Αριθμός 1745/2023 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Β2' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ζαμπέττα Στράτα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννη Δουρουκλάκη, Γεώργιο Αυγέρη, Μαρία Σιμιτσή - Βετούλα και Νικόλαο Πουλάκη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 25 Aπριλίου 2023, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ: Της αναιρεσείουσας: Ε. Π. του Γ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ευστάθιο Γραμμένο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., ο oποίος δεν κατέθεσε προτάσεις. Της αναιρεσίβλητης: Δημοτικής Επιχείρησης Ύδρευσης Αποχέτευσης Ζακύνθου (Δ.Ε.Υ.Α.Ζ.), που εδρεύει στη Ζάκυνθο και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία δεν εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 7-11-2016 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ζακύνθου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 40/2018 του ίδιου Δικαστηρίου και 149/2020 του Μονομελούς Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 3-10-2022 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο η αναιρεσείουσα όπως σημειώνεται πιο πάνω. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ 1.-Με τη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 εδάφια α' και γ' του ΚΠολΔ ορίζεται ότι αν ο αντίδικος εκείνου που επέσπευσε τη συζήτηση δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος σ' αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και σε καταφατική περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση, παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Στην προκειμένη περίπτωση, από την υπ' αριθ. ... έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας της Περιφέρειας του Εφετείου Πατρών με έδρα το Πρωτοδικείο Ζακύνθου, Ε. Τ., την οποία επικαλείται και προσκομίζει η αναιρεσείουσα, προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της από 3.10.2022 και με αριθ. κατάθεσης 51/10.10.2022 αίτησης αναίρεσης με πράξη ορισμού ως αρμοδίου του ανωτέρω Β2 τμήματος και πράξη ορισμού δικασίμου την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας (25.4.2023), επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα με την επιμέλεια αυτής προς την αναιρεσίβλητη Δημοτική Επιχείρηση Ύδρευσης Αποχέτευσης Ζακύνθου (Δ.Ε.Υ.Α.Ζ). Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης στην τελευταία δικάσιμο, οπότε αυτή εκφωνήθηκε από τη σειρά της στο πινάκιο, δεν εμφανίσθηκε ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο η αναιρεσίβλητη Δημοτική Επιχείρηση. Συνεπώς, πρέπει, παρά την απουσία της, να προχωρήσει το δικαστήριο στη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης, σύμφωνα με τα προαναφερόμενα. 2.-Στην παρ. 1 του άρθρου 74 του Ν. 4690/2020 (ΦΕΚ A' 104/30.5.2020) ορίζεται ότι "1. Το χρονικό διάστημα της επιβολής του μέτρου της προσωρινής αναστολής της λειτουργίας των δικαστηρίων και των εισαγγελιών της Χώρας (13.3.2020 - 31.5.2020) δεν υπολογίζεται στις νόμιμες και δικαστικές προθεσμίες για τη διενέργεια διαδικαστικών και εξώδικων πράξεων, καθώς και άλλων ενεργειών ενώπιον των δικαστηρίων, συμβολαιογράφων ως υπαλλήλων του πλειστηριασμού, υποθηκοφυλακείων, κτηματολογικών γραφείων και άλλων τρίτων προσώπων. Μετά τη λήξη της παραπάνω αναστολής οι προθεσμίες αυτές τρέχουν για όσο χρονικό διάστημα υπολείπεται για να συμπληρωθεί η αντίστοιχη προβλεπόμενη από το νόμο προθεσμία. Ειδικότερα, οι προθεσμίες της παρ. 2 του άρθρου 215, των παρ. 1 και 2 του 237 και του άρθρου 238 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας (ΚΠολΔ), καθώς και οι προθεσμίες άσκησης ανακοπών, με εξαίρεση τις προθεσμίες του άρθρου 934 ΚΠολΔ, ένδικων μέσων και πρόσθετων λόγων δεν συμπληρώνονται, αν δεν παρέλθουν επιπλέον τριάντα (30) ημέρες από την προβλεπόμενη λήξη τους", ενώ στην παρ.1 του άρθρου 83 του Ν. 4790/2021 (ΦΕΚ Α' 48) ορίζεται ότι "Το χρονικό διάστημα από τις 7.11.2020 έως και την ημερομηνία λήξης της επιβολής του μέτρου της προσωρινής αναστολής της λειτουργίας των δικαστηρίων και των εισαγγελιών της χώρας, δυνάμει της κοινής υπουργικής απόφασης του άρθρου 11 της από 11.3.2020 Πράξης Νομοθετικού Περιεχομένου (ΦΕΚ Α` 55), η οποία κυρώθηκε με το άρθρο 2 του ν. 4682/2020 (ΦΕΚ Α' 76), δεν υπολογίζεται στις νόμιμες και δικαστικές προθεσμίες για τη διενέργεια διαδικαστικών και εξώδικων πράξεων, καθώς και άλλων ενεργειών ενώπιον των δικαστηρίων, συμβολαιογράφων ως υπαλλήλων του πλειστηριασμού, υποθηκοφυλακείων, κτηματολογικών γραφείων και άλλων τρίτων προσώπων, καθώς και στις προθεσμίες παραγραφής των συναφών αξιώσεων (ΑΠ 1996/2022, ΑΠ 987/2022). Μετά τη λήξη του χρονικού διαστήματος του πρώτου εδαφίου, οι προθεσμίες αυτές τρέχουν για όσο χρονικό διάστημα υπολείπεται για να συμπληρωθεί η αντίστοιχη προβλεπόμενη από το νόμο προθεσμία. Οι προθεσμίες που ανεστάλησαν κατά τα προηγούμενα εδάφια, δεν συμπληρώνονται, εάν δεν παρέλθουν επιπλέον δέκα (10) ημέρες από την προβλεπόμενη λήξη τους" και τέλος κατά την ερμηνευτική διάταξη του άρθρου 25 του Ν 4792/2021 (ΦΕΚ A' 54) ορίζεται ότι "Κατά την αληθή έννοια του άρθρου 83 του ν. 4790/2021 (ΦΕΚ Α' 48), ως ημερομηνία λήξης της επιβολής του μέτρου της προσωρινής αναστολής της λειτουργίας των πολιτικών δικαστηρίων της χώρας για τον υπολογισμό των νόμιμων και δικαστικών προθεσμιών, λογίζεται η ημερομηνία άρσης της αναστολής των προθεσμιών, η οποία επήλθε με τη λήξη ισχύος της υπό στοιχεία Δ1α/Γ.Π.οικ.18877/26.3.2021 κοινής απόφασης των Υπουργών Οικονομικών, Ανάπτυξης και Επενδύσεων, Προστασίας του Πολίτη, Εθνικής Άμυνας, Παιδείας και Θρησκευμάτων, Εργασίας και Κοινωνικών Υποθέσεων, Υγείας, Περιβάλλοντος και Ενέργειας, Πολιτισμού και Αθλητισμού, Δικαιοσύνης, Εσωτερικών, Μετανάστευσης και Ασύλου, Ψηφιακής Διακυβέρνησης, Υποδομών και Μεταφορών, Ναυτιλίας και Νησιωτικής Πολιτικής, Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων και του Υφυπουργού στον Πρωθυπουργό "Έκτακτα μέτρα προστασίας της δημόσιας υγείας από τον κίνδυνο περαιτέρω διασποράς του κορονοϊού COVID-19 στο σύνολο της Επικράτειας για το διάστημα από τη Δευτέρα 29 Μαρτίου 2021 και ώρα 6:00 έως και τη Δευτέρα, 5 Απριλίου 2021 και ώρα 6:00" (Β` 1194), ήτοι η 6.4.2021". Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης που επισκοπούνται (άρθρο 561 παρ.2 του ΚΠολΔ) κατά την έρευνα του παραδεκτού της ένδικης από 3.10.2022 αίτησης αναίρεσης, που κατατέθηκε στη Γραμματεία του Εφετείου Πατρών με αριθ. καταθ. 51/10.10.2022, η αναιρεσείουσα αναιρεσιβάλλει την εκδοθείσα, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, με αριθ. 149/16.4.2020 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πατρών. Ειδικότερα, με την από 7.11.2016 και με αριθ. κατάθ. 116/7.11.2016 αγωγή, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ζακύνθου, η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα ισχυρίσθηκε ότι στις 3.7.2000 προσλήφθηκε από την εναγομένη, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, ως υπάλληλος γραφείου και ότι από το έτος 2002 τοποθετήθηκε στη θέση του ταμία της επιχείρησης, όπου εργάσθηκε μέχρι τις 5.2.2016. Ότι από το μήνα Ιούνιο του έτους 2011, εργάζονταν με καθήκοντα ταμία και ο Γ. Σ., με τον οποίο κάλυπταν από κοινού τη λειτουργία του ταμείου της εναγομένης. Ότι στις 10.8.2016 η εναγομένη της επέδωσε καταγγελία της σύμβασης εργασίας της, χωρίς να της καταβάλει την οφειλόμενη αποζημίωση απόλυσης. Ότι η επιδοθείσα σ' αυτήν καταγγελία της σύμβασης εργασίας της είναι άκυρη, διότι η εναγόμενη κατά παράβαση του άρθρου 5 παρ. 3 του Ν. 3198/1955 δεν προσέφερε ταυτόχρονα με την καταγγελία της σύμβασης εργασίας τη νόμιμη αποζημίωση απόλυσης του άρθρου 3§ 1 του Ν 2112/1920, ανερχόμενη στο χρηματικό ποσό των 12 μισθών, ύψους 20.851,80 ευρώ. Ότι αντί της καταβολής νόμιμης αποζημίωσης, στο έγγραφο της καταγγελίας, αναγράφεται ως παρατήρηση "αριθμός απόφασης ΔΣ ΔΕΥΑΖ ...", ότι αποφασίσθηκε από το διοικητικό συμβούλιο της εναγομένης, κατά πλειοψηφία, να επιβληθεί σ' αυτήν η ποινή της οριστικής παύσης για παράβαση καθήκοντος, κατά τον ποινικό κώδικα, για το συνολικό ποσό των 19.203,86 ευρώ. Ότι με την ως άνω απόφαση παραβιάστηκε ο Κανονισμός Εργασίας που διέπει την εναγομένη, διότι για να επιβληθεί η πειθαρχική ποινή της οριστικής απόλυσης, απαιτείται ο ελεγχόμενος υπάλληλος να έχει "διαπράξει" ένα από τα εκεί αναφερόμενα ποινικά αδικήματα. Ότι οι αποδιδόμενες από την εναγόμενη σ' αυτήν πράξεις και παραλείψεις συνιστούν περιπτώσεις πλημμελούς εκπλήρωσης καθήκοντος και όχι αξιόποινης παράβασης καθήκοντος, όπως η εναγόμενη ισχυρίζεται και ότι εν όψει του ορθού χαρακτηρισμού τους, η εναγόμενη παραβίασε την αρχή της αναλογικότητας, διότι θα μπορούσε να επιβάλει στην ενάγουσα οποιαδήποτε άλλη από τις ηπιότερες πειθαρχικές ποινές που προβλέπονται από το άρθρο 85 του Εσωτερικού Οργανισμού της - Κανονισμού Εργασίας, που ισχύει στην επιχείρησή της και ότι η καταγγελία της ατομικής σύμβασης εργασίας της είναι καταχρηστική, ως αντικείμενη στην αρχή της ultima ratio, αφού η καταγγελία πρέπει να επιλέγεται ως έσχατο μέτρο για την εξυπηρέτηση των αληθών συμφερόντων του εργοδότη. Ότι η ως άνω καταγγελία της ατομικής σύμβασης εργασίας της, προκάλεσε ουσιώδη μείωση της προσωπικότητάς της, αφού δια των επικαλούμενων με την καταγγελία λόγων η εναγομένη προσέβαλε αθέμιτα την επαγγελματική της υπόληψη και επάρκεια και την υπηρεσιακή και ατομική ηθική της, επέφερε δε σ' αυτήν προφανή και μεγάλη απογοήτευση και στενοχώρια. Με βάση τα ως άνω πραγματικά περιστατικά ζήτησε: α) να αναγνωρισθεί η ακυρότητα της από 10 Αυγούστου 2016 καταγγελία της ατομικής σύμβασης εργασίας της, β) να υποχρεωθεί η εναγόμενη να αποδέχεται την προσηκόντως προσφερόμενη εργασία της στη θέση, την ειδικότητα και με τις αποδοχές που αντιστοιχούν σε αυτή, με τους όρους που ίσχυαν προ της καταγγελίας της ατομικής της σύμβασης εργασίας, υπό την απειλή χρηματικής ποινής εκατό ευρώ, για κάθε ημέρα μη συμμόρφωσης, γ) να υποχρεωθεί η εναγόμενη να της καταβάλει για μισθούς υπερημερίας του χρονικού διαστήματος από 10 Αυγούστου 2016 μέχρι 10 Μαρτίου 2017, το ποσό των 12.163,55 ευρώ, νομιμοτόκως ως προς καθένα από τα επιμέρους ποσά που αντιστοιχούν σε κάθε αυτοτελή μισθολογική παροχή από την πρώτη εργάσιμη ημέρα του αμέσως επόμενου μήνα από αυτόν κατά τη διάρκεια του οποίου αυτή γεννήθηκε, ή σε κάθε περίπτωση από την επομένη της επίδοσης της αγωγής καθώς και δ) το ποσό των 3000 ευρώ, νομιμοτόκως από την επομένη της επίδοσης της αγωγής, ως εύλογη χρηματική ικανοποίηση λόγω της ηθικής βλάβης που αυτή υπέστη. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, η υπ' αριθμ. 40/28.2.2018 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ζακύνθου, με την οποία το πρωτοβάθμιο δικαστήριο απέρριψε την αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη. Επί της από 12.5.2018 και με αριθ. καταθ. 45/14.5.2018 έφεσης της ενάγουσας - εκκαλούσας - και ήδη αναιρεσείουσας εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, η ως άνω υπ' αριθ. 149/16.4.2020 αναιρεσιβαλλομένη απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου με την οποία κρίθηκε ότι η έφεση ήταν τυπικά δεκτή, αλλά απορρίφθηκε αυτή ως ουσιαστικά αβάσιμη. Σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν στο οικείο μέρος της μείζονος σκέψης που προηγήθηκε, από την επομένη της δημοσίευσης της απόφασης του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου (17.4.2020) άρχισε να τρέχει η προθεσμία για άσκηση αναίρεσης Επομένως, η ένδικη αίτηση αναίρεσης της ενάγουσας-εκκαλούσας και ήδη αναιρεσείουσας, που ασκήθηκε με την κατάθεσή της στις 10.10.2022 στη Γραμματεία του Εφετείου Πατρών, έχει ασκηθεί εμπρόθεσμα εντός της διετούς καταχρηστικής προθεσμίας του άρθρου 564 παρ.3 του ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του από το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του Ν. 4335/2015 (ΦΕΚ Α' 87), δεδομένου ότι από την επομένη της δημοσίευσης της με αριθ. 149/16.4.2020 απόφασης του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου (17.4.2020) άρχισε να τρέχει η ως άνω διετής καταχρηστική προθεσμία, η οποία, χωρίς την προσωρινή αναστολή της λειτουργίας των δικαστηρίων της χώρας, θα έληγε στις 17.4.2022, λόγω, όμως, της ως άνω αναστολής και του εξ αυτής μη υπολογισμού των χρονικών διαστημάτων από 13.3.2020 έως 31.5.2020 (2 μήνες και 18 ημέρες) και από 7.11.2020 έως 6.4.2021 (5 μήνες) και συνολικά χρονικού διαστήματος 7 μηνών και 18 ημερών, σύμφωνα με τις προεκτεθείσες διατάξεις των άρθρων 74 παρ.1 εδ. α του Ν. 4690/2020 και 83 παρ.1 εδ.α του Ν. 4790/2021, δεν είχε συμπληρωθεί αυτή (διετής προθεσμία) κατά την άσκηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης ενώπιον του Εφετείου Πατρών στις 10.10.2022. Συνακόλουθα, η ως άνω αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε εμπρόθεσμα και νομότυπα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ.3, 566 παρ.1-2 και 144 του ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθ. 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων αυτής (άρθ. 577 παρ.3 ΚΠολΔ). 3.-Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648, 649, 669 και 672 ΑΚ και 1 του ν. 2112/1920 συνάγεται ότι σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου υπάρχει, όταν οι συμβαλλόμενοι δεν έχουν συμφωνήσει ορισμένη χρονική διάρκεια για την παροχή της εργασίας, ούτε μια τέτοια διάρκεια συνάγεται από το είδος ή το σκοπό της εργασίας. Για τη λύση της σύμβασης αυτής εκ μέρους του εργοδότη απαιτείται έγγραφη καταγγελία και καταβολή αποζημίωσης. Αντίθετα, η σύμβαση εργασίας είναι ορισμένου χρόνου, όταν συνομολογείται η διάρκεια αυτής μέχρις ορισμένου χρονικού σημείου ή μέχρι την επέλευση ορισμένου μέλλοντος και βεβαίου γεγονότος ή την εκτέλεση ορισμένου έργου. Ως εκ τούτου, η διάρκεια της σύμβασης εργασίας ορισμένου χρόνου είναι σαφώς καθορισμένη, είτε γιατί συμφωνήθηκε ρητά ή σιωπηρά είτε γιατί προκύπτει από το είδος ή το σκοπό της σύμβασης. Χαρακτηριστικό της σύμβασης εργασίας ορισμένου χρόνου είναι το ότι τα μέρη γνωρίζουν επακριβώς το χρονικό σημείο της λήξης της. Η σύμβαση αυτή παύει να λειτουργεί αυτοδικαίως, όταν λήξει ο χρόνος για τον οποίο συνομολογήθηκε, χωρίς να χρειάζεται καταγγελία αυτής και καταβολή αποζημίωσης. Εξάλλου, ο νομικός χαρακτηρισμός μιας σύμβασης ή σχέσης εργασίας ως αορίστου ή ορισμένου χρόνου δεν εξαρτάται από την ονομασία που προσδίδουν σ` αυτήν οι δικαιοπρακτούντες ή ο νόμος, διότι ο χαρακτηρισμός αυτός, ως κατ` εξοχήν έργο της δικαιοδοτικής λειτουργίας, όπως οριοθετείται από τις διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 3 και 87 παρ. 2 του Συντάγματος, ανήκει στο αρμόδιο δικαστήριο. Αυτό, αξιολογώντας τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία εκτίθενται στην αίτηση παροχής δικαστικής προστασίας και διαπιστώνονται στην αποδεικτική διαδικασία, προσδίδει τον ακριβή και ορθό νομικό χαρακτηρισμό στην έννομη σχέση. Η εξουσία του, εκ μέρους του δικαστηρίου, ορθού νομικού χαρακτηρισμού μιας έννομης σχέσης, ως σύμβασης εργασίας αορίστου ή ορισμένου χρόνου υφίσταται και για τις έννομες σχέσεις που αναπτύσσονται με συμβαλλόμενο το Ελληνικό Δημόσιο ή κάποιο νομικό πρόσωπο δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου του ευρύτερου δημόσιου τομέα, ακόμα και όταν αυτές ρυθμίζονται από εσωτερικό κανονισμό της υπηρεσίας του εργοδότη, που έχει αποκτήσει ισχύ νόμου (Ολ ΑΠ 6/2022, Ολ ΑΠ 7/2011, Ολ 18/2006). Περαιτέρω, σύμβαση εργασίας, η οποία διέπεται από κανονισμό του εργοδότη, που έχει ισχύ νόμου και προβλέπει την αποχώρηση του μισθωτού με τη συμπλήρωση του καθορισμένου ορίου ηλικίας ή των προϋποθέσεων προς συνταξιοδότηση, είναι σύμβαση ορισμένου χρόνου. Αν, όμως, με τον κανονισμό έχουν προβλεφθεί, παράλληλα, περιπτώσεις πρόωρης λύσεως της συμβάσεως, τότε ενυπάρχει διαλυτική αίρεση, με την πλήρωση της οποίας η σύμβαση μεταπίπτει εξ αρχής σε σύμβαση αόριστου χρόνου (ΑΠ 221/2021, ΑΠ 579/2021, ΑΠ 531/2020). Όταν υπάρχει κανονισμός εργασίας με ισχύ νόμου, οι όροι αυτού αποτελούν υποχρεωτικό περιεχόμενο των ατομικών συμβάσεων εργασίας (ΟλΑΠ 42/2002). Εν προκειμένω η αναιρεσίβλητη "Δημοτική Επιχείρηση Ύδρευσης και Αποχέτευσης Ζακύνθου" (ΔΕΥΑΖ) αποτελεί νομικό πρόσωπο Ιδιωτικού δικαίου και υπάγεται στο δημόσιο τομέα. Κατ` εξουσιοδότηση του άρθρου 7 παρ. 1 του ν. 1069/1980 εκδόθηκε ο Οργανισμός Εσωτερικής Υπηρεσίας (ΟΕΥ) της αναιρεσίβλητης Δημοτικής Επιχείρησης Ύδρευσης Αποχέτευσης Ζακύνθου (Δ.Ε.Υ.Α.Ζ.), που κυρώθηκε με την υπ' αριθμ. ... απόφαση του Γ.Γ. Αποκεντρωμένης Διοίκησης Πελοποννήσου Δυτικής Ελλάδας και Ιονίου, όπως τροποποιήθηκε και ίσχυε κατά τον ενδιαφέροντα την παρούσα υπόθεση χρόνο (10.8.2016), που επέχει ισχύ ουσιαστικού νόμου. Σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 52, 90 και 91 του ανωτέρω Οργανισμού: "Άρθρο 52. Διακρίσεις Προσωπικού: 1. Το προσωπικό της Επιχείρησης διακρίνεται σε τακτικό και έκτακτο - εποχιακό. 1.1. Τακτικό είναι το προσωπικό που καλύπτει πάγιες ανάγκες της επιχείρησης, κατέχει τις οργανικές θέσεις που προβλέπονται από τον παρόντα οργανισμό και η υπηρεσιακή και εργασιακή του σχέση και κατάσταση ρυθμίζονται από τον Ο.Ε.Υ. 1.2.Έκτακτο είναι το προσωπικό που προσλαμβάνεται με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου, για την κάλυψη και αντιμετώπιση των πρόσκαιρων και έκτακτων ή εποχιακών αναγκών της επιχείρησης. 2. Η εργασιακή σχέση που συνδέει το προσωπικό με την Δ.Ε.Υ.Α., είναι σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου, αορίστου χρόνου για το τακτικό προσωπικό και ορισμένου χρόνου για το έκτακτο - εποχιακό. . . Άρθρο 90. Απόλυση λόγω συνταξιοδότησης: 1. Η Σύμβαση εργασίας λύεται αυτοδίκαια και χωρίς προειδοποίηση ή καταγγελία την ημέρα που ο εργαζόμενος θα συμπληρώσει όλες τις προϋποθέσεις για συνταξιοδότηση λόγω γήρατος, όπως αυτές καθορίζονται και απαιτούνται από την ισχύουσα Νομοθεσία. Προς το σκοπό αυτό το αρμόδιο Διοικητικό Τμήμα αποστέλλει επιστολή προς τον εργαζόμενο που συμπληρώνει όλες τις προϋποθέσεις τρεις μήνες πριν την ημέρα καταγγελίας. 2. Αν ο εργαζόμενος παρά τη συμπλήρωση του ορίου ηλικίας δεν συγκεντρώσει τις απαιτούμενες ημέρες εργασίας για τη συνταξιοδότηση του, το Διοικητικό Συμβούλιο, μετά από αίτησή του, μπορεί να παρατείνει την εργασιακή σύμβαση μέχρι τη συμπλήρωση των ημερών αυτών, όχι όμως πέρα από τα οριζόμενα από την εργατική νομοθεσία και εφόσον το επιτρέπει η υγεία του και η σχετική νομοθεσία. 3. Εάν ο εργαζόμενος επιθυμεί να εργασθεί και πέρα από την συμπλήρωση του ορίου ηλικίας προς συνταξιοδότηση (και επιτρέπεται από την σχετική νομοθεσία) πρέπει να το δηλώσει προς την υπηρεσία δυο τουλάχιστον μήνες πριν την συμπλήρωση του δικαιώματος συνταξιοδότησης. 4. Για την λύση της εργασιακής σχέσης εκδίδεται διαπιστωτική πράξη του Προέδρου του Διοικητικού Συμβουλίου. . . Άρθρο 91. Απόλυση τακτικού προσωπικού: Το τακτικό προσωπικό της Δ.Ε.Υ.Α. Ζακύνθου απολύεται με απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου και ύστερα από γραπτή καταγγελία της εργασιακής σύμβασης στις ακόλουθες περιπτώσεις: 1. Αν του επιβληθεί η πειθαρχική ποινή της οριστικής απόλυσης. 2. Αν απουσιάσει αδικαιολόγητα από την υπηρεσία του επί 5 συνεχής εργάσιμες ημέρες ή 10 εργάσιμες ημέρες συνολικά μέσα στο ίδιο έτος. 3. Για συστηματική και ανάρμοστη συμπεριφορά και διαγωγή μέσα στην υπηρεσία τόσο απέναντι στους συναδέλφους όσο και σε τρίτους, καθώς και για συστηματική αδιαφορία ή αμέλεια, ή ατελή εκτέλεση και άρνηση εκτέλεσης της εργασίας που έχει ανατεθεί στον εργαζόμενο. 4. Για υπεξαίρεση περιουσιακών στοιχείων της Επιχείρησης. 5. Ο εργαζόμενος απολύεται ή αποχωρεί από την εργασία του σε περίπτωση σωματικής ή πνευματικής ασθένειας που τον καθιστά ανίκανο για εργασία. Η ανικανότητα πιστοποιείται με γνωμάτευση της αρμόδιας επιτροπής του ΙΚΑ ή Κρατικού Νοσοκομείου. Ο εργαζόμενος έχει τη δυνατότητα να ασκήσει έφεση ενώπιον της δευτεροβάθμιας υγειονομικής επιτροπής εντός προθεσμίας δεκαπέντε ημερών από της κοινοποιήσεως της πράξεως διαπίστωσης της πρωτοβάθμιας υγειονομικής επιτροπής. Η λύση της σύμβασης εργασίας επέρχεται από της κοινοποίησης της απόφασης του Διοικητικού Συμβουλίου της Επιχείρησης. 6. Λόγω υπηρεσιακής ανεπάρκειας με αιτιολογημένη απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου της Επιχείρησης, ύστερα από προηγούμενη κλήση του απασχολουμένου να παράσχει εγγράφως ή προφορικώς τις αναγκαίες διασαφήσεις. Η λύση της σύμβασης εργασίας επέρχεται από της κοινοποίησης στον εργαζόμενο της απόφασης του Διοικητικού Συμβουλίου". Από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων του Οργανισμού Εσωτερικής Υπηρεσίας της αναιρεσίβλητης, σύμφωνα και με όσα αναφέρονται παραπάνω στη μείζονα σκέψη, προκύπτει ότι όλες οι συμβάσεις εργασίας, όλων των εργαζομένων της αναιρεσίβλητης, ήσαν ορισμένου χρόνου, επειδή προβλέπονταν η λήξη τους σε συγκεκριμένο απώτατο χρονικό σημείο, δηλαδή με τη συμπλήρωση αμφοτέρων των προϋποθέσεων - ορίου ηλικίας και ημερών εργασίας - συνταξιοδότησης λόγω γήρατος, που προβλέπονται στην εργατική νομοθεσία (ΑΠ 221/2021, ΑΠ 531/2020, ΑΠ 528/2016). 4.-Με το άρθρο 5 παρ.1 και 2 της με αριθμ. ... Πράξης του Υπουργικού Συμβουλίου (ΠΥΣ) "Ρύθμιση θεμάτων για την εφαρμογή της παρ. 6 του άρθρου 1 του ν. 4046/2012" (Α38), η οποία εκδόθηκε κατά νομοθετική εξουσιοδότηση του άρθρου 1 παρ.6 του Ν. 4046/2012 (ΦΕΚ Α' 28) και εντός του πλαισίου της χορηγηθείσας εξουσιοδότησης (Ολ ΑΠ 11/2017, ΟλΣτΕ 2307/2014), ορίσθηκε ότι "1. Από 14.2.2012 συμβάσεις εργασίας εργαζομένων, που προβλέπεται να λήγουν με τη συμπλήρωση ορίου ηλικίας ή με τη συμπλήρωση των προϋποθέσεων συνταξιοδότησης, νοούνται ως συμβάσεις εργασίας αορίστου χρόνου και σε περίπτωση λύσης αυτών εφαρμόζονται οι διατάξεις του ν. 2112/1920, όπως ισχύει. Οι διατάξεις που προβλέπονται στο προηγούμενο εδάφιο εφαρμόζονται και σε επιχειρήσεις, εταιρίες ή οργανισμούς, που υπάγονται ή είχαν υπαχθεί οποτεδήποτε κατά το παρελθόν στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, όπως αυτός είχε οριοθετηθεί κάθε φορά με τις διατάξεις της παραγράφου 6 του άρθρου 1 του ν. 1256/1982 (ΦΕΚ Α' 65) ή με τις διατάξεις του άρθρου 51 του ν. 1892/1990 (ΦΕΚ Α' 101). 2. Από τις 14.2.2012 διατάξεις νόμων ή κανονιστικών αποφάσεων, καθώς και όροι συλλογικών συμβάσεων και διαιτητικών αποφάσεων, κανονισμών εργασίας, οργανισμών προσωπικού και αποφάσεων διοίκησης επιχειρήσεων, που θεσπίζουν όρους που υποκρύπτουν μονιμότητα ή ρήτρες μονιμότητας παρεκκλίνοντας από τους γενικούς κανόνες της εργατικής νομοθεσίας ή και προβλέπουν την εφαρμογή, αναλογική ή ευθεία, διατάξεων του Κώδικα περί Δημοσίων Υπαλλήλων, καταργούνται. Οι διατάξεις που προβλέπονται στο προηγούμενο εδάφιο εφαρμόζονται και σε επιχειρήσεις, εταιρίες ή οργανισμούς, που υπάγονται ή είχαν υπαχθεί οποτεδήποτε κατά το παρελθόν στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, όπως αυτός είχε οριοθετηθεί κάθε φορά με τις διατάξεις της παραγράφου 6 του άρθρου 1 του ν. 1256/1982 (Α' 65) ή με τις διατάξεις του άρθρου 51 του ν. 1892/1990 (Α 101)". Με το άρθρο 6 της εν λόγω ΠΥΣ ορίσθηκε ότι η ισχύς της αρχίζει από τη δημοσίευσή της στην Εφημερίδα της Κυβέρνησης (28.2.2012), εκτός εάν ορίζεται διαφορετικά στις επιμέρους διατάξεις. Με τις προαναφερόμενες διατάξεις του άρθρου 5 της παραπάνω ΠΥΣ, καταργήθηκαν από τις 14.2.2012 οι λεγόμενες ρήτρες μονιμότητας, δηλαδή, οι κανονιστικοί εκείνοι όροι με τους οποίους ο εργοδότης αναλαμβάνει την υποχρέωση να μην απολύσει τον εργαζόμενο, παρά μόνο για ορισμένους λόγους που αναφέρονται περιοριστικά και των οποίων η βασιμότητα κρίνεται συνήθως με ορισμένη διαδικασία. Ειδικότερα, η έννοια της παρ.2 του άρθρου 5 της ανωτέρω ΠΥΣ είναι ότι καταργούνται, πέραν του ορίου ηλικίας ή της προϋπόθεσης συνταξιοδότησης (περί της οποίας προβλέπει η παρ. 1), οι διαδικαστικοί και ουσιαστικοί περιορισμοί του δικαιώματος καταγγελίας, ανεξαρτήτως εάν αυτοί προβλέπονταν από διατάξεις νόμων ή κανονιστικές αποφάσεις ή συλλογικές ρυθμίσεις ή κανονισμούς εργασίας ή οργανισμούς προσωπικού ή αποφάσεις οργάνων διοίκησης των επιχειρήσεων, καθώς και οτιδήποτε παρεκκλίνει από τους γενικούς κανόνες της εργατικής νομοθεσίας και προσομοιάζει στον Υπαλληλικό Κώδικα αναφορικά με τα θέματα απόλυσης, ανεξαρτήτως του χαρακτηρισμού της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου ως ορισμένου (λόγω θέσπισης ορίου ηλικίας ή προϋπόθεσης συνταξιοδότησης ως χρονικού σημείου της λήξης αυτής) ή αορίστου χρόνου. Καταργούνται, δηλαδή, οι ρυθμίσεις εκείνες που αποκλείουν την τακτική καταγγελία ή την καθιστούν αιτιώδη, εξαρτώντας αυτήν από σπουδαίο λόγο ή από συγκεκριμένους λόγους (ΟλΑΠ 11/2017, ΑΠ ΑΠ 987/2022, 140/2020, ΑΠ 1237/2019). Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ.1 εδ. α του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σε αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006). Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ. ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ` ουσία (ΑΠ 58/2015). Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 130/2016, ΑΠ 1420/2013). 5.-Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης κατ` άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ προκύπτει ότι το Εφετείο, δέχθηκε τα εξής ουσιώδη: "Με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας η ενάγουσα προσλήφθηκε από την εναγόμενη στις 3.7.2000 και απασχολήθηκε σ' αυτήν αρχικά ως υπάλληλος γραφείου και από το έτος 2002 ως ταμίας, συνυπηρετώντας από τον Ιούνιο 2011 με το Γ. Σ. ως δεύτερο ταμία στον ίδιο χώρο (γραφείο ταμείου). Στην εναγόμενη δημοτική επιχείρηση ισχύει Οργανισμός Εσωτερικής Υπηρεσίας (επικυρωθείς με την υπ. αρ. ... απόφαση Γ.Γ. Αποκεντρωμένης Διοίκησης Πελοποννήσου, Δυτ. Ελλάδας και Ιονίου), που ορίζει στο άρθρο 52 ότι "Διακρίσεις Προσωπικού - I. Το προσωπικό της εταιρίας διακρίνεται σε τακτικό και έκτακτο - εποχιακό. 1.1. Τακτικό είναι το προσωπικό που καλύπτει πάγιες ανάγκες της επιχείρησης, κατέχει τις οργανικές θέσεις που προβλέπονται από τον παρόντα οργανισμό και η υπηρεσιακή και εργασιακή του σχέση και κατάσταση ρυθμίζονται από τον Ο.Ε.Υ. ... 2. Η εργασιακή σχέση που συνδέει το προσωπικό με την Δ.Ε.Υ.Α., είναι σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου, αορίστου χρόνου για το τακτικό προσωπικό και ορισμένου χρόνου για το έκτακτο - εποχιακό", στο άρθρο 90 ότι "Απόλυση λόγω συνταξιοδότησης 1. Η σύμβαση εργασίας λύεται αυτοδίκαια και χωρίς προειδοποίηση ή καταγγελία την ημέρα που ο εργαζόμενος θα συμπληρώσει όλες τις προϋποθέσεις για συνταξιοδότηση λόγω γήρατος, όπως αυτές καθορίζονται και απαιτούνται από την ισχύουσα Νομοθεσία. ... 2. Αν ο εργαζόμενος παρά τη συμπλήρωση του ορίου ηλικίας δεν συγκεντρώσει τις απαιτούμενες ημέρες εργασίας για τη συνταξιοδότησή του, το Διοικητικό Συμβούλιο, μετά από αίτησή του, μπορεί να παρατείνει την εργασιακή σύμβαση μέχρι τη συμπλήρωση των ημερών αυτών, όχι όμως πέρα από τα οριζόμενα από την εργατική νομοθεσία και εφόσον το επιτρέπει η υγεία του και η σχετική νομοθεσία. 3. Εάν ο εργαζόμενος επιθυμεί να εργασθεί και πέρα από την συμπλήρωση του ορίου ηλικίας προς συνταξιοδότηση (και επιτρέπεται από την σχετική νομοθεσία) πρέπει να το δηλώσει προς την υπηρεσία δύο τουλάχιστον μήνες πριν την συμπλήρωση του δικαιώματος συνταξιοδότησης. ..." και στο άρθρο 91 ότι "Απόλυση Τακτικού Προσωπικού - Το τακτικό προσωπικό της Δ.Ε.Υ.Α. Ζακύνθου απολύεται με απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου και ύστερα από γραπτή καταγγελία της εργασιακής σύμβασης στις ακόλουθες περιπτώσεις: 1. Αν του επιβληθεί η πειθαρχική ποινή της οριστικής απόλυσης. 2. Αν απουσιάσει αδικαιολόγητα από την υπηρεσία του επί 5 συνεχείς εργάσιμες ημέρες ή 10 εργάσιμες ημέρες συνολικά μέσα στο ίδιο έτος. 3. Για συστηματική και ανάρμοστη συμπεριφορά και διαγωγή μέσα στην υπηρεσία τόσο απέναντι στους συναδέλφους όσο και σε τρίτους, καθώς και για συστηματική αδιαφορία ή αμέλεια, ή ατελή εκτέλεση και άρνηση εκτέλεσης της εργασίας που έχει ανατεθεί στον εργαζόμενο. 4. Για υπεξαίρεση περιουσιακών στοιχείων της Επιχείρησης. 5. Ο εργαζόμενος απολύεται ή αποχωρεί από την εργασία σε περίπτωση σωματικής ή πνευματικής ασθένειας που τον καθιστά ανίκανο για εργασία. ... 6. Λόγω υπηρεσιακής ανεπάρκειας με αιτιολογημένη απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου της Επιχείρησης, ...". Από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων του Οργανισμού της εναγόμενης, σύμφωνα δε και με όσα προεκτέθησαν στη μείζονα σκέψη, προκύπτει ότι, οι συμβάσεις εργασίας όλων των εργαζομένων της εναγόμενης, ήτοι όχι μόνο του έκτακτου - εποχιακού αλλά και του τακτικού προσωπικού της (όπου συμπεριλαμβάνεται η ενάγουσα), είναι ορισμένου χρόνου, επειδή προβλέπεται η λήξη τους σε συγκεκριμένο απώτατο χρονικό σημείο, δηλαδή με την συμπλήρωση αμφότερων των προϋποθέσεων - ορίου ηλικίας και ημερών εργασίας - συνταξιοδότησης λόγω γήρατος, που προβλέπονται στην ισχύουσα εργατική νομοθεσία. Αντίθετο συμπέρασμα δεν συνάγεται α) ούτε από την προβλεπόμενη δυνατότητα να παραταθεί με συμφωνία των μερών η εργασιακή σχέση μετά την συμπλήρωση του ορίου ηλικίας, σε περίπτωση που έως τότε ο εργαζόμενος δεν έχει συγκεντρώσει τις απαιτούμενες ημέρες εργασίας για συνταξιοδότηση, διότι η εν λόγω παράταση δεν επιτρέπεται να υπερβεί τα οριζόμενα από την εργατική νομοθεσία χρονικά όρια, επομένως η παραταθείσα σύμβαση έχει σαφές και προκαθορισμένο χρόνο λήξης β) ούτε από το χαρακτηρισμό των συμβάσεων εργασίας του τακτικού προσωπικού ως αορίστου χρόνου στο άρθρο 52 παρ. 2 του Οργανισμού της εναγόμενης, διότι αφενός δεν αναιρεί τη διάταξη του άρθρου 90 αυτού περί λήξης, με τη συμπλήρωση των προϋποθέσεων συνταξιοδότησης, των συμβάσεων εργασίας, αφετέρου αν οι τελευταίες ήσαν αορίστου χρόνου θα επιτρεπόταν η καταγγελία τους οποτεδήποτε και αναιτιολόγητα από την εναγόμενη, αντιθέτως όμως στο άρθρο 91 του ίδιου Οργανισμού απαριθμούνται περιοριστικώς οι λόγοι απόλυσης του τακτικού προσωπικού. Αφού λοιπόν, σε περίπτωση καταγγελίας από τον εργοδότη της σύμβασης εργασίας ορισμένου χρόνου (όπως είναι η συναφθείσα μεταξύ των διαδίκων), για λόγο που αφορά το πρόσωπο του εργαζόμενου, χωρίς να υποβληθεί προηγουμένως μήνυση σε βάρος του (αφού τέτοια προϋπόθεση, για το κύρος της απόλυσης άνευ αποζημίωσης προβλέπεται νομοθετικά μόνο στις αορίστου χρόνου εργασιακές συμβάσεις), δεν οφείλεται αποζημίωση απόλυσης (όπως προελέχθη στη μείζονα σκέψη), συνεπάγεται ότι οι πρώτος δεύτερος και τρίτος (ως προς το τελικό σκέλος του) λόγοι έφεσης, με τους οποίους η ενάγουσα επικαλείται, ότι η σύμβαση εργασίας της είναι ορισμένου χρόνου και συνεπώς ακύρως απολύθηκε για σπουδαίο λόγο χωρίς καταβολή αποζημίωσης και προηγηθείσα υποβολή μήνυσης από την εναγόμενη, πρέπει να απορριφθεί ως νομικά αβάσιμος. Επίσης, ο τρίτος λόγος έφεσης είναι νομικά αβάσιμος και ως προς τα λοιπά σκέλη του, με τα οποία η ενάγουσα επικαλείται ότι, με βάση τις διατάξεις των άρθρων 62 παρ. 1.4 και 85 παρ. 5.5.1 του Οργανισμού της εναγόμενης προκειμένου να επιβληθεί η ποινή της οριστικής απόλυσης απαιτείται καταδίκη του εργαζόμενου για ποινικό αδίκημα, κάτι όμως που δεν έχει συμβεί σε βάρος της ενάγουσας, ενώ επιπλέον, με την απόφαση του Δ.Σ. περί απόλυσής της δεν αποδίδεται σ' αυτήν η τέλεση ποινικού αδικήματος (παράβαση καθήκοντος, με δόλο μη τήρησης των υπηρεσιακών καθηκόντων της και σκοπό να προσπορίσει στον εαυτό της ή σε τρίτον παράνομη υλική ή ηθική ωφέλεια ή να βλάψει την εναγόμενη), αλλά πλημμελής εκτέλεση καθήκοντος που δεν επισύρει την πειθαρχική ποινή της οριστικής απόλυσης σύμφωνα με τις παραπάνω διατάξεις. Και τούτο επειδή, σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν στη μείζονα σκέψη, το δικαίωμα της εργοδότριας - εναγόμενης να καταγγείλει τη σύμβαση εργασίας με την εργαζόμενη - ενάγουσα, για σπουδαίο λόγο κατ' άρθρο 672 Α.Κ., δεν μπορεί να αποκλειστεί με συμφωνία των μερών, είναι δε ανεξάρτητο από τη συνδρομή ή των προϋποθέσεων τέλεσης πειθαρχικού παραπτώματος και επιβολής για τούτο ποινής οριστικής απόλυσης που προβλέπονται στον οργανισμό του εργοδότη, τουναντίον, σπουδαίος λόγος καταγγελίας είναι κάθε ουσιώδης παράβαση των συμβατικών υποχρεώσεων του εργαζόμενου (χωρίς να υποχρεούται ο εργοδότης να εκθέσει τα σχετικά περιστατικά στην έγγραφη καταγγελία, ενώ δύναται να επικαλεσθεί στη σχετική δίκη και άλλα, προγενέστερα της καταγγελίας περιστατικά για τα οποία απέλυσε τον εργαζόμενο), χωρίς να απαιτείται υπαιτιότητα (πταίσμα) του εργαζόμενου, ούτε ποινική καταδίκη αυτού, αλλά αρκεί ακόμη και η υποψία τέλεσης ποινικού αδικήματος εκ μέρους του, ιδίως όταν κατείχε θέση ιδιαίτερης εμπιστοσύνης όπως και ο κλονισμός της σχέσης εμπιστοσύνης του εργοδότη προς τον εργαζόμενο. Περαιτέρω, στα καθημερινά υπηρεσιακά καθήκοντα της ενάγουσας και του Γ. Σ., ως ταμιών, συμπεριλαμβάνονταν κατά χρονική σειρά: α) η είσπραξη των λογαριασμών αποχέτευσης και κατανάλωσης ύδατος από τους καταναλωτές - πελάτες της εναγόμενης που εξοφλούνταν, είτε απευθείας στο ταμείο της εναγόμενης, είτε σε τρίτους εξουσιοδοτημένους από αυτήν εισπράκτορες, οι οποίοι ακολούθως παρέδιδαν τις εισπράξεις μαζί με τα αντίστοιχα αποκόμματα λογαριασμών, στους εν λόγω ταμίες της εναγόμενης β) η παραλαβή των αποκομμάτων λογαριασμών και έπειτα η καταχώρηση των στοιχείων τους με τα αριθμητικά ποσά εισπράξεων στο λογιστικό σύστημα (πρόγραμμα GENESIS) της εναγόμενης όπου έκαστος ταμίας συνδέονταν με προσωπικό κωδικό εισόδου και χειριζόμενος δικό του ξεχωριστό ηλεκτρονικό υπολογιστή, γ) το κλείσιμο ταμείου, στο τέλος του ημερήσιου ωραρίου, οπότε ελέγχονταν αν υπάρχει συμφωνία των ταμειακών διαθεσίμων με τις καταχωρηθείσες στο λογιστικό σύστημα εισπράξεις δ) η φύλαξη στο χώρο του ταμείου των αποκομμάτων λογαριασμών και των εισπραχθέντων χρημάτων και ε) η απόδοση των ημερήσιων εισπράξεων στην προϊσταμένη του οικονομικού τμήματος της εναγόμενης, Σ. Π.. Πλην όμως εντός του Ιανουαρίου 2016 η ενάγουσα, ενώ είχε παραλάβει από τον εξουσιοδοτημένο εισπράκτορα της εναγόμενης, Σ. Σ., εισπράξεις καταναλωτών συνολικού ποσού 5.424 ευρώ με τα αντίστοιχα αποκόμματα λογαριασμών, αντί να καταθέσει και φυλάσσει στο ταμείο, ιδιοποιήθηκε το παραπάνω χρηματικό ποσό, παραλείποντας να καταχωρήσει τις εισπράξεις στο λογιστικό σύστημα (με αποτέλεσμα να μην εμφανίζονται σε αυτό ως έσοδα της εναγόμενης), ενώ τα αντίστοιχα αποκόμματα λογαριασμών παρακρατούσε στην οικία της. Τα παραπάνω διαπίστωσε στις 5.2.2016 η προϊσταμένη του οικονομικού τμήματος της εναγόμενης Σ. Π., οπότε ερώτησε σχετικώς την ενάγουσα, η οποία παραδέχθηκε τις ανωτέρω πράξεις της και παρέδωσε αυθημερόν τα αποκόμματα λογαριασμών στην ανωτέρω προϊσταμένη. Σημειωτέον ότι, το συνολικό ποσό εισπράξεων που παρέδωσε ο Σ. Σ. εντός του Ιανουαρίου 2016 στο ταμείο της εναγόμενης ανέρχονταν σε μεγαλύτερο ποσό 8.694,67 ευρώ, πλην όμως για το υπόλοιπο [8.694,67 - 5.424 =] 3.270,67 ευρώ δεν ανευρέθηκαν τα αντίστοιχα αποκόμματα λογαριασμών στην κατοχή οποιουδήποτε εκ των δύο ταμιών της εναγόμενης, ούτε προκύπτει ποιος εξ' αυτών εισέπραξε και παρακράτησε το εν λόγω υπόλοιπο. Για την παραπάνω υπόθεση, η Σ. Π. υπέβαλε στις 8.2. 2016 έγγραφη αναφορά στον Πρόεδρο του Διοικητικού Συμβουλίου (Δ.Σ.) της εναγόμενης, με εντολή του οποίου η ενάγουσα την 8.2.2016 αντικαταστάθηκε στη θέση ταμία από τον υπάλληλο του Τμήματος Καταναλωτών, Δ. Β. (αργότερα η ενάγουσα τέθηκε και σε αργία με την υπ. αρ. 9/14.4.2018 απόφαση Δ.Σ.), ενώ με την υπ. αρ. 55/11.2.2016 απόφαση Δ.Σ. διατάχθηκε κατά των ανωτέρω ταμιών ένορκη διοικητική εξέταση (Ε.Δ.Ε.), που διεξήγαγε ο Κ. Χ., αναπληρωτής Γενικός Διευθυντής της εναγόμενης. Μετά ταύτα, προς το σκοπό αποκατάστασης του παραπάνω ταμειακού ελλείμματος, η ενάγουσα στις 18.2.2016 προσκόμισε στο λογιστήριο της εναγόμενης επιταγή ποσού 4.335 ευρώ, ο δε Γ. Σ. άλλη επιταγή ποσού 4.300 ευρώ, τις οποίες όμως η προϊσταμένη του οικονομικού τμήματος, Σ. Π., αρνήθηκε να παραλάβει, με το σκεπτικό ότι συνεχίζονταν ο έλεγχος της υπόθεσης. Τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά έγιναν δεκτά και με το σκεπτικό της από 4.4.2016 έκθεσης - πορίσματος Ε.Δ.Ε. του Κ. Χ., που κατέληξε στο συμπέρασμα ότι οι εν λόγω ταμίες "δεν απέδωσαν εσκεμμένα στην επιχείρηση χρήματα από εισπραχθέντες λογαριασμούς, συνολικού ποσού 8.822,13 ευρώ, επιλέγοντας να μην καταχωρούν την εξόφλησή τους στο λογιστικό πρόγραμμα GENESIS". Η ενάγουσα, με τα από 4.5.2016 αρχικό και από 4.7.2016 συμπληρωματικό απολογητικά υπομνήματα που υπέβαλε στην ανωτέρω Ε.Δ.Ε., ουσιαστικά παραδέχθηκε, ότι κράτησε στην οικία της, επί αρκετές ημέρες μετά την κατάθεσή τους σ' αυτήν από τον Σ. Σ., το ανωτέρω ποσό 5.424 ευρώ με τα αντίστοιχα αποκόμματα λογαριασμών. Επικαλέσθηκε δε η ενάγουσα, ότι έπραξε ωσαύτως, επειδή είχε διαπιστώσει την περίοδο Δεκεμβρίου 2015 - Ιανουαρίου 2016 ταμειακό έλλειμμα και προσπαθούσε να βρει την αιτία του, ενώ παρέλειψε να ενημερώσει την προϊσταμένη του οικονομικού τμήματος Σ. Π., φοβούμενη ότι θα της επιρρίψει ευθύνες, όπως είχε πράξει σε άλλες περιπτώσεις ελλειμμάτων στο παρελθόν. Πλην όμως οι ως άνω ισχυρισμοί της ενάγουσας δεν κρίνονται πειστικοί, επειδή δεν προσδιορίζει την αιτία του ελλείμματος, το χρόνο που έγινε αντιληπτό εκ μέρους της, τον υπεύθυνο για την δημιουργία του, το κυριότερο δε, έστω κατά προσέγγιση, ποιο είναι το ποσό του ελλείμματος. Μάλιστα, εξεταζόμενοι ανωμοτί στην Ε.Δ.Ε., η μεν ενάγουσα δήλωσε ότι δεν γνωρίζει το ποσό του υποτιθέμενου αυτού ελλείμματος, ενώ ο Γ. Σ. ανέφερε ότι τούτο ανέρχονταν σε ποσό 2.000 ευρώ, που όμως υπολείπεται σαφώς του κατατεθέντος από τον Σ. Σ. στο ταμείο της εναγόμενης ποσού 8.694,67 ευρώ (βλ. σελ. 5 και 8 της από 4.4.2016 έκθεσης - πορίσματος Ε.Δ.Ε.). Σε κάθε περίπτωση, ο εν λόγω ισχυρισμός της ενάγουσας είναι αλυσιτελής, αφού δεν προκύπτει - ούτε η ίδια εξηγεί - με ποιον τρόπο η παρακράτηση των εισπράξεων του Σ. Σ. θα βοηθούσε στην έρευνά της για διακρίβωση του ποσού και αιτιών του υποτιθέμενου παλαιότερου ελλείμματος. Αντιθέτως, διαφαίνεται ότι, με την παράλειψη καταχώρησης των εν λόγω εισπράξεων από την ενάγουσα, κατέστη δυνατή η ιδιοποίησή τους εκ μέρους της, με ταυτόχρονη απόκρυψή τους ως εσόδων από την εναγόμενη. Εξάλλου, η ενάγουσα, ακόμη και αν υποτεθούν ως αληθή όσα υποστηρίζει, περί επανειλημμένης στο παρελθόν επίρριψης ευθυνών σε βάρος της από την προϊσταμένη του οικονομικού τμήματος Σ. Π., σε τίποτε δεν εμποδίζονταν (πλην όμως ουδόλως το έπραξε) να ενημερώσει εγγράφως την τελευταία και - σε περίπτωση αρνητικής στάσης της - το Δ.Σ. της εναγόμενης και τον Πρόεδρο αυτού, όπως επιβάλλονταν από την υπεύθυνη θέση της ως ταμία, αλλά και ως έσχατο μέσο αυτοπροστασίας της από τον κίνδυνο να αναζητηθούν σε βάρος της πειθαρχικές, ποινικές και αστικές ευθύνες και να απολέσει τη θέση εργασίας της. Τέλος η ενάγουσα μόνον αφότου της ζήτησε ενημέρωση η προϊσταμένη του οικονομικού τμήματος Σ. Π. στις 5.2.2016, ομολόγησε ότι παρακρατούσε τις εισπράξεις και τα αποκόμματα των λογαριασμών, οπότε και επέστρεψε αυθημερόν μόνον τα τελευταία, αρκετές δε ημέρες αργότερα, ενώ ήδη είχε διαταχθεί Ε.Δ.Ε., προσέφερε ποσό 4.335 ευρώ έναντι των παρακρατηθέντων από την ίδια εισπράξεων 5.424 ευρώ, μάλιστα δε με επιταγή, αν και τα καταβληθέντα από τους καταναλωτές ποσά στον Σ. Σ. και ακολούθως αποδοθέντα εκ μέρους του στην ενάγουσα ήταν προφανώς σε μετρητά, απόδειξη ότι η τελευταία τα είχε χρησιμοποιήσει ήδη για δικές της ανάγκες. Συνεπεία των ανωτέρω, με την υπ' αριθμ. ... απόφαση Δ.Σ. της εναγόμενης που στηρίχθηκε στο προαναφερόμενο σκεπτικό και συμπέρασμα της έκθεσης - πορίσματος Ε.Δ.Ε. (τουλάχιστον όσον αφορά το ιδιοποιηθέν από την ενάγουσα ποσό εισπράξεων 5.424 ευρώ, με ταυτόχρονη παράλειψη καταχώρησής τους στο λογιστικό σύστημα της εναγόμενης και κατακράτηση των αντίστοιχων αποκομμάτων λογαριασμών), νομίμως κατ' εφαρμογή των άρθρων 62 παρ. 1.4, 84 παρ. 4, 85 παρ. 5.5.1 και 91 παρ. 1 του Οργανισμού της εναγόμενης, επιβλήθηκε η ποινή της οριστικής απόλυσης στην ενάγουσα για το πειθαρχικό παράπτωμα της παράβασης καθήκοντος κατά τον Ποινικό Κώδικα. Με βάση δε την ανωτέρω απόφαση Δ.Σ., που επιδόθηκε στην ενάγουσα την 10.8.2016, η εναγόμενη κατήγγειλε εγκύρως, χωρίς να καταβάλει αποζημίωση, τη σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου της ενάγουσας για σπουδαίο λόγο κατ' άρθρο 672 Α.Κ., δηλαδή για ουσιώδη παράβαση των συμβατικών υποχρεώσεων της ενάγουσας ως ταμία (ιδιοποίηση εισπράξεων της εναγόμενης αντί για κατάθεσή τους στο ταμείο, μη καταχώρηση αυτών στο λογιστικό σύστημα και παρακράτηση των αποκομμάτων λογαριασμών εκτός ταμείου, παράλειψη ενημέρωσης των προϊσταμένων της για το ταμειακό έλλειμμα), που κλόνισε την εμπιστοσύνη της εργοδότριας - εναγόμενης προς την εργαζόμενη - ενάγουσα, καθιστώντας αντικειμενικά, σύμφωνα με τη καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη και τις ιδιαίτερες περιστάσεις της συγκεκριμένης περίπτωσης, μη ανεκτή για την εναγόμενη τη συνέχιση της σύμβασης. Για τη θεμελίωση δε του ανωτέρω σπουδαίου λόγου καταγγελίας, δεν απαιτείται υπαιτιότητα (πταίσμα) ούτε ποινική καταδίκη της ενάγουσας, αλλά θα αρκούσε, ενόψει του ότι κατείχε θέση ιδιαίτερης εμπιστοσύνης ως ταμίας, ακόμη και η υποψία τέλεσης ποινικού αδικήματος εκ μέρους της. Πολύ περισσότερο όταν, όπως συνάγεται από τα προλεχθέντα, η ενάγουσα έχει διαπράξει τα ποινικά αδικήματα, όχι μόνον της παράβασης καθήκοντος αλλά και της υπεξαίρεσης, επίσης πειθαρχικό παράπτωμα που επισύρει την ποινή της οριστικής απόλυσης κατ' άρθρα 62 παρ. 1.4, 84 παρ. 29 και 35, 85 παρ. 5.5.1 και 91 παρ. 4 του Οργανισμού της εναγόμενης. Τέλος, σπουδαίος λόγος θεμελιώνεται εν προκειμένω α) ανεξάρτητα από την - πράγματι - συνδρομή των προϋποθέσεων τέλεσης πειθαρχικού παραπτώματος και επιβολής για τούτο ποινής οριστικής απόλυσης, με βάση τον Οργανισμό της εναγόμενης β) χωρίς να υποχρεούνταν η εναγομένη να εκθέσει πλήρως τα περιστατικά του σπουδαίου λόγου στην έγγραφη καταγγελία και γ) δεδομένου ότι η εναγόμενη, όπως δικαιούνταν, επικαλέσθηκε στην παρούσα δίκη, ως λόγους απόλυσης, τα ανωτέρω προγενέστερα της καταγγελίας περιστατικά. Τέλος, η εναγόμενη δεν άσκησε το δικαίωμα καταγγελίας καταχρηστικώς κατ' άρθρο 281 Α.Κ., ήτοι δεν υπερέβη προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του δικαιώματος, ούτε παραβίασε την αρχή της αναλογικότητας μεταξύ χρησιμοποιουμένου μέσου και επιδιωκομένου σκοπού κατ' άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος. Και τούτο επειδή, η καταγγελία της σύμβασης εργασίας ήταν πρόσφορο και αναγκαίο μέσο για τη διαφύλαξη των συμφερόντων της εναγόμενης σκοπός που δεν μπορούσε εξίσου να επιτευχθεί με ηπιότερες ποινές κατ' άρθρο 85 του Οργανισμού αυτής (πρόστιμο στέρησης αποδοχών έως 2 μηνών, προσωρινή απόλυση - αργία έως 3 μήνες σε κάθε ημερολογιακό έτος), αφού ληφθούν υπόψη η ιδιάζουσα βαρύτητα των πράξεων της ενάγουσας η εκ μέρους της κατάχρηση θέσης εμπιστοσύνης ως ταμίας η μεθοδευμένη απόκρυψη του ελλείμματος, οι συνέπειες των ενεργειών της ενάγουσας στις οικονομικές υποχρεώσεις της εναγόμενης και των καταναλωτών - πελατών της, έναντι των οποίων υπέστη σοβαρότατο πλήγμα η δημόσια εικόνα και αξιοπιστία της εναγόμενης ως κοινωφελούς δημοτικής επιχείρησης, το συμφέρον δε της τελευταίας επιβάλλει την άμεση απομάκρυνση όσων υπαλλήλων ιδιοποιούνται χρήματα των καταναλωτών, ενώ πλέον, λόγω της έλλειψης κλίματος αμοιβαίας εμπιστοσύνης μεταξύ των διαδίκων, καθίσταται πλέον ιδιαίτερα δυσχερής η συνεργασία τους και αδύνατη η παραμονή της ενάγουσας στην επιχείρηση της εναγόμενης χωρίς να προκληθούν σοβαρά προβλήματα στην εύρυθμη λειτουργία της. Επομένως ο τέταρτος λόγος έφεσης με τον οποίο η ενάγουσα υποστηρίζει ότι δεν υφίσταται σπουδαίος λόγος καταγγελίας της σύμβασης εργασίας, άλλως η απόλυσή της παραβιάζει την αρχή της αναλογικότητας πρέπει να απορριφθεί ως κατ' ουσίαν αβάσιμος. Περαιτέρω, σχετικά με όσα καταλογίζονται στην ενάγουσα, με την υπ. αρ. ... απόφαση Δ.Σ. της εναγόμενης, όσον αφορά τους ημιτελείς διακανονισμούς σε δόσεις οφειλών καταναλωτών (οι οποίοι κατέβαλαν την πρώτη δόση λαμβάνοντας απόδειξη πληρωμής ακολούθως όμως δεν καταχωρούνταν στην καρτέλα έκαστου καταναλωτή οι υπόλοιπες οφειλόμενες δόσεις με αποτέλεσμα να μην εμφανίζεται καμία οφειλή των καταναλωτών στο λογιστικό σύστημα της εναγόμενης), δεν υπάρχουν επαρκή στοιχεία, ότι αυτοί οι διακανονισμοί δημιουργήθηκαν από την ενάγουσα, ούτε ότι εκείνη καταχώρησε ψευδείς ημερομηνίες τούτων επεμβαίνοντας στο λογιστικό σύστημα της εναγόμενης στις 6 και 7/2/2016. Και τούτο διότι, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της έκθεσης - πορίσματος Ε.Δ.Ε. και την κατάθεση του συντάκτη αυτής μάρτυρα της εναγόμενης, τον κωδικό εισόδου της ενάγουσας στο λογιστικό σύστημα γνώριζε και ο έτερος ταμίας Γ. Σ., ο οποίος επίσης είχε κλειδιά εισόδου στο γραφείο του ταμείου, αλλά και πρόσβαση στον ηλεκτρονικό υπολογιστή της ενάγουσας κατά τις ημέρες αδείας της, αλλά και όσες φορές εκείνη έλειπε για λίγη ώρα από το ταμείο, προκειμένου να συνοδεύσει τα τέκνα της στο σχολείο ή να μεταβεί για συνεργασία με τους υπαλλήλους της εναγόμενης στο μητρώο καταναλωτών. Επειδή όμως, σύμφωνα με τα προλεχθέντα στη μείζονα σκέψη και το σκεπτικό, αρκεί και ένα μόνον από τα επικαλούμενα περιστατικά της καταγγελίας, ήτοι εκείνο της υπεξαίρεσης των εισπράξεων ποσού 5.424 ευρώ από την ενάγουσα, για να θεμελιωθεί σπουδαίος λόγος απόλυσής της, ο τέταρτος λόγος έφεσης, με τον οποίο η ενάγουσα επικαλείται την έλλειψη ανάμιξής της στους ημιτελείς διακανονισμούς, πρέπει να απορριφθεί ως αλυσιτελής. Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, έστω και με διαφορετικές αιτιολογίες που αντικαθίστανται με αυτές της παρούσας απόφασης (άρθρο 534 Κ.Πολ.Δ.), κρίνοντας ότι είναι έγκυρη η καταγγελία της σύμβασης εργασίας και απορρίπτοντας την αγωγή, ορθώς εκτίμησε τις αποδείξεις και σωστά ερμήνευσε και εφάρμοσε το νόμο, οι δε λόγοι έφεσης, με τους οποίους η εκκαλούσα - ενάγουσα υποστηρίζει τα αντίθετα, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι κατ' ουσίαν, όπως και η έφεση στο σύνολό της". 6.-Με την κρίση της αυτή, η ως άνω αναιρεσιβαλλομένη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πατρών, παραβίασε ευθέως, με την εφαρμογή της, την προαναφερόμενη διάταξη του άρθρου 672 ΑΚ, η οποία δεν ήταν εφαρμοστέα, ενώ αντ' αυτής έπρεπε να εφαρμοσθούν οι διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 2 και 6 του ν. 4046/2012, 5 παρ. 2 της Π.Υ.Σ. 6/2012, 669 παρ. 2 του ΑΚ, 1 του Ν. 2112/1920, 1 και 5 του Ν. 3198/1955 και 43 παρ. 2β του Συντάγματος. Ειδικότερα, το Εφετείο ερμήνευσε και εφάρμοσε εσφαλμένα τις διατάξεις που καθορίζουν το νομικό χαρακτηρισμό μιας σύμβασης εργασίας ως αορίστου ή ορισμένου χρόνου και διέπουν αντιστοίχως τον τρόπο λύσεως αυτής εκ μέρους του εργοδότη, καθώς και τις διατάξεις του, έχοντος ισχύ νόμου Οργανισμού Εσωτερικής Υπηρεσίας (ΟΕΥ) της αναιρεσίβλητης δημοτικής επιχείρησης Ύδρευσης και Αποχέτευσης Ζακύνθου, αφού δέχθηκε ότι η σύμβαση που συνέδεε την αναιρεσείουσα με την αναιρεσίβλητη και μετά τις 14.2.2012, εξακολουθούσε να είναι ορισμένου χρόνου, οπότε είχε εφαρμογή η διάταξη του άρθρου 672 ΑΚ ήτοι ότι χωρούσε καταγγελία της σύμβασης εργασίας για σπουδαίο λόγο. Εφαρμοστέα, όμως, εν προκειμένω, ήταν η διάταξη του άρθρου 5 παρ. 1 και 2 της υπ' αριθμ. ... Π.Υ.Σ. με την οποία ορίζεται ότι από 14.2.2012 συμβάσεις εργασίας εργαζομένων, που προβλέπεται να λήγουν με τη συμπλήρωση ορίου ηλικίας ή με τη συμπλήρωση των προϋποθέσεων συνταξιοδότησης, νοούνται ως συμβάσεις εργασίας αορίστου χρόνου και σε περίπτωση λύσης αυτών εφαρμόζονται οι διατάξεις του ν. 2112/1920, όπως ισχύει. Συνεπώς, από την ανωτέρω ημεροχρονολογία (14.2.2012), η αρχική σύμβαση ορισμένου χρόνου που συνέδεε του διαδίκους, κατέστη αορίστου χρόνου και για τη λύση της εφαρμογή είχαν οι διατάξεις του ν. 2112/1920. Για την εγκυρότητα, λοιπόν, της καταγγελίας απολύσεως, θα έπρεπε αυτή (καταγγελία) να γίνει εγγράφως και να καταβληθεί στην εργαζόμενη η νόμιμη αποζημίωση απολύσεως. Όπως, όμως αποδείχθηκε και συνομολογείται από την εργοδότρια - αναιρεσίβλητη, ναι μεν η καταγγελία έγινε εγγράφως, αλλά δεν καταβλήθηκε η νόμιμη αποζημίωση απολύσεως. Συνεπώς, η καταγγελία της σύμβασης εργασίας της ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας, ήταν εξαρχής άκυρη. Σημειώνεται ότι μόνο σε δυο περιπτώσεις δεν θα γεννιόνταν υποχρέωση της αναιρεσίβλητης να καταβάλει αποζημίωση απολύσεως ήτοι: α) εφόσον προηγουμένως υπέβαλε σε βάρος της εργαζόμενης μήνυση για αξιόποινη πράξη (άρθρα 5 παρ. 1 και 2 του ν. 2112/1920, 6 παρ. 1 εδ. β' του β.δ. της 16ης-7-1920/18ης-7-1920 και 7 του ν. 3198/1955) και β) για λόγους ανωτέρας βίας (άρθρα 6 παρ. 1 εδ. α' του β.δ. της 16ης7.1920/18ης-7.1920 και 6 παρ. 2 εδ. γ' του ν. 2112/1920), προϋποθέσεις που δεν επικαλέσθηκε και δεν συντρέχουν εν προκειμένω και φυσικά δεν απασχόλησαν και την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση. Επομένως, ο πρώτος, κατά το δεύτερο σκέλος του, από τους λόγους της αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο επισημαίνεται η παραβίαση αυτή και προσάπτεται στην προσβαλλομένη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, είναι βάσιμος. Λόγω δε της αναιρετικής εμβέλειας του ως άνω λόγου, καθίσταται αλυσιτελής η εξέταση των λοιπών αναιρετικών λόγων, που όλοι κατατείνουν στην αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης. 7.-Μετά από αυτά, πρέπει να γίνει δεκτή η αίτηση, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και δεδομένου ότι χρειάζεται διευκρίνιση της υπόθεσης, κατά το ουσιαστικό μέρος της, πρέπει να παραπεμφθεί αυτή, προς περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή, εκτός από εκείνον που δίκασε προηγουμένως (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ). Τέλος, πρέπει η αναιρεσίβλητη να καταδικασθεί λόγω της ήττας της, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, η οποία παρέστη, αλλά δεν κατέθεσε προτάσεις, κατά το βάσιμο αίτημα αυτής (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.- ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΝΑΙΡΕΙ τη με αριθμό 149/16.4.2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πατρών.- ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή, πλην αυτού που εξέδωσε την παραπάνω απόφαση.- ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσίβλητη στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων πεντακοσίων (1500) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 27 Ιουνίου 2023. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 23 Νοεμβρίου 2023. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ