Αριθμός 1280/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Γ' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Φούκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (λόγω μη υπάρξεως Αντιπροέδρου στο Τμήμα), Δημήτριο Μαζαράκη, Νικόλαο Μπιχάκη, Ερωτόκριτο Καλούδη και Ελένη Διονυσοπούλου, Αρεοπαγίτες. Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 6 Φεβρουαρίου 2013, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ: Του αναιρεσείοντος: Κ. Τ. του Μ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σωτήριο Νοτάρη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ι. Κ. του Ε., κατοίκου ..., 2) Ί. Ξ. του Μ., συζ. Χ. Α., κατοίκου ..., και 3) Δήμου Κρυονερίδος με έδρα τις ..., που εκπροσωπείται νόμιμα. Οι 1ος και 2η εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κωνσταντίνο Καραγεώργο, χωρίς να καταθέσουν προτάσεις, ο 3ος δεν παραστάθηκε. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 6/9/2006 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Βάμου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 31/2008 του ιδίου Δικαστηρίου και 107/2010 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Χανίων. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 19/7/2010 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ελένη Διονυσοπούλου ανέγνωσε την από 23/10/2012 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος των παραστάντων αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου τους στη δικαστική δαπάνη τους. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Επειδή από τις διατάξεις των άρθρων 576 παρ.1-3 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι αν κατά τη συζήτηση της αίτησης για αναίρεση κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί και δε λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο διάδικος που απουσιάζει, η υπόθεση συζητείται ως εάν ήταν παρόντες οι διάδικοι. Αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του, ερευνάται αν ο διάδικος που δεν εμφανίσθηκε ή αν και εμφανίσθηκε δεν έλαβε μέρος στη συζήτηση με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση. Στην περίπτωση που δεν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη και η υπόθεση επαναφέρεται με νέα κλήτευση. Αν δε στη δίκη συμμετέχουν περισσότεροι και κάποιος από αυτούς απουσιάζει ή δεν συμμετέχει νόμιμα και δεν έχει κλητευθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση διατάσσεται ο χωρισμός, εφόσον οι διάδικοι συνδέονται με το δεσμό της απλής ομοδικίας, και η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς αυτόν. Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 226 παρ.4 εδ.β', γ' ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη κατ' άρθρο 575 εδ.β' ΚΠολΔ, αν η συζήτηση αναβληθεί, ο γραμματέας οφείλει αμέσως, μετά το τέλος της συνεδρίασης να μεταφέρει την υπόθεση στη σειρά των υποθέσεων που πρέπει να συζητηθούν κατά τη δικάσιμο που ορίσθηκε. Κλήση του διαδίκου για εμφάνιση στη δικάσιμο αυτή δεν χρειάζεται και η αναγραφή της υποθέσεως στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων. Προϋπόθεση όμως της εγκυρότητας της κλήτευσης αυτής λόγω αναβολής της υπόθεσης και της εγγραφής αυτής στο πινάκιο είναι ότι ο απολειπόμενος κατά τη μετ' αναβολή δικάσιμο διάδικος είτε είχε επισπεύσει εγκύρως τη συζήτηση ή είχε νομίμως και εμπροθέσμως κλητευθεί να παραστεί για τη δικάσιμο κατά την οποία αναβλήθηκε η υπόθεση είτε είχε παραστεί νομίμως κατά την πρώτη αυτή δικάσιμο και επομένως με τη νόμιμη παράσταση και τη μη εναντίωσή του καλύφθηκε η ακυρότητα της κλήτευσής του κατά την αρχική δικάσιμο. Αντίθετα, αν κατά την αρχική δικάσιμο ο απολειπόμενος κατά τη μετ' αναβολή συζήτηση διάδικος δεν επέσπευσε τη συζήτηση ή δεν είχε κλητευθεί νομίμως, κατά δε την αρχική αυτή δικάσιμο δεν παραστάθηκε νομίμως και επομένως δεν καλύφθηκε η έλλειψη ή η ακυρότητα της επίσπευσης της συζήτησης ή η μη νομιμότητα ή η έλλειψη της κλήτευσής του για την αρχική δικάσιμο, η αναβολή της υπόθεσης από το πινάκιο και η εγγραφή αυτής για τη νέα μετ' αναβολή δικάσιμο δεν ισχύει ως κλήτευσή του για τη νέα δικάσιμο και απαιτείται νόμιμη κλήτευσή του (ΑΠ 162/2011, ΑΠ 87/2011, ΑΠ 274/2010). Στην προκειμένη περίπτωση κατά την αναφερόμενη στην αρχή δικάσιμο του δικαστηρίου τούτου κατά την οποία συζητήθηκε με εκφώνησή της από τη σειρά του πινακίου η αίτηση για αναίρεση της 107/2010 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Χανίων, που δίκασε ως Εφετείο, δεν εμφανίσθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο με δήλωση, κατά τα άρθρα 242παρ.2, 573παρ.1 Κ.Πολ.Δ., ο τρίτος των αναιρεσιβλήτων. Από το στοιχεία της δικογραφίας προκύπτει ότι δικάσιμος για συζήτηση της αίτησης αναίρεσης ορίσθηκε αρχικώς η 7/11/2012 κατά την οποία όμως η συζήτηση αναβλήθηκε, ερήμην του ίδιου αναιρεσιβλήτου για την αναφερόμενη στην αρχή δικάσιμο (6/2/2013). Από την 2399β/2-11-2011 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Χανίων ... προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της αίτησης αναίρεσης με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήσης προς συζήτηση για την αρχικώς ορισθείσα δικάσιμο (της 7-11-2012) επιδόθηκε νομοτύπως και εμπροθέσμως στον απόντα, τρίτο των αναιρεσιβλήτων. Συνεπώς, παρά την απουσία του κατά την αναφερόμενη στην αρχή μετ' αναβολή δικάσιμο πρέπει η συζήτηση της υποθέσεως να προχωρήσει, ως εάν ήταν και αυτός παρών. Επειδή, κατά το άρθρο 560 αρ.1 ΚΠολΔ, το οποίο είναι ταυτόσημο με το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης για ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, αν αυτός δεν εφαρμόσθηκε ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμόσθηκε ενώ δεν έπρεπε καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή. Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση. Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται. Περαιτέρω για να είναι ορισμένος ο λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας παραβίαση των κανόνων ουσιαστικού δικαίου (560 αρ 1α ΚΠολΔ) πρέπει να αναφέρονται στο αναιρετήριο, εκτός από τις διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου που φέρονται ότι παραβιάσθηκαν, το αποδιδόμενο στο δικαστήριο νομικό σφάλμα περί την ερμηνεία και εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου, εφόσον δε το δικαστήριο αποφάνθηκε επί της ουσίας της υπόθεσης, με πληρότητα και σαφήνεια και όχι αποσπασματικά και επιλεκτικά, τα πραγματικά περιστατικά, που αυτό δέχθηκε ως θεμελιωτικά της κρίσης του και που ακριβώς εντοπίζεται η παραβίαση (δεν εφάρμοσε τον ουσιαστικό κανόνα ενώ έπρεπε να τον εφαρμόσει, τον εφάρμοσε εσφαλμένα) καθώς και η επίδραση που έχει τούτο στο διατακτικό της αποφάσεως. Εξάλλου η αοριστία του αναιρετικού λόγου δεν μπορεί να θεραπευθεί με παραπομπή σε άλλο διαδικαστικό έγγραφο (ΟλΑΠ 20/2005, ΟλΑΠ 27/98, ΑΠ 129/2007, ΑΠ 1411/2007, ΑΠ 1261/2007). Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο λόγο της αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Χανίων, που δίκασε ως Εφετείο, η από το άρθρο 560 παρ1 ΚΠολΔ πλημμέλεια της παραβίασης των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 974, 1045 και 1051 ΑΚ, τις οποίες παρέλειψε να εφαρμόσει το δικαστήριο της ουσίας, ενώ με βάση τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν έπρεπε να τους εφαρμόσει. Στην αίτηση αναίρεσης εκτίθεται η διαδικαστική πορεία της αγωγής του αναιρεσείοντος κατά των αναιρεσιβλήτων, αναγνωριστική κυριότητας ακινήτου, που στηριζόταν στην έκτακτη χρησικτησία, ενώπιον του Ειρηνοδικείου Βάμου, η οποία απορρίφθηκε ως κατ' ουσίαν αβάσιμη. Εκτίθενται περαιτέρω η άσκηση από τον ίδιο (αναιρεσείοντα - ενάγοντα) έφεσης ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Χανίων, το οποίο με την προσβαλλομένη απόφαση, δέχθηκε τυπικά την έφεση και την απέρριψε ως αβάσιμη κατ' ουσίαν. Επίσης εκτίθεται το ιστορικό της υποθέσεως, το πραγματικό μέρος αυτής κατά τις απόψεις του αναιρεσείοντος και αποσπασματικές παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, ενώ δεν παρατίθενται με πληρότητα αλλά μόνο με επιλεκτική αναφορά, οι ουσιαστικές παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε τούτο ότι αποδείχθηκαν για να στηρίξει τη φερόμενη ως λανθασμένη κρίση του. Έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί η ορθότητα ή μη του διατακτικού της προσβαλλομένης απόφασης από την άποψη της ευθείας παραβίασης των παραπάνω κανόνων ουσιαστικού δικαίου. Συνεπώς ο πρώτος λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος. Σε κάθε περίπτωση ο ίδιος λόγος είναι αβάσιμος σύμφωνα με το ακόλουθο πλήρες περιεχόμενο της προσβαλλομένης απόφασης "Το επίδικο είναι ένα οικόπεδο που βρίσκεται εντός των ορίων του οικισμού του χωριού ... του Δημοτικού Διαμερίσματος Βρυσών Δήμου Κρυονερίδας επαρχίας Αποκορώνου του Νομού Χανίων, στη θέση "Κήπο" ή "Στέρνα", εντός του οποίου υπάρχει μια παλαιό αποξηραμένη στέρνα και ερείπια παλαιάς προϋπάρχουσας οικίας εκτάσεως 425,00 τ.μ., όπως εμφαίνεται και αποτυπώνεται στο από 20-06-2006 τοπογραφικό διάγραμμα της Πολιτικού Μηχανικού Ν. Ν. (το οποίο είναι προσαρτημένο στο με αρ. .../30-06-2006 συμβολαιογραφικό έγγραφο της Συμβολαιογράφου Βάμου Αποκορώνου Ευαγγελίας Μαυρομανωλάκη - Βελεγράκη) και συνορεύει περιμετρικά: επί πλευράς Α-Β μήκους 5,50 μ και Β-Γ μήκους 11,60 μ με δευτερεύουσα επαρχιακή οδό Βρυσών-Μάζας, επί πλευράς Γ-Δ μήκους 15,60 μ με ιδιοκτησία κληρονόμων Π., Β., επί πλευράς Δ-Ε μήκους 9,80 μ και Ε-Ζ μήκους 5,75 μ με ιδιοκτησία κληρονόμων Κ. Ν., επί πλευράς Ζ-Η μήκους 10,10 μ εν μέρει με ιδιοκτησία κληρονόμων Κ. Ν. και εν μέρει με ιδιοκτησία Ίριδας Ξανθουδάκη και επί πλευρών Η-Θ μήκους 15,00 μ και Θ-Α μήκους 10,90 μ. με δρόμο εντός οικισμού/Το επίδικο έχει περιέλθει κατά πλήρη κυριότητα, λόγω πωλήσεως δυνάμει των υπ' αριθμ. .../22-12-2005 και .../24-07-2006 συμβολαιογραφικών εγγράφων της Συμβολαιογράφου Αθηνών Χρυσούλας Τυχόπούλου-Μαρκουλάκη, νομίμως μεταγεγραμμένων στο Υποθηκοφυλακείο Βάμου, στην δεύτερη εφεσίβλητη-εναγομένη, από τον πρώτο εφεσίβλητο - εναγόμενο. Στον πρώτο εναγόμενο - εφεσίβλητο το ακίνητο αυτό είχε περιέλθει στην κυριότητά του λόγω γονικής παροχής, δυνάμει των υπ' αριθμ. .../05-12-2005 και .../30-06-2006 συμβολαιογραφικών εγγράφων της Συμβολαιογράφου Βάμου Αποκορώνου Ευαγγελίας Μαυρομανωλάκη - Βελεγράκη, νομίμως μεταγεγραμμένων στο Υποθηκοφυλακείο Βάμου, από την μητέρα του Σ. συζ. Ε. Κ.. Στην ανωτέρω δικαιοπάροχο του πρώτου εναγομένου -εφεσίβλητου, περιήλθε το επίδικο ακίνητο με άτυπη δωρεά από τη θεία της Κ. συζ. Α. Ξ. το γένος Μ. Ρ. και έκτοτε (μέχρι την υπογραφή του ανωτέρω συμβολαίου γονικής παροχής), ασκώντας σε αυτό πράξεις νομής με καλή πίστη και διάνοια κυρίου, απέκτησε την κυριότητά του με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας. Από τις σαφείς καταθέσεις των μαρτύρων ανταπόδειξης, αποδεικνύεται ότι στο επίδικο ακίνητο τα τελευταία χρόνια βοσκούσε τα πρόβατά του ο Μ. Ν. και έδινε αντάλλαγμα στην Σ. Κ. (δικαιοπάροχο του πρώτου εναγομένου). Το γεγονός της βοσκής του κοπαδιού του Μ. Ν. στο επίδικο επιβεβαιώνει και ο μάρτυρας αποδείξεως του εκκαλούντος. Επίσης, μέρος του επιδίκου, είχε παραχωρηθεί για καλλιέργεια στο Η. Δ., από την δικαιοπάροχο του πρώτου εναγομένου και σε αντάλλαγμα αυτός της έδινε μέρος της καλλιέργειάς του (σκόρδα και πατάτες). Το ανωτέρω δε επιβεβαιώνει ομοίως και ο μάρτυρας του ενάγοντος-εκκαλούντος. Ο πατέρας του ενάγοντος έβοσκε το κοπάδι του σε όμορο ακίνητό του, και μεταγενέστερα (σε απροσδιόριστο χρόνο) και ο ενάγων. Στην επίδικη έκταση ασκούσαν τις προσιδιάζουσες στην χρήση της πράξεις νομής ο πατέρας και η μητέρα, δικαιοπάροχος του πρώτου εναγομένου, καθώς και μισθωτοί από αυτούς βοσκοί, μέχρι το έτος 2005, οπότε περιήλθε κατά πλήρη κυριότητα, δυνάμει των υπ. αριθμ. .../05-12-2005 και .../30-06-2006 συμβολαιογραφικών εγγράφων της Συμβολαιογράφου Βάμου Αποκορώνου Ευαγγελίας Μαυρομανωλάκη - Βελεγράκη, νομίμως μεταγεγραμμένων στο Υποθηκοφυλακείο Βάμου, λόγω γονικής παροχής από την μητέρα του Σ. συζ. Ε. Κ. το γένος Κ. Φ., στον πρώτο εναγόμενο. Περαιτέρω, ο πρώτος εναγόμενος, ως κύριος του επιδίκου με παράγωγο τρόπο, νομίμως το πώλησε και μεταβίβασε στην δεύτερη εναγομένη δυνάμει των υπ' αριθμ. .../22-12-2005 και .../24-07-2006 συμβολαιογραφικών εγγράφων της Συμβολαιογράφου Αθηνών Χρυσούλας Τυχοπούλου - Μαρκουλάκη, νομίμως μεταγεγραμμένων στο Υποθηκοφυλακείο Βάμου. Αντίθετα, δεν αποδείχθηκε η άσκηση νομής χρησικτησίας στο επίδικο από τον ενάγοντα. Ούτε από την κατάθεση του μάρτυρα απόδειξης Ι. Β. (ήτοι του μάρτυρα που πρότεινε ο ενάγων), που εξετάστηκε κατά τη δικάσιμο της 01-10-2007 ενώπιον του Ειρηνοδικείου Βάμου, ούτε από τις καταθέσεις των μαρτύρων του που περιέχονται στην υπ' αριθμ. .../16-03-2009 ένορκη βεβαίωση της Συμβολαιογράφου Χανίων Κωνσταντίας Μετζιδάκη - Γιαζιτζίδου, αποδεικνύεται ότι ποτέ στο παρελθόν, ήτοι από το έτος 1980 που ισχυρίζεται ότι απέκτησε την νομή και κατοχή του επίδικου ακινήτου, ο ενάγων, ο ίδιος ή τρίτοι δικαιοπάροχοι του, ασκούσαν πράξεις νομής στο επίδικο. Αντίθετα, μετά τον θάνατο της Π. Β., το έτος 1989, ο ενάγων άρχισε να επισκέπτεται το επίδικο ακίνητο και, μάλιστα, σύμφωνα με την κατάθεση του μάρτυρά του "3-4 χρόνια ήξερε ότι το είχε αυτός (δηλ. ο ενάγων)", χωρίς και πάλι να προσδιορίζει με ποιες πράξεις ο ενάγων εκδήλωνε νομή χρησικτησίας σε αυτό. Περαιτέρω, δεν κρίνεται αξιόπιστη η κατάθεση του ανωτέρω μάρτυρά του, ο οποίος κατέθεσε ότι έβοσκε στην επίδικη έκταση ο Ν. και φύτευε πριν δέκα πέντε χρόνια ο Η. Δ., χωρίς να διευκρινίζει κατόπιν εντολής ποιων ενεργούσαν οι ανωτέρω στο επίδικο. Περαιτέρω, από τα ίδια αποδεικτικά μέσα που αναφέρονται παραπάνω, δεν αποδείχτηκε ότι ο ενάγων από το έτος 1980 που, κατά τους ισχυρισμούς του, παραχωρήθηκε σε αυτόν άτυπα κατά κυριότητα το προαναφερόμενο ακίνητο, μέχρι και το έτος 2006, που επίσης κατά τους ισχυρισμούς του αποβλήθηκε από τη νομή του επιδίκου τμήματος από τους εναγομένους, άσκησε σ' αυτό εμφανείς πράξεις νομής, υπό την έννοια που αναφέρεται στη σχετική νομική σκέψη της παρούσας. Είναι χαρακτηριστικό ότι ο ενάγων επιχειρεί να θεμελιώσει την κυριότητά του επί του επιδίκου όχι άμεσα με την απόδειξη πράξεων νομής από αυτόν ή τους δικαιοπαρόχους του, αλλά έμμεσα με την απόδειξη έλλειψης κυριότητας της δεύτερης εναγομένης και των δικαιοπαρόχων του πρώτου εναγομένου. Επομένως, σύμφωνα με τα προαναφερόμενα, ο ενάγων δεν κατέστη κύριος του επιδίκου με έκτακτη χρησικτησία. Έτσι που έκρινε το Εφετείο και απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την αγωγή δεχόμενο ειδικότερα ότι δεν κατέστη ο ενάγων - αναιρεσείων κύριος του επιδίκου με έκτακτη χρησικτησία, οι προϋποθέσεις της οποίας δεν συντρέχουν υπέρ αυτού ορθώς ερμήνευσε και δεν παραβιάσε ευθέως τις παραπάνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 974, 1045, 1051 ΑΚ, τις οποίες δεν εφάρμοσε καθ' όσον τα ανελέγκτως παραπάνω γενόμενα δεκτά ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά δεν πληρούν το πραγματικό τούτων. Ως διδάγματα κοινής πείρας θεωρούνται γενικές αρχές που συνάγονται επαγωγικά από την παρατήρηση της, εμπειρικής πραγματικότητας, τη συμμετοχή στις συναλλαγές και τις γενικές τεχνικές ή επιστημονικές γνώσεις οι οποίες έχουν γίνει κοινό κτήμα και χρησιμοποιούνται από το δικαστήριο για την εξειδίκευση των αορίστων νομικών εννοιών και για την έμμεση απόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή την εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων που προσκομίσθηκαν. Εξάλλου κατά τη σαφή έννοια της διάταξης του άρθρου 560 αρ1 εδβ ΚΠολΔ η παραβίαση των διδαγμάτων αυτών ιδρύει λόγο αναίρεσης όταν αυτά λαμβάνονται ή δεν λαμβάνονται υπόψιν από το δικαστήριο της ουσίας κατά την ερμηνεία των κανόνων του ουσιαστικού δικαίου ή την υπαγωγή σε αυτούς των πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά, όχι δε και όταν χρησιμοποιούνται ή δεν χρησιμοποιούνται στα πλαίσια της εκτίμησης των αποδείξεων για την εξακρίβωση των πραγματικών περιστατικών της υποθέσεως (ΟλΑΠ 8/2005, ΟλΑΠ 10/2005, ΑΠ 1192/2010, ΑΠ 2247/2009). Ο αναιρεσείων με το δεύτερο λόγο της αναίρεσης εκθέτει τις ακόλουθες παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης "Από τις σαφείς καταθέσεις των μαρτύρων ανταπόδειξης αποδεικνύεται ότι στο επίδικο ακίνητο τα τελευταία χρόνια βοσκούσε τα πρόβατά του ο Μ. Ν. και έδινε αντάλλαγμα στη Σ. Κ., δικαιοπάροχο του πρώτου εναγομένου. Το γεγονός της βοσκής του κοπαδιού του Μ. Ν. στο επίδικο επιβεβαιώνει και ο μάρτυρας αποδείξεως του εκκαλούντος" και "Περαιτέρω δεν κρίνεται αξιόπιστη η κατάθεση του ανωτέρω μάρτυρά του (εκκαλούντος - αναιρεσείοντος), ο οποίος κατέθεσε ότι έβοσκε στην επίδικη έκταση ο Ν. και φύτευε πριν δέκα πέντε χρόνια ο Η. Δ. χωρίς να διευκρινίζει κατόπιν εντολής ποιων ενεργούσαν οι ανωτέρω στο επίδικο". Ακολούθως αποδίδει στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια από το άρθρο 560 παρ.1β ΚΠολΔ, στην οποία φέρεται ότι υπέπεσε το δικαστήριο της ουσίας με το να παραλείψει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας κατά την υπαγωγή στα άρθρα 974, 1045 και 1051 ΑΚ των πραγματικών περιστατικών της ένδικης διαφοράς σύμφωνα με τα οποία η εκτίμηση της επέλευσης ή μη ενός πραγματικού περιστατικού στο χώρο και το χρόνο, δεν μπορεί να εξαρτάται από την οπτική πλευρά της απόδειξης ή της ανταπόδειξης κατά την οποία εξετάζεται, ενώ περαιτέρω η εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας μίας μαρτυρικής κατάθεσης για την επίλυση ή μη ενός πραγματικού γεγονότος δεν μπορεί να εξαρτάται από την οπτική γωνία (της απόδειξης ή της ανταπόδειξης) υπό την οποία κρίνεται, και δεν επιτρέπεται η αμφισημία της δικανικής κρίσης σε σχέση με μία μαρτυρική κατάθεση, που αφορά το ίδιο γεγονός. Έτσι το Εφετείο αγνοώντας αυτά τα διδάγματα της κοινής πείρας προσέδωσε στην κατάθεση του μάρτυρα, ο οποίος με επιμέλεια του αναιρεσείοντος εξετάσθηκε στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο για την απόδειξη των πραγματικών περιστατικών της κτήσης της κυριότητάς του στο επίδικο ακίνητο, για το ίδιο περιστατικό διττή αποδεικτική και μη αξία, η οποία κατάθεση δεν κρίθηκε ως αξιόπιστη και κατέληξε σε εσφαλμένο πόρισμα. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως, είναι αβάσιμος καθ' όσον το παρατιθέμενο συμπέρασμα δεν έχει το χαρακτήρα διδάγματος κοινής πείρας με την προεκτεθείσα έννοια και δεν χρησιμοποιήθηκε κατά την υπαγωγή στους προαναφερόμενους κανόνες ουσιαστικού δικαίου πραγματικών περιστατικών, αλλά όπως προκύπτει από το περιεχόμενό του, η μη χρησιμοποίησή του ανάγεται στην εκτίμηση των αποδείξεων για την εξακρίβωση της βασιμότητας των πραγματικών περιστατικών της υπόθεσης. Κατ' ακολουθίαν τούτων πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης. Ο αναιρεσείων, ως ηττώμενος διάδικος, πρέπει να καταδικασθεί στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, που παραστάθηκαν (άρθρα 176, 183 Κ.Πολ.Δ.), όπως ορίζεται στο διατακτικό. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 19-7-2010 αίτηση του Κ. Τ. περί αναιρέσεως της 107/2010 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Χανίων. Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, που παραστάθηκαν την οποία ορίζει στο ποσόν των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 14 Μαΐου 2013. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 19 Ιουνίου 2013. Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ