Αριθμός 1228/2023 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Δ' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μυρσίνη Παπαχίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεωργία Κατσιμαγκλή, Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη, Αλεξάνδρα Αποστολάκη και Σωκράτη Πλαστήρα, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 17 Μαρτίου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ: Του αναιρεσείοντος: Μ. Ν. (M. D.) του Ν. (D.), κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χρήστο Δεμερούκα με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, που δεν κατέθεσε προτάσεις. Των αναιρεσιβλήτων: 1) Κ. Σ. του Ν., κατοίκου ..., 2) ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "Εταιρία Θερμικών Λεωφορείων - ΕΘΕΛ ΑΕ" και ήδη "ΟΔΙΚΕΣ ΣΥΓΚΟΙΝΩΝΙΕΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ" και δ.τ. "ΟΣΥ ΑΕ", που εδρεύει στον Άγιο Ιωάννη Ρέντη Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα και 3) ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "Γ.. Σ. ΑΕΓΑ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, εκ των οποίων οι 1ος και 3η εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Νίκη - Ευαγγελία Μαραγκουδάκη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και η οποία στην εν λόγω από 20-2-2023 δήλωση, καθώς και με τις κατατεθείσες προτάσεις της δήλωσε ότι η πλήρης-ορθή επωνυμία της 3ης αναιρεσίβλητης εταιρίας είναι "Ανώνυμος Εταιρεία Γενικών Ασφαλίσεων Ασφάλειες Γ.. Σ. ΑΕ" και η 2η εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Κρούπα με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και ο οποίος στην εν λόγω από 20-2-2023 δήλωση, καθώς και με τις κατατεθείσες προτάσεις του δήλωσε την ως άνω μεταβολή της 2ης αναιρεσίβλητης εταιρίας. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28-6-2010 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5565/2011 μη οριστική και 1190/2013 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 549/2020 του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 9-9-2021 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγητή τον Αρεοπαγίτη Σωκράτη Πλαστήρα, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Με την υπό κρίση, από 9-9-2021 (αριθμ. εκθ. κατάθ. 784/87/2021), αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η, αντιμωλία των διαδίκων, εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών για ζημίες από αυτοκίνητο και τη σύμβαση ασφάλισης (άρθρ. 681A, 666, 667 και 670 έως 676 του ΚΠολΔ, όπως ίσχυαν πριν από την αντικατάστασή τους με το άρθρο τέταρτο του άρθρου 1 του ν. 4335/2015), με αριθμ. 549/2020 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πειραιά. Αυτή είναι παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ. 1 του ΚΠολΔ), διότι ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, εντός της διετούς καταχρηστικής προθεσμίας του άρθρου 564 παρ. 3 του ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του από το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του ν. 4335/2015, αφού από τα προσκομιζόμενα έγγραφα δεν προκύπτει, ούτε οι διάδικοι επικαλούνται επίδοση της προσβαλλόμενης (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3 του ΚΠολΔ) και, επομένως, πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ). Από την παραδεκτή, κατ` άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ, επισκόπηση, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, των σχετικών διαδικαστικών εγγράφων, προκύπτει ότι η διαδρομή της ένδικης υπόθεσης, που απέληξε στο προκείμενο στάδιο εκδίκασής της, είναι η εξής: Με την από 28-6-2010 (αριθμ. εκθ. κατάθ. 7038/2010) αγωγή ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων, εξέθεσε ότι κατά το χρόνο και τόπο που αναφέρονται σε αυτήν (αγωγή), ο πρώτος εναγόμενος και ήδη πρώτος αναιρεσίβλητος Κ. Σ., οδηγός του με αριθμ. κυκλοφορίας ... δημόσιας χρήσης λεωφορείου, ιδιοκτησίας της δεύτερης εναγόμενης εταιρίας και ήδη δεύτερης αναιρεσίβλητης, το οποίο ήταν ασφαλισμένο για τις προς τρίτους ζημίες στη τρίτη εναγόμενη ασφαλιστική εταιρία και ήδη τρίτη αναιρεσίβλητη, προκάλεσε από υπαιτιότητά του τον τραυματισμό του ως πεζού. Ζήτησε δε, να αναγνωριστεί ότι οι εναγόμενοι οφείλουν να του καταβάλουν, εις ολόκληρο ο καθένας, ως αποζημίωση (θετική και αποθετική ζημία) και ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης τα αναφερόμενα στην αγωγή ποσά. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε αρχικά η με αριθμ. 5565/2011 μη οριστική απόφαση με την οποία διατάχθηκε η επανάληψη της συζήτησης προκειμένου να προσκομιστούν τα αναφερόμενα σε αυτήν έγγραφα, στη συνέχεια δε εκδόθηκε η με αριθμ. 1190/2013 οριστική απόφαση του ως άνω δικαστηρίου με την οποία απορρίφθηκε η αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη. Κατά της απόφασης αυτής ασκήθηκε από τον ενάγοντα, ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου Πειραιά, η, από 21-3-2013 (αριθμ. εκθ. κατάθ. 37/33/2016) έφεση, με την οποία, επικαλούμενος εσφαλμένη εφαρμογή συγκεκριμένων διατάξεων του νόμου και κακή εκτίμηση των αποδείξεων, ζήτησε την εξαφάνιση της εκκαλούμενης και την καθ`ολοκληρία παραδοχή της αγωγής του ως βάσιμης κατ` ουσία. Το ως άνω δικαστήριο εξέδωσε την προσβαλλόμενη, με αριθμ. 549/2020, απόφαση, με την οποία δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσία την έφεση. Από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 εδάφ.β` και 914 του ΑΚ συνάγεται ότι προϋπόθεση της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία είναι η υπαιτιότητα του υπόχρεου, η οποία υπάρχει και στην περίπτωση της αμέλειας, δηλαδή όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, η παράνομη συμπεριφορά του υπόχρεου σε αποζημίωση έναντι εκείνου που ζημιώθηκε και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της ζημίας. Υπαιτιότητα είναι ο ψυχικός δεσμός του δράστη προς την αδικοπραξία. Αν η ζημία οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα του παθόντος, δεν οφείλεται αποζημίωση, ενώ, αν διαπιστωθεί οικείο πταίσμα αυτού, το δικαστήριο μπορεί, σύμφωνα με το άρθρο 300 του ΑΚ να μην επιδικάσει αποζημίωση ή να μειώσει το ποσό της. Η παράνομη συμπεριφορά, ως όρος της αδικοπραξίας, μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη, αλλά και σε παράλειψη, εφόσον στην τελευταία αυτή περίπτωση εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από το νόμο ή τη δικαιοπραξία ή από την καλή πίστη, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη. Αιτιώδης συνάφεια υπάρχει, όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου ήταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή και μπορούσε αντικειμενικά να επιφέρει, κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα. Η ύπαρξη της υπαιτιότητας δεν αποκλείεται, κατ` αρχήν, από το γεγονός ότι στο επιζήμιο αυτό αποτέλεσμα συνετέλεσε και συντρέχον πταίσμα του ζημιωθέντος, εφόσον δεν διακόπτεται ο αιτιώδης σύνδεσμος, αλλά η ύπαρξη αυτού, προβαλλόμενη από τον υπαίτιο κατ` ένσταση, συνεπάγεται τη μη επιδίκαση από το δικαστήριο αποζημίωσης ή τη μείωση του ποσού της, κατά το πιο πάνω άρθρο 300 ΑΚ. Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, γενικώς λαμβανόμενα, μπορούν να θεωρηθούν αντικειμενικώς ως πρόσφορη αιτία της ζημίας που επήλθε υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας, κατά πόσο δηλαδή τα περιστατικά αυτά του πταίσματος επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί, αντικειμενικά, ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία του ζημιογόνου αποτελέσματος, ενώ η κρίση για το αν πράγματι στη συγκεκριμένη περίπτωση η πράξη ή η παράλειψη εκείνη αποτέλεσε την αιτία του ζημιογόνου αποτελέσματος δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, καθόσον ανάγεται σε εκτίμηση πραγματικού υλικού, σύμφωνα με το άρθρ. 561 παρ.1 του ΚΠολΔ (ΑΠ 224/2023, ΑΠ 263/2022, ΑΠ 12/2020, ΑΠ 551/2020). Επίσης, οι έννοιες της υπαιτιότητας και της συνυπαιτιότητας είναι νομικές και, επομένως, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ως προς τη συνδρομή ή όχι υπαιτιότητας του ζημιώσαντος ή οικείου πταίσματος του ζημιωθέντος κατά την επέλευση της ζημίας, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου κατά τις διατάξεις του άρθρου 559 αριθ. 1 και 19 του ΚΠολΔ για ευθεία και εκ πλαγίου παράβαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου, καθώς και για παραβίαση διδαγμάτων κοινής πείρας. Εκφεύγει όμως του αναιρετικού ελέγχου η κρίση ως προς το βαθμό - τη βαρύτητα του πταίσματος και το ποσοστό, κατά το οποίο πρέπει να μειωθεί η αποζημίωση, διότι η κρίση αυτή σχηματίζεται από την κατ` άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων, χωρίς την υπαγωγή τους σε νομική έννοια (ΑΠ 263/2022, ΑΠ 867/2020, ΑΠ 12/2020, ΑΠ 85/2019, ΑΠ 88/2019). Τα προαναφερόμενα έχουν εφαρμογή και στην περίπτωση του άρθρου 10 του ν. ΓΠΝ/1911, ως προς την υπαιτιότητα των οδηγών των αυτοκινήτων που συγκρούστηκαν, κατά το οποίο είναι εφαρμοστέα η διάταξη του άρθρου 914 του ΑΚ η οποία εφαρμόζεται σε κάθε περίπτωση ζημίας, άρα, και από αδικοπραξία κατά τις διατάξεις των άρθρων 914 επ. του ΑΚ, στις οποίες μπορεί να θεμελιωθεί και η ευθύνη για τη ζημία που προκαλείται κατά τη λειτουργία του αυτοκινήτου, κατ` άρθρ. 4 του ν. ΓΠΝ/1911. Περαιτέρω, η παράβαση διατάξεων του Κ.Ο.Κ. δεν θεμελιώνει αυτή καθ`εαυτήν υπαιτιότητα στην επέλευση αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης πράξης και του αποτελέσματος που επήλθε. Κατά το άρθρο 2 του ν. 2696/1999 (Κ.Ο.Κ.) "Διαχωριστική νησίδα" είναι το υπερυψωμένο ή με άλλους τρόπους οριζόμενο τμήμα οδού, το οποίο χωρίζει λωρίδες κυκλοφορίας οχημάτων ή οδοστρώματα της αυτής ή αντίθετης κατεύθυνσης και επί του οποίου απαγορεύεται η κυκλοφορία, με εξαίρεση τη διέλευση πεζών, όπου αυτή επιτρέπεται. "Λεωφορειόδρομος" είναι οδός ή τμήμα οδού αποκλειστικής κυκλοφορίας λεωφορείων, ενώ "Νησίδα ασφαλείας" είναι το υπερυψωμένο τμήμα οδοστρώματος που προορίζεται είτε για καταφύγιο των πεζών είτε για την αποβίβαση - επιβίβαση επιβατών σε συγκοινωνιακά μέσα. Κατά το άρθρο 12 παρ. 1 του ν. 2696/1999 αυτοί που χρησιμοποιούν τις οδούς πρέπει να αποφεύγουν οποιαδήποτε συμπεριφορά που είναι ενδεχόμενο να εκθέσει σε κίνδυνο ή να παρεμβάλλει εμπόδια στην κυκλοφορία, κατά το άρθρο 20 παρ. 1 του ίδιου νόμου: "Το ανώτατο επιτρεπόμενο όριο ταχύτητας των αυτοκινήτων οχημάτων, μέσα στις κατοικημένες περιοχές, ορίζεται σε 50 χιλιόμετρα την ώρα, εκτός αν άλλως ορίζεται με ειδική σήμανση", κατά δε το άρθρο 38 παρ. 4 του Κ.Ο.Κ., "Οι πεζοί, προκειμένου να διασχίσουν το οδόστρωμα, υποχρεούνται: α) αν υπάρχουν στο οδόστρωμα διαβάσεις πεζών, να τις χρησιμοποιούν, δ) σε διαβάσεις που η κυκλοφορία τόσο των πεζών όσο και των οχημάτων δεν ρυθμίζεται με φωτεινούς σηματοδότες, να μην κατεβαίνουν στο οδόστρωμα πριν λάβουν υπόψη τους την απόσταση και την ταχύτητα των οχημάτων τα οποία πλησιάζουν, ε) αν δεν υπάρχουν στο οδόστρωμα διαβάσεις πεζών, να μην κατεβαίνουν σ` αυτό, αν δεν βεβαιωθούν ότι δεν θα παρεμποδίσουν την κυκλοφορία των οχημάτων, στη συνέχεια δε να διασχίζουν το οδόστρωμα κάθετα προς τον άξονά του ". Έτι περαιτέρω, κατά τη διάταξη του αρθρ. 559 αριθ. 1του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 1/2016, Ολ.ΑΠ 2/2013). Με τον ως άνω λόγο αναίρεσης, ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ` ουσία (Ολ.ΑΠ 2/2021, Ολ.ΑΠ 3/2020, Ολ.ΑΠ 27 και 28/1998, ΑΠ 224/2023, ΑΠ 10/2020). Εξάλλου, με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ. β' του ΚΠολΔ ορίζεται ότι η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία των κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ` αυτούς. Ως διδάγματα της κοινής πείρας θεωρούνται οι γενικές και αφηρημένες αρχές που αντλούνται από την εμπειρική πραγματικότητα, τη συμμετοχή στις συναλλαγές και τις γενικές τεχνικές ή επιστημονικές γνώσεις που έχουν γίνει κοινό κτήμα και χρησιμοποιούνται από το δικαστήριο είτε για την ανεύρεση με βάση αυτά της αληθινής έννοιας κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ιδίως όταν αυτός περιέχει αόριστες νομικές έννοιες, ήτοι για την εξειδίκευση των αόριστων νομικών εννοιών, είτε για την έμμεση απόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή την εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων ή στοιχείων που χρησιμοποιήθηκαν κατά το άρθρο 336 παρ. 4 του ΚΠολΔ (Ολ.ΑΠ 8/2005). Όμως η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, κατά την έννοια της ως άνω διάταξης του εδ. β` του αριθ. 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, ιδρύει τον προβλεπόμενο απ` αυτήν αναιρετικό λόγο, μόνον όταν το δικαστήριο της ουσίας εσφαλμένα χρησιμοποιεί ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας κατά την ερμηνεία κανόνος δικαίου για την ανεύρεση με βάση αυτά της αληθινής έννοιας αυτού, ιδίως όταν ο κανόνας δικαίου περιέχει νομικές έννοιες ή για την υπαγωγή ή όχι στον κανόνα αυτό των πραγματικών γεγονότων της διαφοράς. Αντίθετα, όταν το δικαστήριο της ουσίας χρησιμοποιεί εσφαλμένα ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας, για να διαγνώσει αν συντρέχουν ή όχι τα εκάστοτε αποδεικτέα περιστατικά ή για να εκτιμήσει την αποδεικτική αξία των αποδεικτικών μέσων ή στοιχείων, δεν στοιχειοθετείται ο προαναφερόμενος λόγος αναίρεσης (Ολ.ΑΠ 2/2008, Ολ.ΑΠ 8/2005, ΑΠ 224/2023, ΑΠ 1493/2022, ΑΠ 1053/2021, ΑΠ 551/2020, ΑΠ 79/2018). Για να είναι δε ορισμένος ο σχετικός λόγος αναίρεσης, πρέπει να προσδιορίζονται στο αναιρετήριο: α) τα επικαλούμενα διδάγματα της κοινής πείρας που δεν χρησιμοποιήθηκαν ή χρησιμοποιήθηκαν εσφαλμένα από το δικαστήριο της ουσίας, β) ο κανόνας ουσιαστικού δικαίου για την ερμηνεία ή εφαρμογή του οποίου έγινε ή δεν έγινε εσφαλμένη χρήση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, γ) η φερόμενη ως εσφαλμένη έννοια που αποδόθηκε από το δικαστήριο της ουσίας στο συγκεκριμένο κανόνα δικαίου, όπως προκύπτει από τα διδάγματα της κοινής πείρας που το δικαστήριο εσφαλμένα εφάρμοσε ή δεν εφάρμοσε και δ) η προβαλλόμενη ως ορθή έννοια του ίδιου κανόνα δικαίου, η οποία προκύπτει από τα επικαλούμενα διδάγματα της κοινής πείρας που η απόφαση δεν χρησιμοποίησε ή χρησιμοποίησε εσφαλμένα. Διαφορετικά, ο λόγος αναίρεσης είναι αόριστος και απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 164/2021, ΑΠ 109/2020, ΑΠ 70/2020, ΑΠ 515/2018, ΑΠ 755/2018, ΑΠ 704/2017). Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ'αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ του (αντιφατική αιτιολογία (Ολ.ΑΠ 6/2006, ΑΠ 1217/2020). Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες (ΑΠ 736/2019). Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (ΑΠ 1217/2020). Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (ΑΠ 68/2020, ΑΠ 12/2020, ΑΠ 1217/2020). Δηλαδή μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 224/2023, ΑΠ 162/2020, ΑΠ 169/2019, ΑΠ 1339/2017). Επίσης, από τη διάταξη του άρθρου 561 παράγραφος 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 224/2023, ΑΠ 68/2020, ΑΠ 262/2020, ΑΠ 551/2020). Στην ερευνώμενη υπόθεση, όπως προκύπτει από την 549/2020 (προσβαλλόμενη) απόφαση, το Μονομελές Εφετείο Πειραιώς, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί των πραγμάτων κρίση του (άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ), ως αποδειχθέντα, μετά από συνεκτίμηση των αποδεικτικών μέσων που αναφέρει, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, σχετικά με τις συνθήκες που έλαβε χώρα το ένδικο αυτοκινητικό ατύχημα: ''... Στις 17-8-2009, ημέρα Δευτέρα και περί ώρα 11.10, ο ενάγων (ήδη αναιρεσείων) εκινείτο πεζός επί της μονής κατεύθυνσης οδού Εθνικής Αντίστασης, στον Πειραιά. Κατά τον ίδιο χρόνο ο πρώτος από τους εναγόμενους (ήδη πρώτος αναιρεσίβλητος) οδηγούσε το υπ' αριθμ. κυκλ. ... Δ.Χ. λεωφορείο αυτοκίνητο, ιδιοκτησίας της δεύτερης από τους εναγόμενους (ήδη δεύτερης αναιρεσίβλητης) και το οποίο ήταν ασφαλισμένο για τις προς τρίτους ζημίες στην τρίτη από του εναγόμενους (ήδη τρίτης αναιρεσίβλητης) ασφαλιστική εταιρεία και όπως αποδεικνύεται από τον προσκομιζόμενο από τους εφεσίβλητους ταχογράφο της 17-8-2009, εκινείτο με ταχύτητα 25-30 χλμ. την ώρα, δηλαδή, κάτω από το ανώτατο επιτρεπόμενο για τις περιστάσεις(εντός κατοικημένης περιοχής) ορίου ταχύτητας των 50 χλμ. την ώρα (άρθρ. 20 παρ.1 του Κ.Ο.Κ.). Η οδός Εθνικής Αντίστασης, συνολικού πλάτους 14 μέτρων, είναι μονής κατεύθυνσης, με τρεις λωρίδες κυκλοφορίας. Μεταξύ της δεξιάς λωρίδας κυκλοφορίας, που έχει πλάτος 6,5 μέτρων και των δύο άλλων, συνολικού πλάτους 7,50 μέτρων, υφίσταται διαχωριστική τσιμεντένια νησίδα ασφαλείας, πλάτους 1,5 μέτρου.(...). Στο ύψος της συμβολής της οδού Εθνικής Αντίστασης με την στα αριστερά της ευρισκόμενη, πλάτους 9,5 μέτρων, οδό Μακράς Στοάς, που είναι μονής κατεύθυνσης και, σχηματίζει με την οδό Εθνικής Αντίστασης σχήμα Ταύ (Τ), η ως άνω τσιμεντένια διαχωριστική νησίδα ασφαλείας διακόπτεται. Επτά (7) περίπου, μέτρα μετά το πέρας της συμβολής των δύο ως άνω οδών, αρχίζει νέα τσιμεντένια νησίδα, όπως η απόστασή της αυτή από τη συμβολή των οδών, προκύπτει, λαμβανομένου υπόψη ότι το πλάτος του πεζοδρομίου στην οδό Μακράς Στοάς, σύμφωνα με το προσκομιζόμενο από τους εφεσίβλητους-εναγόμενους, από 17-8-2009 πρόχειρο σχεδιάγραμμα του τόπου του ατυχήματος, που συνέταξε ο Αστυφύλακας Α. Χ., είναι πέντε (5) μέτρα και σύμφωνα με το σχεδιάγραμμα, σε συνδυασμό με την προσκομιζόμενη από τον εκκαλούντα-ενάγοντα φωτογραφία με δορυφορική λήψη του τόπου του ατυχήματος, η εν λόγω τσιμεντένια νησίδα αρχίζει δύο (2) τουλάχιστον μέτρα μετά το πέντε μέτρων πλάτους πεζοδρόμιο του οικοδομικού τετραγώνου, στο οποίο και βρίσκεται το κτίριο της Εθνικής Τράπεζας, όπου και ήθελε ο εκκαλών-ενάγων να μεταβεί. Μεταξύ των δύο τσιμεντένιων νησίδων ασφαλείας δεν υφίσταται επί του οδοστρώματος της οδού Εθνικής Αντίστασης οποιαδήποτε κατά μήκος διαγράμμιση. Να σημειωθεί ότι σύμφωνα με το άρθρο 2 του Κ.Ο.Κ., οδόστρωμα είναι το τμήμα της οδού που προορίζεται για την κυκλοφορία των οχημάτων. Από τις υπάρχουσες στα αριστερά της διαχωριστικής τσιμεντένιας νησίδας ασφαλείας, δύο λωρίδες κυκλοφορίας της αυτής κατεύθυνσης, συνολικού πλάτους, κατά τα παραπάνω, 7,5 μέτρων, η πρώτη δεξιά λωρίδα είναι λεωφορειόδρομος, πλάτους 4,5, περίπου, μέτρων και η έτερη, αριστερή, πλάτους 3, περίπου, μέτρων, είναι κοινή για όλα τα υπόλοιπα οχήματα (βλ. προσκομιζόμενες φωτογραφίες του τόπου του ατυχήματος σε συνδυασμό με από 17-8-2009 πρόχειρο σχεδιάγραμμα του τόπου τροχαίου ατυχήματος του Αστυφύλακα (Π.Σ.), Α. Χ.). Κατά τον παραπάνω χρόνο, η κυκλοφορία πεζών και οχημάτων επί της οδού Εθνικής Αντίστασης, ήταν πυκνή (βλ. από 17-8-2009 έκθεση αυτοψίας τροχαίου ατυχήματος). Έχοντας ο ενάγων σταθμεύσει, προηγουμένως, το αυτοκίνητο του στη δεξιά λωρίδα της οδού Εθνικής Αντίστασης, στο ύψος του Ιερού Ναού της Αγίας Τριάδος και προτιθέμενος να διασχίσει, πεζός, το οδόστρωμα, προκειμένου να επισκεφθεί το κατάστημα της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος, που βρισκόταν στο απέναντι πεζοδρόμιο επί των οδών Εθνικής Αντίστασης και Μακράς Στοάς και συγκεκριμένα, στο οικοδομικό τετράγωνο, που αρχίζει μετά τη συμβολή των οδών Εθνικής Αντίσταση και Μακράς Στοάς, εισήλθε, αρχικά, στη δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας, κατευθυνόμενος προς την είσοδο του τραπεζικού καταστήματος στα όρια της συμβολής των δύο οδών και διέσχισε το οδόστρωμά της, το οποίο δεν διέθετε διάβαση πεζών, ούτε φωτεινούς σηματοδότες (βλ. ως άνω ένορκη κατάθεση μάρτυρος απόδειξης στα με αριθμ. 5565/2011 πρακτικά του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, σε συνδυασμό με ως άνω έκθεση αυτοψίας). Όταν, έχοντας διέλθει τη δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας, έφθασε στο μέσον, περίπου, του οδοστρώματος, σε σημείο μεταξύ των δύο παραπάνω τσιμεντένιων νησίδων και συγκεκριμένα, σε σημείο του οδοστρώματος, πλησίον της, μετά τη συμβολή των δύο οδών, αρχόμενης υπερυψωμένης νησίδας, εξακολούθησε την βιαστική κίνησή του στο οδόστρωμα, δηλαδή, στο τμήμα της οδού που προοριζόταν για την κυκλοφορία οχημάτων και όχι πεζών, δεδομένου ότι στο σημείο εκείνο δεν υφίστατο ούτε διάβαση πεζών την οποία εάν υπήρχε θα έπρεπε να χρησιμοποιήσει για τη διέλευσή του (άρθρ. 2 και 38 παρ. 4 του Κ.Ο.Κ.), ούτε φωτεινή σηματοδότηση για πεζούς, στα σήματα της οποίας, εάν υπήρχε, θα έπρεπε να συμμορφωθεί (άρθρ. 7 και 38 παρ. 4 του Κ.Ο.Κ.), με αποτέλεσμα, χωρίς, ουδόλως, να ανακόψει την κίνησή του για να ελέγξει προς τα αριστερά του, για να διαπιστώσει την κίνηση οχημάτων στην επόμενη, ως προς την πορεία του - μετά την πρώτη - λωρίδα κυκλοφορίας, προς την οποία, ήδη, κατευθυνόταν και συγκεκριμένα, σ' αυτήν, η οποία, λίγα μέτρα πριν από το σημείο που ο ίδιος βρισκόταν και λίγα μέτρα μετά από αυτό, βρισκόταν αριστερά από τις δύο υπάρχουσες νησίδες, στη νοητή συνέχεια των οποίων και είχε φθάσει και χωρίς, έτσι, να βεβαιωθεί ότι με την εξακολούθηση της πορείας του δεν θα παρεμπόδιζε την κυκλοφορία οχημάτων, που κινούνταν στην επόμενη αυτή λωρίδα, η οποία και αποτελούσε λεωφορειόδρομο, εισήλθε αιφνίδια και βιαστικά σ' αυτήν, παρεμβαλλόμενος στην πορεία του ως άνω λεωφορείου, το οποίο ουδόλως είχε αντιληφθεί, παρά το γεγονός ότι, σύμφωνα με την ως άνω έκθεση αυτοψίας, η οδός ήταν ευθεία και η ορατότητα απεριόριστη και αιφνιδιάζοντας τον οδηγό του, ο οποίος και δεν είχε το χρόνο, παρά την άμεση τροχοπέδηση που επιχείρησε να ενεργήσει στο βάρους δεκατριών τόνων οδηγούμενο όχημα (βλ. ένορκη κατάθεση του μάρτυρος οδηγού τρόλεϊ ΗΛΠΑΠ, Α. Μ., ως προς το βάρος του οχήματος, που περιλαμβάνεται στα με αριθμ. ΑΤ 2097/2015 πρακτικά και απόφαση του Α' Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς), να αποφύγει τη σύγκρουση με τον ενάγοντα και ήδη, εκκαλούντα πεζό, ο οποίος προσέκρουσε στο εμπρόσθιο δεξιό τμήμα του λεωφορείου (βλ. ως άνω έκθεση αυτοψίας και προσκομιζόμενες α από τους εφεσίβλητους-ενάγοντες φωτογραφίες του λεωφορείου), εκτινάχθηκε λοξά δεξιά ως προς την πορεία του λεωφορείου και κατέπεσε λίγα μέτρα πιο κάτω εντός της πρώτης λωρίδας κυκλοφορίας της οδού Εθνικής Αντίστασης, πλησίον του σημείου έναρξης της, μετά τη συμβολή των δύο ως άνω οδών, υπάρχουσας νησίδας (βλ. ως άνω πρόχειρο σχεδιάγραμμα). Η κρίση του Δικαστηρίου για το ότι το επίδικο ατύχημα έλαβε χώρα επί του οδοστρώματος και όχι επάνω στο άκρο της πρώτης διαχωριστικής νησίδας, μετά το πέρας του υπάρχοντος επ' αυτής παρτεριού με φυτά (βλ. προσκομιζόμενες φωτογραφίες του τόπου του ατυχήματος), όπως αβάσιμα ισχυρίζεται ο ενάγων και ήδη εκκαλών, αλλά και κατά τη διάρκεια της κίνησής του στο εν λόγω οδόστρωμα στηρίζεται συνδυαστικά α) στο ως άνω πρόχειρο σχεδιάγραμμα, στο οποίο δεν εμφανίζεται ο ενάγων και ήδη εκκαλών να στέκεται στην εν λόγω, πρώτη νησίδα, β) στο ίδιο σχεδιάγραμμα, στο οποίο εμφαίνεται η μετά την επίδικη σύγκρουση, τελική θέση του πεζού στην πρώτη, από τις τρεις λωρίδες κυκλοφορίας και πλησίον της δεύτερης διαχωριστικής νησίδας, γ) στην ταχύτητα του λεωφορείου των 25-30 χλμ την ώρα, που ήταν μικρότερη του ανώτατου επιτρεπόμενου ορίου ταχύτητας των 50 χλμ. την ώρα και κανονική για τις περιστάσεις (κατοικημένη περιοχή και πυκνή κυκλοφορία), με βάση την οποία και λαμβανομένου υπόψη του σημείου πτώσης του πεζού στο οδόστρωμα, όπως και της απόστασης των 20 περίπου, μέτρων, μεταξύ των δύο νησίδων (βλ. πρόχειρο σχεδιάγραμμα, 9,50 μέτρα το πλάτος της οδού Μακράς Στοάς και 5 μέτρα το κάθε πεζοδρόμιο), σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας και τους κανόνες της φυσικής, η απόσταση του σημείου σύγκρουσης από το σημείο πτώσης του πεζού στο οδόστρωμα δεν μπορεί να ήταν μεγαλύτερη των 7 έως 8 μέτρων, δ) στην χωρίς όρκο εξέταση του ενάγοντος και ήδη εκκαλούντος που περιλαμβάνεται στα παραπάνω πρακτικά και απόφαση του Α' Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς, σύμφωνα με την οποία "Αφού πέρασα την πρώτη λωρίδα κοίταξα με κατεύθυνση από το λιμάνι προς την έξοδο για να περάσω. Τότε καθώς περνούσα με χτύπησαν ...", κατάθεση από την οποία προκύπτει ότι η επίδικη σύγκρουση έλαβε χώρα, ενώ ο ενάγων βρισκόταν σε κίνηση και όχι σε στάση και χωρίς να έχει ελέγξει για την κυκλοφορία οχημάτων στην επόμενη λωρίδα, καθώς εάν μετά την έξοδό του από την πρώτη λωρίδα κυκλοφορίας είχε σταματήσει για να ελέγξει, με ασφάλεια, κοιτώντας, όπως ψευδώς ανέφερε, προς το λιμάνι απ' όπου, πράγματι, ερχόταν το οδηγούμενο από τον πρώτο εναγόμενο και ήδη εφεσίβλητο λεωφορείο, θα το είχε αντιληφθεί, ευχερέστατα, καθώς αυτό, ήδη, βρισκόταν σε πολύ μικρή απόσταση απ' αυτόν, ώστε να διακόψει εγκαίρως την βάδιση, προκειμένου να μην θέσει σε κίνδυνο τον εαυτό του, τους επιβαίνοντες στο λεωφορείο και την κυκλοφορία όλων των λοιπών χρηστών της οδού, ούτε να παρεμποδίσει την κυκλοφορία. Η κρίση του Δικαστηρίου για το ότι ο αλλοδαπός ενάγων-εκκαλών, που, σύμφωνα με την ένορκη κατάθεση του μάρτυρος απόδειξης, Ζ. Κ., ζει μόνιμα στην Αμερική, εισήλθε στο λεωφορειόδρομο χωρίς να έχει ελέγξει για την κυκλοφορία οχημάτων σ' αυτόν, επιρρωνύεται και από την από 19-11-2009 χωρίς όρκο εξέτασή του ως μάρτυρα με διερμηνέα, σύμφωνα με την οποία "... διέσχισα με ασφάλεια το ρεύμα κυκλοφορίας δεξιά της νησίδας. Στάθηκα πάνω στην νησίδα προκειμένου να ελέγξω και το άλλο ρεύμα κυκλοφορίας ...", συναγομένης, έτσι, ομολογίας ότι εισήλθε στο λεωφορειόδρομο, έχοντας ελέγξει προς τα δεξιά του και όχι προς τα αριστερά του, μη έχοντας αντιληφθεί ότι η οδός Εθνικής Αντίστασης ήταν μονής κατεύθυνσης. Σύμφωνα με την ως άνω έκθεση αυτοψίας, αυτόπτες μάρτυρες δεν εμφανίστηκαν, ούτε δηλώθηκαν στον τόπο του ατυχήματος και ως εκ τούτου η ένορκη κατάθεση ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, όσο και ενώπιον του Α' Τριμελούς Πλημμελειοδικείου του Α. Μ., οδηγού ΗΛΠΑΠ, τον οποίο πρότεινε ως αυτόπτη μάρτυρα ο πρώτος εναγόμενος- πρώτος εφεσίβλητος, δεν λαμβάνονται υπόψη από το Δικαστήριο τούτο, ως δοθείσες από αυτόπτη μάρτυρα. Το γεγονός ότι το σημείο πτώσης του ενάγοντος-εκκαλούντος στο οδόστρωμα βρίσκεται λοξά δεξιά, σε σχέση με τον ευθύ άξονα της δεύτερης λωρίδας κυκλοφορίας (λεωφορειόδρομου) δεν οφείλεται σε ανεπίτρεπτο προς τα δεξιά ελιγμό του λεωφορείου, λόγω της ύπαρξης δύο σταθμευμένων ταξί, του ενός δίπλα στο άλλο, αφού, σύμφωνα με τα παραπάνω, το σημείο σύγκρουσης δεν είναι αυτό που αναφέρεται στην αγωγή, επιπλέον, δε, με δεδομένο ότι η σύγκρουση έλαβε χώρα μετά το μέσον του οδοστρώματος, 7-8 μέτρα πριν την έναρξη της δεύτερης νησίδας, στην υποθετική περίπτωση, που το λεωφορείο είχε εκτελέσει τέτοιο μεγάλο ελιγμό για να αποφύγει τα δύο προσωρινά σταθμευμένα σε παράλληλη σειρά ταξί - ελιγμό, που ούτε εφικτός ήταν λόγω του μεγάλου μήκους του λεωφορείου, χωρίς το οπίσθιο τμήμα του να επιπέσει στα σταθμευμένα οχήματα, σε συνδυασμό με τον μη επαρκή χώρο για επαναφορά του λεωφορείου στη λωρίδα κυκλοφορίας του, πριν την έναρξη της επόμενης νησίδας -, τότε, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας, αφ' ενός, μεν, το σημείο πτώσης του πεζού στο οδόστρωμα δεν θα ήταν αυτό που εμφαίνεται στο πρόχειρο σχεδιάγραμμα, αλλά αρκετά μέτρα δεξιότερα, σε σχέση με τον κεντρικό άξονα της οδού, ακόμη και εκτός του οδοστρώματος, πριν την έναρξη της πρώτης λωρίδας κυκλοφορίας, αφ' ετέρου, δε, η τελική θέση του λεωφορείου δεν θα ήταν ευθεία εντός του λεωφορειόδρομου, όπως αποτυπώνεται στο σχεδιάγραμμα, αλλά λοξά δεξιά σε σχέση με τον κεντρικό άξονα της οδού. Οι υλικές ζημίες, που σύμφωνα με τις φωτογραφίες του λεωφορείου απεικονίζονται σε όλο το εμπρόσθιο δεξιό τμήμα του και συγκεκριμένα, στη λαμαρίνα του στο κάτω εμπρόσθιο δεξιό τμήμα, όσο και στο παρμπρίζ στο επάνω εμπρόσθιο δεξιό τμήμα αυτού, δικαιολογούν την, μετά τη σύγκρουση, πορεία εκτίναξης του ενάγοντος και ήδη, εκκαλούντος και το σημείο πτώσης του λοξά δεξιά ως προς την πορεία του λεωφορείου, λόγω των αντίρροπων δυνάμεων μεταξύ του λεωφορείου και του πεζού σε συνδυασμό με το νόμο της αδράνειας, ως προς τον ελαφρύτερο του λεωφορείου και με μικρότερη ταχύτητα κινούμενο πεζό, ενώ η θραύση του παρμπρίζ δεν καταδεικνύει ότι ο πεζός ενάγων και ήδη, εκκαλών, κατά τη στιγμή της σύγκρουσης βρισκόταν επάνω στο ύψους 20-25 πόντους πεζοδρόμιο της νησίδας, καθώς από το προσκομιζόμενο από τους εναγόμενους και ήδη εφεσίβλητους, με αριθμ. πρωτ. ../..2011 έγγραφο της Ο.Σ.Υ. Α.Ε., αποδεικνύεται ότι το σπάσιμο του παρμπρίζ του λεωφορείου βρίσκεται στο ύψος 1,55cm έως 1,65cm από το οδόστρωμα και επομένως, ήταν σε τέτοιο ύψος, που αποδεικνύει ότι τα πόδια του ενάγοντος και ήδη εκκαλούντος βρίσκονταν στο οδόστρωμα και όχι στο πεζοδρόμιο της νησίδας. Ο πρώτος εναγόμενος και ήδη, πρώτος εφεσίβλητος οδηγός του λεωφορείου, δεν συνετέλεσε κατά οποιονδήποτε τρόπο στην πρόκληση του επίδικου ατυχήματος και τον συνεπεία αυτού τραυματισμό του ενάγοντος και ήδη, εκκαλούντος, δεδομένου ότι εκινείτο κατά τα παραπάνω κανονικά και μόλις αντιλήφθηκε την χωρίς έλεγχο, αιφνίδια κίνηση και παρεμβολή του πεζού ενάγοντος, στην πορεία του και συγκεκριμένα, στο οδόστρωμα της λωρίδας κυκλοφορίας του (λεωφορειόδρομο) και μάλιστα, σε ελάχιστη απόσταση από το απ' αυτόν οδηγούμενο όχημα, αντέδρασε με την μόνη δυνατής επιχείρηση άμεσης τροχοπέδησης, χωρίς να καταστεί δυνατό να αποφευχθεί η σύγκρουση, ενώ, λόγω της αιφνίδιας παρεμβολής του πεζού ενάγοντος στην πορεία του λεωφορείου, δεν ήταν ενδεδειγμένο, πλέον της προσπάθειας τροχοπέδησης, να διενεργηθεί και άμεσος αποφευκτικός ελιγμός προς τα αριστερά, δεδομένου ότι με την ενέργεια αυτή, ενόψει της κατά τα παραπάνω ταχύτητας του λεωφορείου, θα έθετε σε βέβαιο κίνδυνο τη ζωή και τη σωματική ακεραιότητα όλων των επιβαινόντων στο λεωφορείο. Έτσι, οι περιστάσεις του ένδικου συμβάντος ήταν τέτοιες, ώστε δεν ήταν δυνατόν να προβλεφθούν εκ των προτέρων, από έναν μέσο συνετό οδηγό. Με βάση τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά, αποκλειστικά υπαίτιος του ένδικου ατυχήματος και του συνεπεία αυτού τραυματισμού του ενάγοντος και ήδη, εκκαλούντος ήταν ο ίδιος, ο οποίος από έλλειψη της προσοχής, την οποία όφειλε και μπορούσε να επιδείξει υπό τις συγκεκριμένες περιστάσεις, αποφεύγοντας οποιαδήποτε συμπεριφορά που θα ήταν ενδεχόμενο να εκθέσει σε κίνδυνο την κυκλοφορία, επιχείρησε να διασχίσει κάθετα το οδόστρωμα, σε σημείο, που δεν υπάρχουν διαβάσεις πεζών, χωρίς να βεβαιωθεί, προηγουμένως, ότι δεν θα παρεμποδίσει την κυκλοφορία των οχημάτων, υποπίπτοντας στην παράβαση των διατάξεων των άρθρων 12 παρ. 1 και 38 παρ. 4 περ. ε' του Κ.Ο.Κ., η ενέργειά του, δε, αυτή συνδέεται αιτιωδώς με την πρόκληση του ατυχήματος και τον συνεπεία αυτού τραυματισμό του. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, που με την εκκαλούμενη απόφασή του, δέχθηκε ως αποκλειστικά υπαίτιο για το επίδικο ατύχημα και τον συνεπεία αυτού τραυματισμό του τον ενάγοντα και ήδη, εκκαλούντα πεζό και απέρριψε την αγωγή, ορθά εκτίμησε τις αποδείξεις και πρέπει ο περί του αντιθέτου μοναδικός λόγος της έφεσης να απορριφθεί, ως κατ' ουσία αβάσιμος, όπως και η έφεση στο σύνολο της, ως κατ' ουσία αβάσιμη, να απορριφθεί ...''. Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε κατ' ουσία την έφεση του αναιρεσείοντος κατά της πρωτόδικης απόφασης, η οποία είχε απορρίψει, ομοίως, κατ'ουσία την αγωγή του. Το Εφετείο, με το να οδηγηθεί στην προαναφερθείσα κρίση, δεν παραβίασε, ούτε ευθέως, είτε με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή είτε με εσφαλμένη υπαγωγή, είτε με παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, κατά την υπαγωγή των προαναφερόμενων πραγματικών περιστατικών στη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας, ούτε εκ πλαγίου τις ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 914, 300, 330 εδ. β', 297, 298 του ΑΚ και αυτές του άρθρου 38 παρ. 4 του Κ.Ο.Κ. (ν. 2696/1999) τις οποίες εφάρμοσε ορθώς, ενώ διέλαβε στην απόφασή του επαρκείς, σαφείς, χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά αιτιολογίες, ως προς τα ζητήματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οι οποίες καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των ως άνω διατάξεων, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων αιτιολογιών και, συνεπώς, η προσβαλλόμενη απόφαση δεν στερείται νόμιμης βάσης. Ειδικότερα, το Εφετείο δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία ή εσφαλμένη εφαρμογή τις ως άνω διατάξεις και διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του επαρκείς και σαφείς αιτιολογίες, ως προς την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της αμελούς συμπεριφοράς του αναιρεσείοντος - πεζού και του επελθόντος αποτελέσματος και την αποκλειστική υπαιτιότητα αυτού, όσο και ως προς την έλλειψη οποιασδήποτε συντρέχουσας αμέλειας του πρώτου αναιρεσίβλητου οδηγού του με αριθμ. κυκλοφορίας ... δημόσιας χρήσης λεωφορείου, ιδιοκτησίας της δεύτερης αναιρεσίβλητης και ασφαλισμένο, για τις προς τρίτους ζημίες, στη τρίτη αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρία. Πιο συγκεκριμένα, διέλαβε στην απόφασή του με σαφήνεια και πληρότητα τα συγκροτούντα την έννοια της αμέλειας περιστατικά, που επέδειξε ο ως άνω πεζός σε συνδυασμό με τις παραβάσεις του Κ.Ο.Κ. οι οποίες βρίσκονται σε αιτιώδη συνάφεια με το επελθόν αποτέλεσμα, δηλ. ότι ο εν λόγω οδηγός, αφού στάθμευσε το όχημά του στη δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας της, μονής κατεύθυνσης, οδού Εθνικής Αντίστασης, στο ύψος του Ιερού Ναού Αγίας Τριάδος, στον Πειραιά και έχοντας την πρόθεση να διασχίσει πεζός το οδόστρωμα, προκειμένου να επισκεφθεί την Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος, η οποία βρίσκεται στο απέναντι πεζοδρόμιο, στη συμβολή των οδών Εθνικής Αντίστασης και Μακράς Στοάς, εισήλθε, αρχικά, στη δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας της οδού Εθνικής Αντίστασης και διέσχισε το οδόστρωμά της, το οποίο δεν διέθετε διάβαση πεζών, ούτε φωτεινούς σηματοδότες, έχοντας δε διέλθει τη δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας, έφθασε στο μέσον, περίπου, του οδοστρώματος, σε σημείο μεταξύ δύο νησίδων και συγκεκριμένα, σε σημείο του οδοστρώματος, πλησίον της, μετά τη συμβολή των ως άνω δύο οδών, αρχόμενης υπερυψωμένης νησίδας και εξακολούθησε την βιαστική του κίνησή στο οδόστρωμα, δηλαδή, στο τμήμα της οδού που προορίζονταν για την κυκλοφορία οχημάτων και όχι πεζών, αφού στο σημείο εκείνο δεν υπήρχε διάβαση πεζών, με αποτέλεσμα, χωρίς να ανακόψει την κίνησή του προκειμένου να ελέγξει προς τα αριστερά ώστε να διαπιστώσει την κίνηση των οχημάτων στην επόμενη, ως προς την πορεία του, μετά την πρώτη, λωρίδα κυκλοφορίας, προς την οποία ήδη κατευθύνονταν και συγκεκριμένα σε αυτήν, η οποία, λίγα μέτρα πριν από το σημείο που ο ίδιος βρισκόταν και λίγα μέτρα μετά από αυτό, βρισκόταν αριστερά από τις δύο υπάρχουσες νησίδες, στη νοητή συνέχεια των οποίων και είχε φθάσει και χωρίς, έτσι, να βεβαιωθεί ότι με την εξακολούθηση της πορείας του δεν θα παρεμπόδιζε την κυκλοφορία οχημάτων που κινούνταν στην επόμενη αυτή λωρίδα, η οποία και αποτελούσε λεωφορειόδρομο, εισήλθε αιφνίδια και βιαστικά σ' αυτήν, παρεμβαλλόμενος έτσι στην πορεία του ως άνω λεωφορείου, το οποίο αυτός δεν είχε αντιληφθεί, με αποτέλεσμα να προσκρούσει στο εμπρόσθιο δεξιό τμήμα του (λεωφορείου), να εκτιναχθεί λοξά δεξιά ως προς την πορεία αυτού (λεωφορείου) και να καταπέσει 7-8 μέτρα πιο κάτω εντός της πρώτης λωρίδας κυκλοφορίας της οδού Εθνικής Αντίστασης, πλησίον του σημείου έναρξης της υπάρχουσας νησίδας μετά τη συμβολή των δύο ως άνω οδών. Ακόμη και σχετικά με την έλλειψη οποιασδήποτε συντρέχουσας υπαιτιότητας (αμέλειας) του πρώτου αναιρεσίβλητου, οδηγού του με αριθμ. κυκλοφορίας ... δημόσιας χρήσης λεωφορείου διέλαβε ότι: α) κινείτο σύννομα στον, μονής κατεύθυνσης, λεωφορειόδρομο της οδού Εθνικής Αντίστασης, β) η ταχύτητά του δεν υπερέβαινε αυτή των 25-30 χλμ/ώρα, γ) αντιλήφθηκε την, χωρίς έλεγχο, αιφνίδια κίνηση και παρεμβολή του πεζού αναιρεσείοντος στην πορεία του και συγκεκριμένα, στο οδόστρωμα της λωρίδας κυκλοφορίας του (λεωφορειόδρομο) σε ελάχιστη απόσταση από το απ' αυτόν οδηγούμενο όχημα και δ) αντέδρασε άμεσα με τροχοπέδηση, ενώ δεν ήταν ενδεδειγμένη η διενέργεια αποφευκτικού ελιγμού προς τα αριστερά, καθόσον ενόψει της κίνησης του λεωφορείου, θα έθετε σε βέβαιο κίνδυνο τη σωματική ακεραιότητα των επιβαινόντων σε αυτό. Δεν συντρέχει, επομένως, η επικαλούμενη από τον αναιρεσείοντα πλημμέλεια της παράθεσης ασαφών, ανεπαρκών και αντιφατικών αιτιολογιών στην προσβαλλόμενη απόφαση, επειδή, όπως αυτός (αναιρεσείων) διατείνεται (ότι): 1) δεν διευκρινίζεται το σημείο σύγκρουσης του πεζού με το λεωφορείο, ενόψει του αγωγικού ισχυρισμού του, ο οποίος επαναφέρθηκε στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, ότι η σύγκρουση οφείλεται σε ανεπίτρεπτο δεξιό ελιγμό του λεωφορείου, τη στιγμή που αυτός βρισκόταν επάνω στο άκρο της διαχωριστικής νησίδας της οδού Εθνικής Αντίστασης μετά το πέρας του υπάρχοντος επ' αυτής παρτεριού με φυτά και το εμπρόσθιο δεξιό μέρος του λεωφορείου εισήλθε επάνω στην νησίδα και τον εκτίναξε, 2) δεν εξηγείται ο λόγος για τον οποίο το σημείο πτώσης του στο οδόστρωμα βρίσκεται λοξά δεξιά σε σχέση με τον ευθύ άξονα του λεωφορειόδρομου και 3) δέχεται ότι ο πεζός δεν βρισκόταν επάνω στη διαχωριστική νησίδα, επειδή αυτό δεν απεικονίζεται στο σχεδιάγραμμα της Τροχαίας, προβαίνοντας, με πλημμελή και ανεπαρκή αιτιολογία, σε εσφαλμένο αποδεικτικό πόρισμα ως προς το σημείο πρόσκρουσης και ιδίως ως προς το σημείο στο οποίο αυτός βρισκόταν κατά την ώρα του ατυχήματος. Τούτο δε, διότι οι επικαλούμενες από τον αναιρεσείοντα ως ελλείψεις και ασάφειες, πέραν του ότι, υπό τις προεκτεθείσες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης δεν συνιστούν τέτοιες, αναφέρονται στην εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών, την αιτιολόγηση, το συσχετισμό και την ανάλυση των αποδείξεων από το Εφετείο, καθώς και στην σαφήνεια, επάρκεια και πειστικότητα των επιχειρημάτων, με βάση τα οποία αυτό στήριξε το προαναφερόμενο σαφές αποδεικτικό του πόρισμα, υπό την επίκληση δε των προβαλλόμενων πλημμελειών της παράβασης εκ πλαγίου των άνω ουσιαστικών διατάξεων πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων, αναφορικά με το σαφώς εκτιθέμενο πόρισμα σχετικώς με την αποκλειστική υπαιτιότητα του ως άνω πεζού και συνεπώς, απαραδέκτως προβάλλονται. Πέραν, βεβαίως της ουσιαστικής αβασιμότητας των ως άνω αιτιάσεων εφ' όσον, όπως προκύπτει από τις προεκτεθείσες παραδοχές της, στη προσβαλλόμενη απόφαση εκτίθενται αναλυτικά οι συνθήκες της οδού, το πλάτος αυτής όπως και κάθε λωρίδας κυκλοφορίας, η ύπαρξη των νησίδων επί της οδού και η ύπαρξη διάκενου μεταξύ αυτών στη συμβολή της οδού Εθνικής Αντίστασης με την οδό Μακράς Στοάς μήκους επτά περίπου μέτρων προσδιορίζοντας λεπτομερώς την απόσταση αυτή, η αρχική πορεία του λεωφορείου και του πεζού, ότι το επίδικο ατύχημα έλαβε χώρα επί του οδοστρώματος και όχι επάνω στο άκρο της πρώτης διαχωριστικής νησίδας, μετά το πέρας του υπάρχοντος επ' αυτής παρτεριού με φυτά, η συγκρουσθείσα επιφάνεια του λεωφορείου η οποία είναι το εμπρόσθιο δεξιό τμήμα του και συγκεκριμένα, η λαμαρίνα του στο κάτω εμπρόσθιο δεξιό τμήμα, όσο και στο παρμπρίζ στο επάνω εμπρόσθιο δεξιό τμήμα αυτού και ότι οι ως άνω συγκρουσθείσες επιφάνειες δικαιολογούν την, μετά τη σύγκρουση, πορεία εκτίναξης του πεζού και ήδη αναιρεσείοντος καθώς και το σημείο πτώσης του λοξά δεξιά ως προς την πορεία του λεωφορείου, λόγω των αντίρροπων δυνάμεων μεταξύ του λεωφορείου και του πεζού σε συνδυασμό με το νόμο της αδράνειας, ως προς τον ελαφρύτερο του λεωφορείου και με μικρότερη ταχύτητα κινούμενο πεζό, ενώ η θραύση του παρμπρίζ δεν καταδεικνύει ότι ο πεζός κατά τη στιγμή της σύγκρουσης βρισκόταν επάνω στο ύψους 20-25 πόντους πεζοδρόμιο της νησίδας, καθώς το σπάσιμο του παρμπρίζ του λεωφορείου βρίσκεται στο ύψος 1,55 cm έως 1,65 cm από το οδόστρωμα και το ύψος αυτό, αποδεικνύει ότι τα πόδια του πεζού βρίσκονταν στο οδόστρωμα και όχι στο πεζοδρόμιο της νησίδας. Οι επικαλούμενες δε ως άνω πλημμέλειες δεν αποτελούν παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, διότι τα αναφερόμενα ως διδάγματα κοινής πείρας, πραγματικά περιστατικά, παρεκτός του ότι δεν συγκροτούν την έννοια τέτοιων διδαγμάτων, δεν αφορούν την υπαγωγή πραγματικών περιστατικών στους ως άνω επικαλούμενους κανόνες ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 914, 300 και 330 του ΑΚ και αυτών του Κ.Ο.Κ., αλλά, οι επικαλούμενες αιτιάσεις, κατά το οικείο μέρος του δεύτερου αναιρετικού λόγου, αναφέρονται αποκλειστικά στην απόδειξη κρίσιμων γεγονότων και στην εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού από το δικαστήριο της ουσίας, η οποία είναι αναιρετικά ανέλεγκτη (άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ)(ΑΠ 273/2022). Κατόπιν αυτών, οι πρώτος και δεύτερος αναιρετικοί λόγοι εκ του άρθρου 559 αριθ. 1α', β' και 19 του ΚΠολΔ, για ευθεία και εκ πλαγίου παραβίαση των ανωτέρω ουσιαστικών κανόνων δικαίου του ΑΚ και του ν. 2696/1999 [Κ.Ο.Κ.] με ασαφείς και ανεπαρκείς αιτιολογίες και παραβίαση διδαγμάτων κοινής πείρας, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι και απαράδεκτοι, κατά τις διακρίσεις που προαναφέρθηκαν. Ο λόγος αναίρεσης που προβλέπεται από το άρθρο 559 αριθ. 20 του ΚΠολΔ ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας παραμόρφωσε το περιεχόμενο "αποδεικτικού", κατά την έννοια των άρθρων 339 και 432 επ. του ίδιου Κώδικα, εγγράφου. Δεν αποτελούν έγγραφα, κατά την έννοια της προαναφερόμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 20 του ΚΠολΔ, εκείνα στα οποία αποτυπώνονται άλλα αποδεικτικά μέσα, όπως είναι τα πρακτικά και οι αποφάσεις των δικαστηρίων που περιέχουν καταθέσεις μαρτύρων (ΑΠ 273/2022, ΑΠ 852/2021, ΑΠ 23/2020, ΑΠ 49/2020, ΑΠ 1409/2019, ΑΠ 237/2017, ΑΠ 876/2017). Παραμόρφωση δε εγγράφου συμβαίνει, όταν, από εσφαλμένη ανάγνωση αυτού ή από παράλειψη ανάγνωσης κρίσιμου μέρους του, το δικαστήριο δέχτηκε, ότι περιέχει περιστατικά, με ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, προδήλως διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιέχει. Αντίθετα, ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας συνάγει από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο σωστά ανέγνωσε, αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ως ορθό, καθόσον πρόκειται, τότε, για παράπονο ως προς την εκτίμηση γεγονότων, που εκφεύγει του αναιρετικού ελέγχου. Πάντως, για να θεμελιωθεί ο παραπάνω λόγος αναίρεσης, θα πρέπει, επιπλέον, το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμόρφωσε, όχι δε, και όταν έχει συνεκτιμήσει απλώς το έγγραφο αυτό, μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να το εξαίρει, αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε για την ύπαρξη ή μη του αποδεικτέου γεγονότος (Ολ.ΑΠ 2/2008, ΑΠ 78/2022, ΑΠ 8/2021, ΑΠ 791/2020, ΑΠ 595/2020). Κατ` ακολουθία, ο τρίτος λόγος της αίτησης αναίρεσης από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση της παραμόρφωσης από το δικαστήριο της ουσίας α) του περιεχομένου της από 19-11-2009 προανακριτικής κατάθεσης του αναιρεσείοντος, καθώς και β) της κατάθεσής του που εμπεριέχεται στα με αριθμ. 2097/2015 πρακτικά του Α' Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς, είναι προεχόντως απαράδεκτος, διότι τα ως άνω έγγραφα (καταθέσεις μάρτυρα) δεν αποτελούν έγγραφα κατά την έννοια της ως άνω διάταξης. Εκτός τούτου, για τη συναγωγή του αποδεικτικού του πορίσματος, το Εφετείο δεν στηρίχθηκε αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στα έγγραφα αυτά που φέρονται ότι παραμορφώθηκαν, αλλά προέβη στην εκτίμηση του περιεχομένου τους σε συνδυασμό με όλα τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα, έστω και αν κατέληξε σε εσφαλμένο αποδεικτικό πόρισμα. Η εσφαλμένη, όμως, αυτή, κατά τον αναιρεσείοντα, αξιολόγηση των συγκεκριμένων εγγράφων δεν σημαίνει ότι το Εφετείο παρέλειψε να αναγνώσει το περιεχόμενο των εγγράφων αυτών και να τα λάβει συνολικά υπόψη του, σύμφωνα και με όσα αναπτύχθηκαν στην προηγηθείσα νομική σκέψη. Από τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως 340 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι το δικαστήριο, για να σχηματίσει τη δικανική πεποίθησή του, ως προς τη βασιμότητα ή μη των προβαλλόμενων από τους διαδίκους πραγματικών γεγονότων, τα οποία ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα νόμιμα αποδεικτικά μέσα, τα οποία επικαλούνται και προσκομίζουν νομίμως οι διάδικοι για άμεση και έμμεση απόδειξη, χωρίς να είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, κατ` αντιδιαστολή προς τα άλλα αποδεικτικά μέσα, τα οποία φέρονται ότι λήφθηκαν υπόψη προς σχηματισμό της κρίσης του. Δεν αποκλείεται το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύει και να εξαίρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της, κατά την ελεύθερη κρίση του, μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί να καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο, από το όλο περιεχόμενο της αποφάσεως, ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν νομίμως οι διάδικοι. Η παράβαση της υποχρεώσεως αυτής ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 559 παρ. 11 περ. γ` του ΚΠολΔ υπό την αποκλειστική προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός, το οποίο επικαλείται ο διάδικος, ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, αφού μόνον ένα τέτοιο (ουσιώδες) γεγονός, καθίσταται αντικείμενο αποδείξεως (Ολ.ΑΠ 8/2016, Ολ.ΑΠ 2/2008, ΑΠ 273/2022, ΑΠ 136/2022, ΑΠ 83/2021). Με τον τέταρτο λόγο της αίτησης αναίρεσης ο αναιρεσείων προβάλλει την αιτίαση από τον αριθ. 11 εδ. γ' του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ισχυριζόμενος ότι το Εφετείο, για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, δεν έλαβε υπόψη, δεν συνεκτίμησε και δεν αντέκρουσε την νομίμως και με επίκληση προσκομισθείσα σ' αυτό (δευτεροβάθμιο δικαστήριο) με αριθμ. 2097/2015 απόφαση του Α' Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς, με την οποία ο πρώτος αναιρεσίβλητος οδηγός του λεωφορείου κηρύχτηκε ένοχος για την αξιόποινη πράξη της σωματικής βλάβης από αμέλεια. Από την παραδεκτή κατ` άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ επισκόπηση των προτάσεων του αναιρεσείοντος στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο της ουσίας, ως διαδικαστικού εγγράφου για την έρευνα της βασιμότητας του αναιρετικού λόγου, προκύπτει ότι ο αναιρεσείων, νομίμως προσκόμισε με επίκληση στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο την παραπάνω ποινική απόφαση. Περαιτέρω από το όλο περιεχόμενο της απόφασης και την ρητή αναφορά στην εν λόγω απόφασης του Α' Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς (στην ένατη και δέκατη σελίδα αυτής) δεν καταλείπεται αμφιβολία για το ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και την παραπάνω ποινική απόφαση, την οποία συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις για τη στήριξη του προαναφερθέντος αποδεικτικού του πορίσματος, η δε μη ειδικότερη αντίκρουση αυτής (ποινικής απόφασης) πέραν του ότι δεν είναι αναγκαία, δεν οδηγεί στο συμπέρασμα ότι δεν λήφθηκε υπόψη από το δικαστήριο. Επομένως είναι απορριπτέος ως αβάσιμος ο τέταρτος λόγος αναίρεσης. Κατόπιν των παραπάνω και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης για να ερευνηθεί, πρέπει η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί στο σύνολό της. Επίσης, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου, που έχει καταθέσει ο αναιρεσείων στο Δημόσιο Ταμείο για την άσκηση της αναίρεσης (άρθρο 495 παρ. 3 εδ. ε`του ΚΠολΔ, όπως ισχύει και εφαρμόζεται στην παρούσα υπόθεση μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του ν. 4335/2015, που ισχύει, κατ` άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 αυτού, για τα κατατιθέμενα από 1-1-2016 ένδικα μέσα) και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων, λόγω της ήττας του στη πληρωμή των δικαστικών εξόδων των παριστάμενων, κατά ομάδας, με διαφορετικό πληρεξούσιο δικηγόρο, αναιρεσίβλητων, οι οποίοι κατέθεσαν προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα των τελευταίων (άρθρα 176, 180, 183, 189 παρ. 1, 191 παρ. 2 του ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό (ΑΠ 301/2021). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την, από 9-9-2021 (αριθμ. εκθ. κατάθ. 784/87/2021), αίτηση για αναίρεση της με αριθμ. 549/2020 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Πειραιά. Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου, που κατέθεσε ο αναιρεσείων για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης στο Δημόσιο Ταμείο. Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη πληρωμή των δικαστικών εξόδων κάθε ομάδας των παριστάμενων αναιρεσίβλητων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ για καθεμιά ομάδα απ` αυτές. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 30 Μαΐου 2023. ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 28 Ιουλίου 2023. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ