Αριθμός 1062/2023 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Α1' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρήστο Κατσιάνη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Ασημίνα Υφαντή, Στέφανο - Σπυρίδωνα Πανταζόπουλο, Γεώργιο Παπαγεωργίου - Εισηγητή και Φώτιο Μουζάκη, Αρεοπαγίτες. Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 6 Μαρτίου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Των αναιρεσειόντων: 1) Γ. Μ. του Χ., κατοίκου ..., 2) Ε. Μ. του Χ., συζύγου Ν. Κ., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Σταύρο Δήμα με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσαν προτάσεις. Των αναιρεσιβλήτων: 1) Μ. Μ. του Σ., κατοίκου ... 2) Δ. Μ. του Σ., 3) Γ. Μ. του Σ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Χρίστο Καυκούλα και κατέθεσαν προτάσεις. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1/9/2011 αγωγή προσώπου που δεν είναι διάδικος στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 13874/2018 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 245/2021 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 14/7/2021 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Με την κρινόμενη από 14.7.2021 αίτηση αναίρεσης, προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία υπ' αριθμ. 245/2021 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, το οποίο δικάζοντας την έφεση των αναιρεσιβλήτων - εκκαλούντων - εναγόντων , κατά της υπ' αριθ. 13874/2018 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που είχε απορρίψει κατ' ουσίαν την από 1.9.2011 αγωγή, δέχθηκε την ως άνω έφεση τυπικά και κατ' ουσίαν και αφού εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση, κράτησε την υπόθεση και δικάζοντας την ως άνω αγωγή δέχθηκε αυτήν ως ουσιαστικά βάσιμη. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα κατά τις διατάξεις των άρθρων 495 παρ. 1 και 3 και 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1, 144 ΚΠολΔικ., ενώ κατά την άσκησή της καταβλήθηκε και το προσήκον παράβολο του Δημοσίου (άρθ. 495 παρ. 3 ΚΠολΔ) και συνεπώς είναι παραδεκτή (άρθρ. 577 §1 ΚΠολΔ). Πρέπει, επομένως, να ερευνηθεί περαιτέρω το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ). Κατά την έννοια των άρθρων 713, 714 και 719 ΑΚ, με την σύμβαση της εντολής, ο εντολοδόχος έχει υποχρέωση να διεξαγάγει χωρίς αμοιβή την υπόθεση που του ανέθεσε ο εντολέας, ευθύνεται δε για κάθε πταίσμα και έχει την υποχρέωση να αποδώσει στον εντολέα κάθε τι που έλαβε για την εκτέλεση της εντολής ή απόκτησε από την εκτέλεσή της. Από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 297, 298 ΑΚ προκύπτει, ότι ο εντολοδόχος έχει υποχρέωση να ανορθώσει κάθε ζημία, την οποία υπέστη ο εντολέας και η οποία έχει γενεσιουργό αιτία το πταίσμα του εντολοδόχου. Επομένως αξίωση αποζημίωσης για ζημία, που προκλήθηκε από το ότι ο εντολοδόχος παρέλειψε οφειλόμενη απ' αυτόν κατά την εκτέλεση της εντολής ενέργεια, θεμελιώνεται στα άρθρα 714 και 330 και όχι σε αδικοπραξία, εκτός αν συντρέχουν οι όροι των άρθρων 914, 919 ΑΚ ή ειδικές περιστάσεις, που στοιχειοθετούν αδίκημα (όπως απάτη, υπεξαίρεση κλπ) οπότε υπάρχει συρροή αξιώσεων (AΠ 637/2011]. Αδικοπραξία, κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 914 ΑΚ αποτελεί και η παράνομη ιδιοποίηση χρημάτων που περιήλθαν οπωσδήποτε στην κατοχή του δράστη (άρθρο 375 § 1 ΠΚ). Κατά τη διάταξη αυτή, η αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος της υπεξαιρέσεως συνίσταται στην παράνομη ιδιοποίηση του πράγματος που είναι κάθε ενέργεια ή παράλειψη του δράστη, η οποία καταδηλώνει τη θέληση αυτού να εξουσιάζει και διαθέτει το πράγμα σαν να είναι κύριος, η δε υποκειμενική, στην ύπαρξη του δόλου που ενέχει την γνώση ότι το πράγμα είναι ξένο (ολικά ή εν μέρει), ανήκει δηλαδή κατά κυριότητα σε άλλον, καθώς και την θέληση να ιδιοποιηθεί το πράγμα παράνομα, χωρίς τη συγκατάθεση του ιδιοκτήτη. Περαιτέρω, κατά την έννοια του άρθρ. 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδρύεται ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε. (ΟλΑΠ 1/1999). Ειδικότερα αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή στην κατάλυση του επίδικου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης. Αντίστοιχα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006). Εξάλλου το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως (άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔικ), το Εφετείο δέχθηκε, κατ' ανέλεγκτη κρίση, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Σύμφωνα [ δε] με το πωλητήριο συμβόλαιο ποσό 818.000 δραχμών η 2100,58 ευρώ, καταβλήθηκε από τον αγοραστή στον άμεσο αντιπρόσωπο της πωλήτριας, Χ. Μ., την ημέρα υπογραφής του και το υπόλοιπο τίμημα συμφωνήθηκε να καταβληθεί σε οκτώ ισόποσες άτοκες δόσεις των 3 .125 .000 δραχμών ή 9170,94 ευρώ, οι οποίες έπρεπε να καταβληθούν την 30η Δεκεμβρίου κάθε έτους, με την πρώτη από αυτές, καταβλητέα την 30/12/2002 και την τελευταία καταβλητέα την 30/12/2009, ενώ το άνω πιστούμενο τίμημα έχει το δικαίωμα ο αγοραστής να καταβάλει στον πωλητή νωρίτερα από τις άνω οριζόμενες ημεροχρονολογίες. Στη σελίδα δε 6 του ως άνω συμβολαίου ρητώς αναγράφεται ότι η καταβολή των προαναφερόμενων δόσεων θα αποδεικνύεται μόνο με έγγραφη απόδειξη του εκπροσώπου της πωλήτριας ή δια σχετικού Γραμματίου Συστάσεως Παρακαταθήκης του Ταμείου Παρακαταθηκών και Δανείων ή με Συμβολαιογραφική πράξη εξοφλήσεως. Επιπλέον, αναγράφεται ότι όταν ο αγοραστής εξοφλήσει ολόκληρο το τίμημα που πιστώθηκε ο εκπρόσωπος της πωλήτριας έχει υποχρέωση να υπογράψει στον ως άνω Συμβολαιογράφο ή στο νόμιμο αναπληρωτή του πράξη εξόφλησης, έχει όμως δικαίωμα να υπογράψει την πράξη αυτή της εξόφλησης και ο αγοραστής μόνος του με αυτοσύμβαση σύμφωνα με το άρθρο 235 του ΑΚ, πρέπει όμως ο αγοραστής να έχει στο μεταξύ εξοφλήσει το τίμημα και να καταθέσει στον Συμβολαιογράφο τα έγγραφα που αποδείχνουν την εξόφληση (εξοφλητική απόδειξη η γραμμάτιο συστάσεως παρακαταθήκης του Ταμείου Παρακαταθηκών και Δανείων), ο δε Συμβολαιογράφος έχει υποχρέωση να τα προσαρτήσει στην πράξη. Από τις παραπάνω ρήτρες του εν λόγω συμβολαίου πώλησης σαφώς προκύπτει ότι συμφωνήθηκε μεταξύ των άνω συμβαλλομένων ως τύπος απόδειξης της καταβολής, η έγγραφη απόδειξη από τον άνω πληρεξούσιο στην οποία περιλαμβάνεται και παραστατικό τραπέζης ή γραμμάτιο συστάσεως παρακαταθήκης του Ταμείου Παρακαταθηκών και Δανείων (σελίδα 6 του συμβολαίου, όπου ορίζεται ότι για την εξοφλητική πράξη του τιμήματος πρέπει να επισυνάπτεται απόδειξη πληρωμής στην πωλήτρια ή στον ανωτέρω αντιπρόσωπο - εντολοδόχο της Χ. Μ. ή γραμμάτιο συστάσεως παρακαταθήκης ή με συμβολαιογραφική πράξη εξοφλήσεως). Ειδικότερα, κρίνεται ότι συμφωνήθηκε ότι για εκάστη των συμφωνηθεισών κατά τα ανωτέρω τμηματικών καταβολών απαιτείται προς απόδειξη αυτής, η σύνταξη αντίστοιχης συμβολαιογραφικής πράξης εξοφλήσεως. Κατά την χρονική δε στιγμή που ο ως άνω αγοραστής εξοφλούσε ολόκληρο το τίμημα της πωλήσεως, τότε ο εκπρόσωπος της πωλήτριας είχε υποχρέωση να υπογράψει ενώπιον του ανωτέρω Συμβολαιογράφου ή του νόμιμου αναπληρωτή τούτου, συμβολαιογραφική πράξη εξόφλησης. Στην συγκεκριμένη όμως αυτή συμβολαιογραφική πράξη εξόφλησης, σύμφωνα με την αρχή της καλόπιστης εκτέλεσης των ενοχών (280 ΑΚ) και των κρατούντων στα συναλλακτικά ήθη, πρέπει να προσαρτώνται και να αναφέρονται συγκεκριμένα οι συμφωνηθείσες ως άνω αποδείξεις καταβολής των ως άνω συμφωνηθεισών δόσεων είτε των σχετικών Γραμματίων Συστάσεως Παρακαταθήκης του Ταμείου Παρακαταθηκών και Δανείων είτε των μεμονωμένων συμβολαιογραφικών πράξεων εξοφλήσεως. Για τους ίδιους ακριβώς λόγους προβλέπεται στη σελίδα 7 του άνω συμβολαίου ότι ο αγοραστής για να υπογράψει συμβολαιογραφική πράξη εξοφλήσεως μόνος του με αυτοσύμβαση πρέπει προηγουμένως να έχει εξοφλήσει ολοσχερώς το τίμημα και να έχει καταθέσει στον συμβολαιογράφο τα έγγραφα που αποδεικνύουν την εξόφληση, ο δε συμβολαιογράφος έχει υποχρέωση να τα προσαρτήσει στην πράξη εξοφλήσεως. Σημειώνεται ότι τους ανωτέρω όρους όπως και ολόκληρη την άνω σύμβαση υπέγραψε ιδιοχείρως ο Χ. Μ. του Γ. με την ιδιότητα του πληρεξουσίου και εντολοδόχος της Α. σύζ Σ. Μ.. Περαιτέρω από την με αριθμό ……πράξη εξοφλήσεως υπολοίπου τιμήματος αγοραπωλησίας ακινήτου του συμβολαιογράφου Μαραθώνα Σταύρου Γεωργίου Παπαδογεωργή, προκύπτει ότι στις … ο Χ. Μ. εμφανίστηκε στον άνω συμβολαιογράφο με την ιδιότητα του πληρεξουσίου της Α. Μ. και αναφερόμενος ρητώς στο υπ' αριθμ. … προαναφερόμενο συμβόλαιο ζήτησε την σύνταξη του παραπάνω συμβολαίου - πράξη εξοφλήσεως με την οποία δηλώνει ότι εξοφλεί τον αγοραστή από κάθε σχετική με το πιο πάνω συμβόλαιο από το οποίο δεν έχει, ούτε και διατηρεί από την … καμιά αξίωση ή απαίτηση και αναγνωρίζει και πάλι τον αγοραστή κύριο, νομέα και κάτοχο του επίδικου ακινήτου που του πώλησε. Σημειώνεται ότι η εν λόγω συμβολαιογραφική πράξη εξοφλήσεως προσκομίζεται μετ' επικλήσεως από τους εναγόμενους. Περιέχει δε την αδόκιμη έκφραση ότι ο Χ. Μ. "εξοφλεί τον αγοραστή που τυγχάνει γιος του, από κάθε αιτία σχετική με το προαναφερόμενο συμβόλαιο αγοραπωλησίας ακινήτου". Ώς γνωστόν δεν εξοφλείται ο αγοραστής αλλά ο πωλητής." "Περαιτέρω ο μάρτυρας των εναγομένων Ν. Κ., ως κουνιάδος, ήτοι σύζυγος της αδελφής του αγοραστή Γ. Μ., ενόρκως κατηγορηματικά καταθέτει ότι ήταν παρών όταν ο αδελφός και πληρεξούσιος της αρχικώς ενάγουσας κατέβαλε σε αυτήν τμηματικά και σε δόσεις, ποσό 10.000 ευρώ και 30.000 ευρώ καθώς και 5.800.000 δραχμές. Περιπίπτει όμως σε αντίφαση όταν στην ερώτηση για ποιο λόγο μόνο αυτός συνόδευε τον Γ. Μ. στην οικία της αδελφής του Α. Μ., εκτός από το προχωρημένο της ηλικίας του Γ. Μ. καταθέτει ότι τα τέκνα της αρχικώς ενάγουσας τον είχαν απειλήσει να τον σκοτώσουν χωρίς ο ίδιος (μάρτυρας) να προσδιορίζει την αιτία και τον χρόνο που έλαβε χώρα η εν λόγω απειλή ενώ προηγουμένως είχε καταθέσει ότι η Α. Μ. με τον Γ. Μ. είχαν πολύ καλές σχέσεις μεταξύ τους. Η κατάθεση όμως του εν λόγω μάρτυρα που ισχυρίζεται ότι ήταν αυτόπτης μάρτυρας ως προς τις επίδικες καταβολές δεν ενισχύεται από κανένα έγγραφο αποδεικτικό στοιχείο. Συγκεκριμένα δεν προσκομίζονται παραστατικά γραμμάτια τραπέζης από τα οποία να προκύπτει η ανάληψη των επικαλούμενων κατά τα ανωτέρω κονδυλίων των 10.000, 30.000 ευρώ, καθώς και των 5.800.000 δραχμών καθώς και σχετική έγγραφη απόδειξη καταβολής εκάστης δόσης με την οποία τα συμβαλλόμενα μέρη θα απέτρεπαν τις οποίες τυχόν αμφισβητήσεις προέκυπταν μεταξύ τους ενόψει του ότι επρόκειτο για ιδιαιτέρως μεγάλα ποσά. Εξάλλου, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής συναλλακτικής πείρας αλλά και τους κανόνες της λογικής η καταβολή των ως άνω επικαλουμένων κονδυλίων θα ήτο περισσότερο ευχερής με την τραπεζική μεταφορά τούτων από λογαριασμό σε τραπεζικό λογαριασμό της αρχικώς ενάγουσας, είτε με σύσταση γραμματίου παρακαταθήκης ταμείο παρακαταθηκών και δανείων, είτε με συμβολαιογραφική πράξη εξόφλησης παρουσία μαρτύρων όπως παραδείγματος χάριν του μάρτυρα των εναγομένων Ν. Κ. σημειώνεται ότι οι εναγόμενοι προσκομίζουν μετ' επικλήσεως, αντίγραφο δήλωσης φορολογίας εισοδήματος οικονομικού έτους 2002 του Γ. Μ. (πρώτου εναγομένου) όπου στον κωδικό 73 αυτού έχει δηλώσει την καταβολή του επίδικου ποσού των 75.768,15 ευρώ ως δαπάνη για την αγορά ακινήτων, πλην όμως κρίνεται ότι το έγγραφο αυτό δεν δύναται να αποτελέσει απόδειξη καταβολής του ποσού προς την αρχικώς ενάγουσα Α. Μ. διότι γίνεται κατά δήλωση του ίδιου του εναγομένου. Με τα δεδομένα όμως αυτά το παρόν Δικαστήριο δεν άγεται σε σχηματισμό πλήρους δικανικής πεποίθησης ως προς το εάν έλαβε χώρα η τμηματική καταβολή του συνολικού ποσού των 75.768,15 ευρώ από τον Χ. Μ. προς την αδελφή του Α. Μ., τα δε περί του αντιθέτου υποστηριζόμενα από τους εναγόμενους, ελέγχονται απορριπτέα ως αναπόδεικτα. Το γεγονός ότι η αρχικώς ενάγουσα από το έτος 1993 που έδωσε την εντολή στον αδελφό της να προβεί μεταξύ άλλων και στην πώληση τον κληρονομηθέντος ποσοστού της επί του άνω οικοπέδου, ενδιαφέρθηκε για την τύχη αυτού από το έτος 2010 ξανά οφείλεται στο ότι ο αδελφός της Χ. Μ. δεν την είχε πληροφορήσει για την επίδικη αγοραπωλησία και όταν η ίδια κατά τους πρώτους μήνες του 2010 προσπάθησε να πωλήσει το άνω μερίδιο της, τότε ανακάλυψε ότι ο αδελφός της (Χ. Μ.) της έλεγε ψέματα πως δεν είχε πωληθεί το μερίδιό της ενώ η αλήθεια ήταν ότι αυτός το είχε πωλήσει ήδη στο γιο του Γ. Μ.. Περί των ανωτέρω δε σαφής και πειστική κρίνεται η ένορκη βεβαίωση του μάρτυρα των εναγόντων Γ. Μ., ο οποίος ήταν για πολλά χρόνια φίλος της οικογένειας Σ. Μ., και ο οποίος σαφώς βεβαιώνει ότι από τις διηγήσεις της αρχικώς ενάγουσας, αυτή ήταν πολύ στεναχωρημένη όταν ανακάλυψε τους πρώτους μήνες του 2010 το ανωτέρω ψέμα του αδελφού της Χ. Μ.. Κατά συνέπεια, κρίνεται ότι ο Χ. Μ. ως εντολοδόχος της εντολέως του αρχικώς ενάγουσας Α. Μ., ουδόλως της απέδωσε το ποσό των 75.768,15 ευρώ που είναι το τίμημα της επίδικης πωλήσεως που είχε λάβει από τον αγοραστή Γ. Μ., ως όφειλε, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 719 του ΑΚ. Επιπλέον, η μη απόδοση προς την Α. Μ. αποτελεί παράνομη ιδιοποίηση απόδοση του ανωτέρω ποσού από τον Χ. Μ. τούτου και συνιστά το αδίκημα της υπεξαιρέσεως ως κατ' άρθρο 375 του ΠΚ με αποτέλεσμα να στοιχειοθετείται αδικοπραξία κατ' άρθρα 914 επ ΑΚ του Χ. Μ. σε βάρος της αρχικώς ενάγουσας, θετική ζημία της οποίας αποτελεί το ανωτέρω ποσό." Υπό τις ως άνω παραδοχές, το εφετείο διαλαμβάνει ελλιπείς και αντιφατικές αιτιολογίες σχετικά με το ουσιώδες ζήτημα της εκπληρώσεως της εντολής εκ μέρους του εναγομένου εντολοδόχου και άμεσου αντιπροσώπου της πωλήτριας, Χ. Μ.. Η προσβαλλόμενη δέχεται αφενός μεν ότι εξ αιτίας ελλείψεως εγγράφων αποδεικτικών καταβολής δεν αποδεικνύεται ότι έλαβε χώρα η καταβολή του τιμήματος της αγοραπωλησίας από τον αγοραστή Γ. Μ., στον εντολοδόχο αφετέρου δε ότι το τίμημα εισεπράχθη , χωρίς να υπάρχει έγγραφο αποδεικτικό, και δεν αποδόθηκε από τον εντολοδόχο Χ. Μ. στην εντολέα Α. Μ. . Καταλήγει δε στο συμπέρασμα ότι εξαιτίας της μη αποδόσεως των χρημάτων τα οποία έχει λάβει ευθύνεται α) για παράβαση της εντολής και β) για παράνομη ιδιοποίηση του ανωτέρω ποσού. Με τον τρόπο όμως αυτό δημιουργείται σύγχυση αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν τα στοιχεία για την εφαρμογή των διατάξεων περί εντολής και των διατάξεων περί υπεξαιρέσεως σε συνδυασμό με τις διατάξεις περί αδικοπραξίας διότι στην περίπτωση της μη είσπραξης του τιμήματος της πωλήσεως του ακινήτου δεν τυγχάνουν εφαρμογής οι διατάξεις περί υπεξαιρέσεως από εντολοδόχο. Επομένως, είναι βάσιμος ο εκ του άρθρου 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ πρώτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλομένη απόφαση η νομική αυτή πλημμέλεια. Κατ' ακολουθίαν τούτων, παρελκούσης της έρευνας των λοιπών λόγων, οι οποίοι καλύπτονται από την αναιρετική εμβέλεια του ως άνω κριθέντος ως βασίμου λόγου, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ), το οποίο θα συντεθεί από δικαστή άλλον πλην εκείνου που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση, να αποδοθεί το παράβολο στους αναιρεσείοντες και να καταδικαστούν οι αναιρεσίβλητοι στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων λόγω της ήττας τους (άρθρ. 176 και 183 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί την υπ'αριθμ.245/2021 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Παραπέμπει, την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο παραπάνω Εφετείο που θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή, εκτός εκείνου που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση. Διατάσσει την απόδοση στους αναιρεσείοντες του παραβόλου που καταβλήθηκε από αυτούς . Καταδικάζει τους αναιρεσίβλητους στα δικαστικά εξόδων των αναιρεσειόντων, που ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3000) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 8 Μαΐου 2023. ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 6 Ιουλίου 2023. Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ