Αριθμός 863/2023 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ B2' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ζαμπέττα Στράτα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου, Ιωάννη Δουρουκλάκη, Γεώργιο Αυγέρη - Εισηγητή και Μαρία Σιμιτσή - Βετούλα, Αρεοπαγίτες. Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 31 Ιανουαρίου 2023, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ: Του αναιρεσείοντος - καθού η κλήση: Α. Α. του Π., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Θεόδωρο Τζαμαλούκα, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις. Της αναιρεσίβλητης - καλούσας: Τ. Κ. του Π., χήρας…., ατομικά και για λογαριασμό της συμπαραστατούμενης από αυτήν κόρης της και δεύτερης αναιρεσίβλητης Έ. - Μ. Γ. του Π., κατοίκων ..., αμφοτέρων ως μοναδικών κληρονόμων του Π. Γ., οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Κ. Γ., η οποία κατέθεσε προτάσεις. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30-9-2011 αγωγή του αρχικού διαδίκου Π. Γ., που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αμαλιάδας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 123/2013 του ίδιου Δικαστηρίου, με την οποία κήρυξε εαυτό αναρμόδιο καθ' ύλη και παρέπεμψε την υπόθεση στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αμαλιάδας και 29/2015 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αμαλιάδας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε ο αναιρεσείων με την από 28-12-2015 αίτησή του, επί της οποίας εκδόθηκε η 1221/2021 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, που ανέβαλε την πρόοδο της δίκης ως προς την δεύτερη αναιρεσίβλητη. Η υπόθεση επαναφέρεται με την από 13-5-2022 κλήση της Τ. Κ., ατομικά και για λογαριασμό της συμπαραστατούμενης από αυτήν κόρη της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. O Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Αυγέρης ανέγνωσε την από 29-9-2020 έκθεσή του ήδη αποβιώσαντος Αρεοπαγίτη Θεόδωρου Μαντούβαλου, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτός ο μοναδικός λόγος της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Η από 28.12.2015 (αριθ. καταθ 5/29.12.2015) αίτηση αναίρεσης κατά της 29/2015 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αμαλιάδας, που εκδόθηκε ερήμην του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 του ΚΠολΔ, όπως ίσχυαν πριν αντικατασταθούν με το άρθρο τρίτο του ν.4335/23.7.2015, δεδομένου ότι η προσβαλλόμενη απόφαση που επιδόθηκε στις 30.10.2015 (βλ. την 11224/30.10.2015 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου .. Μ. Π.), κατά το χρόνο άσκησης της αίτησης αναίρεσης (29.12.2015), έπαυσε να υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας και έφεση γιατί παρήλθε άπρακτη η προθεσμία άσκησης της ανακοπής και της έφεσης. Επί της ανωτέρω αίτησης, εκδόθηκε αρχικά η 1221/2021 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία ανέβαλε τη συζήτηση της υπόθεσης, προς συμπλήρωση των αναφερόμενων στο σκεπτικό της ελλείψεων και ειδικά να προσκομιστεί η αναφερόμενη στο 13223/30.1.2020 πληρεξούσιου του συμβ/φου … Δ. Χ. Μ., υπ' αριθ. 2/2019 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αμαλιάδας (διαδικασία εκούσιας δικαιοδοσίας), προκειμένου, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 1678 και 1679 ΑΚ, να διαπιστωθεί η εξουσία της δικαστικής συμπαραστράτιας πρώτης αναιρεσίβλητης στο πρόσωπο και στην περιουσία της δεύτερης αναιρεσίβλητης, καθώς επίσης και έγγραφο τελεσιδικίας της ανωτέρω απόφασης. Ήδη, η πρώτη αναιρεσίβλητη, ενεργούσα ατομικά και για λογαριασμό της συμπαραστατούμενης από αυτήν θυγατέρας της Έ.- Μ. Γ., επαναφέρει προς συζήτηση, με την από 13.5.2022 κλήση της, την ανωτέρω υπό κρίση αίτηση αναίρεσης, προσκομίζοντας την 2/2019 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αμαλιάδας (διαδικασία εκούσιας δικαιοδοσίας) και τα σχετικά έγγραφα τελεσιδικίας αυτής (βλ. 233/18.2.2022 πιστοποιητικό του γραμματέα του Πρωτοδικείου Αμαλιάδας περί μη άσκησης ενδίκων μέσων, σε συνδυασμό με τα από 15.3.2019 και 13.8.2019 αποδεικτικά επίδοσης της απόφασης), από την οποία προκύπτει ότι η Έ.- Μ. Γ. τέθηκε σε καθεστώς πλήρους στερητικής δικαστικής συμπαράστασης και η μητέρα της πρώτη αναιρεσίβλητη διορίστηκε οριστικός δικαστικός συμπαραστάτης αυτής από το χρόνο τελεσιδικίας της απόφασης. Ως εκ τούτου, η πρώτη αναιρεσίβλητη, η οποία ως οριστικός δικαστικός συμπαραστάτης της τελούσας σε καθεστώς πλήρους στερητικής δικαστικής συμπαράστασης, Έ.- Μ. Γ., επιμελείται του προσώπου της συμπαραστατούμενης, διοικεί την περιουσία της και την εκπροσωπεί σε κάθε δικαιοπραξία ή δίκη που αφορά το πρόσωπο ή την περιουσία της, σύμφωνα με τα άρθρα 1666, 1676, 1678 παρ.2 και 1603 ΑΚ, νομίμως, ενεργώντας δια τον εαυτό της ατομικά και ως οριστικός δικαστικός συμπαραστάτης της ανωτέρω θυγατέρας της, παρείχε, δια του 13223/30.1.2020 πληρεξουσίου του συμβ/φου …. Δ. Χ. Μ., την κατ' άρθρο 96 παρ.3 ΚΠολΔ ρητή πληρεξουσιότητα στην πληρεξούσια δικηγόρο Κ. Γ. να εκπροσωπήσει τόσο την ίδια όσο και την συμπαραστατούμενη στην παρούσα δίκη. Η προσβαλλόμενη απόφαση, κατ' επιτρεπτή (ΚΠολΔ 561 παρ.2) επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, αποτελεί κατάληξη της παρακάτω διαδικαστικής πορείας της ένδικης υπόθεσης: Ο ενάγων Π. Γ., που απεβίωσε στις 1.9.2015 και κληρονομήθηκε εξ αδιαθέτου από τις αναιρεσίβλητες, οι οποίες συνεχίζουν τη δίκη, με την από 30.9.2011 αγωγή του, που ασκήθηκε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αμαλιάδας, εξέθετε ότι από 1.1.2007 εργαζόταν με την ιδιότητα του φορτωτή- εκφορτωτή και μεταφορέα πρώτων υλών και προϊόντων στην τρίτη εναγομένη ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "Ο. Α.", της οποίας ο δεύτερος εναγόμενος και ήδη αναιρεσείων Α. Α. τυγχάνει ιδιοκτήτης, νόμιμος εκπρόσωπος και υπεύθυνος τήρησης της εργατικής νομοθεσίας και ότι στις 3.9.2009, στο εργοστάσιο της ανωτέρω εταιρείας στο… , κατά τη διάρκεια εκφόρτωσης φορτηγού, που οδηγούσε ο πρώτος εναγόμενος Β. Ζ., από υπαιτιότητα των ανωτέρω εναγομένων, τραυματίστηκε σοβαρά, όπως ειδικά τα περιστατικά του ατυχήματος αναφέρονται στην αγωγή. Ζητούσε δε να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να του καταβάλουν, εις ολόκληρον ο καθένας, το ποσό των 148.050 ευρώ, για διαφυγόντα κέρδη, το ποσό των 9.150 ευρώ, για αμοιβή αποκλειστικής νοσοκόμας, το ποσό των 900 ευρώ για δαπάνη βελτιωμένης διατροφής και το ποσό των 100.000 ευρώ για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης και συνολικά το ποσό των 258.100 ευρώ. Επί της ανωτέρω αγωγής, αρχικά, εκδόθηκε η 123/2013 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αμαλιάδας, η οποία κήρυξε εαυτόν καθ' ύλη αναρμόδιο ως προς τον πρώτο και δεύτερο των εναγομένων και παρέπεμψε ως προς αυτούς την αγωγή ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αμαλιάδας. Ακολούθως εκδόθηκε η 29/2015 προσβαλλόμενη οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αμαλιάδας, ερήμην του δεύτερου εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος, η οποία, ως προς μεν τον δεύτερο εναγόμενο, δέχτηκε, λόγω της ερημοδικίας του, ομολογημένους τους πραγματικούς ισχυρισμούς του ενάγοντος, πλην του κονδυλίου της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης και αναγνώρισε την υποχρέωση αυτού να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των 161.267,54 ευρώ, εκ του οποίου το ποσό των 5.000 ευρώ αφορά την χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, ως προς δε τον πρώτο εναγόμενο δέχτηκε εν μέρει την αγωγή και αναγνώρισε ότι υποχρεούται αυτός να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των 14.367 ευρώ. Από τις διατάξεις του άρθρου 1 του Ν.551/1915, που κωδικοποιήθηκε με το Β.Δ. της 24-7/25-8-1920 και διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του ΑΚ (άρθρ.38 εδ. α` Εισ.Ν.ΑΚ), προκύπτει ότι εργατικό ατύχημα, δηλαδή ατύχημα από βίαιο συμβάν που επέρχεται σε εργάτη ή υπάλληλο των αναφερόμενων στο άρθρο 2 του άνω νόμου επιχειρήσεων, θεωρείται και ο θάνατος ή ο τραυματισμός του μισθωτού εξαιτίας έκτακτης και αιφνίδιας επενέργειας εξωτερικού αιτίου, άσχετου προς τη σύσταση του οργανισμού του παθόντος, αλλά συνδεόμενου με την εργασία του, λόγω της εμφανίσεώς του κατά την εκτέλεση ή με αφορμή την εκτέλεση αυτής. Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 34 παρ.2 και 60 παρ. 3 του ΑΝ 1846/1951 "Περί κοινωνικών ασφαλίσεων", συνδυαζόμενες με τις διατάξεις του άρθρου 16 παρ 1 και 3 του ως άνω Ν. 551/1914, σαφώς, συνάγεται ότι, όταν ο παθών από ατύχημα, που προκλήθηκε εξαιτίας βίαιου συμβάντος κατά την εκτέλεση της εργασίας ή με αφορμή την εργασία (εργατικό, ατύχημα) υπάγεται στην ασφάλιση του Ιδρύματος Κοινωνικών Ασφαλίσεων (ΙΚΑ), δηλαδή έπαθε στον τόπο της εργασίας του, που βρίσκεται μέσα σε ασφαλιστική περιοχή του ΙΚΑ, οπότε ο παθών θεωρείται αυτοδικαίως ασφαλισμένος σ` αυτό (ήδη η ασφάλιση του ΙΚΑ επεκτάθηκε σε ολόκληρη τη χώρα με το άρθρο 3 του Ν.1305/1982), τότε ο εργοδότης απαλλάσσεται από κάθε υποχρέωση για αποζημίωση του εργαζομένου, δηλαδή απαλλάσσεται τόσο από την ευθύνη για αποζημίωση, σύμφωνα με τις διατάξεις του κοινού δικαίου (Αστικού Κώδικα), όσο και από την προβλεπόμενη, κατά τις διατάξεις του Ν. 551/1914 ειδική αποζημίωση, και μόνο αν το ατύχημα οφείλεται σε δόλο του εργοδότη ή προσώπου που έχει προστηθεί από τον εργοδότη, ο τελευταίος έχει υποχρέωση να καταβάλει στον παθόντα εργαζόμενο την από το άρθρο 34 παρ.2 ΑΝ 1846/19651 προβλεπόμενη διαφορά μεταξύ του ποσού της σύμφωνης με το κοινό δίκαιο οφειλόμενης αποζημίωσης και του ολικού ποσού των παροχών που λόγω του ατυχήματος χορηγεί στον εργαζόμενο το ΙΚΑ. Από τις ίδιες διατάξεις, εξάλλου, συνάγεται ότι η παραπάνω απαλλαγή αφορά όχι μόνο την περίπτωση που το ατύχημα προκλήθηκε από ενέργεια ή παράλειψη του εργοδότη ή του εργαζομένου (παθόντος), αλλά και την περίπτωση που προκλήθηκε από ενέργεια ή παράλειψη προσώπου που είχε προστηθεί από τον εργοδότη, καλύπτει δε η απαλλαγή αυτή και την περίπτωση της "ειδικής αμελείας", δηλαδή την περίπτωση κατά την οποία το ατύχημα οφείλεται στο ότι δεν τηρήθηκαν οι διατάξεις ισχυόντων νόμων, διαταγμάτων ή κανονισμών σχετικών με την ασφάλεια των εργαζομένων (ΑΠ 1085/2008). Έτσι ο εργαζόμενος, που είναι ασφαλισμένος στο ΙΚΑ και υπέστη εργατικό ατύχημα, δικαιούται στις παραπάνω (εκτός δόλου) περιπτώσεις μόνο τις παροχές που χορηγούνται από το ΙΚΑ, διατηρεί, όμως, την αξίωσή του για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, η οποία κρίνεται πάντοτε κατά το κοινό δίκαιο (άρθρα 914, 922, 932 ΑΚ), κατά του εργοδότη και του προσώπου που προστήθηκε από αυτόν, όταν το ατύχημα οφείλεται σε πταίσμα αυτών. Τέτοιο πταίσμα θεμελιώνεται και από τη μη τήρηση των διατάξεων του άρθρου 7 του Π.Δ.17/1996 "Μέτρα ασφαλείας- υγείας εργαζομένων", καθώς και από την μη τήρηση των διατάξεων των άρθρων 3 και 6 του ΠΔ 397/1994 "Ασφάλεια κατά χειρωνακτική διακίνηση φορτίων" από τους κατά νόμο υπεύθυνους για την ασφάλεια του εργαζομένου.(ΑΠ 842/2019, ΑΠ 52/2011). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 330 ΑΚ, "ο οφειλέτης ενέχεται, αν δεν ορίσθηκε κάτι άλλο, για κάθε αθέτηση της υποχρέωσής του από δόλο ή αμέλεια, δική του ή των νόμιμων αντιπροσώπων του. Αμέλεια υπάρχει όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές". Η ως άνω διάταξη παρέχει γενικό ορισμό της έννοιας του πταίσματος, έχει δε εφαρμογή τόσο επί συμβάσεων, όσο και επί αδικοπραξιών, δηλαδή σε κάθε περίπτωση όπου γίνεται λόγος για υπαιτιότητα. Η εν λόγω διάταξη θεσπίζει δύο μορφές πταίσματος, το δόλο και την αμέλεια. Ενώ όμως δίνει ορισμό της αμέλειας, τον προσδιορισμό του δόλου αφήνει στην επιστήμη και τη νομολογία. Η έννοια του δόλου, όπως γίνεται δεκτή στο πεδίο του αστικού δικαίου, συμπίπτει με εκείνη του άρθρου 27 παρ.1 ΠΚ, που ορίζει ότι "με δόλο (πρόθεση) πράττει όποιος θέλει την παραγωγή των περιστατικών που κατά το νόμο απαρτίζουν την έννοια κάποιας αξιόποινης πράξης. Επίσης όποιος γνωρίζει ότι από την πράξη του ενδέχεται να παραχθούν αυτά τα περιστατικά και το αποδέχεται". Άρα στην έννοια του δόλου υπάγονται σωρευτικά ως πραγματικά περιστατικά, τόσο η γνώση (πρόβλεψη) για το παράνομο αποτέλεσμα, όσο και η βούληση (συγκατάθεση) της επέλευσης αυτού από την υπαίτιο. Ειδικότερα η τελευταία αυτή διάταξη διακρίνει το δόλο σε άμεσο και ενδεχόμενο. Ορίζει δε ότι με άμεσο δόλο πράττει αυτός που "θέλει" την παραγωγή του εγκληματικού αποτελέσματος, καθώς και εκείνος που δεν επιδιώκει μεν αυτό, προβλέπει όμως ότι τούτο αποτελεί αναγκαία συνέπεια της πράξεώς του και, παρά ταύτα, δεν αφίσταται αυτής. Αντίθετα, με ενδεχόμενο δόλο πράττει εκείνος που προβλέπει το εγκληματικό αποτέλεσμα ως δυνατή συνέπεια της πράξεώς του και το "αποδέχεται". Κατά τον προσδιορισμό της έννοιας του ενδεχόμενου δόλου ο ποινικός κώδικας ακολούθησε τη θεωρία της εγκληματικής επιδοκιμασίας, σύμφωνα με την οποία για την ύπαρξη της συγκεκριμένης μορφής υπαιτιότητας πρέπει να διακριβωθεί πρώτον μεν ότι ο δράστης προέβλεψε το αποτέλεσμα ως δυνατή συνέπεια της πράξεώς του και δεύτερον ότι το αποδέχθηκε. Η αποδοχή εκφράζει το βουλητικό στοιχείο του δόλου και υποδηλώνει τη συγκατάθεση του δράστη στην επέλευση του αποτελέσματος, χωρίς να ασκεί επιρροή το αν το αποτέλεσμα που προέβλεψε ως πιθανό του ήταν επιθυμητό ή όχι. Σε όσες όμως περιπτώσεις ο δράστης προέβη στην πράξη του, αν και δεν επιθυμούσε πράγματι το αποτέλεσμα, το βουλητικό στοιχείο αναζητείται στην εκ μέρους του στάθμιση των αιτίων που τον ώθησαν και του σκοπού που επιδίωξε, προκειμένου να κριθεί αν αυτά συνιστούν λόγο ικανό να δικαιολογήσει την αποδοχή του. Έτσι, η αποδοχή αυτή, στην οποία αποτυπώνεται ο ψυχικός σύνδεσμος του δράστη με το παράνομο αποτέλεσμα, πρέπει πάντοτε να αποδεικνύεται και δεν τεκμαίρεται από το βαθμό πιθανότητας με την οποία τούτο προβλέφθηκε. Ο βαθμός αυτός, όταν μάλιστα αξιολογείται ως ιδιαίτερα υψηλός, παρέχει ισχυρή ένδειξη για την ψυχική στάση του δράστη και συνεκτιμάται με τις λοιπές αποδείξεις, προκειμένου να διαπιστωθεί αν ο τελευταίος αποδέχθηκε το αποτέλεσμα, ουδέποτε όμως υποκαθιστά το βουλητικό στοιχείο του δόλου. (ΟλΑΠ 8/2005). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ.1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται, είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 1/2022, Ολ.ΑΠ 10/2011). Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν προφανή την παράβαση (ΑΠ 59/2022, ΑΠ 93/2022). Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση της αγωγής, όπως προαναφέρθηκε, προκύπτει ότι ο ενάγων Π. Γ., ισχυρίστηκε, κατά το μέρος που ενδιαφέρει την αναιρετική δίκη και αφορά τον δεύτερο εναγόμενο και ήδη αναιρεσείοντα, ότι από 1.1.2007 εργαζόταν με την ιδιότητα του φορτωτή- εκφορτωτή και μεταφορέα πρώτων υλών και προϊόντων στην ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "Ο. Α.", της οποίας ο δεύτερος εναγόμενος- αναιρεσείων είναι ιδιοκτήτης, νόμιμος εκπρόσωπος και υπεύθυνος τήρησης της εργατικής νομοθεσίας και ότι στις 3.9.2009 στο εργοστάσιο της ως άνω εταιρείας στο…. , κατά τη διάρκεια εκφόρτωσης του με αριθμό κυκλοφορίας ... ΙΦΧ φορτηγού, ο οδηγός του φορτηγού πρώτος εναγόμενος, Β. Ζ., επιχείρησε να ανοίξει την πόρτα εκφόρτωσης του φορτηγού και από λάθος χειρισμό εκ μέρους του, η πόρτα έφυγε απότομα και έπεσε επάνω του, με αποτέλεσμα να τραυματιστεί σοβαρά και να υποστεί κάκωση κεφαλής και σφηνοειδές συμπιεστικό κάταγμα οσφυϊκού Ο2 σπονδύλου, αιτούμενος να αναγνωριστεί ότι ο εναγόμενος- αναιρεσείων υποχρεούται να του καταβάλει συνολικά το ποσό των 258.100 ευρώ και ειδικότερα α) 148.050 ευρώ για διαφυγόντα κέρδη, β) 9.150 ευρώ για αμοιβή αποκλειστικής νοσοκόμας, γ) 900 ευρώ για δαπάνη βελτιωμένης διατροφής και δ) 100.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Επί του θέματος της μορφής της υπαιτιότητας του δεύτερου εναγομένου- αναιρεσείοντος η αγωγή αναφέρει: ".. Από όλα τα ανωτέρω, αποδεικνύεται ότι εργαζόμουν μόνος μου, χωρίς κανένα βοηθό, στην εκφόρτωση των πρώτων υλών- αν και αυτός χρειαζόταν οπωσδήποτε για την εργασία που είχα αναλάβει, αφού μετέφερα τις πρώτες ύλες, οι οποίες ήταν βαριές και χωρίς κανένα βοηθητικό μέσο ή κανένα βοηθητικό εξοπλισμό. Το ατύχημα αυτό έχει όλα τα στοιχεία του εργατικού ατυχήματος, αφού επήλθε βίαιο συμβάν κατά την εκτέλεση της εργασίας συνεπεία του οποίου επήλθε βλάβη στην υγεία μου. Το ατύχημα προκλήθηκε από βίαιη ενέργεια που είχε αιτία εξωτερική και συνδέεται άμεσα με την εργασία σε σχέση αιτίου και αποτελέσματος (σελ. 3 στίχοι 34-4 και σελ. 4 στίχοι 1-2 αγωγής). Επειδή ο δεύτερος των εναγομένων ήταν ιδιοκτήτης και υπεύθυνος τήρησης σύμφωνα με την εργατική νομοθεσία των όρων εργασίας μου, κατά την εργασία μου στην τρίτη εναγομένη και δεν είχε διαρρυθμίσει κατάλληλα το χώρο εργασίας ώστε να μου παρασχεθεί βοήθεια από άλλον εργάτη ούτε φρόντισε να λάβει τα κατάλληλα προφυλακτικά μέτρα προς αποφυγή ατυχήματος και ειδικότερα δεν επέβλεπε τη διαδικασία εκφόρτωσης. (σελ. 4, στίχοι 9-14 αγωγής)...Όλες οι ανωτέρω ειδικές και γενικές διατάξεις, δεν τηρήθηκαν από τους δεύτερο και τρίτη των εναγομένων και μάλιστα εν γνώσει τους προκάλεσαν σωματική βλάβη στην υγεία μου δηλαδή από έλλειψη προσοχής την οποία όφειλαν και ηδύνατο εκ των περιστάσεων να καταβάλλουν και ενώ ήταν υποχρεωμένοι σε ιδιαίτερη επιμέλεια και προσοχή. Το επίδικο εργατικό ατύχημα ήταν αποτέλεσμα του ότι σαφώς δεν τηρούντο οι όροι ασφάλειας που προαναφέρθηκαν και που προβλέπονται από τις ανωτέρω διατάξεις και στο ΠΔ της 14/22.3.1934 "περί υγιεινής και ασφάλειας των εργατών και υπαλλήλων πάσης φύσεως βιομηχανιών και βιοτεχνικών επιχειρήσεων, εργοστασίων, εργαστηρίων κλπ" ήτοι δεν ελήφθησαν τα επιβαλλόμενα εκ του νόμου "προστατευτικά μέτρα". Επειδή αποκλειστικά υπαίτιοι του ατυχήματος μου τυγχάνουν ο πρώτος των εναγομένων ως ιδιοκτήτης του ζημιογόνου αυτοκινήτου και ο δεύτερος των εναγομένων ως ιδιοκτήτης και υπεύθυνος τήρησης της εργατικής νομοθεσίας και ως νόμιμος εκπρόσωπος της τρίτης εναγομένης και η τρίτη εναγομένη ως εργοδότρια εταιρεία, θα πρέπει να υποχρεωθούν από το δικαστήριο σας στην πληρωμή των κάτωθι αναλυτικά αναφερόμενων κονδυλίων. (σελ. 5 στίχοι 27-40 και σελ. 6 στίχοι 1-3 αγωγής). Επειδή κατά τα ανωτέρω ο τραυματισμός μου προήλθε εξαιτίας της παρανόμου και υπαίτιας συμπεριφοράς των εναγομένων και υφίσταται μεταξύ της ανωτέρω παρανόμου και υπαίτιας συμπεριφοράς των εναγομένων και του επελθόντος αποτελέσματος του τραυματισμού μου αιτιώδης συνάφεια. " (σελ. 8 στίχοι 39-40 και σελ. 9 στίχοι 1-2). Ακολούθως, το Πολυμελές Πρωτοδικείο Αμαλιάδας με την προσβαλλόμενη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος δέχτηκε τα ακόλουθα: "...Κατά της υπό κρίση αγωγής ως προς τον δεύτερο εναγόμενο δεν υπάρχει ένσταση που να εξετάζεται αυτεπαγγέλτως και για τα γεγονότα που αναφέρονται στο δικόγραφό της επιτρέπεται ομολογία. Ενόψει τούτων, λόγω της ερημοδικίας αυτού, θεωρούνται ομολογημένοι οι περιεχόμενοι στην κρινόμενη αγωγή πραγματικοί ισχυρισμοί του ενάγοντος, σύμφωνα με τα άρθρα 271 παρ.3, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 29 του ν.3994/2011, σε συνδυασμό με το άρθρο 72 παρ.2 του ίδιου νόμου και 352 παρ.1 ΚΠολΔ, πλην του αιτήματος χρηματικής ικανοποίησης για την ηθική βλάβη που υπέστη ο ενάγων από την αδικοπραξία των εναγομένων, για το ύψος της οποίας δεν ισχύει το τεκμήριο ομολογίας από την ερημοδικία του δεύτερου εναγομένου και για την αποκατάσταση της οποίας αρκεί κατά την κρίση του Δικαστηρίου η καταβολή του ποσού των 5.000 ευρώ, το οποίο κρίνεται εύλογο μετά τη στάθμιση των κατά νόμο στοιχείων, απορριπτομένου κατά τα λοιπά του σχετικού αιτήματος ως κατ' ουσία αβάσιμου. Σημειωτέον ότι ο δεύτερος εναγόμενος, ως εργοδότης του ενάγοντος, δεν απαλλάσσεται από την υποχρέωση αποζημίωσης αυτού, παρά το ότι ο εργαζόμενος είναι ασφαλισμένος στο ΙΚΑ, καθώς ο ενάγων ισχυρίζεται ότι το ατύχημα συνέβη με δόλο του εργοδότη του, ισχυρισμός που θεωρείται ομολογημένος και συνεπώς υποχρεούται αυτός να καταβάλει στο παθόντα τη διαφορά μεταξύ της οφειλόμενης κατά το κοινό δίκαιο αποζημίωσης και του ολικού ποσού των χορηγούμενων σε αυτόν από το ΙΚΑ παροχών. Στην προκειμένη περίπτωση, ο ενάγων έλαβε από το ΙΚΑ, ως επίδομα ασθενείας το συνολικό ποσό των 1.832,46 ευρώ, το οποίο πρέπει να αφαιρεθεί από το ποσό της αιτούμενης αποζημίωσης. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, η αγωγή πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτή ως βάσιμη κατ' ουσία, να αναγνωριστεί ότι ο δεύτερος εναγόμενος υποχρεούται να καταβάλει στον ενάγοντα το συνολικό ποσό των εκατόν εξήντα μία χιλιάδων διακοσίων εξήντα επτά ευρώ και πενήντα τεσσάρων λεπτών (161.267,54), με το νόμιμο τόκο από την επομένη της επίδοσης της κριθείσας ως προς αυτόν αγωγής και μέχρι πλήρους εξόφλησης..". Έτσι, σύμφωνα με τα ως άνω πραγματικά περιστατικά που επικαλείται ο ενάγων στην αγωγή του, ως προς την υπαιτιότητα του δεύτερου εναγομένου- αναιρεσείοντος, το Πολυμελές Πρωτοδικείο Αμαλιάδας, κρίνοντας ότι ο ενάγων ισχυρίζεται ότι το ατύχημα συνέβη με δόλο του αναιρεσείοντος (εργοδότη του) εκ της ομολογίας του οποίου λόγω της ερημοδικίας του δέχθηκε ως βάσιμες τις αγωγικές αξιώσεις προς αποκατάσταση της περιουσιακής του ζημίας, εσφαλμένα υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στη νομική έννοια του δόλου των προαναφερθεισών διατάξεων ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 34 παρ.2 και 60 παρ.3 του α.ν.1846/1951, 16 παρ.1 και 3 του ν.551/1915, 330 ΑΚ και 27 παρ.1 ΠΚ, με αποτέλεσμα να καταλήξει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού. Ειδικότερα, το Πολυμελές Πρωτοδικείο, κρίνοντας ανελέγκτως (δεδομένου ότι δεν προσβάλλεται με λόγο αναίρεσης) ότι ο δεύτερος εναγόμενος- αναιρεσείων είναι εργοδότης του ενάγοντος, ο οποίος είναι ασφαλισμένος στο ΙΚΑ, στη συνέχεια υπήγαγε τα επικαλούμενα από τον ενάγοντα περιστατικά υπαιτιότητας αυτού στο ατύχημα στην έννοια του δόλου του άρθρου 27 παρ.1 ΠΚ, μολονότι αυτά δεν υπάγονται, αφού σε κανένα σημείο της αγωγής ο ενάγων δεν ισχυρίζεται ότι ο εναγόμενος ενήργησε με δόλο (πρόθεση) θέλοντας, με την εν γνώσει του μη τήρηση των ειδικών διατάξεων για τους όρους ασφάλειας των εργαζομένων, τον τραυματισμό του ή γνωρίζοντας ότι από την πράξη του αυτή ενδέχεται να παραχθεί αυτό το αποτέλεσμα και το αποδέχεται (άμεσος ή ενδεχόμενος δόλος). Όλα τα σχετικά χωρία της αγωγής που προαναφέρθηκαν ακόμα και εκείνο ότι "Όλες οι ανωτέρω διατάξεις (περί των όρων ασφάλειας) δεν τηρήθηκαν από τον εναγόμενο και μάλιστα εν γνώσει του, προκάλεσαν σωματική βλάβη στην υγεία μου, δηλαδή από έλλειψη της προσοχής την οποία όφειλε και ηδύνατο εκ των περιστάσεων να καταβάλλει, ενώ ήταν υποχρεωμένος σε ιδιαίτερη επιμέλεια και προσοχή" δεν πληρούν το πραγματικό της νομικής αυτής έννοιας του δόλου. Ειδικότερα, η φράση "εν γνώσει" διευκρινίζεται ως "δηλαδή από έλλειψη της προσοχής την οποία όφειλε και ηδύνατο εκ των περιστάσεων να καταβάλλει" ήτοι παρατίθεται ο ορισμός της νομικής έννοιας της αμέλειας του άρθρου 330 εδ. β' ΑΚ. Και με βάση τη μορφή αυτή της υπαιτιότητας του εναγομένου (δόλος), την οποία εσφαλμένα δέχθηκε, κατέληξε ότι τα πιο πάνω υπό στοιχεία α' , β' και γ' αιτήματα της αγωγής είναι νόμω και ουσία (λόγω της έκτης ερημοδικίας του εναγομένου ομολογίας του ΚΠολΔ 271 παρ. 3) βάσιμα, ενώ αντίθετα (ελλείψει δόλου) ήταν απορριπτέα. Επομένως, πρέπει κατά παραδοχή του μοναδικού από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγου αναίρεσης, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, όσον αφορά τον δεύτερο- εναγόμενο- αναιρεσείοντα. Περαιτέρω, δε, και ενόψει του ότι η υπόθεση δεν χρήζει περαιτέρω διευκρίνησης, πρέπει κατ' εφαρμογή του άρθρου 580 παρ.3 εδ.α του ΚΠολΔ να κρατηθεί αυτή και δικασθεί από το παρόν αναιρετικό τμήμα και στη συνέχεια να απορριφθεί η από 30.9.2011 αγωγή, ως μη νόμιμη όσον αφορά τον δεύτερο εναγόμενο- αναιρεσείοντα και ως προς τα κονδύλια α) των 148.050 ευρώ, για διαφυγόντα κέρδη, β) των 9.150 ευρώ, για αμοιβή αποκλειστικής νοσοκόμας και γ) των 900 ευρώ για δαπάνη βελτιωμένης τροφής. Τέλος, λαμβανομένου υπόψη ότι ο αναιρεσείων δεν υποβάλλει αίτημα επιδίκασης των δικαστικών εξόδων για την παρούσα αναιρετική δίκη, ο τελευταίος πρέπει να καταδικασθεί Σε μέρος των δικαστικών εξόδων του πρώτου βαθμού δικαιοδοσίας, που υποβλήθηκε ο ενάγων, στη θέση του οποίου υπεισήλθαν οι αναιρεσίβλητες, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτών (άρθρα 178, 183 - 191 παρ.2 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα αναφέρονται στο διατακτικό. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Δέχεται την από 28-12-2015 και με αριθμό κατάθεσης 5/29.12.2015 αίτηση αναίρεσης. Αναιρεί την 29/2015 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αμαλιάδας, κατά τις διατάξεις της που αφορούν την επιδίκαση σε βάρος του αναιρεσείοντος του ποσού των 158.100 ευρώ για τα αγωγικά κονδύλια των διαφυγόντων κερδών, της αποκλειστικής νοσοκόμας και της βελτιωμένης διατροφής. Κρατεί την υπόθεση. Απορρίπτει την από 30.9.2011 αγωγή ως προς τον δεύτερο εναγόμενο- αναιρεσείοντα και για τα κονδύλια α) των 148.050 ευρώ για διαφυγόντα κέρδη, β) των 9.150 ευρώ για αμοιβή αποκλειστικής νοσοκόμας και γ) των 900 ευρώ για δαπάνη βελτιωμένης διατροφής. Καταδικάζει τον δεύτερο εναγόμενο - αναιρεσείοντα σε μέρος των δικαστικών εξόδων του ενάγοντος Π. Γ., στη θέση του οποίου υπεισήλθαν οι αναιρεσίβλητες, του πρώτου βαθμού δικαιοδοσίας, που ορίζει στο ποσό των πεντακοσίων (500) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 9 Μαΐου 2023. ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 7 Ιουνίου 2023. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ