Αυτόματη μετάφραση (Google Translate)
Σύνδεσμος απόφασης - link


Επιστροφή - Back


Απόφαση 1482 / 2019    (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1482/2019

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Σοφία Καρυστηναίου, Μαρία Νικολακέα, Αρετή Παπαδιά, και Σοφία Τζουμερκιώτη, αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 22α Ιανουαρίου 2019, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων:1) Κ. Α. του Ι., 2) Ι. Γ. του Γ., 3) Π. Γ. του Χ., 4) Α. Θ. του Θ., 5) Μ. Κ. του Χ., 6) Λ. Κ. του Δ., 7) Φ. Π. του Γ., 8) Μ. Π. του Μ., 9) Σ. Σ. του Σ., 10) Ε. Τ. του Κ., κατοίκων ..., που παραστάθηκαν δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Άγη Παπαστεργίου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσίβλητου: Νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου με την επωνυμία "ΔΗΜΟΣ ΤΥΡΝΑΒΟΥ" ως καθολικού διαδόχου του καταργηθέντος Δήμου Αμπελώνα, όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στον … και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Χρήστου Γούλα, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28-12-2010 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Λάρισας. Εκδόθηκαν η 199/2013 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 216/2016 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Λάρισα. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 15-1-2018 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγητής ορίσθηκε η αρεοπαγίτης Μαρία Νικολακέα.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 7/2006, ΟλΑΠ 4/2005.
3.Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648 και 649 ΑΚ συνάγεται ότι σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου είναι εκείνη, της οποίας η διάρκεια συνομολογείται μέχρις ένα ορισμένο χρονικό σημείο ή μέχρι την επέλευση μελλοντικού και βέβαιου γεγονότος ή για την εκτέλεση ορισμένου έργου, μετά την περάτωση του οποίου παύει αυτοδικαίως. Σε περίπτωση αμφιβολίας, η σύμβαση θεωρείται αορίστου χρόνου Περαιτέρω, κατά το άρθρο 21 παρ.1, 2 και 3 του ν. 2190/1994, οι δημόσιες υπηρεσίες και τα νομικά πρόσωπα του άρθρου 14 παρ.1 του νόμου αυτού επιτρέπεται να απασχολούν προσωπικό με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου, για την αντιμετώπιση εποχιακών ή άλλων περιοδικών ή πρόσκαιρων αναγκών, χωρίς, πάντως, να επιτρέπεται, εγκύρως, η παράταση μιας τέτοιας σύμβασης ή η μετατροπή της σε σύμβαση αορίστου χρόνου. Οι περιορισμοί αυτοί απέκτησαν αυξημένη τυπική ισχύ με την προσθήκη των παρ.7 και 8 στο άρθρο 103 του Συντάγματος, κατά την αναθεώρηση του έτους 2001. Στους κανόνες αυτούς υπάγεται τόσο το προσωπικό, που συνδέεται με το Δημόσιο, τους ΟΤΑ και τα άλλα νομικά πρόσωπα του ευρύτερου δημόσιο τομέα με υπαλληλική σχέση δημοσίου δικαίου όσο και αυτό, που προσλαμβάνεται με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου για την πλήρωση οργανικών θέσεων, σύμφωνα με το άρθρο 103 παρ.3 και 8 του Συντάγματος (ΟλΑΠ 7, 8/2011). Ειδικά, όμως, με το άρθρο 20 παρ.4 του ν. 2738/1999 εισήχθη συγκεκριμένη ρύθμιση και δη προσετέθη, ως περίπτωση (κα) στο άρθρο 14 παρ.2 του ν. 2190/1994, επιπλέον εξαίρεση στο σύστημα προσλήψεων του νόμου αυτού (απαλειφθείσα ήδη με το άρθρο 1 του ν. 3812/2009, που δεν καταλαμβάνει την ένδικη διαφορά), η οποία αφορά στην πρόσληψη προσωπικού σε εκτέλεση ειδικού προγράμματος απασχόλησης, που προκηρύσσεται και επιδοτείται από τον ΟΑΕΔ. Ειδικότερα, ορίσθηκε ότι η πρόσληψη του προσωπικού, που προσλαμβάνεται σε εκτέλεση τέτοιου προγράμματος, διενεργείται σύμφωνα με τους όρους, τη διαδικασία και τα κριτήρια που καθορίζονται στο πρόγραμμα αυτό. Η επιδοτούμενη αυτή πρόσληψη υπαλλήλων είναι εξαιρετική, διότι συνδέεται με την ανάγκη εκτέλεσης των ειδικών προγραμμάτων, γι' αυτό και οι εξ αυτής απορρέουσες εργασιακές σχέσεις έχουν συγκεκριμένο χρόνο διάρκειας, η πάροδος του οποίου συνεπιφέρει αυτοδικαίως και τη λήξη τους (ΑΚ 669 παρ. 1). Η σύναψη των σχέσεων αυτών ως συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου είναι επιτρεπτή, διότι επιβάλλεται από αντικειμενικούς λόγους που συνδέονται με την φύση των ειδικών προγραμμάτων, για την εξυπηρέτηση των οποίων συνάπτονται. Περαιτέρω, σύμβαση μαθητείας είναι η σύμβαση κατά την οποία ο ένας από τους συμβαλλόμενους αναλαμβάνει την υποχρέωση να μεταδώσει στον άλλο τις αναγκαίες εμπειρικές γνώσεις, για την άσκηση από τον τελευταίο ορισμένου επαγγέλματος ή ορισμένης τέχνης. Ειδικότερες μορφές της συμβάσεως μαθητείας είναι η γνήσια σύμβαση μαθητείας και η σύμβαση εξαρτημένης εργασίας μαθητευόμενου. Στη γνήσια σύμβαση μαθητείας προέχον στοιχείο είναι η παροχή εκπαίδευσης στο μαθητευόμενο, η δε τυχόν παροχή εργασίας από αυτόν δεν γίνεται με σκοπό εκτέλεσης παραγωγικού έργου, αλλά για τις ανάγκες της εκπαίδευσης και της εξοικείωσής του με το αντικείμενο του επαγγέλματος ή της τέχνης του. Στη σύμβαση αυτή, για την οποία δεν υπάρχει ειδική νομοθετική ρύθμιση και κατά την οποία ο μαθητευόμενος παρέχει εργασία για ορισμένο ή αόριστο χρόνο, μόνο αναλογικά εφαρμόζονται οι διατάξεις της σύμβασης εργασίας του ΑΚ, εφ' όσον συμβιβάζονται με τη φύση και το σκοπό της, ενώ δεν έχουν εφαρμογή οι διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας για τα χρονικά όρια εργασίας, τις νόμιμες αποδοχές, την καταγγελία της σύμβασης εργασίας, την αποζημίωση απολύσεως κλπ, οι οποίες προϋποθέτουν παροχή εξαρτημένης εργασίας, που δεν αποτελεί προέχον στοιχείο στη γνήσια σύμβαση μαθητείας. Επίσης, στη γνήσια σύμβαση μαθητείας μπορεί να συμφωνηθεί ότι ο εργοδότης θα καταβάλλει στο μαθητευόμενο μισθό (κατώτερο από το μισθό του καταρτισμένου μισθωτού) για την ωφέλεια που αντλεί από την εργασία του, καθώς και ότι ο μαθητευόμενος είτε δεν θα λαμβάνει μισθό είτε θα καταβάλλει ορισμένο ποσό στον εργοδότη για την εκπαίδευση του (ΟλΑΠ 19/1987). Αντίθετα, επί συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας μαθητευόμενου, η οποία υφίσταται όταν ο μισθωτός παρέχει εργασία σε επιχείρηση ή εκμετάλλευση επιδιώκοντας, παραλλήλως, την απόκτηση γνώσεων ή ικανότητας σε ορισμένη ειδικότητα ή επάγγελμα, η εκμάθηση τέχνης εκ μέρους του επέρχεται ως αυτόματη συνέπεια της εφαρμογής της συμβάσεως και εντός των πλαισίου της συνήθους λειτουργίας αυτής και δεν αποτελεί αντικείμενο ιδιαίτερης υποχρέωσης του εργοδότη. Γι' αυτό, στη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας μαθητευόμενου εφαρμόζονται τόσο οι γενικές όσο και οι ειδικές διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας, αφού προέχων σκοπός της συμβάσεως είναι η παροχή εκ μέρους του μαθητευόμενου εργασίας, έναντι αμοιβής και παρεπόμενος σκοπός είναι η εκμάθηση τέχνης ή επαγγέλματος σύμφωνα με τις οδηγίες και κατευθύνσεις του εργοδότη (ΑΠ 1677/2011, ΑΠ 1592/2009). Σε κάθε περίπτωση ο ορθός νομικός χαρακτηρισμός μιας ενοχικής σχέσης ως σύμβασης έργου ή ως σύμβασης μαθητείας γνήσιας ή μη γνήσιας ή ως σύμβασης εργασίας ανεξάρτητης ή εξαρτημένης, ορισμένου ή αορίστου χρόνου αποτελεί, κατ' εξοχήν, έργο της δικαιοδοτικής λειτουργίας των δικαστηρίων, τα οποία, μετά από εκτίμηση όλων των συγκεκριμένων περιστάσεων, κρίνουν με ποια συγκεκριμένη νομική μορφή συνδέεται ο μισθωτός με τον εργοδότη του, ανεξάρτητα από το νομικό χαρακτήρα που έδωσαν τα συμβαλλόμενα μέρη στη συνδέουσα αυτά σχέση (ΟλΑΠ 19, 20/2007, ΟλΑΠ 18/2006, ΑΠ 865/2014).
Στην προκειμένη περίπτωση με την ένδικη από 28-12-2010 και με αριθ. καταθ. 1217/2010 αγωγή τους οι ήδη αναιρεσείοντες εκθέτουν ότι στα πλαίσια προγράμματος απόκτησης εργασιακής εμπειρίας ανέργων του ΟΑΕΔ, απασχολήθηκαν κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα στο δικόγραφο της αγωγής χρονικά διαστήματα ο καθένας (ο πρώτος από 17-10-2008 μέχρι 17-7-2010, ο δεύτερος από 15- 10-2007 μέχρι 31-5-2010, η τρίτη από 15-10-2007 μέχρι 31-5-2010, η τέταρτη από 15-10-2007 μέχρι 31-5-2010, η πέμπτη από 28-11-2007 μέχρι 31-5-2010, η έκτη από 15-10-2007 μέχρι 31-5-2010, η έβδομη από 28-11-2007 μέχρι 31-5-2010, η όγδοη, η ένατη και η δέκατη από 1-12-2007 έως 31-7-2010) στις υπηρεσίες του αρχικά εναγομένου "ΔΗΜΟΥ ΑΜΠΕΛΩΝΑ του οποίου καθολικός διάδοχος κατέστη ήδη ο εφεσίβλητος "ΔΗΜΟΣ ΤΥΡΝΑΒΟΥ", έναντι του αναφερόμενου στην αγωγή ημερομισθίου. Ότι κατά το χρόνο της παραπάνω απασχόλησης τους στον εναγόμενο κάλυπταν πάγιες και διαρκείς ανάγκες του τελευταίου ασκώντας τα καθήκοντα τους υπό τις ίδιες περιστάσεις όσον αφορά τον τόπο, χρόνο και τρόπο που ασκούσαν και οι μόνιμοι υπάλληλοι του εναγομένου, πλην όμως η αμοιβή η οποία ελάμβαναν ήταν κατώτερη της αμοιβής που ελάμβαναν οι αντίστοιχοι μόνιμοι υπάλληλοι και επιπλέον δεν ελάμβαναν επιδόματα εορτών (Χριστουγέννων, Πάσχα) και αδείας. Ζητούσαν δε με την προαναφερόμενη αγωγή τους να υποχρεωθεί ο εναγόμενος με απόφαση που θα κηρυχθεί προσωρινά εκτελεστή να τους καταβάλει τα ειδικότερα αναφερόμενα στην αγωγή ποσά στον καθένα, που αντιστοιχούσαν στη διαφορά των παραπάνω καταβαλλόμενων αμοιβών πλέον των επιδομάτων εορτών και αδείας, με το νόμιμο τόκο από τότε που η κάθε επιμέρους αξίωση του καθενός κατέστη απαιτητή, άλλως από την επίδοση της αγωγής, καθώς και να καταδικαστεί ο εναγόμενος στην καταβολή της δικαστικής τους δαπάνης. Επικουρικά δε ζήτησαν με την ως άνω αγωγή την καταβολή των παραπάνω ποσών στον καθένα με βάση τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την εκκαλουμένη απόφασή του, έκρινε την αγωγή μη νόμιμη και απέρριψε αυτή και ως προς την κύρια και ως προς την επικουρική της βάση ως μη νόμιμη ακολούθως δε επί ασκηθείσης εφέσεως κατά της άνω αποφάσεως εξεδόθη η ήδη προσβαλλόμενη υπ' άριθ. 216/2016 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας με την οποία, αφού κρίθηκε η αγωγή ως μη νόμιμη τόσο ως προς την κύρια, όσο και ως προς την επικουρική εκ του αδικαιολόγητου πλουτισμού βάση της, απερρίφθη κατ' ουσίαν η έφεση. Ειδικότερα, το Εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα: "Όμως, η ως άνω αγωγή είναι απορριπτέα ως μη νόμιμη καθόσον, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη σε συνδυασμό με τα εκτιθέμενα στο δικόγραφο της αγωγής, οι ενάγοντες άσκησαν την εργασία τους στα πλαίσια προγράμματος απασχόλησης του ΟΑΕΔ και δεν καταρτίσθηκαν συμβάσεις για τη δημιουργία δέσμευσης και εξάρτησης (νομικής και προσωπικής) των εναγόντων-ασκουμένων από τον εναγόμενο Δήμο, υπό την αναφερόμενη στη μείζονα σκέψη έννοια τούτων, ώστε υφισταμένων των εν λόγω προϋποθέσεων, να προσδοθεί στην εν λόγω σχέση του Δήμου και των εναγόντων ο χαρακτήρας της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας. Με τα δεδομένα αυτά δεν συνδέει τους διαδίκους κατά το επίδικο χρονικό διάστημα , σχέση εξαρτημένης εργασίας. Αντίθετα, τα επικαλούμενα στοιχεία των επιδίκων συμβάσεων, προσιδιάζουν στη σύμβαση μαθητείας και μάλιστα σε μία ιδιότυπη μορφή αυτής. Τούτο διότι, οι συμβαλλόμενοι απέβλεπαν προεχόντως στην προαγωγή του ατομικού οφέλους των μέχρι τότε ανέργων εναγόντων δια της επαγγελματικής εκπαιδεύσεως των και εξειδίκευσης τούτων στον τομέα που απασχολούνταν στον εναγόμενο, που παρείχε την προοπτική της επαγγελματικής αποκατάστασής των, ως ατόμων που έχουν εξειδικευμένη εργασιακή εμπειρία και δευτερευόντως στην, κατά το επίδικο χρονικό διάστημα, παροχή εκ μέρους των εναγόντων εργασίας. Συνακόλουθα τούτων, οι ενάγοντες, εφόσον δεν τελούσαν σε σχέση νομικής και οικονομικής εξαρτήσεως από τον εναγόμενο Δήμο και δεν συνδεόταν μεταξύ των με σχέση εργασίας, αλλά η σύμβαση αποτελεί ιδιότυπη μορφή της σύμβασης μαθητείας, οποία δεν μπορεί να χαρακτηριστεί ως σύμβαση εξαρτημένης εργασίας και εφόσον, κατά τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη, γι' αυτήν δεν έχουν εφαρμογή οι διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας, δεν δικαιούνται οι ενάγοντες τα αξιούμενα με την ένδικη αγωγή τους διαφορές μισθών, δώρα εορτών, άδεια, επίδομα αδείας, κατά το επίδικο χρονικό διάστημα, ούτε σύμφωνα με τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού, αφού απασχολήθηκαν με έγκυρες, γνήσιες συμβάσεις μαθητείας, οι οποίες σε καμιά περίπτωση δεν θα μπορούσαν να χαρακτηρισθούν ως άκυρες συμβάσεις εργασίας αορίστου χρόνου, ούτε συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου ,απορριπτόμενων ως αβάσιμων των λόγων έφεσης με τους οποίους οι εκκαλούντες υποστηρίζουν τα αντίθετα. Κατά συνέπεια η ένδικη αγωγή είναι νόμω αβάσιμη και εκ του λόγου αυτού απορριπτέας".Με τις κρίσεις αυτές το Εφετείο δεχόμενο ότι με βάση τα εκτιθέμενα στην αγωγή οι επίδικες συμβάσεις ήταν γνήσιες συμβάσεις μαθητείας, επί των οποίων δεν μπορούν να έχουν εφαρμογή οι διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας, μεταξύ των οποίων και αυτές που προβλέπουν το κατώτατο ημερομίσθιο και τη καταβολή επιδομάτων εορτών και αδείας ούτε κατά τις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεως.
Συνεπώς, η αποδιδόμενη με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ότι εσφαλμένα το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση απέρριψε ως μη νόμιμη την επικουρική βάση της αγωγής κατά τις διατάξεις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού και ο συναφής με αυτήν ως άνω δεύτερος λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης Ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ. ΑΠ 1/1999). Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Ολ. ΑΠ 861/1984). Απαραίτητη πάντως προϋπόθεση για την ίδρυση του ανωτέρω λόγου αναίρεσης αποτελεί η κατάρτιση εκ μέρους του δικαστηρίου με την προσβαλλόμενη απόφασή του ελάσσονος πρότασης εκτίμησης αποδείξεων. Πρέπει δηλαδή το δικαστήριο να εισήλθε στην ουσία της διαφοράς και να διατύπωσε αποδεικτικό πόρισμα και όχι να απέρριψε την αγωγή ή την ένσταση ως μη νόμιμη ή για κάποιο τυπικό λόγο, διότι στην τελευταία αυτή περίπτωση τυχόν σφάλμα ελέγχεται με τον λόγο εκ του αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (Ολ.ΑΠ 3/1997, ΑΠ 701/2011, ΑΠ 121/2009).
Εν προκειμένω οι αναιρεσείοντες με το πρώτο λόγο της ένδικης αναίρεσης προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την εκ του άρθρου 559 αριθ. 19 αναιρετική πλημμέλεια αιτιώμενοι ότι περιέχει ανεπαρκείς αιτιολογίες σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και συγκεκριμένα στο ότι η σχέση που τους συνέδεε με τον εναγόμενο ήδη αναιρεσίβλητο ήταν γνήσια σύμβαση μαθητείας και όχι όπως ισχυρίζεται αυτός σύμβαση εξαρτημένης εργασίας. Με το ως άνω περιεχόμενο όμως λόγος αυτός αναίρεσης είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, δεδομένου ότι εν προκειμένω το δικαστήριο δεν εισήλθε στην ουσία της διαφοράς αλλά απέρριψε την ένδικη αγωγή ως μη νόμιμη.
Κατόπιν αυτών, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτού, μειωμένα κατά το μέτρο του άρθρου 281 Ν.3463/2006 "Κύρωση του Κώδικα Δήμων και Κοινοτήτων".

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 15-1-2018 αίτηση περί αναιρέσεως της υπ' αριθμό 216/2016 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας και
Καταδικάζει του αναιρεσείοντες στην πληρωμή της δικαστικής δαπάνης του αναιρεσίβλητοτυ, την οποία ορίζει στο ποσό των εξακοσίων (600) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 25 Ιουνίου 2019.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 31 Δεκεμβρίου 2019.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή