Αριθμός 183/2023 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ A1' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ευδοξία Κιουπτσίδου - Στρατουδάκη, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα, Χρήστο Κατσιάνη, Ασημίνα Υφαντή και Στέφανο - Σπυρίδωνα Πανταζόπουλο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 21 Νοεμβρίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Του αναιρεσείοντος: Α. Ζ. του Θ., κατοίκου ... ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Σταυρούλα Μαρδάκη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις. Της αναιρεσιβλήτου: Εταιρείας με την επωνυμία "..." και το διακριτικό τίτλο "...", που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Βασιλάκη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8/10/2012 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ηρακλείου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 330/2016 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 143/2019 του Μονομελούς Εφετείου Ανατολικής Κρήτης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 15/11/2019 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Υπόκειται προς κρίση η από 15-11-2019 αίτηση για αναίρεση της εκδοθείσας αντιμωλία των διαδίκων κατά την τακτική διαδικασία υπ' αριθμ. 143/2019 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Ανατολικής Κρήτης. Με την προσβαλλόμενη απόφαση έγινε δεκτή η από 1-9-2016 έφεση της εναγομένης, νυν αναιρεσίβλητης, κατ' εφαρμογή του άρθρου 534 ΚΠολΔ σε συνδυασμό με την αντικειμενική εμβέλεια του δεδικασμένου, και εξαφανίστηκε η υπ' αριθμ. 330/2016 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου, η οποία είχε δεχθεί κατ' ουσίαν την από 8-10-2012 αγωγή του ενάγοντος, νυν αναιρεσείοντος, και αφού κράτησε και δίκασε την υπόθεση ως πρωτοβάθμιο δικαστήριο απέρριψε την ως άνω αγωγή κατ' ουσίαν. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ). Πρέπει, επομένως, η αναίρεση να εξεταστεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ). Επειδή, κατά το αριθ. 17 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και αν η ίδια απόφαση περιέχει αντιφατικές διατάξεις. Ο λόγος αυτός ιδρύεται όταν η ίδια απόφαση περιέχει αντιφατικές διατάξεις, έτσι ώστε να καθίσταται αδύνατη η εκτέλεση της ή να εμφανίζεται αβεβαιότητα ως προς τη διάπλαση ή διάγνωση που έλαβε χώρα. Αντίθετα, δεν ιδρύεται, όταν η αντίφαση βρίσκεται στις αιτιολογίες, εκτός αν επέχουν θέση διατακτικού, ούτε μεταξύ αιτιολογιών και διατακτικού (Α.Π. 848/2014, 1506/2014). Στην προκείμενη περίπτωση, από την παραδεκτή κατά το άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων μεταξύ των οποίων και η πρωτοβάθμια υπ' αριθμ. 330/2016 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου και η υπ' αριθμ. 143/2019 αναιρεσιβαλλομένη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Ανατολικής Κρήτης, προκύπτει ότι επί της από 8-10-2012 αγωγής του ενάγοντος, με την οποία αυτός ζητούσε να υποχρεωθεί η εναγόμενη να του καταβάλει το ποσό των 25.733,75 ευρώ από σύμβαση δανείου, εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 330/2016 προαναφερθείσα απόφαση, η οποία αφού απέρριψε τις προβληθείσες ενστάσεις από την εναγόμενη, μεταξύ των οποίων και η ένσταση καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος, δέχθηκε κατ' ουσίαν την αγωγή αυτή και υποχρέωσε την εναγόμενη να καταβάλει στον ενάγοντα το ως άνω ποσό. Κατά της απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου η εναγομένη άσκησε την από 1-9-2016 έφεσή της, η οποία έγινε δεκτή, επειδή το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε ότι η απορριφθείσα ένσταση κατάχρησης δικαιώματος, που μεταβιβάστηκε με λόγο έφεσης από την εκκαλούσα ενώπιόν του, έπρεπε να απορριφθεί ως νόμω αβάσιμη, την οποία και απέρριψε ως τέτοια, και όχι ως ουσία αβάσιμη, όπως θεώρησε ότι την είχε απορρίψει το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, και δεχόμενο ότι δεν αρκεί η αντικατάσταση των αιτιολογιών της προσβαλλόμενης απόφασης κατά το άρθρο 534 ΚΠολΔ, λόγω του ότι μεταβάλλεται κατά τα αντικειμενικά του όρια το εύρος του δεδικασμένου, δέχθηκε την ως άνω έφεση, και αφού εξαφάνισε την προσβαλλόμενη με αυτήν απόφαση, κράτησε και δίκασε την αγωγή, δέχθηκε δε ότι μεταξύ των διαδίκων καταρτίσθηκε η αναφερόμενη στην αγωγή σύμβαση δανείου, απέρριψε κατ' ουσίαν την ένσταση εξοφλήσεως που προέβαλε η εναγομένη-εκκαλούσα, όπως και την ένσταση κατάχρησης δικαιώματος κατά τα προεκτιθέμενα απέρριψε όμως στη συνέχεια την αγωγή και επέβαλε τη δικαστική δαπάνη των δύο βαθμών δικαιοδοσίας σε βάρος της εναγομένης. Με το να δεχθεί όμως αυτά και έτσι που έκρινε το ως άνω δευτεροβάθμιο δικαστήριο περιέλαβε στο αιτιολογικό του αντιφατικές διατάξεις που έχουν προσόντα διατακτικού, κατά τα προαναφερθέντα στη μείζονα πρόταση. Ειδικότερα, ενόψει των παραπάνω παραδοχών του και την απόρριψη των ενστάσεων της αναιρεσίβλητης, τις οποίες ρητά αναφέρει στο αιτιολογικό του, η αγωγή του ενάγοντος κατά λογική ακολουθία έπρεπε να γίνει δεκτή, στη συνέχεια όμως στο αιτιολογικό του μετά την εξαφάνιση, κατά τα προαναφερθέντα, της πρωτόβαθμης απόφασης, απέρριψε κατ' ουσίαν την επίδικη αγωγή, επιβάλλοντας μάλιστα τη δικαστική δαπάνη των δύο βαθμών δικαιοδοσίας, η οποία (δαπάνη) συνέχεται με την ευνοϊκή ή δυσμενή έκβαση της δίκης και αποτελεί παρακολούθημά της, στην εναγομένη εκκαλούσα, παρά το ότι αυτή, κατά τα προαναφερόμενα, φέρεται με την προσβαλλόμενη απόφαση ως νικητής διάδικος, με συνέπεια να υποπέσει στην πλημμέλεια, του άρθρου 559 αριθ. 17 του Κ.Πολ.Δ. Επομένως, ο σχετικός τρίτος λόγος αναίρεσης από τον αρ. 17 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο ο αναιρεσείων επικαλείται τα πιο πάνω, πρέπει να γίνει δεκτός ως ουσιαστικά βάσιμος και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, παρελκομένης της εξέτασης των λοιπών λόγων του αναιρετηρίου. Κατά το άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ: "Αν ο Άρειος Πάγος αναιρέσει την απόφαση για οποιονδήποτε άλλο λόγο, εκτός από εκείνους που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2 (για υπέρβαση δικαιοδοσίας και για παράβαση των διατάξεων των σχετικών με την αρμοδιότητα), μπορεί να κρατήσει την υπόθεση και να τη δικάσει, αν κατά την κρίση του δεν χρειάζεται άλλη διευκρίνιση...". Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη και με τη διάταξη της παραγράφου 4 του ίδιου άρθρου, η οποία ορίζει ότι "οι αποφάσεις της ολομέλειας και των τμημάτων του Αρείου Πάγου δεσμεύουν τα δικαστήρια που ασχολούνται με την ίδια υπόθεση ως προς τα νομικά ζητήματα που έλυσαν", συνάγεται ότι, οσάκις μετά την αναίρεση της απόφασης δεν υπάρχει δικονομικώς έδαφος για περαιτέρω εκδίκαση της υπόθεσης από το δικαστήριο της ουσίας, υπολείπεται δε μόνο η διατύπωση του διατακτικού της απόφασης με βάση την έκταση της αναίρεσης, μπορεί η τελειωτική επί της υπόθεσης απόφαση να εκδοθεί και από τον Άρειο Πάγο. Τέτοιο δικονομικό έδαφος για τη μετά την αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης επανεκδίκαση της υπόθεσης από το ως δικάσαν Εφετείο στην ουσία δεν υπάρχει και στην κρινόμενη περίπτωση, ενόψει του ότι μετά την αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης λόγω των ως άνω αντιφατικών διατάξεων και την εξαφάνιση της πρωτόβαθμης απόφασης εναπομένει η διατύπωση του διατακτικού της ως προς την επίδικη αγωγή βάση των πραγματικών παραδοχών του δικαστηρίου της ουσίας. Κατ' ακολουθίαν τούτων, πρέπει η ένδικη αίτηση αναίρεσης να γίνει εν μέρει δεκτή, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, να κρατηθεί και δικαστεί η υπόθεση ως προς την αγωγή, η οποία πρέπει να γίνει δεκτή κατ' ουσίαν να υποχρεωθεί να καταβάλει η εναγόμενη στον ενάγοντα το ποσό των 25.733,75 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής. Επίσης πρέπει να διαταχθεί η απόδοση του παραβόλου στην αναιρεσείουσα (άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ). Τέλος, τα δικαστικά έξοδα της ένδικης αναίρεσης και αυτά των δύο βαθμών δικαιοδοσίας επί της ως άνω αγωγής πρέπει να επιβληθούν σε βάρος της εναγομένης, σύμφωνα με τα άρθρα 176, 183, 191 ΚΠολΔ, κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί την υπ' αριθμ. 143/2019 απόφαση του μονομελούς Εφετείου Ανατολικής Κρήτης. Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου στον αναιρεσείοντα. Κρατεί και δικάζει την υπόθεση. Δέχεται την από 8-10-2012 αγωγή. Υποχρεώνει την εναγόμενη να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των είκοσι πέντε χιλιάδων επτακοσίων τριάντα τριών ευρώ και εβδομήντα πέντε λεπτών (25.733,75) με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής. Επιβάλλει σε βάρος της αναιρεσίβλητης - εναγόμενης τα δικαστικά έξοδα της αναιρετικής δίκης, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2700) ευρώ και τα δικαστικά έξοδα των δύο βαθμών δικαιοδοσίας τα οποία ορίζει σε χίλια πεντακόσια (1.500) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 8 Δεκεμβρίου 2022. ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 31 Ιανουαρίου 2023. H ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ