Αριθμός 1536/2007 Το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου ΣΤ' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Σαραντινό, Αντιπρόεδρο, Μιχαήλ Δέτση - Εισηγητή, Αιμιλία Λίτινα, Βασίλειο Λυκούδη και Βασίλειο Κουρκάκη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 23 Ιανουαρίου 2007, με τη παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ανδρέα Ζύγουρα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ....., ο οποίος παραστάθηκε με την πληρεξουσία δικηγόρο του Ευανθία Βαρούνη, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 4328/2006 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιά. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Πειραιά, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων- κατηγορούμενος, ζητεί τώρα την αναίρεση της απόφασης αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 21 Ιουλίου 2006 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1351/2006. Αφού άκουσε την πληρεξουσία του αναιρεσείοντος- κατηγορουμένου, που με προφορική ανάπτυξη ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα ο οποίος πρότεινε να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλόμενη απόφαση, να κηρυχθεί αθώος ο αναιρεσείων, να παραπεμφθεί η υπόθεση και να απορριφθεί κατά τα λοιπά η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 358 ΠΚ "όποιος κακόβουλα παραβιάζει την υποχρέωση διατροφής που του την είχε επιβάλει ο νόμος και έχει αναγνωρίσει, έστω και προσωρινά το δικαστήριο, με τρόπο τέτοιο, ώστε ο δικαιούχος να υποστεί στερήσεις ή να αναγκαστεί να δεχτεί τη βοήθεια άλλων, τιμωρείται με φυλάκιση μέχρις ενός έτους'. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι, για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της παραβιάσεως της υποχρεώσεως προς διατροφή, απαιτείται, αντικειμενικώς, παράλειψη του δράστη να καταβάλει τη διατροφή που οφείλει από το νόμο και έχει αναγνωριστεί σε βάρος του, έστω και προσωρινώς με δικαστική απόφαση, υποκειμενικώς δε δόλος, ο οποίος περιλαμβάνει τη γνώση, έστω και με την έννοια της αμφιβολίας, της τοιαύτης, έστω και προσωρινά αναγνωρισμένης από το δικαστήριο υποχρεώσεώς του και τη θέληση ή αποδοχή μη εκπληρώσεως αυτής από κακοβουλία, δηλαδή από κακεντρέχεια ή κακή θέληση ή από λόγους εκδικήσεως, του στοιχείου αυτού (κακοβουλίας) αποτελούντος πρόσθετον όρο της υποκειμενικής του πλευράς, ο οποίος χαρακτηρίζει εντονότερα την αντικοινωνική προσωπικότητα του δράστη και ως εξωτερικός όρος του αξιοποίνου, ο οποίος ως τοιούτος, βρίσκεται εκτός της αντικειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος, να περιήλθε ο παθών σε στερήσεις ή να αναγκάστηκε να δεχτεί τη βοήθεια άλλων. Περαιτέρω προκύπτει, ότι η αναγνώριση υποχρεώσεως προς διατροφή για χρονικό διάστημα προγενέστερο της εκδόσεως της αποφάσεως και της γνωστοποιήσεώς της στον υπόχρεο, ουδεμία συνεπάγεται ποινική κύρωση, διότι αλλιώς, θα καθιδρύετο αναδρομικώς ποινική ευθύνη, που θα προσέκρουσε στα άρθρα 7 παρ. 1 του Συντάγματος και 1 του Π.Κ. Εξάλλου, η επιβαλλόμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής αποφάσεως, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, υπάρχει, προκειμένου για καταδικαστική απόφαση, όταν περιέχονται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος του τυχόν εξωτερικού όρου του αξιοποίνου, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι σκέψεις με τις οποίες έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Η αιτιολογία αυτή μπορεί να συμπληρώνεται από το διατακτικό της αποφάσεως, με το οποίο το σκεπτικό αποτελεί ενιαίο όλο. Ειδικώς, για το δόλο (την πρόθεση) που απαιτείται για τη θεμελίωση της υποκειμενικής υποστάσεως του ανωτέρω εγκλήματος, δεν απαιτείται ιδιαίτερη αιτιολογία, διότι ο δόλος αυτός ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και εξυπακούεται ότι υπάρχει από την πραγμάτωση των περιστατικών αυτών, αρκεί να αναφέρεται στην απόφαση, ότι ο υπαίτιος ενήργησε με πρόθεση ή όπερ το ίδιο με δόλο ή με θέληση. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό, σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, που παραδεκτώς αλληλοσυμπληρώνονται, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Πειραιά, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, δέχτηκε κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, ότι από τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία επιτρεπτώς, γενικώς κατά το είδος τους αναφέρει, αποδείχτηκε ότι "ο κατηγορούμενος ενεργώντας κακόβουλα, ήτοι, όχι λόγω οικονομικής αδυναμίας του, δεν κατέβαλε διατροφή στη σύζυγό του ...... για λογαριασμό των ανηλίκων τέκνων τους ... και ...., ηλικίας 5 και 11 ετών, για μεν το χρονικό διάστημα από το Φεβρουάριο 2003 μέχρι και το Νοέμβριο 2003, συνολικού ύψους 10.360 ευρώ (9 μήνες Χ 1.150 ευρώ), για δε το χρονικό διάστημα από τον Αύγουστο 2002 μέχρι και τον Ιανουάριο 2003, διαφορά διατροφής, συνολικού ύψους 1.750 ευρώ (250 ευρώ μηνιαίως Χ 7 μήνες), όπως ήταν υποχρεωμένος με την υπ' αριθμ. 3219/2003 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, που του είχε επιδοθεί την 31-7-2003 (βλ. την υπ' αριθμ. ..... έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Πειραιώς, ....), με αποτέλεσμα να περιέλθουν σε στερήσεις τα παραπάνω τέκνα του, και να αναγκαστεί η μητέρα τους να προσφύγει σε δανεισμό, να δεχθεί δε τη βοήθεια συγγενών και φίλων της. Η κακοβουλία του κατηγορουμένου, δηλαδή η κακεντρέχεια και η κακή θέλησή του για την καταβολή της διατροφής, προκύπτει ιδίως από το ότι κατά το παραπάνω χρονικό διάστημα είχε την οικονομική δυνατότητα να διατρέφει τα ως άνω ανήλικα τέκνα του, αφού ασκούσε το επάγγελμα του χημικού μηχανικού εργαζόμενος από την 1-9-2001 στην εταιρεία "ENVITEC A.E.", με μηνιαίες αποδοχές 3.754,42 ευρώ, ενώ είχε διατελέσει επί σειρά ετών Δήμαρχος .....". Ακολούθως, τον κήρυξε ένοχο του εγκλήματος της παραβιάσεως της υποχρεώσεως για διατροφή κατ' εξακολούθηση και του επέβαλε ποινή φυλακίσεως επτά (7) μηνών, την οποία μετέτρεψε σε χρηματική ποινή προς 4,40 ευρώ ημερησίως. Με αυτά που δέχτηκε το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Πειραιά, διέλαβε στην απόφασή του την επιβαλλόμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, καθόσον αφορά την παραβίαση της υποχρεώσεως του κατηγορουμένου-αναιρεσείοντος προς διατροφή, κατά το από Αυγούστου 2003 έως και Νοεμβρίου 2003 χρονικό διάστημα, καθόσον περιέχονται σ' αυτήν με πληρότητα και σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του ανωτέρω εγκλήματος, καθώς και του απαιτούμενου ως άνω εξωτερικού όρου του αξιοποίνου, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν τα περιστατικά αυτά και οι σκέψεις με τις οποίες έγινε η υπαγωγή τους στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική διάταξη του άρθρου 358 ΠΚ, την οποία ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου παραβίασε με ασαφείς ή ελλειπείς ή αντιφατικές παραδοχές ή διατάξεις ή με άλλον τρόπο. Αντιθέτως, εσφαλμένως ερμήνευσε και εφήρμοσε τη διάταξη αυτή, για το λόγο ότι κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα του ότι, κατά το χρονικό διάστημα από Αυγούστου 2002 έως Ιουλίου 2003, κακοβούλως παραβίασε την προς διατροφή υποχρέωση του προς τα τέκνα του, .... και ......, η οποία είχε αναγνωριστεί με την υπ' αριθμ. 3219/2003 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, που επιδόθηκε σ' αυτόν στις 31-7-2003. Ήτοι, σε ό,τι αφορά το χρονικό διάστημα από Αυγούστου 2002 έως και Ιουλίου 2003, κήρυξε τον αναιρεσείοντα ένοχο για χρόνο προγενέστερο της ενάρξεως της ποινικής του ευθύνης, που είναι η 31-7-2003, οπότε του επιδόθηκε η ανωτέρω απόφαση, της οποίας γνώση δεν προκύπτει ότι έλαβε αυτός σε προγενέστερο χρόνο. Επομένως, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το κεφάλαιο που αφορά το χρονικό διάστημα από Αυγούστου 2002 έως και Ιουλίου 2003 για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή της προαναφερθείσας ουσιαστικής ποινικής διατάξεως κατά τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠΔ βάσιμο λόγο αναιρέσεως, ο ο π οίος λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως (άρθρο 511 ΚΠΔ) και να κηρυχθεί αθώος ο αναιρεσείων της πράξεως αυτής για το ανωτέρω χρονικό διάστημα (άρθρο 518 παρ. 1 ΚΠΔ), ακολούθως, δε παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα επιμέτρηση της ποινής για το υπόλοιπο χρονικό διάστημα από Αυγούστου 2003 έως Νοεμβρίου 2003 στο ίδιο Δικαστήριο, π ου θα συγκροτηθεί από άλλους Δικαστές, εκτός από εκείνους που είχαν δικάσει προηγουμένως (άρθρο 519 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί εν μέρει την υπ' αριθμ. 4328/2006 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς. Κηρύσσει αθώο τον κατηγορούμενο, ....., με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος, κατά το χρονικό διάστημα από Αυγούστου 2002 έως και Ιουλίου 2003 κακοβούλως παραβίασε την από το νόμο επιβεβλημένη και από το δικαστή αναγνωρισμένη υποχρέωσή του για διατροφή, με τέτοιο τρόπο, ώστε οι δικαιούμενοι αυτής να περιέλθουν σε στερήσεις και να αναγκασθούν να δεχθούν τη βοήθεια άλλων. Απορρίπτει κατά τα λοιπά την αναίρεση κατά της ίδιας απόφασης. Παραπέμπει την υπόθεση προς νέα επιμέτρηση της ποινής για το υπόλοιπο χρονικό διάστημα από Αυγούστου 2002 έως Ιουλίου 2003 στο ίδιο, ως άνω, Δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλους Δικαστές εκτός εκείνων που είχαν δικάσει προηγουμένως. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε, στην Αθήνα, στις 19 Ιουνίου 2007. Και, Δημοσιεύθηκε, στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο, στις 17 Ιουλίου 2007. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ