Αριθμός 1874/2023 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Γ' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μαρία Μουλιανιτάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρουλιώ Δαβίου, Γεώργιο Καλαμαρίδη, Αθανάσιο Θεοφάνη, Μερόπη Τζουγκαράκη-Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 20 Σεπτεμβρίου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Του αναιρεσείοντος: Χ. Ρ. του Δ. και Ε., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Πεχλιβάνη, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και κατέθεσε προτάσεις. Της αναιρεσιβλήτου: Μ. Α., το γένος Δ. και Ε. Ρ., κατοίκου Κερατέας Αττικής και προσωρινά διαμενούσης στην Αθήνα, η οποία δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-12-2016 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Δράμας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 117/2018 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 37/2021 του Μονομελούς Εφετείου Θράκης. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί ο αναιρεσείων με την από 19-5-2021 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 498 παρ. 1, 568 παρ. 1 και 4 και 576 παρ. 1, 2 και 3 ΚΠολΔ προκύπτει ότι αν κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανισθεί κατά τη συζήτηση της υποθέσεως ή εμφανισθεί και δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Η επίσπευση προκύπτει από το αντίγραφο της αίτησης αναίρεσης (ή της κλήσης με την οποία αυτή φέρεται προς συζήτηση) με την πράξη ορισμού δικασίμου, το οποίο ο επισπεύδων επέδωσε προς τον αντίδικό του. Το αντίγραφο αυτό, με την σημείωση του δικαστικού επιμελητή που διενήργησε την επίδοση, οφείλει να προσκομίσει ο παριστάμενος αντίδικος του επισπεύδοντος τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο απολειπόμενος διάδικος η υπόθεση συζητείται ως να ήταν παρόντες οι διάδικοι, αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του, τότε ερευνάται αν ο απολειπόμενος διάδικος ή ο μη παριστάμενος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα (ΑΠ 167/2023, ΑΠ 1255/2020). Από το άρθρο 143 παρ. 1 ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο πρώτο του άρθρου 1 Ν. 4335/2015, με έναρξη ισχύος την 1-1-2016 (σύμφωνα με την παρ. 4 του ένατου άρθρου του άρθρου 1 του ιδίου νόμου) συνάγεται ότι ο δικηγόρος που παραστάθηκε ως πληρεξούσιος του διαδίκου στην πρωτοβάθμια ή στη δευτεροβάθμια (εφόσον ασκηθεί έφεση) δίκη θεωρείται κατά νόμο αντίκλητος για τις αναγόμενες στη δίκη αυτή επιδόσεις εγγράφων, μέχρι την έκδοση αμετάκλητης απόφασης, εκτός αν γνωστοποιηθεί η αντικατάστασή του (ΑΠ 667/2020, ΑΠ 1034/2019). Στην προκειμένη περίπτωση, από τα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά συνεδρίασης του δικαστηρίου προκύπτει ότι κατά τη συζήτηση της υπό κρίση από 19-5-2021 αίτησης αναιρέσεως υπ' αριθ. κατ. 33/19-5-2021 στη γραμματεία του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου κατά τη δικάσιμο που αναγράφεται στην αρχή της παρούσας (20-9-2023), δεν εμφανίσθηκε ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο η αναιρεσίβλητη. Από την προσκομιζόμενη από τον αναιρεσείοντα υπ' αριθ. ... έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας περιφέρειας Εφετείου Θράκης Κυριακής Βιζυηνού, προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση αίτησης για αναίρεση της υπ' αριθ. 37/2021 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θράκης, με πράξη ορισμού δικασίμου για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας και κλήση για να παραστεί κατά τη συζήτηση, επιδόθηκε, με την επιμέλεια αυτού νόμιμα και εμπρόθεσμα στην πληρεξούσια δικηγόρο της αναιρεσίβλητης Ε. Κ., η οποία, κατ' άρθρο 143 παρ. 1 ΚΠολΔ, όπως ισχύει, φέρει την ιδιότητα της αντικλήτου για όλες τις επιδόσεις που αναφέρονται στη συγκεκριμένη δίκη έως και την έκδοση αμετάκλητης απόφασης. Όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), της ως άνω προσβαλλόμενης απόφασης, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, η προαναφερόμενη δικηγόρος παραστάθηκε ως πληρεξούσια δικηγόρος της ήδη αναιρεσίβλητης και εκκαλούσας στην δευτεροβάθμια δίκη, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, ενώ δεν προκύπτει ότι γνωστοποιήθηκε με δικόγραφο από την απούσα αναιρεσίβλητη προς τον αναιρεσείοντα η αντικατάστασή της. Επομένως, εφόσον η αναιρεσίβλητη, που κλήθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον αναιρεσείοντα, δεν εμφανίσθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, ούτε είχε κατατεθεί ως προς αυτή, κατά το άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στη διαδικασία της δίκης για την αναίρεση (άρθρο 573 παρ.1 ΚΠολΔ), δήλωση ότι θα εκπροσωπηθεί από πληρεξούσιο δικηγόρο και δεν θα παραστεί κατά την εκφώνηση της υπόθεσης, στη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, πρέπει το δικαστήριο να χωρήσει στη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης, παρά την απουσία αυτής (άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ). Από τις διατάξεις των άρθρων 785, 798, 799, 1113 ΑΚ, 333, 478 ΚΠολΔ συνάγεται ότι η αγωγή περί διανομής κοινού πράγματος δεν είναι μόνο διαπλαστική, ως επιδιώκουσα τη διάπλαση νέας έννομης σχέσεως με τη λύση της κοινωνίας, αλλά είναι διπλού χαρακτήρα, διότι δημιουργεί δίκη και επί του προδικαστικού θέματος της συγκυριότητας, κατά την οποία ο ενάγων είναι συγχρόνως και εναγόμενος και κάθε εναγόμενος είναι επίσης και αντίδικος των λοιπών συνεναγομένων του, αφού ο καθένας από τους διαδίκους μπορεί να υποβάλει αίτηση με βάση πραγματικό διαφορετικό από αυτό των λοιπών διαδίκων ως προς τα δικαιώματα ενός εκάστου επί του επικοίνου προς διανομή πράγματος και να αποβεί η δίκη σε βάρος ή όφελος των λοιπών με τη διάπλαση της δίκης κατά τρόπο διάφορο από εκείνο που επιδιώκεται με την αγωγή. Κατά συνέπεια, καθένας από τους εναγομένους μπορεί να ισχυριστεί ότι είναι αποκλειστικός κύριος του επιδίκου, πράγμα το οποίο, σε περίπτωση επιτυχούς εκβάσεως των αποδείξεων, αποκλείει τη διανομή ή οδηγεί στο πόρισμα ότι η μερίδα του επί του επικοίνου είναι μεγαλύτερη από εκείνη που ισχυρίζεται ο ενάγων (ΟλΑΠ 321/1983, ΑΠ 885/2001). Βάση της αγωγής διανομής κοινού πράγματος είναι κατά την έννοια των άρθρων 1113 και 799 ΑΚ, σε συνδυασμό με τα άρθρα 478 έως 481 ΚΠολΔ, η (συγ)κυριότητα επί του διανεμητέου πράγματος των διαδίκων και το στοιχείο αυτό πρέπει να περιέχεται στην αγωγή. Δεν είναι αναγκαίο να εκτίθεται στο δικόγραφο και ο τρόπος με τον οποίο ο ενάγων και ο εναγόμενος έγιναν (συγ)κύριοι, εάν όμως ο εναγόμενος ισχυρισθεί ότι αυτός είναι αποκλειστικός κύριος του διανεμητέου, προβάλλων με τον τρόπο αυτό αμφισβήτηση της ενεργητικής νομιμοποιήσεως της αγωγής, δεν υποχρεούται ο ενάγων να καθορίσει και τον τρόπο, με τον οποίο ο εναγόμενος έγινε (συγ)κύριος του διανεμητέου. Στην περίπτωση αυτή η απόδειξη της (συγ)κυριότητας του ενάγοντος θα έχει ως αποτέλεσμα τον περιορισμό του από τον εναγόμενο ομολογουμένου δικαιώματος κυριότητάς του επί ολοκλήρου του διανεμητέου πράγματος. Εάν ο εναγόμενος επικαλείται περιστατικά κτήσεως της αποκλειστικής του κυριότητας επί του διανεμητέου μεταγενέστερα των αντιστοίχων της κυριότητας του ενάγοντος, προβάλλει ένσταση κατά της αγωγής, την οποία θα υποχρεωθεί να αποδείξει (ΑΠ 151/2009, ΑΠ 579/1996). Επομένως, η (συγ)κυριότητα των διαδίκων αποτελεί προαπαιτούμενο προδικαστικό ζήτημα της δίκης διανομής και εξετάζεται παρεμπιπτόντως, μόνο εάν ο εναγόμενος την αμφισβητήσει (ΑΠ 581/2018). Από τις διατάξεις των άρθρων 787, 980, 981, 982, 994, 1113 και 1884 ΑΚ συνάγεται ότι ο συγκοινωνός, όπως είναι και ο εξ αδιαθέτου συγκληρονόμος, αν κατέχει ολόκληρο το κοινό πράγμα, θεωρείται ότι κατέχει αυτό και στο όνομα των λοιπών συγκοινωνών και δεν μπορεί να αντιτάξει κατ' αυτών, αποσβεστική ή κτητική παραγραφή πριν καταστήσει σ' αυτούς γνωστό ότι νέμεται ποσοστό μεγαλύτερο της μερίδας του ή ολόκληρο το κοινό πράγμα αποκλειστικά στο όνομά του ως κύριος για δικό του λογαριασμό, διότι σε περίπτωση αντιποίησης της νομής από τον αντιπρόσωπο του νομέα, η νομή δεν χάνεται για τον τελευταίο πριν λάβει γνώση της αντιποίησης αυτής. Η γνωστοποίηση της αντιποίησης της νομής μπορεί να γίνει είτε ρητώς είτε με πράξεις που υποδηλώνουν τέτοια απόφαση. Δεν απαιτείται γνωστοποίηση στην περίπτωση που ο κληρονομούμενος από περισσότερα πρόσωπα μεταβίβασε πριν από τον θάνατό του ακίνητο της κυριότητας και νομής του με άτυπη σύμβαση σε κάποιον από τους μέλλοντες κληρονόμους του, ο οποίος το νέμεται έκτοτε για δικό του λογαριασμό, δηλαδή σε χρόνο που δεν υπήρχε ακόμη κοινωνία των κληρονόμων αυτού επί των κληρονομιαίων αντικειμένων, η οποία αρχίζει να υπάρχει από τον θάνατο του κληρονομουμένου (ΑΠ 709/2015, ΑΠ 172/2006). Κατά το άρθρο 974 ΑΚ όποιος απέκτησε τη φυσική εξουσία επάνω στο πράγμα (κατοχή) είναι νομέας, αν ασκεί την εξουσία αυτή διανοία κυρίου. Κατά το άρθρο 1045 ΑΚ, εκείνος που έχει στη νομή του για μια εικοσαετία πράγμα κινητό ή ακίνητο γίνεται κύριος αυτού με έκτακτη χρησικτησία. Σύμφωνα με τις παραπάνω διατάξεις για την κτήση της κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία απαιτείται άσκηση νομής επί συνεχή εικοσαετία με τη δυνατότητα εκείνου που απέκτησε τη νομή του πράγματος με καθολική ή ειδική διαδοχή, να συνυπολογίσει στο χρόνο της δικής του νομής και το χρόνο νομής του δικαιοπαρόχου του (άρθρο 1051 ΑΚ). Άσκηση νομής, προκειμένου για ακίνητο, συνιστούν οι εμφανείς υλικές ενέργειες επάνω σε αυτό που προσιδιάζουν στη φύση και τον προορισμό του, με τις οποίες εκδηλώνεται η βούληση του νομέα να το εξουσιάζει (ΑΠ 709/2015). Κατά το άρθρο 281 ΑΚ η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη, ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, το δικαίωμα θεωρείται ότι ασκείται καταχρηστικά και όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου που προηγήθηκε ή η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε, κατά το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε, δεν δικαιολογούν τη μεταγενέστερη άσκησή του κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, αφού τείνει στην ανατροπή καταστάσεως που δημιουργήθηκε από ορισμένες ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε για πολύ χρόνο, με επακόλουθο να συνεπάγεται επαχθείς συνέπειες για τον υπόχρεο. Απαιτείται, δηλαδή, για να χαρακτηρισθεί καταχρηστική η άσκηση του δικαιώματος, να έχει δημιουργηθεί στον υπόχρεο, από τη συμπεριφορά του δικαιούχου, σε συνάρτηση και με εκείνη του υπόχρεου και μάλιστα ευλόγως, η πεποίθηση ότι ο δικαιούχος δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμά του. Απαιτείται, ακόμη, οι πράξεις του υπόχρεου και η από αυτόν δημιουργηθείσα κατάσταση, επαγόμενη ιδιαιτέρως επαχθείς για τον υπόχρεο επιπτώσεις, να τελούν σε αιτιώδη σύνδεσμο με την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου. Μόνη όμως η μακροχρόνια αδράνεια του δικαιούχου και όταν ακόμα δημιούργησε στον υπόχρεο την πεποίθηση, ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα ή ότι δεν πρόκειται να ασκηθεί πλέον αυτό, δεν αρκεί να καταστήσει καταχρηστική τη μεταγενέστερη άσκηση αυτού, αλλά απαιτείται να συντρέχουν επιπρόσθετα ειδικές συνθήκες και περιστάσεις, προερχόμενες κυρίως από την προηγηθείσα συμπεριφορά τόσο του δικαιούχου όσο και του υπόχρεου, εφόσον όμως η συμπεριφορά του τελευταίου τελεί σε αιτιώδη σχέση με εκείνη του δικαιούχου, ενόψει των οποίων καθώς και της αδράνειας του δικαιούχου η επακολουθούσα άσκηση του δικαιώματος, που τείνει σε ανατροπή της καταστάσεως που δημιουργήθηκε από τις παραπάνω ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε επί μακρό χρόνο, να εξέρχεται των ορίων που τίθενται με το άρθρο 281 ΑΚ (ΟλΑΠ 8/2001, ΟλΑΠ19/1998, ΑΠ 581/2018). Εξάλλου, η ένσταση της καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος μπορεί να προβληθεί και κατά της αγωγής διανομής κοινού πράγματος, εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις της (ΟλΑΠ 7/2002). Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 321, 322, 324 και 331 ΚΠολΔ προκύπτει ότι δεδικασμένο δημιουργείται από τελεσίδικη απόφαση μεταξύ των ίδιων προσώπων με την ίδια ιδιότητα μόνο για το δικαίωμα που κρίθηκε και εφόσον πρόκειται για το ίδιο αντικείμενο και την ίδια ιστορική και νομική αιτία. Το δεδικασμένο εκτείνεται και στα ζητήματα που κρίθηκαν παρεμπιπτόντως και αποτελούν αναγκαία προϋπόθεση του κυρίου ζητήματος, αν το δικαστήριο που δίκασε ήταν καθ' ύλη αρμόδιο να αποφασίσει επί της παρεμπίπτουσας διαφοράς, αν αυτή εισαγόταν αυτοτελώς -ως κυρία- ενώπιόν του. Με την έννοια αυτή προδικαστικό ζήτημα αποτελεί η συγκυριότητα των κοινωνών στη δίκη διανομής. Ειδικότερα, η τελεσίδικη μεταξύ των αυτών διαδίκων απόφαση επί αγωγής διανομής για το ίδιο ακίνητο, η οποία ερεύνησε και έλυσε το ζήτημα της κυριότητας του ακινήτου, παράγει δεδικασμένο ως προς το ζήτημα αυτό, αφού η διάγνωση του εν λόγω ζητήματος ήταν αναγκαία για την στήριξη του διατακτικού της αποφάσεως (ΑΠ 1327/2019, ΑΠ 289/2014, ΑΠ 889/1985). Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 68, 73 και 556 ΚΠολΔ προκύπτει ότι κύρια θετική προϋπόθεση για την άσκηση του ένδικου μέσου της αναίρεσης αποτελεί και η ύπαρξη εννόμου συμφέροντος στο πρόσωπο του αναιρεσείοντος. Το έννομο συμφέρον για την άσκηση αναίρεσης του διαδίκου που νίκησε ή νικήθηκε πρέπει να υπάρχει τόσο κατά τον χρόνο άσκησης, όσο και κατά τον χρόνο της συζήτησής της και απαιτείται όχι μόνο γενικώς για το παραδεκτό της αίτησης αναίρεσης, αλλά και ειδικώς για κάθε επί μέρους λόγο αναίρεσης. Ειδικότερα το έννομο συμφέρον προκύπτει κυρίως από τη βλάβη που υπέστη ο διάδικος από την προσβαλλόμενη απόφαση, πρέπει δε να είναι ατομικό και άμεσο του διαδίκου ο οποίος υφίσταται τη βλάβη. Βλάβη υπάρχει όταν απορρίπτονται ολικά ή μερικά οι αιτήσεις του αναιρεσείοντος ή γίνονται ολικά ή μερικά έναντι αυτού οι αιτήσεις του αντιδίκου του, υπέρ του οποίου η προσβαλλομένη απόφαση περιέχει σχετική διάταξη. Η συνδρομή του εννόμου συμφέροντος, η οποία ερευνάται και αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο, κρίνεται από την προσβαλλόμενη απόφαση. Το έννομο συμφέρον πρέπει να θεμελιώνεται από τα εκτιθέμενα στο δικόγραφο της αναίρεσης ή να προκύπτει από τα στοιχεία της δικογραφίας (ΑΠ 1003/2017, ΑΠ 1663/2010). Έτσι, το έννομο συμφέρον νομιμοποιεί τον διάδικο που νίκησε να ασκήσει αναίρεση, προς αποτροπή της παραγωγής της δύναμης του ουσιαστικού δεδικασμένου, το οποίο προκύπτει από την απόφαση και όταν βλάπτεται από τις αιτιολογίες της απόφασης, εφόσον από αυτές δημιουργείται δεδικασμένο σε άλλη δίκη, όταν δηλαδή οι αιτιολογίες της απόφασης έχουν προσόντα διατακτικού. Εάν η απόφαση έλυσε με παρεμπίπτουσα σκέψη κάποια προδικαστική έννομη σχέση, σε βάρος του διαδίκου, που νίκησε (είτε είναι ενάγων, είτε εναγόμενος), τότε ο διάδικος αυτός βλάπτεται και δικαιούται να προσβάλει την απόφαση, σύμφωνα με την ως άνω διάταξη του άρθρου 556 παρ. 2 ΚΠολΔ (ΑΠ 382/2011, ΑΠ 404/2010). Επομένως, αν την αναίρεση ασκεί ο νικήσας διάδικος η βλάβη του εξαρτάται από το αν η απόφαση αναπτύσσει δυσμενείς γι' αυτόν συνέπειες, όπως συμβαίνει και όταν αυτός βλάπτεται από την αιτιολογία της απόφασης και ειδικότερα αν από αυτή δημιουργείται δεδικασμένο σε βάρος του σε άλλη δίκη, αν δηλαδή η αιτιολογία της απόφασης αποτελεί στοιχείο του δικαιώµατος που κρίθηκε στη δίκη και φέρει ως εκ τούτου προσόντα διατακτικού (ΑΠ 1353/2017, ΑΠ 1003/2017, ΑΠ 1663/2010). Με την από 19-5-2021 αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία, εκδοθείσα υπ' αριθ. 37/2021 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θράκης, με την οποία έγινε τυπικά δεκτή και απορρίφθηκε κατ' ουσία η έφεση κατά της, επίσης αντιμωλία των διαδίκων κατά την τακτική διαδικασία, εκδοθείσας υπ' αριθ. 117/2018 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Δράμας, που απέρριψε την αγωγή αναγνώρισης (συγ)κυριότητας και διανομής του επίδικου ακινήτου. Από την επισκόπηση των αποφάσεων του πρώτου και δεύτερου βαθμού για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου προκύπτει ότι με την πρωτόδικη απόφαση απορρίφθηκε η ένδικη αγωγή διανομής στην ουσία κατ' αποδοχή ενστάσεως του αναιρεσείοντος εναγομένου περί ιδίας κυριότητας στο επίδικο υπό διανομή ακίνητο. Επί εφέσεως της αναιρεσίβλητης ενάγουσας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση. Με την προσβαλλόμενη απόφαση, με την οποία απορρίφθηκε στην ουσία η έφεση και η ένδικη αγωγή διανομής με διαφορετικές αιτιολογίες από την πρωτόδικη και συγκεκριμένα κατ' αποδοχή της επικουρικής ενστάσεως του αναιρεσείοντος εναγομένου περί καταχρηστικής ασκήσεως με την αγωγή διανομής του δικαιώματος λύσεως της κοινωνίας των διαδίκων στο επίδικο υπό διανομή ακίνητο, μετά από απόρριψη της κύριας ενστάσεως του αναιρεσείοντος εναγομένου περί ιδίας κυριότητας στο ακίνητο αυτό. Στην προκειμένη περίπτωση, υπό τα εκτιθέμενα στο δικόγραφο, ο νικήσας αναιρεσείων βλάπτεται από τις αιτιολογίες της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης με την απόρριψη της κύριας ενστάσεώς του περί ιδίας κυριότητας και συνεπώς θεμελιώνεται το έννομο συμφέρον του να ασκήσει αναίρεση ως νικήσας διάδικος (άρθρο 552 παρ. 2 ΚΠολΔ). Η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, με την κατάθεση του δικογράφου την 19-5-2021, ήτοι πριν από την επίδοση της προσβαλλόμενης απόφασης την 31-8-2021 προς την Ε. Κ., πληρεξούσια δικηγόρο της αναιρεσίβλητης (υπ' αριθ. 1226Β'/31-8-2023 της ίδιας ανωτέρω δικαστικής επιμελήτριας) στην αρμόδια γραμματέα του Εφετείου Θράκης (άρθρα 495, 552, 553, 556, 558, 564, 566 ΚΠολΔ) και καταβλήθηκε το προσήκον παράβολο του Δημοσίου, όπως προκύπτει από την σχετική έκθεση κατάθεσης δικογράφου και συνεπώς, είναι αυτή παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς τους λόγους της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ). Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 1 ΚΠολΔ, αναίρεση για ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου επιτρέπεται, αν το δικαστήριο της ουσίας ερμήνευσε εσφαλμένα τον κανόνα αυτό, του προσέδωσε, δηλαδή, έννοια διαφορετική από την αληθινή ή δεν τον εφάρμοσε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή τον εφάρμοσε, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, απαιτώντας περισσότερα ή αρκούμενο σε λιγότερα, αντίστοιχα, στοιχεία από όσα αξιώνει ο νόμος για την εφαρμογή του ή αν τον εφάρμοσε εσφαλμένα (ΟλΑΠ 7/2006). Αν το δικαστήριο απεφάνθη για την ουσία της υπόθεσης, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται βάσει των πραγματικών περιστατικών που ανέλεγκτα δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν και της υπαγωγής αυτών στο νόμο. Ιδρύεται δε ο παραπάνω λόγος, αν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχτηκαν, δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή αν δεν τον εφάρμοσε, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε, αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 4/2018, ΟλΑΠ 6/2017). Επίσης, κατά την έννοια του λόγου αναίρεσης του άρθρου 559 αριθμός 19 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υπάρχει, έτσι, εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο που την εξέδωσε, στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα να μη μπορεί να ελεγχθεί, αν, στη συγκεκριμένη περίπτωση, συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν εκείνου που δεν εφαρμόστηκε (ΟλΑΠ 2/2019, Ολ ΑΠ 8/2018, ΟλΑΠ 1/1999). Περαιτέρω ο από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναιρετικός λόγος για έλλειψη νομίμου βάσεως δεν ιδρύεται, όταν η απόφαση του δικαστηρίου περιέχει ελλείψεις στην αξιολόγηση του αποδεικτικού υλικού και μάλιστα στην ανάλυση ή στάθμιση ή αιτιολόγηση του πορίσματος που προκύπτει από αυτές, εφόσον το αποδεικτικό πόρισμα εκτίθεται με σαφήνεια, αλλά όταν οι ελλείψεις αναφέρονται στα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά και είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση της συνδρομής των όρων της διατάξεως που εφαρμόσθηκε, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής και ερμηνείας της (ΟλΑΠ 15/2006). Δηλαδή μόνο τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΑΠ ΑΠ 917/2020, ΑΠ 725/2019, ΑΠ 412/2019, ΑΠ 859/2018, ΑΠ 776/2018, ΑΠ 1494/2017). Με τον πρώτο λόγο κατά το πρώτο μέρος του και με τον δεύτερο (τελευταίο) λόγο αναίρεσης από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ο αναιρεσείων προσάπτει στο Εφετείο την πλημμέλεια ότι με την προσβαλλόμενη απόφασή του παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου την ουσιαστική διάταξη του άρθρου 1045 ΑΚ, διότι εσφαλμένα δεν έγινε υπαγωγή στη διάταξη αυτή των αποδειχθέντων πραγματικών περιστατικών, τα οποία αποτελούν πράξεις νομής με διάνοια κυρίου στο επίδικο ακίνητο, ενώ παράλληλα διαλαμβάνονται αντιφατικές άλλως ανεπαρκείς αιτιολογίες, αφού δεν εκτίθεται για ποιο ακριβώς λόγο δεν έγινε δεκτό ότι τα αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά αποτελούν πράξεις νομής με διάνοια κυρίου στο επίδικο ακίνητο. Κατά τις αιτιάσεις του αναιρεσείοντος με τους λόγους αυτούς αναίρεσης, έσφαλε το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, διότι απέρριψε την κυρίως προβληθείσα παραδεκτά ένστασή του περί ιδίας κυριότητας ως κατ' ουσία αβάσιμη, μολονότι δέχθηκε την διενέργεια πράξεων νομής του με διάνοια κυρίου επί χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της εικοσαετίας, ήτοι ότι διέμενε οικογενειακώς στην επίδικη οικία, ότι προέβαινε σε εργασίες ανακατασκευής νέας οικίας στη θέση της υπάρχουσας παλιάς, αφήνοντας άθικτα μόνο τα θεμέλιά της εξ ιδίων οικονομικών πόρων και προσωπικής εργασίας και ότι κατέβαλε εξ ιδίων πόρων τις σχετικές επισκευαστικές και λοιπές λειτουργικές δαπάνες, καθώς και τα βάρη τα τέλη για το επίδικο ακίνητο, γεγονότα που γνώριζε και δεν αντέδρασε η αναιρεσίβλητη και ούτε είχε οποιαδήποτε οικονομική και προσωπική συμβολή. Από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι έγιναν δεκτά σε σχέση με τον παραδεκτά προβαλλόμενο κυρίως ισχυρισμό του αναιρεσείοντος εναγομένου τα ακόλουθα: "Το επίδικο είναι το υπ' αριθ. 227 οικόπεδο έκτασης 372 τ.μ. που βρίσκεται στο υπ' αριθ. 19 Ο.Τ. του εγκεκριμένου ρυμοτομικού σχεδίου της τοπικής κοινότητας ...ς Δράμας [.....]. Στο επίδικο ακίνητο υπήρχε κατά το έτος 1968 οικία κατασκευασμένη από πέτρες και πλίνθους στο ισόγειο, με ξύλινο σκελετό και αχυρολάσπη στο ανώγειο, συνολικού εμβαδού 117 τ. μ., αποτελούμενη από δύο ανώγεια δωμάτια και σαλόνι, ένα συνεχόμενο οικίσκο (κουζίνα) και ισόγειο αποτελούμενο από ένα δωμάτιο, το οποίο χρησιμοποιούνταν ως αποθήκη, οι δε δύο όροφοι επικοινωνούσαν μεταξύ τους με ξύλινη σκάλα. Στην ανωτέρω οικία διέμενε ο Δ. Ρ.ς με την σύζυγό του Ε. και τα τέκνα τους Χ. και Μ. και νυν διαδίκους. Το έτος 1972 η Μ. Ρ. και νυν ενάγουσα αποχώρησε από την οικία λόγω του γάμου της [.....] και εγκαταστάθηκε μόνιμα στην Αθήνα, ενώ το έτος 1974 ο νυν εναγόμενος Χ. Ρ.ς, ο οποίος υπηρετούσε ως στρατιωτικός, παντρεύτηκε [.....]. Το έτος 1982 ο εναγόμενος αποστρατεύτηκε και επέστρεψε στη ..., όπου συνέχισε να διαμένει με την οικογένειά του και τους γονείς του στην ανωτέρω οικία κατόπιν απαιτήσεως του πατέρα του Δ. Ρ.., ο οποίος του ζήτησε να παραμείνει στη ... και να μην μετακομίσει οικογενειακώς στη Δράμα προκειμένου να γηροκομίσει αυτόν και τη σύζυγό του Ελένη, υποσχόμενος μάλιστα ότι θα μεταβιβάσει σ' αυτόν (εναγόμενο) την πατρική οικία. Επειδή όμως η ανωτέρω οικία δεν εξυπηρετούσε τις στεγαστικές ανάγκες της οικογένειας του εναγομένου, ο εναγόμενος προέβη στην έκδοση της υπ' αριθ. 591/23-7-1982 οικοδομικής άδειας του Τμήματος Πολεοδομίας Δράμας επ' ονόματι του πατέρα του Δ. Ρ. για την προσθήκη κατ' επέκταση και καθ' ύψος μονώροφης οικίας και συγκεκριμένα για επέκταση ισόγειου 40,32 τ.μ. και για επέκταση ανώγειου ορόφου 39,53 τ.μ. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι ο εναγόμενος με δαπάνες του καθώς και προσωπική του εργασία προέβη στην κατασκευή των ανωτέρω προσθηκών στην οικία. Την 13-7-1986 ο Δ. Ρ. απεβίωσε χωρίς να αφήσει διαθήκη, κληρονομούμενος κατά ποσοστό 2/8 εξ αδιαιρέτου από τη σύζυγό του Ελένη Ρ. και κατά ποσοστό 3/8 εξ αδιαιρέτου από έκαστο των τέκνων του (ενάγουσα και εναγόμενο). Επομένως ο ισχυρισμός του εναγομένου ότι ο πατέρας του Δ. Ρ. προ του θανάτου του μεταβίβασε με άτυπη δωρεά προς αυτόν (εναγόμενο) την πατρική οικία (επίδικο) τυγχάνει απορριπτέος ως ουσιαστικά αβάσιμος. Μετά τον θάνατο του πατέρα του, ο εναγόμενος συνέχισε να διαμένει με την οικογένειά του στην ανωτέρω οικία φροντίζοντας ταυτόχρονα την μητέρα του Ελένη, ενώ η ενάγουσα αδελφή του επισκεπτόταν την πατρική οικία μόνη της ή οικογενειακώς κατά τις διακοπές των Χριστουγέννων, Πάσχα και θέρους. Μάλιστα και μετά τον θάνατο του πατέρα του, ο εναγόμενος συνέχισε να διενεργεί οικοδομικές εργασίες στο επίδικο με δικές του δαπάνες αφήνοντας μόνο τα θεμέλια της παλαιάς οικίας και ανακατασκευάζοντας όλη την οικία με αποτέλεσμα το έτος 2006 η πατρική οικία να έχει πλέον εμβαδόν ισογείου 86 τ. μ. και πρώτου ορόφου 111 τ.μ. και συνολικού εμβαδού 197 τ.μ. [.....]. Επίσης ο εναγόμενος πλην των εργασιών τοποθέτησης σκυροδέματος, τοιχοποιίας και σοβάδων, κατασκευής στέγης, τοποθέτησε καινούργια κουφώματα, κιγκλιδώματα, παράθυρα, πόρτες, πατώματα, ηλεκρτολογική, υρδαυλική, θερμαντική εγκατάσταση, καθώς επίσης κατασκεύασε στο επίδικο και δύο κουζίνες και τρία μπάνια. Μετά τη διενέργεια των εργασιών αυτών που έλαβαν χώρα από το έτος 1982 μέχρι και την έγερση της ένδικης αγωγής, η πατρική οικία αποτελείται από ισόγειο αποτελούμενο από καθιστικό, κουζίνα, σαλόνι με τζάκι, μπαρ, μπάνιο και μία αποθήκη και ανώγειο αποτελούμενο από τέσσερα δωμάτια, καθιστικό, σαλόνι, δύο κουζίνες (κανονική και βοηθητική) και δύο μπάνια (κανονικό και βοηθητικό). [.....]. Την 30-4-2007 η Ε. χήρα Δ. Ρ. ενεργούσα για τον εαυτό της ατομικά και ως πληρεξούσια της θυγατέρας της και ο νυν εναγόμενος αποδέχθηκαν την κληρονομία του Δ. Ρ.., δυνάμει της υπ' αριθ. ... δήλωσης αποδοχής κληρονομίας του συμβολαιογράφου Δοξάτου Θ. Β., που μεταγράφηκε νόμιμα την 4-5-2007 στον τόμο 2773 με α.α. 286698, καθιστάμενοι συγκύριοι η μεν πρώτη μητέρα των διαδίκων κατά ποσοστό 2/8 εξ αδιαιρέτου, η δε δεύτερη ενάγουσα και ο εναγόμενος κατά ποσοστό 3/8 εξ αδιαιρέτου έκαστος του επίδικου ακινήτου. Την ίδια ημέρα με το υπ' αριθ. ... συμβόλαιο γονικής παροχής του ίδιου συμβολαιογράφου, η Ε. χήρα Δ. Ρ., μεταξύ άλλων ακινήτων, μεταβίβασε λόγω γονικής παροχής στον υιό της (νυν εναγόμενο) κατά πλήρη κυριότητα και το ποσοστό της 2/8 εξ αδιαιρέτου στο επίδικο ακίνητο. [.....]. Ο εναγόμενος συνέχισε να διαμένει στην πατρική (επίδικη) οικία με την οικογένειά του και με τη μητέρα του Ε. χήρα Δ. Ρ., την οποία φρόντιζε και περιέθαλπε, προβαίνοντας σε εργασίες συντήρησης αυτής καθώς και σε πληρωμή των εξόδων λειτουργίας της οικίας (τέλη ύδρευσης, λογαριασμοί οργανισμών κοινής ωφέλειας). Την 9-9-2016 και ενώ η μητέρα των διαδίκων ήταν βαρύτατα ασθενής, η ενάγουσα επισκέφθηκε την πατρική οικία, όπου εκεί διαπίστωσε ότι ο εναγόμενος προέβαινε σε εργασίες ανακαίνισης [.....]. Όταν η ενάγουσα διαμαρτυρήθηκε [.....] τότε ο εναγόμενος της απαγόρευσε την είσοδο στην επίδικη οικία, ισχυριζόμενος ότι δεν έχει οποιοδήποτε δικαίωμα στο επίδικο [.....]. Ακολούθως με την από 16-9-2016 εξώδικη δήλωση - πρόσκληση - διαμαρτυρία, που επιδόθηκε στον εναγόμενο την 20-9-2016 η νυν ενάγουσα διαμαρτυρήθηκε για τη συμπεριφορά του νυν εναγομένου [.....]. Εξ όλων των ανωτέρω συνάγεται ότι ο εναγόμενος με την ενέργειά του την 9-9-2016 να απαγορεύσει στην ενάγουσα την είσοδο στην επίδικη οικία δηλώνοντάς της για πρώτη φορά ότι δεν είχε οποιοδήποτε δικαίωμα επ' αυτής, γνωστοποίησε προς αυτήν (ενάγουσα) τη βούλησή του να κατέχει και νέμεται με διάνοια κυρίου ολόκληρο το επίδικο και όχι ποσοστό αυτού, ενώ και καθ' όλο το χρονικό διάστημα από το θάνατο του πατέρα του (13-7-1986) μέχρι την 9-9-2016 ουδέποτε ρητά ή με πράξεις γνωστοποίησε προς την ενάγουσα ότι κατέχει και νέμεται διανοία κυρίου ολόκληρο το επίδικο και όχι μόνο το ποσοστό του. Εξάλλου η ενάγουσα ουδέποτε αποδέχθηκε ρητά ή σιωπηρά ότι ο εναγόμενος νέμεται ποσοστό μεγαλύτερο αυτού που είχε ούτε έλαβε γνώση με οποιοδήποτε τρόπο της απόφασης του εναγομένου ότι κατέχει ολόκληρο το επίδικο και ότι νέμεται αυτό αποκλειστικώς για τον εαυτό του. Επομένως η ένσταση ιδίας κυριότητας τυγχάνει ουσιαστικά αβάσιμη". Με βάση τα ανωτέρω, η προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε ότι ο ισχυρισμός του αναιρεσείοντος περί άτυπης δωρεάς του επίδικου ακινήτου από τον πατέρα του δεν συνάδει με την επακολουθήσασα αποδοχή της κληρονομίας και με την γονική παροχή από τη μητέρα του της εξ αδιαιρέτου κληρονομικής της μερίδας σ' αυτό, ότι διενήργησε τις προαναφερόμενες πράξεις ως (συγ)κύριος στο επίδικο ακίνητο, ότι με αυτές δεν θίγεται η εξ αδιαιρέτου (συγ)κυριότητα της αναιρεσίβλητης, ότι αυτή δεν αντέδρασε, λόγω και της συγγενικής τους σχέσης, ότι ουδέποτε γνωστοποίησε στην αναιρεσίβλητη την μεταβολή της βούλησής του να κατέχει το ακίνητο για δικό του λογαριασμό, προκειμένου να μπορεί έτσι να αρχίσει να το χρησιδεσπόζει, ότι η αναιρεσίβλητη δεν έλαβε γνώση της βούλησης αυτής του αναιρεσείοντος και δεν την αποδέχθηκε με οποιονδήποτε τρόπο και ότι για πρώτη φορά εξεδήλωσε τέτοια πρόθεση με την παρεμπόδιση της πρόσβασής της στην οικία, οπότε και αυτή διαμαρτυρήθηκε εγγράφως. Η προσβαλλόμενη απόφαση στηρίζει την αιτιολογία της για την απόρριψη της κύριας ενστάσεως του αναιρεσείοντος περί ιδίας κυριότητας στο επίδικο ακίνητο σε διαφορετικά περιστατικά από εκείνα που στηρίζουν την αποδοχή της επικουρικής ενστάσεώς του περί καταχρηστικής ασκήσεως με την αγωγή του δικαιώματος διανομής του ακινήτου αυτού. Εξάλλου, η καταχρηστικότητα της άσκησης του δικαιώματος για την λύση της κοινωνίας, την οποία δημιουργεί η (συγ)κυριότητα, αφορά τις δυσμενείς συνέπειες που θα επιφέρει στον ενιστάμενο εναγόμενο η άσκηση του δικαιώματος εκ μέρους του ενάγοντος, ενώ τα περιστατικά που απαιτούνται για την χρησικτησία σε κοινό ακίνητο από συγκοινωνό είναι διαφορετικά και δεν μπορούν να αντληθούν τα αποδειχθέντα περιστατικά της καταχρηστικότητας για να υπαχθούν στα στοιχεία της κτήσης κυριότητας με χρησικτησία. Έτσι που έκρινε και με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο ως προς το προδικαστικό ζήτημα της (συγ)κυριότητας στην δίκη διανομής, δεν παραβίασε την διάταξη του άρθρου 1045 ΑΚ, την οποία ορθά ερμήνευσε και δεν εφάρμοσε, διότι κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης ο αναιρεσείων διενήργησε τις προαναφερόμενες πράξεις υπό την ιδιότητά του ως (συγ)κυρίου στο επίδικο κληρονομιαίο υπό διανομή ακίνητο. Επίσης, το Εφετείο δεν στέρησε την νόμιμη βάση από την απόφασή του, διότι η προσβαλλόμενη απόφαση διέλαβε πλήρεις και μη αντιφάσκουσες παραδοχές, οι οποίες δικαιολογούν το αποδεικτικό πόρισμα, κατά την έννοια της ορθής μη υπαγωγής των αποδειχθέντων πραγματικών περιστατικών στην προαναφερόμενη διάταξη του άρθρου 1045 ΑΚ. Οι λοιπές αιτιάσεις του αναιρεσείοντος με τον δεύτερο λόγο της αναίρεσης, αναφορικά με το ότι το Εφετείο δεν επεξηγεί γιατί κατέληξε στην απορριπτική του κρίση για το παρεμπίπτον ζήτημα της κυρίως επικαλούμενης ιδίας κυριότητάς του στο επίδικο ακίνητο ανάγονται αποκλειστικά στην ανάλυση, εκτίμηση, στάθμιση και αξιολόγηση των αποδείξεων από το δικάσαν Εφετείο, η οποία δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου (άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ). Επομένως, οι πρώτος λόγος κατά το πρώτο μέρος του και δεύτερος λόγος της αίτησης αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθμοί 1 και 19 αντίστοιχα, με τους οποίους ο αναιρεσείων υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Από τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ συνάγεται ότι η καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος δεν επηρεάζει την υπόστασή του, δεν επιφέρει δηλαδή την απώλεια ή απόσβεσή του. Έτσι, αν το δικαστήριο απορρίψει την αγωγή, κρίνοντας, κατ' αποδοχή σχετικής ενστάσεως του εναγομένου, ότι η άσκηση με την αγωγή του οικείου δικαιώματος είναι καταχρηστική, αφού η προηγηθείσα συμπεριφορά του ενάγοντος και η διαμορφωθείσα στο διάστημα που μεσολάβησε πραγματική κατάσταση δημιούργησαν στον εναγόμενο ευλόγως την πεποίθηση ότι δεν πρόκειται να ασκηθεί το δικαίωμα, τότε το παραγόμενο συναφώς δεδικασμένο εμποδίζει την επανάκριση αυτού του ζητήματος. Στην περίπτωση συνεπώς αυτή, η απόρριψη της αγωγής, όχι λόγω ανυπαρξίας του δικαιώματος, το οποίο υπάρχει, αλλά ασκείται καταχρηστικά, κατ' αποδοχή της σχετικής ένστασης του άρθρου 281 ΑΚ, δεν θεμελιώνει έννομο συμφέρον του νικητή διαδίκου προς άσκηση αναιρέσεως, αφού η ως άνω κρίση, περί απαγορεύσεως ασκήσεως του δικαιώματος λόγω καταχρηστικότητας, είναι δεσμευτική σε τυχόν νέα δίκη μεταξύ των ίδιων διαδίκων για το ίδιο δικαίωμα και άρα η διατήρηση του δικαιώματος καθεαυτή δεν μπορεί να βλάψει τη νομική θέση του εναγομένου (ΑΠ 913/2010). Με το δεύτερο μέρος του πρώτου λόγου της αιτήσεως αναιρέσεως προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθμός 1 ΚΠολΔ με την αιτίαση ότι έγινε εσφαλμένη υπαγωγή των αποδειχθέντων περιστατικών στην ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ. Στην προκειμένη περίπτωση, η ένδικη αγωγή για διανομή του επίδικου κληρονομιαίου ακινήτου απορρίφθηκε ως κατ' ουσία αβάσιμη, κατ' αποδοχή ως ουσιαστικά βάσιμης της προβληθείσας επικουρικά ενστάσεως του αναιρεσείοντος περί καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος διανομής. Η απόφαση δέχθηκε ότι από την προηγηθείσα συμπεριφορά της αναιρεσίβλητης με την μακροχρόνια (επί τριάντα περίπου έτη από την 13-7-1986 οπότε απεβίωσε ο δικαιοπάροχος των διαδίκων έως την 9-9-2016) αδράνειά της να ασκήσει το δικαίωμα από την (συγ)κυριότητά της στο επίδικο ακίνητο καθώς και με την ανοχή της στην διενέργεια εκτεταμένων εργασιών ανακατασκευής της υπάρχουσας παλαιάς οικίας υπό τα όμματά της και με δαπάνες μεγάλης χρηματικής αξίας του αναιρεσείοντος, για την διενέργεια των οποίων ουδόλως αντέδρασε, παρά μόνο την 9-6-2016, δημιουργήθηκε στον αναιρεσείοντα η εύλογη πεποίθηση ότι δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμά της και ότι η ανατροπή της διαμορφωμένης στο επίδικο ακίνητο πραγματικής καταστάσεως θα προκαλέσει δυσμενείς κοινωνικές και οικονομικές συνέπειες στον αναιρεσείοντα, ο οποίος συνεχίζει να διαμένει μαζί με την οικογένεια του υιού του και τίθεται σε κίνδυνο η οικονομική του κατάσταση. Η αποδοχή της ενστάσεως καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος για λύση της κοινωνίας δεν επάγεται βλαπτική συνέπεια για τον αναιρεσείοντα, ο οποίος, ως νικήσας διάδικος, δεν δικαιολογεί έννομο συμφέρον για την απόρριψη της αγωγής διανομής. Επομένως, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως κατά το δεύτερο μέρος του πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος. Ως διδάγματα της κοινής πείρας θεωρούνται γενικές αρχές που συνάγονται επαγωγικώς από την καθημερινή παρατήρηση της εμπειρικής πραγματικότητας, τη συμμετοχή στις συναλλαγές και τις γενικές τεχνικές ή επιστημονικές γνώσεις, οι οποίες έχουν γίνει κοινό κτήμα και χρησιμοποιούνται από το δικαστήριο για την εξειδίκευση των αόριστων νομικών εννοιών και για την έμμεση απόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή την εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων που προσκομίστηκαν. Η παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας ιδρύει, κατά τη σαφή έννοια του άρθρου 559 αριθμός 1 εδ. β ΚΠολΔ, λόγο αναίρεσης μόνο αν αυτά χρησιμοποιήθηκαν εσφαλμένως από το δικαστήριο κατά την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή σ' αυτούς των πραγματικών περιστατικών που αποδείχθηκαν και όχι προς έμμεση απόδειξη ή προς εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων που προσκομίστηκαν (ΑΠ 1327/2019, ΑΠ 1133/2017, ΑΠ 705/2016, ΑΠ 1026/2015, ΑΠ 289/2014, ΑΠ 1797/2011, ΑΠ 969/2011). Ειδικότερα τα διδάγματα της κοινής πείρας μπορούν να χρησιμοποιηθούν είτε για να διαπιστωθεί έμμεσα η βασιμότητα των αποδεικτέων πραγματικών περιστατικών σε συγκεκριμένη δίκη (άρθρο 336 παρ. 4 ΚΠολΔ) είτε για να γίνει, αφού διαπιστωθεί η βασιμότητα αυτών, η υπαγωγή τους σε κανόνες ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αριθμός 1 ΚΠολΔ). Επομένως, ο λόγος αυτός αναιρέσεως ιδρύεται όταν το δικαστήριο χρησιμοποιεί εσφαλμένως, δηλαδή με τρόπο που δεν συνάδει προς τις αρχές της λογικής ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας, για να ανεύρει, με βάση αυτά, την αληθινή έννοια κανόνα ουσιαστικού δικαίου και ιδίως για να εξειδικεύσει αόριστες νομικές έννοιες που αυτός τυχόν περιέχει ή για να υπαγάγει ή όχι σ' αυτόν τα εκάστοτε κρίσιμα πραγματικά περιστατικά. Αντιθέτως, όταν το δικαστήριο χρησιμοποιεί εσφαλμένως ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας, για να διαγνώσει αν συντρέχουν ή όχι τα εκάστοτε αποδεικτέα περιστατικά ή για να εκτιμήσει την αποδεικτική αξία των αποδεικτικών μέσων ή στοιχείων, δεν ιδρύεται ο προαναφερόμενος λόγος αναιρέσεως (ΟλΑΠ 8/2005, ΑΠ 110/2019, ΑΠ 1353/2017). Για την πληρότητα του λόγου αυτού αναίρεσης απαιτείται, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 118 αριθ. 4 και 559 παρ.1 εδ. β ΚΠολΔ, να αναφέρεται στο αναιρετήριο ποια είναι τα διδάγματα της κοινής πείρας που παραβιάσθηκαν, καθώς και ο κανόνας δικαίου την ερμηνεία και εφαρμογή του οποίου τα διδάγματα αυτά αφορούν, γιατί αλλιώς καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος και ο σχετικός λόγος απορρίπτεται ως αόριστος. Επομένως, για να είναι ορισμένος ο σχετικός λόγος αναίρεσης πρέπει να προσδιορίζονται στο αναιρετήριο: α) τα επικαλούμενα διδάγματα της κοινής πείρας που δεν χρησιμοποιήθηκαν ή χρησιμοποιήθηκαν εσφαλμένα από το δικαστήριο της ουσίας, β) ο κανόνας ουσιαστικού δικαίου για την ερμηνεία ή εφαρμογή του οποίου έγινε ή δεν έγινε εσφαλμένη χρήση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, γ) η φερόμενη ως εσφαλμένη έννοια που αποδόθηκε από το δικαστήριο της ουσίας στον συγκεκριμένο κανόνα δικαίου, όπως προκύπτει από τα διδάγματα της κοινής πείρας που το δικαστήριο εσφαλμένα εφάρμοσε ή παρέλειψε να εφαρμόσει και δ) η προβαλλόμενη ως ορθή έννοια του ίδιου κανόνα δικαίου, που προκύπτει από τα επικαλούμενα διδάγματα της κοινής πείρας που η απόφαση εσφαλμένα χρησιμοποίησε ή παρέλειψε να χρησιμοποιήσει. Στην περίπτωση δε που η προσβαλλόμενη απόφαση έκρινε επί της ουσίας, πρέπει να παρατίθενται και οι σχετικές παραδοχές αυτής (ΑΠ 1285/2021, ΑΠ 976/2020, ΑΠ 860/2018, 208/2018, 1226/2014). Με το τρίτο μέρος του πρώτου λόγου αναίρεσης από τον αριθμό 1 εδ. β του άρθρου 559 ΚΠολΔ αιτιάται ο αναιρεσείων ότι παραβιάστηκαν τα διδάγματα της κοινής πείρας που αφορούν την υπαγωγή των αποδεδειχθέντων περιστατικών στον ουσιαστικό κανόνα δικαίου του άρθρου 1045 ΑΚ. Με τον λόγο αυτό αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια ότι το Εφετείο παρέλειψε να εφαρμόσει τα διδάγματα της κοινής πείρας και έτσι δεν υπήγαγε τα αποδεδειχθέντα περιστατικά της επί δεκαετίες προσωπικής και ουσιαστικής φύσεως επέμβασης του αναιρεσείοντος επίδικο ακίνητο και της διαμονής του σ' αυτό, της απουσίας της αναιρεσίβλητης από αυτό και της έλλειψης εναντίωσής της σε όλες τις επεμβάσεις του αναιρεσείοντος σ' αυτό στο περιεχόμενο της διάταξης του άρθρου 1045 ΑΚ, απορρίπτοντας την παραδεκτά προβληθείσα ένστασή του περί ιδίας κυριότητας. Με το περιεχόμενο αυτό, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως κατά το τρίτο μέρος του, ανεξαρτήτως της αοριστίας του, αφού ο αναιρεσείων δεν εξειδικεύει τα συγκεκριμένα διδάγματα κοινής πείρας που φέρεται ότι παρέλειψε να εφαρμόσει το Εφετείο, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, αφού τα αναφερόμενα στον λόγο αυτό, ως διδάγματα κοινής πείρας, πραγματικά περιστατικά, δεν συγκροτούν την έννοια τέτοιων διδαγμάτων και δεν αφορούν την ερμηνεία ή εφαρμογή κανόνων ουσιαστικού δικαίου ή την υπαγωγή πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς, αλλά οι σχετικώς επικαλούμενες αιτιάσεις συνδέονται με την εκτίμηση των αποδείξεων, που δεν υπόκεινται σε αναιρετικό έλεγχο (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ). Μετά από αυτά, και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως για έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου που κατατέθηκε από τον αναιρεσείοντα για την άσκησή της στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο Ν. 4335/2015 που ισχύει, κατ' άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 και 4 αυτού, για τα ένδικα μέσα που κατατίθενται από 1-1-2016). Δικαστικά έξοδα δεν επιδικάζονται στην αναιρεσίβλητη, διότι δεν υποβλήθηκε σε έξοδα, λόγω της ερημοδικίας της. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 19-5-2021 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθ. 37/2021 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Θράκης. Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου, που κατατέθηκε από τον αναιρεσείοντα για την άσκηση της αναίρεσης, στο δημόσιο ταμείο. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 2 Νοεμβρίου 2023. ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 18 Δεκεμβρίου 2023. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ