Αριθμός 1728/2023 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Γ' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μαρία Μουλιανιτάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρουλιώ Δαβίου, Μαρία Κουφούδη, Γεώργιο Καλαμαρίδη, Αγαθή Δερέ-Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια, στο ακροατήριό του, στις 1 Μαρτίου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Της αναιρεσείουσας: Ζ. Α. του Α. και της Β., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Πηλιώτη, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και δεν κατέθεσε προτάσεις. Των αναιρεσιβλήτων: 1) Κ. Μ. του Π., 2) Α. Μ., το γένος Λ. Π., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Καλλιόπη Ανδρή, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και κατέθεσαν προτάσεις, 3) Δ. Σ. του Γ. και της Σ., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16-12-2013 αγωγή των ήδη α' και β' αναιρεσιβλήτων, την από 1-4-2014 ανακοίνωση δίκης-προσεπίκληση σε παρέμβαση-παρεμπίπτουσα αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας και την από 26-1-2017 πρόσθετη παρέμβαση του ήδη γ' αναιρεσιβλήτου υπέρ της αναιρεσείουσας και κατά των αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 11883/2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1033/2020 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 7-9-2020 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Ι. [1] Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 80, 81 παρ. 3 και 558 εδ. α ΚΠολΔ προκύπτει ότι η αναίρεση δεν απευθύνεται κατά του ασκήσαντος πρόσθετη παρέμβαση υπέρ του αναιρεσείοντος, κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, αφού δεν είναι κύριος διάδικος, εκτός αν κατά τη δίκη εκείνη ανέλαβε το δικαστικό αγώνα, οπότε κατέστη κύριος διάδικος, ή η αναίρεση αφορά την πρόσθετη παρέμβαση, καθώς και στην περίπτωση της αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης. Σε κάθε περίπτωση, όμως, ο προσθέτως παρεμβαίνων καλείται στη συζήτηση της αναίρεσης, άλλως αυτή (συζήτηση) κηρύσσεται απαράδεκτη, τούτο δε λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως από τον Άρειο Πάγο (ΑΠ 1286/2022, ΑΠ 520/2022, ΑΠ 569/2013). Πάντως, αν η αναίρεση του καθ' ου η παρέμβαση απευθυνθεί και κατά του προσθέτως παρεμβάντος δεν ιδρύει απαράδεκτο (ΑΠ 4/2020, ΑΠ 569/2013) και εκτιμάται ως κλήση κατά τη συζήτηση της αναίρεσης (ΑΠ 1636/2022, ΑΠ 520/2022, ΑΠ 4/2020). [2] Από τις διατάξεις των άρθρων 576 παρ. 1-3 ΚΠολΔικ προκύπτει, ότι αν κατά τη συζήτηση της αίτησης για αναίρεση κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί και δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος ο 'Αρειος Πάγος εξετάζει ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο διάδικος που απουσιάζει η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι. Αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικος του ερευνάται αυτεπαγγέλτως αν ο διάδικος που δεν εμφανίσθηκε ή, αν και εμφανίσθηκε δεν έλαβε μέρος στη συζήτηση με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση. Στην περίπτωση που δεν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη και η υπόθεση επαναφέρεται με νέα κλήτευση. Αν όμως κλητεύθηκε νομίμως και εμπροθέσμως προχωρεί η συζήτηση, παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί (ΑΠ 423/2020, ΑΠ 67/2019). Στην προκείμενη περίπτωση, από τη με αριθμ. 4708Δ/12-01-2021 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών, προκύπτει, ότι ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης, με την 1817/11-12-2020 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου, με την οποία ορίστηκε αρμόδιο τμήμα προς εκδίκαση της αίτησης το Γ' Πολιτικό Τμήμα, και με την κάτωθι αυτής, από 11-12-2020 πράξη της Προέδρου του ανωτέρω τμήματος, με ορισμό δικασίμου την 02-02-2022, και κλήση προς συζήτηση επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως στον υπέρ της αναιρεσείουσας προσθέτως παρεμβάντα, που συμμετείχε στην προσβαλλόμενη απόφαση, για να παραστεί κατά τη συζήτηση της υπόθεσης, κατά την ανωτέρω δικάσιμο, κατά την οποία η υπόθεση αναβλήθηκε για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο. Νέα κλήση του ανωτέρω προσθέτως παρεμβαίνοντα για εμφάνιση στη δικάσιμο αυτή δεν απαιτείται, αφού η αναγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων (άρθρ. 226 παρ. 4γ,δ ΚΠολΔ). Ωστόσο, όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης, ο προαναφερόμενος δεν εμφανίσθηκε, κατά τη σημερινή δικάσιμο, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης με τη σειρά της από το οικείο πινάκιο, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, ούτε κατατέθηκε δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ. Επομένως, η συζήτηση της υπόθεσης πρέπει να προχωρήσει παρά την απουσία του μετέχοντος στην προσβαλλόμενη απόφαση, ως προσθέτως παρεμβαίνοντα (άρθρ. 576 παρ. 2-3 ΚΠολΔ), ως προς τον οποίο η αίτηση αναίρεσης εκτιμάται ως κλήση προς συζήτηση αυτής. Η κρινόμενη από 07-09-2020 αίτηση αναίρεσης στρέφεται κατά της 1033/2022 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκαν οι συνεκδικασθείσες από 16-04-2018 εφέσεις της ήδη αναιρεσείουσας - κυρίως εναγόμενης και του προσθέτως υπέρ της αναιρεσείουσας παρεμβαίνουσας, κατά της εκκαλούμενης με αριθμ. 11883/2017 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία είχε γίνει δεκτή η από 16-12-2013 κύρια αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων κατά της αναιρεσείουσας και απορρίφθηκε η πρόσθετη υπέρ της αναιρεσείουσας πρόσθετη παρέμβαση. Η παραπάνω αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, και, συνεπώς, είναι παραδεκτή (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566§1, 577§1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί, περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ). II. [1] Από τις διατάξεις των άρθρων 513, 514, 515 εδ. α', 516 ΑΚ, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 337, 362, 382 ΑΚ, συνάγεται ότι με τη σύμβαση πώλησης ακινήτου ο πωλητής έχει την υποχρέωση να μεταβιβάσει στον αγοραστή την κυριότητα του πράγματος (ακινήτου) χωρίς νομικά ελαττώματα. Ως νομικό ελάττωμα του πράγματος νοείται κάθε επ' αυτού δικαίωμα τρίτου. Αν το πράγμα έχει νομικό ελάττωμα κατά την προαναφερόμενη έννοια ο αγοραστής δικαιούται, εκτός των άλλων, κατ' επιλογή, να ζητήσει αποζημίωση από τον πωλητή για ολική ή μερική μη εκπλήρωση της σύμβασης, και πριν ακόμη χωρήσει εκνίκηση. Η αποζημίωση αυτή αποτελεί υποκατάστατο του αρχικού αντικειμένου της παροχής και περιλαμβάνει, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 297 και 298 ΑΚ, κάθε ζημία (θετική ή αποθετική) που υπέστη ο αγοραστής εξαιτίας της αθέτησης της προαναφερόμενης υποχρέωσης του πωλητή, και συνίσταται η θετική ζημία του αγοραστή στη διαφορά της περιουσιακής κατάστασής του, όπως αυτή θα είχε διαμορφωθεί αν ο πωλητής είχε εκπληρώσει την υποχρέωσή του να μεταβιβάσει σ' αυτόν το πράγμα χωρίς το νομικό ελάττωμα και εκείνης που υπάρχει εξ αιτίας της μη εκπλήρωσης, εν όλω ή εν μέρει της, της υποχρέωσης του πωλητή, κατά το χρόνο της πρώτης συζήτησης της αγωγής, και, επομένως, περιλαμβάνει την αξία της μη εκπληρωθείσας παροχής (οφειλή αξίας), που μπορεί να είναι ανώτερη του καταβληθέντος τιμήματος, καθώς και τις τυχόν δαπάνες στις οποίες υποβλήθηκε ο αγοραστής. Η ευθύνη του πωλητή για το νομικό ελάττωμα είναι αντικειμενική, δηλαδή ανεξάρτητη από τη γνώση ή την - έστω ανυπαίτια - άγνοια αυτού για την ύπαρξή του (ΑΠ 1193/2022, ΑΠ 162/2022, ΑΠ 825/2019). [2] Από τις διατάξεις των άρθρων 966, 967, 968, 1072 και 1074 του ΑΚ συνάγεται ότι στα κοινόχρηστα πράγματα περιλαμβάνονται και τα νερά με ελεύθερη και αέναη ροή. Οι χείμαρροι ή ρέματα καλούνται οι ποταμοί που ρέουν μόνο κατά τη διάρκεια του χειμώνα ή μετά από βροχή είναι δηλαδή οι πτυχώσεις της επιφάνειας της γης, με τις οποίες συντελείται κυρίως η απορροή των υδάτων που πλεονάζουν προς τη θάλασσα. Έτσι τα νερά με ελεύθερη και αέναη ροή αποτελούν πράγματα κοινής χρήσης και ανήκουν στο δημόσιο, εφόσον δεν ανήκουν σε δήμο ή κοινότητα ή ο νόμος δεν ορίζει διαφορετικά. Επομένως, στα κοινής χρήσης πράγματα περιλαμβάνεται και η κοίτη στην οποία τα εν λόγω νερά τρέχουν, όχι όμως και η κοίτη χειμάρρου που περιοδικά κατακλύζεται από τα όμβρια ύδατα, η οποία, κατ' εφαρμογή του άρθρου 1074 ΑΚ, υπόκειται σε ιδιωτική εξουσίαση, αφού η κυριότητά της και μετά την από τα όμβρια ύδατα κατάκλυσή της εξακολουθεί να ανήκει στον ιδιοκτήτη (άρθρ. 1074 ΑΚ, ΑΠ 1935/2022, ΑΠ 34/2008, ΑΠ 1731/2006, ΑΠ 207/1993) και μπορεί, έτσι, να μεταβιβαστεί ή αποκτηθεί με οποιονδήποτε νόμιμο τρόπο. Εφόσον, όμως, η κοίτη χειμάρρου που κατακλύζεται περιοδικά από τη ροή των νερών της βροχής έχει εγκαταλειφθεί από μακρό - αμνημόνευτο χρόνο (αμνημονεύτου χρόνου αρχαιότητα) στην κοινή χρήση, τότε γίνεται κοινής χρήσης και αν δεν ανήκει σε δήμο ή κοινότητα, ανήκει στο δημόσιο. Η αμνημονεύτου χρόνου αρχαιότητα, που μπορεί να προσδώσει σε χείμαρρο την ιδιότητα του κοινοχρήστου είναι δημιουργική της νέας κατάστασης, υπό την έννοια της απόσβεσης της παλαιάς και της γένεσης της νέας και είναι κυρωτική της συνεχούς χρήσης επί δύο γενεές, η καθεμιά των οποίων εκτείνεται σε σαράντα (40) έτη, είχε δε συμπληρωθεί πριν από την εφαρμογή του ΑΚ (23.2.1946) (ΑΠ 1935/2022, ΑΠ 34/2008). [3] Από τη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 1 εδαφ. β του ν.δ. 2722/1953, που αφορά τροποποίηση και συμπλήρωση διατάξεων του Οργανισμού Αποχέτευσης Πρωτεύουσας (Ο.Α.Π.), του οποίου η ΕΥΔΑΠ είναι καθολική διάδοχος, προκύπτει ότι στην κυριότητα του πιο πάνω Οργανισμού περιέρχονται οι εκτάσεις εκείνες, οι οποίες προέκυψαν ή μέλλουν να προκύψουν από την εκτέλεση τεχνικών έργων κάλυψης, διαρρύθμισης ή μετατόπισης πάνω από την παλαιά κοίτη των ρεμάτων, που εκτελέστηκαν ή πρόκειται να εκτελεστούν από τον Οργανισμό αυτό, από τη γενόμενη κατά το έτος 1950 σύσταση του και μετέπειτα, όχι δε και οι εκτάσεις που προέκυψαν από παρόμοια έργα που εκτελέστηκαν ή θα εκτελεστούν πάνω από την κοίτη των ρεμάτων από οποιοδήποτε άλλο φυσικό ή νομικό πρόσωπο. [4] Η ανεπάρκεια των πραγματικών περιστατικών που εκτίθενται στην αγωγή σε σχέση με αυτά που απαιτούνται από το νόμο για τη θεμελίωσή της, χαρακτηρίζεται ως νομική αοριστία, συνδεόμενη με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου και ελέγχεται με τον αναιρετικό λόγο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ως παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, εφόσον το δικαστήριο της ουσίας έκρινε τελικά ως ορισμένη την αγωγή, αρκούμενο σε λιγότερα ή διαφορετικά στοιχεία από αυτά που απαιτεί ο νόμος. Με τον ίδιο λόγο ελέγχεται και το σφάλμα του δικαστηρίου της ουσίας να κρίνει ως αόριστη την αγωγή, αξιώνοντας για τη θεμελίωση της περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος για τη θεμελίωση του επίδικου δικαιώματος (ΟλΑΠ 18/1998, ΑΠ 334/2023, ΑΠ 689/2021). Αντίθετα, η έλλειψη εξειδίκευσης των πραγματικών περιστατικών, που θεμελιώνουν κατ' αρχήν το ασκούμενο με την αγωγή ουσιαστικό δικαίωμα και αποτελούν την προϋπόθεση εφαρμογής του αντίστοιχου κανόνα ουσιαστικού δικαίου χαρακτηρίζεται ως ποσοτική αοριστία της αγωγής, και ελέγχεται αναιρετικά, είτε με το λόγο από τον αρ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, όταν το δικαστήριο έκρινε ορισμένη και νόμιμη την αγωγή, λαμβάνοντας υπόψη αναγκαία για τη θεμελίωσή της και την περιγραφή του αντικείμενου της δίκης, στοιχεία που, όμως, δεν εκτίθενται σ' αυτή ή απέρριψε την αγωγή ως αόριστη ή μη νόμιμη, παραγνωρίζοντας τα εκτιθέμενα, για τη θεμελίωση και την περιγραφή του αντικείμενου της δίκης, γεγονότα, που με επάρκεια εκτίθενται στο δικόγραφο αυτής, είτε με το λόγο αναίρεσης από τον αρ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, όταν το δικαστήριο, παρά τη μη επαρκή έκθεση σ' αυτήν των στοιχείων που είναι αναγκαία για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, την έκρινε ορισμένη, θεωρώντας ότι αυτά εκτίθενται με επάρκεια ή αν, παρά την επαρκή έκθεση των στοιχείων αυτών την απέρριψε ως αόριστη (ΟλΑΠ 1573/1981, ΑΠ 261/2023, ΑΠ 1092/2021). [5] Στην προκείμενη περίπτωση, από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ, επισκόπηση του δικογράφου της αγωγής προκύπτει, ότι οι αναιρεσίβλητοι, ως κυρίως ενάγοντες, αφού εξέθεταν ότι η αναιρεσείουσα - εναγομένη - παρεμπιπτόντως ενάγουσα, πώλησε και μεταβίβασε σ' αυτούς, κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου στον καθένα, με το με αριθμ. .../2010 συμβόλαιο αγοραπωλησίας της συμβ/φου Αθηνών Βασιλικής Ρωμανού, που μεταγράφηκε νόμιμα, το περιγραφόμενο οικόπεδο, έκτασης 385 τ.μ., κατά όρια και πλευρικές διαστάσεις, που βρίσκεται στην περιφέρεια του Δήμου Ηρακλείου Αττικής, έναντι τιμήματος 187.110,00 ευρώ, διαβεβαιώνοντας αυτούς ότι το πωλούμενο σ' αυτούς οικόπεδο είναι απαλλαγμένο από κάθε βάρος, εκνίκηση, διεκδίκηση από τρίτους, και ότι διαπιστώθηκε, κατά τη διαδικασία έκδοσης οικοδομικής άδειας, ότι το αναφερόμενο τμήμα, έκτασης 109 τ.μ., που περιγράφεται, κατά όρια και πλευρικές διαστάσεις, δεν μεταβιβάστηκε σ' αυτούς, λόγω έλλειψης κυριότητας στην αναιρεσίβλητη, ζήτησαν να υποχρεωθεί η αναιρεσείουσα να καταβάλει στον καθένα το ποσό των 26.487,00 τ.μ., που αντιστοιχεί στην αξία του τιμήματος που δαπάνησαν για την αγορά από την αναιρεσείουσα, καθώς και των αναφερόμενων εξόδων στα οποία υποβλήθηκαν για την αγορά του επιδίκου τμήματος, και, συνολικά 30.010,20 ευρώ στον καθένα, άλλως το συνολικό ποσό των 20.177,84 ευρώ, που κατέβαλε ο καθένας για την αγορά της επίδικης έκτασης από τρίτη ανώνυμη εταιρία, με την επωνυμία "Εταιρία Ύδρευσης Αποχέτευσης Πειραία", στην κυριότητα της οποίας, νομίμως, ανήκε. Μ' αυτό το περιεχόμενο και αίτημα η αγωγή είναι πλήρως ορισμένη, διαλαμβάνοντας σ' αυτήν ως αιτία αποζημίωσης των κυρίως εναγόντων - αναιρεσιβλήτων το νομικό ελάττωμα της έλλειψης κυριότητας στην αναιρεσείουσα - (κυρίως) εναγόμενη και την αδυναμία αυτής, ως πωλήτρια, να τους μεταβιβάσει το περιγραφόμενο, λεπτομερώς, επίδικο τμήμα, και τη θετική ζημία της, χωρίς να είναι απαραίτητο για την πληρότητα και το ορισμένο του δικογράφου της αγωγής να επικαλεσθεί και το συγκεκριμένο πρόσωπο του τρίτου, στον οποίον ανήκει η κυριότητα ή τον τρόπο κτήσης της από αυτόν (ΑΠ 1528/1985), τον τρόπο κτήσης κυριότητας του επίδικου τμήματος από την τρίτη ΕΥΔΑΠ, σε ποιο σημείο διερχόταν το ρέμα, αν το διευθετηθέν ρέμα υπήρχε πριν το 1950, από ποιον διευθετήθηκε το ρέμα, αν τα εμπράγματα δικαιώματα της ΕΥΔΑΠ εμφανίζονται στην πράξη εφαρμογής, που συντελέστηκε στην περιοχή, αν τα ρέοντα ύδατα στο ρέμα είχαν αέναη και ελεύθερη ροή ή αν επρόκειτο για όμβρια ύδατα, αν το ρέμα ήταν κοινόχρηστο ή όχι, ενώ το επίδικο πιο πάνω τμήμα του πωληθέντος οικοπέδου περιγράφεται σαφώς κατά θέση, όρια και έκταση στην αγωγή, σε τρόπο ώστε να μην καταλείπεται αμφιβολία για την ταυτότητα του, χωρίς να είναι απαραίτητο η επισύναψη τοπογραφικού διαγράμματος στην αγωγή. Το Εφετείο, το οποίο με την προσβαλλόμενη απόφαση, έκρινε ότι η αγωγή είναι ορισμένη και νόμιμη, ως στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 513, 514, 516, 362, 382, 297 ΑΚ και απέρριψε την ένσταση αοριστίας που πρότεινε η αναιρεσείουσα, παραδεκτώς, στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και επανέφερε, με σχετικό λόγο έφεσης, στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, δεν παράλειψε, παρά το νόμο, να κηρύξει απαράδεκτη την αγωγή, λόγω αοριστίας, και, επομένως, ο, από τον αρ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πρώτος λόγος αναίρεσης, είναι αβάσιμος. ΙΙΙ. Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αρ. 20 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας υπέπεσε σε διαγνωστικό λάθος, αναγόμενο δηλαδή στην ανάγνωση του εγγράφου με την παραδοχή ότι περιέχει περιστατικά προδήλως διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, και όχι και όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο σωστά διέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό. Στην τελευταία περίπτωση πρόκειται για παράπονο αναφερόμενο στην εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, η οποία εκφεύγει από τον αναιρετικό έλεγχο. Για να θεμελιωθεί ο προαναφερόμενος λόγος αναίρεσης πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, και όχι όταν το έχει συνεκτιμήσει απλώς, μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρει το έγγραφο, αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε για την ύπαρξη ή μη του αποδεικτέου γεγονότος (ΟλΑΠ 2/2008, ΑΠ 47/2023, ΑΠ 2003/2022). Όμως, δεν αποτελούν έγγραφα για τη θεμελίωση του ανωτέρω αναιρετικού λόγου εκείνα στα οποία αποτυπώνονται άλλα αποδεικτικά μέσα, όπως είναι τα πρακτικά συνεδρίασης του δικαστηρίου που περιέχουν τις καταθέσεις των εξετασθέντων μαρτύρων απόδειξης και ανταπόδειξης, κατά το μέρος που περιλαμβάνουν τα όσα κατέθεσε ο μάρτυρας (ΑΠ 1026/2022, ΑΠ 638/2021, ΑΠ 144/2019). Στην προκείμενη περίπτωση, η αναιρεσείουσα, με το δεύτερο λόγο της αναίρεσης, προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την, από τον αρ. 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πλημμέλεια, ότι προς τεκμηρίωση της ύπαρξης νομικού ελαττώματος στο μεταβιβασθέν, αιτία πώλησης, στους αναιρεσίβλητους, επίδικο τμήμα οικοπέδου, παραμόρφωσε το περιεχόμενο του με αριθμ. πρωτ. .../2017 εγγράφου της πολεοδομίας, το οποίο αφού παραθέτει, στο αναιρετήριο, ολόκληρο, και το πλήρες ουσιαστικό κείμενο αυτής έχει ως εξής "Σε απάντηση της με αρ. .../17 αιτήσεώς σας, σας ενημερώνουμε ότι στο τοπογραφικό διάγραμμα που συνοδεύει την υπ' αριθμ. …/98 Πράξη Εφαρμογής της πολεοδομικής ενότητας "..." στο Δήμο Ηρακλείου Αττικής, καθώς και στο σχέδιο του από ...95 Προεδρικού Διατάγματος, περί έγκρισης πολεοδομικής μελέτης της ως άνω περιοχής (.../95), δεν αποτυπώνεται ρέμα εντός ή πλησίον του ΟΤ. .... Πλην όμως, στην πινακίδα του από 27-8-51 διατάγματος επέκτασης σχεδίου της όμορης περιοχής της Δημοτικής ενότητας Πεύκης, Δήμου Λυκόβρυσης - Πεύκης (.../51), αποτυπώνεται ρέμα, επί της ..., μεταξύ του Ο.Τ … (νέο Ο.Τ….) της Δημοτικής ενότητας Πεύκης και περιοχής που ήταν τότε εκτός σχεδίου και στην οποία σύμφωνα με το από ...95 διάταγμα ένταξής της στο σχέδιο (.../95), βρίσκεται το Ο.Τ.... του Δήμου Ηρακλείου." εκθέτει ότι στη 16η σελίδα της προσβαλλόμενης απόφασης, για να ενισχύσει την κρίση της και να την παρουσιάσει ως ορθή και τεκμηριωμένη ότι δεν είχε κυριότητα η αναιρεσείουσα στο επίδικο τμήμα, διαλαμβάνονται τα εξής: "...Την κρίση του Δικαστηρίου σχετικά το ότι αφενός το ρέμα της ... (χείμαρρος) διερχόταν από το πωληθέν ως άνω οικόπεδο ... επιρρωνύουν τα ακόλουθα στοιχεία : 1. Το με αριθμό πρωτ. .../2017 έγγραφο της πολεοδομίας, όπου αναγράφεται "...πλην όμως στην πινακίδα του από 27/8/1951 διαγράμματος επέκτασης σχεδίου της όμορης περιοχής Δημοτικής Ενότητας Πεύκης, Δήμου Λυκόβρυσης - Πεύκης αποτυπώνεται ρέμα ... που βρίσκεται στο οικοπεδικό τετράγωνο ... του Δήμου Ηρακλείου" προκύπτει η καταφανής αλλοίωση του περιεχομένου του ανωτέρω εγγράφου, καθώς η ..., επί της οποίας βρίσκεται στο ρέμα του Δήμου Λυκόβρυσης - Πεύκης, κείται σε πολύ μεγάλη απόσταση από το ο.τ. ... του Δήμου Ηρακλείου και ότι μεταξύ της ... και του ανωτέρω ο.τ. μεσολαβεί μεγάλη έκταση, η οποία έχει χαρακτηριστεί ως πλατεία και πάρκο από την πράξη εφαρμογής του Δήμου Πεύκης, ενώ παρέλειψε η προσβαλλόμενη απόφαση : 1) να λάβει υπόψη της αφενός ολόκληρη την πρώτη παράγραφο του ανωτέρω εγγράφου, που πιστοποιεί ότι στην αρ. …/98 Πράξη Εφαρμογής της πολεοδομικής ενότητας "..." στο Δήμο Ηρακλείου Αττικής, καθώς και στο σχέδιο του από ...1995 π.δ/τος, περί έγκρισης πολεοδομικής μελέτης της ως άνω περιοχής δεν αποτυπώνεται ρέμα, 2) παραλείπει θέτοντας αποσιωπητικά - ως μη σχετιζόμενη με την υπόθεση - την κρισιμότατη φράση της δεύτερης παραγράφου του εγγράφου αυτού : επί της ..., μεταξύ ΟΤ … (νέο Ο.Τ….) της Δημοτικής ενότητας Πεύκης και περιοχής που ήταν τότε εκτός σχεδίου και στην οποία σύμφωνα με το από ...95 διάταγμα ένταξής της στο σχέδιο (.../95), βρίσκεται το Ο.Τ.... του Δήμου Ηρακλείου και 3) προσθέτει στο κείμενο αυτού την αναφορική αντωνυμία "που" και το γράμμα "σ" έμπροσθεν του άρθρου "το", ήτοι το "...αποτυπώνεται ρέμα, επί της ..., μεταξύ του Ο.Τ … (νέο Ο.Τ….) της Δημοτικής ενότητας Πεύκης και περιοχής που ήταν τότε εκτός σχεδίου και στην οποία σύμφωνα με το από ...95 διάταγμα ένταξής της στο σχέδιο (.../95), βρίσκεται το Ο.Τ.... του Δήμου Ηρακλείου." το παραμόρφωσε ως "...πλην όμως στην πινακίδα του από 27/8/1951 διαγράμματος επέκτασης σχεδίου της όμορης περιοχής Δημοτικής Ενότητας Πεύκης, Δήμου Λυκόβρυσης - Πεύκης αποτυπώνεται ρέμα ... που βρίσκεται στο οικοπεδικό τετράγωνο ... του Δήμου Ηρακλείου", ήτοι αντί αποτυπώνεται ρέμα μεταξύ της ..., νέο ο.τ…. και του ο.τ. ..., το διαμόρφωσε ότι αποτυπώνεται ρέμα στο ο.τ. ..., όπου βρίσκονται, μεταξύ άλλων οικοπέδων, και το επίδικο τμήμα οικοπέδου. Ο παραπάνω λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος, διότι : 1) δεν ιδρύεται αυτός, όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, αφού κατά τα εκτιθέμενα στο αναιρετήριο το πόρισμα ότι από το επίδικο οικόπεδο των 109 τ.μ. διερχόταν ρέμα, η κοίτη του οποίου μετά τη διευθέτησή του περιήλθε στην ΕΥΔΑΠ, δεν στήριξε αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο αυτό, το οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, και όχι όταν το έχει συνεκτιμήσει με άλλα αποδεικτικά μέσα, κάνοντας, μεταξύ άλλων, μνεία, μεταξύ άλλων αποδεικτικών εγγράφων, και το φερόμενο ως παραμορφωθέν. 2) Οι αναφερόμενες στο αναιρετήριο περικοπές του ανωτέρω εγγράφου παρατίθενται σε αυτήν μετά από αποσιωπητικά, τα οποία, ως σημείο στίξης της γραμματικής της ελληνικής γλώσσας, υποδηλώνουν, ότι η φράση ή το κείμενο των εγγράφων αυτών δεν εκτέθηκαν από το Εφετείο στην απόφασή του σε όλο το περιεχόμενό τους όχι ως μη αναγνωσθέν, γεγονός από το οποίο προκύπτει, περαιτέρω, ότι αυτό δεν παρέλειψε να αναγνώσει όλο το περιεχόμενο του εγγράφου και να το λάβει συνολικά υπόψη του. Και 3) Με τις, κατά το αναιρετήριο, προσθήκες "που" και "σ" δεν αποδίδεται ανάγνωση με παραδοχή ότι περιέχει περιστατικά προδήλως διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει. Σε κάθε περίπτωση, ο παραπάνω λόγος αναίρεσης είναι και αβάσιμος, διότι από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ, το Εφετείο, για τη διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος σχετικά με την έλλειψη κυριότητας στο επίδικο οικόπεδο, έκτασης 109 τ.μ. στην αναιρεσίβλητη και την επ' αυτού ύπαρξη κυριότητας από την ΕΥΔΑΠ, έλαβε υπόψη και το παραπάνω έγγραφο συνεκτιμώντας αυτό με όλα τα αποδεικτικά μέσα και κάνοντας απλώς μνεία σειρά εγγράφων από τα οποία επιρρωνύεται η κρίση του : 1ον) το φερόμενο ως παραμορφωθέν με αριθμό πρωτ. .../2017 έγγραφο της πολεοδομίας, 2ον) το αναφερόμενο στο έγγραφο από 27-8-1951 διάγραμμα, ως βρισκόμενο σε απόλυτη εναρμόνιση και συμφωνία με το προσαρτώμενο τοπογραφικό διάγραμμα στο με αριθμό .../2011 προαναφερόμενο πωλητήριο συμβόλαιο που συνήφθη μεταξύ των εναγόντων και της ΕΥΔΑΠ Α.Ε., 3ον) την αποτύπωση στο ίδιο ως άνω από 27/8/1951 τοπογραφικό διάγραμμα των ιδιοκτησιακών δικαιώματα της ΕΥΔΑΠ σε όλο το μήκος του ρέματος που διερχόταν από το οικοδομικό τετράγωνο Γ ..., 4ον) το με αριθμό πρωτ. ...2010 έγγραφο του Υ.ΠΕ.ΧΩ.Δ.Ε., από το οποίο δέχθηκε το Εφετείο ότι προκύπτουν τα ιδιοκτησιακά δικαιώματα της ΕΥΔΑΠ, που εκδόθηκε επί αίτησης της Ε. Α., σχετικής για δόμηση κοντά σε ρέμα για οικόπεδο που βρίσκεται επί των οδών ... στο Δήμο Νέου Ηρακλείου, ενώ το σχετικό από Οκτώβριο 2011 τοπογραφικό διάγραμμα της αρχιτέκτονος μηχανικού Ε. Α. που είχε συνταχθεί για την χορήγηση στους αναιρεσίβλητους άδειας οικοδομής συνοδεύει αυτό, και 5ον) από το ίδιο ως άνω τοπογραφικό διάγραμμα σε συνδυασμό με το με αριθμ. .../20-2-2002 αγοραπωλητήριο συμβόλαιο της Συμ/φου Αθηνών Μαρίας Καραχάλιου του Χρήστου, από τα οποία το Εφετείο δέχθηκε ότι προκύπτει ο επονόματι Κ. Γ. αγόρασε αντίστοιχο τμήμα εκτάσεως 114,40 τμ ιδιοκτησίας της ΕΥΔΑΠ μετά την αγορά οικοπέδου στο ίδιο οικοδομικό τετράγωνο με το επίδικο, και, επιπλέον, τη με αριθμ. 1080/2018 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Αθηνών, σε δίκη που ανοίχθηκε μεταξύ του Κ. Γ., των πωλητών σε αυτόν όμορου με το επίδικο οικόπεδο και της ΕΥΔΑΠ, από την οποία το Εφετείο δέχθηκε ότι κρίθηκε το ιδιοκτησιακό καθεστώς της ΕΥΔΑΠ λόγω του διευθετηθέντος ρέματος στο επίδικο οικοδομικό τετράγωνο Γ ..., με βάση και τη με αριθμ. ...1-12-2015 έκθεση πραγματογνωμοσύνης του διορισθέντος πραγματογνώμονος Ι. Β., ήτοι συνεκτίμησε το επικαλούμενο από την αναιρεσίβλητη έγγραφο με τα άλλα τα παραπάνω αποδεικτικά μέσα, καθώς και όλα τα λοιπά αποδεικτικά μέσα που προσκόμισαν και επικαλέστηκαν οι διάδικοι (ένορκες καταθέσεις μαρτύρων, λοιπά έγγραφα, ένορκη βεβαίωση), χωρίς να στηριχθεί αποκλειστικά ή κυρίως στο ως άνω συγκεκριμένο αποδεικτικό έγγραφο. Περαιτέρω, ο τρίτος λόγος αναίρεσης, κατά το οικείο, επικουρικό, σκέλος, με τον οποίο η αναιρεσείουσα πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση για πλημμέλεια του αρ. 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, επικαλούμενη παραμόρφωση του με αριθμ. πρωτ. .../20-04-2003 εγγράφου της ΕΥΔΑΠ, το οποίο αν και έχει το εξής περιεχόμενο "Σύμφωνα με το σχετικό έγγραφο της Διεύθυνσης κατασκευής Υδραυλικών Έργων του ΥΠΕΧΩΔΕ, το ρέμα στην υπόψη θέση διευθετήθηκε από τη Διεύθυνση κατασκευής έργων οδοποιίας του ίδιου Υπουργείου, για τις ανάγκες επεκτάσεως της ..., με τις εργολαβίες ..., ... και ...", η προσβαλλόμενη απόφαση, αν και δεν μνημονεύει στο σκεπτικό της το έγγραφο, έλαβε υπόψη αυτό και παραμόρφωσε το αποδεικτικό αυτό έγγραφο δεχόμενη ότι η διευθέτηση του ρέματος έγινε από την Διεύθυνση κατασκευής έργων οδοποιίας του ΥΠΕΧΩΔΕ για λογαριασμό της ΕΥΔΑΠ, χωρίς να προκύπτει, έστω και κρυπτογραφημένα, τέτοιος υπαινιγμός από το ανωτέρω έγγραφο, και αποτελεί ουσιώδη ισχυρισμό, διότι στην κυριότητα της ΕΥΔΑΠ περιέρχονται η κοίτη μόνο του διευθετηθέντος απ' αυτήν ρέματος, είναι απαράδεκτος, λόγω αοριστίας. Και, τούτο, διότι, η αναιρεσείουσα δεν επικαλείται στο αναιρετήριο ότι το πόρισμα της προσβαλλόμενης απόφασης ότι διευθέτηση του ρέματος έγινε από την ΕΥΔΑΠ προέκυπτε αποκλειστικά ή κυρίως από το παραπάνω έγγραφο, ούτε ότι αιτιώδης σύνδεσμος (σχέση λόγου - ακολουθίας) μεταξύ της φερόμενης παραμόρφωσης και του επιζήμιου για την αναιρεσείουσα πορίσματος προκύπτει από την ίδια την απόφαση. Σε κάθε περίπτωση, από την παραδεκτή, κατ' άρθρ. 561 παρ. 2ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι συνεκτίμησε το ανωτέρω έγγραφο με όλα τα αποδεικτικά μέσα που προσκόμισαν και επικαλέστηκαν οι διάδικοι (ένορκες καταθέσεις μαρτύρων, έγγραφα, ένορκη βεβαίωση), χωρίς να στηριχθεί αποκλειστικά ή κυρίως στο ως άνω συγκεκριμένο αποδεικτικό έγγραφο, και, επομένως, ο παραπάνω λόγος είναι και αβάσιμος. Περαιτέρω, ο, από τον αρ. 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πέμπτος λόγος αναίρεσης, κατά το οικείο σκέλος αυτού, με τον οποίο η αναιρεσείουσα πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση για παραμόρφωση των τηρηθέντων και απομαγνητοφωνηθέντων πρακτικών δημόσιας συνεδρίασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, στο αναφερόμενο σημείο καταγραφής της ένορκης κατάθεσης της μάρτυρος απόδειξης Ε. Α., με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από αυτά τα οποία εκείνη κατέθεσε ως μάρτυρας και περιέχονται στα εν λόγω πρακτικά είναι απαράδεκτος. Και, τούτο, διότι, τα πρακτικά συνεδρίασης δίκης, κατά το μέρος που περιλαμβάνουν τις μαρτυρικές καταθέσεις, δεν αποτελούν έγγραφο, κατά την έννοια του αρ. 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, δεκτικό παραμόρφωσης. IV. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 10 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, δέχτηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται όταν το δικαστήριο δέχεται "πράγματα", δηλαδή αυτοτελείς ισχυρισμούς, οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος, που ασκείται με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσκομιστεί για αυτά οποιαδήποτε απόδειξη ή όταν το δικαστήριο δεν εκθέτει στην απόφασή του, έστω και γενικά, από ποια αποδεικτικά μέσα έχει αντλήσει την απόδειξη για τα "πράγματα" που δέχθηκε ως αληθινά. Συγκεκριμένα, δεν απαιτείται να αξιολογείται στην απόφαση κάθε αποδεικτικό μέσο ειδικά και χωριστά ή να εξειδικεύονται τα έγγραφα ή να γίνεται διάκριση ποια από αυτά λαμβάνονται υπόψη για άμεση και ποια για έμμεση απόδειξη (ΑΠ 274/2021, ΑΠ 1058/2020, ΑΠ 1597/2018). Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, όταν από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το δικαστήριο σχημάτισε την κρίση του από τα μνημονευόμενα σ' αυτήν (απόφαση) αποδεικτικά μέσα. Ο ίδιος λόγος δεν ιδρύεται, όταν το δικαστήριο, ύστερα από εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων που προσκομίστηκαν με επίκληση, καταλήξει σε, έστω και εσφαλμένη, για τα "πράγματα", κρίση, η οποία είναι αναιρετικά ανέλεγκτη (ΑΠ 1933/2022, ΑΠ 1385/2022, ΑΠ 274/2021). Στην προκείμενη περίπτωση, οι τέταρτος και τρίτος λόγοι αναίρεσης, κατά τα οικεία σκέλη αυτών, με τους οποίους η αναιρεσείουσα, πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση, επικαλούμενη ότι χωρίς απόδειξη δέχθηκε ουσιώδη πράγματα, και δη ότι η αναιρεσείουσα δεν είχε κυριότητα επί του επιδίκου τμήματος οικοπέδου, με την παραδοχή ότι αυτό αποτελεί την παλαιά κοίτη κοινόχρηστου, με την αμνημόνευτης χρόνου αρχαιότητα, ρέματος, χωρίς να συνομολογηθούν από κάποιο διάδικο, χωρίς να αφορούν πασίδηλα γεγονότα, χωρίς να είναι γνωστά στο δικαστήριο από άλλη δικαστική ενέργειά του, χωρίς να αποτελούν διδάγματα κοινής πείρας (οικείο σκέλος τέταρτου λόγου), που περιήλθε η κυριότητα στην α.ε. με την επωνυμία, ΕΥΔΑΠ, λόγω εκτέλεσης από αυτήν του τεχνικού έργου διευθέτησης (οικείο σκέλος τρίτου λόγου), με αποτέλεσμα να γίνει δεκτή η αγωγή, είναι απαράδεκτοι, λόγω αοριστίας. Και, τούτο, διότι, δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι τα ανωτέρω "πράγματα" δέχθηκε το Εφετείο ως αληθινά χωρίς να αναφέρει στην απόφασή του καθόλου αποδεικτικά μέσα, από τα οποία συνήγαγε την απόδειξή του (ΑΠ 47/2022, ΑΠ 573/2021). Σε κάθε περίπτωση, από την παραδεκτή, κατ' άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφαση προκύπτει ότι το Εφετείο εκθέτει σ' αυτήν τα αποδεικτικά μέσα, ήτοι ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων των διαδίκων, τη με αριθμ. 3164/2014 ένορκη βεβαίωση, καθώς και όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που οι νόμιμα οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, από τα οποία άντλησε την κρίση του, ότι αποδείχθηκαν και είναι αληθινά όλα τα ως άνω παρατιθέμενα στην απόφασή του και έχοντα ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης πραγματικά περιστατικά, και δεν απαιτείται να αξιολογείται στην απόφαση κάθε αποδεικτικό μέσο ειδικά και χωριστά ή να εξειδικεύονται τα έγγραφα ή να γίνεται διάκριση ποια από αυτά λαμβάνονται υπόψη για άμεση και ποια για έμμεση απόδειξη. Επομένως, στις παραδοχές του αυτές το Εφετείο δεν κατέληξε χωρίς απόδειξη και ο παραπάνω, από τον αρ. 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης είναι και αβάσιμος. V. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 11γ του ΚΠολΔ, συντρέχει λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει δικανική πεποίθηση για τη βασιμότητα των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οφείλει να λάβει υπόψη τα αποδεικτικά μέσα που προσκομίστηκαν νόμιμα είτε για άμεση απόδειξη είτε για συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, εφόσον γίνεται σαφής και ορισμένη επίκλησή τους από τον διάδικο (ΟλΑΠ 23/2008). Δεν θεμελιώνεται, όμως, ο λόγος αυτός, αν προκύπτει από την απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίστηκαν με επίκληση. Αρκεί γι` αυτό η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου, χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολόγησης του καθενός, εφόσον, από τη γενική αυτή αναφορά σε συνδυασμό με τις υπόλοιπες αιτιολογίες της απόφασης, προκύπτει αναμφίβολα η λήψη υπόψη του αποδεικτικού μέσου. Πάντως, η γενική αυτή αναφορά της λήψης υπόψη όλων των αποδείξεων που με επίκληση προσκομίστηκαν δεν αποκλείει την ίδρυση του πιο πάνω λόγου αναίρεσης για κάποιο αποδεικτικό μέσο, όταν από το περιεχόμενο της απόφασης δεν προκύπτει κατά τρόπο αναμφίβολο (ΟλΑΠ 8/2016, ΟλΑΠ 2/2008) ή κατ` άλλη έκφραση αδιστάκτως βέβαιο ότι τούτο έχει ληφθεί υπόψη (ΟλΑΠ 14/2005, ΑΠ 111/2023, ΑΠ 1530/2022). Στην προκείμενη περίπτωση, η αναιρεσείουσα, με τους παρακάτω λόγους αναίρεσης προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την, από το άρθρο 559 αρ. 11γ (και όχι 11β, όπως από παραδρομή αναγράφεται στο αναιρετήριο), πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι το Εφετείο, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη τα αποδεικτικά μέσα, άλλως δεν καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι έλαβε υπόψη αυτά, τα οποία, ως εκκαλούσα νόμιμα επικαλέστηκε και προσκόμισε, στο Εφετείο, για την απόδειξη αντίστοιχου λόγου έφεσής της, που ασκούσε ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, και δη ως προς τη μη ύπαρξη νομικού ελαττώματος στο επίδικο τμήμα οικοπέδου, και, ειδικότερα: 1) με τον τρίτο λόγο κατά οικείο σκέλος αυτού, με τον οποίο ισχυρίζεται ότι δεν έλαβε υπόψη το με αριθμ. πρωτ. .../20-04-2003 έγγραφο της ΕΥΔΑΠ (ως σχετικό 4), από το οποίο προέκυπτε ότι η ΕΥΔΑΠ δεν εκτέλεσε το τεχνικό έργο της διευθέτησης του φερόμενου κοινόχρηστου ρέματος, και, συνεπώς, δεν περιήλθε η κυριότητα αυτού στην ΕΥΔΑΠ, 2) με τον τέταρτο λόγο κατά το οικείο σκέλος αυτού, με το οποίο ισχυρίζεται ότι δεν έλαβε υπόψη : α) το, νομίμως μεταγραφέν, με αριθμ. .../2011 αγοραπωλητήριο συμβόλαιο της συμβ/φου Αθηνών Μαρίας Καραχάλιου - Σκαλτσά (ως σχετικό 3), από το οποίο προκύπτει ότι η ίδια φερόμενη ως ιδιοκτήτρια του επίδικου ακινήτου ΕΥΔΑΠ δεν επικαλείται ούτε αποδεικνύει ότι κατέστη κυρία του ακινήτου, στο οποίο απλώς δηλώνει ότι είναι κυρία δυνάμει του άρθρου 6 του ν.δ/τος 2722/1953 σε συνδυασμό με τον α.ν. 489/1968 σε συνδυασμό με το ν. 1068/1980, που προήλθε από τη διευθέτηση του ρέματος, χωρίς να αναφέρεται στο συμβόλαιο το ρέμα ... ούτε ότι το ρέμα υπήρξε κοινόχρηστο, ούτε ότι έρρεαν όμβρια ύδατα ούτε ότι με τη βούληση του ιδιοκτήτη - ιδιοκτητών και της αμνημονεύτου χρόνου αρχαιότητας κατέστη κοινόχρηστο το ρέμα, β) το με αριθμ. .../2-3-2005 αγοραπωλητήριο συμβόλαιο της συμβ/φου Πειραιά Άννας Τριανταφυλλάκη - Παπακωστοπούλου, το με αριθμό .../20-10-1999 συμβόλαιο της συμβ/φου Αθηνών Ευαγγελίας Αγγανη -Στυλιανέση, το με αριθμό .../14-10-1963 συμβόλαιο του συμβ/φου Αθηνών Νικολάου Επαμεινώνδα Μαούνη, το με αριθμό .../15-6-1952 αγοραπωλητήριο συμβόλαιο αγοραπωλησίας του συμβ/φου Αθηνών Πολυδώρου Βαρδουλάκη, το με αριθμό .../1924 συμβόλαιο του συμβ/φου Αθηνών Χρήστου Χατζησπύρου, το αριθμό .../1892 συμβόλαιο του συμβ/φου Αθηνών Αναστασίου Σταμέλου, το με αριθμό .../1889 συμβόλαιο του συμβ/φου Αθηνών Δημητρίου Καλλιόντζη, το με αριθμό .../1901 συμβόλαιο του συμβ/φου Αθηνών Τάσου Οικονόμου, το με αριθμό .../1892 συμβόλαιο του συμβ/φου Αθηνών Αναστασίου Σταμέλου, το με αριθμό .../28.2.1881 συμβόλαιο του συμβ/φου Αθηνών Δ. Καλλιοντζή, το .../1889 συμβόλαιο του συμβ/φου Αθηνών Δημητρίου Καλλιοντζή, το .../1879 συμβόλαιο του συμβ/φου Αθηνών Δημητρίου Καλλιοντζή, το αριθμό .../1886 συμβόλαιο του συμβ/φου Αθηνών Μιχ. Φραγκαντώνη και το με αριθμό .../1871 συμβόλαιο του συμβ/φου Αθηνών Αργυρίου Πέππα, που όλα μεταγράφηκαν νόμιμα, (ως σχετικά με αριθμούς 5 έως και 17), συνεχή, αδιάκοπη σειρά τίτλων κυριότητας επί του επίδικου, τουλάχιστον δύο γενεές πριν την από 23-02-1946 εισαγωγή του ΑΚ, από τα οποία αποδεικνύεται ότι το επίδικο περιλαμβάνεται στους τίτλους κυριότητας των απώτερων και απώτατων δικαιοπαρόχων της αναιρεσείουσας - πωλήτριας, γ) τη με αριθμ. πρωτ. ...2005 και ...2017 βεβαιώσεις του Δήμου Ν. Ηρακλείου Αττικής, τη με αριθμ. πρωτ. ...2005 βεβαίωση υποβολής δήλωσης ιδιοκτησίας του ν. 1337/1983, που επισυνάφθηκε στον τίτλο κυριότητας αυτής, με αριθμ. .../2005 συμβόλαιο της συμβ/φου Πειραιά Άννας Τριανταφυλλάκη, από τις οποίες προκύπτει ότι ο δικαιοπάροχος της αναιρεσείουσας Δ. Σ., κατά τη διαδικασία ένταξης της περιοχής στο σχέδιο πόλης υπέβαλε δήλωση ιδιοκτησίας και εξόφλησε την εισφορά σε γη και χρήμα του ν. 1337/1983, ενώ η ΕΥΔΑΠ δεν υπέβαλε δήλωση ιδιοκτησίας ούτε αίτηση διόρθωσης της κυρωθείσας και αμετάκλητης ...1998 πράξης εφαρμογής, που μεταγράφηκε νόμιμα, δ) την ένορκη κατάθεση του προταθέντος και εξετασθέντος, στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, Η. Ο., ο οποίος κατέθεσε (ενόρκως), μεταξύ άλλων, ότι " ... δεν υπήρχε ποτέ ρέμα ... στο δασάκι πιο πέρα από το οικόπεδο, όταν έριχνε πολύ βροχή παλιά, πριν γίνουν υπόνομοι κλπ. όταν έριχνε πάρα πολύ βροχή, μαζευόντουσαν κάποια νερά στο δασάκι που είναι απέναντι από το οικόπεδό μας ... στην δυνατή νεροποντή ... μετά εξατμιζόταν το νερό..." και 3) με τον πέμπτο λόγο αναίρεσης, κατά το οικείο σκέλος αυτού, ότι δεν έλαβε υπόψη την ένορκη κατάθεση του μάρτυρος ανταπόδειξης Η. Ο., ο οποίος κατέθεσε ότι η αναιρεσείουσα πληροφορήθηκε το πρώτον ότι η ΕΥΔΑΠ ισχυρίζεται ότι είναι κυρία του επίδικου οικοπέδου, 109 τ.μ., με την επίδοση σ' αυτήν της κρινόμενης αγωγής, είναι αβάσιμοι. Και, τούτο, διότι από τη σχετική βεβαίωση του Εφετείου, που περιέχεται στην απόφασή του, ήτοι "Από την εκτίμηση των ένορκων καταθέσεων των μαρτύρων των διαδίκων Ε. Α. του Χ., Η. Ο. του Α., που εξετάστηκαν νομότυπα στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, οι οποίες περιέχονται στα ταυτάριθμα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης, της με αριθμό 3146/2014 ένορκης βεβαιώσεως του μάρτυρα των εναγόντων Χ. Α. ενώπιον της Ειρηνοδίκου Αθηνών, η οποία λήφθηκε κατόπιν νομότυπης κι εμπρόθεσμης κλήτευσης της εναγόμενης (...) και από όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που νομότυπα προσκομίζουν μετ' επικλήσεως οι διάδικοι. είτε για να ληφθούν υπόψη ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα, είτε για να χρησιμεύσουν προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, αποδεικνύονται τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:.. ", έστω και χωρίς να γίνεται μνεία όλων και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι το Εφετείο, κατά τη διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος, ότι το επίδικο ακίνητο, έκτασης 109 τ.μ., που συνορεύει βόρεια σε ευθεία πλευρά (Ο-Ξ) μήκους 8 μέτρων, με δημοτικό χώρο (πρώην ρέμα), νότια σε ευθεία πλευρά (Ι-Κ) μήκους 4 μέτρων με πρώην ρέμα, βορειοανατολικά σε καμπύλη πλευρά (Ξ-Ν) και ευθεία πλευρά (Ν-Κ) μήκους 16,50 μέτρων με την οδό ... (πρώην ρέμα) και νοτιοανατολικά σε καμπύλη πλευρά (Ι-Ο) με ιδιοκτησία Κ. Μ. και Α. Μ., η οποία περιεχόταν στην μεγαλύτερη έκταση που μεταβιβάστηκε αρχικά στους ενάγοντες, την κάλυπτε η κοίτη του παλαιού ρέματος ..., και είχε αφεθεί στην κοινή χρήση με την θέληση όλων των ιδιοκτητών των παρόχθιων αυτού ακινήτων από "αμνημονεύτου χρόνου", τουλάχιστον ογδόντα (80) χρόνια πριν από την έναρξη ισχύος του Α.Κ. στις 23-02-1946, καθόσον δύο γενιές ανθρώπων πριν από την ημερομηνία αυτή, καθεμιάς από αυτές νοουμένης και εκτεινομένης επί μία τεσσαρακονταετία, γνώριζαν την ίδια κατάσταση, ήτοι την απορροή του βρόχινου νερού στην ευρύτερη περιοχή του επίδικου μέσω του εν λόγω ρέματος, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε μετά των λοιπών αποδείξεων και όλα τα φερόμενα από την αναιρεσείουσα ως αγνοηθέντα, άνω αποδεικτικά μέσα, ανεξαρτήτως του ότι με το σύνολο των ανωτέρω αιτιάσεων, πλήττεται, υπό την επίφαση του παραπάνω λόγου αναίρεσης, η αναιρετικώς ανέλεγκτη (άρθρο 561 παρ. ΚΠολΔ) επί της ουσίας κρίση του Εφετείου (ΑΠ 1491/2022, ΑΠ 1964/2022). VI. [1] Κατά τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής το δικαίωμα θεωρείται ότι ασκείται καταχρηστικά και όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου πριν από την άσκησή του, καθώς και η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε στο διάστημα που μεσολάβησε, δεν δικαιολογούν τη μεταγενέστερη άσκησή του και καθιστούν αυτή μη ανεκτή κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, αφού η συμπεριφορά αυτή τείνει στην ανατροπή της κατάστασης που δημιουργήθηκε υπό ορισμένες ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε για πολύ χρόνο, με επακόλουθο να συνεπάγεται επαχθείς συνέπειες για τον υπόχρεο (Ολ ΑΠ 17/1995 και 62/1990). Απαιτείται, δηλαδή, για το χαρακτηρισμό ως καταχρηστικής της άσκησης του δικαιώματος, να έχει δημιουργηθεί στον υπόχρεο, από τη συμπεριφορά του δικαιούχου σε συνάρτηση και με εκείνη του υπόχρεου, και μάλιστα ευλόγως, η πεποίθηση, ότι ο δικαιούχος δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμα του. Απαιτείται, ακόμη, οι πράξεις του υπόχρεου και η κατάσταση που δημιουργήθηκε, από αυτές η οποία συνεπάγεται ιδιαιτέρως επαχθείς για αυτόν (υπόχρεο) επιπτώσεις, να τελούν σε αιτιώδη σχέση με την προηγούμενη συμπεριφορά του δικαιούχου, αφού, κατά τους κανόνες της καλής πίστης, τις συνέπειες που απορρέουν από πράξεις άσχετες προς αυτή τη συμπεριφορά, δεν συγχωρείται να επικαλεστεί ο υπόχρεος προς απόκρουση του δικαιώματος. Εξάλλου, το ζήτημα αν οι συνέπειες που συνεπάγεται η άσκηση του δικαιώματος είναι επαχθείς για τον υπόχρεο πρέπει να αντιμετωπίζεται και σε συνάρτηση με τις αντίστοιχες συνέπειες που μπορεί να επέλθουν σε βάρος του δικαιούχου από την παρακώλυση άσκησης του δικαιώματός του (Ολ ΑΠ 62/90, ΑΠ 1058/2018, ΑΠ 155/2016). [2] Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 281 ΑΚ και 262, 269 και 559 αρ. 8 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, εάν για τη θεμελίωση ισχυρισμού καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος προβάλλονται περισσότερα αυτοτελή ουσιώδη πραγματικά περιστατικά, τα οποία όμως πρέπει να ληφθούν αθροιστικά υπόψη, ως "πράγματα", που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, η μη λήψη των οποίων ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 559 αρ. 8 εδάφιο β' του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, αποτελούν το καθένα από τα περισσότερα πραγματικά περιστατικά, που έχουν παραδεκτώς προβληθεί, και αθροιστικώς λαμβανόμενα υπόψη, θεμελιώνουν την από το άρθρο 281 ΑΚ καταχρηστική άσκηση δικαιώματος, καθόσον, διαφορετικά, δεν αποτελούν πράγματα κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ και, επομένως, δεν μπορεί να θεμελιώσουν τον από την εν λόγω διάταξη προβλεπόμενο αναιρετικό λόγο. Συνεπώς, η μη λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας ενός ή περισσοτέρων από αυτά, τότε μόνο στοιχειοθετεί τον προβλεπόμενο από την τελευταία διάταξη λόγο αναίρεσης (ΑΠ 534/2020, ΑΠ 782/2014, ΑΠ 623/2011), όταν αυτά, αθροιστικά λαμβανόμενα υπόψη μαζί μ' εκείνα που αναφέρονται στην προσβαλλομένη απόφαση, θεμελιώνουν τον από το άρθρο 281 ΑΚ ισχυρισμό (ΑΠ 463/2022, ΑΠ 52/2022, ΑΠ 534/2020). [3] Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος του πέμπτου, κατά το οικείο σκέλος, λόγου αναίρεσης, καθώς και του παρακάτω έκτου λόγου αναίρεσης, δέχθηκε τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Δυνάμει του με αριθμ. .../8-3-2010 αγοραπωλητηρίου συμβολαίου της Συμβολαιογράφου Αθηνών Βασιλικής Ρωμανού, που συνήφθη μεταξύ της εναγομένης ήδη αναιρεσείουσας, ως πωλήτριας και των εναγόντων, ήδη αναιρεσιβλήτων, ως αγοραστών, νομίμως υπογραφέντος, η εναγομένη πώλησε και μεταβίβασε στους ενάγοντες κατά πλήρη κυριότητα, νομή και κατοχή, σε ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου στον καθένα ένα οικόπεδο που βρίσκεται στον Δήμο Ηρακλείου Αττικής, στη θέση "..." στο με αριθμό Γ ... Οικοδομικό Τετράγωνο του άνω Δήμου επί των οδών ... και πέραν αυτού με την οδό .... ... και ..., εκτάσεως συνολικά 385 τετραγωνικών μέτρων. Το ανωτέρω οικόπεδο εμφαίνεται με τα κεφαλαία αλφαβητικά στοιχεία Α-Β-Γ-Δ-Ε-Α στο από Φεβρουαρίου 2010 τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Α. Β., το οποίο προσαρτήθηκε στο προαναφερόμενο συμβόλαιο και σύμφωνα με αυτό το ανωτέρω οικόπεδο συνορεύει Βόρεια επί προσώπου Α-Β μήκους 15.85 μέτρων με πεζόδρομο πλάτους 2 μέτρων και πέραν αυτού με την οδό ..., νότια επί πλευράς Ε-Δ μήκους 12.08 μέτρων συν Γ-Δ 12,06 μέτρων με ιδιοκτησία αγνώστου, ανατολικά επί προσώπου Β-Γ μήκους 19 μέτρων με την οδό ... πλάτους 10 μέτρων και δυτικά επί προσώπου Α-Ε 18 μέτρων με την οδό ... πλάτους 8 μέτρων. Κατά την κατάρτιση του ως άνω συμβολαίου η εναγομένη - πωλήτρια του οικοπέδου, δήλωσε ότι είχε την αποκλειστική και πλήρη κυριότητα, νομή και κατοχή της το πιο πάνω οικόπεδο εκτάσεως 385 τ.μ., καθώς και εγγυάται το πιο πάνω ακίνητο ελεύθερο από κάθε βάρος, χρέος, υποθήκη, προσημείωση, εκνίκηση από τρίτο πρόσωπο, κατάσχεση, συντηρητική και αναγκαστική, διεκδίκηση, μεσεγγύηση, δουλεία κάθε είδους πραγματική και προσωπική, απαλλοτρίωση, απαίτηση από κληρονομιά ή άλλη αιτία, φόρους, τέλη και εισφορές και από κάθε άλλο νομικό και πραγματικό ελάττωμα (...). Το συνολικό τίμημα καθορίστηκε στο πόσο των 187.110 Ευρώ και συμφωνήθηκε να καταβληθεί στην εναγομένη ως εξής: Α) ποσό 26.110 Ευρώ) προ της υπογραφής του συμβολαίου. Β) 1.000 Ευρώ καταβλήθηκε με την παράδοση πιστοποιητικού εξάλειψης προσημείωσης υποθήκης που υπήρχε στο ακίνητο, Γ) ποσό 160.000 Ευρώ) συμφωνήθηκε να καταβληθεί σε οκτώ (8) ισόποσες δόσεις των 20.000 Ευρώ εκάστη πληρωτέες η πρώτη στις 10/3/2011 και οι επόμενες την αντίστοιχη ημερομηνία κάθε ημερολογιακού έτους της τελευταίας εξοφλητέας την 10/3/2018. Το συνολικό ποσό του τιμήματος έχει εξοφληθεί ολοσχερώς. Μετά δε την αγορά του παραπάνω οικοπέδου, οι ενάγοντες απευθύνθηκαν στη Πολεοδομία, προκειμένου να τους χορηγηθεί οικοδομική άδεια για το ακίνητο αυτό και κατά την διάρκεια της διαδικασίας έκδοσης της αδείας αυτής ενημερώθηκαν ότι στην έκταση του αγορασθέντος από την εναγομένη οικοπέδου περιλαμβάνεται τμήμα ρέματος που περνούσε παλαιότερα από την έκταση αυτή και οι ίδιοι το αγνοούσαν. Στην συνέχεια διενεργήθηκε αυτοψία στο οικόπεδο από την ΕΥΔΑΠ Α.Ε. και από το Υπουργείο Υποδομών και προέκυψε ότι το ρέμα είναι διευθετημένο με αγωγό όμβριων υδάτων και ότι η ΕΥΔΑΠ έχει ιδιοκτησία επί του τμήματος της παλαιάς κοίτης που περιλαμβάνεται στο οικόπεδο, με αποτέλεσμα να μην είναι δυνατή η έκδοση της αδείας οικοδομήσεως. Προκειμένου να καταστεί δυνατή η έκδοση της άδειας οι ενάγοντες υπέβαλαν την με αριθμό πρωτ. .../2-12-2010 αίτηση προς την ΕΥΔΑΠ με την οποία ζητούσαν την εξαγορά των δικαιωμάτων της τελευταίας επί του τμήματος του οικοπέδου που είχε διευθετηθεί από την ΕΥΔΑΠ και με την υπ' αριθμ. …/21-1-2011 απόφαση της Διοίκησης της εταιρείας εγκρίθηκε η πώληση σε αυτούς έκτασης 109 τετραγωνικών μέτρων έναντι τιμήματος 37.219 Ευρώ. Στη συνέχεια με το υπ' αριθμ. .../28-3-2011 αγοραπωλητήριο συμβόλαιο της Συμβολαιογράφου Αθηνών Μαρίας Καραχάλιου - Σκαλτσά, νόμιμα μεταγεγραμμένο η ΕΥΔΑΠ Α.Ε., νομίμως εκπροσωπούμενη, πώλησε και μεταβίβασε κατά πλήρη κυριότητα σε ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου σε έκαστο των εναγόντων μία οικοδομική έκταση, εμβαδού 109 τετραγωνικών μέτρων, μη άρτια και μη οικοδομήσιμη και αναγκαστικά προσκυρωτέα, που περιήλθε από την διευθέτηση του ρέματος Δήμου Ηρακλείου Αττικής, κείμενης εντός του σχεδίου του Δήμου Ηρακλείου Αττικής, στο υπ' αριθμ. Γ ... οικοδομικό τετράγωνο του ιδίου Δήμου και επί των οδών … και .... Η οικοπεδική αυτή έκταση εμφαίνεται στη κτηματογραφική αποτύπωση ... με αλφαβητικά στοιχεία (ΙΚΝΞΟΙ) στο τοπογραφικό διάγραμμα της Διεύθυνσης Έργων Ύδρευσης Υπηρεσία Τοπογραφήσεως και Κτηματολογίου της ΕΥΔΑΠ επί του οποίου υπάρχει η από 11/2/2011 υπεύθυνη δήλωση της πολιτικού μηχανικού έργων υποδομής Τ.Ε. Β. Π., σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν. 651/1977 άρθρο 5 ότι "το οικόπεδο που εμφαίνεται στην παρούσα κτηματική αποτύπωση ... υπό στοιχεία Ι.Κ.Ν.Ξ.Ο.Ι., εμβαδού 109τ.μ., ιδιοκτησίας της ΕΥΔΑΠ, εντός σχεδίου πόλεως του Δήμου Ηρακλείου και είναι αναγκαστικά προσκυρωτέο, μη άρτιο και μη οικοδομήσιμο, σύμφωνα με τις ισχύουσες Πολεοδομικές Διατάξεις και ότι δεν εμπίπτει στις διατάξεις του Ν. 1337/1983 περί εισφοράς σε γη και χρήμα". Κατά το σχεδιάγραμμα αυτό, το οποίο προσαρτάται στο ανωτέρω συμβόλαιο, το ως άνω οικοπεδικό τμήμα έχει έκταση 109 τ.μ. και συνορεύει βόρεια σε ευθεία πλευρά (Ο-Ξ) μήκους 8 μέτρων, με δημοτικό χώρο (πρώην ρέμα), νότια σε ευθεία πλευρά (Ι-Κ) μήκους 4 μέτρων με πρώην ρέμα, βορειοανατολικά σε καμπύλη πλευρά (Ξ-Ν) και ευθεία πλευρά (Ν-Κ) μήκους 16,50 μέτρων με την οδό ... (πρώην ρέμα) και νοτιοανατολικά σε καμπύλη πλευρά (Ι-Ο) με ιδιοκτησία Κ. Μ. και Α. Μ.. Ειδικότερα, την παραπάνω οικοπεδική έκταση των 109 τ.μ., η οποία περιεχόταν κατά τα άνω εκτεθέντα στην μεγαλύτερη έκταση που μεταβιβάστηκε αρχικά στους ενάγοντες, την κάλυπτε η κοίτη του παλαιού ρέματος ..., σύμφωνα με την πινακίδα του από 27/8/1951 διατάγματος επέκτασης σχεδίου της όμορης περιοχής της Δημοτικής Ενότητας Πεύκης του Δήμου Λυκόβρυσης - Πεύκης. Το παραπάνω ρέμα ... καθόριζε τα όρια του Δήμου Ν. Ηρακλείου με την περιοχή της ..., ήδη Δήμου Πεύκης, τουλάχιστον από τον 19° αιώνα μέχρι τη δεκαετία του έτους 1980 και στο τελείωμά του ενωνόταν με το ρέμα ..., που μετά από διαδρομή χιλιομέτρων, κατέληγε κοντά στο σημερινό Ολυμπιακό Στάδιο. Το ρέμα αυτό (...) ήταν χείμαρρος, διότι κατακλυζόταν περιοδικά από όμβρια ύδατα και είχε αφεθεί στην κοινή χρήση με την θέληση όλων των ιδιοκτητών των παρόχθιων αυτού ακινήτων από "αμνημονεύτου χρόνου", διότι δεν εξυπηρετούσε την απορροή στην θάλασσα των βρόχινων νερών μόνον του κτήματος των δικαιοπαρόχων των εναγόντων, αλλά και μιας ευρύτερης περιοχής και συγκεκριμένα, είχε αφεθεί στην κοινή χρήση τουλάχιστον ογδόντα (80) χρόνια πριν από την έναρξη ισχύος του Α.Κ. στις 23/2/1946, καθόσον δύο γενιές ανθρώπων πριν από την ημερομηνία αυτή, καθεμιάς από αυτές νοουμένης και εκτεινομένης επί μία τεσσαρακοντία, γνώριζαν την ίδια κατάσταση, ήτοι την απορροή του βρόχινου νερού στην ευρύτερη περιοχή του επίδικου μέσω του εν λόγω ρέματος. Επομένως, ως κοινής χρήσης πράγμα με την αμνημονεύτου χρόνου αρχαιότητα του προϊσχύσαντος βυζαντινορωμαϊκού δικαίου, το ρέμα αυτό είχε περιέλθει στην κυριότητα του Δημοσίου πριν από την ημερομηνία έναρξης ισχύος του ΑΚ και δεν ήταν δεκτικό ιδιωτικής εξουσίασης (άρθρα 966 και 1054 ΑΚ). Κατά τη δεκαετία του έτους 1970 εκτελέσθηκαν έργα διευθέτησης του ρέματος από την Διεύθυνση Κατασκευής έργων Οδοποιίας του Υ.ΠΕ.ΧΩ.Δ.Ε., που ολοκληρώθηκαν τη δεκαετία του έτους 1980. Ειδικότερα, τα έργα αυτά κατασκευάστηκαν από την παραπάνω υπηρεσία για λογαριασμό της ΕΥΔΑΠ με τις εργολαβίες ..., ... και ... προκειμένου να δημιουργηθεί αντιπλημμυρικό δίκτυο, μεταξύ άλλων, και για την επέκταση της ... και της οδού .... Συνεπεία δε, των έργων αυτών, τα όμβρια ύδατα που προέρχονται από την λεκάνη απορροής της οδού ... - ... συλλέγονται και οδηγούνται με υπόγειο αγωγό όμβριων δυτικά κατά μήκος της οδού ..., με συνέπεια να αποδεσμευτεί η επιφάνεια του προϋπάρχοντας ρέματος και η έκταση την οποία καταλάμβανε η παλαιά κοίτη του διευθετημένου και στην συνέχεια επιχωματωθέντος κοινόχρηστου ρέματος στο ανωτέρω οικόπεδο που αποτελεί το επίδικο εδαφικό τμήμα, περιήλθε στην κυριότητα της ΕΥΔΑΠ, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 6 του νδ/τος 2722/1953, του Α.Ν. 489/1968 και του άρθρου 10 παρ. του Ν 1068/1980, η οποία συστήθηκε δια της συγχωνεύσεως του "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΥ ΑΠΟΧΕΤΕΥΣΕΩΣ ΠΡΩΤΕΥΟΥΣΕΣ (Ο.Α.Π.)" στα δικαιώματα του οποίου υπεισήλθε και η ΑΝΩΝΥΜΟ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΥΔΑΤΩΝ ΤΩΝ ΠΟΛΕΩΝ ΑΘΗΝΩΝ - ΠΕΙΡΑΙΩΣ ΚΑΙ ΠΕΡΙΧΩΡΩΝ (Ε.Ε.Υ.)....... Ενόψει των ανωτέρω κρίνεται ότι κατά τον χρόνο κατάρτισης της επίδικης σύμβασης αγοραπωλησίας οικοπέδου μεταξύ της εναγομένης ως πωλήτριας και των εναγόντων ως αγοραστών, το επίδικο εδαφικό τμήμα των 109 τμ εκ των 385 τ.μ. συνολικά που πωλήθηκε δεν ανήκε στην κυριότητα της εναγομένης αλλά στην κυριότητα τρίτου, ήτοι της ΕΥΔΑΠ Α.Ε. και ως εκ τούτου υπήρχε αδυναμία μεταβιβάσεώς του στους ενάγοντες εκ μέρους της εναγομένης. Το γεγονός δε αυτό συνιστά νομικό ελάττωμα κατά την έννοια του άρθρου 514 Α.Κ. ...., εξαιτίας του οποίου οι ενάγοντες ζημιώθηκαν ως ακολούθως: α) Στην αξία της εκτάσεως των 109 τ.μ., που τελικώς δεν περιήλθε στην κυριότητά τους δυνάμει του με αριθμό προαναφερομένου αγοραπωλητηρίου συμβολαίου, για την οποία κατέβαλαν το ποσό των (109 τ.μ. x 486 Ευρώ ανά τετραγωνικό μέτρο =) 52.974 Ευρώ και επομένως πρέπει να τους επιδικασθεί το ποσό των (52.974 : 2 =) 26.487 Ευρώ σε έκαστο τούτων σύμφωνα με την μερίδα της ιδιοκτησίας του, ενόψει του ότι το τίμημα της συνολικής έκτασης των 385τ.μ. ανήλθε στο ποσό των 187.110 Ευρώ, β) στο ποσό που οι ενάγοντες κατέβαλαν για επιπλέον φόρο για τα ελλείποντα τετραγωνικά μέτρα ύψους (53,45 Ευρώ φόρος ανά τ.μ. χ 109 τ.μ. =) 5.826,05 Ευρώ, δεδομένου ότι κατέβαλαν το ποσό των 20.581,55 Ευρώ για φόρο για τα 385 τ.μ. και επομένως έκαστος τούτων δικαιούται το ποσό των (5.826,05 : 2=) 2.913,02 Ευρώ, γ) στο ποσό που κατέβαλαν ως επιπλέον αμοιβή στην Συμβολαιογράφο που συνέταξε το συμβόλαιο αγοραπωλησίας και το οποίο αντιστοιχεί στο ελλείποντα τετραγωνικά μέτρα, ύψους 572,49 Ευρώ συνολικά ήτοι 5,25 Ευρώ ανά τ.μ. x 109τ.μ., δεδομένου ότι κατέβαλαν το ποσό των 2.022,10 Ευρώ για την συνολική αμοιβή και επομένως δικαιούται έκαστος τούτων το ποσό των (572,49 : 2=) 286,24 Ευρώ, δ) στο ποσό που κατέβαλαν για επιπλέον αμοιβή του παραστάντος δικηγόρου για τα ελλείποντα τετραγωνικά μέτρα ήτοι το ποσό των (3,59 Ευρώ ανά τ.μ. χ 109 τ.μ.=) 391,30 Ευρώ, δεδομένου ότι κατέβαλαν το ποσό των 1.385,75 Ευρώ για αμοιβή δικηγόρου και επομένως δικαιούται έκαστος τούτων το ποσό των (391,30 : 2=) 195,65 Ευρώ, πλην όμως, επειδή αιτούνται το μικρότερο ποσό 165 Ευρώ ο καθένας, πρέπει να επιδικασθεί το τελευταίο κατ' άρθρο 106 ΚΠολΔ και ε) στο ποσό που κατέβαλαν για έξοδα μεταγραφής του συμβολαίου για τα ελλείποντα τετραγωνικά μέτρα το ποσό των (2,92 Ευρώ ανά τ.μ. χ 109 τ.μ. =) 317,85 Ευρώ) και συνεπώς αναλογεί στον καθένα τούτων το ποσό των (317.85 : 2=) 158.92 Ευρώ. Κατά συνέπεια καθένας των εναγόντων υπέστη συνολική ζημιά εξαιτίας του προαναφερομένου νομικού ελαττώματος επί του πωληθέντος ως άνω οικοπέδου ύψους 30.010,20 Ευρώ. Για την ύπαρξη του ως άνω ελαττώματος ήτοι έλλειψη κυριότητος λωρίδας 109 τ.μ. επί του πωληθέντος ακινήτου και προβαλλόμενα δικαιώματα κυριότητος από την ΕΥΔΑΠ, η ευθύνη της πωλήτριας εναγομένης είναι αντικειμενική, .... Η ίδια η εναγομένη μολονότι ισχυρίζεται ότι όλοι οι συγγενείς της βρίσκονται στο όμορο προς το επίδικο πωληθέν οικόπεδο πριν το έτος 1950 και την διαβεβαίωσαν ότι ποτέ δεν υπήρχε ρέμα, δεν προσήλθε ουδείς μάρτυρας είτε να καταθέσει ενόρκως στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου αλλά ούτε και βεβαιώνει ενόρκως τον ως άνω ισχυρισμό της. Επιπλέον από την με αριθμό 1080/2018 απόφαση του Εφετείου Αθηνών που εκδόθηκε, όπως προαναφέρεται επί αγωγής του Κ. Γ. και της Α. Γ. κατά της ΕΥΔΑΠ λόγω αγοράς εκ μέρους τους το έτος 2000 ακινήτου παρακείμενου του επίδικου οικοπέδου και εντός του ίδιου οικοδομικού τετραγώνου από συγγενείς της εναγομένης, προκύπτει ότι αφού απευθύνθηκαν στην αρμόδια πολεοδομία για την έκδοση οικοδομικής αδείας, διαπίστωσαν ότι υπήρχαν δικαιώματα κυριότητας της ΕΥΔΑΠ επί του οικοπέδου τους. Σαν συνέπεια, αναγκάστηκαν να αγοράσουν από την ΕΥΔΑΠ την οικοπεδική έκταση που της ανήκε, ώστε να μπορέσουν να οικοδομήσουν το ακίνητό τους. Την 4/7/2006 οι άνω αγοραστές άσκησαν κατά της ΕΥΔΑΠ αγωγή ισχυριζόμενοι ότι αυτή δεν είχε καταστεί κυρία του εδαφικού τμήματος που τους πώλησε. Την αγωγή δε αυτή, γνωστοποίησαν στους δικαιοπαρόχους τους, ήτοι τους συγγενείς της Ζ. Α. (εναγομένης). Ως εκ τούτου κρίνεται ότι η τελευταία γνώριζε από το έτος τουλάχιστον 2006 την ύπαρξη του ως άνω ρέματος και το δικαίωμα κυριότητας που ήγειρε η ΕΥΔΑΠ σε όλη την προαναφερομένη σχετική εδαφική έκταση. Περαιτέρω η εναγομένη ισχυρίζεται ότι οι ενάγοντες ασκούν καταχρηστικά την ένδικη αγωγή τους καθόσον ουδέποτε την ενημέρωσαν για τις ενέργειες σας οποίες προέβησαν σχετικά με την αγορά του τμήματος των 109 τ.μ. από την ΕΥΔΑΠ, στην οποία προέβησαν αδιαμαρτύρητα ενώ η ίδια είχε την πεποίθηση ότι δεν υπήρχε κανένα πρόβλημα σχετικά με το επίδικο ακίνητο. Ο ισχυρισμός τούτος κρίνεται νόμιμος στηριζόμενος στη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ πλην όμως πρέπει ν' απορριφθεί ως κατ' ουσίαν αβάσιμος. Ειδικότερα η μάρτυρας των εναγόντων Ε. Α. με την ιδιότητα της αρχιτέκτονας - μηχανικού που προέβη σε όλες τις δέουσες ενέργειες προκειμένου να εκδοθεί οικοδομική άδεια σχετικά με το επίδικο οικόπεδο, σαφώς καταθέτει ενόρκως ότι οι ενάγοντες αμέσως μόλις έμαθαν για το δικαίωμα κυριότητος που επικαλείτο η ΕΥΔΑΠ επί τμήματος του πωληθέντος ακινήτου και την άρνηση της πολεοδομίας να εκδοθεί σχετική άδεια οικοδομήσεως του αγορασθέντος από αυτούς ακινήτου εωσότου διευθετείτο η άνω διαφορά ειδοποίησαν τηλεφωνικώς την εναγομένη και ότι η τελευταία αρνήθηκε οποιοδήποτε νομικό ελάττωμα του πωληθέντος από αυτήν ακινήτου. Ως εκ τούτου κρίνεται ότι η εναγομένη είχε ειδοποιηθεί σχετικά με το νομικό ελάττωμα από τους ενάγοντες και δεν προέβη σε ουδεμία σχετική ενέργεια ώστε να διαλευκανόταν το ιδιοκτησιακό καθεστώς του επίδικου ακινήτου. Επίσης η ίδια ως άνω μάρτυρας καταθέτει ότι ο αποκλειστικός λόγος που οι ενάγοντες αγόρασαν το επίδικο ακίνητο ήταν να προβούν σε άμεση οικοδόμηση αυτού και για το σκοπό ανέθεσαν στην ιδία (την μάρτυρα) να προβεί στην διαδικασία έκδοσης οικοδομικής άδειας. Το προαναφερόμενο νομικό ελάττωμα επί του πωληθέντος οικοπέδου σε συνδυασμό με το γεγονός ότι εξ αυτού του λόγου το εναπομείναν οικόπεδο ήταν μη άρτιο και μη οικοδομήσιμο, άσκησαν πίεση στους ενάγοντες να προβούν στην εκ νέου αγορά της επίδικης λωρίδας των 109 τ.μ. από την ΕΥΔΑΠ ώστε να μην καθυστερήσουν στην έκδοση σχετικής οικοδομικής άδειας. Έως τότε οι ενάγοντες είχαν προβεί σε τηλεφωνικές οχλήσεις της εναγομένης σχετικά με το ως άνω νομικό ελάττωμα και από καμία ενέργεια τους ήταν δυνατό να δημιουργηθεί η εύλογη πεποίθηση στην εναγομένη ότι δεν επρόκειτο να ασκήσουν την υπό κρίση αγωγή. Περαιτέρω το συνολικό ποσό των 30.010.20 Ευρώ στο οποίο ανέρχεται η ζημία εκάστου των εναγόντων περιλαμβάνει κονδύλια που τελούν σε στενή αιτιώδη συνάφεια με την ύπαρξη του επίδικου νομικού ελαττώματος επί του πωληθέντος ως άνω ακινήτου εκ μέρους της εναγομένης. Όπως δε προαναφέρεται, η εναγομένη ως πωλήτρια που εγγυήθηκε με το επίδικο πωλητήριο συμβόλαιο την ανυπαρξία οποιουδήποτε νομικού ελαττώματος επί του πωληθέντος οικοπέδου, υπέχει αντικειμενική ευθύνη έναντι των εναγόντων. Κατά συνέπειαν η εναγομένη Ζ. Α. οφείλει να καταβάλει σε κάθε ενάγοντα το ποσό των 30.010,20 Ευρώ νομιμοτόκως από την επομένη της επίδοσης της ένδικης αγωγής τους καθόσον η συγκεκριμένη διαδικαστική πράξη κρίνεται ως όχληση κατ' άρθρο 340 ΑΚ.... Κατά συνέπεια, το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που απεφάνθη ομοίως, αν και με διαφορετική εν μέρει αιτιολογία η οποία αντικαθίσταται με την παρούσα κατ' άρθρο 534 ΚΠολΔ ουδόλως έσφαλε κατά την ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου, αλλά και κατά την εκτίμηση των αποδείξεων. Τα δε περί του αντιθέτου υποστηριζόμενα από αμφότερες τις ένδικες εφέσεις ελέγχονται απορριπτέα ως κατ' ουσίαν αβάσιμα, όπως και οι εφέσεις στο σύνολό τους". Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο, απέρριψε τις εφέσεις της αναιρεσείουσας και του προσθέτως υπέρ αυτής παρεμβάντος κατά της εκκαλούμενης απόφασης, με την οποία έγινε δεκτή η αγωγή, απορρίφθηκε η πρόσθετη παρέμβαση υπέρ της αναιρεσείουσας και έγινε δεκτή η παρεμπίπτουσα αγωγή, αφού η προσβαλλόμενη απόφαση έκρινε και ότι η στηριζόμενη στις διατάξεις του άρθρου 281 ΑΚ ένσταση καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος που πρότεινε η αναιρεσείουσα, ισχυριζόμενη ότι οι αναιρεσίβλητοι ασκούν καταχρηστικά την ένδικη αγωγή τους καθόσον αυτοί ουδέποτε την ενημέρωσαν για τις ενέργειες στις οποίες προέβησαν σχετικά με την αγορά του τμήματος των 109 τ.μ. από την ΕΥΔΑΠ, στην οποία προέβησαν αδιαμαρτύρητα, ενώ η ίδια είχε την πεποίθηση ότι δεν υπήρχε κανένα πρόβλημα σχετικά με το επίδικο ακίνητο, είναι αβάσιμη, διότι με τα δεκτά γενόμενα πραγματικά περιστατικά ότι δηλαδή η αναιρεσείουσα γνώριζε τουλάχιστον από το έτος 2006, από τους συγγενείς της, την ύπαρξη του ως άνω ρέματος και το δικαίωμα κυριότητας που ήγειρε η ΕΥΔΑΠ σε γειτονικό ακίνητο του ίδιου ως άνω ο.τ. και ότι έως την αγορά οι αναιρεσίβλητοι είχαν προβεί σε τηλεφωνικές οχλήσεις της αναιρεσείουσας σχετικά με το ως άνω νομικό ελάττωμα, το οποίο αρνήθηκε η αναιρεσείουσα και από καμία ενέργεια των αναιρεσιβλήτων ήταν δυνατό να δημιουργήσει εύλογη πεποίθηση στην αναιρεσείουσα ότι δεν επρόκειτο να ασκήσουν την υπό κρίση αγωγή. Η αναιρεσείουσα, με τον, από τον αρ. 8α του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πέμπτο λόγο αναίρεσης, κατά το οικείο σκέλος αυτού, προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν, και έχουν ουσιώδη επίδραση στην κατ' ουσίαν απόρριψη της προταθείσας στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και επαναφερθείσας, με σχετικό λόγο έφεσης, ένστασης καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος, και ειδικότερα, ότι παρέλειψε να λάβει υπόψη πραγματικά περιστατικά, που επικαλέστηκε προς θεμελίωση της ανωτέρω ένστασής της, με την επίκληση αδράνειας των αναιρεσιβλήτων και κυρίως θετικών πράξεων των αναιρεσιβλήτων από τις οποίες δημιουργήθηκε στην αναιρεσείουσα εύλογη πεποίθηση ότι δεν πρόκειται να ασκήσουν τις, δια της αγωγής, απαιτήσεις τους, και, ειδικότερα, δεν έλαβε υπόψη (τα υπό αυτής επικληθέντα) ότι : 1) οι αναιρεσίβλητοι αγόρασαν από την αναιρεσείουσα το οικόπεδο δυνάμει του με αριθμό .../8-3-2010 συμβολαίου της συμβολαιογράφου Αθηνών Βασιλικής Ρωμανού, 2) λίγους μήνες αργότερα (μάλλον Σεπτέμβριος 2010) οι αναιρεσίβλητοι υποβάλλουν αίτημα για έκδοση οικοδομικής αδείας, 3) την 02-12-2010 οι αναιρεσίβλητοι υποβάλλουν αίτημα στην ΕΥΔΑΠ για την αγορά ενός τμήματος που ανήκε στο οικόπεδο που τους πώλησε η αναιρεσίβλητος, 4) την 28-03-2011 συντάσσεται και υπογράφεται το αγοραπωλητήριο συμβόλαιο, μεταξύ των αναιρεσιβλήτων, ως αγοραστών, και της ΕΥΔΑΠ, ως πωλήτρια, για το επίδικο τμήμα του οικοπέδου, 5) εν τω μεταξύ οι αναιρεσίβλητοι ουδέποτε όχλησαν την αναιρεσείουσα, ουδέποτε την ενημέρωσαν για την ύπαρξη του προβλήματος, το οποίο το πρώτον αυτή πληροφορήθηκε με την επίδοση της ένδικης αγωγής, 6) οι αναιρεσίβλητου ανεγείρουν κτίσμα στο εν λόγω οικόπεδο, το οποίο και πλήρως αποπερατώνουν και 7) στις 24-12-2013 (δηλαδή τρία και πλέον ολόκληρα χρόνια μετά την πληροφόρηση των αναιρεσιβλήτων για την ύπαρξη προβλήματος στο οικόπεδο) καταθέτουν την ένδικη αγωγή, την οποία, στην αναιρεσείουσα κοινοποιούν την 13-1-2014, και τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά αθροιστικά λαμβανόμενα υπόψη μαζί με τα προαναφερθέντα ως επικληθέντα, και δεκτά γενόμενα με την προσβαλλόμενη απόφαση, θα οδηγούσαν, μετά την κατ' ουσίαν παραδοχή της παραπάνω ένστασης, στην απόρριψη της αγωγής ως κατ' ουσίαν αβάσιμης. Ωστόσο, τα προαναφερθέντα και φερόμενα ως μη ληφθέντα υπόψη για τη στοιχειοθέτηση της ένστασης καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος και αληθή υποτιθέμενα, αθροιστικά, δεν πληρούσαν τις αναφερόμενες στη μείζονα σκέψη προϋποθέσεις ουσιαστικής ευδοκίμησης της ένστασης καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος. Επομένως, ο παραπάνω λόγος αναίρεσης είναι κατ' ουσίαν αβάσιμος. Σε κάθε περίπτωση, από την παραπάνω επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι το Εφετείο αντιμετώπισε και απέρριψε στην ουσία εκ των πραγμάτων και τα ανωτέρω προβληθέντα, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντιθέτων προς αυτά που τον συγκροτούν (ΟλΑΠ 11/1996, ΑΠ 455/2021). VIΙ. Περαιτέρω, έτσι, όπως παραπάνω έκρινε το Εφετείο ως προς το ουσιώδες ζήτημα του ύψους της επιδικασθείσας αποζημίωσης, ως υποκαταστάτου του αρχικού αντικειμένου της παροχής, ορθά τις διατάξεις του άρθρων 513, 514, 515, 516, 518, 535, 543, 550, 337, 362 και 382 ΑΚ, ερμήνευσε και εφάρμοσε, διότι τα δεκτά γενόμενα πραγματικά περιστατικά, πληρούν τις προϋποθέσεις ορισμού του ποσού των 52.974,00 ευρώ ως του ανωτέρω υποκαταστάτου του τμήματος οικοπέδου 109 τ.μ., ως συνολικής θετικής ζημίας που υπέστησαν αμφότεροι οι αναιρεσίβλητοι και του ποσού των 26.487,00 ευρώ, κατ' ισομοιρίαν, ο καθένας, ορισθέντος, από τους διαδίκους, ως τιμήματος, με το με αριθμ. ...-03-2010 αγοραπωλητηρίου συμβολαίου, και υπό το πρίσμα της ημεδαπής οικονομικής κρίσης, στον απόηχο της Παγκόσμιας Οικονομικής Ύφεσης 2007 -2009, που κατά το νοηματικό περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης δεν υπολείπετο κατά το χρόνο της συζήτησης της αγωγής στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, στις 06-04-2017, και, επομένως, στοιχειοθετούν τις προϋποθέσεις ορισμού αυτής ως θετικής ζημίας, υποκατάστατου του αρχικού αντικειμένου της πώλησης, και, συνεπώς, ο, από τον αρ. 1α του άρθρου 559 ΚΠολΔ, έκτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο η αναιρεσείουσα υποστηρίζει τα αντίθετα είναι αβάσιμος. Κατόπιν αυτών, και επειδή δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης, και να διαταχθεί η εισαγωγή του προκαταβληθέντος από την αναιρεσείουσα παραβόλου στο δημόσιο ταμείο, λόγω της ήττας τους (άρθρ. 495 παρ. 3 του ΚΠολΔ). Τέλος, τα δικαστικά έξοδα του πρώτου και της δεύτερης των αναιρεσιβλήτων, οι οποίοι κατέθεσαν προτάσεις, κατά παραδοχήν του αιτήματος αυτών, πρέπει να επιβληθούν στην αναιρεσείουσα, λόγω της ήττας της (άρθρ. 176, 183, 191 παρ. 2 του ΚΠολΔ) όπως ορίζεται, ειδικότερα, στο διατακτικό. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 07-09-2020 αίτηση αναίρεσης της Ζ. Α. του Α. κατά της με αριθμ. 1033/2020 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο. Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του πρώτου και δεύτερου των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700,00) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 19 Οκτωβρίου 2023. ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 15 Νοεμβρίου 2023. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ