ΑΡΙΘΜΟΣ 2121/2007 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ΄ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Σαραντινό, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη - Εισηγητή, Ανδρέα Τσόλια, Ιωάννη Παπουτσή και Νικόλαο Ζαϊρη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 2 Οκτωβρίου 2007, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Κυριάκου Καρούτσου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης ..... και ήδη κρατούμενη στις Γυναικείες Φυλακές Κορυδαλλού, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αντώνιο Βουλγαράκη, περί αναιρέσεως της 51/2007 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ΄ αυτή, και η αναιρεσείουσα - κατηγορούμενη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 14 Φεβρουαρίου 2007 αίτησή της αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 377/2007. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο της αναιρεσείουσας, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 5 παρ.1 εδ. ζ του Ν. 1729/1987, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 10 του Ν.2161/1993 ( άρθρο 20 παρ.1 περ. ζ του Κώδικα Νόμων για τα Ναρκωτικά -ΚΝΝ- Ν. 3459/2006), με κάθειρξη δέκα τουλάχιστον ετών και με χρηματική ποινή 1.000.000 μέχρι 100.000.000 δραχμών ( ήδη 2900 έως 290.000 ευρώ) τιμωρείται, όποιος, εκτός των άλλων, κατέχει ναρκωτικά. Με τον όρο κατοχή νοείται η φυσική εξουσίαση των ναρκωτικών από τον δράστη, ώστε να μπορεί κάθε στιγμή να διαπιστώσει την ύπαρξή τους και κατά τη δική του βούληση να τα διαθέτει πραγματικά. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ' ΚΠΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτήν, με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί, με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Ειδικότερα, ως προς την έκθεση των αποδείξεων, αρκεί η γενική, κατά το είδος τους, αναφορά τους, χωρίς να είναι απαραίτητο να διευκρινίζεται από ποιο ή ποια αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε κάθε παραδοχή. Η επιβαλλόμενη, κατά τα ανωτέρω, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής απόφασης, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ΄ ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, πρέπει να εκτείνεται και στον περί συνδρομής ορισμένης ελαφρυντικής περιστάσεως του άρθρου 84 παρ.2 του ΠΚ, αυτοτελή ισχυρισμό του κατηγορουμένου, αφού η παραδοχή του οδηγεί στην επιβολή μειωμένης ποινής, κατά το μέτρο του άρθρου 83 του ίδιου Κώδικα. Ως ελαφρυντικές περιστάσεις, κατά το άρθρο 84 παρ.2 ΠΚ θεωρούνται, μεταξύ άλλων, "το ότι ο υπαίτιος έζησε έως το χρόνο που έγινε το έγκλημα έντιμη ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή" (περ.α). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης και των ενσωματωμένων σε αυτήν πρακτικών, η κατηγορουμένη - αναιρεσείουσα, η οποία καταδικάστηκε για τις πράξεις που προαναφέρθηκαν στις πιο πάνω ποινές, δια του πληρεξουσίου της δικηγόρου, κατέθεσε εγγράφως ισχυρισμούς, τους οποίους ο τελευταίος ανέπτυξε και προφορικώς κατά την αγόρευσή του, μεταξύ των οποίων και για την αναγνώριση σ' αυτήν του ελαφρυντικού του προτέρου εντίμου βίου. Ειδικότερα η αναιρεσείουσα προς θεμελίωση του εν λόγω ισχυρισμού της, εξέθετε περιστατικά που αφορούσαν την οικογενειακή αυτής κατάσταση (έγγαμη και μητέρα πέντε παιδιών), και τα προβλήματα που είχε να αντιμετωπίσει, εξαιτίας του ότι, το έτος 1986, από ατύχημα υπέστη εκτεταμένα εγκαύματα σε συνολική έκταση 70% της επιφάνειας του σώματος της, νοσηλευόμενη συνολικά για 13 μήνες, κατά τη διάρκεια της νοσηλείας της γέννησε τον γιό της ...., ο οποίος πάσχει από επιληψία, ενώ το έτος 1996 απεβίωσε ο σύζυγος της και το έτος 2002 απεβίωσε σε ηλικία μόλις 21 ετών η κόρη της, αφήνοντας στη φροντίδα της κατηγορουμένης το ηλικίας τότε 2 1/2 ετών, τέκνο της και ότι, παρόλες τις δυσκολίες που είχε να αντιμετωπίσει η κατηγορουμένη, δεν είχε ποτέ στο παρελθόν απασχολήσει τις διωκτικές ή δικαστικές αρχές, μόνη δε παραβατικότητα αυτής "ήταν η επαιτεία, η οποία καταδεικνύει τις δυσκολίες που έπρεπε να αντιπαρέλθει, προκειμένου να μεγαλώσει μόνη της πέντε παιδιά και ότι προ της συλλήψεως της εργαζόταν ανελλιπώς ως μικροπωλήτρια στις λαϊκές αγορές, ενδιαφερόμενη μόνον για τη βιωσιμότητα και το μέλλον της οικογένειας της". Τον ισχυρισμό αυτόν της αναιρεσείουσας απέρριψε το Πενταμελές Εφετείο με την εξής αιτιολογία "Το Δικαστήριο δεν πείσθηκε ότι η κατηγορούμενη μέχρι του χρόνου τελέσεως της πράξεώς της έζησε έντιμο βίο, καθόσον απαιτείται η απόδειξη θετικώς περιστατικών έντιμης ζωής σε όλους τους τομείς συμπεριφοράς που ορίζονται στην περίπτωση α της § 2 του άρθρου 84 ΠΚ (ΑΠ 1165/06 ΕλλΔνη 47 1575), αλλά τέτοια έντιμη ζωή δεν αποδείχθηκε. Συνεπώς, πρέπει να απορριφτεί το αίτημα αναγνώρισης σε αυτή της εν λόγω ελαφρυντικής περιστάσεως". Έτσι κρίνοντας το Εφετείο, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την επιβαλλόμενη, με την πιο πάνω έννοια, πλήρη και εμπεριστατωμένη αιτιολογία σε σχέση με την κατ' ουσία απόρριψη του παραπάνω αυτοτελούς ισχυρισμού της αναιρεσείουσας, αν και δεν είχε υποχρέωση να αιτιολογήσει την περί απορρίψεως τούτων κρίση του, αφού η οι ισχυρισμοί αυτοί, έτσι που προβλήθηκαν, ήταν αόριστοι. Τούτο δε, διότι, το γεγονός ότι η αναιρεσείουσα δεν απασχόλησε, όπως ισχυρίζεται, τις διωκτικές ή δικαστικές αρχές (πλην για λόγους επαιτείας), παρά τις αναφερόμενες οικογενειακές της δυσκολίες, αποτελούν αρνητικά περιστατικά, που από μόνα τους δεν δικαιολογούν τη στοιχειοθέτηση της εν λόγω ελαφρυντικής περίστασης του πρότερου έντιμου βίου, χωρίς την επίκληση και άλλων συγκεκριμένων (θετικών) περιστατικών έντιμης ζωής και μάλιστα σε όλους τους τομείς συμπεριφοράς που ορίζονται στην περίπτωση α της § 2 του άρθρου 84 ΠΚ. Επομένως, ο τα αντίθετα διαλαμβάνων σχετικός (πρώτος), από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ ΚΠΔ, λόγος αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 504 παρ. 3, 492, 373, 310 παρ. 2, 463 και 476 ΚΠΔ, σαφώς προκύπτει ότι, κατά του μέρους της ποινικής αποφάσεως σχετικά με την απόδοση ή τη δήμευση των κατασχεθέντων κατά την προδικασία πραγμάτων, επιτρέπεται η άσκηση αναιρέσεως στον κατηγορούμενο, τον πολιτικώς ενάγοντα και τον τρίτο, του οποίου τις αξιώσεις επί των κατασχεθέντων έκρινε η απόφαση. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 19 παρ. 1 του Ν. 1729/1987 "περί καταπολεμήσεως της διαδόσεως των ναρκωτικών κ.λ.π.", όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 17 του Ν. 2161/1993, σε περίπτωση καταδίκης για παράβαση των άρθρων 5 έως και 9 του νόμου αυτού, το δικαστήριο διατάσσει τη δήμευση όλων των πραγμάτων που προήλθαν από την πράξη, του τιμήματός τους... Κατά τα λοιπά ισχύουν οι ρυθμίσεις της Συμβάσεως των Ηνωμένων Εθνών κατά της παράνομης διακινήσεως ναρκωτικών φαρμάκων και ψυχοτρόπων ουσιών και ιδία εκείνες του άρθρου 5 αυτού αναφορικά με τη δήμευση περιουσιακών στοιχείων. Περαιτέρω, η επιβαλλόμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της αποφάσεως, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεώς της, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα, απαιτείται να περιλαμβάνει, στην περίπτωση που διατάσσεται με την απόφαση η δήμευση των κατασχεθέντων, και τις σκέψεις με βάση τις οποίες το δικαστήριο της ουσίας έκρινε, με αναφορά στη συγκεκριμένη διάταξη νόμου που την προβλέπει, ότι συντρέχει νόμιμη κατ' ουσίαν περίπτωση για να δημευθούν τα κατασχεθέντα. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη 51/ 12-1- 2007 απόφασή του, το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ' είδος αναφερομένων στην αρχή του σκεπτικού της αποφάσεως αποδεικτικών μέσων, αφού κήρυξε ένοχο την αναιρεσείουσα κατηγορούμενη και για την πράξη της κατοχής ναρκωτικών ουσιών (1921 γραμμάρια ακατέργαστης ηρωίνης ινδικής καννάβεως), την οποία δέχθηκε ότι τέλεσε αυτή χωρίς να είναι τοξικομανής, ήτοι για πράξη περιλαμβανόμενη στο άρθρο 5 του Ν. 1729/1987 (άρθρο 20 παρ.1 ζ ΚΝΝ) , και αφού την καταδίκασε γι' αυτή σε ποινή καθείρξεως 11 ετών και χρηματική ποινή 30.000 ευρώ, διέταξε περαιτέρω τη δήμευση του κατασχεθέντος κατά την προδικασία χρηματικού ποσού των 38.000 δραχμών, με βάση τις αναφερόμενες στην απόφαση διατάξεις των άρθρων 76 ΠΚ και 373 ΚΠΔ και αφού προηγουμένως έδωσε τον λόγο στον Εισαγγελέα και στον συνήγορο της αναιρεσείουσας (βλ. σελ. 22 πρακτικών). Για τη δήμευση αυτή, ειδικότερα, το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ανέλεγκτα τα εξής: "Επειδή πρέπει, κατά το άρθρο 76 ΠΚ και 373 ΚΠΔ να διαταχθεί η δήμευση και καταστροφή των κατασχεθεισών ναρκωτικών ουσιών δια των πιο πάνω εκθέσεων κατασχέσεως, που ανεγνώσθησαν, όπως αναλυτικά περιγράφονται στο διατακτικό, καθώς και η δήμευση των χρημάτων που κατασχέθηκαν, ως προϊόν του εγκλήματος αυτού". Η αιτιολογία αυτή δεν είναι ειδική και εμπεριστατωμένη, διότι δεν εκτίθενται πραγματικά περιστατικά, από τα οποία να προκύπτει ότι το ποσό αυτό προήλθε από την τέλεση των παραπάνω πράξεων για τις οποίες καταδικάσθηκε η αναιρεσείουσα. Ειδικότερα, το Εφετείο, δεν περιέλαβε στην αιτιολογία του τις σκέψεις, με βάση τις οποίες διέταξε την ανωτέρω δήμευση και συγκεκριμένα τη σχέση του δημευθέντος χρηματικού ποσού με την αξιόποινη πράξη της κατηγορουμένης, ήτοι την κατοχή της πιο πάνω ποσότητας ναρκωτικής ουσίας, λαμβανομένου μάλιστα υπόψη, ότι, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας, για την έρευνα της βασιμότητας του εξεταζόμενου λόγου αναίρεσης, το ποσό των 38.000 δρχ. είχε κατασχεθεί με την από .... έκθεση παραδόσεως και κατασχέσεως του Υ/Α Φ1 "καθότι προέρχεται από εμπορία - πώληση ναρκωτικών ουσιών", και με την πρωτόδικη 534/05 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, η ήδη αναιρεσείουσα αθωώθηκε για την πράξη της πώλησης αγνώστων ποσοτήτων ακατέργαστης κάνναβης αντί αγνώστου τιμήματος, πάντως αξίας " τουλάχιστον 38.000 δρχ", γεγονός που δεν καθιστά σαφές, κατά ποιο τρόπο και με βάση ποια πραγματικά περιστατικά δέχθηκε το Εφετείο ότι το ποσό των 38.000 δρχ. αποτελεί προιόν του εγκλήματος της κατοχής της προαναφερόμενης ναρκωτικής ουσίας (και όχι τίμημα της πωλήσεως ναρκωτικών, πράξη για την οποία αναιρεσείουσα αθωώθηκε). Επομένως, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ σχετικός (δεύτερος) λόγος αναιρέσεως είναι βάσιμος και πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, ως προς τη διάταξη αυτής περί δημεύσεως του ως άνω ποσού. Μετά από αυτά, εφόσον δεν υπάρχει άλλος σαφής και ορισμένος λόγος αναιρέσεως, πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτή η αίτηση αναιρέσεως, να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλόμενη απόφαση μόνον καθ' όσον αφορά την διάταξη αυτής, με την οποία διέταξε την δήμευση του χρηματικού ποσού των 38.000 δρχ, που κατασχέθηκαν με την από .... έκθεση παραδόσεως και κατασχέσεως του Υ/Α Φ1 και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση, στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 519 ΚΠΔ).- ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί εν μέρει την 51/2007 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, και δη μόνο κατά το μέρος της που αφορά την διάταξη αυτής, με την οποία διέταξε την δήμευση του χρηματικού ποσού των 38.000 δρχ, που κατασχέθηκαν με την από .... έκθεση παραδόσεως και κατασχέσεως του Υ/Α Φ1. Παραπέμπει την υπόθεση για νέα κρίση, κατά το ως άνω μέρος της, στο ίδιο Δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως. Και Απορρίπτει, κατά τα λοιπά, την από 14-2-2007 αίτηση - δήλωση (αρ. πρωτ. 1483/16.2.07) της ..... και ήδη κρατουμένης στην Κλειστή Φυλακή Γυναικών Κορυδαλλού, κατά της 51/2007 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών . Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 16 Οκτωβρίου 2007. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 29 Νοεμβρίου 2007. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ