Αυτόματη μετάφραση (Google Translate)
Σύνδεσμος απόφασης - link


Επιστροφή - Back


Απόφαση 639 / 2023    (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 639/2023

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αικατερίνη Κρυσταλλίδου - Εισηγήτρια, Κυριάκο Μπαμπαλίδη, Γεώργιο Αυγέρη και Μαρί Δεργαζαριάν, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 11 Απριλίου 2022, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειουσών: 1) Ι. Δ. του Ν., κατοίκου ... και 2) Π. Δ. του Ν., κατοίκου .... Παραστάθηκαν με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Κοντό.
Του αναιρεσιβλήτου: Χ. Ε. του Θ., κατοίκου ... Παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αναστάσιο Βάππα.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 23-6-2016 και 31-5-2017 ανακοπές των ήδη αναιρεσειουσών, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1073/2018 του ίδιου Δικαστηρίου και 4233/2020 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείουσες με την από 21-9-2020 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειουσών ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Το άρθρο 158 ΑΚ ορίζει ότι "...η τήρηση τύπου για τη δικαιοπραξία απαιτείται μόνο όπου το ορίζει ο νόμος" και το άρθρο 159 του ΑΚ ορίζει ότι "Δικαιοπραξία για την οποία δεν τηρήθηκε ο τύπος που απαιτεί ο νόμος, εφόσον δεν ορίζεται το αντίθετο, είναι άκυρη". Επίσης, το άρθρο 164 του ΑΚ ορίζει ότι "...ο τύπος που ο νόμος ορίζει για τη δικαιοπραξία απαιτείται και για τις τροποποιήσεις της". Από τις ανωτέρω διατάξεις σε συνδυασμό με τη διάταξη του άρθρου 361 ΑΚ προκύπτει ότι, αν συμφωνήθηκε η τήρηση τύπου για δικαιοπραξία, για την οποία δεν απαιτείται η τήρησή του από τον νόμο, οι τροποποιήσεις της εν λόγω δικαιοπραξίας, έστω και αν μεταβάλλουν ουσιώδη όρο της αρχικής ή αν με αυτές διευρύνονται οι υποχρεώσεις των μερών, είναι έγκυρες, έστω και αν γίνουν ατύπως. Τούτο συμβαίνει, επειδή μπορεί με νεότερη συμφωνία, έστω και σιωπηρή, να τροποποιηθεί η αρχική σύμβαση, καθόσον η νεότερη συμφωνία καταργεί αυτήν περί εγγράφου τροποποίησης της αρχικής συμφωνίας (ΑΠ 1225/2021, ΑΠ 95/2020, ΑΠ 776/2018, ΑΠ 1842/2013, ΑΠ 424/2011, ΑΠ 766/2003). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 574 ΑΚ, το οποίο έχει εφαρμογή και στις εμπορικές μισθώσεις (άρθρ. 44 π.δ. 34/1995), με τη σύμβαση της μίσθωσης πράγματος, ο εκμισθωτής έχει υποχρέωση να παραχωρήσει στο μισθωτή τη χρήση του πράγματος για όσο χρόνο διαρκεί η σύμβαση και ο μισθωτής να καταβάλει το συμφωνημένο μίσθωμα. Η κατάρτιση της μίσθωσης είναι κατά κανόνα άτυπη και είναι δυνατή η σύναψη και σιωπηρά καθώς και η τροποποίηση των όρων της (λ.χ με το να αφήσει ο εκμισθωτής τα κλειδιά στον μισθωτή), με εξαίρεση τις μισθώσεις που αφορούν το Δημόσιο και τα ΝΠΔΔ, οι οποίες και διέπονται από ειδικές διατάξεις. Συνήθως όμως η μίσθωση καταρτίζεται η εγγράφως ( ενόψει και της προβλεπόμενης από το άρθρο 77 παρ.1 και 2 ν. 2238/1994, ήδη αντικατασταθέντος με το άρθρο 26 παρ.3ν. 3220/2004 περί θεώρησης των μισθωτηρίων από τη σύνταξή τους από την αρμόδια Δ.Ο.Υ, ανεξαρτήτως του ότι νομολογιακά γίνονται δεκτά και αθεώρητα μισθωτήρια, ΟλΑΠ13/1998), ενώ σε ορισμένες περιπτώσεις (ΑΚ 614, 618) η τήρηση τύπου έχει σοβαρές έννομες συνέπειες. Εξ άλλου, από την αρχή της ελευθερίας των συμβάσεων, η οποία καθιερώνεται με το άρθρο 361 ΑΚ, κατά τα προεκτεθέντα, προκύπτει, ότι και στη σύμβαση μίσθωσης, είναι δυνατόν, οι συμβαλλόμενοι όσο διαρκεί αυτή, να συμφωνήσουν και μάλιστα με άτυπη συμφωνία, προφορική (ρητή) ή σιωπηρή (158, 164 ΑΚ), την τροποποίηση του περί μισθώματος όρου αυτής (ΑΠ 316/2005). Περαιτέρω, στην περίπτωση μίσθωσης με περισσότερους συνεκμισθωτές, η σχέση τους διέπεται από την κοινωνία δικαιώματος κατ' ιδανικά μέρη (ΑΚ 785), κάθε κοινωνός έχει ανάλογη μερίδα στους πολιτικούς καρπούς (μισθώματα) του κοινού αντικειμένου (ΑΚ 786, 961 παρ3ΑΚ), η δε διοίκηση - διαχείριση του κοινού ανήκει σε όλους μαζί τους κοινωνούς (ΑΚ 788). Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 789 ΑΚ με απόφαση της πλειοψηφίας των κοινωνών μπορεί να καθορισθεί για το κοινό αντικείμενο ο προσήκων τρόπος τακτικής διοίκησης και εκμετάλλευσης. Η πλειοψηφία λαμβάνεται κατά το μέγεθος των μερίδων, δεν αφορά μόνο τις εσωτερικές σχέσεις των κοινωνών, αλλά ενέχει και εξουσία αντιπροσωπεύσεως και συνακόλουθα είναι έγκυρη και δεσμεύει όλους τους κοινωνούς, δηλαδή και εκείνους που διαφώνησαν και μειοψήφισαν (ΑΠ 635/2018, ΑΠ 302/2014, ΑΠ 665/2008, ΑΠ 1259/2007, ΑΠ 255/2000). Στις εν λόγω πράξεις τακτικής διοίκησης και εκμετάλλευσης περιλαμβάνεται η σύναψη της σύμβασης μίσθωσης του κοινού αντικειμένου, καθώς και κάθε άλλη πράξη, η οποία τείνει στη διατήρηση ή άρση των συνεπειών της μισθώσεως, όπως η παράταση της διάρκειας λήγουσας ή λήξασας μισθώσεως και η ανανέωση αυτής, (καταρτιζόμενη εγκύρως στο πλαίσιο εφαρμογής του άρθρου 789 του Α.Κ, όχι μόνο για νέα χρονική διάρκεια της μισθώσεως, αλλά και για το καταβλητέο μίσθωμα, μικρότερο ή υψηλότερο σε σχέση με το προηγουμένως καταβαλλόμενο, αφού ο καθορισμός του συνιστά ουσιώδες κατά νόμο στοιχείο της εκτός από τη χρήση και τη διάρκεια), καθώς και η τροποποίηση της συμβάσεως μισθώσεως ή η καταγγελία αυτής (ΟλΑΠ 98/1979, ΑΠ 95/2020, ΑΠ 1259/2007, ΑΠ 1817/2006, ΑΠ 255/2000), οι δε συνεκμισθωτές από δικονομικής απόψεως συνδέονται με αναγκαστική ομοδικία. Με βάση τα παραπάνω, και στο πλαίσιο εφαρμογής της ελευθερίας των συμβάσεων (άρθρα 436, 361 ΑΚ), εφόσον η (νέα) μίσθωση επιτρεπτώς συνάπτεται από την πλειοψηφία των συνεκμισθωτών, δεσμεύει την μειοψηφία τόσο ως προς την διάρκεια όσο και ως προς το ύψος του μισθώματος, υπό την έννοια ότι η μειοψηφία των μισθωτών δεν θα δικαιούται να αξιώσει για τη μερίδα της το τυχόν αυξημένο μίσθωμα που καταβαλλόταν πριν από την παράταση ή την ανανέωση της μισθώσεως. Περαιτέρω, το δικαίωμα αναπροσαρμογής του μισθώματος είναι διαπλαστικής φύσεως, παρέχει δηλαδή τη δυνατότητα να επιδιωχθεί με αγωγή η διάπλαση για το μέλλον της έννομης σχέσεως της μισθώσεως, μεταβαλλόμενης ως προς το ύψος του μισθώματος από της ασκήσεως της αγωγής. Όμως, το δικαίωμα τούτο δεν είναι αδιαίρετο κατά την κτήση ή την άσκησή του, αφού μάλιστα η χρηματική παροχή του μισθώματος έχει διαιρετό αντικείμενο.
Συνεπώς, κατά την κρατήσασα στη νομολογία άποψη, σε περίπτωση υπάρξεως περισσότερων εκμισθωτών, καθένας, από αυτούς, σύμφωνα με τον κανόνα του άρθρου 480 ΑΚ, δικαιούται να ζητήσει την αναπροσαρμογή του μισθώματος, στο ποσοστό που αντιστοιχεί στην ιδανική του μερίδα επί του κοινού μισθίου πράγματος (ΑΠ 1746/2006, 871/2003, αντιθ. ΑΠ 1020/2003) και σε περίπτωση επίτευξης συμφωνίας για τον καθορισμό του μισθώματος μεταξύ του μισθωτή και της πλειοψηφίας των εκμισθωτών, η τελευταία (πλειοψηφία) δεν μπορεί να θεωρηθεί, ότι εκπροσωπεί και τον εκμισθωτή, που δεν συμμετείχε στη συμφωνία. Στην περίπτωση όμως που αυτό δεν είναι εφικτό, δηλαδή η λήψη των εν λόγω αποφάσεων ως προς τη διαχείριση του κοινού ακινήτου από την πλειοψηφία των συνεκμισθωτών, (όπως π.χ όταν το μίσθιο ανήκει εξ αδιαιρέτου και εξ ημισείας σε δυο πρόσωπα), ο κανονισμός γίνεται κατόπιν σχετικού αιτήματος εκ μέρους οποιουδήποτε κοινωνού, από το δικαστήριο κατ' άρθρο 790 ΑΚ. Τα ανωτέρω ισχύουν κατά την εξέλιξη και λειτουργία της συμβάσεως μισθώσεως μέσα στα νόμιμα όρια, που ορίζονται από το π.δ. 34/1995 για τις εμπορικές μισθώσεις αναγκαστικά, και με την προϋπόθεση αναπροσαρμογής στο ίδιο χρονικό διάστημα, που ορίζονται από την ίδια ειδική νομοθεσία, αλλά και τον ΑΚ (288, 388 ΑΚ), και δεν αφορούν την κατάρτιση νέας συμβάσεως εμπορικής μισθώσεως, με την έννοια και της αναμισθώσεως ή ανανεώσεως, η οποία, κατά τα προαναφερθέντα, αποτελεί πράξη τακτικής διαχειρίσεως (ΑΠ 95/2020, ΑΠ 635/2018, ΑΠ 302/2014). Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 394 παρ.2 ΚΠολΔ, όταν ο νόμος ή τα μέρη ορίζουν ότι για τη δικαιοπραξία χρειάζεται έγγραφο είτε ως συστατικός είτε ως αποδεικτικός τύπος, η απόδειξη της δικαιοπραξίας με μάρτυρες επιτρέπεται μόνο στην περίπτωση της παρ. 1 εδ.γ' (δηλαδή μόνον επί τυχαίας απώλειας εγγράφου). Η νομολογία ωστόσο δέχεται ότι όταν τίθενται "μόνον αποδεικτικοί περιορισμοί στη χρήση του εμμάρτυρου μέσου" δεν αποκλείονται οι μάρτυρες, αν κατά την εφαρμοστέα διαδικασία επιτρέπεται η λήψη υπόψη μη πληρούντων τους όρους αποδεικτικών μέσων (ΑΠ 935/2021, ΑΠ 383/2007, ΑΠ 674/1986, ΑΠ 459/1988). Από τη διάταξη του άρθρου 650 παρ. 1 εδ. α` του ΚΠολΔ, όπως αυτή ίσχυε πριν την κατάργησή της με το άρθρο 1 του ν. 4335/2015, η οποία έχει εφαρμογή και στην εκδίκαση διαφοράς από μίσθωση υποκείμενη στις διατάξεις του ν. 813/1978 (ήδη πδ34/1995), συνάγεται ότι κατά την ειδική διαδικασία των μισθωτικών διαφορών, το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη και αποδεικτικά μέσα που δεν πληρούν τους όρους του νόμου και τα οποία εκτιμά ελευθέρως, χωρίς να υποχρεούται να τηρήσει νομικούς κανόνες ως προς την αποδεικτική δύναμη αυτών, με εξαίρεση ως προς τη δικαστική ομολογία και τα δημόσια έγγραφα (ΑΠ 363/2020). Τέτοιο αποδεικτικό μέσο, μη επιτρεπόμενο στην κοινή, τακτική διαδικασία, είναι και οι μάρτυρες ως προς την απόδειξη δικαιοπραξίας για την οποία έχει ορισθεί, με σύμβαση, σαν αποδεικτικός τύπος, το έγγραφο, εφόσον δεν αποδεικνύεται ότι τέτοιο έγγραφο είχε συνταχθεί και απωλέσθηκε τυχαία (άρθρο 394 § 2 ΚΠολΔ). Είναι, συνεπώς, και στην περίπτωση αυτή παραδεκτοί οι μάρτυρες, στη διαδικασία εκδικάσεως των διαφορών του άρθρου 25 του ν. 813/1978, και η δικαιοπραξία ή (τροποποίησή της, αντίθετα με την περίπτωση συμβατικού εγγράφου συστατικού τύπου) μπορεί να αποδειχθεί, με το αποδεικτικό αυτό μέσο, χωρίς απόδειξη και της συντάξεως, γι` αυτήν, εγγράφου. Συμφωνία αποκλεισμού των μαρτύρων ως αποδεικτικού μέσου, στην αποδεικτική διαδικασία που διέπεται από τη διάταξη του άρθρου 650 § 1 εδ. α` του ΚΠολΔ, με την οποία, διάταξη, επιβάλλεται η ελεύθερη, ως προς τα αποδεικτικά μέσα, απόδειξη, δεν έχει τη νομική δυνατότητα περιορισμού του δικαστηρίου ως προς τα μέσα αποδείξεως, βάσει των οποίων θα διαμορφωθεί η κρίση του, και μεταβολής του αποδεικτικού μέσου των μαρτύρων σε μη επιτρεπόμενο, στη διαδικασία αυτή, από το νόμο, με την έννοια του άρθρου 559 αρ. 11 περ. α` του ΚΠολΔ (ΑΠ 674/1986, ΑΠ459/1988). Εξάλλου, κατά την γενική αρχή του διαχρονικού αστικού δικονομικού δικαίου που συνάγεται από τις διατάξεις των άρθρων 5 παρ. 2 στ. δ` και 20 ΕισΝΚΠολΔ το επιτρεπτό της αποδείξεως δια μαρτύρων κρίνεται κατά το ισχύον κατά το χρόνο της δημιουργίας της αποδεικτέας δικαιολογικής σχέσεως δίκαιο, το οποίο και μόνο μπορούν να έχουν υπόψη τους οι ενδιαφερόμενοι για τη ρύθμιση της αποδείξεως της σχέσεως αυτής (ΑΠ 950/2022, ΑΠ 364/2012). Με το ν. 4335/2015 επήλθαν ριζικές αλλαγές στον ΚΠολΔ. Με το άρθρο τέταρτο του άρθρου 1 του Ν. 4335/2015 αντικαταστάθηκε το ΒΙΒΛΙΟ ΤΕΤΑΡΤΟ-ΕΙΔΙΚΕΣ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΕΣ του Κ.Πολ.Δ. (άρθρα 591 έως 681Δ) με τα άρθρα 591 έως 645, με συνέπεια την σιωπηρή κατάργηση των άρθρων 646 έως 681Δ και ως εκ τούτου και του άρθρου 650 του ΚΠολΔ για τις μισθωτικές διαφορές. Ακόμη, με την παρ. 2 του άρθρου δεύτερου του άρθρου 1 του ν. 4335/2015 αντικαταστάθηκε το άρθρο 340 ΚΠολΔ και ορίζεται σ` αυτό όπως αντικαταστάθηκε ότι "Το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη τα αποδεικτικά μέσα που πληρούν τους όρους του νόμου, σύμφωνα με την προβλεπόμενη αποδεικτική δύναμη του καθενός. Λαμβάνει επίσης υπόψη και εκτιμά ελεύθερα και αποδεικτικά μέσα που δεν πληρούν τους όρους του νόμου, με την επιφύλαξη των άρθρων 393 και 394". Δηλαδή και στην ειδική διαδικασία των μισθωτικών διαφορών, όπως και στην τακτική διαδικασία με τις επελθούσες αλλαγές, η λήψη υπόψη και η εκτίμηση αποδεικτικού μέσου που δεν πληροί τους όρους του νόμου τελεί υπό την επιφύλαξη των άρθρων 393 και 394 ΚΠολΔ. Περαιτέρω, στο άρθρο ένατο του άρθρου 1 άρθρο του ίδιου νόμου και υπό τον τίτλο "μεταβατικές και άλλες διατάξεις" περιλήφθηκε μεταβατική διάταξη, σύμφωνα με την οποία (παρ. 2) "Οι διατάξεις για τα ένδικα μέσα και τις ειδικές διαδικασίες των άρθρων 591-645 εφαρμόζονται για τα κατατιθέμενα από τις 1-1-2016 ένδικα μέσα και αγωγές", ενώ στην παράγραφο 4 του ίδιου άρθρου ορίζεται ότι "Κατά τα λοιπά, εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά σε επιμέρους διατάξεις, η ισχύς του νόμου αυτού αρχίζει από 1-1-2016" Οι νέες διατάζεις του άρθρου 340 ΚΠολΔ δεν υπάγονται σε ειδική μεταβατική διάταξη του σχετικού άρθρου ένατου ν. 4335/2015. Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών συνάγεται ότι ο νομοθέτης δεν εισάγει στο ν. 4335/2015 ειδικό κανόνα διαχρονικού δικαίου αναφορικά με τις νέες ρυθμίσεις για την απόδειξη και από τη γενική αρχή του διαχρονικού αστικού δικονομικού δικαίου (ΕισΝΚΠολΔ 5 παρ. 2 στ. δ` και 20), σύμφωνα με την οποία το επιτρεπτό της αποδείξεως δια μαρτύρων κρίνεται κατά το ισχύον κατά το χρόνο της δημιουργίας της αποδεικτέας δικαιολογικής σχέσεως δίκαιο, συνάγεται ότι συμβάσεις που καταρτίστηκαν υπό την ισχύ της διατάξεως του άρθρου 650 ΚΠολΔ, που συγχωρούσε τη χρήση μαρτύρων προς απόδειξή τους, διέπονται από το προηγούμενο ισχύον κατά την κατάρτισή τους, νομοθετικό καθεστώς ως προς τις προϋποθέσεις του παραδεκτού της αποδείξεώς τους με μάρτυρες. Περαιτέρω, οι διατάξεις για τις ένορκες βεβαιώσεις (ΚΠολΔ 421 έως 424) του Κ.Πολ.Δ., οι οποίες προστέθηκαν με την παρ. 3 του άρθρου δεύτερου του άρθρου 1 Ν. 4335/2015 και, κατά την παρ. 4 του άρθρου ένατου του άρθρου 1 του ως άνω νόμου, η ισχύς τους αρχίζει από 1.1.2016, εφαρμόζονται και επί των εκκρεμών υποθέσεων, κατά το χρόνο έναρξης της ισχύος του ανωτέρω νόμου, εφόσον αφορούν σε ένορκες βεβαιώσεις, ληφθείσες, μετά την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού, κατά τη γενικότερη αρχή του διαχρονικού δικονομικού δικαίου, που εκφράζεται από τις διατάξεις των άρθρων 12, 21 εδ. β` και 24 παρ. 1 εδ. α` του ΕισΝΚΠολΔ, σύμφωνα με τις οποίες διαδικαστικές πράξεις απόδειξης του Κ.Πολ.Δ. (άρθρα 415 έως 420 και 421 έως 431) ρυθμίζονται και διέπονται από το δίκαιο που ισχύει κατά το χρόνο διενέργειάς τους, ενώ δεν εφαρμόζονται για τις ληφθείσες πριν από την εν γένει ισχύ του νέου δικαίου (άρθρο 1 άρθρο ένατο§ 4 του ν. 4335/2015), δηλαδή πριν από την 1.1.2016, οι οποίες διέπονται από το προηγούμενο νομοθετικό καθεστώς. (άρθρο 1 άρθρο ένατο§ 4 του ν. 4335/2015) (ΑΠ950/2022, ΑΠ 1175/2019). Από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων συνάγεται κατ' αρχήν ότι στη σύμβαση μισθώσεως, για την οποία δεν απαιτείται εκ του νόμου ο έγγραφος τύπος, μπορεί να επέλθει και άτυπη τροποποίησή της (και όσον αφορά την αναπροσαρμογή του μισθώματος επί το μείζον ή το έλασσον), με προφορική ή και σιωπηρή συμφωνία, ο δε συμβατικός αποκλεισμός από τα μέρη του εμμάρτυρου μέσου απόδειξης με αντίστοιχο όρο της σύμβασης μίσθωσης (όσον αφορά οποιαδήποτε τροποποίησή της), κατ' εφαρμογή του άρθρου 394 παρ.2 ΚΠολΔ κάμπτεται στην περίπτωση που η ερευνώμενη σύμβαση καταρτίστηκε καθ' ον χρόνο ίσχυε η διάταξη του άρθρου 650 ΚΠολΔ, που συγχωρούσε τη χρήση μαρτύρων για την απόδειξή της, δηλαδή πριν την τροποποίηση που επήλθε με το ν. 4335/2015. Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 11 εδάφ. γ` του ΚΠολΔ, συντρέχει λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει δικανική πεποίθηση για τη βασιμότητα των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, δηλαδή των συγκροτούντων ισχυρισμό λυσιτελή γεγονότων, που επιδρά στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης (ΑΠ 173/2015), οφείλει να λάβει υπόψη του τα αποδεικτικά μέσα που προσκομίστηκαν νόμιμα είτε για άμεση απόδειξη είτε για συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, εφόσον γίνεται σαφής και ορισμένη επίκλησή τους από τον διάδικο (ΟλΑΠ8/2016, ΟλΑΠ23/2008, ΑΠ 1080/2022, ΑΠ 1418/2022, ΑΠ155/2021).
Εν προκειμένω, από την παραδεκτή (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων προκύπτει ότι οι αναιρεσείουσες, συμμισθώτριες ακινήτου συνιδιοκτησίας του αναιρεσιβλήτου και του μη διαδίκου Κ. Ε., άσκησαν τις από 23-6-2016 και 31-5-2017 ανακοπές κατά των με αριθμούς 1237/2016 και 4159/2017 διαταγών πληρωμής αντιστοίχως, που εξέδωσε ο αναιρεσίβλητος σε βάρος τους για διαφορές οφειλομένων μισθωμάτων, με λόγους ανακοπής: α) την προφορική, άλλως σιωπηρή συμφωνία μείωσης του καταβαλλόμενου μισθώματος των 2.000 ευρώ, στο ποσό των 1400 ευρώ (700 ευρώ κατά την αναλογία του αναιρεσίβλητου συνεκμισθωτή), που έλαβε χώρα τον Ιούνιο του 2015, όσον αφορά την με το από 31-5-2012 ιδιωτικό συμφωνητικό μίσθωσης καταρτισθείσα σύμβαση διαρκείας από 1-6-2012 ως 31-5-2018, β) την ένσταση εξόφλησης όλων των μισθωμάτων, γ) την ένσταση καταχρηστικής αίτησης για έκδοση των προσβαλλομένων διαταγών πληρωμής, ενόψει της επικαλούμενης μείωσης του μισθώματος και της μη όχλησή τους εκ μέρους του επί μακρόν. Το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την 1073/2018 απόφασή του συνεκδίκασε τις ανακοπές και δέχθηκε αυτές κατ' ουσίαν, ως προς τον τρίτο λόγο τους περί καταχρηστικής έκδοσης των εν λόγω διαταγών πληρωμής, ακυρώνοντας τις ως άνω διαταγές πληρωμής. Το Εφετείο με την 4233/2020 απόφασή του, που προσβάλλεται με την υπό κρίση αναίρεση, κατά παραδοχή της από 4-4-2019 έφεσης του αναιρεσίβλητου, αφού έκρινε ότι είναι νομικά αβάσιμος ο τρίτος λόγος ανακοπής (περί εκδόσεως των διαταγών πληρωμής κατά κατάχρηση δικαιώματος), που έγινε δεκτός κατ' ουσίαν από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση και αφού ερεύνησε εκ νέου τις ανακοπές ως προς τους μη εξετασθέντες πρωτοδίκως πρώτο και δεύτερο λόγους ανακοπής, τις απέρριψε κατ' ουσίαν. Ειδικότερα το Εφετείο, όσον αφορά τον τρίτο λόγο των ανακοπών δέχθηκε, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα: "...Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τρίτο (τελευταίο ) λόγο των ενδικων ανακοπών, ισχυρίστηκαν οι ανακόπτουσες ότι οι απαιτήσεις του καθού για καταβολή οφειλομένης διαφοράς μισθωμάτων, για τις οποίες εκδόθηκαν οι προσβαλλόμενες διαταγές πληρωμής, δεν υφίστανται, καθόσον πριν από την έκδοσή τους είχε λάβει χώρα προφορική άλλως σιωπηρή συμφωνία μεταξύ αυτών και του καθ'ου για μείωση του μηνιαίου μισθώματος του επίδικου ακινήτου από το ποσό των 2.000 ευρώ στο ποσό των 1400 ευρώ, το οποίο και κατέβαλλαν ανελλιπώς για όλους τους μισθωτικούς μήνες που αφορούν οι εν λόγω διαταγές πληρωμής, ο δε καθ' ου εισέπραττε το ως άνω συμφωνηθέν μειωμένο μίσθωμα από τον Ιούνιο του 2015 συνεχώς και χωρίς ποτέ να διαμαρτυρηθεί έως τον Απρίλιο του 2016, οπότε άσκησε την από 18-4-2016 αίτηση, επί της οποίας εκδόθηκε η πρώτη από τις ανακοπτόμενες διαταγές πληρωμής με αριθμό 1237/2016. Ότι η εκ μέρους του καθ'ου είσπραξη του μειωμένου μισθώματος, χωρίς οποιαδήποτε διαμαρτυρία, κατά το προαναφερόμενο χρονικό διάστημα, δημιούργησε σ ' αυτές την εύλογη πεποίθηση ότι δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμά του για καταβολή της διαφοράς μεταξύ του καταβληθέντος από αυτές μειωμένου μισθώματος και του αρχικώς συμφωνηθέντος με τη σύμβαση μίσθωσης. Ζητούσαν δε, να ακυρωθούν οι προσβαλλόμενες διαταγές πληρωμής λόγω της καταχρηστικής εκ μέρους του καθ' ου άσκησης του δικαιώματός του. Με το ως άνω περιεχόμενο, ο λόγος αυτός κρίνεται απορριπτέος ως μη νόμιμος ... εφόσον οι ανακόπτουσες αρνούνται την ύπαρξη του δικαιώματος του καθ' ου, προς ικανοποίηση του οποίου εκδόθηκαν οι προσβαλλόμενες διαταγές πληρωμής. Πρέπει να σημειωθεί δε, ότι ο λόγος αυτός δεν προβάλλεται επικουρικά σε σχέση με τους λοιπούς λόγους των ένδικων ανακοπών α) περί ύπαρξης προφορικής άλλως σιωπηρής συμφωνίας μείωσης του μισθώματος και β) περί ανυπαρξίας οφειλής, αλλά σωρευτικά...". Ακολούθως, το Εφετείο ερεύνησε εκ νέου την υπόθεση ως προς τους μη ερευνηθέντες από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, πρώτο και δεύτερο λόγους των ένδικων ανακοπών και δέχθηκε τα εξής: "... με τους πρώτο και δεύτερο λόγους των υπό κρίση ανακοπών τους ισχυρίστηκαν οι ανακόπτουσες, ότι δυνάμει του από 31-5-2012 ιδιωτικού συμφωνητικού, που καταρτίστηκε μεταξύ αυτών αφενός και των Χ. Ε. (καθ' ου ο ανακοπές - εκκαλούντος) και Κ. Ε. αφετέρου, οι τελευταίοι τους εκμίσθωσαν ένα οικόπεδο κείμενο στην … και επί της οδού ... επιφάνειας 261 τμ, περίπου, του οποίου είναι συγκύριοι κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου ο καθένας, προκειμένου να χρησιμοποιηθεί από αυτές ως υπαίθριος χώρος στάθμευσης αυτοκινήτων. Ισχυρίστηκαν επίσης, ότι η διάρκεια της μίσθωσης συμφωνήθηκε εξαετής, ήτοι από 1-6-2012 έως 31-5-2018, το δε μίσθωμα ορίστηκε στο ποσό των 2.000 ευρώ μηνιαίως πλέον του αναλογούντος τέλους χαρτοσήμου 3,6% ενώ κάθε τροποποίηση της σύμβασης συμφωνήθηκε ότι θα αποδεικνύεται μόνον εγγράφως. Ότι τον Μάιο του έτους 2015 κατόπιν προφορικής συμφωνίας με τον εκ των συνεκμισθωτών Κ. Ε., αλλά και κατόπιν προφορικής, άλλως σιωπηρής συμφωνίας με τον έτερο συνεκμισθωτή και ήδη καθ' ου οι ανακοπές, το μίσθωμα του μισθίου ακινήτου μειώθηκε από 1-6-2015 στο ποσό των 1400 ευρώ συμπεριλαμβανομένου του τέλους χαρτοσήμου και ότι από τον Ιούνιο του έτους 2015 αυτές καταβάλλουν ανελλιπώς το ως άνω συμφωνηθέν μειωμένο μίσθωμα. Ότι παρά την ανωτέρω προφορική άλλως σιωπηρή συμφωνία τους με τον καθ'ου, ο τελευταίος πέτυχε την έκδοση των ανακοπτόμενων διαταγών πληρωμής με τις οποίες υποχρεώνονται να του καταβάλουν την αναλογούσα στο ιδανικό του μερίδιο συγκυριότητας διαφορά μεταξύ του αρχικώς συμφωνηθέντος μισθώματος ποσού 2.000 ευρώ μηνιαίως και του μειωμένου μισθώματος ποσού 1.400 ευρώ μηνιαίως ήτοι ( 2.000 -1400= ) 600:2] = 300 ευρώ μηνιαίως, πλέον του αναλογούντος στο ήμισυ του αρχικού μισθώματος ήτοι στο ποσό των 1.000 ευρώ, τέλους χαρτοσήμου 3,6%) για το χρονικό διάστημα από Ιούνιο 2015 έως Απρίλιο 2016 με την πρώτη διαταγή (υπ' αριθμ.1237/2016) και από Μάιο 2016 έως Μάιο 2017 με τη δεύτερη ( αριθμ 4159/2017), παρά το γεγονός ότι δεν υφίστανται οι επιδικασθείσες με τις εν λόγω διαταγές απαιτήσεις του καθ'ου μετά την ως άνω συμφωνία μείωσης του μισθώματος... Η συμφωνία μείωσης του μισθώματος που ισχυρίζονται οι ανακόπτουσες ότι καταρτίστηκε μεταξύ αυτών και του καθ' ου, δεν επιτρέπεται να αποδειχθεί με μάρτυρες, εφόσον κατά τα εκτιθέμενα στις ένδικες ανακοπές, με τη σύμβαση μίσθωσης συμφωνήθηκε ότι κάθε τροποποίηση αυτής θα αποδεικνύεται μόνον εγγράφως, χωρίς αυτές να επικαλούνται ότι για την προαναφερόμενη μείωση συντάχθηκε έγγραφο, το οποίο χάθηκε τυχαία. Κατόπιν αυτού, δεδομένου ότι επικαλούμενη συμφωνία μείωσης του μισθώματος, την οποία αρνείται ο καθ' ου και ήδη εκκαλών, δεν αποδεικνύεται εγγράφως ούτε επιτρέπεται να ληφθούν υπόψη προς απόδειξη αυτής α) οι ένορκες στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου καταθέσεις των εκατέρωθεν εξετασθέντων μαρτύρων, οι οποίες περιέχονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλούμενη απόφαση πρακτικά και β) οι υπ' αριθμ7285/7-6-2018 και 12425/6-10-2017 ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον της Ειρηνοδίκη Αθηνών, που επικαλούνται και προσκομίζουν οι ανακόπτουσες και ήδη εφεσίβλητες, πρέπει να απορριφθούν οι πρώτος και δεύτερος λόγοι των υπό κρίση ανακοπών ως αβάσιμοι κατ' ουσίαν...". Ακολούθως, το Εφετείο απέρριψε αμφότερες τις ανακοπές κατ' ουσίαν. Έτσι που έκρινε το Εφετείο, το οποίο δεν έλαβε υπόψη για τη διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος τα προσκομισθέντα νόμιμα με επίκληση από τις αναιρεσείουσες ουσιώδη για την έκβαση της δίκης αποδεικτικά μέσα, ήτοι τις ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου μαρτυρικές καταθέσεις και τις 7285/2018 και 12425/2017 ένορκες βεβαιώσεις, δεχόμενο ότι με την ένδικη από 31-5-2012 σύμβαση μίσθωσης είχε συμφωνηθεί μεταξύ των διαδίκων ότι η τροποποίησή αυτής και συναφώς η επικαλούμενη από τις αναιρεσείουσες προφορική, άλλως σιωπηρή συμφωνία τους περί μείωσης του συμφωνημένου μισθώματος, θα αποδεικνύεται μόνο με έγγραφο, κατ' αποκλεισμό απόδειξης αυτής με μάρτυρες, υπέπεσε στην εκ του άρθρου 559 ΚΠολΔ αρ. 11γ' πλημμέλεια, καθόσον, υπό τα ανελέγκτως δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, πρόκειται: α) για μισθωτική διαφορά, β) για σύμβαση στην οποία το έγγραφο ορίστηκε με κοινή συμφωνία από τα μέρη και όχι από το νόμο ως αποδεικτικός τύπος, γ) ως εκ του χρόνου που καταρτίστηκε η επίμαχη σύμβαση, εφαρμοστέα ήταν η προβλεπόμενη από τη διάταξη του άρθρου 650 ΚΠολΔ (πριν την κατάργησή της με το ν.4335/2015) διαδικασία, σύμφωνα με την οποία λαμβάνονταν υπόψη και μη πληρούντα τους όρους του νόμου αποδεικτικά μέσα, με συνέπεια να κάμπτεται ο κατ' εφαρμογή του άρθρου 394 παρ.2 ΚΠολΔ ως άνω συμβατικός αποκλεισμός και να είναι επιτρεπτή η λήψη υπόψη από το δικαστήριο και του αποδεικτικού μέσου των μαρτυρικών καταθέσεων.
Συνεπώς ο παραπάνω λόγος αναίρεσης είναι βάσιμος. Επομένως, κατά παραδοχήν του ως άνω λόγου, η αναιρετική εμβέλεια του οποίου καλύπτει τους λοιπούς λόγους αναίρεσης, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλον δικαστή κατά την παράγραφο 3 του άρθρ. 580 ΚΠολΔ, να διαταχθεί η επιστροφή του παραβόλου στις αναιρεσείουσες (άρθ.495 παρ.3 ΚΠολΔ), να καταδικασθεί δε ο αναιρεσίβλητος, ως ηττωμένος, (άρθρα 176, 183 και 191 παρ.2 ΚΠολΔ), στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσειουσών, κατά τα ειδικότερα στο διατακτικό οριζόμενα.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθμόν 4233/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου στις αναιρεσείουσες.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο ως άνω Δικαστήριο, συντιθέμενο από Δικαστή άλλον από αυτόν που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση. Και,
Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειουσών τα οποία ορίζει σε τρείς χιλιάδες (3.000) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 14 Μαρτίου 2023.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 26 Απριλίου 2023.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή