξυνθούν οι σχέσεις των διαδίκων, και αποδίδει την πραγματική κατάσταση που επικρατούσε έως τότε, (δηλαδή μέχρι τον Σεπτέμβριο του έτους 2008), στο ανωτέρω εδαφικό τμήμα. Συνεπώς, τεκμαίρεται βάσιμα ότι το ήδη επίδικο εδαφικό τμήμα, (δηλαδή το ανατολικό τμήμα του επίδικου αγρολειβαδίου), το οποίο διεκδικούν οι ενάγοντες με την ένδικη αγωγή τους ως αποκλειστικά δικό τους φέρεται ότι μεταβίβασε ο 1ος εναγόμενος στη 2η εναγόμενη κατά πλήρη κυριότητα, νομή και κατοχή με το ανωτέρω συμβολαιογραφικό έγγραφο (υπ' αριθμόν 16.007/28.03.2009 συμβολαιογραφικό έγγραφο γονικής παροχής ακινήτου ενώπιον της συμβολαιογράφου Τρικάλων Ερμιόνης Κασσοπούλου), χωρίς να δικαιολογεί την αύξηση του εμβαδού του κατά 114 τετραγωνικά μέτρα, ανήκε στη συγκυριότητα και συννομή των ανωτέρω διαδίκων Χ. Π., Β. Π. και Δ. Π., (έως 28.03.2009, οπότε το ιδανικό μερίδιο του Χ. Π. επ' αυτού περιήλθε στην 2η εναγομένη, κόρη του, εξαιτίας γονικής παροχής). Έτσι δικαιολογείται και η γνώμη αρκετών συγχωριανών των διαδίκων ότι το επίδικο εδαφικό τμήμα (ανατολικό τμήμα του επίδικου αγρολειβαδίου) αποτελούσε αυλή της οικίας του Γ. Π. και, επίσης, η διάνοια κυρίου που είχαν (σύμφωνα με τους ισχυρισμούς τους) οι ενάγοντες (και ο πατέρας τους) στο ανωτέρω εδαφικό τμήμα. (Όπως εκτέθηκε ανωτέρω, η διενέργεια των ανωτέρω διακατοχικών πράξεων των εναγόντων, με διάνοια κυρίου, δεν μπορεί να οδηγήσει σε κτήση της κυριότητας όλου του επίδικου εδαφικού τμήματος, δηλαδή όλου του ανατολικού τμήματος του επίδικου αγρολειβαδίου). Το γεγονός ότι το δυτικό τμήμα του επίδικου αγρολειβαδίου, το οποίο περιήλθε στις 11.05.1979 στη νομή των εναγόντων και, τώρα πλέον, στην αδιαμφισβήτητη κυριότητά τους εξαιτίας έκτακτης χρησικτησίας, εμφαίνεται σε ορισμένα τοπογραφικά διαγράμματα να έχει εμβαδόν περίπου ίσο με το εμβαδόν του ανατολικού τμήματος του ίδιου αγρολειβαδίου, δεν έχει έννομες συνέπειες σε τούτη τη δίκη, διότι πιθανολογείται ότι ο Γ. Π. επεξέτεινε το δυτικό διαιρετό τμήμα του επίδικου αγρολειβαδίου προς τη γειτονική, απερίφρακτη κοινοτική έκταση και όχι ότι έλαβε το ήμισυ ακριβώς τμήμα του ανωτέρω αγρολειβαδίου, εμβαδού οκτακόσιων τετραγωνικών μέτρων περίπου. Ενόψει των ανωτέρω περιστατικών συνάγεται ότι το επίδικο εδαφικό τμήμα (ανατολικό τμήμα του επίδικου αγρολειβαδίου), εμβαδού 514 τετραγωνικών μέτρων περίπου, δεν περιήλθε ποτέ στην αποκλειστική κυριότητα του 1ου εναγομένου, Χ. Π., και μετά τις 28.03.2009 στην αποκλειστική κυριότητα της 2ης εναγομένης, κόρης του, Μ. Π., εξαιτίας γονικής παροχής, αλλά ανήκει στη συγκυριότητα και συννομή των εναγόντων κατά ποσοστό 11,08%, το οποίο αντιστοιχεί σε 57 τετραγωνικά μέτρα εδάφους, (ήτοι: 514 τ.μ. χ 11,08% = 57 τ.μ. περίπου, ώστε το πέραν των 400 τετραγωνικών μέτρων εμβαδόν του ανατολικού τμήματος του επίδικου αγρολειβαδίου να περιέλθει στους διαδίκους ιοομερώς). Κατά το υπόλοιπο τμήμα του, ποσοστού 88,92%, το επίδικο εδαφικό τμήμα, εμβαδού 514 τετραγωνικών μέτρων περίπου, ανήκει πλέον στη συγκυριότητα και συννομή της 2ης εναγομένης, Μ. Π.. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, το οποίο αποφάνθηκε διαφορετικά ως προς το ανωτέρω ζήτημα, (ήτοι ότι "Κατά συνέπεια δεν αποδείχθηκε η ιστορική βάση της υπό κρίση αγωγής, καθόσον το επίδικο τμήμα εμβαδού 512,62 τ.μ. που κατά τους ισχυρισμούς των εναγόντων ανήκει κατά κυριότητα στους τελευταίους και το οποίο φέρεται ότι καταπάτησαν οι εναγόμενοι, επιχειρώντας να τοποθετήσουν φράχτη, ανήκει κατά κυριότητα στην δεύτερα των εναγομένων. Ενόψει των ανωτέρω, πρέπει η υπό κρίση αγωγή να απορριφθεί ως ουσία αβάσιμη ..."), έσφαλε ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων, όπως παραπονούνται οι ενάγοντες, ως εκκαλούντες, με τον 3ο λόγο της ένδικης έφεσής τους, γεγονός που πρέπει να οδηγήσει σε παραδοχή αυτού του λόγου έφεσης ως ουσιαστικά βάσιμου και σε εξαφάνιση της εκκαλούμενης απόφασης.... Σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, το Δικαστήριο τούτο άγεται στα εξής συμπεράσματα: 1) Η ένδικη έφεση πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή, να απορριφθούν οι δύο πρώτοι λόγοι της (1ος και 2ος ) ως ουσιαστικά αβάσιμοι αλλά να γίνει δεκτός ο 3ος λόγος της ως ουσιαστικά βάσιμος, για όσους λόγους αναφέρθηκαν ανωτέρω λεπτομερώς, γεγονός που πρέπει να οδηγήσει σε εξαφάνιση της εκκαλουμένης απόφασης. Στη συνέχεια το Δικαστήριο τούτο πρέπει να διακρατήσει την επίδικη υπόθεση, να εκδικάσει την ένδικη αγωγή στην ουσία, να δεχτεί την αγωγή αυτή εν μέρει ως ουσιαστικά βάσιμη και να αναγνωρίσει το δικαίωμα συγκυριότητας και συννομής των εναγόντων στο επίδικο εδαφικό τμήμα (ανατολικό τμήμα του επίδικου αγρολειβαδίου), εμβαδού 514 (ή 515,62) τετραγωνικών μέτρων περίπου, κατά το ποσοστό που αναφέρθηκε ανωτέρω....". Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, αναγνωρίζοντας ότι οι αναιρεσείοντες - ενάγοντες κατέστησαν (συν)νομείς και (συγ)κύριοι της ένδικης εδαφικής έκτασης (ήτοι του ανατολικού τμήματος του ανωτέρω αγρολειβαδίου, ήδη οικοπέδου), εμβαδού 514 (ή 515,62) τ.μ., που περιγράφεται κατά θέση και όρια, με έκτακτη χρησικτησία, κατά ποσοστό 11,08%, που αντιστοιχεί σε εμβαδό οικοπέδου 57 τ.μ., και ότι το υπόλοιπο τμήμα του, ποσοστού 88,02%, του ιδίου ως άνω οικοπέδου περιήλθε στον αρχικώς εναγόμενο, Χ. Π., με έκτακτη χρησικτησία, και στη συνέχεια, στην πρώτη αναιρεσίβλητη, με παράγωγο τρόπο, από αληθή κύριο, δεν στέρησε την προσβαλλόμενη απόφαση νόμιμης βάσης, καθόσον διέλαβε πλήρεις, σαφείς και μη αντιφάσκουσες αιτιολογίες ως προς το ουσιώδες ζήτημα της κτήσης (συγ)κυριότητας των αναιρεσειόντων, επί του ένδικου ανατολικού οικοπέδου, κατά ποσοστό 11,08% το οποίο αντιστοιχεί σε εμβαδόν οικοπέδου 57 τ.μ., που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή μη εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 1045 ΑΚ, τις οποίες δεν παραβίασε εκ πλαγίου. Επομένως, οι παραπάνω λόγοι αναίρεσης, από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι και αβάσιμοι. Λοιπές αιτιάσεις των αναιρεσειόντων, με τον αυτό παραπάνω δεύτερο λόγο, ότι η προσβαλλόμενη απόφαση προσαύξησε το ένδικο ανατολικό οικόπεδο κατά την έκταση των 114 τ.μ. που με πράξεις έκτακτης χρησικτησίας οι αναιρεσείοντες επεξέτειναν το μη ένδικο δυτικό οικόπεδο, κατά 114 τ.μ., στο άλλο άκρο (προς ανατολάς) αυτού, ήτοι αφαίρεσε τα 114 τ.μ. από το ένα όριο (ανατολικό) του δυτικού οικοπέδου αυτών και το προσέθεσε στο άλλο όριο (δυτικό), "μετακινώντας" έτσι το ανατολικό οικόπεδο στο δυτικό, κατά 114 τ.μ., είναι απαράδεκτες, διότι αποτελούν επιχείρημα των αναιρεσειόντων για την υπέρ των απόψεών τους κρίση, που δεν έγινε δεκτή με την σαφή και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης, ως προς την καταμετρηθείσα έκταση του ανατολικού τμήματος, που έχει έκταση 514,00 (ή 515,62) τ.μ.. Περαιτέρω, κατά τις αιτιολογίες της προσβαλλόμενης απόφασης, το μη επίδικο δυτικό τμήμα του όλου αγρολειβαδίου, επί του οποίου απέκτησαν οι αναιρεσείοντες αποκλειστική (συγ)κυριότητα, λόγω έκτακτης χρησικτησίας, "..εμφαίνεται σε ορισμένα τοπογραφικά διαγράμματα να έχει εμβαδόν περίπου ίσο με το εμβαδόν του ανατολικού τμήματος του ίδιου αγρολειβαδίου, δεν έχει έννομες συνέπειες σε τούτη τη δίκη (για το ανατολικό), διότι πιθανολογείται ότι ο Γ. Π. επεξέτεινε το δυτικό διαιρετό τμήμα του επίδικου αγρολειβαδίου προς τη γειτονική, απερίφρακτη κοινοτική έκταση και όχι ότι έλαβε το ήμισυ ακριβώς τμήμα του ανωτέρω αγρολειβαδίου, εμβαδού οκτακόσιων τετραγωνικών μέτρων περίπου...", αποτελούν πλεοναστικές αιτιολογίες, μη ασκούσας επιρροή στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης. Από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ.10 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι ο, από αυτήν, προβλεπόμενος λόγος αναίρεσης ιδρύεται και αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, δέχτηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη. Ο παραπάνω λόγος ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας δέχεται πράγματα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά, χωρίς να έχει προσαχθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά, ή όταν δεν εκθέτει, έστω και γενικά, από ποια αποδεικτικά μέσα άντλησε την απόδειξη γι` αυτά, χωρίς, όμως, να απαιτείται η επί μέρους αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων ή η εξειδίκευση των εγγράφων, ούτε η ιδιαίτερη αναφορά των εγγράφων που λήφθηκαν υπόψη για άμεση ή έμμεση απόδειξη, προκειμένου το δικαστήριο της ουσίας να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα (ΑΠ 15/2021, ΑΠ 15/2020, ΑΠ 667/2018). Ο όρος "πράγματα" στη διάταξη αυτή είναι ταυτόσημος με τον αντίστοιχο όρο του αριθμού 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 1324/2022, ΑΠ 49/2020). Ο λόγος αυτός ιδρύεται και όταν το δικαστήριο της ουσίας αρκέστηκε σε πιθανολόγηση, ενώ απαιτείται από το νόμο πλήρης απόδειξη, αφού στην περίπτωση αυτή δέχεται ουσιώδεις πραγματικούς ισχυρισμούς ως αληθινούς χωρίς την αξιουμένη από το νόμο πλήρη απόδειξη αυτών (ΑΠ 684/2021, ΑΠ 453/2018, Α.Π. 867/2017, Α.Π. 1470/2017). Για να είναι ορισμένος και παραδεκτός ο σχετικός λόγος αναίρεσης, πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο με πληρότητα και σαφήνεια, ποια πράγματα δέχθηκε το δικαστήριο ως αληθινά, καθώς και ότι τα δέχθηκε, χωρίς να αναφέρει στην απόφασή του αποδεικτικά μέσα, από τα οποία συνήγαγε την απόδειξή τους, καθώς και ποια ήταν η επίδρασή τους στο διατακτικό της απόφασης (ΑΠ 1342/2022, ΑΠ 1144/2021, ΑΠ 24/2021). Στην προκείμενη περίπτωση, ο, από τον αρ. 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, τρίτος, κατά ένα μέρος, λόγος αναίρεσης, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες, επικαλούμενοι ότι η προσβαλλόμενη απόφαση για την παραδοχή προσαύξησης του επίδικου ακινήτου κατά 114 τ.μ. αρκέστηκε σε απλή πιθανολόγηση, δεχόμενο, έτσι, ουσιώδη πραγματικό ισχυρισμό ως αληθινό χωρίς την αξιούμενη από το νόμο πλήρη απόδειξη αυτού, είναι απαράδεκτος, λόγω αοριστίας. Ειδικότερα, δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο με πληρότητα και σαφήνεια η ουσιώδης επίδρασή της ανωτέρω κατά πιθανολόγηση προσαύξησης του επίδικου ακινήτου στο διατακτικό της προσβαλλόμενης. Σε κάθε περίπτωση, από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το αποδεικτικό πόρισμα αυτής διαμορφώθηκε με βάση όλες τις προσκομισθείσες και επικαλεσθείσες από τους διαδίκους αποδείξεις και ειδικότερα, κατά την διαλαμβανόμενη σ' αυτήν βεβαίωση, με πλήρη δικανική πεποίθηση. Η επικαλούμενη από τους αναιρεσείοντες, κατά το δοκούν, αποσπασματική αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης για απόδειξη πιθανολόγηση "...διότι πιθανολογείται ότι ο Γ. Π. επεξέτεινε..." και έχει στην προσβαλλόμενη απόφαση ως εξής "...Το γεγονός ότι το δυτικό τμήμα του επίδικου αγρολειβαδίου, το οποίο περιήλθε στις 11.05.1979 στη νομή των εναγόντων και, τώρα πλέον, στην αδιαμφισβήτητη κυριότητά τους εξαιτίας έκτακτης χρησικτησίας, εμφαίνεται σε ορισμένα τοπογραφικά διαγράμματα να έχει εμβαδόν περίπου ίσο με το εμβαδόν του ανατολικού τμήματος του ίδιου αγρολειβαδίου, δεν έχει έννομες συνέπειες σε τούτη τη δίκη, διότι πιθανολογείται ότι ο Γ. Π. επεξέτεινε το δυτικό διαιρετό τμήμα του επίδικου αγρολειβαδίου προς τη γειτονική, απερίφρακτη κοινοτική έκταση ...", αφορά πλεοναστικές αιτιολογίες, και, ειδικότερα, στην έκταση του δυτικού οικοπέδου, το οποίο δεν είναι επίδικο και ανήκει στην αποκλειστική (συγ)κυριότητα των αναιρεσειόντων, και, συγκεκριμένα, αιτιολογεί το λόγο για τον οποίο το δυτικό οικόπεδο εμφαίνεται και αυτό σε ορισμένα τοπογραφικά διαγράμματα να έχει ίσης με το επίδικο ανατολικό οικόπεδο εμβαδού 514 τ.μ., με επέκταση δηλαδή κατά 114 τ.μ. προς τη γειτονική απερίφρακτη κοινοτική έκταση. Επομένως, το Εφετείο κατέληξε στο παραπάνω αποδεικτικό πόρισμά του, για το επίδικο ακίνητο, ύστερα από εκτίμηση του συνόλου των αποδεικτικών μέσων, όχι με πιθανολόγηση αλλά με πλήρη δικανική πεποίθηση, δηλαδή όχι χωρίς απόδειξη, και, συνεπώς, ο παραπάνω λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 118 αρ. 4, 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 ΚΠολΔ συνάγεται ότι στο έγγραφο της αναίρεσης πρέπει να αναφέρεται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, ώστε να είναι δυνατόν να διαπιστωθεί αν και ποιο λόγο αναίρεσης από τους περιοριστικά αναφερόμενους στο άρθρο 559 ΚΠολΔ θεμελιώνεται η προβαλλόμενη αιτίαση. Δεν αρκεί η απλή μνεία του αριθμού του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, που προβλέπει το σχετικό λόγο, ούτε η επανάληψη του κειμένου της σχετικής διάταξης, χωρίς να προσδιορίζονται τα αναγκαία στοιχεία, που, σύμφωνα με αυτήν, απαιτούνται για να στοιχειοθετηθεί ο συγκεκριμένος λόγος αναίρεσης. Διαφορετικά, με αυτεπάγγελτη έρευνα του Αρείου Πάγου, ο λόγος αναίρεσης κρίνεται αόριστος και ως εκ τούτου απαράδεκτος (ΟλΑΠ 16/2006, ΑΠ 1207/2022, ΑΠ 984/2021). Στην προκείμενη περίπτωση, ο, από τον αρ. 13 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, τρίτος κατά ένα μέρος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, λόγω αοριστίας, διότι δεν γίνεται μνεία πραγματικών περιστατικών, που να στοιχειοθετούν και ταυτοποιούν την οικεία αναιρετική πλημμέλεια, για αναστροφή του αντικειμενικού βάρους απόδειξης. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 17 ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν η απόφαση έχει αντιφατικές διατάξεις. Για την ίδρυση του λόγου αυτού απαιτείται να εντοπίζεται η αντίφαση των διατάξεων στο διατακτικό της απόφασης και δεν αρκεί η ύπαρξη αντιφάσεων μεταξύ του αιτιολογικού και του διατακτικού, εκτός αν η αντίφαση έχει την μορφή ανεπαρκών αιτιολογιών, οπότε στην περίπτωση αυτή ιδρύεται ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (ΑΠ 1101/2022, 998/2017). Η αντίφαση μεταξύ των διατάξεων πρέπει να εντοπίζεται στο διατακτικό της ίδιας απόφασης και δεν αρκεί η ύπαρξη αντίφασης στο αιτιολογικό της απόφασης αυτής ή μεταξύ του αιτιολογικού και του διατακτικού της. Ειδικότερα, η αντίφαση στο διατακτικό δημιουργεί τον προαναφερόμενο λόγο αναίρεσης όταν προκαλείται τέτοια αοριστία ώστε να εμποδίζεται η δημιουργία εκτελεστότητας της απόφασης ή η πρόκληση της σκοπούμενης διάπλασης ή η ύπαρξη βεβαιότητας στις σχέσεις των διαδίκων με το δεδικασμένο (ΟλΑΠ 13/1995, ΑΠ 842/2022, ΑΠ 123/2022). Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός πρέπει να αναφέρονται στο αναιρετήριο οι αντιφάσεις του διατακτικού, εξαιτίας των οποίων εμποδίζεται η εκτελεστότητα ή η πρόκληση της σκοπούμενης διάπλασης (ΑΠ 854/2019, ΑΠ 537/2016). Στην προκείμενη περίπτωση, ο, από τον αρ. 17 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, δεύτερος κατά ένα μέρος, λόγος αναίρεσης, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση, οι αναιρεσείοντες επικαλούμενοι ότι το διατακτικό αυτής έχει αντιφάσεις πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, λόγω αοριστίας, διότι στο αναιρετήριο δεν γίνεται μνεία των αντιφάσεων του διατακτικού, με τις οποίες εμποδίζεται η εκτελεστότητα ή πρόκληση της σκοπούμενης διάπλασης του διατακτικού. Κατόπιν αυτών, επειδή δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης, και να διαταχθεί η εισαγωγή του προκαταβληθέντος από τους αναιρεσείοντες παραβόλου στο δημόσιο ταμείο, λόγω της ήττας τους (άρθρ. 495 παρ. 3 του ΚΠολΔ). Τέλος, τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, οι οποίοι κατέθεσαν προτάσεις, κατά παραδοχήν του αιτήματος αυτών, να επιβληθεί στους αναιρεσείοντες, λόγω της ήττας τους (άρθρ. 176, 183, 191 παρ. 2 του ΚΠολΔ) όπως ορίζεται, ειδικότερα, στο διατακτικό. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 22-07-2019 αίτηση αναίρεσης της Β. Π. του Γ. και του Δ. Π. του Γ., κατά της με αριθμ. 227/2018 απόφασης του Εφετείου Λάρισας. Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο. Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700,00) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 15 Μαΐου 2023. ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 3 Ιουλίου 2023. H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ