ΑΡΙΘΜΟΣ 1012/2007 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ E΄ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πολύκαρπο Βούλγαρη, Αντιπρόεδρο, Δημήτριο Κιτρίδη, Ηρακλή Κωνσταντινίδη, Κωνσταντίνο Κούκλη - Εισηγητή και Ζήση Βασιλόπουλο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 16 Φεβρουαρίου 2007, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ρούσσου - Εμμανουήλ Παπαδάκη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ1 , που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Κωνσταντέλλο, περί αναιρέσεως της 694, 695/2005 αποφάσεως του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Αθηνών. Το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ΄ αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 13 Φεβρουαρίου 2006 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 441/2006. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο τον αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Ι. Κατά το άρθρο 339 παρ. 1 ΠΚ,: "1." Οποιος ενεργεί ασελγή πράξη με πρόσωπο νεότερο από 15 ετών ή το παραπλανά με αποτέλεσμα να ενεργήσει ή να υποστεί τέτοια πράξη τιμωρείται, αν δεν υπάρχει περίπτωση να τιμωρηθεί βαρύτερα για το έγκλημα του άρθρου 351Α ως εξής: α) αν ο παθών δεν συμπλήρωσε τα δέκα έτη, με κάθειρξη τουλάχιστον δέκα ετών, β) αν ο παθών συμπλήρωσε τα δέκα, όχι όμως και τα δέκα τρία έτη, με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών και γ) αν συμπλήρωσε τα δέκα τρία έτη με φυλάκιση". Από την πιο πάνω διάταξη, η οποία έχει σκοπό τη να προστατεύσει την αγνότητα της νεαρής ηλικίας προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση της αντικειμενικής υπόστασης του πιο άνω πάνω εγκλήματος απαιτείται η ενέργεια ασελγούς πράξεως, ως τέτοια δε πράξη νοείται, κάθε εκδήλωση της γενετήσιας ζωής που θίγει σοβαρά τη γενετήσια ευπρέπεια του μέσου ανθρώπου, προσβάλει δηλαδή αντικειμενικά το κοινό αίσθημα της αιδούς και των ηθών και αποβλέπει υποκειμενικά στον ηδονισμό, τη διέγερση δηλαδή και ικανοποίηση της γενετήσιας ορμής του υπαιτίου. Ο υπαίτιος δε πρέπει να γνωρίζει ότι το πρόσωπο κατά του οποίου κατευθύνεται η πράξη του έχει τις πιο πάνω ηλικίες, αρκεί δε και ενδεχόμενος δόλος, ο οποίος στην περίπτωση αυτή υπάρχει αν ο δράστης αμφιβάλει ως προς την ηλικία του παθόντος. Εξάλλου η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των αρ. 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το αρ. 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ λόγον αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτήν με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα προκύψαντα από την αποδεικτική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και η αξιολόγησή τους και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Ως προς τις αποδείξεις, αρκεί αυτές να αναφέρονται στην απόφαση κατ' είδος, χωρίς να είναι απαραίτητο να διευκρινίζεται από ποίο ή ποία αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε η κάθε παραδοχή. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Ειδικότερα, δεν υπάρχει έλλειψη αιτιολογίας και στην περίπτωση που η αιτιολογία της αποφάσεως εξαντλείται στην επανάληψη του διατακτικού της αποφάσεως, το οποίο περιέχει εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου και πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατυπώσεως του σκεπτικού. Η επιβαλλομένη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία των αποφάσεων πρέπει να υπάρχει, όχι μόνο ως προς την κατηγορία, αλλά να επεκτείνεται και στους προβαλλόμενους από τον κατηγορούμενο ή από τον συνήγορό του, κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, αυτοτελείς ισχυρισμούς. Αυτοί δε είναι εκείνοι οι οποίοι προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τα άρ. 170 παρ. 2 και 333 παρ. 2 ΚΠΔ και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξεως ή της ικανότητας για καταλογισμό ή στη μείωση αυτής ή στην εξάλειψη του αξιοποίνου της πράξεως ή στη μείωση της ποινής. Τέλος, εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, υπάρχει όταν ο δικαστής αποδίδει διαφορετική έννοια σ' αυτή από εκείνη που πράγματι έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή υφίσταται όταν ο δικαστής δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε στη διάταξη που εφαρμόστηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, που ιδρύει, όπως και οι παραπάνω πλημμέλειες, του εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, υπάρχει και όταν η παραβίαση εκείνη λαμβάνει χώρα εκ πλαγίου, γιατί δεν αναφέρονται στην απόφαση με σαφήνεια, πληρότητα και συγκεκριμένο τρόπο τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν. Κατά την κρίση του δικαστηρίου από την ακροαματική διαδικασία ή κατά την έκθεση αυτών υπάρχει αντίφαση είτε στην ίδια την αιτιολογία είτε μεταξύ της αιτιολογίας και του διατακτικού της αποφάσεως, ώστε να μη είναι εφικτός ο έλεγχος από τον Αρειο Πάγο για την ορθή ή μη εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νομίμου βάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Αθηνών με την προσβαλλομένη υπ' αριθμ. 694, 695/2005 απόφασή του και μετά από συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων που κατ' είδος μνημονεύει, εκήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο - αναιρεσείοντα αποπλανήσεως παιδιού που συμπλήρωσε τα 13 έτη και επέβαλε εις αυτόν ποινή φυλακίσεως δύο ετών, ανασταλείσαν επί πενταετία. Για να καταλήξει στην κρίση του αυτή το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, δέχθηκε ειδικότερα τα ακόλουθα: Στις 11/9/2001 και περί ώρα 19.00 ο κατηγορούμενος, περιφερόταν με το αυτοκίνητό του στην περιοχή της πλατείας Βάθης, όταν τον πλησίασε η ανήλικη αθίγγανη Ψ1 , ηλικίας τότε 14 ετών, και του πρότεινε έναντι αμοιβής 10.000 δρχ. να κάνουν έρωτα. Ο κατηγορούμενος, αν και αντελήφθηκε την ηλικίας της ανήλικης, αφού προκατέβαλε την αμοιβή των 10.000 δρχ., την επιβίβασε στο αυτοκίνητό του και μετέβη στην οδό....... στην περιοχή του Βοτανικού όπου και στάθμευσε. Ακολούθως πήγε στο πίσω κάθισμα του αυτοκινήτου μαζί με την ανήλικη και αφού κατέβασε το παντελόνι του και το εσώρουχό του, ζήτησε να του χαϊδέψει το πέος του και στη συνέχεια να προβεί σε πεοθηλασμό. Πράγματι η ανήλικη χάϊδευσε το πέος του κατηγορουμένου και έσκυψε πάνω σ' αυτό προκειμένου να προβεί σε πεοθηλασμό. Την στιγμή εκείνη και ενώ ο κατηγορούμενος θώπευε το στήθος και τους μηρούς της ανήλικης, διήλθε από την οδό που ήταν σταθμευμένο το αυτοκίνητο, ένα περιπολικό, όπου επέβαιναν οι αστυνομικοί ...... και ....., που εξετάσθηκαν ως μάρτυρες. Οι εν λόγω αστυνομικοί αντελήφθησαν τι συνέβαινε εντός του αυτοκινήτου και ζήτησαν από τον κατηγορούμενο και την ανήλικη να εξέλθουν. Οι αστυνομικοί μόλις είδαν την ανήλικη αντελήφθηκαν αμέσως ότι ήταν κάτω των 15 ετών. Αρχικά προσδιόρισαν την ηλικία της στα 12-13 έτη. Ενώπιον του Δικαστηρίου υποστήριξαν τελικά όταν ήταν περίπου 14 ετών. Η ανήλικη όταν εξήλθε από το αυτοκίνητο κρατούσε στα χέρια της χαρτονομίσματα (συνολικά 18.000 δρχ.) και όταν είδε τους αστυνομικούς άρχισε να κλαίει. Τούτο έπραξε όχι για άλλη αιτία, αλλά διότι φοβήθηκε ότι οι αστυνομικοί θα προέβαιναν στη σύλληψή της ως πόρνη. Ουδεμία ανακούφιση ένοιωσε από την παρουσία των αστυνομικών ούτε προέβη σε οποιαδήποτε καταγγελία για ότι υποχρεώθηκε να πράξει οτιδήποτε χωρίς τη θέλησή της. Ακολούθως οι αστυνομικοί οδήγησαν τον κατηγορούμενο και την ανήλικη στο αστυνομικό τμήμα. Στην από 11/9/2001 προανακριτική κατάθεσή της η παθούσα υποστήριξε ότι ζήτησε από τον κατηγορούμενο χρήματα, όταν το αυτοκίνητό του σταμάτησε σε ένα φανάρι πλησίον της Ομονοίας, και ότι εκείνος της υποσχέθηκε όταν θα της δώσει και ότι προσφέρθηκε να την μεταφέρει με το αυτοκίνητό του στην αδελφή της που διέμενε πλησίον (Ομόνοια), πλην όμως - κατά τους ισχυρισμούς της ανήλικης - την μετέφερε στην οδό ..... όπου την εξανάγκασε να προβεί σε ασελγείς πράξεις ("να τον χαϊδέψει και να το παίξει"). Η ίδια εξήγησε ότι τα χρήματα (18.000 δρχ.) που είχε στο πορτοφόλι της τα μάζεψε "από τα φανάρια". Δήλωσε δε ότι επιθυμούσε την ποινική δίωξη του κατηγορουμένου. Από την αποδεικτική όμως διαδικασία προέκυψε ότι τα γεγονότα έλαβαν χώρα όπως πιο πάνω περιγράφηκαν. Ουδεμία σωματική ή άλλη βία άσκησε επ' αυτής ο κατηγορούμενος. Αντίθετα αυτή με τη θέλησή της επιβιβάστηκε και ζήτησε να έναντι αμοιβής να πράξει όσα έπραξε. Τούτο σαφώς προκύπτει από το γεγονός ότι στην κατοχή της βρέθηκε το ποσό των 18.000 δρχ. και μάλιστα σε χαρτονομίσματα, ενώ αν ήταν αληθές ότι ζητούσε από τους διερχόμενους οδηγούς χρήματα στο φανάρι, τότε θα έπρεπε να είχε βρεθεί στην κατοχή της κάποιο ποσό σε κέρματα. Επιπλέον πρέπει να παρατηρηθεί ότι μετέβη με τη θέλησή της από το εμπρός κάθισμα στο πίσω κάθισμα και είχε τη δυνατότητα, αν ήθελε, να διαφύγει, και - κυρίως - όχι μόνο δεν ζήτησε βοήθεια από το διερχόμενο περιπολικό, αλλά ούτε, όπως προαναφέρθηκε, κατήγγειλε στους αστυνομικούς, κατά το γενόμενο έλεγχο, ότι ο κατηγορούμενος διέπραξε οτιδήποτε σε βάρος της. Αλλά και οι ίδιοι οι αστυνομικοί αντελήφθησαν ότι η ανήλικη ενεργούσε με τη θέλησή της. Μετά τη σύλληψη του κατηγορουμένου αναζητήθηκαν οι οικείοι της παθούσας (και συγκεκριμένα ο πατέρας της, τουλάχιστον κατά δήλωση της παθούσας), πλην όμως, αν και αυτός ενημερώθηκε, ουδέποτε προσήλθε. Η ίδια η ανήλικη, η οποία τέθηκε υπό την προστατευτική φύλαξη στην ειδική επαγγελματική σχολή ".....", διέφυγε και δεν κατέστη δυνατόν να βρεθεί. Επίσης δεν κατέστη δυνατόν να βρεθεί στη διεύθυνση που είχε δηλώσει προκειμένου να προσέλθει να καταθέσει ως μάρτυρας στην παρούσα υπόθεση. Το γεγονός δε ότι η παθούσα, ηλικίας σήμερα 18 ετών, όπως και οι οικείοι της, δεν έδειξαν ενδιαφέρον για την παρούσα υπόθεση, ενισχύει την άποψη ότι οι συνθήκες κάτω από τις οποίες έλαβε χώρα η πράξη για την οποία κατηγορείται ο κατηγορούμενος (δηλαδή ως προς την οικειοθελή εκ μέρους της παθούσας, έναντι αμοιβής, τέλεση των ασελγών πράξεων που έλαβαν χώρα), είναι, κατά βάση, εκείνες που ο ίδιος εκθέτει. Ο κατηγορούμενος ουσιαστικά δεν αρνήθηκε ότι ενήργησε ασελγείς πράξεις με την ανήλικη. Επεχείρησε όμως να διαφοροποιήσει το είδος των ασελγών πράξεων που έλαβαν χώρα, όπως πιο πάνω περιγράφηκαν. Τελικά δέχθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου ότι επειδή η ανήλικη τον είχε "ερεθίσει" αυτοϊκανοποιήθηκε ενώπιόν της, ενώ παράλληλα δεν αρνήθηκε ότι η παθούσα τον θώπευε για να τον "βοηθήσει" να αυνανισθεί - έστω και κατά τρόπο που δεν τον ικανοποιούσε - ενώ ο ίδιος τη θώπευσε στο στήθος και στα πόδια. Δηλαδή ο κατηγορούμενος σε κάθε περίπτωση - και με τη δική του εκδοχή - προέβη σε ασελγείς πράξεις με την έννοια που αναφέρθηκε στην αρχή και απέβλεπε η όλη συμπεριφορά του στη διέγερση, δηλαδή και ικανοποίηση της γενετήσιας ορμής του. Στη συνέχεια όμως επιχείρησε με διαφόρους τρόπους να δικαιολογήσει την πράξη του αυτή. Ειδικότερα ο κατηγορούμενος κατά την προανακριτική του απολογία καταθέτει ότι "εντός του αυτοκινήτου είδα ότι ήταν μικρό για αυτό και δεν προχωρήσαμε και στην ερωτική πράξη. Της ζήτησα να με χαϊδέψει και δεν ήξερε. Δεν μου έκανε τσιμπούκι γιατί δεν ήθελε ούτε την πίεσα... Την είδα ότι ήτανε μικρή αλλά αφού δούλευε στο ξενοδοχείο όπως μου είπε η ίδια νόμισα ότι δεν ήταν ανήλικη... ". Στο απολογητικό αυτού υπόμνημα που κατέθεσε, πλην άλλων εξιστορεί: "κατόπιν τη χάϊδεψα για λίγο στο στήθος και στα πόδια της, χωρίς να της αφαιρέσω το παραμικρό ρούχο, ενώ παράλληλα έβγαλα τα παντελόνι και το εσώρουχό μου. Τότε η παθούσα μου είπε ότι δεν ήθελε να κάνουμε έρωτα ούτε να προβεί σε πεοθηλασμό παρά μόνο θα με βοηθούσε να αυνανιστώ... ". Κατά την ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου απολογία του ο κατηγορούμενος δέχθηκε ότι επιβίβασε στο αυτοκίνητό του την ανήλικη την οποία εξέλαβε ως πόρνη, με σκοπό να συνουσιασθεί μετ' αυτής εντός του αυτοκινήτου, έναντι ανταλλάγματος 10.000 δρχ., ότι φορούσε ένα μπλουζάκι και εξείχαν οι θηλές της και αυτό τον "ερέθισε", και ότι όταν μετέβη και στάθμευσε το αυτοκίνητό του στο μέρος που συνελήφθη ο κατηγορούμενος της ζήτησε να προβεί σε πεολειχία και όχι σε συνουσία, αφενός διότι η ανήλικη του είπε "μη το κάνεις γιατί πήγα με άλλους πριν και με πονάει" και, αφετέρου, διότι ο ίδιος είχε μετανιώσει διότι αντελήφθηκε ότι ήταν μικροκαμωμένη και ρυπαρή. Υποστήριξε δε περαιτέρω ότι η ανήλικη δεν δέχθηκε να του κάνει πεολειχία γι' αυτό και αυτός προσπάθησε να αυτοϊκανοποιηθεί. Ο κατηγορούμενος, επιπλέον των όσων ήδη αναφέρθηκαν, προέβαλε δια του συνηγόρου του, με μορφή των αυτοτελών ισχυρισμών, ότι τελούσε σε πραγματική και νομική πλάνη και δεν πρέπει να του καταλογισθεί η αποδιδόμενη σ' αυτόν πράξη, διότι κατά το χρόνο τελέσεως αυτής αγνοούσε ότι η ανήλικη ήταν νεότερη των 15 ετών (ξ30 παρ. 1 ΠΚ), άλλως, ότι καλοπίστως και πεπλανημένως πίστευε ότι ουδεμία παράβαση νόμου διέπραττε. Οι ισχυρισμοί αυτοί είναι αβάσιμοι. Η ανήλικη παθούσα, όπως προέκυψε από τα πιο πάνω αποδεικτικά στοιχεία είχε φυσιογνωμία με παιδικά χαρακτηριστικά, πράγμα το οποίο έγινε αμέσως αντιληπτό από τους αστυνομικούς που τον συνέλαβαν. Αλλωστε, όπως προαναφέρθηκε, ο κατηγορούμενος ουσιαστικά δέχθηκε κατά την προανακριτική απολογία του ότι η παθούσα έδειχνε ότι ήταν μικρότερη των 15 ετών. Ο ίδιος επεχείρησε να ανασκευάσει την αρχική του παραδοχή ως προς την ηλικία της παθούσας υποστηρίζοντας ότι οι αστυνομικοί του έθεσαν ως δεδομένο ότι ήταν 14 ετών. Είναι προφανές όμως ότι ο κατηγορούμενος, ακόμη και αν αυτό συνέβη, συμφώνησε με την εκτίμηση αυτή των αστυνομικών. Αλλωστε όταν είδε στο αυτοκίνητο κατά την τέλεση των ασελγών πράξεων ότι "ήταν μικρό" και δεν προχώρησε στη πλήρη συνουσία δεν είχε ακούσει ακόμη την εκτίμηση των αστυνομικών. Ενόψει αυτών και όσων προαναφέρθηκαν, σύμφωνα και με τα λοιπά αποδεικτικά στοιχεία το Δικαστήριο δέχεται ότι η ηλικία της παθούσας ήταν 14 ετών. Τέλος πρέπει να παρατηρηθεί ότι ο κατηγορούμενος αναφέρεται στις διαβεβαιώσεις της παθούσας ότι ήταν δήθεν άνω των 16 ετών (ή και των 18), γεγονός που ενισχύει το συμπέρασμα ότι και ο ίδιος είχε αντιληφθεί την πραγματική της ηλικία, ενώ τις διαβεβαιώσεις αυτής, ενόψει και των συνθηκών γνωριμίας, ουδόλως θα έπρεπε να τις λάβει υπόψη (ούτε βεβαίως τις έλαβε), αφού αυτή σε κάθε περίπτωση δεν θα αποκάλυπτε την πραγματική της ηλικία. Περαιτέρω τα όσα αναφέρονται στους αυτούς πιο πάνω ισχυρισμούς σχετικά με τον τρόπο ενδύσεως της παθούσας, τον επαγγελματισμό τον οποίο επέδειξε (προκαταβολή αμοιβής κ.λ.π.), τον φορτικό τρόπο προσεγγίσεως κα την πόλη εμφάνισή της κ.λ.π., είναι χωρίς ιδιαίτερη σημασία, δεδομένου ότι όπως προαναφέρθηκε η ηλικία της παθούσας (14 ετών) και εμφανής ήταν και την αντελήφθηκε ο κατηγορούμενος. Αλλωστε, όπως και ο ίδιος ο κατηγορούμενος δέχθηκε ουδεμία εμπειρία αυτή επέδειξε κατά τη διάπραξη των ασελγών πράξεων, αφού όπως κατέθεσε και προανακριτικά αυτή δεν ήξερε καν να τον χαϊδέψει κατά τον τρόπο που της είχε ζητήσει. Ούτε βεβαίως δύναται να γίνει δεκτό ότι ο κατηγορούμενος δικαιολογημένα πίστευε ότι είχε το δικαίωμα να τελέσει την πράξη που κατηγορείται. Ακόμη και αν πίστευε ότι η ανήλικη ήταν επαγγελματίας πόρνη, από τη στιγμή που αντελήφθηκε ότι ήταν 13-14 ετών, δεν είναι συγγνωστό να πιστεύει ότι η πράξη του ήταν νόμιμη, ούτε βεβαίως προέκυψε ότι αυτός είχε παρόμοια πεποίθηση. Ο κατηγορούμενος με το 2696/03 παραπεμπτικό βούλευμα του Συμβουλίου Πλημ/κών Αθηνών παραπέμφθηκε να δικαστεί για το έγκλημα του βιασμού, για το οποίο και είχε ασκηθεί ποινική δίωξη και ειδικότερα για το ότι "στο Βοτανικό Αττικής στις 11/9/01 με σωματική βία εξανάγκασε άλλον σε τέλεση ασελγούς πράξεως και ειδικότερα στο ανωτέρα τόπο και χρόνο αφού παρέσυρε την ανήλικη αθίγγανη Ψ1 στο αυτοκίνητό του, την έπιασε από το λαιμό και την εξανάγκασε να χαϊδέψει και να παίξει το γεννητικό του μόριο". Όμως είναι επιτρεπτή μεταβολή της κατηγορίας από βιασμό σε αποπλάνηση ανηλίκου, αφού τα προκύψαντα από την αποδεικτική διαδικασία και συνιστώντα την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος της αποπλανήσεως πραγματικά περιστατικά, όπως αυτά εκτίθενται πιο πάνω και στο διατακτικό, δεν διαφέρουν ουσιωδώς από εκείνα για τα οποία ασκήθηκε ποινική δίωξη. Οι σχετικοί δε ισχυρισμοί δε του κατηγορουμένου ότι παραπέμφθηκε για άλλα άσχετα από εκείνα που καταδικάσθηκε περιστατικά, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Ο συνήγορος του κατηγορουμένου ζήτησε, επικουρικά, να αναγνωρισθούν σ' αυτόν τα ελαφρυντικά του προτέρου εντίμου βίου, της ειλικρινούς μεταμέλειας και ότι συμπεριεφέρθησαν καλώς για μεγάλο σχετικά χρονικό διάστημα μετά την πράξη τους (84 παρ. 2 περ. α, δε και ε). Το Δικαστήριο εν προκειμένω δέχεται ότι ο κατηγορούμενος πράγματι έζησε ως το χρόνο που έγινε το πιο πάνω έγκλημα έντιμη ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή και πρέπει η ποινή που θα του επιβληθεί να μειωθεί στο μέτρο του άρθρου83 ΠΚ (άρθρο 84 παρ. 1, 2 περ. α ΠΚ). Επίσης δέχεται ότι ο κατηγορούμενος συμπεριφέρθηκε καλά μετά την τέλεση της πιο πάνω πράξεως για σχετικά μεγάλο διάστημα. Το Δικαστήριο όμως δεν δέχεται το αίτημα του πληρεξουσίου του κατηγορουμένου να του χορηγηθεί και το ελαφρυντικό της παρ. 2 περ. δ του άρθρου 84 ΠΚ, αφού από την αποδεικτική διαδικασία δεν προέκυψαν κατά την κρίση του Δικαστηρίου στοιχεία από τα οποία να προκύπτει ειλικρινής αυτού μεταμέλεια. Αντίθετα ο κατηγορούμενος επεδίωξε να δικαιολογήσει τα όσα διέπραξε προβάλλοντας τους προαναφερόμενους αβάσιμους ισχυρισμούς. Πρέπει συνεπώς να κηρυχθεί ένοχος ο κατηγορούμενος, όπως και πρωτοδίκως και όπως ειδικότερα εκτίθεται στο διατακτικό, αποπλανήσεως ανηλίκου κάτω των 15 ετών, που είχε όμως συμπληρώσει τα 13 έτη, κατ' επιτρεπτή μεταβολή της αρχικής κατηγορίας του βιασμού, αλλά με τις ελαφρυντικές περιστάσεις του άρθρου 84 παρ. 2α και ε του ΠΚ και να του επιβληθεί ποινή μειωμένη (83 ΠΚ), απορριπτομένων των λοιπών ισχυρισμών και αιτημάτων, συμπεριλαμβανομένων και του αιτήματος μεταβολής της κατηγορίας και "υπαγωγής της εις τον απαγορευτικό κανόνα του άρθρου 337 ΠΚ", ενόψει των πιο πάνω πραγματικών περιστατικών που αποδείχθηκαν. Με αυτά που δέχθηκε το κατ' έφεση δικάσαν δικαστήριο, διέλαβε στην απόφασή του την από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ αξιουμένη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει εις αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, όλα τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, κατά την ανέλεγκτη κρίση του, αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του προαναφερθέντος εγκλήματος, για το οποίο καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους νομικούς συλλογισμούς, με βάση τους οποίους υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 14, 26, 27 και 339 παρ. 1γ του ΠΚ, τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε και τις οποίες ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου παραβίασε με την παραδοχή δηλαδή ασαφών, ελλειπών ή αντιφατικών αιτιολογιών και έτσι η απόφαση δεν στερείται νομίμου βάσεως, σημειουμένου ειδικότερα εδώ ότι τα αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά ορθώς υπήχθησαν στην έννοια της διατάξεως του άρθρου 339 παρ. 1γ ΠΚ και όχι σε εκείνην της διατάξεως του άρθρου 337 ΠΚ. Προσθέτως, με ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία η προσβαλλομένη απόφαση απέρριψε τους αυτοτελείς ισχυρισμούς του κατηγορουμένου περί πραγματικής και συγγνωστής νομικής πλάνης καθώς και την ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ. 2 δ ΠΚ, ο δε καθορισμός της επιβληθείσης ποινής, ενόψει και των ελαφρυντικών περιστάσεων που αναγνωρίστηκαν, έγινε βάσει των κριτηρίων του άρθρου 79 παρ. 2 ΠΚ. Επομένως οι λόγοι αναιρέσεως περί ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της προσβαλλομένης αποφάσεως και περί εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής των ως άνω ουσιαστικών ποινικών διατάξεων (άρθρ. 510 παρ. 1Δ, Ε ΚΠΔ), πρέπει να απορριφθούν, ως αβάσιμοι και καθό μέρος με αυτούς πλήττεται η ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου, οι λόγοι αυτοί είναι απορριπτέοι, ως απαράδεκτοι. Απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, η οποία ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 ΑΚ ΠΔ λόγο αναιρέσεως, προκαλείται και όταν δεν τηρηθούν οι διατάξεις που καθορίζουν την εμφάνιση, την εκπροσώπηση και την υπεράσπιση του κατηγορουμένου και την άσκηση των δικαιωμάτων που του παρέχονται, στις περιπτώσεις και με τις διατυπώσεις που επιβάλλει ο νόμος. Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως προβάλλει απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, διότι: α) μη νομίμως ανεγνώσθη προανακριτική την απολογία στο Α.Τ. Πετραλώνων καθώς και οι από 13-9-2001 προανακριτικές καταθέσεις των δύο εξετασθέντων μαρτύρων κατηγορίας β) ανεπιτρέπτως ελήφθη υπόψη μη σαφώς προσδιορισμένο έγγραφο και ειδικότερα απολογητικό του υπόμνημα (ποίο εξ όλων και ενώπιον τινος είχε υποβληθεί) και γ) δεν αναγνώσθηκαν έγγραφα, των οποίων εζήτησε την ανάγνωση. Επί του λόγου αυτού αναιρέσεως, πρέπει να παρατηρηθούν τα εξής: Όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των πρακτικών και της προσβαλλομένης αποφάσεως, ο κατηγορούμενος δια του συνηγόρου του, υπέβαλε εγγράφως στο δικαστήριο της ουσίας και ανέπτυξε προφορικώς αυτοτελείς ισχυρισμούς, συνάμα δε εζήτησε την ανάγνωση τεσσάρων υπομνημάτων του, επακριβώς προσδιοριζομένων εις το περιεχόμενο των οποίων, κατά ρητή διατύπωση αναφέρθηκε (προς αποφυγή ασκόπων επαναλήψεων), τα υπομνήματα δε αυτά αναγνώσθηκαν, όπως ρητώς αναφέρεται (27η σελίδα της αποφάσεως). Περαιτέρω, από τα ίδια πρακτικά και την προσβαλλομένη απόφαση προκύπτει ότι ο διευθύνων τη συζήτηση, κατά τη διάρκεια εξετάσεως των μαρτύρων κατηγορίας ...... και ....., ανέγνωσε αποσπάσματα από τις με ημερομηνία 13-9-2001 και 11-9-2001 προανακριτικές της καταθέσεις, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 357 παρ. 4 ΚΠΔ, προς υποβοήθηση της μνήμης τους ή για την επισήμανση αντιφάσεών τους. Επίσης κατ' εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 366 παρ. 2 ιδίου κώδικα, αναγνώστηκαν περικοπές από την με ημερομηνία 11-9-2001 απολογία του κατηγορουμένου ενώπιον του Α.Τ. Πετραλώνων, λόγω του ότι αυτός, απολογούμενος ενώπιον του δικαστηρίου, εξέθεσε διαφορετικά από όσα στην προδικασία είχε εκθέσει και αυτό έγινε από τον διευθύνοντα στη συζήτηση προς επισήμανση των όσων αντιθέτων είχε καταθέσει. Επομένως, ο περί απόλυτης ακυρότητας, λόγος αναιρέσεως και κατά τα τρία σκέλη του πρέπει να απορριφθεί, ως αβάσιμος, διότι: α) νομίμως, όπως προαναφέρθηκε, αναγνώσθηκαν περικοπές από τις καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας και από την προανακριτική απολογία του κατηγορουμένου, β) επιτρεπτώς εληφθηκαν υπόψη τα αναγνωσθέντα υπομνήματα του κατηγορουμένου και ειδικότερα εκείνο με το οποίο, παρά τον μη επακριβή προσδιορισμό του, επισημαίνοντο αντιφάσεις του μεταξύ των όσων απολογούμενος στο δικαστήριο κατέθεσε και εκείνων που στο υπόμνημά του εκείνο διελάμβανε, μη δημιουργουμένης καμμιάς ασάφειας εκ του μη επακριβούς προσδιορισμού του εν λόγω υπομνήματος, αφού ο αναιρεσείων, ως συντάκτη των υπομνημάτων, γνωρίζει το περιεχόμενό τους και γ) όλα τα έγγραφα (υπομνήματα) των οποίων ο κατηγορούμενος εζήτησε την ανάγνωση, αναγνώσθηκαν, όπως ρητώς αναφέρεται στην απόφαση (27η σελίδα), διότι, εάν δεν είχαν αναγνωσθεί, θα έπρεπε ο κατηγορούμενος κατά της αρνήσεως του διευθύνοντος να τα αναγνώσει να προσφύγει στο δικαστήριο, κατά άρθρο 335 ΚΠΔ, πράγμα που δεν προκύπτει από τα πρακτικά ότι συνέβη. Απορριπτομένων όλων των λόγων της αιτήσεως και μη υπάρχοντος άλλου προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρ. 583 παρ. 1 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 13 Φεβρουαρίου 2006 αίτηση του Χ1 για αναίρεση της υπ' αριθμ. 694 - 695/2005 αποφάσεως του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Αθηνών. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 20 Μαρτίου 2007. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 8 Μαϊου 2007. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ