Αριθμός 744/2019
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Z'ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αγγελική Αλειφεροπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δημήτριο Γεώργα, Δημήτριο Τζιούβα, Ιωάννη Μαγγίνα και Γρηγόριο Κουτσοκώστα - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 12 Δεκεμβρίου 2018, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αντώνιου Λιόγα (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Αικατερίνης Αναγνωστοπούλου, για να δικάσει την αίτηση των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων: 1) Γ. Χ. του Ι., κατοίκου ... και 2) Ν. Χ. του Ι., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αθανάσιο Ζαχαριάδη, για αναίρεση της υπ'αριθ. 6926/2018 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και oι αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής για τους λόγους που αναφέρονται στην από 29 Οκτωβρίου 2018 αίτησή αναιρέσεως, που ασκήθηκε με δήλωση, η οποία επιδόθηκε στην Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου στις 29 Οκτωβρίου 2018 και έλαβε αριθμό πρωτοκόλλου 12097/29-10-2018 και στους από 26 Νοεμβρίου 2018 προσθέτους λόγους, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1417/2018.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο των αναιρεσειόντων, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε: α) να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής ως προς το σκέλος της ενοχής και β) να γίνει δεκτή η ίδια αίτηση αναιρέσεως ως προς το σκέλος της απόρριψης των ελαφρυντικών, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση για το σκέλος της αυτό και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα εκδίκαση, στην οποία δεν θα λάβουν μέρος οι δικαστές που δίκασαν προηγουμένως και για την τυχόν επιμέτρηση νέας ποινής.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Εισάγονται ενώπιον του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου η από 29-10-2018 αίτηση (ασκηθείσα με δήλωση, που επιδόθηκε στην Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου αυθημερόν) και οι επ' αυτής από 26-11-2018 πρόσθετοι λόγοι (κατατεθέντες αρμοδίως στις 26-11-2018) του Γ. Χ. του Ι. και του Ν. Χ. του Ι., κατοίκων ... και …, αντίστοιχα, για αναίρεση της απόφασης 6926/2018 του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, που πρέπει να συνεκδικαστούν, ως συναφείς. Κατά τη διάταξη του άρθρου 314 παρ. 1 εδ. α' του ΠΚ, "όποιος από αμέλεια προκαλεί σωματική κάκωση ή βλάβη της υγείας του άλλου, τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι τριών ετών", ενώ κατά τη διάταξη του άρθρου 28 του ίδιου Κώδικα, "από αμέλεια πράττει όποιος από έλλειψη της προσοχής την οποία όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει είτε δεν πρόβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα που προκάλεσε η πράξη του, είτε το πρόβλεψε ως δυνατό, πίστεψε όμως ότι δεν θα επερχόταν". Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει, ότι για τη θεμελίωση της αξιόποινης πράξης της σωματικής βλάβης από αμέλεια απαιτείται η διαπίστωση, αφενός μεν ότι ο δράστης δεν κατέβαλε την επιβαλλόμενη κατ' αντικειμενική κρίση προσοχή, την οποία οφείλει να καταβάλλει κάθε μετρίως συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος υπό τις ίδιες πραγματικές περιστάσεις, με βάση τους νομικούς κανόνες, τις συνήθειες που επικρατούν στις συναλλαγές και την κοινή, κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, πείρα και λογική, αφετέρου δε ότι ο ίδιος, σύμφωνα με τις προσωπικές του περιστάσεις, ιδιότητες, γνώσεις και ικανότητες και ιδίως εξαιτίας της υπηρεσίας ή του επαγγέλματός του, είχε τη δυνατότητα να προβλέψει και αποφύγει το επελθόν αξιόποινο αποτέλεσμα, το οποίο από έλλειψη της προαναφερόμενης προσοχής είτε δεν προέβλεψε (μη συνειδητή αμέλεια) είτε το προέβλεψε ως δυνατό, πίστεψε όμως ότι δεν θα επερχόταν (ενσυνείδητη αμέλεια) και το οποίο πρέπει να τελεί σε αντικειμενικό αιτιώδη σύνδεσμο με την ενέργεια ή την παράλειψή του. Η παράλειψη, ως έννοια, ενυπάρχει σε κάθε είδος αμέλειας, αφού το ένα σκέλος της ευθύνης συνίσταται στη μη καταβολή της προσοχής, δηλαδή σε παράλειψη. Όταν, όμως, η αμέλεια δεν συνίσταται σε ορισμένη παράλειψη αλλά σε σύνολο συμπεριφοράς, που προηγήθηκε του αποτελέσματος, τότε για τη θεμελίωση της σωματικής βλάβης από αμέλεια, ως εγκλήματος που τελείται με παράλειψη, απαιτείται η συνδρομή και των όρων του άρθρου 15 του ΠΚ, κατά το οποίο, "όπου ο νόμος για την ύπαρξη αξιόποινης πράξεως απαιτεί να έχει επέλθει ορισμένο αποτέλεσμα, η μη αποτροπή του τιμωρείται όπως η πρόκλησή του με ενέργεια, αν ο υπαίτιος της παράλειψης είχε ιδιαίτερη νομική υποχρέωση να παρεμποδίσει την επέλευση του αποτελέσματος". Από την τελευταία αυτή διάταξη συνάγεται, ότι αναγκαία προϋπόθεση της εφαρμογής της είναι η ύπαρξη ιδιαίτερης (δηλαδή ειδικής και όχι γενικής) υποχρέωσης του υπαιτίου προς ενέργεια, που τείνει στην παρεμπόδιση του αποτελέσματος, για την επέλευση του οποίου ο νόμος απειλεί ορισμένη ποινή. Η ιδιαίτερη αυτή νομική υποχρέωση συνιστά πρόσθετο στοιχείο του εγκλήματος που τελείται με παράλειψη και μπορεί να πηγάζει από ρητή, επιτακτικού χαρακτήρα, διάταξη νόμου ή από σύμπλεγμα νομικών καθηκόντων, που συνδέονται με ορισμένη έννομη σχέση του υπαιτίου ή από σύμβαση ή από ορισμένη προηγούμενη συμπεριφορά του υπαιτίου, από την οποία δημιουργήθηκε ο κίνδυνος επέλευσης του εγκληματικού αποτελέσματος (ΟλΑΠ 4/2010). Στην περίπτωση αυτή πρέπει στην αιτιολογία της καταδικαστικής απόφασης να αναφέρεται και η συνδρομή της υποχρέωσης αυτής, να εκτίθενται, δηλαδή, τα πραγματικά περιστατικά, από τα οποία προσδιορίζεται η ιδιαίτερη νομική υποχρέωση του υπαιτίου να ενεργήσει, επιπροσθέτως δε, αν πηγάζει από επιτακτικό κανόνα δικαίου, να προσδιορίζεται και ο κανόνας αυτός, ήτοι η νομική διάταξη, στην οποία θεμελιώνεται η ιδιαίτερη υποχρέωση προς ενέργεια, που τείνει στην παρεμπόδιση του αποτελέσματος, ενώ, εάν η ιδιαίτερη αυτή νομική υποχρέωση προκύπτει από την ιδιότητα του υπαιτίου, η επικινδυνότητα του επαγγέλματος ή της εργασίας του οποίου επιβάλλει, ως εκ της φύσης της, τη λήψη μέτρων προς αποτροπή του αξιόποινου αποτελέσματος, δεν είναι αναγκαία η αναφορά επιτακτικού κανόνα δικαίου, από τον οποίο να πηγάζει η ιδιαίτερη νομική υποχρέωση προς παρεμπόδιση του αποτελέσματος αυτού. Η πράξη ή η παράλειψη του δράστη τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με το επελθόν αποτέλεσμα, όταν αυτή, κατά την κοινή αντίληψη, είναι εκείνη που, από μόνη της ή μαζί με τη συμπεριφορά άλλου προσώπου, βρίσκεται σε άμεση αιτιότητα προς το αποτέλεσμα. Αρκεί, δηλαδή, προς θεμελίωση της ευθύνης, η πράξη ή η παράλειψη να ήταν ένας από τους παραγωγικούς όρους του αποτελέσματος, χωρίς τον οποίο δεν θα επερχόταν αυτό, αδιαφόρως αν στην πρόκλησή του συνέβαλαν και άλλοι όροι, αμέσως ή εμμέσως (λ.χ. αμέλεια του παθόντος ή τρίτου). Τούτο δε, γιατί η κρατούσα στο ποινικό δίκαιο άποψη ακολουθεί τα πορίσματα της θεωρίας του ισοδυνάμου των όρων, υπό την παραλλαγή της ενεργού αιτίας, εν αντιθέσει προς τη θεωρία της πρόσφορης αιτιότητας, η οποία επικρατεί όσον αφορά στην αστική ευθύνη. Στα εγκλήματα που τελούνται με παράλειψη, θεωρείται ότι υπάρχει αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της παράλειψης και του επελθόντος εγκληματικού αποτελέσματος στην περίπτωση, που, αν δεν είχε συντρέξει η αμελής συμπεριφορά (παράλειψη) του υπαιτίου, τότε με μεγάλη πιθανότητα (η οποία εγγίζει τα όρια της βεβαιότητας) θα αποτρεπόταν το συγκεκριμένο εγκληματικό αποτέλεσμα. Εξάλλου, με τις διατάξεις του Ν. 3850/2010 "Κώδικας νόμων για την υγεία και την ασφάλεια των εργαζομένων", ο οποίος ισχύει από την 1η Ιουλίου 2010 και οι διατάξεις του οποίου αντικατέστησαν τις όμοιες διατάξεις του Ν. 1568/1985 [βλ. άρθρο δεύτερο (ακροτελεύτιο) παρ. 1 και 3 του Ν. 3850/2010], ορίζονται, μεταξύ των άλλων, και τα ακόλουθα: "Ο παρών κώδικας έχει ως αντικείμενο την εφαρμογή μέτρων για την προαγωγή της υγείας και της ασφάλειας των εργαζομένων κατά την εργασία" (άρθρο 1 εδ. α'). "Οι διατάξεις του κώδικα εφαρμόζονται, εφόσον δεν ορίζεται αλλιώς, σε όλες τις επιχειρήσεις, εκμεταλλεύσεις και εργασίες του ιδιωτικού και του δημόσιου τομέα" (άρθρο 2 παρ. 1). "Για την εφαρμογή του παρόντος, νοείται ως: α) ..... β) εργοδότης: κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο, το οποίο συνδέεται με σχέση εργασίας με τον εργαζόμενο και έχει την ευθύνη για την επιχείρηση ή και την εγκατάσταση" (άρθρο 3 παρ. 1 περ. β'). "1. Ο εργοδότης υποχρεούται να εξασφαλίζει την υγεία και την ασφάλεια των εργαζομένων ως προς όλες τις πτυχές της εργασίας και να λαμβάνει μέτρα που να εξασφαλίζουν την υγεία και ασφάλεια των τρίτων...5. Στο πλαίσιο των ευθυνών του, ο εργοδότης λαμβάνει τα αναγκαία μέτρα για την προστασία της υγείας και της ασφάλειας των εργαζομένων, συμπεριλαμβανομένων των δραστηριοτήτων πρόληψης των επαγγελματικών κινδύνων, ενημέρωσης και κατάρτισης, καθώς και της δημιουργίας της απαραίτητης οργάνωσης και της παροχής των αναγκαίων μέσων" (άρθρο 42 παρ. 1 και 5). Περαιτέρω, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠοινΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα προκύψαντα από την αποδεικτική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της απόφασης, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο, δεν υπάρχει δε έλλειψη αιτιολογίας και στην περίπτωση που αυτή εξαντλείται σε επανάληψη του διατακτικού της απόφασης, το οποίο, όμως, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου, περιέχει και πραγματικά περιστατικά, τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατύπωσης του σκεπτικού της. Σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα, που λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο προκειμένου να μορφώσει την καταδικαστική του κρίση, όπως επιβάλλουν οι διατάξεις των άρθρων 177 παρ. 1 και 178 του ΚΠοινΔ, για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο κατ' είδος προσδιορισμός τους (μάρτυρες, έγγραφα κλπ) χωρίς να απαιτείται ειδικότερη αναφορά ή αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τί προέκυψε από το καθένα χωριστά. Πρέπει, όμως, να προκύπτει με βεβαιότητα, ότι το δικαστήριο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο ορισμένα από αυτά κατ' επιλογή, ενώ δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους και δεν απαιτείται να προσδιορίζεται ποιό βάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της δικανικής κρίσης ούτε χρειάζεται να διευκρινίζεται από ποιό ή ποιά αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε η κάθε παραδοχή. Όταν δε εξαίρονται ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα, δεν σημαίνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα, αφού δεν εξαιρέθηκαν ρητά, ούτε ανακύπτει ανάγκη αιτιολόγησης, γιατί δεν εξαίρονται τα λοιπά. Εξάλλου, λόγο αναίρεσης της απόφασης συνιστά, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠοινΔ, και η εσφαλμένη εφαρμογή ή ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει, όταν το δικαστήριο αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή, όταν το δικαστήριο, χωρίς να παρερμηνεύσει το νόμο, δεν υπήγαγε ορθά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης, που ιδρύει τον ανωτέρω αναιρετικό λόγο από το άρθρ. 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠοινΔ, συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διάταξης αυτής, η οποία υπάρχει, όταν στο πόρισμα της απόφασης, που προκύπτει από την αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού και του διατακτικού της και ανάγεται στα στοιχεία και στην ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο σε σχέση με την ορθή εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης ως άνω απόφασής του, το Τριμελές Πλημμελειδικείο Θεσσαλονίκης, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, μετά από συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων, τα οποία προσδιορίζονται κατ' είδος σ' αυτή, δέχθηκε, όσον αφορά στους ήδη αναιρεσείοντες, ανελέγκτως, ότι αποδείχθηκαν τα εξής: "Στο εργοστάσιο κονσερβοποιίας της Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "...", ευρισκόμενο στο 2° χλμ της επαρχιακής οδού ... την 13-8-2011 και περί ώρα 17:30 από έλλειψη της προσοχής, την οποία όφειλαν κατά τις περιστάσεις, μπορούσαν και ήταν υποχρεωμένοι να καταβάλουν, δεν πρόβλεψαν το αξιόποινο αποτέλεσμα που προκάλεσε η πράξη τους και προξένησαν σωματική κάκωση και βλάβη της υγείας σε άλλο άτομο, αν και υπείχαν ιδιαίτερη νομική υποχρέωση δυνάμει του άρθρου 42 §§ 1 και 5 του Νόμου 3850/2010 να παρεμποδίσουν την επέλευση του αποτελέσματος αυτού. Ειδικότερα, οι δεύτερος και τρίτος των κατηγορουμένων υπό την ιδιότητα των εργοδοτών-νομίμων εκπροσώπων της ως άνω εταιρείας και δη ο δεύτερος υπό την ιδιότητα του Αντιπροέδρου και Διευθύνοντος Συμβούλου-υπεύθυνου πωλήσεων και ο τρίτος υπό την ιδιότητα του Μέλους, παρέλειψαν να λάβουν τα αναγκαία μέτρα για την προστασία της υγείας και της ασφάλειας των εργαζομένων και να προβούν στην απάλειψη των κινδύνων που προκαλούσε η ολισθηρότητα του δαπέδου του προαναφερόμενου εργοστασίου και συγκεκριμένα να μεριμνήσουν αφενός μεν ώστε ο "προφυλακτήρας - συλλεκτήρας" να μην επιτρέπει την διαρροή των υπολειμμάτων ροδάκινων στο έδαφος, αφετέρου δε ώστε να γίνεται συχνότερος καθαρισμός του δαπέδου. Συνεπεία της ως άνω παράλειψης, όταν η εργαζόμενη και παθούσα, Κ. Π. του Ν., η οποία βρισκόταν πάνω σε μεταλλικό δάπεδο ύψους περίπου είκοσι εκατοστών από το έδαφος και ασχολούνταν με τη διαλογή ροδάκινων, κατέβηκε από το ανωτέρω δάπεδο με σκοπό να παραδώσει ένα άδειο τελάρο σε συνάδελφό της, πάτησε σε υπολείμματα ροδάκινων, γλίστρησε, έπεσε και συνεπεία της πτώσης υπέστη κάταγμα δεξιού βραχιονίου. Το δε αποτέλεσμα του τραυματισμού της εργαζομένης, τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με την προαναφερόμενη αμελή συμπεριφορά υπό τη μορφή παραλείψεως των κατηγορουμένων και θα είχε ευχερώς αποφευχθεί στην περίπτωση κατά την οποία οι τελευταίοι είχαν μεριμνήσει για τη μη ολισθηρότητα του δαπέδου...". Στη συνέχεια, το παραπάνω Δικαστήριο της ουσίας, εκτός άλλων διατάξεων, που δεν αποτελούν αντικείμενο της παρούσας κατ' αναίρεση δίκης, κήρυξε τους τότε δεύτερο και τρίτο από τους κατηγορουμένους και ήδη αναιρεσείοντες ενόχους, με την ελαφρυντική περίσταση ότι έζησαν ως το χρόνο που έγινε το έγκλημα έντιμη ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή (άρθρ. 84 παρ. 2 περ. α' του ΠΚ), για την αξιόποινη πράξη της σωματικής βλάβης από αμέλεια από υπόχρεους σε ιδιαίτερη επιμέλεια και προσοχή, για την οποία (πράξη) επέβαλε ποινή φυλάκισης έξι (6) μηνών στον καθένα, ανασταλείσα επί τριετία, με το ακόλουθο διατακτικό: "
Κηρύσσει τον....2° (Γ. Χ. του Ι.) και τον 3° (Ν. Χ. του Ι.) των κατηγορουμένων ένοχους, του ότι: Στο εργοστάσιο κονσερβοποιίας της Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "...", ευρισκόμενο στο 2° χλμ της επαρχιακής οδού ... την 13-8-2011 και περί ώρα 17:30 από έλλειψη της προσοχής, την οποία όφειλαν κατά τις περιστάσεις, μπορούσαν και ήταν υποχρεωμένοι να καταβάλουν, δεν πρόβλεψαν το αξιόποινο αποτέλεσμα που προκάλεσε η πράξη τους και προξένησαν σωματική κάκωση και βλάβη της υγείας σε άλλο άτομο, αν και υπείχαν ιδιαίτερη νομική υποχρέωση δυνάμει του άρθρου 42 §§ 1 και 5 του Νόμου 3850/2010 να παρεμποδίσουν την επέλευση του αποτελέσματος αυτού. Ειδικότερα, οι δεύτερος και τρίτος των κατηγορουμένων υπό την ιδιότητα των εργοδοτών-νομίμων εκπροσώπων της ως άνω εταιρείας και δη ο δεύτερος υπό την ιδιότητα του Αντιπροέδρου και Διευθύνοντος Συμβούλου-υπεύθυνου πωλήσεων και ο τρίτος υπό την ιδιότητα του Μέλους, παρέλειψαν να λάβουν τα αναγκαία μέτρα για την προστασία της υγείας και της ασφάλειας των εργαζομένων και να προβούν στην απάλειψη των κινδύνων που προκαλούσε η ολισθηρότητα του δαπέδου του προαναφερόμενου εργοστασίου και συγκεκριμένα να μεριμνήσουν αφενός μεν ώστε ο "προφυλακτήρας - συλλεκτήρας" να μην επιτρέπει την διαρροή των υπολειμμάτων ροδάκινων στο έδαφος, αφετέρου δε ώστε να γίνεται συχνότερος καθαρισμός του δαπέδου. Συνεπεία της ως άνω παράλειψης, όταν η εργαζόμενη και παθούσα, Κ. Π. του Ν., η οποία βρισκόταν πάνω σε μεταλλικό δάπεδο ύψους περίπου είκοσι εκατοστών από το έδαφος και ασχολούνταν με τη διαλογή ροδάκινων, κατέβηκε από το ανωτέρω δάπεδο με σκοπό να παραδώσει ένα άδειο τελάρο σε συνάδελφό της, πάτησε σε υπολείμματα ροδάκινων, γλίστρησε, έπεσε και συνεπεία της πτώσης υπέστη κάταγμα δεξιού βραχιονίου. Το δε αποτέλεσμα του τραυματισμού της εργαζομένης, τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με την προαναφερόμενη αμελή συμπεριφορά υπό τη μορφή παραλείψεως των κατηγορουμένων και θα είχε ευχερώς αποφευχθεί στην περίπτωση κατά την οποία οι τελευταίοι είχαν μεριμνήσει για τη μη ολισθηρότητα του δαπέδου". Με τις παραδοχές αυτές, οι οποίες διαλαμβάνονται στο σκεπτικό, σε συνδυασμό με όσα αναφέρονται στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, που παραδεκτά αλληλοσυμπληρώνονται, το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην εν λόγω απόφασή του, όσον αφορά στην προμνημονευόμενη αξιόποινη πράξη της σωματικής βλάβης από αμέλεια από υπόχρεους σε ιδιαίτερη επιμέλεια και προσοχή, την απαιτούμενη από τις διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού αναφέρονται σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα, χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά και κατά τρόπο επιτρέποντα τον αναιρετικό έλεγχο, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του ανωτέρω εγκλήματος, για το οποίο καταδικάστηκαν οι αναιρεσείοντες, οι αποδείξεις, που το θεμελιώνουν και οι συλλογισμοί, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή των περιστατικών αυτών στις εφαρμοσθείσες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 15, 314 παρ. 1, 315 παρ. 1 εδ. β' του ΠΚ, 42 παρ. 1 και 5 του Ν. 3850/2010, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου, δηλαδή με ασαφείς, ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες, οπότε δεν στέρησε την απόφαση από νόμιμη βάση. Ειδικότερα, διαλαμβάνονται στην απόφαση αυτή ο τρόπος και οι συνθήκες τέλεσης της προαναφερθείσας αξιόποινης πράξης της σωματικής βλάβης από αμέλεια από υπόχρεους σε ιδιαίτερη επιμέλεια και προσοχή, κατά τον ως άνω αναφερόμενο τόπο και χρόνο, αφού, εκτός των άλλων, γίνεται επαρκής αναφορά των πράξεων και των παραλείψεων, που θεμελιώνουν την αμέλεια των αναιρεσειόντων, νόμιμων εκπροσώπων της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "...", η οποία διατηρεί εργοστάσιο κονσερβοποιίας στο 2° χιλιόμετρο της επαρχιακής οδού ... στη …. και εργοδοτών της παθούσας, όπως κρίθηκε ανελέγκτως, περαιτέρω δε της μορφής της αμέλειάς τους, του αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ αυτής και της προκληθείσας από αυτή σωματικής βλάβης της παθούσας, καθώς και της ιδιαίτερης νομικής υποχρέωσης αυτών (αναιρεσειόντων εργοδοτών) προς αποτροπή του ως άνω αποτελέσματος. Συγκεκριμένα, αναφέρονται και προσδιορίζονται: 1) οι συνθήκες κάτω από τις οποίες υπέστη σωματική βλάβη η εργαζομένη στο ως άνω εργοστάσιο Κ. Π. (παθούσα), η οποία, κατά τη διάρκεια της εργασίας της, πάτησε σε υπολείμματα ροδακίνων, γλίστρησε, έπεσε και συνεπεία της πτώσης υπέστη κάταγμα δεξιού βραχιονίου, 2) οι παραλείψεις των αναιρεσειόντων, οι οποίοι παρέλειψαν να λάβουν τα αναγκαία μέτρα για την προστασία της υγείας και της ασφάλειας των εργαζομένων και ειδικότερα να μεριμνήσουν για την αποτροπή από τον "προφυλακτήρα - συλλεκτήρα" της διαρροής των υπολειμμάτων ροδακίνων στο έδαφος και για το συχνότερο καθαρισμό του δαπέδου, 3) η δυνατότητα αυτών (αναιρεσειόντων) να προβλέψουν το αποτέλεσμα που επήλθε από τις παραλείψεις τους αυτές και 4) ο αιτιώδης σύνδεσμος ανάμεσα στις παραλείψεις τους και το αποτέλεσμα που επήλθε, δηλαδή την πρόκληση σωματικής βλάβης στην παθούσα. Ακόμη, εκτός από την προπεριγραφόμενη αμελή συμπεριφορά των αναιρεσειόντων, προσδιορίζονται στην προσβαλλόμενη απόφαση η μορφή της υπαιτιότητας αυτών, που είναι η μη συνειδητή αμέλεια (μη πρόβλεψη του αξιόποινου αποτελέσματος), καθώς και η ιδιαίτερη νομική υποχρέωση αυτών (αναιρεσειόντων) προς αποτροπή του ως άνω αποτελέσματος, η οποία απορρέει από νομικά καθήκοντα, τα οποία προβλέπονται από τις διατάξεις του άρθρου 42 παρ. 1 και 5 του Ν. 3850/2010, που επιβάλλουν στον εργοδότη την υποχρέωση να λαμβάνει τα αναγκαία μέτρα για την προστασία της υγείας και της ασφάλειας των εργαζομένων, συνδέονται δε με έννομη σχέση, ως εκ των ως άνω ιδιοτήτων τους και συγκεκριμένα του πρώτου αναιρεσείοντος, Γ. Χ., ως διευθύνοντος συμβούλου της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "...", στην οποία εργαζόταν η παθούσα, του δε δεύτερου αναιρεσείοντος, Ν. Χ., ως μέλους του διοικητικού της συμβουλίου, εντεύθεν δε αναδεχομένων την υποχρέωση αποτροπής οποιουδήποτε κινδύνου για τους εργαζομένους, λόγω της εγγυητικής ευθύνης τους, ως εργοδοτών, για τη λήψη των αναγκαίων μέτρων ασφάλειας. Ακόμη, ναι μεν το σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης εξαντλείται ουσιαστικά στην επανάληψη του διατακτικού της, όμως το τελευταίο περιέχει, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου, και πραγματικά περιστατικά, τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατύπωσης του σκεπτικού, ενώ το Δικαστήριο της ουσίας δεν είχε υποχρέωση ιδιαίτερης απάντησης στον αρνητικό (και όχι αυτοτελή) ισχυρισμό των αναιρεσειόντων περί αποκλειστικής υπαιτιότητας της παθούσας για την επελθούσα κατά τα άνω, σωματική της βλάβη κατά τη διάρκεια της εργασίας της ούτε στους λοιπούς προβληθέντες αρνητικούς της κατηγορίας ισχυρισμούς τους, αφού τους αντιμετώπισε επαρκώς με την κύρια επί της ενοχής απόφασή του, η οποία είναι πλήρως αιτιολογημένη. Κατ' ακολουθίαν τούτων, οι υποστηρίζοντες τα αντίθετα πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης και πρόσθετοι λόγοι αυτής, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' του ΚΠοινΔ, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας ως προς την περί ενοχής κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας και για έλλειψη νόμιμης βάσης, είναι αβάσιμοι. Τέλος, ενόψει της προεκτεθείσας ορθής εφαρμογής του νόμου και πληρότητας της αιτιολογίας της προσβαλλόμενης απόφασης, ουδόλως παραβιάστηκαν στη συγκεκριμένη περίπτωση από αυτήν οι διατάξεις του άρθρου 6 παρ.1 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών (Ε.Σ.Δ.Α. που κυρώθηκε με το Ν.Δ.53/1974), περί του δικαιώματος δικαστικής προστασίας των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων με δίκαιη δίκη, τα δε αντίθετα υποστηριζόμενα από τους ιδίους, με τις αντίστοιχες αιτιάσεις που περιέχονται στο δικόγραφο των προσθέτων, είναι αβάσιμα, αφού, άλλωστε, η παραβίαση των διατάξεων της Ε.Σ.Δ.Α δεν δημιουργεί ιδιαίτερο λόγο αναίρεσης της απόφασης, πέραν των αναφερομένων περιοριστικώς στο άρθρο 510 του ΚΠοινΔ λόγων, εκτός αν συνδυάζεται με άλλη πλημμέλεια, που υπάγεται στους προβλεπόμενους, ως άνω, λόγους, τους οποίους, όμως, δεν στοιχειοθετούν στη συγκεκριμένη περίπτωση οι προαναφερθείσες αιτιάσεις των αναιρεσειόντων. Η επιβαλλόμενη, από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής απόφασης αναφέρεται, τόσο στην κρίση για την ενοχή, όσο και στην κρίση για την απόρριψη αυτοτελών ισχυρισμών του κατηγορουμένου. Αυτοτελείς είναι οι ισχυρισμοί, που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας, κατά τα άρθρα 170 παρ. 2 και 333 παρ. 2 του ΚΠοινΔ, από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορό του και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξης ή στον αποκλεισμό ή στη μείωση της ικανότητας προς καταλογισμό ή στην εξάλειψη του αξιοποίνου της πράξης ή στη μείωση της ποινής. Τέτοιοι αυτοτελείς ισχυρισμοί, η απόρριψη των οποίων πρέπει να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, είναι και οι περί συνδρομής στο πρόσωπο του κατηγορουμένου ελαφρυντικών περιστάσεων από τις αναφερόμενες στο άρθρο 84 παρ. 2 του ΠΚ, αφού η παραδοχή τους οδηγεί στην επιβολή μειωμένης, κατά το άρθρο 83 του ίδιου Κώδικα, ποινής. Όταν δε συντρέχουν περισσότερες τέτοιες ελαφρυντικές περιστάσεις, ναι μεν η μείωση της ποινής γίνεται μία φορά, το δικαστήριο, όμως, κατά την επιμέτρησή της, λαμβάνει υπόψη του, μέσα στα όρια της ελαττωμένης ποινής, και το γεγονός της συνδρομής των περισσοτέρων ελαφρυντικών περιστάσεων, σύμφωνα με το άρθρο 85 του Π.Κ. Ως ελαφρυντική περίσταση, κατά το ανωτέρω άρθρο 84 παρ. 2 Π.Κ., θεωρείται, μεταξύ άλλων, η προβλεπόμενη σ' αυτό υπό στοιχείο ε', ήτοι το ότι ο υπαίτιος "συμπεριφέρθηκε καλά για σχετικά μεγάλο διάστημα μετά την πράξη του". Για να στοιχειοθετηθεί η ελαφρυντική περίσταση της μεταγενέστερης καλής συμπεριφοράς, υπό καθεστώς ελευθερίας του υπαιτίου, πρέπει η συμπεριφορά του να είναι θετική και επωφελής για μεγάλο χρονικό διάστημα μετά την πράξη και να αναφέρονται πραγματικά περιστατικά δηλωτικά της αρμονικής κοινωνικής συμβίωσης του δράστη, από τα οποία να προκύπτει σαφής ηθική μεταστροφή του χαρακτήρα του. Η μη απάντηση του δικαστηρίου σε αυτοτελή ισχυρισμό συνιστά έλλειψη ακρόασης, κατά το άρθρο 170 παρ. 2 του ΚΠοινΔ, που επιφέρει σχετική ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο και στοιχειοθετεί το λόγο αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Β' του ΚΠοινΔ, ενώ, όταν δεν αιτιολογείται ειδικά η απόρριψη αυτοτελούς ισχυρισμού, στοιχειοθετείται λόγος αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠοινΔ. Το δικαστήριο, όμως, δεν έχει υποχρέωση να απαντήσει σε ισχυρισμό που δεν είναι αυτοτελής ή είναι αυτοτελής, αλλά δεν προβάλλεται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και πλήρη, δηλαδή με όλα τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία είναι αναγκαία, κατά την οικεία διάταξη, για τη θεμελίωσή του, έτσι ώστε να μπορούν να αξιολογηθούν και σε περίπτωση αποδοχής να οδηγήσουν στο ευνοϊκό για τον κατηγορούμενο αποτέλεσμα, ή δεν προβάλλεται παραδεκτά για άλλο λόγο ή δεν είναι νόμιμος. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επιτρεπτή, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλόμενης απόφασης, ο πρώτος από τους αναιρεσείοντες προέβαλε, δια του εκπροσωπήσαντος αυτόν συνηγόρου, μετά την απαγγελία της περί ενοχής απόφασης, τον αυτοτελή ισχυρισμό περί αναγνώρισης στο πρόσωπό του της ελαφρυντικής περίστασης της καλής συμπεριφοράς μετά την πράξη (άρθρο 84 παρ. 2 στοιχ. ε' του ΠΚ), τον οποίο (ισχυρισμό) κατέθεσε εγγράφως και ανέπτυξε προφορικά, με το εξής, κατά πιστή αντιγραφή, περιεχόμενο: "Περαιτέρω, μετά την πράξη για την οποία κατηγορείται, και μέχρι σήμερα, (ήτοι 7 χρόνια) έχει επιδείξει, όπως και προηγουμένως, άψογη προσωπική, κοινωνική και επαγγελματική συμπεριφορά και δεν έχει υποπέσει σε καμία παράβαση οποιουδήποτε είδους. Στο ικανό αυτό χρονικό διάστημα των επτά ετών από την πράξη για την οποία κατηγορείται και αρνείται κατηγορηματικώς, συνεχίζει και απολαμβάνει την εκτίμηση του κοινωνικού και επαγγελματικού του περίγυρου. Συγκεκριμένα, εξακολουθεί να εργάζεται ως Υπεύθυνος Marketing και Πρόεδρος της εταιρίας ... Α.Β.Ε.Ε., αποτελώντας πρότυπο επιχειρηματία και εργοδότη. Επιπρόσθετα, καθ' όλα τα 7 έτη, η εταιρία συνέχισε την έντονη κοινωνική της δράση, βοηθώντας έμπρακτα απόρους, παιδιά και καρκινοπαθείς, ενώ παράλληλα αποτελεί ορόσημο για τη διάδοση και την ενίσχυση του αθλητισμού, όντας χορηγός σε μεγάλες αθλητικές οργανώσεις, οι οποίες πολλάκις έχουν φιλανθρωπικό υπόβαθρο. Έτσι, λοιπόν, η καλή και κόσμια συμπεριφορά του και μετά το χρόνο τέλεσης της πράξης για την οποία κατηγορείται, προκύπτει τόσο από την συνέχιση της επαγγελματικής του πορείας όσο και από την έλλειψη αρνητικών (απουσία οποιοσδήποτε εμπλοκής του με την ποινική δικαιοσύνη όπως και στο παρελθόν) αλλά και συνδρομή θετικών γεγονότων όπως εκτενώς εισφέρθηκαν κατά την ανάλυση της συνδρομής στο πρόσωπο του, του ελαφρυντικού του προτέρου εντίμου βίου...Συνολικά, λοιπόν, τόσο πριν την πράξη για την οποία κατηγορείται, αλλά και μετά από αυτήν παραμένει ένας φιλήσυχος, ενεργός πολίτης, που ποτέ δεν δημιούργησε πρόβλημα σε κανέναν άνθρωπο ούτε και απασχόλησε τις Αρχές. Ζητά λοιπόν, σε περίπτωση που το δικαστήριο Σας δεν οδηγηθεί σε απαλλακτική κρίση, την αποδοχή και των δύο αυτών ελαφρυντικών περιστάσεων". Εξάλλου, ο δεύτερος από τους αναιρεσείοντες προέβαλε, μετά την απαγγελία της περί ενοχής απόφασης, μεταξύ των άλλων, τον αυτοτελή ισχυρισμό περί αναγνώρισης στο πρόσωπό του της αυτής ως άνω ελαφρυντικής περίστασης της καλής συμπεριφοράς μετά την πράξη (άρθρο 84 παρ. 2 στοιχ. ε' του ΠΚ), τον οποίο (ισχυρισμό) κατέθεσε εγγράφως και ανέπτυξε προφορικά, με το εξής, κατά πιστή αντιγραφή, περιεχόμενο: "Περαιτέρω, μετά την πράξη για την οποία κατηγορείται, και μέχρι σήμερα, (ήτοι 7 χρόνια) έχει επιδείξει, όπως και προηγουμένως, άψογη προσωπική, κοινωνική και επαγγελματική συμπεριφορά και δεν έχει υποπέσει σε καμία παράβαση οποιουδήποτε είδους. Στο ικανό αυτό χρονικό διάστημα των επτά ετών από την πράξη για την οποία κατηγορείται και αρνείται κατηγορηματικώς, συνεχίζει και απολαμβάνει την εκτίμηση του κοινωνικού και επαγγελματικού του περίγυρου. Συγκεκριμένα, εξακολουθεί να εργάζεται ως Διευθύνων Σύμβουλος της εταιρίας ... Α.Β.Ε.Ε., αποτελώντας πρότυπο επιχειρηματία και εργοδότη. Επιπρόσθετα, καθ' όλα τα 7 έτη, η εταιρία συνέχισε την έντονη κοινωνική της δράση, βοηθώντας έμπρακτα απόρους, παιδιά και καρκινοπαθείς, ενώ παράλληλα αποτελεί ορόσημο για τη διάδοση και την ενίσχυση του αθλητισμού, όντας χορηγός σε μεγάλες αθλητικές οργανώσεις, οι οποίες πολλάκις έχουν φιλανθρωπικό υπόβαθρο. Έτσι, λοιπόν, η καλή και κόσμια συμπεριφορά του και μετά το χρόνο τέλεσης της πράξης για την οποία κατηγορείται, προκύπτει τόσο από την συνέχιση της επαγγελματικής του πορείας όσο και από την έλλειψη αρνητικών (απουσία οποιοσδήποτε εμπλοκής του με την ποινική δικαιοσύνη όπως και στο παρελθόν) αλλά και συνδρομή θετικών γεγονότων όπως εκτενώς εισφέρθηκαν κατά την ανάλυση της συνδρομής στο πρόσωπο του, του ελαφρυντικού του προτέρου εντίμου βίου...Συνολικά, λοιπόν, τόσο πριν την πράξη για την οποία κατηγορείται, αλλά και μετά από αυτήν παραμένει ένας φιλήσυχος, ενεργός πολίτης, που ποτέ δεν δημιούργησε πρόβλημα σε κανέναν άνθρωπο ούτε και απασχόλησε τις Αρχές. Ζητά λοιπόν, σε περίπτωση που το δικαστήριο Σας δεν οδηγηθεί σε απαλλακτική κρίση, την αποδοχή και των δύο αυτών ελαφρυντικών περιστάσεων". Όμως, παρά το γεγονός ότι οι αναιρεσείοντες προέβαλαν κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και πλήρη, δηλαδή με όλα τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία είναι αναγκαία, κατά την οικεία διάταξη του άρθρου 84 παρ.2 στοιχ.ε' Π.Κ., για τη θεμελίωσή τους, το Δικαστήριο της ουσίας δεν απάντησε στους αυτοτελείς αυτούς ισχυρισμούς ούτε αιτιολόγησε, όπως ήταν υποχρεωμένο, τη σχετική απορριπτική (σιωπηρά) κρίση του. Η παράλειψη αυτή συνιστά έλλειψη ακρόασης, κατά το άρθρο 170 παρ. 2 του ΚΠοινΔ, που επιφέρει σχετική ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο και στοιχειοθετεί το λόγο αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Β' του ΚΠοινΔ, αλλά και εκείνον από το άρθρ. 510 παρ.1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας κατά τούτο. Επομένως, ο δεύτερος λόγος της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Β' και Δ' του ΚΠοινΔ, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση, για έλλειψη ακρόασης, καθώς και για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, επειδή το Δικαστήριο της ουσίας δεν απάντησε αιτιολογημένα στους αυτοτελείς αυτούς ισχυρισμούς, είναι βάσιμος. Κατ' ακολουθίαν τούτων, πρέπει να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλόμενη απόφαση, ως προς το μέρος, με το οποίο δεν αποφάνθηκε για τους αυτοτελείς ισχυρισμούς των αναιρεσειόντων περί αναγνώρισης στο πρόσωπό τους της ελαφρυντικής περίστασης της καλής συμπεριφοράς μετά την πράξη (άρθρ. 84 παρ. 2 στοιχ. ε' του ΠΚ), αναγκαίως δε και ως προς το μέρος, με το οποίο επέβαλε σ' αυτούς ποινή και να παραπεμφθεί η υπόθεση, σύμφωνα με το άρθρο 519 του ΚΠοινΔ, στο ίδιο Δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από Δικαστές άλλους, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως, προκειμένου αυτό να κρίνει για την αναγνώριση ή μη στο πρόσωπο των αναιρεσειόντων της παραπάνω ελαφρυντικής περίστασης της καλής συμπεριφοράς μετά την πράξη και, ανάλογα με την επ' αυτής κρίση του, να επιμετρήσει την αρμόζουσα στους αναιρεσείοντες ποινή, απορριφθούν δε κατά τα λοιπά η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και οι επ' αυτής πρόσθετοι λόγοι.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί εν μέρει την απόφαση, με αριθμό 6926/2018, του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, ως προς το μέρος, με το οποίο δεν αποφάνθηκε για τους αυτοτελείς ισχυρισμούς των αναιρεσειόντων περί αναγνώρισης στο πρόσωπό τους της ελαφρυντικής περίστασης της καλής συμπεριφοράς μετά την πράξη (άρθρ. 84 παρ. 2 στοιχ. ε' του ΠΚ), καθώς και ως προς το μέρος, με το οποίο επέβαλε σ' αυτούς ποινή.
Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το ως άνω αναιρούμενο μέρος της, για νέα, κατά το μέρος αυτό, συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, συντιθέμενο από Δικαστές άλλους, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως. Και
Απορρίπτει, κατά τα λοιπά, την από 29-10-2018 αίτηση (ασκηθείσα με δήλωση, που επιδόθηκε στην Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου αυθημερόν) και τους επ' αυτής από 26-11-2018 πρόσθετους λόγους (κατατεθέντες αρμοδίως στις 26-11-2018) των Γ. Χ. του Ι. και Ν. Χ. του Ι., κατοίκων ... και ..., αντίστοιχα, για αναίρεση της απόφασης 6926/2018 του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 20 Φεβρουαρίου 2019.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 12 Απριλίου 2019.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ