Αριθμός 14/2006
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΕ ΤΑΚΤΙΚΗ ΟΛΟΜΕΛΕΙΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές της Α΄ Σύνθεσης: Ρωμύλο Κεδίκογλου, Πρόεδρο του Αρείου Πάγου, Στυλιανό Πατεράκη, Θεόδωρο Αποστολόπουλο, Ευριπίδη Αντωνίου, Αντιπροέδρους, Ιωάννη Δαβίλλα, Χρήστο Γεωργαντόπουλο, Χαράλαμπο Αντωνιάδη, Γεώργιο Χλαμπουτάκη - Εισηγητή, Δημήτριο Κυριτσάκη, Αχιλλέα Νταφούλη, Αναστάσιο Φιλητά - Περίδη, Αθανάσιο Μπρίλλη, Μιχαήλ Μαργαρίτη, Γεώργιο Καράμπελα, Μιχαήλ Δέτση, Κωνσταντίνο Κούκλη, Ηλία Γιαννακάκη, Γεώργιο Καπερώνη, Εμμανουήλ Καλούδη και Μάριο - Φώτιο Χατζηπανταζή, Αρεοπαγίτες (κωλυομένων των λοιπών Δικαστών της σύνθεσης).
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του στις 16 Φεβρουαρίου 2006, με την παρουσία του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου Δημητρίου Λινού και της Γραμματέως Μάρθας Ψαραύτη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας – καθής η κλήση: Χ1, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Αντωνιάδη.
Της αναιρεσιβλήτου - καλούσας: Ανώνυμης Τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία «ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ», που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Χαρούλα Απαλαγάκη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 9 Σεπτεμβρίου 2002 ανακοπή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 11.268/2003 του ίδιου Δικαστηρίου και 3.425/2003 οριστική του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε η αναιρεσείουσα με την από 20 Νοεμβρίου 2004 αίτησή της.
Στη συνέχεια εκδόθηκε η 1.582/2005 απόφαση του Ζ΄ Πολιτικού Τμήματος, η οποία παρέπεμψε στην Τακτική Ολομέλεια του Δικαστηρίου τούτου την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης. Μετά την πιο πάνω απόφαση και την από 14 Νοεμβρίου 2005 κλήση της ήδη αναιρεσιβλήτου, η προκείμενη υπόθεση φέρεται στην Ολομέλεια του Δικαστηρίου τούτου.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Οι πληρεξούσιοί τους ανέπτυξαν προφορικά τους σχετικούς ισχυρισμούς τους και ζήτησαν: ο μεν της αναιρεσείουσας την παραδοχή της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης η δε της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
Ο Εισαγγελέας, αφού έλαβε το λόγο από τον Πρόεδρο, πρότεινε την παραδοχή του παραπεμφθέντος λόγου της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, ως βάσιμου, καθώς ανάγεται σε ζήτημα γενικότερου ενδιαφέροντος αλλά και για την ενότητα της νομολογίας.
Κατόπιν αυτών, ο Πρόεδρος έδωσε εκ νέου το λόγο στους πιο πάνω πληρεξουσίους των διαδίκων, οι οποίοι αναφέρθηκαν σε αυτά, που προηγούμενα είχαν αναπτύξει.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή με τη 1582/2005 απόφαση του Ζ΄ Τμήματος παραπέμφθηκε στην Τακτική Ολομέλεια του Αρείου Πάγου, λόγω γενικότερου ενδιαφέροντος και για την ενότητα της νομολογίας, ο μοναδικός λόγος, από το άρθρ. 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, για παραβίαση των διατάξεων των άρθρ. 1277 και 1294 ΑΚ και 41 Εισ. Ν. Κ.Πολ.Δ., αν δηλαδή επιτρέπεται, επίσπευση αναγκαστικής εκτέλεσης κατά τρίτου πριν από την τροπή της προσημείωσης σε υποθήκη, ενώ το προσημειούμενο ακίνητο έχει περιέλθει στην κυριότητα τρίτου. Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 1276, 1277, 1278, Α.Κ. και 29 παρ. 2 Εισ. Ν. του Κ.Πολ.Δ. συνάγεται ότι η προσημείωση υποθήκης, αποτελεί εμπράγματο δικαίωμα υποθήκης υπό αναβλητική αίρεση, πληρούμενη με την τελεσίδικη επιδίκαση της απαίτησης με αναδρομικά αποτελέσματα από την ημέρα της εγγραφής της προσημείωσης και ότι η πλήρωση της αίρεσης δεν εμποδίζεται από το ότι το ακίνητο στο οποίο έχει εγγραφεί η προσημείωση περιήλθε στην κυριότητα άλλου. Εξάλλου, όπως συνάγεται από τις διατάξεις των άρθρων 1257, 1258, 1265, 1268, 1291, 1292, 1294, 1295 του ΑΚ, 977 παρ. 2, 993 παρ. 1 εδάφ. β΄ και 1007 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., το δικαίωμα της υποθήκης παρέχει στον ενυπόθηκο δανειστή, παράλληλα με την ενοχική αγωγή κατά του προσωπικού οφειλέτη του, και εμπράγματη αγωγή, στην οποία υπόκειται και ο τρίτος κύριος που παραχώρησε την υποθήκη, καθώς και κάθε τρίτος που απέκτησε κυριότητα μετά την εγγραφή της υποθήκης ή που νέμεται με νόμιμο τίτλο το ενυπόθηκο ακίνητο. Η εμπράγματη αυτή υποθηκική αγωγή, δηλαδή η αξίωση για αναγκαστική εκτέλεση εις βάρος του ενυπόθηκου ακινήτου, μπορεί να ασκηθεί όχι μόνο από τον ενυπόθηκο δανειστή αλλά και από τον προσημειούχο, αφού η προσημείωση υποθήκης δεν είναι τίποτε άλλο παρά υποθήκη υπό αναβλητική αίρεση. Η δυνατότητα αυτή, της έγερσης δηλαδή της ως άνω εμπράγματης αγωγής και από τον προσημειούχο, ο οποίος έχει τίτλο εκτελεστό για την αξίωση υπέρ της οποίας εγγράφηκε προσημείωση υποθήκης, παρέχεται από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 993 παρ. 1 εδ. β΄ του Κ.Πολ.Δ. και 41 του Εισ. Ν. Κ.Πολ.Δ. Ειδικότερα κατά το πρώτο από αυτά (993 παρ. 1 εδ. β΄) ο ενυπόθηκος δανειστής μπορεί να ασκήσει την εμπράγματη αυτή υποθηκική αγωγή κατάσχοντας το ενυπόθηκο κτήμα είτε κατά του οφειλέτη είτε κατά του τρίτου κυρίου, είτε κατ' εκείνου που νέμεται με νόμιμο τίτλο το ενυπόθηκο κτήμα, αφού πρώτα κοινοποιήσει την επιταγή προς εκτέλεση στον οφειλέτη και στον τρίτο. Κατά δε το δεύτερο (41) οι σχετικές με την υποθήκη διατάξεις του Κ.Πολ.Δ. εφαρμόζονται και στην προσημείωση, εκτός εάν ορίζεται διαφορετικά. Διαφορετικά όμως ορίζεται μόνο στο άρθρο 1007 παρ. 1, κατά το οποίο η απαίτηση υπέρ της οποίας έχει εγγραφεί προσημείωση κατατάσσεται τυχαίως, ενώ η απαίτηση του ενυπόθηκου δανειστή κατατάσσεται οριστικώς. Επομένως ο προσημειούχος δανειστής μπορεί κατ' εφαρμογή των τελευταίων αυτών διατάξεων, να ασκήσει την εμπράγματη αγωγή και κατά του τρίτου κυρίου ή κατά εκείνου που νέμεται με νόμιμο τίτλο το προσημειωμένο ακίνητο και ο οποίος έτσι ευθύνεται εμπραγμάτως, εφόσον βέβαια έχει, όπως προαναφέρθηκε, τίτλο εκτελεστό, όπως είναι και η διαταγή πληρωμής (631, 904 παρ. 2 περ. ε΄ Κ.Πολ.Δ.). Δηλαδή ο τίτλος αυτός που αφορά την αξίωση, η οποία είναι εξασφαλισμένη με προσημείωση υποθήκης, μπορεί να εκτελεσθεί και κατά του τρίτου, κατ' ακρίβεια κατά του προσημειωμένου ακινήτου, όχι διότι ο τρίτος ευθύνεται ενοχικώς, πράγμα που δεν συμβαίνει, αλλά διότι ευθύνεται εμπραγμάτως, ήτοι διότι είναι κύριος ακινήτου βεβαρημένου με προσημείωση υποθήκης, όπως ευθύνεται όταν το ακίνητο είναι βεβαρημένο με υποθήκη. Αυτό είναι άλλωστε και το χαρακτηριστικό της εμπράγματης, κατά τ' άνω, αγωγής, κατ' αντίθεση με την ενοχική, ο τίτλος της οποίας για να είναι εκτελεστός και έναντι των τρίτων πρέπει να συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 919 του Κ.Πολ.Δ.
Συνεπώς εξομοιούται πλήρως ο ενυπόθηκος με τον προσημειούχο δανειστή, με μόνη την ως άνω διαφορά ως προς τον τρόπο (οριστικής ή τυχαίας αντίστοιχα) κατάταξης, και επομένως ο τελευταίος μπορεί, εφόσον διαθέτει τίτλο εκτελεστό (κατά του ενοχικά υπόχρεου οφειλέτη του), να επισπεύσει, πριν από την τροπή της προσημείωσης σε υποθήκη, αναγκαστική εκτέλεση κατά του τρίτου, που απέκτησε, μετά την εγγραφή της προσημείωσης, την κυριότητα του βαρυνόμενου με προσημείωση ακινήτου. Με την αντίθετη εκδοχή ο προσημειούχος δανειστής που έχει τίτλο εκτελεστό, ενώ θα μπορούσε να ασκήσει εις βάρος του οφειλέτη του την εμπράγματη αγωγή κατά του βεβαρημένου με προσημείωση υποθήκης ακινήτου του, τούτο δεν μπορεί να πράξει στην περίπτωση που το προσημειωμένο αυτό ακίνητο μεταβιβασθεί από τον οφειλέτη σε τρίτο ενώ το γεγονός αυτό, το ότι δηλαδή το βεβαρημένο ακίνητο περιήλθε στην κυριότητα τρίτου, δεν επιδρά ούτε για την τροπή της προσημείωσης σε υποθήκη (1278 ΑΚ), αλλά αντιθέτως θεμελιώνει την ιδιότητα αυτού (τρίτου) ως εμπραγμάτως, υπό την ως άνω έννοια, ευθυνομένου, διότι αλλοιώς η εξασφάλιση της εκτελούμενης απαίτησης με προσημείωση υποθήκης θα ήταν κενή περιεχομένου. Με την αντίθετη αυτή άποψη παρέχεται σε κάθε οφειλέτη η δυνατότητα μεταβιβάζοντας (τις περισσότερες φορές καταδολιευτικά) το ακίνητό του,που βαρύνεται με προσημείωση, σε τρίτο να καταστήσει λίαν δυσχερή και χρονοβόρα την ικανοποίηση του δανειστή του με αναγκαστική εκτέλεση επί του βεβαρημένου ακινήτου. Έτσι όμως υποθάλπτεται η κακοπιστία και παρέχεται η δυνατότητα στον κακής πίστεως οφειλέτη να προβαίνει, μετά την εγγραφή της προσημείωσης, σε καταδολιευτική μεταβίβαση του προσημειωμένου ακινήτου, με αποτέλεσμα να αποδυναμώνεται ο σημαντικός ρόλος που επιτελεί, η, εμπεδωμένη στο σύγχρονο συναλλακτικό βίο, προσημείωση. Επί πλέον θα υποχρεώνονται οι δανειστές, αφού η προσημείωση δεν τους παρέχει το δικαίωμα να επισπεύσουν αναγκαστική εκτέλεση κατά του τρίτου κυρίου του βεβαρημένου με προσημείωση ακινήτου, να επιλέγουν την εγγραφή υποθήκης προς εξασφάλιση των απαιτήσεών τους, με σημαντική όμως επιβάρυνση των οφειλετών, αφού το κόστος για την εγγραφή της υποθήκης (που βαρύνει αυτούς) είναι πολλαπλάσιο εκείνου της εγγραφής προσημείωσης. Στην προκείμενη περίπτωση, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στην αίτηση αναιρέσεως, η αναιρεσείουσα Χ1 με τη 31645/2002 ανακοπή της ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, ισχυρίσθηκε τα ακόλουθα: Με αίτηση της Τράπεζας Μακεδονίας Θράκης, της οποίας οιονεί καθολική διάδοχος είναι η αναιρεσίβλητη Τράπεζα Πειραιώς Α.Ε., εκδόθηκε η 17540/1996 διαταγή πληρωμής του δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, εις βάρος της μητέρας της αναιρεσείουσας .... με την οποία η τελευταία υποχρεώθηκε, εις ολόκληρον με άλλους συνοφειλέτες, να πληρώσει στην εν λόγω Τράπεζα το ποσό των 33.000.000 δραχμών, νομιμοτόκως από 7-5-1996, καθώς και το ποσό των δραχμών 1.053.000 για δικαστική δαπάνη. Προς εξασφάλιση της απαίτησης αυτής η δανείστρια Τράπεζα ενέγραψε, στις 16/12/1996, στο οικείο βιβλίο υποθηκών δύο προσημειώσεις υποθήκης, για τα ποσά των 80.200.000 και 40.200.000 δραχμών, επί ενός ακινήτου της οφειλέτριας, όπως ειδικότερα αυτό περιγράφεται. Μετά την εγγραφή αυτών των προσημειώσεων υποθήκης, η οφειλέτρια, μητέρα της ανακόπτουσας και ήδη αναιρεσείουσας, μεταβίβασε σ'αυτήν το ½ αδιαιρέτως του ακινήτου, στο οποίο αυτές είχαν εγγραφεί, με το ..... συμβόλαιο γονικής παροχής της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Μαίρης Αθανασιάδου - Τσεναβαρίδου, που μεταγράφηκε νόμιμα. Στις 15-4-2002 η αναιρεσίβλητη (καθ' ης η ανακοπή) Τράπεζα κοινοποίησε στην αναιρεσείουσα (ανακόπτουσα) την από 15-3-2002 επιταγή προς πληρωμή της οφειλής της μητέρας της, κάτω από αντίγραφο εκτελεστού απογράφου της ..... διαταγής πληρωμής και ακολούθως επέβαλε αναγκαστική κατάσχεση στο ιδανικό μερίδιο της αναιρεσείουσας στο προαναφερόμενο ακίνητο, στο οποίο είχαν εγγραφεί οι προσημειώσεις υποθήκης, για την κατάσχεση δε αυτή συντάχθηκε η ..... έκθεση αναγκαστικής κατάσχεσης του δικαστικού επιμελητή Θεσσαλονίκης ..... Με βάση το ιστορικό αυτό η αναιρεσείουσα (ανακόπτουσα) ζήτησε με την ανακοπή της την ακύρωση της επιταγής προς πληρωμή που κοινοποίησε σ'αυτήν η αναιρεσίβλητη (καθ' ης η ανακοπή), καθώς και της αναγκαστικής κατάσχεσης του ποσοστού ακινήτου της, στο οποίο είχαν εγγραφεί οι προσημειώσεις υποθήκης, που επέβαλε εις βάρος της, ως τρίτης κυρίας του εν λόγω ποσοστού ακινήτου, ισχυριζόμενη ότι ακύρως, πριν από την τροπή των προσημειώσεων σε υποθήκες, επισπεύθηκε αναγκαστική εκτέλεση εις βάρος της, ως τρίτης, στην κυριότητα της οποίας περιήλθε το ιδανικό μερίδιο που κατασχέθηκε, στο οποίο είχαν εγγραφεί οι προσημειώσεις υποθήκης. Το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, (αριθ. 3425/2003 του Εφετείου Θεσσαλονίκης), απέρριψε ως μη νόμιμη την ανακοπή αυτή της αναιρεσείουσας, (και την έφεσή της κατά της πρωτοβάθμιας απόφασης, που είχε κρίνει όμοια), αφού έκρινε ότι, παρά την μη τροπή των προσημειώσεων σε υποθήκες, η αναιρεσίβλητη (καθ' ης η ανακοπή) δανείστρια Τράπεζα είχε έναντι της αναιρεσείουσας (ανακόπτουσας) τρίτης, κυρίας ιδανικού μεριδίου του ακινήτου στο οποίο είχαν εγγραφεί οι προσημειώσεις, την εμπράγματη υποθηκική αγωγή, ότι είχε δηλαδή δικαίωμα να προβεί σε αναγκαστική εκτέλεση κατά της αναιρεσείουσας τρίτης κυρίας του ποσοστού αυτού ακινήτου και να επιβάλει αναγκαστική κατάσχεση σ'αυτό, παρότι η κυριότητά του είχε περιέλθει στην αναιρεσείουσα τρίτη, μη οφειλέτριά της. Με την κρίση του αυτή το Εφετείο δεν παραβίασε, σύμφωνα με τα παραπάνω, τις διατάξεις των άρθρ. 1277, 1294 Α.Κ. και 41 Εισ. Ν. Κ.Πολ.Δ., εξομοιώνοντας την προσημείωση με την υποθήκη, ως προς τη δυνατότητα επίσπευσης από τον προσημειούχο δανειστή, που έχει τίτλο εκτελεστό, αναγκαστικής εκτέλεσης, πριν από την τροπή της προσημείωσης σε υποθήκη, κατά του τρίτου στον οποίο περιήλθε το προσημειωμένο ακίνητο. Επομένως ο μοναδικός από τον αριθμ. 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως, με την περί του αντιθέτου αιτίασή του, ο οποίος παραπέμφθηκε στην Ολομέλεια είναι αβάσιμος και πρέπει ν' απορριφθεί, όπως και η αναίρεση στο σύνολό της.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 20/11/2004 αίτηση της Χ1 για αναίρεση της 3425/2003 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης από δυο χιλιάδες εκατό (2100) ευρώ.
Κρίθηκε, αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 6 Απριλίου 2006. Και
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στην Αθήνα στις 15 Μαΐου 2006.
Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ