Αριθμός 306/2014
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Νικόλαο Λεοντή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασιλική Θάνου-Χριστοφίλου, Δημητρούλα Υφαντή, Ιωάννα Πετροπούλου και Γεώργιο Σακκά, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 6 Δεκεμβρίου 2013, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΣΤΕΪΤΜΕΝΤ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΙΣ ΕΚΜΕΤΑΛΛΕΥΣΙΣ ΑΚΙΝΗΤΩΝ" που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Π. Λ. και κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: Ε. Ί. του Ε., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους της Γεώργιο Σιαφάκα και και Περικλή Παπαλόη και κατέθεσαν προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1-12-2009 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 344/2011 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3568/2012 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 27-7-2013 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης, Δημητρούλα Υφαντή, ανέγνωσε την από 26-11-2013 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της από 27-7-2013 αιτήσεως αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 3568/2012 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Κατά τη διάταξη της παρ. 1 του άρθρου 216 Κ.Πολ.Δ. η αγωγή εκτός από τα στοιχεία που ορίζονται στα άρθρα 118 και 117 πρέπει να περιέχει σαφή έκθεση των γεγονότων που τη θεμελιώνουν σύμφωνα με το νόμο και δικαιολογούν την άσκηση της από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου. Διαφορετικά η αγωγή είναι αόριστη. Η αοριστία δε αυτή με την έννοια της ποιοτικής ή ποσοτικής αοριστίας δεν μπορεί να θεραπευτεί ούτε με τις προτάσεις ούτε με παραπομπή στο περιεχόμενο άλλου εγγράφου, ούτε μπορεί σε αυτή να γίνει επιφύλαξη διόρθωσης ή συμπλήρωσης από την προσαγωγή ή εκτίμηση αποδείξεων, διότι αυτό αντίκειται στις διατάξεις για την προδικασία του άρθρου 111 Κ.Πολ.Δ., των οποίων η τήρηση ερευνάται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο. Αν δε το δικαστήριο απορρίπτει την αγωγή, αν και το δικόγραφο της σε ό,τι αφορά την έκθεση των πραγματικών περιστατικών που απαρτίζουν την ιστορική αιτία δεν είναι αόριστο, και δεν προβαίνει στην κατ' ουσία εξέταση της, κατά παράβαση της άνω δικονομικής διάταξης του άρθρου 216 Κ.Πολ.Δ. κηρύσσει ακυρότητα του δικογράφου και ιδρύεται ο λόγος αναιρέσεως από τον αριθ. 14 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. (Α.Π. 1330/2002), σε περίπτωση ποιοτικής ή ποσοτικής αοριστίας, ή από τον αριθμό 8 και όχι από τον αριθμό 1 του ίδιου άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., που δημιουργεί λόγο αναίρεσης στην περίπτωση μόνο της νομικής αοριστίας της αγωγής, σε συνδυασμό με ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου "και όχι δικονομικού τοιούτου, όπως εκείνη του άρθρου 216 του Κ.Πολ.Δ. (Α.Π.571/2004). Εξ άλλου κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνον αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ. ΑΠ 7/2006, 4/2005). Με το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου) ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ. ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Ολ. ΑΠ 27 και 28/1998). Η νομική δε αοριστία της αγωγής που ελέγχεται αυτεπάγγελτα, δηλαδή η συνδεόμενη με τη νομική εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ελέγχεται αναιρετικά, ως παραβίαση από τον αριθ. 1 του αρθ. 559 του ΚΠολΔ, εάν το δικαστήριο, για το σχηματισμό της κρίσης του για τη νομική επάρκεια και πληρότητα της αγωγής και τη νομική βασιμότητά της σε αναφορά με συγκεκριμένο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, αξίωσε περισσότερα στοιχεία από εκείνα που ορίζει ο κανόνας αυτός για τη θεμελίωση του αγωγικού δικαιώματος ή αντιθέτως αρκέστηκε σε λιγότερα στοιχεία ή διάφορα από αυτά (Ολ.ΑΠ 18/1998). Περαιτέρω κατά τις συνδυασμένες διατάξεις των αρθρ. 361, 574 και 593 Α.Κ., υπομίσθωση είναι η δυνάμενη κατ' άρθρο 11 Π.Δ. 35/1995 να συμφωνηθεί μεταξύ των μερών και στην εμπορικής μίσθωσης σύμβαση, με την οποία ο μισθωτής ενεργώντας ως εκμισθωτής, παραχωρεί τη χρήση του μισθίου, την οποία απέκτησε, με την κύρια μίσθωση, σε τρίτο (υπομισθωτή), με ορισμένο αντάλλαγμα και για ορισμένο χρόνο (Α.Π. 569/1996). Η ενοχική σχέση της υπομίσθωσης είναι παρεπόμενη αναφορικά προς την κύρια μίσθωση, από την οποία και εξαρτάται, με αποτέλεσμα αν αυτή η τελευταία είναι για οποιονδήποτε λόγο άκυρη, να μην μπορεί η υπομίσθωση λόγω ακριβώς του παρεπομένου χαρακτήρα της, να προβληθεί έναντι του εκμισθωτή, ακόμα και αν η ίδια είναι μεταξύ υπεκμισθωτή και υπομισθωτή κατά πάντα έγκυρη. Ο υπομισθωτής δεν προστατεύεται αυτοτελώς έναντι του εκμισθωτή. Έτσι αν υπάρχει υπομίσθωση, ο εκμισθωτής μπορεί να απαιτήσει το μίσθιο από τον υπομισθωτή. Όπως έχει γίνει δεκτό (Ολ. Α.Π. 14/92 Α.Π.1442/92) κατά την καθοιονδήποτε τρόπο λήξη της κύριας αστικής ή εμπορικής σύμβασης μισθώσεως, ο εκμισθωτής δικαιούται, κατά τη διάταξη του αρθρ. 599§2 Α.Κ. να απαιτήσει το μίσθιο ακίνητο, όχι μόνον από τον μισθωτή, αλλά και από τον μη συνδεόμενο μετ' αυτού δια συμβάσεως υπομισθωτή, έστω και αν η μεταξύ του μισθωτού και υπομισθωτού σύμβαση υπομισθώσεως είναι εκ των εις τα αρθρ. 1,2 του Ν. 813/78 διαλαμβανομένων. Περαιτέρω αν η μίσθωση συναφθεί από εκμισθωτή που δεν είχε δικαίωμα σε εκμίσθωση, τότε η μίσθωση δεσμεύει τον αληθή κύριο ή νομέα κατ' αρθρ. 14§ 1 του Π.Δ. 34/1995, μόνον εφόσον συντρέχουν οι εξής προϋποθέσεις: α) ο μισθωτής να έχει την πεποίθηση ότι ο εκμισθωτής δικαιούται σε εκμίσθωση, δηλαδή να αγνοεί ανυπαιτίως τα δικαιώματα τρίτων στο μίσθιο ή την έλλειψη εξουσίας αντιπροσώπευσης του εκμισθωτή και β) ο αληθής δικαιούχος εκμισθώσεως να μην διαμαρτυρήθηκε προς τον μισθωτή εντός προθεσμίας τριών μηνών από την εκ μέρους του γνώση της μίσθωσης. Τα ανωτέρω περί εφαρμογής του αρθρ. 14 Π.Δ. 34/1995 για την προστασία του καλόπιστου μισθωτή, δεν ισχύουν στην περίπτωση της υπομισθώσεως. Και τούτο ενόψει του σκοπού του νομοθέτη που είναι η αποφυγή περιπετειών του μισθωτή από την εκτέλεση σε βάρος του αποφάσεων που επιδικάζουν νομή ή εμπράγματα δικαιώματα σε τρίτο, ο δε υπομισθωτής μπορεί να προστατευθεί με τις διατάξεις των αρθρ. 238, 281, 361 Α.Κ. Περαιτέρω, μετά την κατάργηση του αρθρ. 7§1 του Ν. 813/78, στις μισθώσεις που ρυθμίζονται από το νόμο αυτό η μεταβίβαση της μισθωτικής σχέσης στο νέο κτήτορα χωρεί εκ του νόμου (ex lege) και χωρίς τις διακρίσεις των αρθρ. 614 και 615 Α.Κ., με την έννοια ότι ο νέος κτήτορας υπεισέρχεται από το νόμο στην μισθωτική σχέση και αποκτά τα σχετικά δικαιώματα στην έκταση που τα είχε και ο δικαιοπάροχος του εκμισθωτής (ολ. Α.Π. 6/2004, Α.Π. 426/2004). Η γνώση ή η άγνοια του μισθωτή για την' εκποίηση του μισθίου δεν ασκεί επίδραση σχετικά με την επέλευση των αποτελεσμάτων της και δεν απαιτείται για το λόγο αυτό και γνωστοποίηση της στο μισθωτή. Προκειμένου να χωρήσει υπεισέλευση του νέου κτήτορα στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις του παλαιού, αναφορικά με την εμπορική μίσθωση, πρέπει να επέλθει μεταβίβαση του μισθίου ακινήτου για νόμιμη αιτία και μεταγραφή της μεταβιβαστικής δικαιοπραξίας (1033, 1192 αριθ. 1, 1194§1, 1198 και 1201 ΑΚ). Τα ίδια ισχύουν και στην απόκτηση του μισθίου από πλειστηριασμό, καθότι είναι αδιάφορο αν η μεταβίβαση του μισθίου ακινήτου επέρχεται εκουσίως ή κατόπιν αναγκαστικού πλειστηριασμού. Έτσι και ο υπερθεματιστής από της αποκτήσεως της κυριότητος του μισθίου (αρθρ. 1005 Κ.Πολ.Δ.) υπεισέρχεται στη μίσθωση αν ο πλειστηριασμός έγινε σε βάρος του εκμισθωτή κυρίου του μισθίου (Α.Π. 259/1993, 1230/1994). Ειδικότερα για να χωρήσει υπεισέλευση του νέου κτήτορα στη μισθωτική σχέση, πρέπει, σε κάθε περίπτωση, η εκποίηση να γίνει από τον κύριο του μισθίου που ήταν συγχρόνως και εκμισθωτής (ΑΠ 1693/1997, 259/1993). Αντιθέτως, ο υπερθεματιστής δεν υπεισέρχεται στη μίσθωση, αν ο πλειστηριασμός έγινε σε βάρος του μη εκμισθωτή κυρίου του μισθίου (Α.Π. 259/1993). Εκμισθωτής πρέπει να είναι ο ιδιοκτήτης εναντίον του οποίου έγινε η κατάσχεση και ο πλειστηριασμός. Έτσι ο υπερθεματιστής είναι ειδικός διάδοχος του καθού εγένετο η κατάσχεση.
Συνεπώς, εάν τρίτος μη έλκων δικαιώματα εκ του ιδιοκτήτου, εναντίον του οποίου εγένετο η εκτέλεση, εκμίσθωσε το πλειστηριασθέν, η μίσθωση αυτή δεν δεσμεύει τον υπερθεματιστή. Κρίσιμος όμως καθίσταται ο χρόνος της κατάσχεσης, καθότι οι συνέπειες ως προς την μίσθωση είναι διαφορετικές.
Ειδικότερα σύμφωνα με το άρθρ, 997 Κ.Πολ.Δ. "μετά την κατάσχεση του ακινήτου η εκμίσθωση του από τον οφειλέτη ή τον τρίτο κύριο ή νομέα ή η παραχώρηση της χρήσης ή κατοχής του, βάσει άλλης έννομης σχέσης, μπορεί να καταγγελθεί από τον υπερθεματιστή μέσα σε προθεσμία τριών (3) μηνών από τη μεταγραφή της περίληψης της κατακυρωτικής έκθεσης. Με την καταγγελία αυτή η μίσθωση ή άλλη σχέση λύεται μετά εξάμηνο και χωρεί η κατ' άρθρ. 1005§2 εκτέλεση...".
Κατά το άρθρ. 1009 Κ.Πολ.Δ. "Αν το ακίνητο που πλειστηριάστηκε ήταν μισθωμένο, εφαρμόζονται αναλόγως οι διατάξεις των άρθρ. 614 και 616 Α.Κ. Στην περίπτωση του άρθρ. 615 Α.Κ. η περίληψη εκτελείται κατά του μισθωτή, αφού περάσουν οι προθεσμίες του άρθρου αυτού που αρχίζουν αφότου η περίληψη επιδοθεί στον μισθωτή". Η διάταξη του άρθρ. 1009 Κ.Πολ.Δ. εφαρμόζεται μόνο αν η μίσθωση είχε συναφθεί πριν από την κατάσχεση του μισθίου, ενώ αν η μίσθωση είχε συναφθεί μετά την κατάσχεση εφαρμόζεται το άρθρ. 997 του Κ.Πολ.Δ. Οι ως άνω διατάξεις εφαρμόζονται επίσης και επί των εμπορικών μισθώσεων. Κατά το άρθρ. 1009 Κ.Πολ.Δ. ολόκληρη η έννομη σχέση της μισθώσεως μεταβιβάζεται στον υπερθεματιστή, ο οποίος λαμβάνει πλέον τη θέση του εκμισθωτού. Αντίθετα υπάρχει σχετική ακυρότητα της μισθώσεως η οποία έλαβε χώρα μετά την κατάσχεση σύμφωνα με το άρθρο 997 Κ.Πολ.Δ. Η διάταξη του άρθρ. 997 Κ.Πολ.Δ. αποσκοπεί στην πάταξη της κακόπιστης συμπεριφοράς των συναλλασσομένων εξ αιτίας προηγούμενης συμπαιγνίας και ως ειδική εφαρμόζεται και στις εμπορικές μισθώσεις. Κατά την κρατούσα στη νομολογία άποψη, αν πρόκειται για μίσθωση που υπάγεται στο καθεστώς του Π.Δ. 34/1995 και ακολουθήσει πλειστηριασμός, ο υπερθεματιστής δεν υπεισέρχεται στη μίσθωση, παρέχεται όμως από τη διάταξη της Κ.Πολ.Δ. 997 στον υπερθεματιστή το μείζον διαπλαστικό δικαίωμα να καταγγείλει τη μίσθωση μέσα στην τρίμηνη προθεσμία από την μεταγραφή της περίληψης της κατακυρωτικής έκθεσης (Ολ.ΑΠ 6/2004). Στην προκειμένη περίπτωση η αναιρεσείουσα με την από 1-12-2009 αγωγή της, που παραδεκτά επισκοπείται για την έρευνα των αναιρετικών λόγων εκθέτει ότι: "Δυνάμει του από 25-8-2008 ιδιωτικού συμφωνητικού, υπομίσθωσε από την εταιρία "Ρ και S REALTY ΑΚΙΝΗΤΑ ΕΠΕ", η οποία αντλεί το δικαίωμα της από προγενέστερη μίσθωση, μία διώροφη κατοικία, κτισμένη επί οικοπέδου εκτάσεως 905,5 τ.μ., κείμενον στον Δήμο Π. Ψυχικού και στη συμβολή των οδών …και … αρ. …, για χρονικό διάστημα 30 ετών, ήτοι από 25-8-2008 έως 24-8-2038, αντί μηνιαίου μισθώματος 3.000 ευρώ, πλέον χαρτοσήμου, προκειμένου να το χρησιμοποιήσει για τη διενέργεια σ' αυτό εμπορικών πράξεων και ειδικότερα της διαχείρησης και εκμετάλλευσης ακινήτων. Ότι με το από 28-7-2008 ιδιωτικό συμφωνητικό εμπορικής υπομίσθωσης η ενάγουσα υπεκμίσθωσε το εν λόγω ακίνητο στην εταιρία "MARSHALL ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗ ΚΑΙ ΕΚΜΕΤΑΛΛΕΥΣΗ ΑΚΙΝΗΤΩΝ ΕΠΕ" για 25 έτη, αντί μηνιαίου μισθώματος 3.500 ευρώ, ενώ η τελευταία υπεκμίσθωσε το ακίνητο αυτό, με το από 8-8-2008 ιδιωτικό συμφωνητικό, στον υπομισθωτή Π. Λ., ο οποίος υπήρξε και ο τελικός κάτοχος του ακινήτου. Ότι το εν λόγω ακίνητο περιήλθε στην απόλυτη κυριότητα, νομή και κατοχή της εναγομένης, μετά από δημόσιο αναγκαστικό πλειστηριασμό και δυνάμει της υπ' αρ. .../12-10-2009 περίληψης κατακυρωτικής έκθεσης του συμβ/φου Αθηνών Γεωργίου Θωμά Στεφανάκου, νομίμως μεταγεγραμμένης, μετά δε τη μεταγραφή της ανωτέρω πράξης, η εναγομένη κοινοποίησε προς την υπομισθώτρια της ενάγουσας "MARSHALL ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗ ΚΑΙ ΕΚΜΕΤΑΛΛΕΥΣΗ ΑΚΙΝΗΤΩΝ ΕΠΕ" την από 20-10-2009 εξώδικη δήλωση-καταγγελία, με την οποία δήλωσε ότι καταγγέλλει την από 28-7-2008 υπομίσθωση καθώς και την επακολουθήσασα από 8-8-2008 υπομίσθωση με υπομισθωτή τον Π. Λ.. Ότι όλως επικουρικώς, ακόμα και αν η υπεκμισθώτρια προέβη στη σύναψη της από 25-8-2008 υπομίσθωσης άνευ δικαιώματος, η ενάγουσα τελούσε σε καλή πίστη κατά τη σύναψη της σύμβασης αυτής. Ζήτησε δε η ενάγουσα, να αναγνωρισθεί έναντι παντός τρίτου και έναντι της εναγομένης, ότι η από 25-8-2008 μισθωτική σύμβαση τυγχάνει έγκυρη και ισχυρή και ότι η ίδια (ενάγουσα) δικαιούται να κατέχει και να κάνει χρήση του προπεριγραφομένου ακινήτου που βρίσκεται στο Δήμο Π. Ψυχικού και επί των οδών …και … αρ. 19 ". Η αγωγή με το πιο πάνω περιεχόμενό της απορρίφθηκε από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο ενώ στη συνέχεια το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του ερευνώντας τους λόγους της έφεσης της αναιρεσείουσας κατά της πρωτόδικης απόφασης, με την οποία απορρίφθηκε η αγωγή της αναιρεσείουσας απέρριψε την έφεση με τις ακόλουθες αιτιολογίες: Η ένδικη αγωγή κρίνεται αόριστη και ως εκ τούτου απορριπτέα, καθότι αιτούμενη η ενάγουσα την αναγνώριση του κύρους της επίδικης υπομισθωτικής σύμβασης έναντι της εναγομένης, η οποία κατέστη κυρία του μισθίου κατόπιν πλειστηριασμού και μεταγραφής της περίληψης κατακυρωτικής έκθεσης, έπρεπε να κατονομάζει τον καθού η εκτέλεση, να αναφέρει ότι αυτός υπήρξε ο εκιμισθωτής της κύριας σύμβασης, δυνάμει της οποίας η ενάγουσα αρύεται δικαιώματα και επιπλέον να μνημονεύει ότι η κύρια μισθωτική σύμβαση συνήφθη πριν την κατάσχεση του μισθίου ακινήτου. Ειδικότερα όπως προαναφέρθηκε, σε περίπτωση εκποίησης του μισθίου ο νέος κτήτορας υπεισέρχεται στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις που απορρέουν από τη μίσθωση. Αν η μεταβίβαση είναι αποτέλεσμα αναγκαστικού πλειστηριασμού, ο υπερθεματιστής υπεισέρχεται στη μισθωτική σχέση υπό την προϋπόθεση ότι ο πλειστηριασμός έγινε σε βάρος εκείνου που ήταν κύριος και εκμισθωτής του ακινήτου. Αντιθέτως ο υπερθεματιστής δεν υπεισέρχεται στη μίσθωση αν ο πλειστηριασμός έγινε σε βάρος του μη εκμισθωτή κυρίου του μισθίου. Η έκθεση των ως άνω στοιχείων είναι αναγκαία για τη θεμελίωση της αγωγής σύμφωνα με το νόμο, ενώ κρίσιμος καθίσταται και ο χρόνος της κατάσχεσης καθότι όπως ειδικότερα παραπάνω αναφέρθηκε, για την διαπίστωση της υπεισέλευσης ή μη του υπερθεματιστή στη μίσθωση (Κ.Πολ.Δ. 997), απαραίτητο στοιχείο είναι αν η κύρια μίσθωση είχε συναφθεί πριν ή μετά την κατάσχεση. Ως εκ τούτου, κατά την κύρια βάση της η αγωγή, διώκουσα την αναγνώριση του κύρους της επίδικης υπομισθωτικής σύμβασης έναντι της εναγομένης κρίνεται απαράδεκτη ως αόριστη και επομένως απορριπτέα, ενώ πρέπει να σημειωθεί ότι το αίτημα περί αναγνωρίσεως του έναντι πάντων κύρους της ίδιας υπομισθωτικής σύμβασης δεν είναι νόμιμο, καθόσον η επίμαχη σύμβαση ως ενοχική δεν δύναται να αναπτύσσει έναντι πάντων (erga omnes) ενέργεια και τούτο ανεξαρτήτως του ότι περιστατικά γενικής αμφισβήτησης των εξ αυτής δικαιωμάτων της ενάγουσας δεν εκτίθενται.
Περαιτέρω νομικά αβάσιμο και ως εκ τούτου απορριπτέο κρίνεται το επικουρικό αίτημα περί αναγνώρισης της δέσμευσης της εναγομένης από την ένδικη υπομίσθωση και εντεύθεν του δικαιώματος της ενάγουσας να κατέχει και να χρησιμοποιεί το μίσθιο ως τελούσα σε καλή πίστη σύμφωνα με το αρθρ. 14 του Π.Δ. 34/1995, το οποίο όπως ήδη εκτέθηκε δεν εφαρμόζεται επί υπομισθώσεως που συνήφθη για εμπορικό σκοπό, όπως στην προκειμένη περίπτωση. Σύμφωνα με όλα τα ανωτέρω, το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που κατέληξε στις ίδιες κρίσεις και απέρριψε την αγωγή δεν έσφαλε". Το Εφετείο με το να κρίνει την ένδικη αγωγή της αναιρεσείουσας κατά την κύρια βάση της ως αόριστη και να την απορρίψει ως απαράδεκτη κατά δε το Επικουρικό αίτημά της ως μη νόμιμη σε συνδυασμό με τα προαναφερθέντα στη μείζονα νομική σκέψη της παρούσας, όχι παρά το νόμο κήρυξε απαράδεκτο ούτε παρέλειψε να λάβει υπόψη του "πράγματα" που στηρίζουν το αγωγικό αίτημα της αναιρεσείουσας, ούτε παραβίασε τις προαναφερθείσες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου με το να κρίνει το επικουρικό αίτημα της ίδιας αγωγής ως νομικά αόριστο κατά την προαναφερθείσα έννοια. Επομένως τα όσα αντίθετα συναφώς υποστηρίζει η αναιρεσείουσα με τον πρώτο και δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης ορθά εκτιμώμενων υπό την επίκληση πλημμελειών από τους αριθμούς 1, 8 και 14 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ κρίνονται αβάσιμα στηριζόμενα σε εσφαλμένες προϋποθέσεις.
ΙΙ. Με τον αναιρετικό λόγο του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος, ελέγχεται η ορθότητα της ελάσσονος πρότασης του νομικού συλλογισμού, από την άποψη αν οι παραδοχές της απόφασης πληρούν το πραγματικό του κανόνα δικαίου που εφάρμοσε. Έτσι, παρέπεται, ότι δεν ιδρύεται ο λόγος αυτός όταν το δικαστήριο της ουσίας έχει απορρίψει την αίτηση παροχής έννομης προστασίας ως μη νόμιμη ή αόριστη, αφού στις περιπτώσεις αυτές το δικαστήριο δεν εκτιμά πραγματικά περιστατικά, ώστε να είναι δυνατό να υπάρξουν ελλείψεις στην περιγραφή τους (Ολ. Α Π 44/1990).
Συνεπώς, ο από το άρθρο 559 αριθ.19 του ΚΠολΔ τρίτος λόγος αναίρεσης με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι το Εφετείο με αντιφατικές και ανεπαρκείς αιτιολογίες έκρινε τον αγωγικό ισχυρισμό της αναιρεσείουσας ως υπεκμίσθωση και με την εσφαλμένη αυτή κρίση οδηγήθηκε σε απορριπτικό πόρισμα για την ένδικη αγωγή της αναιρεσείουσας κρίνεται απαράδεκτος. Για τους ίδιους δε λόγους κρίνεται ως απαράδεκτος και ο δεύτερος λόγος της αίτησης αναίρεσης κατά το μέρος της που επιχειρείται θεμελίωσή του στον αριθμό 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, με την έννοια της παραμόρφωσης μισθωτηρίων εγγράφων που προσκομίσθηκαν από την αναιρεσείουσα, αφού στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο για την εκφορά του απορριπτικού πορίσματός του δεν στηρίχτηκε στην εκτίμηση αποδεικτικών στοιχείων. Μετά τα παραπάνω πρέπει ν' απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παραβόλου που κατατέθηκε κατά την άσκηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης (άρθρο 183 ΚΠολΔ.) που έχει καταθέσει προτάσεις.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 27-7-2013 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθ 3568/2012 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης την οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1800) Ευρώ).
Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παραβόλου που κατατέθηκε κατά την άσκηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 10 Ιανουαρίου 2014 .
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 7 Φεβρουαρίου 2014.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ