Αριθμός 1801/2023 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Β1' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Δήμητρα Ζώη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αριστείδη Βαγγελάτο, Ελπίδα Σιμιτοπούλου, Μαρία-Μάριον Δερεχάνη και Ερατώ Κολέση, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 19η Σεπτεμβρίου 2023, με την παρουσία και της Γραμματέως Ε. Τ., για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ: Της αναιρεσείουσας: Α. Χ. του Μ., κατοίκου ..., που παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Δημήτριου Βλαχοπούλου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις. Της αναιρεσίβλητης: Μ. Β. του Π., κατοίκου ..., που παραστάθηκε δια της πληρεξουσίας δικηγόρου Αικατερίνης Μητρογιάννη, η οποία κατέθεσε προτάσεις. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19-5-2016 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο .... Εκδόθηκαν η 1064/2019 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 6303/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου .... Την αναίρεση της τελευταίας, ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 16-11-2022 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγήτρια ορίσθηκε η Αρεοπαγίτης Ελπίδα Σιμιτοπούλου. Η πληρεξούσια της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Με την υπό κρίση από 16-11-2022 (αριθ. έκθ. κατάθεσης 9021/1003/2022) αίτηση διώκεται η αναίρεση της εκδοθείσας αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, υπ' αριθ. 6303/2020 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου .... Με την απόφαση αυτή έγινε τυπικά και κατ' ουσίαν δεκτή η από 20-6-2019 έφεση της ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας κατά της υπ' αριθ. 1064/2019 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου ..., εξαφανίστηκε η εκκαλούμενη απόφαση μόνον ως προς το (απορριφθέν πρωτοδίκως ως απαράδεκτο) κεφάλαιο των αποδοχών υπερημερίας του χρονικού διαστήματος από 6-11-2018 έως 17-11-2018 και, αφού δικάστηκε εκ νέου, ως προς το κεφάλαιο τούτο, η από 19-5-2016 (αριθ. έκθ. κατάθεσης 21191/711/2016) αγωγή, απορρίφθηκε ως κατ' ουσίαν αβάσιμη ως προς αμφότερες τις βάσεις της (κύρια εκ των διατάξεων του Π.Δ. 178/2002 και επικουρική εκ του άρθρου 479 ΑΚ), ενώ κατά τα λοιπά επικυρώθηκε η πρωτόδικη απόφαση, με την οποία είχε απορριφθεί η αγωγή ως κατ' ουσίαν αβάσιμη ως προς αμφότερες τις βάσεις της. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553 παρ. 1 περ. β', 556 παρ. 1, 558, 564 παρ. 3 και 566 παρ. 1 ΚΠολΔ), συνεπώς είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ). Με τη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 1 του Ν. 2112/1920 ορίζεται ότι "η μεταβολή του προσώπου του εργοδότου, οπωσδήποτε επερχομένη, ουδαμώς επηρεάζει την εφαρμογή των υπέρ του υπαλλήλου διατάξεων του παρόντος". Ο ίδιος κανόνας περιέχεται και στο άρθρο 9 παρ. 1 του Β.Δ/τος 16/18-7- 1920. Περαιτέρω με τις διατάξεις του Π.Δ/τος 178/2002 λήφθηκαν "μέτρα σχετικά με την προστασία των δικαιωμάτων των εργαζομένων σε περίπτωση μεταβίβασης επιχειρήσεων, εγκαταστάσεων ή τμημάτων εγκαταστάσεων ή επιχειρήσεων, σε συμμόρφωση προς την Οδηγία 98/50/ΕΚ του Συμβουλίου". Κατόπιν αυτού, με το άρθρο 11 του Π.Δ/τος 178/2002 καταργήθηκε το προϊσχύσαν Π.Δ. 572/1988, με το οποίο είχε εναρμονισθεί η ελληνική νομοθεσία προς τις ρυθμίσεις της προηγούμενης υπ' αριθ. 77/187/ΕΟΚ Οδηγίας (η οποία τροποποιήθηκε ως άνω με την 98/50/ΕΚ Οδηγία και τελικά κωδικοποιήθηκε με την Οδηγία 2001/23/ΕΚ). Σύμφωνα με το άρθρο 1 του Π.Δ/τος 178/2002, η συμμόρφωση προς την Οδηγία αποβλέπει στη διατήρηση των δικαιωμάτων των εργαζομένων σε περίπτωση μεταβίβασης επιχειρήσεων, εγκαταστάσεων ή τμημάτων εγκαταστάσεων. Έτσι, οι διατάξεις του Π.Δ/τος 178/2002 εφαρμόζονται σε κάθε συμβατική ή εκ του νόμου μεταβίβαση ή συγχώνευση επιχειρήσεων, εγκαταστάσεων ή τμημάτων επιχειρήσεων ή εγκαταστάσεων, η οποία συνιστά μεταβολή του προσώπου του εργοδότη και δύναται να αφορά είτε σε δημόσιους είτε σε ιδιωτικούς φορείς, οι οποίοι ασκούν οικονομικές δραστηριότητες, που ενδέχεται να είναι είτε κερδοσκοπικές είτε μη κερδοσκοπικές (άρθρο 2 παρ. 1 στοιχ. α' και γ'). Περαιτέρω, σύμφωνα με τους ορισμούς των διατάξεων αυτών, ως "μεταβίβαση" θεωρείται η μεταβίβαση μιας οικονομικής οντότητας που διατηρεί την ταυτότητά της, η οποία νοείται ως σύνολο οργανωμένων πόρων με σκοπό την άσκηση οικονομικής δραστηριότητας, είτε κυρίας είτε δευτερεύουσας (άρθρο 2 παρ. 1 στοιχ. β'). Ως "μεταβιβάζων" νοείται κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο το οποίο, λόγω μεταβίβασης κατά την ως άνω έννοια, χάνει την ιδιότητα του εργοδότη στην επιχείρηση, την εγκατάσταση ή το τμήμα επιχείρησης ή εγκατάστασης. Ως "διάδοχος" νοείται κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο το οποίο, λόγω μεταβίβασης κατά την ως άνω έννοια, αποκτά την ιδιότητα του εργοδότη στην επιχείρηση κλπ. (άρθρο 3 παρ. 1 στοιχ. α' και β'). Η Οδηγία αποβλέπει στην προστασία των εργαζομένων. Για την εξασφάλιση της εν λόγω προστασίας, ενδιαφέρει η διατήρηση των θέσεων εργασίας και το αμετάβλητο των όρων παροχής αυτής υπό το νέο φορέα της οικονομικής δραστηριότητας, που καθίσταται ο νέος εργοδότης. Η ερμηνεία τόσο της προϊσχύσασας Οδηγίας 77/187/ΕΟΚ, όσο και της ήδη ισχύουσας Οδηγίας 98/50/ΕΚ γίνεται από το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (τότε ΔΕΚ και ήδη ΔΕΕ) με ευρύ τρόπο. Με τρόπο, δηλαδή, που ευνοεί την κατάφαση της "μεταβίβασης" ακόμη και σε περιπτώσεις που εκ πρώτης όψεως θα μπορούσε να αμφισβητηθεί. Σύμφωνα με μια γενική ερμηνευτική προσέγγιση, για να υπάρξει μεταβίβαση επιχείρησης ή εκμετάλλευσης ή τμήματος αυτών πρέπει να πρόκειται για μια "οικονομική οντότητα". Πρέπει, δηλαδή, να μεταβιβάζονται τόσα επιμέρους στοιχεία μιας επιχείρησης ή εκμετάλλευσης ή ακόμη και ενός τμήματος επιχείρησης ή εκμετάλλευσης και κατά τέτοιον τρόπο, ώστε τα μεταβιβαζόμενα στοιχεία να έχουν κάποια οργανική ενότητα ("οικονομική οντότητα"), την οποία να διατηρούν και υπό το νέο φορέα, ώστε να παραμένουν ικανά για την πραγματοποίηση του σκοπού, τον οποίο επιδίωκε ο προηγούμενος φορέας, δηλαδή να συνεχίζεται η ίδια επιχείρηση ή εκμετάλλευση (ΑΠ 317/2022, 1378/2021, 48/2020, 444/2019, 1369/2018, 997/2018, 1832/2017). Η μεταβολή του προσώπου του εργοδότη, στην περίπτωση αυτή, συνεπάγεται, ανεξάρτητα από τη νομική αιτία και τη μορφή της μεταβίβασης, αυτοδίκαιη υποκατάσταση του νέου φορέα στις υφιστάμενες εργασιακές σχέσεις και απαλλαγή του προηγούμενου για το μετά τη μεταβολή χρονικό διάστημα. Το αποτέλεσμα αυτό επέρχεται ανεξάρτητα από οποιαδήποτε συναίνεση των εργαζομένων (ΟλΑΠ 5/1994, ΑΠ 317/2022, 1188/2019, 1369/2018). Πρέπει, δηλαδή, η μεταβιβαζόμενη επιχείρηση ή εκμετάλλευση να διατηρεί την ταυτότητά της και υπό το νέο φορέα της. Η μεταβολή αφορά το πρόσωπο του φορέα της επιχειρηματικής μονάδας που μεταβιβάζεται και όχι την ίδια (ΑΠ 317/2022, 444/2019). Η κρίση για τη διατήρηση ή μη της ταυτότητας της οικονομικής μονάδας και, επομένως, για το εάν συντρέχει ή όχι μεταβίβαση επιχείρησης, εκμετάλλευσης ή τμημάτων τους, εξαρτάται από τη συνολική εκτίμηση των συνθηκών της συγκεκριμένης περίπτωσης. Στο πλαίσιο της συνολικής αυτής εκτίμησης κρίσιμα είναι τα εξής στοιχεία: 1) Η μεταβίβαση ή μη υλικών στοιχείων (κτήρια, μηχανήματα, εξοπλισμός κλπ.), 2) η μεταβίβαση ή μη άυλων αγαθών (διπλώματα ευρεσιτεχνίας, σήματα, διακριτικοί τίτλοι κλπ.) και η αξία τους, 3) η απασχόληση (πρόσληψη) ή μη σημαντικού μέρους του εργατικού δυναμικού της μεταβιβαζόμενης επιχείρησης από τον νέο επιχειρηματία, 4) η μεταβίβαση ή μη της πελατείας, 5) ο βαθμός ομοιότητας των δραστηριοτήτων που ασκούνται πριν και μετά τη μεταβίβαση και 6) η διάρκεια της ενδεχόμενης διακοπής των δραστηριοτήτων αυτών (ΑΠ 317/2022, 1378/2021, 444/2019, 1369/2018, 997/2018). Η βαρύτητα που θα αποδοθεί στο καθένα από τα κριτήρια αυτά, στο πλαίσιο της συνολικής εκτίμησης και αξιολόγησης, εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από το είδος της επιχείρησης και εκμετάλλευσης και από τη μορφή των εφαρμοζομένων μεθόδων παραγωγής ή υπηρεσιών, χωρίς να αποκλείεται, στο πλαίσιο της συνολικής εκτίμησης και αξιολόγησης, η λήψη υπόψη και άλλων στοιχείων, όπως είναι η διατήρηση της αυτής οργανωτικής δομής της επιχείρησης ή εκμετάλλευσης από τον νέο εργοδότη ή η άσκηση της αυτής ή παραπλήσιας δραστηριότητας στη συγκεκριμένη μονάδα από πρόσωπα στενά συνδεόμενα με τον προηγούμενο εργοδότη, που ασκούν πλέον εργοδοτικά καθήκοντα, ή η γειτνίαση των νέων εγκαταστάσεων της επιχείρησης με τις προηγούμενες εγκαταστάσεις της μεταβιβαζόμενης επιχείρησης, καθότι ναι μεν τα στοιχεία αυτά δεν συνιστούν καθοριστικά στοιχεία, συνιστούν όμως επιπλέον ενδείξεις της διατήρησης της ταυτότητας της μεταβιβαζόμενης επιχείρησης ή εκμετάλλευσης (ΑΠ 317/2022, 1378/2021, 444/2019). Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 4 παρ. 1 του Π.Δ/τος 178/2002, με τη μεταβίβαση της επιχείρησης κλπ. και από την ημερομηνία αυτής, όλα τα υφιστάμενα δικαιώματα και οι αντίστοιχες υποχρεώσεις, που είχε ο μεταβιβάζων από σύμβαση ή σχέση εργασίας, μεταφέρονται στον διάδοχο, ο δε προηγούμενος εργοδότης εξακολουθεί να ευθύνεται και μετά τη μεταβίβαση αλληλεγγύως και εις ολόκληρον με τον διάδοχο, για τις υποχρεώσεις που είχαν προκύψει από σύμβαση ή σχέση εργασίας μέχρι τον χρόνο που αναλαμβάνει ο διάδοχος. Κατά δε την παρ. 2 του ιδίου άρθρου, μετά τη μεταβίβαση ο διάδοχος εξακολουθεί να τηρεί τους όρους εργασίας που προβλέπονταν ήδη από συλλογική σύμβαση εργασίας, απόφαση διαιτησίας, κανονισμό ή ατομική σύμβαση εργασίας. Οπότε, με την κατά τα άνω μεταβίβαση της επιχείρησης επέρχεται μεταβολή στο πρόσωπο του εργοδότη, σύμφωνα με τα ήδη γνωστά στο εσωτερικό δίκαιο κατ' εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 6 παρ. 1 του Ν. 2112/1920 και 9 παρ. 1 του Β.Δ/τος της 16/18-7-1920 "περί επεκτάσεως του ν. 2112 και επί των εργατών κλπ." (και του ήδη καταργημένου άρθρου 6 παρ. 2 του Ν. 3239/1955). Η ως άνω μεταβολή στο πρόσωπο του εργοδότη (φορέα της επιχείρησης) επέρχεται αυτοδικαίως και ανεξαρτήτως της νομικής αιτίας και της μορφής μεταβίβασης της επιχείρησης κλπ., για την οποία, αν και οι εργαζόμενοι πρέπει να ενημερωθούν εγκαίρως και να κληθούν σε διαβουλεύσεις, δεν είναι αναγκαίο να συναινέσουν με οποιοδήποτε τρόπο. Εξάλλου, ως χρέη της επιχείρησης που μεταβιβάστηκε νοούνται οι υποχρεώσεις οποιασδήποτε φύσης, είτε από σύμβαση είτε από αδικοπραξία, αρκεί ο γενεσιουργός αυτών νομικός λόγος, ήτοι τα παραγωγικά αυτών γεγονότα να είχαν συντελεστεί μέχρι τη μεταβίβαση, ανεξαρτήτως του εάν αυτά κατέστησαν ληξιπρόθεσμα και απαιτητά σε μεταγενέστερο χρόνο (ΑΠ 317/2022, 444/2019, 1369/2018). Επομένως, ο νέος εργοδότης υπεισέρχεται αυτοδικαίως στις υποχρεώσεις από τυχόν άκυρη απόλυση του μισθωτού από τον αρχικό εργοδότη και από την υπερημερία του τελευταίου που δεν έχει αρθεί με νόμιμο τρόπο, χωρίς να προσαπαιτείται συναίνεση οιουδήποτε ή προσφορά των υπηρεσιών του μισθωτού στο νέο εργοδότη ή κάποια άλλη ενέργεια, και συνακόλουθα ενέχεται για την καταβολή των αποδοχών υπερημερίας, αφού το προσωπικό της επιχείρησης, στο οποίο περιλαμβάνεται και ο απολυθείς ακύρως από τον παλαιό εργοδότη εργαζόμενος, εντάσσεται ως σύνολο στην ενότητα που σχηματίζει η επιχείρηση που μεταβιβάστηκε (ΑΠ 317/2022, 444/2019, 1147/2017). Εξάλλου, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναίρεσης, υπάρχει, όταν ο κανόνας δικαίου είτε ερμηνεύτηκε εσφαλμένα, δηλαδή το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σ' αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε δεν εφαρμόστηκε ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του είτε εφαρμόστηκε ενώ αυτές δεν συνέτρεχαν ή εφαρμόστηκε εσφαλμένα (ΟλΑΠ 4/2005, 7/2006, 2/2013, ΑΠ 64/2022, 19/2022). Συνεπώς, κατά τις παραπάνω διακρίσεις, η παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που οδηγεί σε εσφαλμένο νομικό συλλογισμό και κατ' επέκταση σε εσφαλμένη εφαρμογή του δικαίου, εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου είτε ως εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού της απόφασης. Έτσι, με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης, για το ορισμένο του οποίου πρέπει να καθορίζονται στο αναιρετήριο τόσο η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε, όσο και το αποδιδόμενο στην προσβαλλόμενη απόφαση νομικό σφάλμα, ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς (ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 64/2022, 19/2022). Περαιτέρω, κατά την έννοια του λόγου αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υπάρχει, συνεπώς, εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα να μη μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόστηκε (ΟλΑΠ 1/1999, 26/2004, ΑΠ 64/2022, 19/2022, 2267/2013). Αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή στην κατάλυση του επίδικου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης. Αντίστοιχα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει, όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόστηκε στην ένδικη περίπτωση, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα. (ΟλΑΠ 15/2006, ΑΠ 64/2022, 19/2022, 2053/2014). Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (ΑΠ 317/2022, 322/2022, 323/2022, 109/2020, 269/2020, 1388/2019, 1266/2017). Δηλαδή μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία", ώστε στο πλαίσιο της διάταξης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ να επιδέχονται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια (ΑΠ 317/2022, ΑΠ 322/2022, ΑΠ 323/2022, ΑΠ 1388/2019). Για να είναι ορισμένος και άρα παραδεκτός ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ. 19 λόγος αναίρεσης, πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο α) ότι η απόφαση στερείται παντελώς αιτιολογιών ή έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες, στην περίπτωση δε της ανεπάρκειας των αιτιολογιών, ποιες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιέχει, ενώ στην περίπτωση των αντιφατικών αιτιολογιών, πού εντοπίζεται η αντίφαση, β) ο πραγματικός ισχυρισμός (αγωγικός, ένσταση κλπ.) και τα περιστατικά που προτάθηκαν προς θεμελίωσή του, καθώς και η σύνδεσή του με το διατακτικό και γ) η νόμιμη βάση, ήτοι η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου, που παραβιάστηκε και μάλιστα ενάριθμα (ΑΠ 64/2022, 19/2022). Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο αναίρεσης προσάπτονται στην προσβαλλόμενη απόφαση του άρθρου 559 αριθ. 1 και 19 ΚΠολΔ, συνιστάμενες σε ευθεία και εκ πλαγίου (με ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες) παραβίαση των διατάξεων των άρθρων 6 παρ. 1 του Ν. 2112/1920, 2 παρ. 1, 3 και 4 παρ. 1 του Π.Δ. 178/2002. Από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος της, προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, ως αποδειχθέντα τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Η ενάγουσα προσλήφθηκε από την ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "..." και τον διακριτικό τίτλο "....", η οποία δραστηριοποιούνταν κατά κύριο λόγο στο χώρο της εμπορίας ειδών υπόδησης, στις 4-7-1997, δυνάμει έγγραφης σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου πλήρους απασχόλησης για να εργαστεί ως υπάλληλος και ειδικότερα ως πωλήτρια.... Με την από 1-8-2010 σύμβαση συναφθείσα μεταξύ των ανωτέρω,.... η σύμβαση εργασίας της ενάγουσας μετατράπηκε σε μερικής απασχόλησης και ειδικότερα συμφωνήθηκε ότι θα εργάζεται ως πωλήτρια στην παραπάνω εταιρεία επί πέντε ημέρες και συνολικά τριάντα ώρες εβδομαδιαίως.... Η ενάγουσα εργάστηκε στην παραπάνω εταιρεία και δη στο κατάστημά της επί της οδού ... αρ. 1 μέχρι τις 17-11-2010, οπότε καταγγέλθηκε από την εργοδότρια η σύμβαση εργασίας της, χωρίς να της καταβληθεί η προβλεπόμενη αποζημίωση απόλυσης. Στο έγγραφο της καταγγελίας, η ενάγουσα αναφέρεται ως υπάλληλος με πλήρες ωράριο, με αποδοχές κατά την απόλυση ύψους 1.296,83 ευρώ και το ποσό της δικαιούμενης αποζημίωσης υπολογίστηκε στο ποσό των 13.615,94 ευρώ. Ακολούθως, η ενάγουσα άσκησε σε βάρος της ανωτέρω εταιρείας την από 18-1-2011 αγωγή της,.... επί της οποίας εκδόθηκε η με αριθμό 1848/2013 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου ... (Τμήμα Εργατικών Διαφορών), της συζήτησης της υπόθεσης διεξαχθείσας ερήμην της εργοδότριας "... Με την απόφαση αυτή αναγνωρίστηκε η ακυρότητα της από 17-11-2010 καταγγελίας της σύμβασης εργασίας της ενάγουσας λόγω μη καταβολής της προβλεπόμενης αποζημίωσης, υποχρεώθηκε η εργοδότρια εταιρεία να αποδέχεται τις προσηκόντως παρεχόμενες υπηρεσίες της ενάγουσας υπό την ίδια ιδιότητα, συνθήκες εργασίας και κατά τους όρους της εργασιακής της σύμβασης, υποχρεώθηκε (η εργοδότρια εταιρεία) να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των 31.123,92 ευρώ και αναγνωρίστηκε η υποχρέωσή της να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των 18.440,78 ευρώ, νομιμότοκα κατά τα ειδικότερα καθοριζόμενα στην απόφαση.... Η υπ' αριθ. 1848/2013 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου ... επιδόθηκε στην ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "..." στις 5-11-2013, κατά της απόφασης δε αυτής δεν ασκήθηκε ένδικο μέσο.... Πρόκειται συνεπώς για τελεσίδικη απόφαση, από την οποία απορρέει ουσιαστικό δεδικασμένο τόσο για το κριθέν ζήτημα του κύρους της από 17-11-2010 καταγγελίας της σύμβασης εργασίας της ενάγουσας όσο και για την υπερημερία της εργοδότριας ανώνυμης εταιρείας..... Η αποδεικτική διαδικασία κατέδειξε ότι η εταιρεία "..." συστήθηκε το έτος 1999 από μετατροπή των εταιρειών "....", "...." και "..." σε ανώνυμη εταιρεία και από τις 16.12.1999 και εφεξής ξεκίνησε να ασκεί την επιχειρηματική της δραστηριότητα στο χώρο της εμπορίας υποδημάτων. Με έδρα τη ... η εταιρεία "...." ανέπτυξε υποκαταστήματα σε ολόκληρη την Αττική και δη στις περιοχές του κέντρου της ..., (..., ...), στην ..., στο ..., στο ... και στον .... Με τον ίδιο τρόπο, η εταιρεία άσκησε την εμπορία της και σε άλλες πόλεις της Ελλάδας, όπως στην ... και στη Θεσσαλονίκη. Υπήρξε εργοδότρια δεκάδων υπαλλήλων στα καταστήματά της και ειδικότερα στο κατάστημα της οδού ... αρ. 1 απασχόλησε, πλην της ενάγουσας, άλλες δύο υπαλλήλους και συγκεκριμένα την Ε. Μ. του Γ. (ημερομηνία πρόσληψης 13/10/2003) και τη Β. Ό. (ημερομηνία πρόσληψης 2/5/1996). Η εταιρεία "...." άρχισε να αντιμετωπίζει σοβαρά οικονομικά προβλήματα από το έτος 2008 και εφεξής.... Στη συνέχεια, η παραπάνω εταιρεία κηρύχθηκε σε κατάσταση πτώχευσης με την με αριθμό 234/2015 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου ... (Διαδικασία Εκούσιας Δικαιοδοσίας), με την οποία ορίστηκε ως ημερομηνία παύσης πληρωμών η 1-1-2014, η δε ενάγουσα αναγγέλθηκε στη διαδικασία της πτώχευσης για ποσό 49.564,70 ευρώ επιδικασθέν με την με αριθμό 1848/2013 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου ...,.... ενώ μέχρι σήμερα δεν της έχει καταβληθεί κανένα ποσό από τα οφειλόμενα μέσω της πτωχευτικής διαδικασίας.... Ως αποτέλεσμα της οικονομικής δυσπραγίας της, η εταιρεία "....", το έτος 2008, προέβη στη διακοπή της εμπορίας της στο υποκατάστημα της ...ς (10.10.2008) και του ... (3.3.2008), ενώ το έτος 2009 προχώρησε στη διακοπή των εργασιών του υποκαταστήματος στο Κολωνάκι (22.10.2009). Όσον αφορά το κατάστημα της οδού ... αρ. 1, στο οποίο η εταιρεία "...." ασκούσε την εμπορία της από την 1.11.2003 σε δύο συνεχόμενα μισθωμένα ακίνητα (οριζόντιες ιδιοκτησίες) κείμενες στο ισόγειο οικοδομής ιδιοκτησίας Α. Γ., η εργοδότρια της ενάγουσας κατέστη υπερήμερη στην καταβολή των συμφωνημένων μισθωμάτων των μηνών Οκτωβρίου, Νοεμβρίου, Δεκεμβρίου 2009 και Ιανουαρίου 2010 συνολικού ποσού 13.534 ευρώ. Για τον λόγο αυτό, η μισθώτρια οχλήθηκε εξωδίκως για την εξόφλησή τους με την επίδοση προς αυτήν της από 18.1.2010 εξώδικης διαμαρτυρίας από τον επικαρπωτή και εκμισθωτή των ακινήτων και εννέα μήνες αργότερα έλαβε χώρα η από 27 Οκτωβρίου 2010 λύση της μίσθωσης μεταξύ των συμβαλλομένων μερών. Προηγουμένως, στις 16.9.2010, η εταιρεία "...." είχε προβεί στη διακοπή της εμπορίας της στα υποκαταστήματα της ...ς και της Θεσσαλονίκης, στις 5.10.2010 στο υποκατάστημα του ... (...) και στις 3.11.2010 στο υποκατάστημα του ... (...). Όσον αφορά το προσωπικό στα υποκαταστήματα που έκλεισε, η εταιρεία προέβη σε καταγγελία των συμβάσεων εργασίας του, χωρίς την καταβολή του ποσού της νόμιμης αποζημίωσης.... Μετά από τη λύση της μίσθωσης της εταιρείας "...." με τον εκμισθωτή Α. Γ. του Ε., αποδείχθηκε ότι δυνάμει του από 1-11-2010 ιδιωτικού συμφωνητικού, ο τελευταίος εκμίσθωσε το εν λόγω κατάστημα επί της οδού ... αρ. 1 στον Χ. Μ. του Γ., για το χρονικό διάστημα από 1-11-2010 έως 31-10-2022, προκειμένου να το χρησιμοποιήσει για την άσκηση επιχείρησης εμπορίας γυναικείων και ανδρικών ενδυμάτων, αξεσουάρ, κοσμημάτων, ειδών νεωτερισμού, δερμάτινων ειδών και υποδημάτων και συναφών ειδών, πλην όμως η σύμβαση αυτή της μίσθωσης λύθηκε με το από 15-11-2010 ιδιωτικό συμφωνητικό, κατόπιν αιτήματος του μισθωτή για προσωπικούς του λόγους. Κατόπιν, δυνάμει του από 15-11-2010 ιδιωτικού συμφωνητικού η εναγόμενη Μ. Β. μίσθωσε από τον Α. Γ. το ανωτέρω ισόγειο κατάστημα αντί μηνιαίου μισθώματος 2.500 ευρώ,.... για το χρονικό διάστημα από 16-11-2010 έως 15-11-2022, προκειμένου να το χρησιμοποιήσει για την άσκηση επιχείρησης εμπορίας γυναικείων και ανδρικών ενδυμάτων, αξεσουάρ, κοσμημάτων, ειδών νεωτερισμού, δερμάτινων ειδών, υποδημάτων και συναφών ειδών,.... η δε εναγομένη προέβη σε σχετική δήλωση έναρξης εργασιών στην αρμόδια Δ.Ο.Υ. ... στις 22-11-2010, με αντικείμενο "λιανικό εμπόριο υποδημάτων". Ήδη όμως η εναγομένη είχε μισθώσει έτερο ισόγειο κατάστημα επί της οδού ... στο ... Αττικής από τη ... αντί μηνιαίου μισθώματος ποσού 3.200 ευρώ,.... δυνάμει του από 26-10-2010 ιδιωτικού συμφωνητικού,.... προκειμένου να το χρησιμοποιήσει ως κατάστημα πώλησης ενδυμάτων, υποδημάτων και δερμάτινων ειδών και είχε προβεί σε σχετική δήλωση έναρξης εργασιών στην αρμόδια Δ.Ο.Υ ... στις 8-11-2010, με αντικείμενο ομοίως "λιανικό εμπόριο υποδημάτων". Το ισόγειο κατάστημα επί της οδού ... στο ... Αττικής χρησιμοποιείτο επίσης ως υποκατάστημα της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "...", η οποία, όπως ήδη αναφέρθηκε, είχε προβεί σε σχετική δήλωση διακοπής εργασιών στην αρμόδια Δ.Ο.Υ. στις 3-11-2010. Περαιτέρω αποδείχθηκε, ότι από την έναρξη λειτουργίας των καταστημάτων της, η εναγομένη ασχολήθηκε με πώληση κυρίως ενδυμάτων και τσαντών και δευτερευόντως υποδημάτων, (βλ. τις προσκομισθείσες φωτογραφίες από τους χώρους του καταστήματος, όπου εμφανίζονται στην βιτρίνα αλλά και εντός αυτού κρεμασμένα γυναικεία ρούχα εκτιθέμενα προς πώληση από κοινού με υποδήματα και τσάντες, σε αντίθεση με τις προσκομιζόμενες δύο φωτογραφίες όταν το κατάστημα πωλούσε αποκλειστικά υποδήματα, επί εποχής μίσθωσης του μισθίου από την εταιρεία "...."). Επίσης, από τα προσκομισθέντα τιμολόγια από προμηθευτές της, των ετών 2011, 2012, 2013, 2014, 2015, 2016, 2017, 2018, προκύπτει ότι η εναγομένη αγόραζε σταθερά γυναικεία ενδύματα από προμηθευτές της για τις ανάγκες της εμπορίας της. Εξάλλου, για να καταστήσει εφικτή τη λειτουργία του καταστήματος επί της οδού ... αρ. 1, η εναγομένη προέβη σε αγορά παγίων ποσού 758,90 και 1.600 ευρώ τα έτη 2010 και 2011 αντίστοιχα και σε αγορές εμπορευμάτων ποσού 90.751,75 και 79.000,04 ευρώ τα έτη 2010 και 2011 αντίστοιχα, όπως προκύπτει από τα αντίστοιχα μηχανογραφικά δελτία οικονομικών στοιχείων της, χωρίς να της μεταβιβαστούν πάγια στοιχεία από την επιχείρηση της "....". Επιπλέον, προέκυψε ότι η εναγομένη προσέλαβε προσωπικό για πρώτη φορά το έτος 2012 και ειδικότερα τις Ά.-Μ. Π. του Μ. και Γ. Τ. του Α. στις 15-5-2012, την R. P. στις 10-7-2013 και στις 10-7-2014 και την Ε. Λ. του Α. στις 20-10-2015, εκ των οποίων η πρώτη οικειοθελώς αποχώρησε από την επιχείρηση της εναγομένης στις 10-9-2013 και επαναπροσλήφθηκε στις 20-1-2017 και της οποίας η σύμβαση εργασίας καταγγέλθηκε στις 31-1-2018, όλες δε οι ανωτέρω εργάζονταν παλαιότερα σε καταστήματα της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "...". Συγκεκριμένα, η Ε. Λ. υπήρξε υπάλληλος της "... στο κατάστημα του ..., με ημερομηνία πρόσληψης 5.01.2000, η Γ. Τ. υπήρξε υπάλληλος των εταιρειών που συγχωνεύθηκαν στη "....", από την 1.8.1992, ενώ η Ά.-Μ. Π. υπάλληλος της "...." στο κατάστημα της Πατησίων αρ. 133, με ημερομηνία πρόσληψης 22.3.2004. Οι παραπάνω υπάλληλοι, με δική τους πρωτοβουλία αναζήτησαν εργασία στην εναγομένη, πολύ αργότερα από την καταγγελία της σύμβασης εργασίας τους από την ανωτέρω εταιρεία. Η εναγομένη, για τις ανάγκες του καταστήματός της επί της οδού ... αρ. 1 στην Αθήνα, χρησιμοποίησε την ίδια τηλεφωνική γραμμή που χρησιμοποιούσε η εταιρεία "....", η οποία ήταν στο όνομα "Ε. Γ.", πατέρα του εκμισθωτή - ιδιοκτήτη του ακινήτου. Η εναγομένη προέβη τον 12° μήνα του έτους 2011 στην αλλαγή του ονόματος του συνδρομητή στον πάροχο της τηλεφωνίας, δηλώνοντας το δικό της, χωρίς όμως να αλλάξει τον τηλεφωνικό αριθμό της σύνδεσης. Ομοίως και οι λογαριασμοί της ΔΕΗ του καταστήματος εκδίδονταν στο όνομα "...", που είναι ο παππούς του ιδιοκτήτη του ακινήτου. Επιπλέον, αποδείχθηκε ότι το λογότυπο "..." παρέμεινε στην τέντα του καταστήματος επί της οδού ... αρ. 1 στην Αθήνα και στην προμετωπίδα του καταστήματος επί της οδού ... στο ... Αττικής, πράγμα το οποίο συνέβη και σε άλλα πρώην καταστήματα της ανωτέρω εταιρείας, όπως σε αυτά επί της οδού ... στο ..., επί της οδού ... αριθ. 8 στα ...... και στη .... Κατά την κρίση του Δικαστηρίου, η ενέργεια αυτή οφείλεται στην προσπάθεια των μετέπειτα ιδιοκτητών των καταστημάτων να ωφεληθούν από τη σημαντική φήμη που είχε δημιουργήσει στην αγορά η ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "...". Ο σκοπός αυτός ενισχύεται από το γεγονός ότι η εναγομένη συνομολόγησε πως συνέχισε να προμηθεύεται υποδήματα από την εταιρεία "...." και να τα εμπορεύεται στο κατάστημά της για κάποιο διάστημα, προσπαθώντας να μη διασπαστεί στο πρόσωπό της ο οικονομικός και ηθικός δεσμός που συνέδεε τον προηγούμενο επιχειρηματία με το καταναλωτικό κοινό, δηλαδή να μη χάσει την κυρίως πελατεία της "....", η οποία, μέχρι την οικονομική της κατάρρευση, το έτος 2014, είχε σημαντική θέση στην εμπορία υποδημάτων στην αγορά.... Τόσο όμως η παραμονή του διακριτικού τίτλου της προηγούμενης επιχείρησης στην τέντα του καταστήματος της εναγομένης, όσο και η προσφορά προς πώληση στο καταναλωτικό κοινό υποδημάτων που εμπορευόταν η προηγούμενη επιχείρηση, δεν αποδεικνύουν ότι στις 22.11.2010 μεταβιβάστηκε στην εναγομένη η εγκατάσταση της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "..." επί της οδού ... αρ. 1 στην Αθήνα, καθώς: 1) η εταιρεία αυτή ασχολείτο κυρίως με το εμπόριο υποδημάτων, ενώ η εναγομένη ασχολείται με την πώληση κυρίως ενδυμάτων και τσαντών και δευτερευόντως υποδημάτων, 2) δεν μεταβιβάστηκε από την ανωτέρω εταιρεία στην εναγομένη υλικοτεχνικός εξοπλισμός (έπιπλα, ηλεκτρονικός εξοπλισμός κλπ.), καθόσον η εναγομένη προέβη σε αγορά κάποιων παγίων και μεγάλης αξίας εμπορευμάτων για την έναρξη της λειτουργίας των καταστημάτων της, 3) μεταξύ της λύσης της μίσθωσης του εν λόγω καταστήματος με την παραπάνω εταιρεία και της σύναψης της μίσθωσης με την εναγομένη μεσολάβησε η μίσθωση στον Χ. Μ. του Γ., 4) δεν μεταβιβάστηκαν η φήμη, η πελατεία και οι επαγγελματικές σχέσεις της εταιρείας στην εναγομένη, καθόσον η κύρια δραστηριοποίηση τους είναι σε διαφορετικό αντικείμενο εμπορίας, 5) η ανωτέρω εταιρεία δεν εκποίησε το εμπορικό σήμα των προϊόντων της στην εναγομένη, καθόσον δεν προκύπτει καταχώριση κάποιας πράξης μεταβίβασης στο αντίστοιχο μητρώο, η δε μη εξάλειψη του λογοτύπου "..." από την τέντα του καταστήματος της εναγομένης επί της οδού ... αρ. 1 στην Αθήνα οφείλεται στην προσπάθεια της εναγομένης να ωφεληθεί αθέμιτα από τη φήμη της εταιρείας και 6) στην επιχείρηση της εναγομένης δεν προσλήφθηκε κάποιος εργαζόμενος από το κατάστημα της ανωτέρω εταιρείας για να παρέχει τις υπηρεσίες του, η δε εναγομένη προσέλαβε προσωπικό δεκαοκτώ μήνες μετά την έναρξη λειτουργίας της. Πρωτίστως όμως και σε ενίσχυση των ανωτέρω, η εναγομένη δεν είχε τη βούληση να γίνει διάδοχος της εγκατάστασης της επιχείρησης που προσέλαβε την ενάγουσα, ενόψει των χρεών που είχε ήδη δημιουργήσει η τελευταία στην αγορά και της αναμφισβήτητης γνώσης αυτής (της εναγομένης) περί της ευθύνης που θα αναλάμβανε προς αποπληρωμή των υποχρεώσεών της έναντι τρίτων συνεπεία της μεταβίβασης. Η κακή οικονομική κατάσταση της εταιρείας "....", κατά το έτος 2010, αναμφισβήτητα είχε περιέλθει σε γνώση της εναγομένης, λόγω της προσωπικής σχέσης της αδελφής της, Σ. Β., με τον νόμιμο εκπρόσωπο της πρώτης, Ε. Δ., σύντροφο και πατέρα του τέκνου της, Ν. Δ., που γεννήθηκε το έτος 2007. Η σχέση, όμως, αυτή δεν κρίνεται αρκετή για να θεμελιώσει κοινότητα οικονομικών συμφερόντων της εναγομένης με τον νόμιμο εκπρόσωπο της "....", με τον οποίο δεν αποδείχθηκε ότι σχετίζονταν, διαπραγματεύονταν, συνεργάζονταν ή συναλλάχθηκαν. Πρέπει να σημειωθεί ότι η ίδια η ενάγουσα ισχυρίζεται στο δικόγραφο της κρινόμενης αγωγής της, πως πληροφορήθηκε ότι η εναγομένη κατέστη διάδοχος της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "..." στο κατάστημα επί της οδού ... αρ. 1 μόλις τον μήνα Μάιο του έτους 2012, που το πληροφορήθηκε "..τυχαία..". Με τον τρόπο αυτό αιτιολογεί για ποιο λόγο είχε την πεποίθηση πως υπόχρεη απέναντί της για τον χρόνο μετά την από 17-11-2010 καταγγελία της σύμβασης εργασίας της ήταν η ανωτέρω εταιρεία και για ποιο λόγο άσκησε κατά της τελευταίας την από 18-1-2011 αγωγή της ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου .... Ο παραπάνω ισχυρισμός όμως δεν κρίνεται αρκετός, ώστε να δικαιολογήσει την άσκηση της κρινόμενης αγωγής στις 19-5-2016, ήτοι τέσσερα χρόνια μετά από την πληροφόρηση της μεταβίβασης και ενώ έχει προηγηθεί: α) η κήρυξη σε κατάσταση πτώχευσης της "...." με την απόφαση 234/2015 που δημοσιεύθηκε στις 23-4-2015, β) μια μη ολοκληρωθείσα προσπάθεια αναγκαστικής εκτέλεσης της 1848/2013 απόφασης που εκδόθηκε σε βάρος της "...." κατά της εναγομένης Μ. Β. "ως διαδόχου της στην επιχείρηση λόγω της μεταβίβασης..." με την κοινοποίηση προς την τελευταία της από 14-3-2014 επιταγής προς πληρωμή για το ποσό της καταψηφιστικής διάταξης της απόφασης, από την οποία (επιταγή), η ενάγουσα παραιτήθηκε με την από 5-11-2018 δήλωσή της, προκειμένου να τερματιστεί ο δικαστικός αγώνας που εκκρεμούσε μετά από την άσκηση ανακοπής της εναγομένης κατά της εκτελέσεως, της απόρριψης αυτής σε πρώτο βαθμό δυνάμει της με αριθμό 606/2016 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου ... και της άσκησης της από 7-4-2016 εφέσεως εκ μέρους της, γ) η αναγγελία της ενάγουσας στη διαδικασία της πτώχευσης της "...." για ποσό 49.564,70 ευρώ επιδικασθέν με την με αριθμό 1848/2013 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου ... έγινε στις 5-1-2018, δηλαδή σε χρονικό σημείο μετά από την κατάθεση αλλά πριν από τη συζήτηση της κρινόμενης αγωγής (5-11-2018), γεγονός που υποδηλώνει προσπάθεια της ενάγουσας να ικανοποιηθεί, για τα ποσά που έχει εξοπλιστεί με εκτελεστό τίτλο κατά της "...." και τα οποία ζητά εκ νέου από την εναγομένη, και από τις δύο πλευρές.... Με βάση τα ως άνω αποδειχθέντα, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που κατέληξε στην κρίση ότι δεν μεταβιβάστηκε στην εναγομένη η εγκατάσταση της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "..." επί της οδού ... αρ. 1 στην Αθήνα και ότι η εναγομένη δεν έγινε εργοδότης της ενάγουσας και επομένως δεν διαδέχθηκε την κατάσταση υπερημερίας της, οφείλοντας μισθούς υπερημερίας από τις 18-11-2010 μέχρι τη συζήτηση της αγωγής (5-11-2018), απορρίπτοντας την αγωγή στην ουσία της, κατά το μέρος που την έκρινε παραδεκτή και νόμιμη, ως προς αμφότερες τις βάσεις της,.... δεν έσφαλε περί την εκτίμηση των αποδείξεων και τα αντίθετα που υποστηρίζει η εκκαλούσα με τον πρώτο λόγο της κρινόμενης έφεσης κρίνονται αβάσιμα και απορριπτέα.... Με βάση τα όσα παραπάνω αναπτύχθηκαν, πρέπει η έφεση να απορριφθεί ως αβάσιμη κατ' ουσίαν κατά το μέρος που απέρριψε όλα τα αγωγικά αιτήματα που κρίθηκαν παραδεκτά και νόμιμα και να γίνει δεκτή, ως κατ' ουσίαν βάσιμη, μόνο κατά το κεφάλαιο που αφορά τις αποδοχές υπερημερίας για το διάστημα από 6-11-2010 έως 17-11-2010, να εξαφανιστεί η εκκαλουμένη απόφαση μόνο ως προς το κεφάλαιο αυτό, να κρατηθεί η υπόθεση και να δικαστεί εκ νέου η αγωγή ως προς το παραπάνω κεφάλαιο,.... πρέπει η αγωγή να κριθεί παραδεκτή κατά το μέρος που αφορά αποδοχές υπερημερίας για το διάστημα από 6-11-2010 έως 17-11-2010 και νόμιμη και ακολούθως να απορριφθεί ως αβάσιμη στην ουσία της". Το Εφετείο, με τις προαναφερθείσες παραδοχές, δεν παραβίασε ευθέως τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 6 παρ. 1 του Ν. 2112/1920, 2 παρ. 1, 3 και 4 παρ. 1 του Π.Δ. 178/2002, τις οποίες έκρινε μη εφαρμοστέες στην προκειμένη περίπτωση, κατόπιν ορθής υπαγωγής σ' αυτές των πραγματικών περιστατικών που δέχθηκε ανελέγκτως ως αποδεδειγμένα. Ειδικότερα, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δεν υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, κρίνοντας ανέλεγκτα ότι στην προκειμένη περίπτωση δεν έλαβε χώρα μεταβίβαση στην εναγομένη της ασκούμενης από την εταιρεία "...." επιχείρησης στο επί της οδού ... αριθ. 1 στην Αθήνα κατάστημα, επειδή α) η εταιρεία "...." ασχολείτο κυρίως με το εμπόριο υποδημάτων, ενώ η εναγομένη ασχολείται με την πώληση κυρίως ενδυμάτων και τσαντών και δευτερευόντως υποδημάτων, β) δεν μεταβιβάστηκε από την ανωτέρω εταιρεία στην εναγομένη υλικοτεχνικός εξοπλισμός (έπιπλα, ηλεκτρονικός εξοπλισμός κλπ.), γ) μεταξύ της λύσης της μίσθωσης του ως άνω καταστήματος με την εταιρεία "...." και της σύναψης της μίσθωσης με την εναγομένη μεσολάβησε η μίσθωση στον Χ. Μ. του Γ., δ) δεν μεταβιβάστηκαν η φήμη, η πελατεία και οι επαγγελματικές σχέσεις της εταιρείας στην εναγομένη, ε) η εταιρεία "...." και στ) στην επιχείρηση της εναγομένης δεν προσλήφθηκε κάποιος εργαζόμενος από το κατάστημα της ανωτέρω εταιρείας για να παρέχει τις υπηρεσίες του, η δε εναγομένη προσέλαβε προσωπικό δεκαοκτώ μήνες μετά την έναρξη λειτουργίας της. Περαιτέρω, με τις προαναφερθείσες παραδοχές, το Εφετείο δεν παραβίασε ούτε εκ πλαγίου τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 6 παρ. 1 του Ν. 2112/1920, 2 παρ. 1, 3 και 4 παρ. 1 του Π.Δ. 178/2002, καθόσον διέλαβε στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασής του πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή ή μη υπαγωγή των γενομένων δεκτών πραγματικών περιστατικών στους ανωτέρω κανόνες δικαίου. Συνεπώς, είναι αβάσιμος ο πρώτος λόγος αναίρεσης ως προς αμφότερα τα σκέλη του, εκ των αριθμών 1 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11γ' του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη του υποστατά και έγκυρα αποδεικτικά μέσα, που παραδεκτά επικαλέστηκε ο αναιρεσείων και νόμιμα προσκόμισε ο ίδιος ή οποιοσδήποτε από τους λοιπούς διαδίκους (ΑΠ 70/2008, 222/2008), προς άμεση ή έμμεση απόδειξη ή ανταπόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή λυσιτελών ισχυρισμών, δηλαδή νόμιμων ισχυρισμών που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, διαμορφώνοντας το διατακτικό της απόφασης (ΟλΑΠ 42/2002, ΑΠ 845/2018, 669/2018, 1350/2017), το οποίο θα ήταν διαφορετικό χωρίς τη σχετική παράλειψη (ΑΠ 1350/2017, 1874/2008), εφόσον, βέβαια, προτάθηκαν παραδεκτά στο Δικαστήριο της ουσίας (πρωτοβάθμιο ή δευτεροβάθμιο). Ωστόσο, στην προσβαλλόμενη απόφαση δεν είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση κάθε αποδεικτικού μέσου, αρκεί να γίνεται αδιστάκτως βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της απόφασης, ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, έστω και αν στην απόφαση έχει γίνει ιδιαίτερη αναφορά σε ορισμένα μόνο από τα αποδεικτικά μέσα, επειδή θεωρήθηκαν μεγαλύτερης σημασίας κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου (ΑΠ 669/2018, 1350/2017, 798/2010). Έτσι, ο ανωτέρω λόγος απορρίπτεται ως κατ' ουσίαν αβάσιμος, αν αποδεικνύεται από την απόφαση, ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίστηκαν και των οποίων έγινε επίκληση, αρκεί δε προς τούτο η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου (μάρτυρες, έγγραφα κλπ.), χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολόγησης καθενός και χωρίς διάκριση από ποια αποδεικτικά μέσα προκύπτει άμεση και από ποια έμμεση απόδειξη. Μη λήψη υπόψη, πάντως, δεν συνάγεται από μόνο το γεγονός, ότι μνημονεύονται στην απόφαση ορισμένα μόνο από τα προσκομισθέντα με επίκληση αποδεικτικά μέσα, όχι όμως και τα επίδικα (ΑΠ 669/2018, ΑΠ 1350/2017). Στην προκειμένη περίπτωση, με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 11γ' ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του τα κατωτέρω αναφερόμενα έγγραφα, που η αναιρεσείουσα είχε νομίμως επικαλεστεί και προσκομίσει με τις προτάσεις της ενώπιον του του Εφετείου και τα οποία, επίσης, επικαλείται και προσκομίζει με τις προτάσεις της ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου, ήτοι: α) την από 26-5-2012 απόδειξη λιανικής πώλησης, από την οποία προκύπτει ότι η αναιρεσίβλητη διατηρεί κατάστημα πώλησης υποδημάτων επί της οδού ... αριθ. 1 στην Αθήνα, β) την από 26-5-2012 φωτογραφία των υποδημάτων που αγόρασε η αναιρεσείουσα από το ως άνω κατάστημα και τα οποία φέρουν το λογότυπο "...", γ) τα από 6-1-2016 αποσπάσματα των ιστοσελίδων "vrisko.gr" και "11888.gr", από τα οποία προκύπτει καταχώριση της επιχείρησης της αναιρεσίβλητης υπό τον διακριτικό τίτλο "...", δ) το από 22-11-2010 έγγραφο της Δ.Ο.Υ. ..., από το οποίο προκύπτει ότι η αναιρεσίβλητη ασκεί στο ως άνω κατάστημα επιχείρηση χονδρικού και λιανικού εμπορίου υποδημάτων, ε) καταχωρίσεις στο διαδίκτυο των καταστημάτων της ααιρεσίβλητης επί των οδών ... αριθ. 1 στην Αθήνα και Πλάτωνος αριθ. 14 στο ..., καθώς και καταχώριση στο διαδίκτυο και στο Γ.Ε.ΜΗ. του καταστήματος της εταιρείας "...." επί της οδού Ερμού ..., από τις οποίες προκύπτει ότι η αναιρεσίβλητη διατήρησε τον διακριτικό τίτλο "..." σε όλα τα καταστήματά της, στ) την από 6-11-2018 καταχώριση στο διαδίκτυο του καταστήματος της εταιρείας "...." επί της οδού Ερμού ... στην Αθήνα, όπου εμφανίζονται ως ιδιοκτήτες ο Ε. Δ. και η σύντροφός του ..., αδελφή της αναιρεσίβλητης, ζ) το υπ' αριθ. 8299/2014 ΦΕΚ τ. Α.Ε. - Ε.Π.Ε. και Γ.Ε.ΜΗ., από το οποίο προκύπτει ότι η Ε. Λ. διετέλεσε μέλος του Δ.Σ. της εταιρείας "....", η) αντίγραφα των φορολογικών εντύπων Ε3 της αναιρεσίβλητης για τα οικονομικά έτη 2011 έως 2017, από τα οποία προκύπτει αφενός ότι ο τζίρος της επιχείρησής της υπερτετραπλασιάστηκε, γεγονός που οφείλεται στην εκ μέρους αυτής εκμετάλλευση της φήμης, της τεχνογνωσίας, της πελατείας, των επαγγελματικών σχέσεων με τρίτους και της εν γένει οργάνωσης της εταιρείας "....", και αφετέρου ότι αυτή δηλώνει ως αντικείμενο δραστηριότητας το λιανικό εμπόριο υποδημάτων, θ) την υπ' αριθ. 973/8-11-2010 "βεβαίωση έναρξης εργασιών φυσικού προσώπου επιτηδευματία", καθώς και την εκτύπωση των στοιχείων προσωποποιημένης πληροφόρησης της Α.Α.Δ.Ε., από τις οποίες προκύπτει ότι η αναιρεσίβλητη συνέχισε να δραστηριοποιείται κυρίως στον κλάδο του υποδήματος, όπως και η εταιρεία "...." και ι) τους υπ' αριθ. ΠΠ681008/17-9-2013, ΠΠ1206031/3-10-2014, ΠΠ2846839/2-10-2015, ΠΠ3780937/7-10-2016 και ΠΠ4291931/5-10-2017 πίνακες προσωπικού, από τους οποίους προκύπτει ότι η αδελφή της αναιρεσίβλητης, ..., είχε διατελέσει στο παρελθόν τεχνικός ασφαλείας της μεταβιβασθείσας επιχείρησης. Από τη μνεία στο σκεπτικό της (επισκοπούμενης κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) προσβαλλόμενης απόφασης, ότι κατέληξε στο αποδεικτικό της πόρισμα μετά από εκτίμηση "των ενόρκων καταθέσεων των μαρτύρων Χ. Μ. του Η. - Ε. και Α. Κ. του Ε., που εξετάστηκαν στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου με επιμέλεια των διαδίκων και των οποίων οι καταθέσεις περιλαμβάνονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλούμενη απόφαση πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης, και όλων των εγγράφων που οι διάδικοι επικαλούνται και προσκομίζουν νόμιμα, τα οποία λαμβάνονται υπόψη είτε προς άμεση απόδειξη είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, και από τα διδάγματα της κοινής πείρας, τα οποία λαμβάνονται υπόψη και αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο", καθώς και από τις αναφορές, στη σελ. 23 της απόφασης ότι "η εναγομένη προέβη σε σχετική δήλωση έναρξης εργασιών στην αρμόδια Δ.Ο.Υ. ... στις 22-11-2020, με αντικείμενο "λιανικό εμπόριο υποδημάτων"", στη σελ. 24 ότι "το λογότυπο "..." παρέμεινε στην τέντα του καταστήματος επί της οδού ... αριθ. 1 στην Αθήνα και στην προμετωπίδα του καταστήματος επί της οδού ... στο ... Αττικής" και στη σελ. 25 ότι "Η κακή οικονομική κατάσταση της εταιρείας "....", κατά το έτος 2010, αναμφισβήτητα είχε περιέλθει σε γνώση της εναγομένης, λόγω της προσωπικής σχέσης της αδελφής της, Σ. Β., με τον νόμιμο εκπρόσωπο της πρώτης, Ε. Δ., συντρόφου και πατέρα του τέκνου της Ν. Δ.", αλλά και από όλο το περιεχόμενο της απόφασης δεν καταλείπεται καμία αμφιβολία, αλλά αντίθετα καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο, ότι το Εφετείο κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα, αφού έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε με τα άλλα αποδεικτικά μέσα και τα επίμαχα έγγραφα. Συνεπώς, είναι αβάσιμος ο δεύτερος λόγος αναίρεσης. Από τις διατάξεις των άρθρων 339 και 352 παρ. 1 του ΚΠολΔ συνάγεται ότι δικαστική ομολογία, που αποτελεί πλήρη απόδειξη εναντίον εκείνου που ομολόγησε, είναι όχι κάθε ομολογία, αλλά εκείνη που γίνεται ενώπιον του δικαστηρίου που δικάζει την υπόθεση ή του εντεταλμένου δικαστή, από τον αντίδικο εκείνου που φέρει το βάρος επίκλησης και απόδειξης του αμφισβητούμενου και επιβλαβούς για τον ομολογούντα γεγονότος, με σκοπό αποδοχής του, και είναι σαφής και ορισμένη, ενώ κάθε άλλη ομολογία, όπως και εκείνη που έγινε στα πλαίσια άλλης δίκης (πολιτικής ή ποινικής), είναι εξώδικη και εκτιμάται ελεύθερα από το δικαστήριο (ΑΠ 57/2023, 664/2021, 303/2020). Η κρίση, για το αν συνάγεται ομολογία, ανάγεται σε πράγματα και, ως εκ τούτου, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου (ΑΠ 57/2023, 1218/2020, 1099/2019). Εξάλλου, ο αναιρετικός λόγος του άρθρου 559 αριθ. 12 ΚΠολΔ ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων. Στον ΚΠολΔ ισχύει, κατά κανόνα, το σύστημα της ελεύθερης εκτίμησης των αποδείξεων (άρθρο 340) και εξαιρετικώς μόνο προσδίδεται σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα αυξημένη αποδεικτική δύναμη, όπως η δικαστική ομολογία (άρθρο 352) και τα έγγραφα που παράγουν πλήρη απόδειξη (άρθρα 438 επ., 441, 445). Για τα αποδεικτικά μέσα, που κατά το νόμο είναι ισοδύναμα, εναπόκειται στο δικαστήριο να κρίνει την αποδεικτική βαρύτητα του καθενός, αφού αυτά, κατ' άρθρο 340 ΚΠολΔ, εκτιμηθούν "ελεύθερα". Ο ανωτέρω λόγος ιδρύεται μόνο αν το δικαστήριο προσέδωσε στο αποδεικτικό μέσο μεγαλύτερη ή μικρότερη αποδεικτική δύναμη από εκείνη που δεσμευτικώς ορίζει γι' αυτό ο νόμος και όχι αν απέδωσε μεγαλύτερη ή μικρότερη βαρύτητα ή αξιοπιστία σε ένα από τα ισοδύναμα αυτά αποδεικτικά μέσα (ΑΠ 2/2022, 175/2019, 328/2018). Τέλος, λόγος αναίρεσης ο οποίος στηρίζεται επί εσφαλμένης προϋπόθεσης, πράγμα που συμβαίνει, όταν υποστηρίζεται με αυτόν ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε ή δεν δέχθηκε ορισμένα πραγματικά γεγονότα, ενώ από την τελευταία προκύπτει το αντίθετο, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος (ΑΠ 57/2023, 492/2020, 1241/2019). Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο αναίρεσης προσάπτονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες εκ των αριθμών 12 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και επικουρικά εκ του αριθμού 11γ' του ίδιου άρθρου, κατ' ορθή δε νομική υπαγωγή η πλημμέλεια εκ του αριθμού 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και επικουρικά εκ του αριθμού 11γ' του ίδιου άρθρου. Ειδικότερα, με το κύριο σκέλος του ως άνω λόγου, η αναιρεσείουσα προβάλλει την αιτίαση ότι το Εφετείο δεν προσέδωσε την, κατ' άρθρο 352 παρ. 1 ΚΠολΔ, δεσμευτική αποδεικτική δύναμη στη δικαστική ομολογία της αναιρεσίβλητης ως προς τη συνδρομή όλων των κριτηρίων που μαρτυρούν ότι μεταβιβάστηκε σ' αυτήν η επιχείρηση που ασκούσε η εταιρεία "...." στο επί της οδού ... αριθ. 1 στην Αθήνα κατάστημα, η οποία (ομολογία) περιέχεται στις από 7-1-2016 προτάσεις της ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου ..., κατατεθείσες στα πλαίσια της δίκης επί της από 23-4-2014 και με αριθμό έκθ. κατάθεσης 50176/1396/2014 ανακοπής, που η αναιρεσίβλητη είχε ασκήσει κατ' αυτής (αναιρεσείουσας), την οποία ομολογία είχε επικαλεστεί η αναιρεσείουσα με τις προτάσεις της ενώπιον του Εφετείου, προσκομίζοντας και αντίγραφο των επίμαχων προτάσεων της αντιδίκου της, με το επικουρικό δε σκέλος αυτού, προβάλλει την αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του τις ως άνω νομίμως επικληθείσες και προσκομισθείσες προτάσεις της αντιδίκου της. Ο λόγος αυτός, όσον αφορά το κύριο σκέλος του, είναι αβάσιμος, καθόσον η επικαλούμενη ομολογία δεν έγινε στα πλαίσια της προκείμενης δίκης, αλλά προηγούμενης δίκης μεταξύ των ίδιων διαδίκων, συνεπώς είναι εξώδικη και εκτιμάται ελεύθερα από το Δικαστήριο. Περαιτέρω, κατά το επικουρικό σκέλος του, ο ανωτέρω λόγος είναι επίσης αβάσιμος, καθόσον από την αναφορά στη σελ. 24 της προσβαλλόμενης απόφασης ότι "Ο σκοπός αυτός ενισχύεται από το γεγονός ότι η εναγομένη συνομολόγησε πως συνέχισε να προμηθεύεται υποδήματα από την εταιρεία "...." και να τα εμπορεύεται στο κατάστημά της για κάποιο διάστημα, προσπαθώντας να μη διασπαστεί στο πρόσωπό της ο οικονομικός και ηθικός δεσμός που συνέδεε τον προηγούμενο επιχειρηματία με το καταναλωτικό κοινό, δηλαδή να μη χάσει την κυρίως πελατεία της "....", η οποία, μέχρι την οικονομική της κατάρρευση, το έτος 2014, είχε σημαντική θέση στην εμπορία υποδημάτων στην αγορά (βλ. σελίδα 8, στο δικόγραφο με ημερομηνία 12-1-2016 της "προσθήκης-αντίκρουσης" που κατατέθηκε στην δίκης επί της από 23-4-2014 ανακοπής της εναγομένης κατά της ενάγουσας με αριθμό κατάθεσης δικογράφου 50176/1396/2014, η οποία συζητήθηκε στις 7.1.2016 ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου ...)", δεν καταλείπεται καμία αμφιβολία, αλλά αντίθετα καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο, ότι το Εφετείο κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα, αφού έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε με τα άλλα αποδεικτικά μέσα και το επίμαχο έγγραφο. Συνεπώς, είναι αβάσιμος ο τρίτος λόγος αναίρεσης. Κατόπιν αυτών, μη υπάρχοντος άλλου λόγου αναίρεσης, πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση στο σύνολό της. Τέλος, πρέπει να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα, λόγω της ήττας της, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, ο οποία παραστάθηκε και κατέθεσε προτάσεις (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 16-11-2022 (αριθ. έκθ. κατάθεσης 9021/1003/2022) αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθ. 6303/2020 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου .... Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 24 Οκτωβρίου 2023. ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 5 Δεκεμβρίου 2023. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ