Αριθμός 1385/2023 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Δ' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μυρσίνη Παπαχίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αικατερίνη Βλάχου, Γεωργία Κατσιμαγκλή, Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη και Σταύρο Μάλαινο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 13 Ιανουαρίου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ: Των αναιρεσειόντων: 1) …και 11)…, κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Νικόλαο Αγγελή με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ. Του αναιρεσιβλήτου: ΟΤΑ (ΝΠΔΔ) με την επωνυμία "Δήμος Κατερίνης", που εδρεύει στην Κατερίνη και εκπροσωπείται νόμιμα, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Γρηγορόπουλο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1-11-2017 αίτηση καθορισμού οριστικής τιμής μονάδος αποζημίωσης απαλλοτρίωσης των ήδη αναιρεσειόντων (μετά την έκδοση της 1121/2017 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης που καθόρισε προσωρινή τιμή μονάδος αποζημίωσης), που κατατέθηκε στο Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης και συνεκδικάστηκε με την από 2-11-2017 αίτηση του ήδη αναιρεσιβλήτου. Εκδόθηκε η 1580/2019 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, την αναίρεση της οποίας ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 29-6-2020 αίτησή τους και τους από 22-12-2020 πρόσθετους λόγους αυτής. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγητή τον Αρεοπαγίτη Σταύρο Μάλαινο, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Η κρινόμενη, από 29-6-2020 (αρ. εκθ. κατ. 1476/157/30-6-2020), αίτηση αναιρέσεως κατά της υπ' αριθμ. 1580/2019 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, η οποία εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία του Ν. 2882/2001 - Κώδικα Αναγκαστικών Απαλλοτριώσεων Ακινήτων (ΚΑΑΑ), ασκήθηκε νομοτύπως και εμπροθέσμως, κατ' άρθρο 22 παρ. 1 του νόμου αυτού (ΚΑΑΑ), ήτοι εντός ενός έτους από τη δημοσίευση της προσβαλλομένης αποφάσεως, δεδομένου ότι, από τα στοιχεία του φακέλου της δικογραφίας, δεν προκύπτει, ούτε οι διάδικοι επικαλούνται, ότι έλαβε χώρα επίδοση αυτής. Συνεπώς, είναι παραδεκτή (άρθρα 552, 553, 556, 558, 566 παρ. 1 και 577 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.) και πρέπει να ερευνηθεί, περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 1 και 3 του Κ.Πολ.Δ.). Κατά το άρθρο 569 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., "Οι πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης ως προς τα ίδια κεφάλαια της προσβαλλόμενης απόφασης και τα κεφάλαια εκείνα που αναγκαστικά συνέχονται με αυτά, ασκούνται μόνο με δικόγραφο που κατατίθεται στη γραμματεία του Αρείου Πάγου, τριάντα τουλάχιστον πλήρεις ημέρες πριν από τη συζήτηση της αναίρεσης, κάτω από το οποίο συντάσσεται έκθεση. Αντίγραφο του δικογράφου των πρόσθετων λόγων επιδίδεται πριν από την ίδια προθεσμία στον αναιρεσίβλητο και τους άλλους διαδίκους. Η επίδοση μπορεί να γίνει και στον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσιβλήτου, αν αυτός επισπεύδει τη συζήτηση... Τα ίδια εφαρμόζονται και όταν τη συζήτηση επισπεύδει ο αναιρεσίβλητος ή άλλος διάδικος εκτός από τον αναιρεσείοντα". Από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 568 παρ. 2, 3 και 570 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ., συνάγεται ότι, για την παραδεκτή άσκηση των προσθέτων λόγων αναιρέσεως, προσαπαιτείται η αθροιστική πλήρωση δύο προϋποθέσεων, ήτοι η κατάθεση του δικογράφου αυτών στη γραμματεία του Αρείου Πάγου τουλάχιστον τριάντα πλήρεις ημέρες πριν από τη συζήτηση της αναιρέσεως και η επίδοση του δικογράφου αυτών στην ίδια ως άνω προθεσμία πριν από την συζήτηση της αναιρέσεως. Ως ημέρα συζητήσεως της αναιρέσεως νοείται εκείνη, η οποία, κατά το άρθρο 568 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., ορίζεται αρμοδίως, δηλαδή η αρχική και όχι η μεταγενέστερη που ορίζεται μετ' αναβολή από την αρχική δικάσιμο ή μετά από ματαίωση ή κήρυξη απαράδεκτης της συζητήσεως. Η παράλειψη της καταθέσεως του δικογράφου των προσθέτων λόγων πριν από την τριακονθήμερη αυτή προθεσμία ή της επιδόσεώς του πριν από αυτήν σε περίπτωση εμπρόθεσμης καταθέσεως, συνεπάγεται το απαράδεκτο αυτών, με άμεση συνέπεια την απόρριψή τους κατ' αυτεπάγγελτη έρευνα, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 577 παρ. 1 και 2 του Κ.Πολ.Δ., οι οποίες εφαρμόζονται αναλογικώς και για τους προσθέτους λόγους και που ορίζουν ότι το Δικαστήριο πρώτα συζητεί για το παραδεκτό της αναιρέσεως και αν η αναίρεση δεν ασκήθηκε νομίμως ή αν λείπει κάποια προϋπόθεση, για να είναι παραδεκτή, ο Άρειος Πάγος την απορρίπτει και αυτεπαγγέλτως (Ολ. Α.Π. 654/1984, Ολ. Α.Π. 143/1984, Α.Π. 1192/2018, Α.Π. 949/2015). Στην προκειμένη περίπτωση, φέρονται προς συζήτηση και οι από 22-12-2020 πρόσθετοι λόγοι αναιρέσεως, το δικόγραφο των οποίων κατατέθηκε στη γραμματεία του Αρείου Πάγου στις 23-12-2020 (βλ. την υπ' αριθμ. 128/23-12- 2020 πράξη καταθέσεως της αρμόδιας γραμματέως του Αρείου Πάγου, που προσαρτήθηκε κάτω από το δικόγραφο αυτό), ενώ η αρχική δικάσιμος της υποθέσεως ορίσθηκε αρμοδίως για την δικάσιμο της 28ης-1- 2022 (βλ. την από 23-10-2020 Πράξη της Προέδρου του Δ' Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου που προσαρτήθηκε κάτω από το δικόγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως). Συνεπώς, οι πρόσθετοι λόγοι κατατέθηκαν εμπροθέσμως, ήτοι τριάντα και πλέον πλήρεις ημέρες πριν από τη συζήτηση της αναιρέσεως και επιδόθηκαν νομίμως και εμπροθέσμως στον αναιρεσίβλητο (βλ. την υπ' αριθμ. 10673Β717-12-2021 έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας της περιφέρειας του Εφετείου Θεσσαλονίκης, με έδρα το Πρωτοδικείο Κατερίνης, Μ. Γ.). Επομένως, είναι παραδεκτοί (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθούν περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων τους, αφού συνεκδικαστούν με την ως άνω αίτηση αναίρεσης (άρθρο 246 Κ.Πολ.Δ.). Από την κατ' άρθρον 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης προκύπτει ότι η, με την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, προσβαλλόμενη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης αποτελεί κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής: Ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης ασκήθηκε η από 1-11-2017 (αρ. εκθ. καταθ. 21747/3018/2-11-2017) αίτηση των ήδη αναιρεσειόντων για καθορισμό οριστικής τιμής μονάδας απαλλοτριώσεως, εκτάσεως 2.761,88 τετραγωνικών μέτρων, που βρίσκεται στην Κατερίνη, η οποία απαλλοτριώθηκε αναγκαστικώς, λόγω ρυμοτομίας, με υπόχρεο αποζημιώσεως τον αναιρεσίβλητο…., κατ' εφαρμογή της υπ' αριθμ. 1/2005 Πράξεως Εφαρμογής της πολεοδομικής μελέτης Ενότητας Καπνικού Σταθμού - Επέκταση του Δήμου Κατερίνης, η οποία κυρώθηκε αναδρομικώς με την υπ' αριθμ. 383705/12799/10-6-2014 απόφαση του Περιφερειάρχη Κεντρικής Μακεδονίας. Επίσης, ενώπιον του ιδίου, ως άνω, Δικαστηρίου, ασκήθηκε η ιδίου περιεχομένου, από 2-11-2017 (αρ. εκθ. καταθ. 21722/2993/3-11-2017), αίτηση του αναιρεσιβλήτου Δήμου Κατερίνης, αφορώσα την ίδια απαλλοτριούμενη έκταση. Επί των αιτήσεων αυτών, οι οποίες συνεκδικάστηκαν, εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, με την οποία καθορίστηκε η οριστική τιμή μονάδας απαλλοτριώσεως για την απαλλοτριούμενη έκταση σε ποσό 170 ευρώ ανά τετραγωνικό μέτρο. Σύμφωνα με το άρθρο 19 παρ. 8, εδάφ. γ' του Ν. 2882/2001, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 130 παρ. 4 του Ν. 4070/2012: "Οι διάδικοι δύνανται να καταθέσουν υπόμνημα, στο οποίο να αναπτύσσουν τους ισχυρισμούς που πρόβαλαν, μέσα σε πέντε (5) εργάσιμες ημέρες από τη συζήτηση και να αντικρούσουν τους ισχυρισμούς του αντιδίκου τους μέσα στις δύο επόμενες εργάσιμες ημέρες", ενώ, σύμφωνα με το άρθρο 20 παρ. 5 του Ν. 2882/2001, εάν ασκηθεί παραδεκτώς αίτηση, εκείνος κατά του οποίου απευθύνεται, δύναται να ασκήσει με τις προτάσεις, που κατατίθενται, επί ποινή απαραδέκτου, πέντε τουλάχιστον ημέρες πριν από τη συζήτηση, αντίθετη αίτηση για τα ίδια ακίνητα, για τα οποία ζητείται με την αίτηση ο οριστικός προσδιορισμός της αποζημιώσεως. Περαιτέρω, ο λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθμός 1 του Κ.Πολ.Δ., για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ιδρύεται αν το δικαστήριο δεν εφάρμοσε τέτοιο κανόνα, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής του ή αν εφάρμοσε αυτόν, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθή, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη ή μη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών στον κανόνα δικαίου, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με την μορφή του διατακτικού (Ολ. Α.Π. 1/2016, Ο λ. Α.Π. 2/2013, Ο λ. Α.Π. 7/2006, Ολ. Α.Π. 4/2005, Α.Π. 781/2022). Στην περίπτωση κατά την οποία το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, τα οποία ανελέγκτως δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν προφανή την παραβίαση. Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του, ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε, αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (Ολ. Α.Π. 8/2018, Ολ. Α.Π. 7/2006, Α.Π. 781/2022, Α.Π. 3/2020, Α.Π. 192/2019). Τέλος, ο από το άρθρο 559 αριθμ. 14 του Κ.Πολ.Δ. αναιρετικός λόγος ιδρύεται, αν το δικαστήριο, παρά τον νόμο, κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από το δικαίωμα ή απαράδεκτο, έτσι ώστε να διασφαλίζεται η αρχή της εκατέρωθεν ακρόασης. Αναφέρεται, αποκλειστικά, σε εκπτώσεις, ακυρότητες και δικαιώματα από το δικονομικό, αποκλειστικά, δίκαιο. Δικονομικές ακυρότητες είναι όσες αποτελούν νόμιμες κυρώσεις, που απαγγέλλονται για παράβαση διατάξεων, που ρυθμίζουν την διαδικασία και, κυρίως, τον τύπο των διαδικαστικών πράξεων, δηλαδή οι ακυρότητες κατά την έννοια των άρθρων 159-161 του Κ.Πολ.Δ. (Ολ. Α.Π. 1/2019, Ολ. Α.Π. 8/2017, Ολ. Α.Π. 2/2001). Με τον πρώτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως οι αναιρεσείοντες, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αριθμ. 1 του Κ.Πολ.Δ, αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι το Εφετείο, κατ' εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 20 παρ. 6, εδάφ. α', 19 παρ. 8, εδάφ. γ' και 13 παρ. 1 του Ν. 2882/2001, καθώς και των άρθρων 20 παρ. 1 και 17 παρ. 2 του Συντάγματος και του άρθρου 1 παρ. 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, χαρακτήρισε ως ανταίτηση τα δικόγραφα της αντικρούσεως και του υπομνήματος, που οι αναιρεσείοντες κατέθεσαν στις 5-12- 2021 και 10-12-2018, αντιστοίχως, μετά τη συζήτηση των αιτήσεων κατά τη δικάσιμο της 3-12-2018 και απέρριψε αυτά ως απαράδεκτα, χωρίς να λάβει υπ' όψη τους προβληθέντες με αυτά ισχυρισμούς τους και τα κατατεθέντα έγγραφα. Στην προκειμένη περίπτωση, αναφορικώς με την ανωτέρω αιτίαση το Εφετείο, διέλαβε, στο μεν σκεπτικό της προσβαλλομένης αποφάσεως τα εξής: "Οι καθών η με αριθμό κατάθεσης 21722/2017 (σ.σ. αίτηση περί καθορισμού οριστικής τιμής μονάδος αποζημιώσεως) με τις κατατεθείσες την 5/10-2018 και 10/12/2018 προτάσεις τους, εκθέτουν τα αυτά πραγματικά περιστατικά, για την κήρυξη της απαλλοτρίωσης, επικαλούμενοι ότι η πραγματική αξία του εδάφους που απαλλοτριώνεται, με βάση τα ειδικότερα στοιχεία που οι ίδιοι επικαλούνται, ανέρχεται στο αναφερόμενο με την ανταίτηση χρηματικό ποσό των 336,43 ευρώ ανά τ.μ., μεγαλύτερο από την προσωρινώς καθορισθείσα τιμή μονάδα αποζημίωσης των 170,00 ευρώ ανά τ.μ. Ζητούν δε, να καθορισθεί στο ανωτέρω ποσό των 336,43 ευρώ ανά τ. μ. ως οριστική τιμή μονάδας αποζημίωσης ...Η ανωτέρω ανταίτηση απαραδέκτως εισάγεται προς εκδίκαση ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου προκειμένου να συζητηθεί κατά την ειδική διαδικασία των διατάξεων των άρθρων 18, 19, 20 και 29 του ν. 2882/2001, καθόσον δεν ασκήθηκε προ 5 ημερών από την δικάσιμο της 3- 12-2018 (άρθρο 20 παρ. 5 ν. 2882/2001, όπως ισχύει μετά τους Ν. 4070/2012 (ΦΕΚ Α' 82/10.4.2012), Ν. 4122/2013 (ΦΕΚ Α42/19-2-2013), Ν. 4146/2013 (ΦΕΚ Α90/18-4-2013), Ν. 4512/2018 (ΦΕΚΑ/17.1.2018) και συνεπώς θα πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη", στο δε διατακτικό αυτής: " Απορρίπτει ως απαράδεκτη την ασκηθείσα με τις προτάσεις ανταίτηση". Από το περιεχόμενο αυτό της προβαλλομένης αποφάσεως σαφώς προκύπτει ότι το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης απέρριψε ως απαράδεκτη την ανταίτηση των αναιρεσειόντων, την οποία άσκησαν με τα προαναφερθέντα δικόγραφα της αντικρούσεως και υπομνήματος για τον καθορισμό οριστικής τιμής μονάδας απαλλοτριώσεως. Ειδικότερα, αν και οι αναιρεσείοντες με την από 1-11-2017 αίτησή τους ζήτησαν να καθοριστεί η οριστική τιμή μονάδας της αποζημιώσεως των απαλλοτριωθέντων ακινήτων τους σε 343 ευρώ το τετραγωνικό μέτρο, εν συνεχεία δε, με τα δικόγραφα της αντικρούσεως και του υπομνήματος, που κατέθεσαν μετά τη συζήτηση των αιτήσεων, στις 5-12-2018 και 10-12-2018, αντιστοίχως, ζήτησαν να καθοριστεί (μειωθεί) αυτή στο των ποσό 336,43 ευρώ το τετραγωνικό μέτρο, το αίτημά τους αυτό εκτιμήθηκε ως ανταίτηση και κρίθηκε απορριπτέο από το Εφετείο, με την αιτιολογία ότι (η ανταίτηση) δεν ασκήθηκε προ πέντε ημερών από τη συζήτηση των αιτήσεων, κατ' άρθρον 20 παρ. 5 του Ν. 2882/2001. Ωστόσο, δεν προκύπτει ότι το Εφετείο, κατά τα λοιπά, δεν έλαβε υπ' όψη του τους προβληθέντες με τα δικόγραφα της αντικρούσεως και του υπομνήματος ισχυρισμούς των αναιρεσειόντων και τα κατατεθέντα από αυτούς έγγραφα. Συνεπώς, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, ο οποίος, αληθώς ερείδεται στο άρθρο 559 αριθμ. 14 του Κ.Πολ.Δ. (και όχι στο άρθρο 559 αριθμ. 1 του Κ.Πολ.Δ., όπως εσφαλμένως υπολαμβάνουν οι αναιρεσείοντες, πρέπει να απορριφθεί ως αλυσιτελής, στηριζόμενος επί εσφαλμένης προϋποθέσεως, καθόσον, όπως προαναφέρθηκε, ελήφθησαν υπ' όψη από το Εφετείο οι διαλαμβανόμενοι στα ως άνω δικόγραφα ισχυρισμοί. Κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθμ. 8 περ. β' του Κ.Πολ.Δ., ο αναιρετικός λόγος από τη διάταξη αυτή ιδρύεται, όταν το δικαστήριο, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπ' όψιν πράγματα, που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ο λόγος αυτός, για μη λήψη υπ' όψιν προταθέντος ουσιώδους πράγματος, προϋποθέτει πράγμα παραδεκτώς προταθέν, αφού διαφορετικά το δικαστήριο της ουσίας δεν επιτρέπεται να το λάβει υπ' όψιν (Ολ. Α.Π. 2/2001, Ολ. Α.Π. 14/2011, Α.Π. 20/2023). Ως "πράγματα", των οποίων η μη λήψη υπ' όψιν, καίτοι προταθέντων, ιδρύει τον ως άνω αναιρετικό λόγο, νοούνται οι παραδεκτώς προβαλλόμενοι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που συγκροτούν την ιστορική βάση και, επομένως, θεμελιώνουν ιστορικώς το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως ουσιαστικού ή δικονομικού δικαίου (Ολ. Α.Π. 22/2005, Ολ. Α.Π. 14/2011, Α.Π. 20/2023), δηλαδή οι ισχυρισμοί, οι οποίοι κατά το νόμο διαμόρφωσαν ή, αναλόγως, ήταν ικανοί να διαμορφώσουν το διατακτικό της προσβαλλομένης αποφάσεως (Ολ. Α.Π. 2/1989, Α.Π. 20/2023, Α.Π. 523/2018, Α.Π. 793/2015), όχι, όμως και οι ισχυρισμοί που αποτελούν απλή ή αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, καθώς και οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, που αντλούνται από το νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων και που δεν έχουν αυτοτέλεια (Ολ. Α.Π. 14/2011, Α.Π. 20/2023, Α.Π. 150/2015, Α.Π. 726/2014, Α.Π. 1042/2013). Σε περίπτωση, δηλαδή, παραλείψεως του δικαστηρίου να λάβει υπ' όψιν κάποιο πραγματικό ισχυρισμό, για την ίδρυση του ως άνω αναιρετικού λόγου πρέπει ο αγνοηθείς ισχυρισμός να είναι ουσιώδης και πρόσφορος να επηρεάσει ευνοϊκώς για τον αναιρεσείοντα το διατακτικό της προσβαλλομένης αποφάσεως. Συνεπώς, εάν ο προβληθείς ισχυρισμός είναι μη νόμιμος ή αόριστος, δηλαδή επουσιώδης, δεν ιδρύεται ο προβλεπόμενος από την ανωτέρω διάταξη λόγος αναιρέσεως (Α.Π. 20/2023, Α.Π. 246/2020, Α.Π. 447/2020, Α.Π. 558/2018, Α.Π. 1447/2017). Με τον δεύτερο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως οι αναιρεσείοντες, αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την αιτίαση από τον αριθμό 8 περ. β' του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπ' όψιν του προταθέντα εκ μέρους τους ισχυρισμό έχοντα ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και δη ότι κατά το έτος 2008 η εμπορική αξία της επιδίκου εκτάσεως ανέρχονταν στο ποσό των 490 ευρώ ανά τετραγωνικό μέτρο και ότι, λόγω της οικονομικής κρίσεως των ετών 2009 - 2018, η εμπορική αξία της υπέστη μείωση κατά ποσοστό 31,34% και κατά τον κρίσιμο χρόνο καθορισμού της οριστικής τιμής μονάδας αποζημιώσεως ανέρχονταν στο ποσό των 336,43 ευρώ, προς επιστήριξη του οποίου προσκόμισαν τρία συμβόλαια, ήτοι το υπ' αριθμ. …συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Σοφίας Μουρατίδου - Ζαχαριάδου και τα υπ' αριθμ. ..συμβόλαια της συμβολαιογράφου Κατερίνης Ζαχαρούλας Τσάπουρνα, καθώς και την από 30-11-2018 τεχνική έκθεση του πολιτικού μηχανισμού Δ. Μ., καθώς επίσης, ότι αν ο ισχυρισμός τους αυτός είχε ληφθεί υπ' όψιν, θα είχε καθορισθεί τιμή μονάδας αποζημιώσεως υψηλότερη της οριστικώς καθορισθείσας. Σύμφωνα με τα προαναφερθέντα, ο ισχυρισμός τους αυτός δεν αποτελεί "πράγμα", κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθμ. 8 του Κ.Πολ.Δ., αλλά επιχείρημα των αναιρεσειόντων, που συνάγεται από την αξιολόγηση του περιεχομένου των προσκομιζομένων εγγράφων τους, αναφορικώς με την πραγματική αξία των ακινήτων τους και γι' αυτό ο λόγος αναιρέσεως είναι απορριπτέος, ως απαράδεκτος. Σε κάθε περίπτωση, όπως προκύπτει από το περιεχόμενο της προβαλλομένης αποφάσεως, ελήφθησαν υπ' όψιν από το Εφετείο τα αποδεικτικά στοιχεία, που προσκόμισαν μετ' επικλήσεως οι αναιρεσείοντες. Συγκεκριμένα, το Εφετείο, επί του λόγου αυτού, δέχθηκε τα ακόλουθα: "Τα προσκομιζόμενα από τους αιτούντες με αριθμό ….συμβόλαια της συμβολαιογράφου Κατερίνης Ζαχαρούλας Τσάπουρνα, τα οποία έχουν μεταγράφει και αφορούν τη μεταβίβαση μεταξύ άλλων αγοραστών και προς τον Κ. Μ. (υπογράφοντα την τεχνική έκθεση μηχανικό), δύο αδόμητων οικοπέδων (Γ 627 και Γ 629), όμορων του Ο.Τ Γ625, Γ 626, από την επίδικη έκταση εμβαδού 2.163,79 τ.μ. και 322 τ.μ. αντίστοιχα και δη συνολικού εμβαδού 2.495,79 τ.μ. έναντι συνολικού τιμήματος ανερχόμενου στο ποσό των 809.000,00 ευρώ και συνολικής αντικειμενικής αξίας 808.199,79 ευρώ ήτοι αντικειμενικής αξίας 323,82 ευρώ το τ.μ. και 324,00 τ.μ. καθώς και το με αριθμό …συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Σοφίας Μουρατίδου - Ζαχαριάδου που αφορά τη μεταβίβαση προς την εταιρία με την επωνυμία ALDI δύο αδόμητων οικοπέδων (Γ 627 και Γ 629), όμορων των Ο.Τ Γ 625, Γ 626, από επίδικη έκταση, εμβαδού 4.760,89 τ.μ. και 1.588,68 τ.μ. αντίστοιχα και δη εμβαδού 6.349,57 τ.μ. έναντι συνολικού τιμήματος ανερχόμενου στο ποσό των 3.111.289,00 ευρώ και συνολικής αντικειμενικής αξίας 1.992.724,00 ευρώ ήτοι αντικειμενικής αξίας 314,00 ευρώ το τ.μ. και 490,00 ευρώ. Τα ανωτέρω όμως συμβόλαια δεν κρίνονται ως πρόσφορα αντικειμενικά στοιχεία καθόσον αφορούν αγοραπωλησία που έλαβε χώρα προ δεκαετίας και κατά το ανωτέρω χρονικό σημείο για το υπολογισμό της αξίας των ακινήτων με βάση το σύστημα του του αντικειμενικού προσδιορισμού ίσχυε η με αριθμό 1034 ΠΟΑ (ΦΕΚ269/Β/29-12-2010), ενώ και κατά το κρίσιμο χρονικό σημείο (3-12-2018) για το υπολογισμό της αξίας των ακινήτων με βάση το σύστημα του του αντικειμενικού προσδιορισμού, ίσχυε η με αριθμό 1009 ΠΟΑ (ΦΕΚ48/Β/20-1-2016), με την οποία και αναπροσαρμόστηκαν αναδρομικά από 21-5-2015 οι τιμές των αντικειμενικών αξιών των εκτός σχεδίου ακινήτων...". Συνεπώς, το Εφετείο αξιολόγησε και τα προαναφερθέντα έγγραφα για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα. Επομένως, ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος και ως αβάσιμος. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 11 περ. γ' του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό και με τις διατάξεις των άρθρων 335, 338 έως 340 του Κ.Πολ.Δ., προκύπτει ότι, το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του για τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπ' όψιν όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία νομίμως επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, για την απόδειξη και ανταπόδειξη ισχυρισμού, που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Έτσι, ο λόγος αυτός αναιρέσεως ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπ' όψιν του υποστατά και αναλόγως έγκυρα αποδεικτικά μέσα, που παραδεκτώς επικαλέστηκε ο αναιρεσείων και νομίμως προσκόμισε ο ίδιος ή οποιοσδήποτε από τους λοιπούς διαδίκους (Α.Π. 781/2022, Α.Π. 344/2020, Α.Π. 620/2019, Α.Π. 1169/2019, Α.Π. 222/2008, Α.Π. 70/2008), προς άμεση ή έμμεση απόδειξη ή ανταπόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή λυσιτελών ισχυρισμών, δηλαδή νόμιμων ισχυρισμών, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολ. Α.Π. 42/2002), διαμορφώνοντας το διατακτικό της αποφάσεως, το οποίο θα ήταν διαφορετικό χωρίς τη σχετική παράλειψη (Α.Π. 781/2022, Α.Π. 781/2020, Α.Π. 1169/2019, Α.Π. 1/2018, Α.Π. 1874/2008), εφόσον, βεβαίως, προτάθηκαν παραδεκτώς στο Δικαστήριο της ουσίας, πρωτοβάθμιο ή δευτεροβάθμιο (Α.Π. 781/2022, Α.Π. 1126/2020). Ωστόσο, δεν επιβάλλεται από κάποια διάταξη να γίνεται ειδική αναφορά και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από τα αποδεικτικά μέσα, αλλά αρκεί να καθίσταται απολύτως βέβαιο από όλο το περιεχόμενο της αποφάσεως, ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα, που προσκομίστηκαν μετ' επικλήσεως από τους διαδίκους. Ο ανωτέρω λόγος απορρίπτεται ως κατ' ουσίαν αβάσιμος, αν αποδεικνύεται από την απόφαση, ότι λήφθηκαν υπ' όψιν όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίστηκαν και των οποίων έγινε επίκληση, αρκεί δε προς τούτο η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μσέσου (μάρτυρες, έγγραφα κ.λπ.), χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολογήσεως καθενός (Ολ. Α.Π. 2/2008, Α.Π. 781/2022) και χωρίς διάκριση από ποια αποδεικτικά μέσα προκύπτει άμεση και από ποια έμμεση απόδειξη (Α.Π. 781/2022, Α.Π. 1126/2020, Α.Π. 1167/2019). Μη λήψη υπ' όψιν, πάντως, δεν συνάγεται από μόνο το γεγονός, ότι μνημονεύονται στην απόφαση ορισμένα μόνο από τα προσκομισθέντα με επίκληση αποδεικτικά μέσα, επειδή θεωρήθηκαν μεγαλύτερης σημασίας κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου (Α.Π. 781/2022, Α.Π. 1167/2019, Α.Π. 798/2010, Α.Π. 22/2005), όχι, όμως και τα επίδικα (Α.Π. 781/2022, Α.Π. 781/2020, Α.Π. 427/2020, Α.Π. 345/2020, Α.Π. 1167/2019). Δεν αποκλείεται, βεβαίως, το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύσει και να εξάρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της, κατά την ελεύθερη κρίση του, μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί για τον αναιρετικό έλεγχο να προκύπτει με βεβαιότητα το ότι από την γενική, κατ' είδος αναφορά στα αποδεικτικά μέσα, καθίσταται βέβαιο ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα, που υποβλήθηκαν στην κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, χωρίς να παραληφθεί κανένα (Ολ. Α.Π. 8/2016, Α.Π. 781/2022, Α.Π. 1126/2020). Για να ιδρυθεί ο ανωτέρω λόγος, αρκεί, παρά την βεβαίωση του δικαστηρίου ότι λήφθηκαν υπ' όψιν όλα τα αποδεικτικά μέσα, να καταλείπονται, με βάση το όλο περιεχόμενο της προσβαλλόμενης αποφάσεως, αμφιβολίες για το αν το συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο λήφθηκε υπ' όψιν και συνεκτιμήθηκε μαζί με τις υπόλοιπες αποδείξεις για το σχηματισμό δικανικής πεποιθήσεως επί ενός ουσιώδους ισχυρισμού (Ολ. Α.Π. 2/2008, Α.Π. 781/2022, Α.Π. 1126/2020, Α.Π. 1034/2020, Α.Π. 412/2019, Α.Π. 705/2019). Εξάλλου, ο ίδιος λόγος, όσον αφορά την προβαλλόμενη αιτίαση, ότι από τα εν λόγω αποδεικτικά μέσα και έγγραφα συνάγεται αντίθετο πόρισμα, από εκείνο που δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας ή ότι το δικαστήριο δεν προσέδωσε στο αποδεικτικό μέσο την αποδεικτική βαρύτητα, που υποστηρίζει ο αναιρεσείων ότι αυτό έχει, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος (άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.), διότι με την αιτίαση αυτή πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων (Α.Π. 781/2022, Α.Π. 1110/2020, Α.Π. 75/2016, Α.Π. 100/2007). Με τον τρίτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως οι αναιρεσείοντες, αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την αιτίαση από το άρθρο 559 αριθμ. 11, περ. γ' του Κ.Πολ.Δ., διότι από την προσβαλλόμενη απόφαση δεν προκύπτει κατά τρόπο αναμφίβολο ότι το Εφετείο έλαβε υπ' όψιν του το, προσαχθέν με το υπόμνημα των αναιρεσειόντων, έγγραφο υπολογισμού ΕΝΦΙΑ της; Δ.Ο.Υ. Κατερίνης του έτους 2018, από το οποίο αποδεικνύονταν ότι κατά το έτος 2018 η εμπορική αξία της επιδίκου εκτάσεως ανέρχονταν τουλάχιστον στο ποσό των 336,43 ευρώ το τετραγωνικό μέτρο. Το Εφετείο αναφορικώς με την ανωτέρω αιτίαση διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση τα ακόλουθα: "...τα οποία (αποδεικτικά μέσα) λαμβάνονται υπόψη, είτε για άμεση απόδειξη είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων έστω και αν δεν πληρούν όλους τους τους όρους του νόμου (άρθρο 19 παρ. 9 εδ. α του ν. 2882/2001-ΚΑΑΑ), ορισμένα εκ των οποίων ειδικώς κατωτέρω αναφέρονται, χωρίς όμως να παραλείπεται κανένα για την ουσιαστική διάγνωση της διαφοράς και χωρίς η ρητή αναφορά ορισμένων να προσδίδει σε αυτά αυξημένη αποδεικτική δύναμη σε σχέση με τα λοιπά έγγραφα για τα οποία δεν γίνεται ειδική μνεία, αφού όλα είναι ισοδύναμα και όλα συνεκτιμώνται για την εκφορά της δικαστικής κρίσης,...". Από την επιτρεπτή επισκόπηση (άρθρ. 561 αριθμ. 1 του Κ.Πολ.Δ.) της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι το Εφετείο κατέληξε στην ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του, αφού έλαβε υπ' όψιν και συνεκτίμησε όλα ανεξαιρέτως (όπως επισημαίνει στις σελίδες 12 και 13) τα έγγραφα, που οι διάδικοι επικαλέσθησαν και προσκόμισαν νομίμως. Και είναι μεν αληθές ότι το Εφετείο δεν μνημονεύει ειδικώς κάθε επιμέρους έγγραφο, πλην, όμως, δεν υποχρεούται να μνημονεύει και να αξιολογεί χωριστά κάθε αποδεικτικό στοιχείο. Επισημαίνεται, επίσης, για την παραδεκτή προβολή του αναιρετικού αυτού λόγου κατ' άρθρον 562 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., ότι το ανωτέρω έγγραφο, όπως προκύπτει από τις προτάσεις των αναιρεσειόντων, οι οποίες επιτρεπτώς επισκοπούνται, προσκομίστηκε με νόμιμη επίκληση στο Εφετείο. Εξάλλου, από την ρητή βεβαίωση του Εφετείου ότι κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα, αφού έλαβε υπ' όψιν του την μαρτυρική κατάθεση και όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα, που είχαν επικαλεστεί και προσκομίσει νομίμως οι διάδικοι και από το περιεχόμενο της αποφάσεως με ειδική μνεία και αξιολόγηση των παραπάνω αποδεικτικών μέσων δεν γεννάται καμιά αμφιβολία ότι το Εφετείο, παρά την μη ειδική αναφορά και αξιολόγηση του ανωτέρω εγγράφου, για το οποίο παραπονούνται οι αναιρεσείοντες, έλαβε υπ' όψιν και συνεκτίμησε και αυτό, μαζί με τις λοιπές αποδείξεις, για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα. Προς υποστήριξη του εν λόγω αναιρετικού λόγου προβάλλεται ότι η βασιμότητά του προκύπτει από το γεγονός ότι με την προσβαλλόμενη απόφαση απορρίφθηκε το εκτιμηθέν ως αναίτηση υπόμνημά τους, ως απαράδεκτο. Ωστόσο, ο ισχυρισμός αυτός είναι απορριπτέος, διότι το εν λόγω δικόγραφο ελήφθη υπ' όψιν από το Εφετείο, όπως ήδη προαναφέρθηκε. Ως εκ τούτου, ο τρίτος λόγος της αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 19 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και, ιδίως, αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, η οποία ορίζει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναιρέσεως ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ. Α.Π. 1/2020, Ολ. Α.Π. 2/2019, Ολ. Α.Π. 8/2018, Ολ. Α.Π. 1/1999). Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (Α.Π. 781/2022, Α.Π. 85/2020, Α.Π. 38/2020). Συνεπώς, κατά την έννοια του αναιρετικού αυτού λόγου, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υπάρχει, επομένως, εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι, να μην μπορεί να ελεγχθεί, αν στην συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου, που δεν εφαρμόσθηκε (Α.Π. 781/2022, Α.Π. 78/2020, Α.Π. 59/2020). Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά, που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό της πόρισμα για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικώς με ισχυρισμό των διαδίκων, που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επίδικου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της αποφάσεως για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περιπτώσεως στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περιπτώσεως. Αντιστοίχως, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει, όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που, είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για την στοιχειοθέτηση στην συγκεκριμένη περίπτωση, της διατάξεως ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή του ή όταν η απόφαση έχει ελλείψεις, όσον αφορά τον νομικό χαρακτηρισμό των κρίσιμων περιστατικών, που έγιναν δεκτά (Ολ. Α.Π. 15/2006, Α.Π. 781/2022, Α.Π. 78/2020, Α.Π. 38/2020, Α.Π. 638/2019, Α.Π. 98/2017). Συνεπώς, ως αιτιολογία που συγκροτεί τη νόμιμη βάση της αποφάσεως, της οποίας η έλλειψη θεμελιώνει τον προαναφερόμενο αναιρετικό λόγο, νοείται η παραδοχή ή η άρνηση των περιστατικών, που θεμελιώνουν το πραγματικό μέρος της οικείας διατάξεως ουσιαστικού δικαίου και όχι οι σκέψεις, κρίσεις ή τα επιχειρήματα, με τα οποία το δικαστήριο αιτιολογεί, γιατί πείθεται ή δεν πείθεται ως προς τη συνδρομή των εν λόγω περιστατικών. Δεν υπάρχει έλλειψη νομίμου βάσεως και δεν έχει εφαρμογή η παραπάνω διάταξη, όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και, μάλιστα, στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανελέγκτως, κατ' άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., εκτός αν δεν είναι σαφές το αποδεικτικό πόρισμα και για τον λόγο αυτό καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος (Ολ. Α.Π. 1/2020, Α.Π. 781/2022), ούτε ιδρύεται ο λόγος αναιρέσεως αυτός, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικώς τα επιχειρήματα, των διαδίκων, που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (Α.Π. 781/2022, Α.Π. 1112/2020, Α.Π. 797/2020, Α.Π. 882/2019, Α.Π. 565/2018, Α.Π. 813/2017). Δηλαδή, η αντιφατικότητα ή η ανεπάρκεια πρέπει να έχουν σχέση με ουσιώδεις ισχυρισμούς και κεφάλαια παροχής έννομης προστασίας και επιθετικά ή αμυντικά μέσα και όχι με την επιχειρηματολογία των διαδίκων ή του δικαστηρίου, ούτε την εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή διατυπώνεται σαφώς (Ολ. Α.Π. 24/1992, Ολ. Α.Π. 1/1999, Α.Π. 781/2022, Α.Π. 1053/2017, Α.Π. 9/2013). Με τον μοναδικό πρόσθετο λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δ., προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση αντιφατικές και ανεπαρκείς αιτιολογίες, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, αναφορικώς με την κρίση του για τον καθορισμό της οριστικής τιμής μονάδος αποζημιώσεως της επιδίκου εκτάσεως σε ποσό 170 ευρώ το τετραγωνικό μέτρο. Ειδικότερα, ισχυρίζονται ότι, ενώ το Εφετείο δέχεται στην προσβαλλόμενη απόφασή του "...Ενόψει όλων όσων λέχθηκαν και ύστερα από τη στάθμιση όλων των προσκομιζόμενων και προαναφερόμενων αποδεικτικών στοιχείων, που εκτιμώνται κατά τον λόγο της τοπικής και χρονικής τους προσφορότητας, με βάση και τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής, που αυτεπαγγέλτως, λαμβάνονται υπόψη (άρθρο 336 παρ.4 του ΚΠολΔ), κρίνεται ότι η αξία του επίδικου οικοπέδου, κατά το χρόνο της παρούσας συζήτησης της ένδικης αίτησης (3-12-2018), ... ανέρχεται, με τις κρατούσες, κατά τον παραπάνω κρίσιμο χρόνο, οικονομικές και νομισματικές συνθήκες, οι οποίες έχουν επιδεινωθεί σε υψηλό βαθμό κατά το διάστημα της τελευταίας πενταετίας, εξαιτίας της υφιστάμενης οικονομικής κρίσης και επομένως και από τον χρόνο προσδιορισμού της τιμής αποζημίωσης με τις ανωτέρω δύο δικαστικές αποφάσεις που προσκομίζουν οι αιτούντες, στο ποσό των 170,00 ευρώ ανά τ.μ.", προηγουμένως, διέλαβε τα εξής: "Οι προβλεπόμενοι από το σχέδιο πόλης κοινόχρηστοι και κοινωφελείς χώροι δεν έχουν δημιουργηθεί στο σύνολο τους, ενώ εντός του ακινήτου υπάρχουν τα κάτωθι κτίρια και δη επί του Ο.Τ.Γ 623 υπάρχει κτίριο ΚΤΕΑ Κατερίνης ενώ σε κτίριο κυριότητας του ΚΤΕΑ λειτουργεί εμπορικό κατάστημα με την επωνυμία CAPRICHO (που στο παρελθόν λειτουργούσε ως super market με την επωνυμία ΜΑΡΙΝΟΠΟΥΛΟΣ), επί των Ο.Τ.Γ 627, Γ 629 λειτουργεί super market με την επωνυμία family σε κτίριο που ανήκει κατά κυριότητα στην εταιρία με την επωνυμία ALDI, απέναντι από το Ο.Τ.Γ 626 υπάρχει το super market με την επωνυμία ΑΒ ΒΑΣΙΛΟΠΟΥΛΟΣ καθώς και κατάστημα εταιρείας στοιχημάτων με την επωνυμία PLAY - ΟΠΑΠ και ένα υποκατάστημα πιστωτικού ιδρύματος. Στην ευρύτερη περιοχή παρατηρείται αξιόλογη εμπορική κίνηση και ενδιαφέρουσα οικοδομική δραστηριότητα, ανεξαρτήτως του ότι η οικοδομική δραστηριότητα επλήγη σε υψηλό βαθμό λόγω της σοβαρής οικονομικής κρίσης που διέρχεται η χώρα, η οποία επέφερε ραγδαία πτώση αυτής αλλά και των μεταβιβάσεων των ακινήτων...". Στις προαναφερθείσες περικοπές της προσβαλλόμενης οι αναιρεσείοντες εντοπίζουν αντίφαση, που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και δη, στην διατύπωση "ανεξαρτήτως του ότι", που εκτίθεται στη δεύτερη περικοπή. Από τις περικοπές αυτές, όμως, δεν προκύπτει αντιφατικότητα στην προσβαλλόμενη απόφαση. Ειδικότερα, εκτίθεται σε αυτήν ότι στην ευρύτερη περιοχή, όπου κείται η επίδικη έκταση, παρατηρείται αξιόλογη εμπορική κίνηση και ενδιαφέρουσα οικοδομική δραστηριότητα, μολονότι αυτή (οικοδομική δραστηριότητα) επλήγη σε υψηλό βαθμό λόγω της σοβαρής οικονομικής κρίσεως, που διέρχεται η Χώρα. Οι παραδοχές αυτές δεν ενέχουν αντίφαση, καθόσον απλώς δικαιολογούν την εκτίμηση του Εφετείου για την κρίση του ως προς το ύψος της αποζημιώσεως της απαλλοτριωθείσας εκτάσεως. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, δεν στοιχειοθετείται ο, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., πρόσθετος αναιρετικός λόγος, ο οποίος είναι κατά τούτο αβάσιμος. Κατόπιν αυτών, μη υπάρχοντος άλλου λόγου αναιρέσεως προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση και ο πρόσθετος αυτής λόγος, να καταδικαστούν οι ηττηθέντες αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου Δήμου, που παρέστη και κατέθεσε προτάσεις, τα οποία, ωστόσο, θα καθορισθούν μειωμένα, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 176, 183, 191 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., σε συνδυασμό με αυτές των άρθρων 22 του Ν. 3693/1957, 276 παρ. 1 του Ν. 3463/2006 "Κώδικας Δήμων και Κοινοτήτων" και 285 του Ν. 3852/2010 (Α.Π. 239/2019, Α.Π. 2027/2017, Α.Π. 1992/2017, Α.Π. 661/2016) και, τέλος, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από τους αναιρεσείοντες παραβόλου, λόγω της ήττας τους, στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρ. 495 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ.), κατά τα, ειδικότερα, οριζόμενα στο διατακτικό της παρούσας αποφάσεως. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Συνεκδικάζει την από 29-6-2021 αίτηση και τους από 22-12-2020 πρόσθετους λόγους αναιρέσεως κατά της υπ' αριθμ. 1580/2019 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Απορρίπτει την αίτηση και τους πρόσθετους λόγους αναιρέσεως κατά της ως άνω αποφάσεως. Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του, καταβληθέντος από τους αναιρεσείοντες για την άσκηση της αναιρέσεως, παραβόλου. Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, το ποσό των οποίων ορίζει σε τριακόσια ευρώ (300€). ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 5 Μαΐου 2023. ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 12 Σεπτεμβρίου 2023. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ