Αριθμός 497/2023 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Β2' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ζαμπέττα Στράτα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου, Ιωάννη Δουρουκλάκη, Γεώργιο Αυγέρη και Mαλαματένια Κουράκου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες. Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 27 Σεπτεμβρίου 2022, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ: Των αναιρεσειουσών: 1.Α. Π. του Α., κατοίκου ..., 2.Π. Π. του Γ., κατοίκου ..., 3.Σ. Γ. του Χ., κατοίκου ... και 4.Τ. Γ. του Ε., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Βασίλειο Πήττα, ο oποίος κατέθεσε προτάσεις. Της αναιρεσίβλητης: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία «E. Α. Α..Ε.., που εδρεύει …και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αντώνιο Γεωργαντίδη, ο οποίος ανακάλεσε την από 22-9-2022 δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., παραστάθηκε αυτοπροσώπως και κατέθεσε προτάσεις. Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 9-1-2019 αγωγή των ήδη 1ης, 2ης και 3ης των ήδη αναιρεσειουσών και από 15-5-2019 αγωγή της 4ης των ήδη αναιρεσειουσών, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 525/2020 του ίδιου Δικαστηρίου και 1750/2021 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείουσες με την από 8-9-2021 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειουσών ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Με την από 8-9-2021 και με αριθ. κατάθεσης 6948/871/9-9-2021 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών - εργατικών διαφορών με αριθμό 1750/31-3-2021 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Με την προσβαλλομένη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσίαν την από 23-6-2020 και με αριθμό κατάθεσης 39041/2775/2020 έφεση των εναγουσών-εκκαλουσών και ήδη αναιρεσειουσών και επικύρωσε, έτσι, τη με αριθμό 525/2020 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία είχε εκδοθεί αντιμωλία των διαδίκων κατά την ίδια διαδικασία και με την οποία το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο συνεκδίκασε :α)την από 9-1-2019 με αριθμό κατάθεσης 2784/88/14-1-2019 αγωγή των τριών πρώτων αναιρεσειουσών και β) την από 15-5-2019 με αριθμό κατάθεσης 44392/1123/16-5-2019 αγωγή της τέταρτης αναιρεσείουσας κατά της εναγομένης-εφεσίβλητης και ήδη αναιρεσίβλητης ανώνυμης εταιρίας και απέρριψε αυτές κατ' ουσίαν. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ.1 και 144 του ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρο 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων αυτής (άρθρο 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ). Από τις διατάξεις των άρθρων 669 παρ. 2 του ΑΚ, 1 του Ν. 2112/1920 και 1 και 5 του Ν. 3198/1955 προκύπτει ότι η καταγγελία της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου είναι μονομερής, αναιτιώδης δικαιοπραξία και συνεπώς το κύρος αυτής δεν εξαρτάται από την ύπαρξη ή την ελαττωματικότητα της αιτίας για την οποία έγινε, αλλά αποτελεί δικαίωμα του εργοδότη και του εργαζομένου. Η άσκηση όμως του δικαιώματος αυτού, όπως και κάθε δικαιώματος, υπόκειται στον περιορισμό του άρθρου 281 του ΑΚ, δηλαδή της μη προφανούς υπέρβασης των ορίων που επιβάλλει η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος, η υπέρβαση δε των ορίων αυτών, εφόσον είναι προφανής, καθιστά άκυρη την καταγγελία, σύμφωνα με τα άρθρα 174 και 180 ΑΚ. Στην περίπτωση της ακυρότητας της καταγγελίας λόγω καταχρηστικής άσκησης αυτής, δεν επέρχεται η λύση της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας και συνακόλουθα ο εργοδότης υποχρεούται να δέχεται τις υπηρεσίες του μισθωτού και, σε περίπτωση υπερημερίας του, να καταβάλει τις αποδοχές αυτού κατά τα άρθρα 349, 350, 648 και 656 του ΑΚ (ΑΠ 750/2020, ΑΠ 179/2016, ΑΠ 601/2013). Προφανής υπέρβαση των ορίων που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του οικείου δικαιώματος συντρέχει και όταν η καταγγελία έγινε από εμπάθεια ή για λόγους εκδίκησης ή μίσους, λόγω νόμιμης, αλλά μη αρεστής στον εργοδότη, συμπεριφοράς του μισθωτού, όπως στην περίπτωση που ο μισθωτός αξιώνει από τον εργοδότη την τήρηση των συμφωνημένων όρων εργασίας (ΑΠ 750/2020, ΑΠ 179/2016, ΑΠ 1249/2014). Περαιτέρω, επί απολύσεων οφειλομένων σε οικονομοτεχνικούς λόγους όπως, μεταξύ άλλων, είναι η αναδιοργάνωση των υπηρεσιών της επιχείρησης και η μείωση του προσωπικού για λόγους οικονομίας που επιβάλλονται από συγκεκριμένες οικονομικές συνθήκες τις οποίες η επιχείρηση αντιμετωπίζει, η απόφαση (επιλογή) του εργοδότη να αντεπεξέλθει με τον τρόπο αυτό στη διαφαινόμενη οικονομική κρίση δεν ελέγχεται από τα δικαστήρια. Η στάθμιση αυτή ανήκει στον εργοδότη, που έχει υπόψη του όλα τα στοιχεία της επιχείρησης του και τις συνθήκες λειτουργίας της αγοράς (ΑΠ 1325/2020, ΑΠ 1162/2019, ΑΠ 606/2017). Το γεγονός ότι οι οικονομοτεχνικοί λόγοι προέρχονται από τη σφαίρα ευθύνης του εργοδότη και όχι του εργαζομένου, με συνέπεια μέσω της καταγγελίας των συμβάσεων εργασίας μισθωτών ο κίνδυνος των λόγων αυτών να επιρρίπτεται σε τελική ανάλυση σε βάρος των εργαζομένων, οι οποίοι δεν φέρουν καμία απολύτως ευθύνη για τη δημιουργία του συγκεκριμένου λόγου, δεν ασκεί έννομη επιρροή, καθόσον η έννομη τάξη δεν αναγνωρίζει ένα δικαίωμα του εργαζομένου στη θέση εργασίας με την έννοια της απόλυτης προστασίας αυτού από την απόλυση και ανεξαρτήτως των συνθηκών υπό τις οποίες δραστηριοποιείται η επιχείρηση στην οποία εργάζεται. Ελέγχονται, όμως, από τα δικαστήρια αφενός ο αιτιώδης σύνδεσμος της επιλογής αυτής και της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας συγκεκριμένου εργαζομένου (ως έσχατου μέσου αντιμετώπισης των προβλημάτων της επιχείρησης) και αφετέρου τα κριτήρια επιλογής του εν λόγω εργαζομένου ως απολυτέου, τα οποία πρέπει να βρίσκονται εντός των προβλεπομένων από τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ ορίων (ΑΠ 750/2020). Αν το δικαστήριο διαπιστώσει ότι πραγματικά συντρέχουν οι επικαλούμενοι από τον εργοδότη οικονομικής ή τεχνικής φύσεως λόγοι που καθιστούν αναγκαία τη μείωση του προσωπικού και ότι δεν είναι προσχηματικοί, ερευνάται αν η καταγγελία μπορεί να αποτραπεί με τη λήψη άλλων ηπιότερων μέτρων, όπως η μετάθεση του εργαζομένου σε κενή, κατά το χρόνο της καταγγελίας, θέση, η κατάργηση της υπερωριακής απασχόλησης, η μερική απασχόληση ή η δυνατότητα εξακολούθησης της απασχόλησης του εργαζομένου με τροποποίηση των όρων εργασίας (τροποποιητική καταγγελία). Γίνεται δεκτό ότι, κατ' εφαρμογή της αρχής της αναλογικότητας, η καταγγελία ασκείται νόμιμα όταν χρησιμοποιείται ως έσχατο μέσο (ultima ratio) για την επιδίωξη των σκοπών του εργοδότη, ο οποίος επιβάλλεται να επιλέξει μεταξύ περισσότερων και εξίσου αποτελεσματικών μέσων για την ικανοποίηση των επιδιωκόμενων με την καταγγελία σκοπών το λιγότερο επαχθές για τον εργαζόμενο (ΑΠ 750/2020) και οφείλει να προτείνει στο μισθωτό που πρόκειται να απολυθεί, την απασχόληση του σε άλλη θέση, έστω και κατώτερη εκείνης που αυτός κατείχε, εφόσον βεβαίως υπάρχει τέτοια κενή θέση στην επιχείρηση του και ο υπό απόλυση μισθωτός είναι κατάλληλος να εργασθεί σε αυτή ή να προτείνει σε αυτόν ν' απασχοληθεί με μειωμένες αποδοχές (ΑΠ 750/2020), υπό την αυτονόητη προϋπόθεση ότι αυτές δεν θα υπολείπονται των κατά τις τυχόν ισχύουσες συλλογικές συμβάσεις εργασίας ή κατά το νόμο ελαχίστων ορίων. Επομένως ο εργοδότης, ασκώντας νομίμως το διευθυντικό του δικαίωμα (άρθρο 652 του ΑΚ), μπορεί, προκειμένου να αποδεσμευθεί από τους δυσμενείς γι' αυτόν όρους της εργασιακής σύμβασης, να συνδέσει την καταγγελία αυτής με τη μη αποδοχή εκ μέρους του μισθωτού των προτάσεών του για μεταβολή των όρων αυτών (τροποποιητική καταγγελία). Η καταγγελία όμως αυτή, που ακολουθεί την άρνηση του μισθωτού να δεχθεί τη μεταβολή, δεν είναι καταχρηστική από μόνο το γεγονός ότι αιτία της ήταν η άρνηση του μισθωτού να συναινέσει στη μεταβολή, αλλά υπόκειται σε κρίση ως προς τους όρους της με βάση το άρθρο 281 του ΑΚ, δηλαδή ελέγχεται με αντικειμενικά κριτήρια εάν το δικαίωμα του εργοδότη να καταγγείλει τη σύμβαση εργασίας, επειδή ο μισθωτός δεν συναίνεσε στη μεταβολή των όρων της αρχικής σύμβασης, αντίκειται στους όρους της άνω διάταξης (άρθρο 281 του ΑΚ) και κυρίως εάν η αξίωση του για μεταβολή των όρων της αρχικής σύμβασης δικαιολογείται ή όχι από τις συνθήκες και τις ανάγκες της επιχείρησης και εκμετάλλευσης και ειδικότερα, εάν συνέτρεχαν πράγματι οικονομοτεχνικοί προς τούτο λόγοι ή άλλοι λόγοι που σχετίζονται με το πρόσωπο του μισθωτού (ΑΠ 750/2020). Δηλαδή, η ανωτέρω πρόταση του εργοδότη για τροποποίηση της σύμβασης εργασίας του μισθωτού με δυσμενέστερους όρους καλύπτεται από το διευθυντικό δικαίωμα του εργοδότη (άρθρο 652 του ΑΚ) να προτείνει αυτή στο μισθωτό, ως ηπιότερο της καταγγελίας μέτρο. Εάν, αντιθέτως, δεν συντρέχουν οι επικαλούμενοι από τον εργοδότη οικονομοτεχνικοί λόγοι ή οι συνδεόμενοι με το πρόσωπο του μισθωτού άλλοι λόγοι, η εκ μέρους του εργοδότη καταγγελία της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας του μισθωτού, επειδή ο τελευταίος αρνήθηκε ν αποδεχθεί την πρόταση του πρώτου για τροποποίηση της ατομικής σύμβασης εργασίας με μείωση των αποδοχών του, ελέγχεται στο πλαίσιο εφαρμογής του άρθρου 281 του ΑΚ, εφόσον ο εργοδότης προέβη σε αυτήν από εμπάθεια ή από λόγους εκδίκησης ή μίσους, διότι ο μισθωτός αξίωνε από τον εργοδότη την τήρηση των όρων της εργασιακής του σύμβασης (ΑΠ 1303/2018). Παρέπεται ότι εφόσον διαπιστωθεί η συνδρομή των οικονομοτεχνικών λόγων και η απουσία καταχρηστικότητας στα κίνητρα του εργοδότη, η επιλογή του ηπιότερου μέτρου ανήκει αποκλειστικά σε αυτόν, αφού αυτός φέρει τον επιχειρηματικό κίνδυνο, και το δικαστήριο, που ελέγχει την καταγγελία, δεν μπορεί να τού υποδείξει το μέτρο που προτιμά ο εργαζόμενος ούτε να αναγνωρίσει την καταγγελία της σύμβασης εργασίας ως καταχρηστική, επειδή ο εργοδότης δεν επέλεξε το συγκεκριμένο μέτρο (ΑΠ 1387/2022). Από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της παρούσας υπόθεσης προκύπτουν τα ακόλουθα: Με την α)από 9-1-2019 με αριθμό κατάθεσης 2784/88/14-1-2019 αγωγή των τριών πρώτων αναιρεσειουσών και β) την από 15-5-2019 με αριθμό κατάθεσης 44392/1123/16-5-2019 αγωγή της τέταρτης αναιρεσείουσας, αυτές ισχυρίστηκαν ότι προσλήφθηκαν από την ανώνυμη ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία "Α. Α. Α..Ε..", με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, κατά τους αναφερόμενους στις αγωγές χρόνους και υπηρετούσαν στις περιφερειακές μονάδες του Ηρακλείου Κρήτης η πρώτη, της Καβάλας, η δεύτερη, της Πάτρας η τρίτη (α'αγωγή) και του Ηρακλείου Κρήτης η ενάγουσα της β' αγωγής, ως υπάλληλοι αρχικά της Α. Α. και στη συνέχεια της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης, που διαδέχθηκε αυτή. Ότι στις 29-10-2018, 30-10-2018, 31-10-2018 και 8-3-2019, αντίστοιχα, η εναγομένη κατήγγειλε τις συμβάσεις εργασίας τους, λόγω κατάργησης των ως άνω περιφερειακών μονάδων, αφού τους πρότεινε είτε (α) να αποχωρήσουν οικειοθελώς με παραίτηση από οποιαδήποτε αξίωσή τους κατά της εναγομένης και με καταβολή αποζημίωσης προσαυξημένης κατά 30%, είτε (β) να καταγγελθεί η σύμβαση εργασίας τους με καταβολή της νόμιμης αποζημίωσης, με παραίτηση από οποιαδήποτε αξίωσή τους και νέα πρόσληψή τους στην Αθήνα στο τμήμα "φροντίδας πελάτη" και με τις αναφερόμενες στην αγωγή μειωμένες αποδοχές, είτε (γ) να καταγγελθεί η σύμβαση εργασίας τους για οργανωτικούς λόγους με καταβολή της νόμιμης αποζημίωσης, προτάσεις που δεν αποδέχθηκαν. Ότι η καταγγελία των συμβάσεων εργασίας τους είναι άκυρη, για λόγους ουσιαστικούς ως καταχρηστική, λόγω παραβίασης της αρχής της αναλογικότητας, διότι αντί του έσχατου μέσου της απόλυσης, δεν λήφθηκαν ηπιότερα μέτρα από την εναγομένη όπως η δυνατότητα απασχόλησής τους στην πόλη που υπηρετούσαν, σε τμήμα "φροντίδας πελάτη", και της μετάθεσής τους στην Αθήνα στα κεντρικά γραφεία της εναγομένης με τους ίδιους όρους και επειδή κατά παράβαση της αρχής της ίσης μεταχείρησης αλλά και της επιχειρησιακής συνήθειας που είχε διαμορφωθεί από την εναγομένη, δεν συμφωνήθηκε μαζί τους, όπως γινόταν μεταξύ άλλων εργαζομένων, πρώην υπαλλήλων της Α. Α., καταβολή σημαντικά προσαυξημένης, σε περίπτωση μονομερούς καταγγελίας της σύμβασης εργασίας, αποζημίωσης απόλυσης κατά τουλάχιστο 100%. Επίσης ισχυρίστηκαν, ότι οι καταγγελίες των συμβάσεων εργασίας τους είναι άκυρες και για τυπικούς λόγους, διότι δεν τους καταβλήθηκε η οφειλόμενη αποζημίωση απόλυσης, αφού δεν περιλαμβάνεται σ' αυτήν και η πρόσθετη προσαυξημένη κατά 100% αποζημίωση, που όφειλε η εναγόμενη να τους καταβάλει με βάση την ως άνω επιχειρησιακή συνήθεια και, επί πλέον, η καταβολή της προσφερόμενης αποζημίωσης απόλυσης δεν ήταν πραγματική και προσήκουσα, για τους λόγους που προσδιορίζονται στην αγωγή. Η ενάγουσα της β' αγωγής ισχυρίστηκε, επί πλέον, με την αγωγή της ακυρότητα της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας της, ως προστατευόμενου ατόμου του ν. 1648/1986, επειδή η με αριθμό 1302/5-3-2019 απόφαση του Διευθυντή της Περιφερειακής Διεύθυνσης ΟΑΕΔ Κρήτης, με την οποία αποφασίστηκε η καταγγελία της σύμβασης εργασίας της, πάσχει ακυρότητας, λόγω μη νόμιμης συγκρότησης της επιτροπής του άρθρου 9 του ν. 2643/1998 και επειδή εκ του νόμου δεν υπάρχει δυνατότητα μετάθεσης του προστατευόμενου προσώπου σε άλλη γεωγραφική περιφέρεια, και ακόμη ότι η πρόταση της εναγομένης για μετάθεσή της στην Αθήνα με τους ίδιους όρους έγινε για πρώτη φορά ενώπιον της Επιτροπής, υπό μορφή "τελεσιγράφου, χωρίς δυνατότητα ψύχραιμης στάθμισης της όλης κατάστασης από την ίδια και άρα κατά παράβαση του άρθρου 281 ΑΚ, όπως ειδικότερα αναφέρεται στην αγωγή. Υπό την επίκληση των ανωτέρω, οι ενάγουσες ζητούσαν να αναγνωριστεί η ακυρότητα της καταγγελίας των συμβάσεων εργασίας τους και να αναγνωριστεί η υποχρέωση της εναγομένης να καταβάλει τα αναφερόμενα στις αγωγές ποσά, σε κάθε ενάγουσα, ως μισθούς υπερημερίας, για τα προσδιοριζόμενα στις αγωγές χρονικά διαστήματα. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, με την με αριθμό 525/2020 απόφασή του συνεκδίκασε και απέρριψε κατ' ουσίαν τις αγωγές. Κατά της απόφασης αυτής οι ενάγουσες άσκησαν την από 23-6-2020 έφεση, η οποία έγινε τυπικά δεκτή και απορρίφθηκε κατ' ουσία, με την προσβαλλόμενη απόφαση επικυρωθείσας έτσι της πρωτόδικης απόφασης. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ.1 εδ. α του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006). Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 485/2019, ΑΠ 130/2016, ΑΠ 1420/2013). Ωσαύτως, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 εδ. β' ΚΠολΔ, η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης μόνον εάν αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σε κανόνες δικαίου. Ο προβλεπόμενος από την εν λόγω διάταξη λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν το δικαστήριο εσφαλμένα χρησιμοποιεί ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας, προκειμένου να ανεύρει την αληθή έννοια κανόνος δικαίου ή να υπαγάγει ή μη σε κανόνα δικαίου τα πραγματικά περιστατικά της υπόθεσης, όχι δε και όταν παραβιάζει τα διδάγματα της κοινής πείρας κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, η οποία κατά την διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 ΚΠολΔ δεν ελέγχεται αναιρετικά, οπότε ο σχετικός λόγος απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 143/2018).. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ. α του Συντάγματος που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά "έλλειψη αιτιολογίας", ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της "ανεπαρκής αιτιολογία", ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους "αντιφατική αιτιολογία" (ΟλΑΠ 1/1999). Ειδικότερα αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμα της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης. Αντίστοιχα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι όμως όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006). Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (ΟλΑΠ 9/2016, ΟλΑΠ 15/2006, ΟλΑΠ 24/1992 ΑΠ 1082/2018). Δεν ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ εξ αιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων (ΑΠ 1420/2013, ΑΠ 1703/2009). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του αριθμού 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ή λόγου έφεσης (ΟλΑΠ 25/2003, ΟλΑΠ 3/1997, ΟλΑΠ 11/1996). Αντιθέτως δεν θεωρούνται "πράγματα" κατά την προαναφερθείσα έννοια οι αιτιολογημένες αρνήσεις των πιο πάνω ισχυρισμών, ούτε οι ισχυρισμοί που συνιστούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, αλλά ούτε και οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι κατά νόμο ισχυρισμοί, αφού οι τελευταίοι δεν είναι ουσιώδεις για την έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 8/2013, ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 76/2016, ΑΠ 139/2014, 1720/2013, 232/2009). Επίσης, δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναίρεσης όταν το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη τον προταθέντα ισχυρισμό και τον απορρίπτει ευθέως για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό (ΟλΑΠ 12/1991, ΑΠ 1082/2018), Τέλος από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ.1 του ΚΠολΔ, η οποία είναι απόρροια της λειτουργίας της αίτησης αναίρεσης ως ένδικου μέσου ακυρωτικού χαρακτήρα, προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών και ιδιαίτερα του περιεχομένου εγγράφων, εφόσον δεν παραβιάσθηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι αναιρετικά ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις ή όταν υπό την επίφαση συνδρομής αναιρετικού λόγου πλήττεται η επί της ουσίας κρίση του δικαστηρίου, απορρίπτεται ως απαράδεκτος, αφού πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο από το δικαστήριο του Αρείου Πάγου (ΑΠ 1082/2018).. Στην προκειμένη περίπτωση, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο με την προσβαλλομένη απόφαση του δέχθηκε, μετά από εκτίμηση των προσκομισθέντων με επίκληση από τους διαδίκους αποδεικτικών στοιχείων, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, τα ακόλουθα ως προς την αγωγική βάση της ακυρότητας της καταγγελίας των συμβάσεων εργασίας των αναιρεσειουσών ως καταχρηστικής, λόγω παραβίασης της αρχής της αναλογικότητας με τη μη λήψη ηπιότερου μέτρου: "Η εναγόμενη ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία «E. Α. Α..»Ε. προέκυψε από τη νομική συγχώνευση των εταιρειών «E. Ζ. Α. Α. «Ε., "E. Ζ. Α. Α. Ε." και "Α. Α. Α..Ε..", με απορρόφηση της δεύτερης και τρίτης εταιρείας από την πρώτη, που συντελέστηκε στις …(βλ. την 252/2-1-2018 Απόφαση του Τμήματος Χρηματοπιστωτικών Ιδρυμάτων της Διεύθυνσης Εταιρειών και Γ.Ε.Μ.Η. κ.λπ. με θέμα "Έγκριση συγχώνευσης των ανωνύμων εταιρειών "E. Α. Α. Ε. Ζ.", "Α. Α. Α. Ε." και "E. Α. Α. Ε. Ζ." και την 256/2-1-2018 Ανακοίνωση του Τμήματος Χρηματοπιστωτικών Ιδρυμάτων, της Διεύθυνσης Εταιρειών και Γ.Ε.Μ.Η. κ.λπ., στην οποία επισυνάπτεται το τροποποιημένο καταστατικό της εναγομένης). Της ως άνω συγχωνεύσεως είχε προηγηθεί η εξαγορά του συνόλου των μετοχών* της εταιρείας "Α. Α. Α..Ε.." από τον πολυεθνικό Όμιλο της…, που ολοκληρώθηκε το καλοκαίρι του 2016. Κατά το χρονικό διάστημα που επακολούθησε την εξαγορά των μετοχών της εταιρείας "Α. Α. Α..Ε.." από τον Όμιλο της…, έλαβαν χώρα λύσεις συμβάσεων εργασίας με εργαζομένους της εν λόγω εταιρείας είτε σε υλοποίηση προηγούμενων συμφωνιών που είχαν συναφθεί στο πλαίσιο προγραμμάτων εθελούσιας εξόδου είτε κατόπιν νέων ατομικών συμφωνιών με εργαζομένους της που συμφώνησαν να διακόψουν τη μεταξύ τους συνεργασία. Περαιτέρω, σε σύντομο χρονικό διάστημα μετά την ολοκλήρωση της συγχώνευσης, η εναγομένη, ανταποκρινόμενη στις επανειλημμένες προτροπές του Συλλόγου Εργαζομένων, που λειτουργούσε κατά το παρελθόν στην …και ο οποίος εξακολούθησε να ασκεί κανονικά τη δραστηριότητά του και μετά τη νομική συγχώνευση, προχώρησε, στις 2-4-2018, στην ανακοίνωση προγράμματος εθελούσιας εξόδου, το οποίο μετά. και από σχετική συνδικαλιστική προτροπή απευθυνόταν μόνο στο προσωπικό που προερχόταν από την πρώην "Α. Α. Α..Ε..". Τούτο, διότι μετά τη νομική συγχώνευση η εταιρεία βρισκόταν ενώπιον του σχεδιασμού σημαντικών οργανογραμματικών και λειτουργικών μεταβολών και κρίθηκε σκόπιμο να δοθεί μια τελευταία ευκαιρία, σε όσους κατά το παρελθόν είχαν επιλέξει να μην συμμετάσχουν στα διαδοχικά προγράμματα εθελούσιας εξόδου που είχαν "τρέξει" στην εταιρεία, να αιτηθούν τη συμμετοχή τους και να εξασφαλίσουν πιο προνομιακούς όρους αποχώρησης σε σχέση με το ύψος των νομίμων αποζημιώσεων απόλυσης που ορίζει ο νόμος (βλ. το από 2-4-2018 μήνυμα ηλεκτρονικής αλληλογραφίας της Διεύθυνσης Ανθρώπινου Δυναμικού της εναγομένης προς το προσωπικό, όπου επισυνάπτεται το με ίδια ημερομηνία υπηρεσιακό σημείωμα που εξειδικεύει τους όρους του προγράμματος). Δεδομένου δε, ότι η εναγομένη είχε ήδη αποφασίσει να προβεί στη διακοπή της λειτουργίας του υποκαταστήματος των …λίγες μόνον εβδομάδες πριν την εξαγγελία του προγράμματος εθελούσιας εξόδου, προκρίθηκε τότε να προταθεί στους εργαζομένους που απασχολούνταν στο συγκεκριμένο υποκατάστημα να αποδεχθούν τη λύση της συνεργασίας τους με την εταιρεία και να λάβουν προσαυξημένες αποζημιώσεις, ανάλογες με εκείνες που θα δικαιούντο να λάβουν σε περίπτωση που εξακολουθούσαν να εργάζονται στην εταιρεία κατά τον χρόνο ανακοίνωσης του προγράμματος εθελούσιας εξόδου και γινόταν αποδεκτή η συμμετοχή τους από την εναγομένη. Κατά τους μήνες που επακολούθησαν προχωρώντας στη διαμόρφωση και υλοποίηση του σχεδιασμού της για την ορθολογική διάρθρωση της λειτουργικής της δομής, η εναγομένη διαπίστωσε ότι τα υποκαταστήματα που είχαν δημιουργηθεί κατά το παρελθόν από την Α. Α. Α..Ε.., σε …δεν είχαν πλέον λόγο ύπαρξης. Όλες οι εργασίες που διεκπεραίωνε η Α. Α. Α..Ε.. κατά το παρελθόν μέσω των συγκεκριμένων καταστημάτων μέχρι τη συγχώνευσή της με τις άλλες δύο εταιρείες του Ομίλου της…, εκτελούνταν πλέον στα κεντρικά γραφεία της εταιρείας στην …ή στο υποκατάστημα της … για λόγους που σχετίζονταν με την επάρκεια, την ταχύτητα και την αποτελεσματικότητα, αλλά και προκειμένου να επιτυγχάνεται ο καλύτερος δυνατός έλεγχος και η αναγκαία συνεργασία των υφιστάμενων εταιρικών δομών. Στα συγκεκριμένα υποκαταστήματα απασχολούνταν οι ενάγουσες, με βάση ατομικές συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου που είχαν συνάψει με την Α. Α. Α..Ε.., στις 2-1-2004 η Α. Π., στις 11-6-2002 η Π. Π., στις 16-1-2003 η Σ. Γ. και στις 12-6- 1997 η Τ. Γ., η οποία είχε τοποθετηθεί αναγκαστικά στην Α. Α., ως τέκνο πολύτεκνης οικογένειας, δυνάμει των διατάξεων του ν. 1648/1986. Για το λόγο αυτό η εναγομένη κάλεσε σε διαβούλευση το σωματείο Εργαζομένων, που πραγματοποιήθηκε στις 18-10-2018, κατά την οποία η εναγομένη εξέθεσε την πραγματική κατάσταση, ως προς τα εν λόγω υποκαταστήματα και συγκεκριμένα ότι η συνέχιση της λειτουργίας των υποκαταστημάτων … είχε καταστεί απολύτως ασύμφορη από οικονομικο-τεχνική άποψη, δεδομένου ότι το σύνολο της εργασίας που εκτελούνταν σε αυτά μπορούσε χάρη στη σύγχρονη οργάνωση και τεχνολογία να μεταφερθεί στις αντίστοιχες οργανωτικές μονάδες της …και της…, ότι στο υποκατάστημα …απασχολούνταν με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου δύο άτομα, στην …δύο άτομα και στην …ένα άτομο και ότι, οι θέσεις εργασίας των εν λόγω εργαζομένων, μετά τη σχεδιαζόμενη διακοπή της λειτουργίας των καταστημάτων, επρόκειτο να καταργηθούν. Επιπλέον, η εναγομένη ανακοίνωσε ότι, στοχεύοντας στην κατά το δυνατόν άμβλυνση των αρνητικών συνεπειών της απώλειας της θέσης εργασίας τους, σχεδίαζε να προτείνει στους εργαζομένους των υποκαταστημάτων αυτών (α) να αποδεχθούν την καταγγελία της σύμβασης εργασίας που τους συνδέει με την εταιρεία και να λάβουν τη νόμιμη αποζημίωση απολύσεως προσαυξημένη κατά 30%, με αποδοχή της καταγγελίας και παραίτηση από κάθε αξίωση, εναλλακτικά (β) να αποδεχθούν την καταγγελία της σύμβασης εργασίας τους, να λάβουν τη νόμιμη αποζημίωση απόλυσης, να παραιτηθούν από κάθε περαιτέρω αξίωση τους κατά της εταιρείας και στη συνέχεια να αποδεχθούν την κατάρτιση μεταξύ καθενός από αυτούς και της Εταιρείας νέας ατομικής σύμβασης εργασίας, προκειμένου να απασχοληθούν στα κεντρικά γραφεία της εταιρείας στην Αθήνα με βάση νέους όρους που θα προτείνει η Εταιρεία και με αποδοχές αντίστοιχες της νέας θέσης. Τέλος τους ενημέρωσε ότι, σε περίπτωση που τελικώς η εταιρεία αποφασίσει τη διακοπή της λειτουργίας των υποκαταστημάτων της σε…, και οι εργαζόμενοι αρνηθούν τις εναλλακτικές προτάσεις που σχεδιάζει να τους προσφέρει η εταιρεία, τότε αναγκαστικά η Εταιρεία θα προβεί μονομερώς στην καταγγελία της συμβάσεως εργασίας τους, με καταβολή μόνον της οφειλόμενης νόμιμης αποζημίωσης απόλυσης. Από την πλευρά τους οι συνδικαλιστικοί εκπρόσωποι, όπως εκτίθεται επί λέξει στο προαναφερόμενο Πρακτικό, "αμφισβήτησαν τους λόγους που επικαλέστηκε η εταιρεία για το σχεδιαζόμενο κλείσιμο των συγκεκριμένων υποκαταστημάτων, ζήτησαν διευκρινίσεις και κάλεσαν την εταιρεία να απασχολήσει τους εργαζομένους που απασχολούνταν στα υποκαταστήματα μετά τη διακοπή της λειτουργίας τους στα "γραφεία του εταιρικού δικτύου πωλήσεων" τα οποία λειτουργούν στις ίδιες πόλεις. Επεσήμαναν, τέλος, ότι οι προσφερόμενες αποζημιώσεις υπολείπονταν σημαντικά των χρηματικών ποσών που είχαν προσφερθεί με βάση το τελευταίο πρόγραμμα εθελούσιας εξόδου, αλλά και με βάση ατομικές συμφωνίες με εργαζομένους που είχαν προηγούμενα απομακρυνθεί από την εταιρεία" (βλ. το από 18-10-2018 Πρακτικό Συνάντησης). Πέραν αυτών, οι συνδικαλιστικοί εκπρόσωποι των εργαζομένων, ουδένα άλλο αίτημα ή πρόταση υπέβαλαν στην εταιρεία. Εν τέλει, τα αρμόδια όργανα της εναγομένης αποφάσισαν το κλείσιμο των υποκαταστημάτων…, όπου εργάζονταν οι ενάγουσες Α. Π. και Τ. Γ., …, όπου εργαζόταν η ενάγουσα Π. Π., και…, όπου εργαζόταν η ενάγουσα Σ. Γ., οπότε προτάθηκε σε αυτές, αντί της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας τους με τη νόμιμη αποζημίωση απόλυσης, α) η αποδοχή της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας τους με τη νόμιμη αποζημίωση απόλυσης προσαυξημένη κατά 30% είτε β) η αποδοχή της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας τους με τη νόμιμη αποζημίωση απόλυσης και κατάρτιση νέας σύμβασης εργασίας με νέους όρους, προκειμένου να απασχοληθούν στο εξής στα κεντρικά γραφεία της εταιρείας στην…, με μικτές μηνιαίες αποδοχές ύψους 1.300 ευρώ για την Α. Π. και 1.200 για καθεμία των λοιπών (βλ. τα από 25-10-2018 μηνύματα ηλεκτρονικής αλληλογραφίας της ……της εναγομένης, Ε. Κ. προς τις ενάγουσες). Τις προτάσεις αυτές απέρριψαν οι ενάγουσες ως "απαράδεκτες και καταχρηστικές" με τα με όμοιο περιεχόμενο από 26-10-2018 μηνύματά τους ηλεκτρονικής αλληλογραφίας, με τα οποία, όπως και οι συνδικαλιστικοί εκπρόσωποί τους, αμφισβήτησαν την ανάγκη διακοπής λειτουργίας των συγκεκριμένων υποκαταστημάτων, ισχυρίστηκαν ότι μπορούν να εξακολουθήσουν να προσφέρουν τις υπηρεσίες τους από τον τόπο κατοικίας τους χωρίς κόστος για την εταιρεία και ότι σε ανάλογες περιπτώσεις οι αποζημιώσεις ήταν πολύ μεγαλύτερες. Με τα ηλεκτρονικά αυτά μηνύματά τους, οι ενάγουσες δεν αντιπρότειναν κάποια άλλη λύση, ώστε να μη καταγγελθούν οι συμβάσεις εργασίας τους. Μη αποδεχομένων των ως άνω προτάσεων, η εναγομένη προέβη στις 29-10-2018, 30-10-2018, 31-10-2018 και 8-3-2019 στην καταγγελίες των συμβάσεων εργασίας των εναγουσών, …αντιστοίχως, προσφέροντας αυθημερόν σε καθεμία από αυτές τη νόμιμη αποζημίωση απόλυσης με τις με αριθμούς 06807432-8, 068074434-4, 06807436-1 και 06807452- 2 και ποσών 22.063,65, 23.986,90, 28.997,81 και 25.891,04 ευρώ επιταγές της Τράπεζας Πειραιώς αντιστοίχως, τις οποίες οι ενάγουσες, μαζί με το έντυπο της καταγγελίας των συμβάσεων εργασίας τους, αρνήθηκαν να παραλάβουν. Σύμφωνα με όσα αποδείχθηκαν, προκύπτει ότι ο πραγματικός λόγος καταγγελίας των συμβάσεων εργασίας των εναγουσών ήταν η απόφαση της εναγομένης για επαναδιοργάνωση των υπηρεσιών της, με σκοπό την με λιγότερο κόστος και αποτελεσματικότερη λειτουργία της και το γεγονός ότι στα πλαίσια αυτά της αναδιοργάνωσης, όλες οι εργασίες που διεκπεραίωνε η Α. - Α. Α..Ε.. κατά το παρελθόν, μέσω των συγκεκριμένων υποκαταστημάτων μέχρι τη συγχώνευσή της με τις άλλες δύο εταιρείες του Ομίλου της…, εκτελούνταν πλέον στα κεντρικά γραφεία της εταιρείας στην …ή στο υποκατάστημα της …για λόγους που σχετίζονταν με την επάρκεια, την ταχύτητα και την αποτελεσματικότητα, αλλά και προκειμένου να επιτυγχάνεται ο καλύτερος δυνατός έλεγχος και η αναγκαία συνεργασία των υφιστάμενων εταιρικών δομών, με συνέπεια αυτά να μην έχουν πλέον λόγο ύπαρξης και όχι η βούληση απομάκρυνσης του προσωπικού της πρώην Α. Α., λόγω των υψηλότερων αποδοχών του έναντι του προσωπικού της…, όπως ισχυρίζονται οι ενάγουσες. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι δεν υπήρχε η δυνατότητα απασχόλησής τους στην πόλη που υπηρετούσαν, σε τμήμα "φροντίδας πελάτη" σε γραφεία του εταιρικού δικτύου πωλήσεων της εναγομένης που λειτουργούν στις ίδιες πόλεις, διότι, όπως αποδείχθηκε, η εναγομένη δεν έχει εκεί δικές της δομές όπου απασχολεί προσωπικό με σχέση εξαρτημένης εργασίας στα γραφεία πωλήσεων που λειτουργούν στις ίδιες πόλεις, αλλά στους συνεργάτες της (εναγομένης), συντονιστές ασφαλιστικών συμβούλων και τους ασφαλιστικούς συμβούλους, οι οποίοι είναι ελεύθεροι επαγγελματίες, τους έχουν, απλά, παραχωρηθεί γραφεία για να στεγάσουν τις ατομικές τους επιχειρήσεις και δεν θα μπορούσαν στον ίδιο χώρο να εργάζονται οι ενάγουσες, μεμονωμένα και ανεξάρτητες από την οργανωμένη δομή της εναγομένης διότι σε αυτήν την περίπτωση, οι ενάγουσες θα παρείχαν τις υπηρεσίες τους, χωρίς οποιαδήποτε εποπτεία και έλεγχο εκ μέρους της εργοδότριάς τους, στοιχεία απαραίτητα στις συμβάσεις παροχής εξηρτημένης εργασίας. Ακολούθως, αποδείχθηκε ότι δεν θα μπορούσε η εναγομένη να λάβει το μέτρο της καταγγελίας των συμβάσεων εργασίας των εναγουσών, καταβάλλοντάς τους τη νόμιμη αποζημίωση και στη συνέχεια να προβεί στη σύναψη νέας σύμβασης εργασίας με νέους όρους και μειωμένες αποδοχές, ώστε οι ενάγουσες να μετατεθούν στην…, στα κεντρικά γραφεία της εναγομένης, διότι, όπως προέκυψε, οι ενάγουσες είχαν, εκ των προτέρων, αποκλείσει από την αρχή των διαπραγματεύσεων των όρων αποχώρησής τους, για προσωπικούς τους λόγους, τη μετακίνησή τους από τον τόπο της κατοικίας τους και την απασχόλησή τους σε άλλο τόπο, ακόμη και με τους ίδιους όρους που απασχολούνταν μέχρι τότε, δεδομένου ότι, όπως ήδη αναφέρθηκε ανωτέρω, ενώ τους είχε γίνει σχετική πρόταση δεν την αποδέχθηκαν και, επί πλέον, ούτε στις διαπραγματεύσεις όπου συμμετείχαν οι συνδικαλιστικοί εκπρόσωποι των εργαζομένων ούτε και στη συνέχεια, με την ανταλλαγή ηλεκτρονικής αλληλογραφίας, δεν πρότειναν οι ενάγουσες μια τέτοια λύση. Η δε διαπραγματευτική τους προσπάθεια, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, περιορίστηκε στη διεκδίκηση καταβολής σε αυτές μεγαλύτερης προσαύξησης και συγκεκριμένα σε ποσοστό τουλάχιστον 100% επί της νόμιμης αποζημίωσης απόλυσης, όπως είχαν λάβει σε άλλες περιπτώσεις συνάδελφοί τους της πρώην Α. Α. και στη συνέχιση απασχόλησής, τους στις πόλεις όπου υπηρετούσαν......" Με τον Α1 από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, οι αναιρεσείουσες προσάπτουν στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια ότι δεν έλαβε υπόψη της τον προταθέντα στον πρώτο λόγο της έφεσής τους ισχυρισμό, περί καταχρηστικής άσκησης της καταγγελίας των συμβάσεών τους, λόγω παραβίασης της αρχής της αναλογικότητας,με τη μη λήψη ηπιότερων μέτρων, που έχει ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, και συγκεκριμένα ότι η αναιρεσίβλητη μπορούσε να επιλέξει ως ηπιότερο μέτρο να τις μεταθέσει στα κεντρικά της γραφεία στην …με τους ίδιους όρους, διότι είχε και την ανάγκη πρόσθετων υπαλλήλων, όπως προκύπτει από την δεύτερη πρότασή της, η οποία ήταν να καταγγείλει τη σύμβαση εργασίας, και να αποδεχτούν οι αναιρεσείουσες την καταγγελία παραιτούμενες από κάθε τυχόν αξίωσή τους και στην συνέχεια να τις προσλάβει στην…, στο τμήμα φροντίδας πελάτη με σημαντικά μειωμένες αποδοχές. Όπως, όμως, προκύπτει από τις προεκτεθείσες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, ο ισχυρισμός αυτός ερευνήθηκε από το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο και απορρίφθηκε ρητά ως κατ' ουσίαν αβάσιμος με το προαναφερθέν σκεπτικό και δη " ... δεν θα μπορούσε η εναγομένη να λάβει το μέτρο της καταγγελίας των συμβάσεων εργασίας των εναγουσών, καταβάλλοντάς τους τη νόμιμη αποζημίωση και στη συνέχεια να προβεί στη σύναψη νέας σύμβασης εργασίας με νέους όρους και μειωμένες αποδοχές, ώστε οι ενάγουσες να μετατεθούν στην…, στα κεντρικά γραφεία της εναγομένης, διότι, όπως προέκυψε, οι ενάγουσες είχαν, εκ των προτέρων, αποκλείσει από την αρχή των διαπραγματεύσεων των όρων αποχώρησής τους, για προσωπικούς τους λόγους, τη μετακίνησή τους από τον τόπο της κατοικίας τους και την απασχόλησή τους σε άλλο τόπο, ακόμη και με τους ίδιους όρους που απασχολούνταν μέχρι τότε, δεδομένου ότι, όπως ήδη αναφέρθηκε ανωτέρω, ενώ τους είχε γίνει σχετική πρόταση δεν την αποδέχθηκαν και, επί πλέον, ούτε στις διαπραγματεύσεις όπου συμμετείχαν οι συνδικαλιστικοί εκπρόσωποι των εργαζομένων ούτε και στη συνέχεια, με την ανταλλαγή ηλεκτρονικής αλληλογραφίας, δεν πρότειναν οι ενάγουσες μια τέτοια λύση. Η δε διαπραγματευτική τους προσπάθεια, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, περιορίστηκε στη διεκδίκηση καταβολής σε αυτές μεγαλύτερης προσαύξησης και συγκεκριμένα σε ποσοστό τουλάχιστον 100% επί της νόμιμης αποζημίωσης απόλυσης ... ". Συνεπώς, ο ως άνω υπό στοιχεία Α1 λόγος αναίρεσης εκ του άρθρου 559.αρ.8 ΚΠολΔ, πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμος. Ως προς τις λοιπές αναφερόμενες στο λόγο αυτό αιτιάσεις, που αφορούν ανάλυση και εκτίμηση των εγγράφων που προσκομίστηκαν προς απόδειξη του εν λόγω ισχυρισμού, από τα οποία συνάγεται κατά τις ως άνω παραδοχές αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που οι αναιρεσείουσες θεωρούν ορθό, πρόκειται για παράπονα αναφερόμενα στην εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, που εκφεύγει, κατά το άρθρο 561 παρ 1 του Κ.ΠολΔικ., του αναιρετικού ελέγχου. Με τους Α3, 4 και Β λόγους αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ.1α ΚΠολΔ, προσάπτονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι αιτιάσεις ότι μη κρίνοντας άκυρη ως καταχρηστική την καταγγελία των συμβάσεών τους, διότι δεν εφαρμόστηκε η αρχή της αναλογικότητας με τη μη λήψη, από την αναιρεσίβλητη των ηπιότερων μέτρων της μετάθεσής τους στην … με τους ίδιους όρους ή της παραμονής τους στον τόπο κατοικίας τους στα γραφεία που διατηρούσε αυτή για το δίκτυο πωλήσεων, αντί της καταγγελίας των συμβάσεων εργασίας τους, παραβιάστηκαν οι διατάξεις των άρθρων 281 ΑΚ και 25 του Συντάγματος (αρχή της αναλογικότητας) όχι των εσφαλμένα αναγραφομένων άρθρων 5 παρ.1 και 22 του Συντάγματος και με τους Α2,1,2,3 και Β από το άρθρο 559.αρ.19 ΚΠολΔ λόγους αναίρεσης, αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση, οι πλημμέλειες, ότι με ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες απέρριψε τους ισχυρισμούς τους, για τη μη λήψη των ως άνω ηπιότερων μέτρων. Κρίνοντας, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, με τις προεκτιθέμενες παραδοχές ότι οι συμβάσεις εργασίας των αναιρεσειουσών καταγγέλθηκαν λόγω της επαναδιοργάνωσης των υπηρεσιών της αναιρεσίβλητης, με σκοπό την με λιγότερο κόστος αποτελεσματικότερη λειτουργία της, στα πλαίσια της οποίας, όλες οι εργασίες εκτελούνταν πλέον στα κεντρικά γραφεία της εταιρείας στην … ή στο υποκατάστημα της …και τα υποκαταστήματα…, που είχαν ιδρυθεί από την Α. Α. Α., δεν είχαν πλέον λόγο ύπαρξης και αφού αποφασίστηκε η κατάργησή τους, η αναιρεσίβλητη πρότεινε στις αναιρεσείουσες αντί της απόλυσης με τη καταβολή της νόμιμης αποζημίωσης τα ηπιότερα μέτρα α)της καταγγελίας των συμβάσεων εργασίας τους με καταβολή προσαυξημένης κατά 30% αποζημίωσης και β)της καταγγελίας των συμβάσεων με καταβολή της νόμιμης αποζημίωσης και πρόσληψής τους από την αναιρεσίβλητη στην …με μειωμένες αποδοχές (τροποποιητική καταγγελία), τα οποία αυτές δεν αποδέχθηκαν και εν συνεχεία καταγγέλθηκαν οι συμβάσεις εργασίας τους με την καταβολή της νόμιμης αποζημίωσης και ότι δεν υπήρχε η δυνατότητα απασχόλησής των αναιρεσειουσών στην πόλη που υπηρετούσαν, σε τμήμα "φροντίδας πελάτη" ή της απασχόλησής τους στην …στα κεντρικά της γραφεία ακόμα και με τους ίδιους όρους, αφού και αυτή την πρόταση την είχαν αρχήθεν αρνηθεί, ορθά, ερμήνευσε και εφάρμοσε τις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 281 ΑΚ, και 25 του Συντάγματος, σε συνδυασμό με άρθρο 652 ΑΚ, υπαγάγοντας τα πραγματικά περιστατικά, που κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δέχθηκε ως αποδειχθέντα, στις προαναφερόμενες διατάξεις, κατέληξε δε στο αποδεικτικό του πόρισμα διαλαμβάνοντας στην απόφασή του σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις και κενά αιτιολογίες που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς τη μη καταχρηστικότητα της καταγγελίας των συμβάσεων εργασίας των αναιρεσειουσών και τη μη παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας, με τη μη λήψη των ως άνω ηπιότερων μέτρων, χωρίς να είναι αναγκαίο να εκτίθεται στην απόφαση η αναλυτική αξιολόγηση και εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού. Οι αιτιάσεις των αναιρεσειουσών περί καταχρηστικότητας της καταγγελίας και παραβίασης της αρχής της αναλογικότητας, επειδή δεν προτάθηκαν από την αναιρεσίβλητη τα ηπιότερα μέτρα της μετάθεσής τους στην … με τους ίδιους όρους και της εργασίας στον τόπο κατοικίας τους στο τμήμα φροντίδας πελάτη, είναι απορριπτέες, καθόσον, σύμφωνα και με την σχετική προεκτεθείσα μείζονα σκέψη, η επιλογή του ηπιότερου μέτρου ανήκει στη αναιρεσίβλητη, η οποία στα πλαίσια της στάθμισης των επιχειρηματικών της συμφερόντων πρότεινε τα ηπιότερα μέτρα που έκρινε, στα οποία εξαντλείται η πρότασή της και δεν υπάρχει καταχρηστικότητα επειδή δεν επέλεξε τα ως άνω συγκεκριμένα μέτρα που οι αναιρεσείουσες επικαλούνται, εκ των οποίων, άλλωστε σύμφωνα με τις παραδοχές του Εφετείου κατά το στάδιο των διαπραγματεύσεων, αντιπροτάθηκε στις προτάσεις της αναιρεσίβλητης, μόνο η παραμονή τους στο τόπο κατοικίας τους στο τμήμα φροντίδας πελάτη και όχι η μετάθεσή τους στην …με τους ίδιους όρους, αλλά και η αντιπρόταση αυτή δεν ήταν δεσμευτική για την αναιρεσίβλητη , Προσέτι, οι αναφερόμενες στους ως άνω αναιρετικούς λόγους ελλείψεις που ανάγονται στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Τα αντιθέτως συνεπώς ισχυριζόμενα με τους Α2.1,2,3, Α.3, Α.4, Β εκ του άρθρου 559 αρ.1α και 19 ΚΠολΔ, αναιρετικούς λόγους, είναι απορριπτέα ως ουσιαστικά αβάσιμα. Ο Β λόγος αναίρεσης κατά το τρίτο σκέλος του εκ του άρθρου 559 αρ.1β ΚΠολΔ, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια, ότι αντίθετα με τα διδάγματα της κοινής πείρας, σύμφωνα με τα οποία είναι εφικτή η εξ αποστάσεως εργασία, δεδομένων των νέων τεχνολογιών, δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, ότι δεν είναι εφικτή η εργασία τους στον τόπο κατοικίας τους, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι παραβιάζονται τα διδάγματα της κοινής πείρας κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, η οποία κατά την διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 ΚΠολΔ δεν ελέγχεται αναιρετικά. Κατά το άρθρο 5 παρ.3 εδ. α' του ν. 3198/1955, η καταγγελία της συμβασης εργασίας αορίστου χρόνου, που πραγματοποιείται σύμφωνα με τις διατάξεις του νόμου αυτού και των άρθρων 1 και 3 του ν. 2112/1920 και 669 ΑΚ, θεωρείται έγκυρη μόνον εφ' όσον γίνει εγγράφως και καταβληθεί η οφειλόμενη αποζημίωση. Ως χρόνος καταβολής της αποζημίωσης ορίζεται κατ' αρχήν, με τη ρητή διάταξη του άρθρου 2 παρ.1 εδ. α' του ν. 3198/1955, η ημέρα της λύσης της σύμβάσης, εκτός αν η αποζημίωση υπερβαίνει τις αποδοχές έξι μηνών, οπότε ο εργοδότης υποχρεούται να καταβάλει στον απολυόμενο μισθωτό το μέχρι των αποδοχών έξι μηνών μέρος της αποζημίωσης, το δε υπόλοιπο δικαιούται να το καταβάλει σε τριμηνιαίες δόσεις, κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο άρθρο 2 παρ.1 εδ. β' του ν. 3198/ 1955. Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι η καταβολή της αποζημίωσης πρέπει να είναι πραγματική και ότι δεν αρκεί η απλή προσφορά αυτής. Σε περίπτωση άρνησης του μισθωτού να την εισπράξει, ο εργοδότης οφείλει να προβεί στη δημόσια κατάθεσή της, μέσα σε εύλογο χρόνο από την ατελεσφόρητη προσφορά, ώστε να αποτρέψει την ακυρότητα. Ο προσδιορισμός του εύλογου χρόνου, σε μια τέτοια περίπτωση, είναι συνάρτηση των κρατούντων συναλλακτικών ηθών (κατά κανόνα: ο απολύτως αναγκαίος χρόνος για τη συντέλεση των απαιτουμένων διατυπώσεων) και των συντρεχουσών σε κάθε περίπτωση περιστάσεων, όπως η συμπεριφορά του εργαζόμενου, (ΑΠ 105/2009), που δικαιολογεί τη δημόσια κατάθεση ή τυχόν έκτακτες εξωτερικές συνθήκες. Από το συνδυασμό δε, των ιδίων διατάξεων, συνάγεται ότι δεν αποκλείεται το να προκαταβληθεί η αποζημίωση σε σχέση με το χρόνο επίδοσης του εγγράφου της καταγγελίας ή το να κατατεθεί σε τραπεζικό λογαριασμό, του οποίου δικαιούχος είναι ο εργαζόμενος και στον οποίο, κατά τη διάρκεια της σύμβασης εργασίας, είχε συμφωνηθεί να κατατίθεται η μισθοδοσία του (ΑΠ 1338/2014, ΑΠ 105/2009 ΝΟΜΟΣ). Με τον τρίτο λόγο αναίρεσης οι αναιρεσείουσες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση αιτιάσεις εκ του άρθρου 559 αρ..1α και 19, διότι απέρριψε χωρίς αιτιολογίες το λόγο της έφεσής τους περί ακυρότητας της καταγγελίας των συμβάσεών τους λόγω μη πραγματικής και προσήκουσας καταβολής της αποζημίωσης απόλυσης παραβιάζοντας έτσι με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 168,169,427, 431.349.321,648,669 Α.Κ., 1 και 3 του ν.2112/1920, 1 και 3 παρ.1, του ΒΔ από 16-7-1920 και 5 παρ. 3 εδ,α'και β',2 παρ.1 εδ.α του .ν.3198/1955, . Ως προς το λόγο αυτό της έφεσης εκτιμώντας τα ίδια ως άνω αποδεικτικά μέσα το Εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα: ".... η καταγγελία της σύμβασης εργασίας των εναγουσών έγινε με επίδοσή της (καταγγελίας) με δικαστικό επιμελητή, ο οποίος προέβη σε θυροκόλληση της καταγγελίας μαζί με τη σχετική παραγγελία προς αυτόν, όπου αναφερόταν ότι, σε περίπτωση μη ευρέσεώς τους, το ποσό της αποζημίωσης θα παρακατατεθεί νομίμως στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων. Πράγματι η εναγόμενη προέβη σε παρακατάθεση του ποσού της νόμιμης αποζημίωσης των εναγουσών στο ΤΠκΔ, για την Α. Π. μετά από 17 ημέρες, για την Π. Π. μετά από 35 ημέρες, για τη Σ. Γ. μετά από 36 ημέρες και για την Τ. Γ. μετά από 25 ημέρες από την απόλυση. Επομένως, εφ' όσον οι ενάγουσες αρνήθηκαν να υπογράψουν την καταγγελία των συμβάσεων εργασίας τους και να εισπράξουν την αποζημίωση που τους προσφέρθηκε αυθημερόν με τραπεζική επιταγή, ορθά η εναγομένη παρακατέθεσε το ποσό των αποζημιώσεών τους. Η εναγομένη εν τω μεταξύ, χορήγησε σε αυτές χρόνο να το ξανασκεφτούν και να αποδεχθούν την αυξημένη κατά 30% αποζημίωση με τον όρο της αποδοχής της καταγγελίας και για το λόγο αυτό πρότεινε εκ νέου, στις 3-12-2018 στις Α. Π., Π. Π. και Σ. Γ. την προσφορά της για αυξημένη κατά 30% αποζημίωση, η οποία απορρίφθηκε και πάλι από αυτές. Οι ενάγουσες Α. Π. και Π. - Π. παρέλαβαν τελικώς τα με αριθμούς 2401 και 2253 Γραμμάτια Σύστασης Παρακαταθήκης στις 10-12-2018 και 19-12-2018 αντιστοίχως, που τα αναζήτησαν για πρώτη φορά λίγες ημέρες μετά την εκ νέου προσφορά της προσαυξημένης αποζημίωσης κατά 30% από την εναγομένη (σχετ. τα αντίγραφα των 2401/15-11-2018 και 2253/3-12-2018 Γραμματίων Σύστασης Παρακαταθήκης του ΤΠκΔ με τις από 10-12-2018 και 19-12-2018 υπογραφές των εναγουσών Α. Π. και Π. Π. αντιστοίχως), η δε ενάγουσα Σ. Γ., αμέσως μετά την εκ νέου προσφορά της προσαυξημένης αποζημίωσης κατά 30% από την εναγομένη, αφού απέρριψε την προσφορά, εξουσιοδότησε, στις 5-12-2018, την εταιρεία να προβεί στην κατάθεση της νόμιμης αποζημίωσης στον τραπεζικό της λογαριασμό, όπου και μεταφέρθηκε αυθημερόν (σχετ. η από 5-12-2018 εξουσιοδότηση προς την εναγομένη και η με ίδια ημερομηνία απόδειξη μεταφοράς του οφειλόμενου χρηματικού ποσού). Όσον αφορά στην ενάγουσα Τ. Γ., αποδείχθηκε ότι, μετά την άρνησή της να παραλάβει την εκδοθείσα τραπεζική επιταγή, ο πληρεξούσιος δικηγόρος της ενημέρωσε το νομικό σύμβουλο της εναγομένης για την άσκηση προσφυγής κατά της Απόφασης του ΟΑΕΔ που είχε επιτρέψει την καταγγελία και επιφυλάχθηκε να απαντήσει αν θα παραλάβει τελικώς η εντολέας του την επιταγή, οπότε η εναγομένη ανέμεινε αρχικά την παραλαβή της, όμως προέβη στις 3-4-2019 στην παρακατάθεση του οφειλόμενου ποσού, όταν έλαβε την απάντηση μέσω του πληρεξουσίου δικηγόρου της ότι δεν θα παραλάμβανε την επιταγή, η δε ενάγουσα ζήτησε στις 6-5-2019 να της αποσταλεί το σχετικό γραμμάτιο του ΤΠκΔ (σχετ. το αντίγραφο του 3121/3-4-2019 Γραμματίου Σύστασης Παρακαταθήκης του ΤΠκΔ). Σύμφωνα με όσα αποδείχθηκαν προέκυψε ότι εν προκειμένω, το χρονικό διάστημα εντός του οποίου κατεβλήθη, δια παρακαταθέσεως στο ΤΠΔ, η αποζημίωση από τις ενάγουσες ήταν εύλογο, σύμφωνα με τα κρατούντα συναλλακτικά ήθη, κατά τα εκτεθέντα στη νομική σκέψη της παρούσας, με την επισήμανση ότι η όποια καθυστέρηση στην κατάθεση και είσπραξη οφείλεται αφ' ενός στην άρνηση των εναγουσών να εισπράξουν την αποζημίωσή τους και αφ' ετέρου στην τελευταία ευκαιρία που έδωσε η εναγομένη ώστε να δεχθούν οι ενάγουσες την προσαύξηση του 30%. Επομένως, δεν πάσχει ακυρότητος η καταγγελία των συμβάσεων εργασίας των εναγουσών για το λόγο αυτό". Με τις παραπάνω παραδοχές το Εφετείο, ορθά υπήγαγε τα πραγματικά περιστατικά, που κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δέχθηκε ως αποδειχθέντα, στις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 168, 169, 427, 431, 349, 321, 648, 669 Α.Κ., άρθρα 1 και 3 του ν.2112/1920 και άρθρο 1 και 3 παρ.1, του ΒΔ από 16-7-1920 και άρθρο 5 παρ. 3 εδ, α' και β', 2 παρ.1 εδ. α του .ν.3198/1955, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα, διαλαμβάνοντας στην απόφασή του σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις και κενά αιτιολογίες Ειδικότερα, ορθά κρίθηκε εύλογο το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε από την άρνηση των αναιρεσειουσών να παραλάβουν αυθημερόν με την καταγγελία των συμβάσεών τους, την προσφερόμενη αποζημίωση, έως την παρακατάθεση αυτής, λόγω των συντρεχουσών περιστάσεων, αφενός της διαπραγματευτικής προσπάθειας της αναιρεσίβλητης, προκειμένου οι αναιρεσείουσες να λάβουν προσαυξημένη κατά τις εκατέρωθεν προτάσεις αποζημίωση και αφετέρου λόγω της ιδιαιτερότητας της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας, όσον αφορά την τέταρτη αναιρεσείουσα. Συνεπώς, η, υπό τις ανωτέρω περιστάσεις, καταβολή της αποζημίωσης ήταν πραγματική και προσήκουσα και η καταγγελία των συμβάσεων εργασίας τους δεν είναι άκυρη εκ του λόγου αυτού. Επομένως, τυγχάνει απορριπτέος ως ουσιαστικά αβάσιμος, ο υπό στοιχεία Γ εκ του άρθρου 559 αρ.1 και 19 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης. Στο άρθρο 1 του ν. 2643/1998 "Μέριμνα για την απασχόληση προσώπων ειδικών κατηγοριών και άλλες διατάξεις" (ΦΕΚ Α' 220/28-9-1998), με το άρθρο 15 του οποίου καταργήθηκε ο προηγούμενος σχετικός με αριθμό 1648/1986 νόμος, ορίζονται οι κατηγορίες προσώπων που υπάγονται στις προστατευτικές διατάξεις του νόμου αυτού. Στις κατηγορίες αυτές περιλαμβάνονται, και τα τέκνα πολύτεκνων οικογενειών. Η κοινωνική προστασία που παρέχεται από το νόμο αυτό, συνίσταται κυρίως στην επαγγελματική αποκατάσταση των προστατευομένων με αυτόν προσώπων και μάλιστα με τη μορφή της αναγκαστικής τοποθέτησης αυτών σε επιχειρήσεις του ιδιωτικού τομέα και σε φορείς του δημοσίου τομέα του άρθρου 2 παρ.8 του νόμου αυτού (όπως ίσχυε πριν την αντικατάστασή του με το άρθρο 73 παρ.1 του ν. 4611/2019). Σύμφωνα με το άρθρο 5 παρ.1 του εν λόγω ν. 2643/1998, η τοποθέτηση των ανωτέρω προστατευόμενων προσώπων, η οποία είναι υποχρεωτική για τον εργοδότη, γίνεται από την Επιτροπή του άρθρου 9 του νόμου αυτού. Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 5 παρ.2 και 11 παρ.1 του ίδιου νόμου, οι τοποθετούμενοι εξομοιώνονται πλήρως, ανάλογα με τα προσόντα τους, με το υπόλοιπο προσωπικό, ως προς τους όρους εργασίας, την αμοιβή, τις προαγωγές και γενικά τις συνθήκες εργασίας, με την επιφύλαξη των ειδικών διατάξεων του άρθρου 11 παρ.1, το οποίο θέτει περιορισμούς αναφορικά με τη λύση της σύμβασης εργασίας των προσώπων που ανήκουν στις κατηγορίες αυτές, η οποία μεταξύ άλλων επέρχεται κατά την περίπτωση δ' του ως άνω άρθρου, αν έχει εκδοθεί, σύμφωνα με την παράγραφο 4 του άρθρου 2, απόφαση του αρμόδιου περιφερειακού διευθυντή του Ο.Α.Ε.Δ. Κατά την παρ.4 του άρθρου 2 του νόμου αυτού ο αρμόδιος περιφερειακός διευθυντής του Ο.Α.Ε.Δ., με απόφασή του, ύστερα από σύμφωνη γνώμη της οικείας Επιτροπής του άρθρου 9, μπορεί να απαλλάσσει από την υποχρέωση πρόσληψης ή να περιορίζει το ποσοστό υποχρεωτικής πρόσληψης σε επιχειρήσεις, εκμεταλλεύσεις ή φορείς που έχουν ουσιαστικά αναστείλει τις εργασίες τους ή δεν μπορούν να συνεχίσουν επωφελώς τη λειτουργία τους. Με την ίδια διαδικασία μπορεί να επιτρέπεται στις παραπάνω επιχειρήσεις, εκμεταλλεύσεις ή φορείς να απολύουν όλους ή ορισμένους από τους προστατευομένους, που έχουν τοποθετηθεί σε αυτές αναγκαστικά με οποιονδήποτε νόμο καταγγέλοντας τη σύμβαση εργασίας τους. Για την έκδοση της παραπάνω απόφασης, η ενδιαφερόμενη επιχείρηση υποβάλλει στον αρμόδιο περιφερειακό διευθυντή του Ο.Α.Ε.Δ. σχετική αίτηση που συνοδεύεται από όλα τα απαραίτητα για την υποστήριξή της στοιχεία. Από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων των άρθρων 11 παρ. 1 και 2 παρ. 4 του Ν. 2643/1998 και των άρθρων 349, 648, 656 του ΑΚ, προκύπτει, ότι για την εγκυρότητα της καταγγελίας σύμφωνα με το άρθρο 11 παρ. 1 περ. δ`, απαιτείται να προηγηθεί απόφαση του περιφερειακού διευθυντή του Ο.Α.Ε.Δ., ύστερα από σύμφωνη γνώμη της οικείας Επιτροπής του άρθρου 9 (ΑΠ 1334/2021, ΑΠ 510/2020). Περαιτέρω, στο άρθρο 9 του Ν. 2643/1998 οριζεται: "1. Στην έδρα κάθε περιφερειακής διεύθυνσης του Ο.Α.Ε.Δ. συνιστάται Πρωτοβάθμια Πενταμελής Επιτροπή. Με απόφαση του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, δύναται να συνιστώνται περισσότερες Πρωτοβάθμιες Πενταμελείς Επιτροπές και να καθορίζεται η χωρική τους αρμοδιότητα και η έδρα τους. 2.Κάθε Πρωτοβάθμια Πενταμελής Επιτροπή αποτελείται από: α) Ενα μέλος του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους ή ανώτερο διοικητικό υπάλληλο, με τους αναπληρωτές τους, ως Πρόεδρο, β) Δύο υπαλλήλους του Ο.Α.Ε.Δ. με βαθμό τουλάχιστον Γ με τους αναπληρωτές τους, γ) Εναν εκπρόσωπο του Συνδέσμου Ελληνικών Βιομηχανιών (Σ.Ε.Β.), με τον αναπληρωτή του. δ) Εναν εκπρόσωπο της Ανωτάτης Συνομοσπονδίας Πολυτέκνων Ελλάδος (Α.Σ.Π.Ε.)......, εφόσον συζητούνται θέματα της αντίστοιχης κατηγορίας της παραγράφου 1 του άρθρου 1. Χρέη εισηγητή και γραμματέα της Επιτροπής ασκούν υπάλληλοι του Ο.Α.Ε.Δ. Η θητεία των μελών της Επιτροπής ορίζεται τριετής". Εξάλλου, στο άρθρο 13 παρ. 1 του κυρωθέντος με το άρθρο πρώτο του ν. 2690/1999 (Α' 45) Κώδικα Διοικητικής Διαδικασίας ορίζεται ότι "Για τη νόμιμη συγκρότηση συλλογικού οργάνου απαιτείται ο ορισμός, με πράξη, όλων των μελών (τακτικών και αναπληρωματικών) που προβλέπει ο νόμος. ... Αν ορισμένα μέλη εκλέγονται ή υποδεικνύονται από τρίτους και τα μέλη αυτά δεν έχουν ακόμη εκλεγεί ή υποδειχθεί από τα αρμόδια όργανα, η συγκρότηση είναι νόμιμη αν έχει εγκαίρως ζητηθεί εγγράφως η εκλογή ή υπόδειξή τους και τα υπόλοιπα μέλη επαρκούν, ώστε να υπάρχει απαρτία", στο δε άρθρο 14 παρ. 1 εδ. α' του αυτού Κώδικα ορίζεται ότι "Το συλλογικό όργανο συνεδριάζει νομίμως όταν στη σύνθεσή του μετέχουν, ως τακτικά ή αναπληρωματικά μέλη, περισσότερα από τα μισά των διορισμένων τακτικών μελών (απαρτία). ...". Από την ανωτέρω διάταξη του άρθρου 13 παρ. 1 του ν. 2690/1999 συνάγεται ότι ο νομοθέτης θέτει ως κανόνα για τη νόμιμη συγκρότηση συλλογικού οργάνου τον ορισμό όλων των προβλεπόμενων από το νόμο μελών αυτού, τακτικών και αναπληρωματικών, κατ' εξαίρεση δε προβλέπει τη συγκρότησή του με μικρότερο αριθμό μελών στην περίπτωση που ορισμένα μέλη εκλέγονται ή υποδεικνύονται από τρίτους και τα μέλη αυτά δεν έχουν εκλεγεί ή υποδειχθεί, έχει δε εγκαίρως ζητηθεί εγγράφως η εκλογή ή η υπόδειξή τους από τα αρμόδια προς τούτο όργανα (Σ.τ.Ε. 547/2019). Ακόμη κατά τη διάταξη του άρθρου 578 του ΚΠολΔ, αν το αιτιολογικό της προσβαλλόμενης απόφασης κρίνεται εσφαλμένο, αλλά το διατακτικό της ορθό ο Άρειος Πάγος απορρίπτει την αναίρεση. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, εάν τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ανελέγκτως η προσβαλλόμενη απόφαση υπάγονται σε άλλο κανόνα δικαίου, σε σχέση με τις διατάξεις του νόμου που δέχθηκε ως εφαρμοστέες η προσβαλλόμενη απόφαση, και η υπαγωγή αυτή στον προσήκοντα κανόνα δικαίου απολήγει σε πόρισμα όμοιο προς το διατακτικό της προσβαλλομένης απόφασης, απορρίπτεται ο σχετικός λόγος αναίρεσης, χωρίς ο Άρειος Πάγος ν` αντικαταστήσει τις αιτιολογίες (ΟλΑΠ 30/1998, ΑΠ 319/2022, ΑΠ 390/2017). Με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης εκ του άρθρου 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ, που αφορά την τέταρτη αναιρεσείουσα Τ. Γ., αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 9 του Ν. 2643/1998, 13, 14 και 15 Ν. 2690/1999, την υπ' αριθμ. 38521/Δ1.13586 απόφαση του Υπουργού Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης και υπό τον τίτλο "Συγκρότηση Πρωτοβάθμιων Πενταμελών Επιτροπών του ν. 2643/1998" (ΦΕΚ 672/Τ.Υ.Ο.Δ.Δ./14-11-2018) και του άρθρου 3 της ΥΑ 30702 (Β 981/2000). Ειδικότερα αναφέρεται στον ως άνω λόγο αναίρεσης ότι το Εφετείο απέρριψε το λόγο έφεσής της σχετικά με την ακυρότητα της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας της, λόγω μη νόμιμης σύνθεσης της Πρωτοβάθμιας Επιτροπής της Περιφέρειας Κρήτης, ως επιτροπής του άρθρου 9 του Ν. 2643/1998, η οποία αποφάσισε ότι επιτρέπεται η λύση της σύμβασης εργασίας της με την εταιρεία "E. Α. ΑΕ", καθόσον αυτή, ενώ έπρεπε να είναι πενταμελής ήταν τετραμελής και ως εκ τούτου δεν είχε τη νόμιμη σύνθεση (άρθρο 13 παρ. 1 του Ν. 2690/1999 σε συνδυασμό με άρθρο 3 της ΥΑ 30702 (Β' 981/2000) προς έκδοση της ως άνω απόφασης, η οποία είναι νη νόμιμη και κατά συνέπεια μη νόμιμη τυγχάνει και η στηριζόμενη επ' αυτής 1302/5-3-2019 απόφαση του Διευθυντή της Περιφερειακής Διεύθυνσης ΟΑΕΔ Κρήτης περί καταγγελίας της σύμβασης εργασίας της, που ήταν προϋπόθεση για την καταγγελία αυτή από την αναιρεσίβλητη και συνακόλουθα μη νόμιμη είναι και η καταγγελία της σύμβασης εργασίας της, που έγινε από την αναιρεσίβλητη. Ακόμη, αναφέρεται στον ίδιο αναιρετικό λόγο, ότι η προσβαλλομένη απόφαση απέρριψε τον λόγο αυτό της έφεσής, δεχόμενη, ότι η εν λόγω επιτροπή συγκροτήθηκε από πέντε και όχι από τέσσερα μέλη με τις ακόλουθες παραδοχές: "Περαιτέρω από το προσκομιζόμενο ακριβές αντίγραφο της εν λόγω με αριθμό πρακτικού 01/Ιανουαρίου 2019 Απόφασης, τη νομιμότητα της οποίας, ως εκτελεστής διοικητικής πράξης, στο πλαίσιο της προκείμενης διαφοράς ιδιωτικού δικαίου εξετάζει παρεμπιπτόντως το Δικαστήριο τούτο, ελέγχοντας μόνο τη νομιμότητά της, ήτοι αν η διοίκηση ενήργησε στα πλαίσια της νομοθετικής εξουσιοδότητσης αν τήρησε τους καθορισμένους τύπους, αν ερμήνευσε και εφάρμοσε ορθά το νόμο, αν εκδόθηκε από το αρμόδιο όργανο ή καθ' υπέρβαση της εξουσίας ιου και τέλος αν είναι ή όχι αιτιολογημένη, μη δυνάμενο να την ακυρώσει. εάν αυτή πάσχει ούτε να αποκρούσει την εκτελεστότητά της, αλλά δύναται να μην την εφαρμόσει στη συγκεκριμένη περίπτωση (ΟλΑΠ 1/2018, ΑΠ 1366/2018), αποδεικνύεται αφενός ότι η αρμόδια επιτροπή του άρθρου 9 του ν. 2643/1998 συγκροτήθηκε νομίμως από πέντε μέλη και συγκεκριμένα από τους α) Κ. Ε., …, ως Πρόεδρο, β)Σ. Ε., …, ως τακτικό μέλος, γ)Π. Α., …, ως τακτικό μέλος, δ)Π. Γ., …, ως τακτικό μέλος και ε)Χ. Α., …, ως εισηγητή, σύμφωνα και με την 38521/ΔΙ. 13586/2-10-2018 Απόφαση της Υπουργού Εργασίας Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης, η οποία είναι αναρτημένη στη Διαύγεια. Το γεγονός δε, ότι ο Α. Χ. είχε οριστεί και εισηγητής δεν σημαίνει ότι στερείται της βασικής ιδιότητάς του μέλους της επιτροπής και άλλωστε, λόγω της ιδιότητάς του ως μέλους ορίστηκε εισηγητής". Από την επισκόπηση της 38521/Δ1.3586/2-10-2018 Απόφασης της Υπουργού Εργασίας Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης, προκύπτει ότι για την πενταμελή επιτροπή του άρθρου 9 του ν.2643/1998 στην περιφερειακή διεύθυνση ΟΑΕΔ Κρήτης, ορίστηκαν τέσσερα τακτικά και τέσσερα αναπληρωματικά μέλη και ένας εισηγητής, τα τακτικά δε μέλη και ο Εισηγητής συμμετείχαν στη σύνθεση της εν λόγω Επιτροπή, που με το από 1/Ιανουαρίου 2019 πρακτικό, επέτρεψε την καταγγελία της σύμβασης εργασίας της τέταρτης αναιρεσείουσας. Για να είναι πενταμελής η επιτροπή σύμφωνα με το ως άνω εκτεθέν άρθρο 9 του ν. 2643/1998, έπρεπε να μετέχει στη σύνθεση και ένα τακτικό και αναπληρωματικό μέλος του Σ,Ε,Β, Από τα εισαγωγικό τμήμα της παραπάνω Υπουργικής απόφασης προκύπτει ρητά, ότι προκειμένου να οριστούν οι συνθέσεις των πενταμελών επιτροπών στις Περιφερειακές Διευθύνσεις του ΟΑΕΔ, λήφθηκαν υπόψη (αρ.7), τα αριθμ. πρωτ.00865/19-7-2018, 00865/24-7-2018 και 00865/26-7-2018 έγγραφα του Σ.Ε.Β, με τα οποία υποδείχθησαν τακτικά και αναπληρωματικά μέλη για ορισμένες Περιφερειακές Διευθύνσεις και όπως προκύπτει από το περιεχόμενο της ίδιας Υπουργικής απόφασης, όπου υποδείχθηκαν μέλη από το Σ.Ε.Β, οι επιτροπές ορίστηκαν πενταμελείς και όπου δεν υποδείχθηκαν οι επιτροπές ορίστηκαν τετραμελείς, όπως και στην προκείμενη περίπτωση της Περιφερειακής Διεύθυνσης Κρήτης. Στην εν λόγω Επιτροπή, που συνεδρίασε στις 17-1-2019, όπως προκύπτει από την επισκόπηση του με αριθμό 1/17-1-2019 πρακτικού της, μετά από αίτηση της αναιρεσίβλητης, προκειμένου να εξετασθεί η καταγγελία λύσης της σύμβασης εργασίας της τέταρτης αναιρεσείουσας, ως προστατευόμενης με το Ν. 2643/1998 στην κατηγορία τέκνων πολυτέκνων, συμμετείχαν τα τέσσερα τακτικά μέλη που ορίστηκαν με την ως άνω Υπουργική απόφαση και ο Εισηγητής. Η συγκρότηση αυτή της Επιτροπής με τετραμελή σύνθεση, ήταν νόμιμη και υπήρχε απαρτία, αφού μετείχαν πλέον των μισών τακτικών διορισμένων μελών, σύμφωνα και με τις προεκτεθείσες διατάξεις των άρθρων 13 παρ.1εδ.β, και 14 παρ. 1 εδ. α' του ν. 2690/1999, στον οποίο υπάγονται οι επιτροπές του άρθρου 9 του Ν. 2643/1998. Κατόπιν αυτών, εφόσον η επιτροπή συγκροτήθηκε νόμιμα βάσει της ορισθείσας με την ως άνω Υπουργική απόφαση νόμιμης σύνθεσης, η απόφασή της περί παροχής αδείας για την καταγγελία της σύμβασης εργασίας της τέταρτης αναιρεσείουσας είναι νόμιμη και η ερειδόμενη σ' αυτήν 1302/5-3-2019 απόφαση του Διευθυντή της Περιφερειακής Διεύθυνσης ΟΑΕΔ Κρήτης, ως μόνου αρμοδίου, περί καταγγελίας της σύμβασης εργασίας, καθώς και η καταγγελία της σύμβασης εργασίας της τέταρτης αναιρεσείουσας, από την αναιρεσίβλητη, που ακολούθησε μετά τη νομότυπη ως άνω διαδικασία είναι νόμιμη και δεν πάσχει ακυρότητα. Η προσβαλλόμενη απόφαση έκρινε τα ίδια με εσφαλμένο αιτιολογικό, αφού δεν υπήγαγε τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε στις διατάξεις των άρθρων 13 και 14 του ν.2690/1999, που καθορίζουν ειδικότερα τη νόμιμη συγκρότηση και απαρτία των συλλογικών οργάνων, στις οποίες εμπίπτουν και οι επιτροπές του άρθρου 9 του ν.2643/1998, αλλά με ορθό διατακτικό και επομένως σύμφωνα με τη προεκτεθείσα διάταξη του άρθρου 578 ΚΠολΔ, πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμος ο εκ του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ τέταρτος λόγος αναίρεσης.. Κατά τη διάταξη του αριθμού 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και εάν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό. Ο ανωτέρω λόγος ιδρύεται μόνο όταν το δικαστήριο της ουσίας υπέπεσε, ως προς το έγγραφο, σε διαγνωστικό λάθος αναγόμενο στην ανάγνωση του εγγράφου (σφάλμα ανάγνωσης), με τη παραδοχή ότι περιέχει περιστατικά προδήλως διαφορετικά από εκείνα που πράγματι το έγγραφο αυτό περιελάμβανε, όχι δε και όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο σωστά ανέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό. Στην τελευταία περίπτωση πρόκειται για παράπονο αναφερόμενο στην εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, που εκφεύγει κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του ιδίου Κώδικα του αναιρετικού ελέγχου. Πάντως για να θεμελιωθεί ο προαναφερόμενος λόγος αναίρεσης θα πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο που φέρεται ότι παραμορφώθηκε, όχι δε όταν το έχει συνεκτιμήσει απλώς, μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρει το έγγραφο, αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε για την ύπαρξη ή μη του αποδεικτέου γεγονότος (ΟλΑΠ 2/2008, ΑΠ 1160/2017). Με τον πέμπτο λόγο αναίρεσης εκ του άρθρου 559 αρ.20 ΚΠολΔ, η τέταρτη αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια, ότι παραμόρφωσε το περιεχόμενο του με αριθμό 1/2019 Πρακτικού της Πρωτοβάθμιας Επιτροπής του άρθρου 9 Ν. 2643/1998 της Περιφέρειας Κρήτης στο οποίο αναφέρονται τέσσερα τακτικά μέλη και ο Εισηγητής, δεχόμενη, σύμφωνα με τις προεκτεθείσες στον υπό στοιχεία Δ λόγο παραδοχές ότι αυτή συγκροτήθηκε από τέσσερα τακτικά μέλη και τον Εισηγητή, ως προς τον οποίο έκρινε ότι ήταν πέμπτο μέλος αυτής με συνέπεια την έκδοση μη νόμιμης απόφασης που καθιστά άκυρη την καταγγελία της σύμβασής της από την αναιρεσίβλητη. Ο λόγος αυτό, πέραν των όσων αναπτύχθηκαν στον αμέσως προηγούμενο, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, διότι το Εφετείο σωστά ανέγνωσε το περιεχόμενο του ως άνω εγγράφου, όσον αφορά τη σύνθεση της Επιτροπής, αλλά συνήγαγε αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που η αναιρεσείουσα θεωρεί ορθό. Η εκτίμηση όμως αυτή εκφεύγει κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του ιδίου Κώδικα του αναιρετικού ελέγχου, σύμφωνα και με την προηγηθείσα νομική σκέψη. Κατά το άρθρο 559 αριθμ. 10 του ΚΠολΔ, "αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στη δίκη, ως αληθινά, χωρίς απόδειξη". Ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται, όταν το δικαστήριο δέχεται πράγματα, δηλαδή αυτοτελείς ισχυρισμούς, οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος, που ασκείται με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσαχθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά, ή όταν δεν εκθέτει από ποια αποδεικτικά μέσα άντλησε την απόδειξη γι` αυτά (AΠ 246/2022,ΑΠ 1162/2019, ΑΠ 1424/2017). Εξάλλου από τις διατάξεις των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ιδίου Κώδικα συνάγεται ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να διαγνώσει την αλήθεια των πραγματικών ισχυρισμών που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, αφενός μεν υποχρεούται να λάβει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα που νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, τα οποία κατά νόμο είναι ισοδύναμα, αφετέρου δε απόκειται σε αυτό να κρίνει την αποδεικτική βαρύτητα καθενός (ΑΠ 479/2010, ΑΠ 81/2007), ενόψει της κατά το άρθρο 340 του ΚΠολΔ αρχής της ελεύθερης εκτίμησης των αποδείξεων, με την επιφύλαξη των περιπτώσεων που ο νόμος προσδίδει σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα αυξημένη αποδεικτική δύναμη, όπως η δικαστική ομολογία (άρθρο 352 ΚΠολΔ) ή έγγραφα που παράγουν πλήρη απόδειξη (άρθ. 438 επ. 445 ΚΠολΔ). Επομένως στη περίπτωση που το δικαστήριο της ουσίας δώσει μεγαλύτερη ή μικρότερη βαρύτητα ή αξιοπιστία σε ένα από τα ισοδύναμα αποδεικτικά μέσα, στο πλαίσιο της ελεύθερης εκτίμησης των αποδείξεων (άρθ. 340 του ΚΠολΔ) δεν ιδρύεται αναιρετικός λόγος και δη εκείνος από τον αριθμό 12 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ (ΑΠ 1180/2017, ΑΠ 593/2014). Με τον αναφερόμενο ως πέμπτο (αληθώς έκτο) λόγο αναίρεσης η τέταρτη αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλειες εκ του άρθρου 559 αρ.10 και 12 ΚΠολΔ. Ειδικότερα, επικαλούμενη ότι επί του ισχυρισμού της πως πρώτη φορά κατά την ακροαματική διαδικασία ενώπιον της Πρωτοβάθμιας Επιτροπής του άρθρου ης. η αναιρεσιβλητη πρότεινε δια του πληρεξουσίου της δικηγόρου την μετάθεσή της στην …με τους ίδιους όρους, πρόταση την οποία απέρριψε ως αιφνίδια, διότι δεν της παρασχέθηκε χρόνος να τη σκεφθεί, η προσβαλλόμενη απόφαση απέρριψε τον ισχυρισμό της με τις ακόλουθες παραδοχές: "Εξ άλλου, σε ό,τι αφορά στον ισχυρισμό της ενάγουσας ότι η πρόταση της εναγομένης για μετάθεσή της στην … με τους ίδιους όρους έγινε για πρώτη φορά ενώπιον της Επιτροπής, υπό μορφή τελεσιγράφου, χωρίς δυνατότητα ψύχραιμης στάθμισης της όλης κατάστασης από την ίδια, πρέπει αυτός να απορριφθεί ως ουσιαστικώς αβάσιμος, διότι, όπως εκτίθεται στο σκεπτικό της ως άνω Αποφάσεως της πενταμελούς Επιτροπής και αποδεικνύεται και από την από 29-10-2018 εξώδικη δήλωση της εναγομένης προς την ενάγουσα. την οποία μάλιστα προσκομίζει η τελευταία, τέτοια πρόταση εκ μέρους της εναγομένης ήταν άνευ αντικειμένου, δεδομένου ότι η ίδια η ενάγουσα είχε διαμηνύσει από την αρχή στην εναγομένη ότι δεν θα αποδεχόταν οποιαδήποτε εναλλακτική πρόταση από τη διατήρηση της θέσης εργασίας της στο…, συμπεριλαμβανομένης ακόμη και εκείνης της απασχόλησής της σε άλλη πόλη της Κρήτης (αν υπήρχε τέτοια δυνατότητα) ή πολύ περισσότερο τυχόν μετακίνησή της στις εγκαταστάσεις της εταιρείας στην…, ακόμη και με τους ίδιους όρους της ατομικής σύμβασης εργασίας με βάση την οποία έως τότε εργαζόταν".' Αποδίδεται δε στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι στήριξε την ως άνω αιτιολογία της στην από 29-10-2018 εξώδικη δήλωση και δέχθηκε πράγματα που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, ως αληθινά χωρίς απόδειξη και επικουρικά ότι με την παραπομπή στην εξώδικη δήλωση παραβίασε τους ορισμούς του νόμου για τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων. Όμως, ο ως άνω λόγος αναίρεσης κατά το μέρος που πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση ότι κατέληξε στην ως άνω κρίση της χωρίς απόδειξη (559 αρ,10 ΚΠολΔ), είναι απορριπτέος ως αβάσιμος γιατί το Εφετείο απέρριψε τον εν λόγω ισχυρισμό λαμβάνοντας υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα (καταθέσεις μαρτύρων, νομότυπα ληφθείσες ένορκες βεβαιώσεις και έγγραφα) που προσκομίστηκαν από τους διαδίκους και γενικά μνημονεύονται στην προσβαλλόμενη απόφαση και κατά το μέρος που πλήττει τη προσβαλλομένη απόφαση ως προς την αξιολόγηση της αποδεικτικής βαρύτητας του εγγράφου της ως άνω εξώδικης δήλωσης είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, αφού το εν λόγω αποδεικτικό μέσο εκτιμάτια ισοδύναμα με τα λοιπά προσκομισθέντα αποδεικτικά μέσα και δεν ιδρύεται ο εκ του άρθρου 559 αρ.12 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης. Οι λοιπές αναφερόμενες στον ίδιο λόγο αναίρεσης αιτιάσεις, με τις οποίες αποδίδονται πλημμέλειες στην κρίση της Επιτροπής σχετικά με τον ως άνω ισχυρισμό της τέταρτης αναιρεσείουσας αλυσιτελώς προβάλλονται, στο παρόν Δικαστήριο, διότι δεν αφορούν σφάλματα της προσβαλλόμενης απόφασης του Εφετείου. Κατόπιν αυτών και μη υπάρχοντος άλλου λόγου αναίρεσης προς έρευνα, πρέπει ν' απορριφθεί η υπό κρίση αναίρεση στο σύνολό της και να καταδικασθούν οι αναιρεσείουσες στη πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις (άρθρ.176, 183 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 8-9-2021 και με αριθ. κατάθεσης 6948/871/9-9-2021 αίτηση αναίρεσης της υπ` αριθμ. 1750/2021 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Καταδικάζει τις αναιρεσείουσες στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 22 Νοεμβρίου 2022. ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 31 Μαρτίου 2023. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ