Αριθμός 474/2023 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Δ' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μυρσίνη Παπαχίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αικατερίνη Βλάχου, Γεωργία Κατσιμαγκλή, Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη και Μαρί Δεργαζαριάν, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 4 Νοεμβρίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ: Του αναιρεσείοντος: ΝΠΔΔ με την επωνυμία "ΤΑΜΕΙΟ ΠΑΡΑΚΑΤΑΘΗΚΩΝ ΚΑΙ ΔΑΝΕΙΩΝ" (Τ.Π.κ.Δ.), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Μαρία Γεωργιάδη, Πάρεδρο ΝΣΚ, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ. Των αναιρεσιβλήτων: 1) Α. Β. του Δ., κατοίκου ... η οποία δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο και 2) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ EUROBANK ERGASIAS AΕ" και ήδη "Τράπεζα Eurobank Ανώνυμη Εταιρεία", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικής διαδόχου της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΝΕΟ ΤΑΧΥΔΡΟΜΙΚΟ ΤΑΜΙΕΥΤΗΡΙΟ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΤΕ", η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αντώνιο Χονδρόπουλο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και ο οποίος στην ως άνω από 3-10-2022 δήλωση, καθώς και με τις κατατεθείσες προτάσεις του δήλωσε την ως άνω μεταβολή της αναιρεσίβλητης εταιρείας. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 6-12-2013 αίτηση της ήδη 1ης των αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Σερρών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 34/2016 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1/2018 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Σερρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 13-1-2020 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Αικατερίνη Βλάχου, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο το αναιρεσείον και η 2η των αναιρεσιβλήτων όπως σημειώνεται πιο πάνω. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά την έννοια του άρθρου 576 παρ. 2 του ΚΠολΔ, αν κατά τη συζήτηση της αναίρεσης δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος ερευνά αυτεπαγγέλτως αν ο απολειπόμενος διάδικος επέσπευσε εγκύρως τη συζήτηση, οπότε συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, ή, αν τη συζήτηση επέσπευσε ο αντίδικος του απολειπόμενου διαδίκου, οπότε εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση για συζήτηση δεν επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήτευση. Στην αντίθετη περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί (ΑΠ 52/2019, ΑΠ 1753/2017, ΑΠ 1545/2017, ΑΠ 242/2015). Περαιτέρω, στο άρθρο 83 παρ. 2 του ν. 4790/2021, που περιλαμβάνει διατάξεις για την επαναλειτουργία των πολιτικών δικαστηρίων μετά την αναστολή λειτουργίας τους προς αντιμετώπιση του ιού COVID-19, ορίζεται ότι σε περίπτωση που η συζήτηση υπόθεσης οποιουδήποτε βαθμού δικαιοδοσίας και οποιασδήποτε διαδικασίας ματαιώθηκε διαρκούσης της αναστολής λειτουργίας των δικαστηρίων λόγω των έκτακτων μέτρων προστασίας της δημόσιας υγείας από την πανδημία του κορωνοϊού COVID-19, ορίζεται αυτεπαγγέλτως, με πράξη του προέδρου του τμήματος ή του προϊσταμένου του δικαστηρίου, νέα ημέρα και ώρα συζήτησης στο ακροατήριο στη συντομότερη διαθέσιμη δικάσιμο. Η εγγραφή της υπόθεσης στο οικείο πινάκιο ή έκθεμα, το οποίο μπορεί να τηρείται και ηλεκτρονικά, γίνεται με πρωτοβουλία του γραμματέα και ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων. Προς ενημέρωση των διαδίκων, και πάντως όχι επί ποινή ακυρότητας, η νέα δικάσιμος γνωστοποιείται από τον γραμματέα στον δικηγορικό σύλλογο της έδρας του δικαστηρίου. Με πρωτοβουλία επίσης του γραμματέα μπορεί να γνωστοποιείται η νέα δικάσιμος με αποστολή ηλεκτρονικού μηνύματος στη διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου των διαδίκων ή με ανάρτηση στην πύλη ψηφιακών υπηρεσιών δικαστηρίων solon.gov.gr για όσα δικαστήρια και διαδικασίες έχουν ενταχθεί στο εν λόγω σύστημα. Τέλος, κατά τη διάταξη της παρ. 4 του άρθρου 260 του ΚΠολΔ, που προστέθηκε με το άρθρο 16 του ν. 4842/2021 και ισχύει, κατ' άρθρο 120 του ίδιου νόμου, από 1-1-2022, όταν οι υποθέσεις που είναι γραμμένες στο πινάκιο δεν εισάγονται προς συζήτηση συνεπεία λόγων ανώτερης βίας ορίζεται αυτεπαγγέλτως, με πράξη του διευθύνοντος το δικαστήριο, ημέρα και ώρα συζήτησης στο ακροατήριο σε σύντομη κατά το δυνατόν δικάσιμο. Η εγγραφή της υπόθεσης στο οικείο πινάκιο, το οποίο μπορεί να τηρείται και ηλεκτρονικά, γίνεται με πρωτοβουλία του γραμματέα και ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων. Με πρωτοβουλία του γραμματέα μπορεί να γνωστοποιείται η νέα δικάσιμος με αποστολή ηλεκτρονικού μηνύματος στη διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου των διαδίκων ή με ανάρτηση στην πύλη ψηφιακών υπηρεσιών δικαστηρίων solon.gov.gr για όσα δικαστήρια και διαδικασίες έχουν ενταχθεί στο εν λόγω σύστημα. Από το συνδυασμό των πιο πάνω διατάξεων συνάγεται ότι, σε περίπτωση που η συζήτηση αίτησης αναίρεσης ματαιώθηκε λόγω της προσωρινής αναστολής λειτουργίας των πολιτικών δικαστηρίων είτε εξαιτίας του ιού COVID- 19, είτε για λόγους ανωτέρας βίας, με πράξη του προέδρου του αντίστοιχου τμήματος του Αρείου Πάγου ορίζεται νέα σύντομη δικάσιμος, χωρίς όμως να απαιτείται να επιδοθεί κλήση από τον έναν διάδικο στον άλλο για τη συζήτηση της υπόθεσης, καθώς η εγγραφή της υπόθεσης στο οικείο πινάκιο που γίνεται από τον γραμματέα, ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων. Κατ' αναλογική δε εφαρμογή των όσων ισχύουν σε περίπτωση αναβολής της υπόθεσης με αίτημα των διαδίκων και εγγραφής της στο πινάκιο από το γραμματέα (άρθρο 226 παρ. 4 εδ. γ και δ του ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη κατ' άρθρο 575 εδ. β' αυτού), προϋπόθεση της εγκυρότητας της κλήτευσης αυτής λόγω της εγγραφής στο πινάκιο είναι ότι ο απολειπόμενος κατά την νέα δικάσιμο διάδικος είχε επισπεύσει εγκύρως τη συζήτηση ή είχε νομίμως και εμπροθέσμως κλητευθεί να παραστεί για την αρχική δικάσιμο, κατά την οποία η υπόθεση δεν συζητήθηκε (ΑΠ 866/2022, ΑΠ 308/2019, ΑΠ 1038/2018, ΑΠ 1062/2017). Στην προκείμενη περίπτωση από τα πρακτικά της δίκης και τα διαδικαστικά έγγραφα προκύπτει ότι η κρινόμενη από 13-1-2020 (αριθμ. εκθ. καταθ. 1/13-1-2020), αίτηση αναίρεσης της 1/11-1-2018 τελεσίδικης απόφασης του ως Εφετείου δικάσαντος Μονομελούς Πρωτοδικείου Σερρών, είχε προσδιοριστεί αρχικά για τη δικάσιμο της 2-4-2021, με αριθμό πινακίου 24, σύμφωνα με την κάτω από αυτή Πράξη της Προέδρου του Δ' Τμήματος (άρθρ. 568 παρ. 2-4 ΚΠολΔ). Περαιτέρω, από την 6041Β'/13-3-2020 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελή της περιφέρειας του Εφετείου Θεσσαλονίκης Β. Τ., την οποία επικαλείται και προσκομίζει νόμιμα το αναιρεσείον, προκύπτει ότι, μετά από έγγραφη παραγγελία της πληρεξουσίας αυτού Παρέδρου του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, που επισπεύδει τη συζήτηση, ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, με πράξη κατάθεσης, ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την ως άνω δικάσιμο της 2-4-2021, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στην πρώτη αναιρεσίβλητη Α. Β.. Κατά τη δικάσιμο όμως εκείνη (2-4-2021) η υπόθεση δεν εκφωνήθηκε λόγω της αναστολής λειτουργίας των Δικαστηρίων συνεπεία της πανδημίας COVID-19. Ακολούθως, δυνάμει του άρθρου 83 παρ. 2 του ν. 4790/2021, εκδόθηκε η από 13-5-2021 Πράξη της Προέδρου του Δ' Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου, με την οποία ορίστηκε αυτεπαγγέλτως ως νέα ημέρα συζήτησης της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης στο ακροατήριο η 28-1-2022 και με πρωτοβουλία του Γραμματέα η υπόθεση εγγράφηκε στο οικείο πινάκιο με αριθμό 37, η εγγραφή δε αυτή ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων. Κατά την προαναφερθείσα δικάσιμο (28-1-2022), η υπόθεση επίσης δεν εκφωνήθηκε εξαιτίας αναστολής των εργασιών όλων των δικαστηρίων και εισαγγελιών των Περιφερειών Αττικής και Κρήτης για την 27η και την 28η Ιανουαρίου 2022, λόγω των αιφνίδιων και έντονων καιρικών φαινομένων, δυνάμει της 4035/26-1-2022 απόφασης του Υπουργού Δικαιοσύνης (ΦΕΚ 190 Β/26-1-2022). Με την από 24-2-2022 Πράξη της Προέδρου του Δ' Τμήματος ορίστηκε αυτεπαγγέλτως νέα δικάσιμος η σημερινή (4-11-2022) και η υπόθεση εγγράφηκε στο πινάκιο με αριθμό 44 με επιμέλεια του Γραμματέα. Ωστόσο, όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης αυτού του Δικαστηρίου, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης με τη σειρά της από το οικείο πινάκιο στην παρούσα δικάσιμο, η πρώτη αναιρεσίβλητη δεν παραστάθηκε, ούτε κατέθεσε δήλωση μη παράστασης, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 του ΚΠολΔ. Επομένως, αφού η τελευταία δεν παραστάθηκε ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, αν και κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα για την αρχική δικάσιμο (2-4-2021) και η εγγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο μετά τον αυτεπάγγελτο προσδιορισμό δικασίμου, κατ' άρθρο άρθρου 83 παρ. 2 του ν. 4790/2021, ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων για τη δικάσιμο της 28-1-2022 και μετά από αυτεπάγγελτο προσδιορισμό για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο (4-11-2022), κατ' άρθρο 260 παρ. 4 του ΚΠολΔ, ισχύει επίσης ως κλήτευση όλων των διαδίκων για τη σημερινή δικάσιμο, πρέπει, σύμφωνα με τις προαναφερόμενες διατάξεις, να προχωρήσει η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης παρά την απουσία της πρώτης αναιρεσίβλητης. Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η 1/2018 απόφαση του ως Εφετείου δικάσαντος Μονομελούς Πρωτοδικείου Σερρών, που εκδόθηκε ερήμην της πρώτης αναιρεσίβλητης και αντιμωλία των λοιπών διαδίκων κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας (άρθρ. 3 εδ. β' του ν.3869/2010, 739 επ. ΚΠολΔ) και απέρριψε ως κατ' ουσίαν αβάσιμη την από 23-3-2017 έφεση του αναιρεσείοντος κατά της 34/2016 απόφασης του Ειρηνοδικείου Σερρών, το οποίο, δεχόμενο ως κατ' ουσίαν βάσιμη την από 6-12-2013 αίτηση της πρώτης αναιρεσίβλητης κατά του αναιρεσείοντος και της δεύτερης αναιρεσίβλητης, ρύθμισε τα χρέη αυτής προς τους τελευταίους- πιστωτές της και εξαίρεσε από την εκποίηση την κύρια κατοικία της με τις μηνιαίες καταβολές που αναφέρονται σ' αυτή. Η ένδικη αίτηση αναίρεσης, στρεφόμενη κατά απόφασης μη υποκείμενης, σύμφωνα με το άρθρο 14 του ν. 3869/2010, σε ανακοπή ερημοδικίας από την ερήμην δικασθείσα στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο πρώτη αναιρεσίβλητη και ως εκ τούτου τελεσίδικης (απόφασης) από την έκδοσή της (ΑΠ 1050/2021, ΑΠ 208/2020), ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ και 14 του ν. 3869/2010). Είναι, συνεπώς, παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ). Με το άρθρο 1 παρ.1 του ν. 3869/2010 ("Ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων..."), όπως το άρθρο αυτό ίσχυε πριν αντικατασταθεί με το άρθρο 1 παρ. 1 της ΥΠΟΠΑΡ. Α.4 του άρθρου 2 του v. 4336/2015 (ΦΕΚ 94/Α/14- 8-2Ο15), που καταλαμβάνει, σύμφωνα με την παρ. 5 του άρθρου 2 της ΥΠΟΠΑΡ. Α.4 του άρθρου 2 του ίδιου νόμου, τις αιτήσεις που υποβάλλονται μετά την έναρξη ισχύος του, και εφαρμόζεται στην κρινόμενη υπόθεση, εφόσον η ένδικη αίτηση της πρώτης αναιρεσίβλητης περί υπαγωγής της στις διατάξεις του νόμου 3869/2010, υποβλήθηκε στο Ειρηνοδικείο Σερρών στις 9-12-2013, ήτοι πριν την αντικατάστασή του με τον ως άνω νόμο 4336/2015, ορίζεται ότι "φυσικά πρόσωπα που δεν έχουν πτωχευτική ικανότητα και έχουν περιέλθει, χωρίς δόλο, σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών τους δικαιούνται να υποβάλουν στο αρμόδιο δικαστήριο την αίτηση που προβλέπεται στην παράγραφο 1 του άρθρου 4 για τη ρύθμιση των οφειλών τους και απαλλαγή. Την ύπαρξη δόλου αποδεικνύει o πιστωτής". Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, για να δικαιούται ο οφειλέτης να υπαχθεί στις διατάξεις του νόμου για τη ρύθμιση των οφειλών του και απαλλαγή από το υπόλοιπο αυτών, πρέπει να βρίσκεται σε μόνιμη και γενική αδυναμία πληρωμών, που πρέπει να την περιγράψει στην αίτησή του και, ακολούθως, να αποδείξει και που δεν πρέπει να οφείλεται σε δόλο του, του οποίου (δόλου), πάντως, η ύπαρξη προτείνεται από πιστωτή. Αδυναμία πληρωμών σημαίνει ανικανότητα του οφειλέτη να εξοφλήσει τους πιστωτές του, εξαιτίας έλλειψης ρευστότητας, δηλαδή έλλειψης όσων χρημάτων απαιτούνται για να μπορεί ο οφειλέτης να ανταποκρίνεται στα χρέη του που καθίστανται ληξιπρόθεσμα και απαιτητά (όταν επέλθει ο χρόνος εκπλήρωσής τους, όπως αυτός καθορίζεται από τη δικαιοπραξία ή από τις περιστάσεις ή από τη φύση της ενοχικής σχέσης, κατ' άρθρ.323 και 340 ΑΚ), έστω και αν έχει ακίνητη ή άλλη περιουσία, η οποία, όμως, δεν μπορεί να ρευστοποιηθεί αμέσως. Δεν χρειάζεται να είναι όλες οι απαιτήσεις ληξιπρόθεσμες κατά τη στιγμή της αδυναμίας των πληρωμών. Αρκεί να είναι έστω και μία, ως προϋπόθεση για την έναρξη της διαδικασίας του ν.3869/2010, με την εξαίρεση που θα αναπτυχθεί στη συνέχεια, εφόσον, βέβαια, συντρέχει και η άλλη πιο πάνω προϋπόθεση της μόνιμης και γενικής αδυναμίας πληρωμών, αλλιώς, ο οφειλέτης ασκεί πρόωρα το δικαίωμά του και η αίτησή του θα απορριφθεί. Για τον προσδιορισμό της ρευστότητας λαμβάνεται υπόψη το εισόδημα του οφειλέτη. Ειδικότερα, η αδυναμία του οφειλέτη να ανταπεξέλθει στις οφειλές του κρίνεται συνολικά με βάση τη σχέση ρευστότητάς του προς τις ληξιπρόθεσμες οφειλές του και αφού ληφθούν υπόψη, εφόσον το ορίζει ο νόμος, οι απαιτούμενες δαπάνες για την κάλυψη των βιοτικών αναγκών του ίδιου και των προστατευόμενων μελών της οικογένειάς του. Αν η σχέση αυτή είναι αρνητική, με την έννοια ότι η ρευστότητά του δεν του επιτρέπει να ανταποκριθεί στον όγκο των οφειλών του και στην κάλυψη των βιοτικών αναγκών του, υπάρχει μόνιμη αδυναμία πληρωμής. Για την αξιολόγηση της σχέσης ρευστότητας, ληξιπρόθεσμων οφειλών και βιοτικών αναγκών λαμβάνεται υπόψη τόσο η παρούσα κατάσταση ρευστότητας του οφειλέτη όσο και αυτή που διαμορφώνεται κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων (ΑΠ 882/2019, ΑΠ 52/2019, ΑΠ 551/2018). Η εν λόγω αδυναμία πληρωμών πρέπει να εξετάζεται υπό το πρίσμα της αξιοπρεπούς διαβίωσης του οφειλέτη και της οικογένειάς του, δηλαδή η μεγαλύτερη δυνατή ικανοποίηση των πιστωτών πρέπει να συνδυάζεται με τη βασική προστασία της προσωπικής αξιοπρέπειας και, συνακόλουθα, τη διατήρηση - εξασφάλιση ενός στοιχειώδους επιπέδου διαβίωσης του οφειλέτη και των προστατευόμενων μελών της οικογένειάς του (ΑΠ 1379/2019, ΑΠ 52/2019, ΑΠ 1208/2017). Περαιτέρω, η μόνιμη αδυναμία πληρωμής του οφειλέτη, που πρέπει να υπάρχει κατά το χρονικό σημείο της κατάθεσης της αίτησης και η κατάσταση αυτή να διατηρείται μέχρι και τη συζήτηση στο ακροατήριο, μπορεί να οφείλεται σε διάφορα αίτια, όπως απόλυση από την εργασία, μείωση μισθού ή σύνταξης, σοβαρό πρόβλημα υγείας κ.λπ. (ΑΠ 882/2019, ΑΠ 551/2018). Η αδυναμία πληρωμής, κατά κανόνα, είναι πραγματικό ζήτημα, το οποίο μπορεί να κριθεί από τη συνολική κατάσταση του οφειλέτη, από τη συνολική συμπεριφορά των πιστωτών του στο κρίσιμο χρονικό σημείο και την αναμενόμενη εξέλιξη στο μέλλον. Εξάλλου, κατά τις διατάξεις του άρθρου 62 παρ. 1 και 2 του ν. 2214/1994 ("Αντικειμενικό σύστημα φορολογίας εισοδήματος και άλλες διατάξεις"), "Για την εξυπηρέτηση και ασφάλεια των χορηγουμένων από το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων τοκοχρεωλυτικών δανείων για την απόκτηση πρώτης κατοικίας, προς τους δημοσίους υπαλλήλους, τους συνταξιούχους και τους λοιπούς δικαιουμένους, κατά την κείμενη νομοθεσία, κάθε δανειζόμενος υποχρεούται να εκχωρεί υπέρ του δανειστού: α) Μέχρι τα 6/10 όλων γενικά των τακτικών μηνιαίων απολαβών του (μισθός, επιδόματα, μηνιαία αναλογία δώρων Χριστουγέννων και Πάσχα, ΔΙΒΕΕΤ, κ.λπ.). β) Μέχρι τα 6/10 της κανονισθησομένης κυρίας και επικουρικής συντάξεως και όλων γενικά των μερισμάτων και άλλων παροχών που τακτικά λαμβάνουν από τα ασφαλιστικά τους Ταμεία. γ) Τα 3/4 από το εφάπαξ βοήθημα που χορηγείται σε αυτόν από οποιονδήποτε ασφαλιστικό φορέα ή από την οριζομένη από την εργατική νομοθεσία αποζημίωση λόγω λύσεως της εργασιακής σχέσεως. Οι πιο πάνω εκχωρήσεις είναι ισχυρές καταργουμένης κάθε αντιθέτου γενικής ή ειδικής διατάξεως". Επίσης, κατά το άρθρο 25 παρ. 6 του ν. 3867/2010, με αποφάσεις του Διοικητικού Συμβουλίου του ΤΠΔ, μπορούν, ύστερα από αίτηση του υπόχρεου, να καθορίζονται όροι εξυπηρέτησης, επιμέρους συμφωνίες των δανειακών συμβάσεων και η διευθέτηση των τόκων υπερημερίας των μη κανονικά εξυπηρετούμενων, οποιουδήποτε είδους, δανειακών συμβάσεων που έχει χορηγήσει προς φυσικά πρόσωπα το ΤΠΔ. Από όλες τις προπαρατιθέμενες διατάξεις προκύπτει ότι στη ρύθμιση του ν. 3869/2010 υπάγονται και οφειλές από στεγαστικά δάνεια, τα οποία το ΤΠΔ χορήγησε σε υπαλλήλους που συγκεντρώνουν τις προϋποθέσεις της κείμενης νομοθεσίας και τα οποία οι δανειολήπτες εξοφλούν με επιτρεπόμενη, κατά νόμο, (προ)εκχώρηση του οριζόμενου ποσοστού των μηνιαίων απολαβών τους. Στην περίπτωση που ο νόμος ήθελε να εξαιρέσει από τη ρύθμιση αυτή τις οφειλές από δάνεια προς το παραπάνω πιστωτικό ίδρυμα θα το είχε πράξει ρητά, όπως έπραξε με την προσθήκη της γ' περίπτωσης στη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 του ν.3869/2010 με το άρθρο 20 παρ. 15 του ν. 4019/2011, όπου προβλέφθηκε εξαίρεση από την προκείμενη ρύθμιση των χορηγούμενων δανείων σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 15 και 16 του ν. 3586/2007, ενώ, ούτε στις προβλεπόμενες εξαιρέσεις του τροποποιημένου, κατά τα προαναφερόμενα, άρθρου 1 παρ. 4 του ίδιου ν. 3869/2010, συμπεριλαμβάνεται η οφειλή προς το ΤΠΔ. Εξάλλου, δεν προκύπτει εξαίρεση ούτε από τη ρύθμιση του άρθρου 25 παρ. 6 του ν. 3867/2010, με την οποία παρέχεται η δυνατότητα στον δανειολήπτη να ζητήσει - επιτύχει με απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου του ΤΠΔ ευνοϊκότερους όρους εξυπηρέτησης των δανειακών συμβάσεων (ΑΠ 1379/2019, ΑΠ 1031/2015). Σε κάθε περίπτωση, η εξαίρεση των δανείων του ΤΠΔ από τη ρύθμιση του ν. 3869/2010 θα προσέκρουε στην αρχή της ισότητας, που προβλέπεται από το άρθρο 4 του Συντάγματος, γι' αυτό οι δανειολήπτες του εν λόγω Ταμείου, σε σχέση με τους δανειολήπτες των υπόλοιπων πιστωτικών ιδρυμάτων, θα στερούνταν των ευνοϊκών διατάξεων του ν. 3869/2010, δεδομένου ότι από το ν. 3867/2010 δεν προκύπτουν ευνοϊκές διατάξεις ανάλογες του ν. 3869/2010, καθώς το άρθρο 25 παρ. 6 του ν. 3867/2010, όπως προεκτέθηκε, προβλέπει όρους διευκόλυνσης και εξυπηρέτησης των δανείων, όχι όμως και απαλλαγή, όπως προβλέπει ο ν. 3869/2010. Έτσι, στην περίπτωση οφειλών από στεγαστικά δάνεια που το ΤΠΔ χορήγησε σε υπαλλήλους και που οι δανειολήπτες εξοφλούν με εκχώρηση υπέρ του δανειστή ποσοστού των μηνιαίων απολαβών τους, η αδυναμία πληρωμών του οφειλέτη δεν αναιρείται όταν η εξόφληση του εν λόγω πιστωτή γίνεται σε βάρος των στοιχειωδών αναγκών του ίδιου του οφειλέτη και των προστατευόμενων μελών της οικογένειάς του. Και αυτό, γιατί η προστασία της ανθρώπινης αξιοπρέπειας επιβάλλει να χαρακτηριστεί ως αδυναμία πληρωμών η περίπτωση του οφειλέτη που ικανοποιεί το σύνολο των οφειλών του, αν διαθέτει για το σκοπό αυτόν ένα μεγάλο μέρος των εισοδημάτων του, αλλά χωρίς να εξασφαλίζει το στοιχειώδες επίπεδο διαβίωσης για τον ίδιο και την οικογένειά του. Και το πρόσωπο αυτό βρίσκεται σε μόνιμη και γενική αδυναμία πληρωμών. Διαφορετική αντιμετώπιση θα προέτασσε την ικανοποίηση των πιστωτών εις βάρος της ανθρώπινης αξιοπρέπειας του οφειλέτη, ακόμη και της επιβίωσής του, κατάσταση που δεν γίνεται αποδεκτή από το γράμμα και το σκοπό του ν. 3869/2010 (ΑΠ 1379/2019). Μάλιστα, στην περίπτωση αυτή, δηλαδή της οφειλής προς το ΤΠΔ από παροχή στεγαστικού δανείου με την παράλληλη, από το νόμο, υποχρέωση του δανειολήπτη να συνάψει με το ΤΠΔ σύμβαση εκχώρησης, ανακύπτει ανάγκη ο τελευταίος, έστω και αν το δάνειό του φέρεται να εξυπηρετείται κανονικά, λόγω της εκχώρησης του μισθού του κ.λ.π., να επιδιώξει και επιτύχει ένταξη και υπαγωγή στη ρύθμιση του ν.3869/2010, αν έχει υποστεί σημαντική μείωση του μισθού ή της σύνταξής του, καθόσον η εκχώρηση που έγινε στο παρελθόν παραμένει, αναλογικά, σε υψηλό ποσό, αφού αυτή υπολογίστηκε στο αρχικό αυξημένο ποσό του μισθού ή της σύνταξης του δανειολήπτη-οφειλέτη (ΑΠ 307/2022, ΑΠ 939/2021, ΑΠ 257/2020). Κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αριθμ.1 εδάφ. α' του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται "αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών...". Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή. Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανέλεγκτα το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και την υπαγωγή τους στο νόμο και ιδρύεται αυτός ο λόγος αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση. Ακόμη, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αριθμ.6 του ΚΠολΔ, όπως το άρθρο αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν.4335/2015, ο οποίος άρχισε να ισχύει από 1-1-2016, μεταξύ των άλλων, και για τα ένδικα μέσα που κατατίθενται από την ημερομηνία αυτή (άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 και 4 αυτού), όπως είναι η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης, κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, αναίρεση επιτρέπεται και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ο λόγος αυτός δεν προβλεπόταν μεταξύ των περιοριστικά αναφερόμενων στο παραπάνω άρθρο λόγων, όπως αυτό ίσχυε πριν αντικατασταθεί με το ν. 4335/2015. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί, όπως και εκείνη του άρθρου 559 αριθμ.19 του ίδιου Κώδικα, κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο παρών λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία). Για να είναι ορισμένος ο παραπάνω αναιρετικός λόγος πρέπει να διαλαμβάνονται στο δικόγραφο της αναίρεσης: α) η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε και το περιεχόμενο αυτής, β) οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, γ) ο ισχυρισμός και τα περιστατικά, οι οποίοι προτάθηκαν για τη θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο η έλλειψη, η ανεπάρκεια ή αντίφαση και η σύνδεσή του με το διατακτικό, εφόσον αυτή δεν είναι αυτονόητη, δ) η εξειδίκευση της πλημμέλειας του δικαστηρίου της ουσίας, αν πρόκειται, δηλαδή για παντελή έλλειψη αιτιολογίας ή ποιες είναι οι ανεπάρκειες ή οι αντιφάσεις που προσάπτονται στις ως άνω παραδοχές, δηλαδή να διαλαμβάνεται ποιες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας ή που εντοπίζονται οι αντιφάσεις (ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 269/2020, ΑΠ 109/2020, ΑΠ 1361/2019, ΑΠ 1199/2018, ΑΠ 550/2017). Στην περίπτωση αυτή δεν αρκεί η μνεία αποσπασματικών παραδοχών της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης κατ' επιλογή του αναιρεσείοντος, αλλά πρέπει να αναφέρεται το σύνολο των πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά με την προσβαλλόμενη απόφαση, έστω και κατά τρόπο συνοπτικό, με βάση τα οποία η προσβαλλομένη κατέληξε σε δυσμενές για τον αναιρεσείοντα συμπέρασμα (ΟλΑΠ 28/1998, ΑΠ 1367/2021, ΑΠ 1373/2019, ΑΠ 319/2017). Στην ερευνώμενη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης και το συναφή δεύτερο λόγο, κατά το πρώτο σκέλος του, αποδίδονται στην προσβαλλομένη οι πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 και 6 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ, που συνίστανται στο ότι το Εφετείο, με το να δεχθεί ότι η πρώτη αναιρεσίβλητη μπορούσε να υπαχθεί στις ευνοϊκές ρυθμίσεις του ν. 3869/2010, αν και αυτή δεν είχε ούτε μία ληξιπρόθεσμη οφειλή, αφού τα δάνειά της προς το αναιρεσείον και τη δεύτερη αναιρεσίβλητη εξυπηρετούντο με παρακράτηση από το μηνιαίο μισθό της, κατόπιν εκχώρησης σχετικού ποσοστού του, παραβίασε ευθέως, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 του ν. 3869/2010 (σε συνδ. με εκείνες των άρθρων 323 και 340 του ΑΚ) αλλά και εκ πλαγίου, γιατί δεν αναφέρεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, ούτε διευκρινίζεται ότι η πρώτη αναιρεσίβλητη, κατά το χρόνο κατάθεσης της ένδικης αίτησής της, είχε, έστω και μία, ληξιπρόθεσμη οφειλή προερχόμενη από τις επίδικες δανειακές συμβάσεις. Το Μονομελές Πρωτοδικείο Σερρών, που δίκασε ως Εφετείο, με την πληττόμενη απόφασή του, αφού διέλαβε νομικές σκέψεις σχετικά με τις διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 1 του ν. 3869/2010, 62 του ν. 2214/1994 και 25 παρ. 6 του ν. 3867/2010, δέχτηκε, ανελέγκτως (άρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα: "...Με τον πρώτο λόγο έφεσης, το εκκαλούν νομικό πρόσωπο ισχυρίζεται ότι οι οφειλές της πρώτης εφεσίβλητης δεν ήταν ληξιπρόθεσμες κατά το χρόνο έναρξης της διαδικασίας εξωδικαστικού συμβιβασμού, αφού και οι δύο πιστώτριές της προέβαιναν σε παρακράτηση και ως εκ τούτου δεν συντρέχουν στο πρόσωπό της οι προϋποθέσεις για την υπαγωγή της στη ρύθμιση του ν. 3869/2010. Ο λόγος αυτός, με τον οποίο το εκκαλούν υπολαμβάνει ότι δεν υπάγονται στη ρύθμιση των οφειλών, σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 3869/2010 οι οφειλές του ίδιου, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Όσον αφορά το ειδικότερο νομικό καθεστώς, που διέπει τους όρους χορήγησης από το εκκαλούν νομικό πρόσωπο δεν προκύπτει ότι αυτό εμποδίζει νομικά τη συμπερίληψη των δανείων του στην προκειμένη ρύθμιση, όπως αναφέρεται στην ως άνω μείζονα πρόταση. Συνεπώς, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που έκρινε τα ίδια, ορθά το νόμο εφάρμοσε και ουδόλως έσφαλε... Τα έσοδα της αιτούσας...συγκρινόμενα με τις ληξιπρόθεσμες οφειλές της από τις παραπάνω δανειακές συμβάσεις δεν της επιτρέπουν να ανταποκριθεί στην εξυπηρέτηση του κύριου όγκου των χρεών της, ενώ τα περιουσιακά στοιχεία που διαθέτει είναι το ως άνω αναφερόμενο διαμέρισμα (66,61 τμ στην πόλη των Σερρών), όπου διαμένει με το τέκνο της .Κατά συνέπεια, συντρέχουν στο πρόσωπο της πρώτης εφεσίβλητης οι προϋποθέσεις για την υπαγωγή της στη ρύθμιση του ν. 3869/2010... Συνεπώς, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που με τις ίδιες παραδοχές δέχτηκε την αίτηση, ορθά το νόμο εφάρμοσε και δεν έσφαλε, όσα δε αντίθετα προβάλλει το εκκαλούν με τους λόγους της έφεσής του είναι απορριπτέα ως αβάσιμα, όπως και η ένδικη έφεση στο σύνολό της". Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο απέρριψε τους σχετικούς με το ως άνω ζήτημα λόγους έφεσης του αναιρεσείοντος και εν συνεχεία, απορρίπτοντας και τους λοιπούς λόγους έφεσης, απέρριψε την έφεση στο σύνολό της ως ουσιαστικά βάσιμη και επικύρωσε την πρωτόδικη 34/2016 απόφαση του Ειρηνοδικείου Σερρών. Κρίνοντας, έτσι, το Εφετείο, δεν παραβίασε, ευθέως, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή, ούτε εκ πλαγίου, τις διατάξεις ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 1 παρ. 1 ν. 3869/2010, 323 και 340 ΑΚ, ενώ διέλαβε στην απόφασή του αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο για το αν οι διατάξεις αυτές εφαρμόστηκαν ορθά ή όχι. Ειδικότερα, με το να δεχθεί ότι η αναιρεσίβλητη, έστω και αν τα ένδικα δάνειά της προς το αναιρεσείον και τη δεύτερη αναιρεσίβλητη ήταν ενήμερα, εξυπηρετούμενα κανονικά, λόγω της εκχώρησης ποσοστού από το μισθό της και δεν είχαν καταστεί εκ του λόγου αυτού ληξιπρόθεσμα, μπορεί να υπαχθεί στις ευεργετικές διατάξεις του ν. 3869/2010, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις αυτές, καθόσον, όπως εκτέθηκε στη σχετική νομική σκέψη, η εξόφληση των πιστωτών δεν αναιρεί την αδυναμία πληρωμών του οφειλέτη, όταν η εξόφληση γίνεται σε βάρος των στοιχειωδών αναγκών του ιδίου και των προστατευόμενων μελών της οικογένειάς του, όταν δηλαδή αδυνατεί να ικανοποιήσει τις βιοτικές του ανάγκες και να εξασφαλίσει ένα στοιχειώδες επίπεδο διαβίωσης για τον ίδιο και τα προστατευόμενα μέλη της οικογένειάς του. Το γεγονός ότι οι διάδικοι πιστωτές (αναιρεσείον και δεύτερη αναιρεσίβλητη) παρακρατούν, με βάση τη μεταξύ αυτού (αναιρεσείοντος) και της δανειολήπτριας-πρώτης αναιρεσίβλητης σύμβαση εκχώρησης ποσοστού του μισθού της τελευταίας, ποσό από το μισθό της, δεν σημαίνει ότι για τον λόγο αυτόν και μόνο ελλείπει η προϋπόθεση της μόνιμης αδυναμίας πληρωμής και της υπαγωγής της στο ρυθμιστικό πεδίο εφαρμογής του ν. 3869/2010, εφόσον, κατά τις παραδοχές της προσβαλλομένης, τα εισοδήματα της πρώτης αναιρεσίβλητης δεν επαρκούν προς κάλυψη των δαπανών για τις βιοτικές ανάγκες της, παράλληλα με την ικανοποίηση των απαιτήσεων των δανειστών. Εξάλλου, ούτε η διάταξη του άρθρου 25 του ν. 3867/2010, που προβλέπει τη δυνατότητα του δανειολήπτη να ζητήσει από το Δ.Σ. του ΤΠΔ και να επιτύχει εξωδικαστική ρύθμιση του χρέους του, δεν αναιρεί οποιαδήποτε άλλη διαδικασία δικαστική, όπως η προκείμενη του ν. 3869/2010, καθώς με τις διατάξεις του νόμου αυτού προβλέπονται ευνοϊκότερες ρυθμίσεις για τους δανειολήπτες από εκείνες του άρθρου 25 του ν. 3867/2010 και, επομένως, δεν μπορεί να στερηθεί τις ευνοϊκές αυτές ρυθμίσεις, σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν. Κατά συνέπεια, οι πιο πάνω λόγοι αναίρεσης είναι αβάσιμοι. Με το δεύτερο σκέλος του δεύτερου λόγου αναίρεσης το αναιρεσείον αποδίδει στην προσβαλλομένη την πλημμέλεια από τον αριθμό 6 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο, για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, περί της χωρίς δόλο περιέλευσης της πρώτης αναιρεσίβλητης σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών της, παραβίασε εκ πλαγίου την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 του ν. 3869/2010, διέλαβε στην απόφασή του ελλιπείς και ασαφείς αιτιολογίες. Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος λόγω αοριστίας, γιατί δεν διαλαμβάνονται, παρά μόνον αποσπασματικά, κατ' επιλογήν του αναιρεσείοντος, οι κρίσιμες παραδοχές της απόφασης του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου επί του ως άνω ζητήματος, που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το εν λόγω δικαστήριο ως θεμελιωτικά της κρίσης του ότι η πρώτη αναιρεσίβλητη περιήλθε σε μόνιμη και διαρκή αδυναμία πληρωμής των οφειλών της, προκειμένου να ερευνηθεί από το σύνολο των παραδοχών της προσβαλλόμενης απόφασης και όχι αποσπασματικά, αν υπάρχουν, σχετικά με την εφαρμογή του φερόμενου ως παραβιασθέντος κανόνα δικαίου, οι επικαλούμενες από το αναιρεσείον, ελλείψεις και ασάφειες των αιτιολογιών της προσβαλλόμενης απόφασης και, συνακόλουθα, να ερευνηθεί η συνδρομή ή μη του εκ του αριθμού 6 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ λόγου αναίρεσης. Κατόπιν όλων αυτών και μη υπάρχοντος άλλου αναιρετικού λόγου προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης. Διάταξη περί δικαστικής δαπάνης δεν διαλαμβάνεται, έστω και εάν πρόκειται για υπόθεση που κρίνεται κατά τους κανόνες της εκουσίας δικαιοδοσίας (άρθρο 3 εδ. β' ν. 3869/2010), γιατί η δικαστική διαδικασία του εν λόγω νόμου δεν επιτρέπει την εφαρμογή του άρθρου 746 του ΚΠολΔ, καθόσον επικρατεί η ειδικότερη ρύθμιση που προβλέπει η διάταξη του άρθρου 8 παρ. 6 εδ. β' του ν. 3869/2010, κατά την οποία "...δικαστική δαπάνη δεν επιδικάζεται..." και το οποίο εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη (ΑΠ 208/2020, ΑΠ 550/2020). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 13-1-2020 (αριθμ. εκθ. καταθ. 1/2020) αίτηση για αναίρεση της 1/2018 απόφασης του ως Εφετείου δικάσαντος Μονομελούς Πρωτοδικείου Σερρών. ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 13 Ιανουαρίου 2023. ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 28 Μαρτίου 2023. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ