Αριθμός 1656/2023 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Α2' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη, Παναγιώτη Βενιζελέα, Κλεόβουλο - Δημήτριο Κοκκορό και Μιχαήλ Αποστολάκη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 25 Σεπτεμβρίου 2023, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "... Α.Ε.", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Γεωργία Μπορδόκα. Των αναιρεσιβλήτων: 1) Χ. Μ. του Δ. και 2) Δ. Μ. του Θ., αμφοτέρων κατοίκων ...ς. Εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Λευκή Κιοσσέ - Παυλίδου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21-11-2016 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο .... Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 158/2017 του ίδιου Δικαστηρίου και 292/2018 του Μονομελούς Εφετείου Θράκης, όπως αυτή διορθώθηκε με την 37/2020 του ίδιου ως άνω Δικαστηρίου. Την αναίρεση της υπ' αριθ. 292/2018 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θράκης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 3-12-2018 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Με την κρινόμενη από 3-12-2018 αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η 292/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θράκης, κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής, κατ' επιτρεπτή κατ' άρθρο 561 § 2 ΚΠολΔ εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων: Με την από 21-11-2016 αγωγή της, η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα εταιρία "Αστικό ΚΤΕΛ ...ς Α.Ε." ζήτησε να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι-αναιρεσίβλητοι, η πρώτη ως πρωτοφειλέτρια και ο δεύτερος ως εγγυητής, να της καταβάλουν το ποσό των 98.249,79 ευρώ, το οποίο η ίδια υποχρεώθηκε να καταβάλει, ευθυνόμενη ως προστήσασα της πρώτης αναιρεσίβλητης, σε μετόχους της, ιδιοκτήτες λεωφορείων, ως αποζημίωση λόγω αδικοπραξίας για ασφαλιστικές εισφορές, που βάρυναν τους μετόχους και παρακρατούσε η αναιρεσείουσα από τα αποδοτέα σε αυτούς κέρδη, προκειμένου να τις καταβάλει για λογαριασμό τους στον οικείο δημόσιο ασφαλιστικό φορέα, αλλά υπεξήρεσε η πρώτη αναιρεσίβλητη κατά την παροχή υπηρεσιών στην αναιρεσείουσα. Η αγωγή έγινε δεκτή με την 158/2017 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου ..., που εκδόθηκε ερήμην των αναιρεσιβλήτων. Οι τελευταίοι άσκησαν έφεση και εκδόθηκε κατ' αντιμωλία των διαδίκων η αναιρεσιβαλλόμενη 292/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θράκης, με την οποία εξαφανίστηκε η πρωτόδικη απόφαση και έγινε εκ νέου δεκτή εξ ολοκλήρου η αγωγή της αναιρεσείουσας. Κατά τη διάταξη του άρθρου 556 § 2 ΚΠολΔ, αναίρεση έχει δικαίωμα να ασκήσει και ο διάδικος που νίκησε, εφόσον έχει έννομο συμφέρον. Ο νικήσας διάδικος πρέπει να επικαλείται ρητά στο αναιρετήριο τη συνδρομή εννόμου συμφέροντος, η οποία κρίνεται από την προσβαλλόμενη απόφαση κατά τη γενική διάταξη του άρθρου 68 ΚΠολΔ και η έλλειψή του, που ερευνάται και αυτεπαγγέλτως σε κάθε στάση της δίκης κατ' άρθρο 73 ΚΠολΔ, συνεπάγεται την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης ως απαράδεκτης. Η ύπαρξη εννόμου συμφέροντος, το οποίο πρέπει να υφίσταται τόσο κατά το χρόνο άσκησης όσο και κατά το χρόνο συζήτησης της αναίρεσης, πρέπει να προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση και να είναι ατομικό και άμεσο του διαδίκου ο οποίος υφίσταται βλάβη. Είναι δυνατόν δε να υπάρξει και όταν ο διάδικος, που νίκησε, βλάπτεται από την αιτιολογία της απόφασης και συγκεκριμένα αν από αυτή δημιουργείται δεδικασμένο εις βάρος του σε άλλη δίκη, αν δηλαδή η αιτιολογία της απόφασης αποτελεί στοιχείο του δικαιώματος που κρίθηκε στη δίκη και στηρίζει το διατακτικό της, οπότε αυτός (νικήσας διάδικος) δικαιούται να ζητήσει την αναίρεση της απόφασης μόνο κατά τη μη ορθή αιτιολογία της. Εξάλλου, ως εσφαλμένη αιτιολογία, με την έννοια του άρθρου 578 ΚΠολΔ, νοείται η νομική αιτία της διαφοράς, δηλαδή οι διατάξεις του νόμου που αποτελούν τη μείζονα πρόταση του νομικού συλλογισμού και δεν ταυτίζεται με τις αιτιολογίες της αποφάσεως που ανάγονται στην ελάσσονα πρόταση του συλλογισμού. Κατά την έννοια των διατάξεων των άρθρων 321, 322 και 324 ΚΠολΔ, η τελεσίδικη απόφαση αποτελεί, μεταξύ των ίδιων προσώπων, με την ίδια ιδιότητα, για το ίδιο αντικείμενο και την ίδια ιστορική και νομική αιτία, δεδικασμένο, το οποίο δεν επιτρέπεται να αμφισβητηθεί και να καταστεί αντικείμενο νέας δίκης το δικαίωμα που κρίθηκε και η δικαιολογική σχέση από την οποία αυτό έχει παραχθεί. Η απαγόρευση αυτή ενεργεί τόσο θετικά, με την έννοια ότι το δικαστήριο, ενώπιον του οποίου ανακύπτει το δικαίωμα που κρίθηκε εξ αφορμής άλλης δίκης, είτε ως κύριο είτε ως προδικαστικό ζήτημα, οφείλει να θέσει ως βάση της αποφάσεώς του το δεδικασμένο που προκύπτει από την απόφαση αυτή, λαμβάνοντάς το ως αλήθεια, όσο και αρνητικά, με την έννοια ότι απαγορεύεται η συζήτηση νέας αγωγής για το ίδιο δικαίωμα, για την ύπαρξη ή μη του οποίου υπάρχει δεδικασμένο. Το δεδικασμένο αυτό εκτείνεται στο ουσιαστικό ζήτημα που κρίθηκε, αν η απόφαση έκρινε οριστικά για έννομη σχέση που προβλήθηκε με αγωγή, ανταγωγή, κύρια παρέμβαση ή ένσταση συμψηφισμού, έννομη δε σχέση, κατά την έννοια των παραπάνω διατάξεων, είναι το σύνολο των έννομων συνεπειών που κρίθηκαν τελεσιδίκως και όχι τα πραγματικά γεγονότα που γέννησαν ή απέσβεσαν τις έννομες αυτές συνέπειες. Ακόμη, δεδικασμένο δημιουργείται και από τις αιτιολογίες της τελεσίδικης απόφασης, όταν δηλαδή οι αιτιολογίες αυτές αποτελούν στοιχεία του δικαιώματος που κρίθηκε στη δίκη και έτσι ανήκουν στο διαγνωστικό μέρος της απόφασης, στο οποίο υπάρχει η κρίση του δικαστηρίου, καταφατική ή αποφατική, για το δικαίωμα, έχοντας έτσι τα προσόντα διατακτικού. Οι τελεσίδικες αποφάσεις αποτελούν δεδικασμένο ως προς εκείνα μόνο τα ζητήματα, επί των οποίων η κρίση και απόφανση ήταν αναγκαία για τη διάγνωση της διαφοράς και τα οποία έτσι στηρίζουν το διατακτικό τους, όχι δε και ως προς τα πλεοναστικώς ερευνηθέντα (Α.Π. 686/2020, Α.Π. 39/2020). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 330 ΚΠολΔ, το δεδικασμένο εκτείνεται στις ενστάσεις που προτάθηκαν καθώς και σε εκείνες που μπορούσαν να προταθούν και δεν προτάθηκαν. Από τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό προς τις ανωτέρω διατάξεις των άρθρων 322 και 324 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι καλύπτονται από το δεδικασμένο όλες οι ενστάσεις που προτάθηκαν, ασχέτως της νομικής τους θεμελίωσης. Έτσι αποκλείεται το αμυντικό δικαίωμα του διαδίκου να προτείνει σε νέα δίκη, προδικαστικό ζήτημα της οποίας αποτελεί ζήτημα που έχει λυθεί ήδη με προηγούμενη απόφαση έχουσα ισχύ δεδικασμένου, ενστάσεις που πρότεινε σε προηγούμενη δίκη, καθώς και εκείνες που μπορούσε να προτείνει και δεν πρότεινε για οποιοδήποτε λόγο (Α.Π. 1861/2022). Στην προκειμένη περίπτωση, οι αναιρεσίβλητοι με τις προτάσεις τους ενώπιον του Εφετείου προέβαλαν ένσταση εξόφλησης, ισχυριζόμενοι ότι η επίδικη απαίτηση της αναιρεσείουσας αποσβέσθηκε με δόσεις αντί καταβολής, που έγιναν με τη μεταβίβαση εκ μέρους του δεύτερου αναιρεσιβλήτου στην αναιρεσείουσα δύο ακινήτων με ισάριθμα συμβολαιογραφικά έγγραφα, και διευκρινίζοντας ότι στα συμβόλαια αναφέρεται μεν ως αιτία των μεταβιβάσεων η πώληση, πλην όμως οι σχετικές δηλώσεις βουλήσεως των συμβαλλομένων δεν έγιναν στα σοβαρά, παρά μόνο φαινομενικά και κάτω από τις εικονικές δικαιοπραξίες καλύπτονται έγκυρες συμβάσεις δόσεων αντί καταβολής, τις οποίες ήθελαν τα μέρη. Το Εφετείο απέρριψε την ένσταση ως ουσιαστικά αβάσιμη, με την αιτιολογία ότι οι μεταβιβάσεις έγιναν πράγματι εικονικά λόγω πωλήσεως, όμως οι υποκρυπτόμενες συμβάσεις δεν ήταν δόσεις αντί καταβολής, αλλά συμβάσεις εξασφάλισης, και μάλιστα έτερης απαίτησης της ίδιας της αναιρεσείουσας κατά της πρώτης αναιρεσίβλητης από παρόμοια αιτία (υπεξαίρεση των ασφαλιστικών εισφορών του προσωπικού της) και όχι των απαιτήσεων των μετόχων-ιδιοκτητών, επομένως ήταν άκυρες κατ' άρθρο 138 § 1 Α.Κ. και δεν επέφεραν την εξόφληση της απαίτησης της αναιρεσείουσας, ενόψει και του ότι η εξασφάλιση αντιβαίνει στις διατάξεις των άρθρων 1033 και 1239 Α.Κ. και δεν αποτελεί νόμιμη αιτία μεταβίβασης ακινήτου. Με την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως η αναιρεσείουσα, που νίκησε, προβάλλει ότι το Εφετείο, με την παραδοχή ότι οι συμβάσεις μεταβίβασης των ακινήτων ήταν εντελώς άκυρες ως εικονικές πωλήσεις, που υπέκρυπταν εξασφάλιση ανεπίτρεπτη ως αιτία μεταβίβασης, αφενός έλαβε υπόψη παρά το νόμο πράγματα, που δεν προτάθηκαν από τους αναιρεσίβλητους, και αφετέρου παραμόρφωσε το περιεχόμενο του από 27-5-2010 έγγραφου ιδιωτικού συμφωνητικού, με το οποίο ο δεύτερος αναιρεσίβλητος εγγυήθηκε ότι θα καταβάλει την οφειλή της πρώτης. Όμως, η αναιρεσείουσα δεν αναφέρει ρητά στο αναιρετήριο σε τί έγκειται το έννομο συμφέρον της για εξαφάνιση της προσβαλλόμενης απόφασης, όπως όφειλε να πράξει ως νικήσασα διάδικος, κατά τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, έλλειψη που ερευνάται αυτεπαγγέλτως και έχει ως συνέπεια το απαράδεκτο της αίτησης. Αλλά ακόμη και αν γίνει δεκτό ότι με το αναιρετήριο επιχειρείται η θεμελίωση εννόμου συμφέροντος στην παραδοχή του Εφετείου ότι οι μεταβιβάσεις των ακινήτων από τον δεύτερο αναιρεσίβλητο στην αναιρεσείουσα είναι εντελώς άκυρες, επειδή οι εικονικές πωλήσεις υποκρύπτουν εξασφάλιση, το γεγονός αυτό δεν αρκεί για τη στοιχειοθέτηση εννόμου συμφέροντος, επειδή το δεδικασμένο από την εφετειακή απόφαση εκτείνεται μόνο στην απόρριψη της ένστασης των αναιρεσιβλήτων περί εξόφλησης με δόσεις αντί καταβολής, και όχι στην παραδοχή του Εφετείου ότι, αντί των επικαλούμενων από τους αναιρεσίβλητους δόσεων αντί καταβολής, οι υποκρυπτόμενες δικαιοπραξίες συνιστούν ανεπίτρεπτη ως αιτία μεταβίβασης ακινήτων εξασφάλιση, η οποία (παραδοχή) αποτελεί ζήτημα που ερευνήθηκε πλεοναστικώς, δεν στηρίζει τη διάταξη περί απόρριψης της ένστασης, η οποία (διάταξη) στηρίζεται στην ανυπαρξία συμβάσεων δόσεων αντί καταβολής και, ως εκ τούτου, δεν δημιουργεί δεδικασμένο, κατά τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη. Επομένως, εφόσον το δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση περιέλαβε σ' αυτή πλεοναστικές αιτιολογίες, δηλαδή αιτιολογίες που δεν ήταν αναγκαίες για την κρίση της διαφοράς, δεν τίθεται ζήτημα αποτροπής δεδικασμένου από τις πλεοναστικές αιτιολογίες, και δεν υπάρχει, έννομο συμφέρον να αποτραπεί δεδικασμένο με την αναίρεση της προσβαλλόμενης αποφάσεως ως προς την εν λόγω αιτιολογία της ακόμη και στην περίπτωση κατά την οποία αυτή ήταν εσφαλμένη, εφόσον στην περίπτωση αυτή, σύμφωνα με τα παραπάνω, δεν δημιουργείται δεδικασμένο. Πρέπει, κατά συνέπεια, να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως ως απαράδεκτη και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα, λόγω της ήττας της, στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 176 και 183 ΚΠολΔ. Επίσης, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο δημόσιο ταμείο κατ' άρθρο 495 § 3 ΚΠολΔ. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 3-12-2018 αίτηση της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Αστικό ΚΤΕΛ ... Α.Ε." για αναίρεση της υπ' αριθμ. 292/2018 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θράκης. Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ. Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο δημόσιο ταμείο. ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 23 Οκτωβρίου 2023. ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 6 Νοεμβρίου 2023. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ