Αριθμός 863 /2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Δ' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Γιαννούλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γρηγόριο Κουτσόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή, Δημητρούλα Υφαντή και Βασίλειο Λαμπρόπουλο, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 5 Απριλίου 2013, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ: Του αναιρεσείοντος: Σ. Π. του Δ., κατοίκου ... ο οποίος εκπροσωπήθηκε δια των πληρεξουσίων δικηγόρων του Αντώνιο Βγόντζα και Παναγιώτη Τζιούμα και κατέθεσαν προτάσεις. Των αναιρεσιβλήτων: 1. Γ. Ν. του Μ., 2 Κ. Δ. του Α., 3 Μ. Ν. του Μ., 4. Ε. Β. του Ζ., κατοίκων ... οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν δια του πληρεξουσίου δικηγόρου τους Μιχαήλ Νικολιδάκη, βάσει δηλώσεως κατ' άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ και κατέθεσαν προτάσεις και 5.Της ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "ΣΥΝΕΤΑΙΡΙΣΤΙΚΗ Α.Ε.Ε.Γ.Α." που εδρεύει στην Αθήνα, όπως εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου της Ηλία Σύριο, βάσει δηλώσεως κατ' άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις. Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις 2386/15-3-2005,2388/15-3-2005,977/16-1-2006 κύριες αγωγές τους και 3755/27-4-2005 και 3754/27-4-2005 παρεμπίπτουσες αγωγές των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Αφού συνεκδικάσθηκαν εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1839/2006 μη οριστική και 6113/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2844/2009 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 3-12-2010 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Βασίλειος Λαμπρόπουλος, ανέγνωσε την από 17-11-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Εξ άλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338-340 ΚΠολΔ προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του για τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, χωρίς να επιβάλλεται να γίνεται ειδική αναφορά και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, αρκεί να καθίσταται αδιστάκτως βέβαια από όλο το περιεχόμενο της απόφασης, ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που με επίκληση προσκομίστηκαν νόμιμα από τους διαδίκους. Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 670,671παρ. 1 εδ.γ και 681Α ΚΠολΔ, που εξαρτούν το παραδεκτό του ιδιαιτέρου αποδεικτικού μέσου της ένορκης βεβαίωσης ενώπιον Συμβολαιογράφου ή Ειρηνοδίκου (ΑΠ 1812/2006), κατά τη διαδικασία εκδίκασης των διαφορών για ζημίες από αυτοκίνητο, καθώς και από τη σύμβαση της ασφάλισης του, από την προηγούμενη κλήτευση του αντιδίκου πριν από είκοσι τέσσερες (24) τουλάχιστον ώρες, προκειμένου να μπορέσει αυτός να παραστεί κατά την εξέταση, προκύπτει ότι το αποδεικτικό αυτό μέσο (νυν μετά την αντικατάσταση του άρθρου 339 ΚΠολΔ από το άρθρο 36 του Ν. 3994/2011 η ένορκη βεβαίωση αποτελεί πλέον αυτοτελές αποδεικτικό μέσο) δεν καθίσταται απαράδεκτο, σε περίπτωση που δεν παραστεί ο νομίμως προς τούτο κλητευθείς αντίδικος, από μόνο το γεγονός ότι στη σχετική συμβολαιογραφική πράξη ή Ειρηνοδικειακή έκθεση δεν αναγράφεται η ώρα λήψης της ένορκης βεβαίωσης, αρκεί να βεβαιώνεται σε αυτές ότι ο διάδικος, που δεν εμφανίστηκε, κλητεύθηκε νόμιμα και τούτο να αποδεικνύεται από τις σχετικές εκθέσεις επιδόσεως. Η ένορκη αυτή βεβαίωση τότε μόνο δεν συνιστά νόμιμο αποδεικτικό μέσο εάν αυτή δόθηκε πριν περάσουν είκοσι τέσσερις (24) ώρες από την κλήτευση ή σε διαφορετική ώρα από εκείνη για την οποία κλητεύθηκε ο αντίδικος, ο οποίος όμως πρέπει και να προτείνει αυτό (ΑΠ 187/2008). Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, δεν έλαβε υπόψη του την υπ' αριθ…/2007 ένορκη βεβαίωση του Ε. Μ. ενώπιον της Συμβολαιογράφου Ηρακλείου Κρήτης Ιωάννας Νικ. Σφίγγα, την οποία προσεκόμισε και επικαλέστηκε ο εναγόμενος και ήδη αναιρεσείων με τις προτάσεις του προς αντίκρουση των πραγματικών περιστατικών που στηρίζουν τις αγωγές τους οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι, με την αιτιολογία ότι δεν γίνεται μνεία της ώρας που δόθηκε η ένορκη αυτή βεβαίωση ερήμην των κλητευθέντων αντιδίκων του, οι οποίοι είχαν κληθεί νομίμως να παραστούν από ώρα 17.45-18. Της 17-1-2007 όπως προκύπτει από τις υπ' αριθ. …/16.1.2007 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Ρεθύμνου … και την υπ αριθ.…/15.1.2007 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών …, αντίστοιχα. Από το προσκομιζόμενο ακριβές αντίγραφο της ως άνω ένορκης βεβαίωσης προκύπτει ότι αυτή λήφθηκε στις 17-1-2007, ημέρα της εβδομάδος Τετάρτη, χωρίς να αναφέρεται η ακριβής ώρα, με απόντες τους ενάγοντες και ήδη αναιρεσιβλήτους. Εκ τούτου έπεται, ότι η ένορκη αυτή βεβαίωση λήφθηκε μετά την παρέλευση είκοσι τεσσάρων (24) ωρών από την ημερομηνία και ώρα κλητεύσεως των εναγόντων και ήδη αναιρεσιβλήτων με των οποίων, όπως προκύπτει από τις ανωτέρω εκθέσεις επιδόσεως, οι τέσσερες (4) πρώτοι κλητεύθηκαν στις 16-1-2007 και από ώρα 9.28, 9.30, 9.15, 9.20 προκειμένου να παραστούν στις 17-1-2007 από ώρα 17.45 και 18.00 ενώπιον της ανωτέρω Συμβολαιογράφου Ηρακλείου Κρήτης, η δε Πέμπτη αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρεία κλητεύθηκε στις 15-1-2007 και ώρα 15.30 προκειμένου να παραστεί στις 17-1-2007 και ώρα 12.00 ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αχαρνών. Επομένως, εφόσον δεν προβάλλεται ότι η ένορκη αυτή βεβαίωση λήφθηκε σε διαφορετική ώρα από εκείνη για την οποία κλητεύθηκαν οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι, το Εφετείο, παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη του το ως άνω παραδεκτό αποδεικτικό μέσο. Επίσης, από την προσβαλλόμενη απόφαση δεν καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε μαζί με τα υπόλοιπα προσκομιζόμενα και επικαλούμενα έγγραφα και την υπ' αριθ. 39327/4.10.2006 ιατρική γνωμάτευση του Γενικού Νοσοκομείου Ρεθύμνου από την οποία προκύπτουν, αφενός μεν λυσιτελείς ισχυρισμοί έναντι της πρώτης και τρίτης εκ των αναιρεσιβλήτων ως προς την έκταση των τραυματισμών και του ύψους της αποζημιώσεως τους, αφετέρου δε η μετατραυματική απώλεια μνήμης αυτού. Συνεπώς, ο τέταρτος λόγος αναιρέσεως με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από την αριθ. 11 περ.γ. του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, και παρελκούσης της έρευνας των λοιπών λόγων αναιρέσεως, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, αφού είναι δυνατή η συγκρότηση του από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικαστούν οι αναιρεσίβλητοι, λόγω της ήττας τους στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος (άρθρο 176, 180 ΚΠολΔ), σύμφωνα με το διατακτικό. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί την υπ' αριθ. 2844/2009 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.- Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο συγκροτούμενο από άλλους δικαστές.- Και Καταδικάζει τους αναιρεσιβλήτους στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος τα οποία ορίζει στο χρηματικό ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2700) ευρώ.- Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 20 Απριλίου 2013. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 9 Μαΐου 2013. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ