Αυτόματη μετάφραση (Google Translate)
Σύνδεσμος απόφασης - link


Επιστροφή - Back


Απόφαση 37 / 2021    (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 37/2021

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Αποστολάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Θεόδωρο Κανελλόπουλο - Εισηγητή, Αικατερίνη Κρυσταλλίδου - Μωρέση, Μυρσίνη Παπαχίου και Ιωάννη Δουρουκλάκη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 9 Νοεμβρίου 2020, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ε. Κ. του Δ., κατοίκου ... Αττικής. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παναγιώτη Γιαννόπουλο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του ΚΠολΔ

Του αναιρεσιβλήτου: σωματείου με την επωνυμία "ΕΝΩΣΗ ΔΙΚΑΣΤΩΝ ΚΑΙ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΩΝ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα από τον Πρόεδρο αυτού, κ. Χριστόφορο Σεβαστίδη, Πρόεδρο Πρωτοδικών Θεσσαλονίκης. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αντώνιο Ρουπακιώτη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 24-10-2016 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 9388/2017 του ίδιου Δικαστηρίου και 4640/2018 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 04-02-2019 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
[Α] Σύμφωνα με το άρθρο 5 παρ. 1 και 3 του Συντάγματος «Καθένας έχει δικαίωμα να αναπτύσσει ελεύθερα την προσωπικότητά του και να συμμετέχει στην κοινωνική, οικονομική και πολιτική ζωή της Χώρας, εφόσον δεν παραβιάζει το Σύνταγμα ή τα χρηστά ήθη» και «Η προσωπική ελευθερία είναι απαραβίαστη. Κανένας δεν καταδιώκεται ούτε συλλαμβάνεται ούτε με οποιονδήποτε άλλο τρόπο περιορίζεται, παρά μόνο όταν και όπως ορίζει ο νόμος». Επίσης, στο άρθρο 12 παρ. 1 του Συντάγματος ορίζεται ότι «Οι Έλληνες έχουν το δικαίωμα να συνιστούν ενώσεις και μη κερδοσκοπικά σωματεία, τηρώντας του νόμους, που ποτέ όμως δεν μπορούν να εξαρτήσουν την άσκηση του δικαιώματος αυτού από προηγούμενη άδεια» και στο άρθρο 25 παρ. 1 αυτού ότι «Τα δικαιώματα του ανθρώπου ως ατόμου και ως μέλους του κοινωνικού συνόλου και η αρχή του κοινωνικού κράτους δικαίου τελούν υπό την εγγύηση του Κράτους. Όλα τα κρατικά όργανα υποχρεούνται να διασφαλίζουν την ανεμπόδιστη και αποτελεσματική άσκησή τους [...]. Οι κάθε είδους περιορισμοί που μπορούν κατά το Σύνταγμα να επιβληθούν στα δικαιώματα αυτά πρέπει να προβλέπονται είτε απευθείας από το Σύνταγμα είτε από το νόμο, εφόσον υπάρχει επιφύλαξη υπέρ αυτού και να σέβονται την αρχή της αναλογικότητας».
Εξ άλλου, στο άρθρο 11 της ΕΣΔΑ (ν.δ. 53/1974, Α' 256) ορίζονται τα εξής: «1. Παν πρόσωπον έχει δικαίωμα εις την ελευθερίαν του συνέρχεσθαι ειρηνικώς και εις την ελευθερίαν συνεταιρισμού συμπεριλαμβανομένου του δικαιώματος ιδρύσεως μετ' άλλων συνδικάτων και προσχωρήσεως εις συνδικάτα επί σκοπώ προασπίσεως των συμφερόντων του.
2. Η άσκησις των δικαιωμάτων τούτων δεν επιτρέπεται να υπαχθή εις ετέρους περιορισμούς πέραν των υπό του νόμου προβλεπομένων και αποτελούντων αναγκαία μέτρα εν δημοκρατική κοινωνία, δια την εθνικήν ασφάλειαν, την δημοσίαν ασφάλειαν, την προάσπισιν της τάξεως και πρόληψιν του εγκλήματος, την προστασίαν της υγείας και της ηθικής, ή την προστασίαν των δικαιωμάτων και ελευθεριών των τρίτων [...]».

Με τις διατάξεις αυτές κατοχυρώνεται το δικαίωμα να συνεταιρίζεται καθένας και να ιδρύει σωματεία μη κερδοσκοπικά, το δικαίωμα δε αυτό αποτελεί ειδικότερη μορφή της ελευθερίας της ομαδικής πνευματικής κίνησης και δράσης, καθώς και βάση της ελευθερίας της επαγγελματικής οργάνωσης (ΑΠ 1624/2017). Το ατομικό αυτό δικαίωμα, περιλαμβανόμενο στα δικαιώματα της συλλογικής δράσεως, με προέχον χαρακτηριστικό γνώρισμα το συλλογικό στοιχείο, παρέχεται, αδιακρίτως, σε όλους τους Έλληνες πολίτες, ανεξαρτήτως κοινωνικής ή επαγγελματικής τάξεως, η δε άσκησή του δεν τελεί «υπό την ειδική επιφύλαξη του νόμου» (ΟλΑΠ 3/2012). Η ελευθερία του συνεταιρίζεσθαι περιλαμβάνει και την ελευθερία επιλογής των οργανωτικών μέσων για την επίτευξη του σκοπού των σωματείων, καθώς και της λήψης αποφάσεων από τα αρμόδια όργανά τους, με αποτέλεσμα οι τιθέμενοι περιορισμοί στην ελευθερία αυτή πρέπει να προβλέπονται ρητώς και να ερμηνεύονται στενά (ΣτΕ 4530/2015). Έκφραση αυτονομίας του σωματείου αποτελεί το καταστατικό του, που περιέχει τους εγγράφως τεθέντες κανόνες, δεσμευτικούς για τα μέλη και τη διοίκησή του, που ρυθμίζουν την προς τα έσω και έξω οργάνωση και λειτουργία του. Σύμφωνα με τα άρθρα 78, 79, 80 και 361 ΑΚ, το καταστατικό του σωματείου αποτελεί σύμβαση και δεν θέτει κανόνες ουσιαστικού δικαίου και ως εκ τούτου η παραβίαση των διατάξεων του δεν ιδρύει τους από το άρθρο 559 αριθμ. 1 και 19 του ΚΠολΔ λόγους αναιρέσεως. Γι' αυτό και η εσφαλμένη ερμηνεία των διατάξεων του καταστατικού σωματείου δεν ελέγχεται αναιρετικώς, εκτός αν παραβιάσθηκαν οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ (ΑΠ 678/2020, ΑΠ 1318/2018, ΑΠ 1373/2017).
Τα δικαιώματα που συνεπάγεται η ιδιότητα μέλους σωματείου αναγνωρίζονται από το νόμο ή το καταστατικό, στο οποίο, κατά το άρθρο 80 ΑΚ, πρέπει επί ποινή ακυρότητας να καθορίζονται, μεταξύ άλλων, τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις των μελών του σωματείου. Κάθε προσθήκη, αφαίρεση ή μεταβολή διατάξεων του καταστατικού που αφορούν τα ανωτέρω αναγκαία κατά νόμο στοιχεία του συνιστούν τροποποίηση του, η οποία, κατά το άρθρο 84 ΑΚ, ισχύει μόνον αφού εγγραφεί στο βιβλίο σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 79, 81 και 82 ΑΚ (ΑΠ 678/2020). Περαιτέρω, στο άρθρο 89 του ΑΚ ορίζεται ότι «Όλα τα μέλη του σωματείου έχουν ίσα τα ίδια δικαιώματα. Ιδιαίτερα δικαιώματα απονέμονται ή αφαιρούνται με τη συναίνεση όλων των μελών». Τα δικαιώματα αυτά διακρίνονται σε τρεις κατηγορίες: α) στο δικαίωμα συμμετοχής στη λειτουργία του σωματείου, β) στο δικαίωμα απολαύσεως προσωπικών ωφελημάτων ή δικαιωμάτων αξίας και γ) στο δικαίωμα προστασίας απέναντι στο σωματείο. Στην πρώτη κατηγορία κατατάσσονται δικαιώματα που αναγνωρίζονται είτε από το νόμο είτε από το καταστατικό, όπως το δικαίωμα ψήφου, ενώ στην τρίτη κατηγορία περιλαμβάνεται η αρχή της ίσης μεταχείρισης των μελών. Από άλλη άποψη, τα δικαιώματα διακρίνονται σε γενικά, παρεχόμενα σε όλα τα μέλη αδιακρίτως, και σε ιδιαίτερα, τα οποία παρέχονται σε ορισμένα μέλη, ατομικώς προσδιοριζόμενα, ή σε ορισμένες κατηγορίες μελών επίσης συγκεκριμένως προσδιοριζόμενες. Τα ιδιαίτερα αυτά δικαιώματα, τα οποία μπορεί να αναφέρονται στη συμμετοχή στις υποθέσεις του σωματείου, όπως π.χ. το δικαίωμα καταλήψεως αξιωμάτων του σωματείου, ή στην κάρπωση μεγαλύτερων ωφελημάτων ή σε μετριασμό των υποχρεώσεων έναντι του σωματείου (απαλλαγή από εισφορές), δύνανται να παρέχονται είτε από το καταστατικό είτε με απόφαση της γενικής συνέλευσης (με τη συναίνεση όλων των μελών), εφόσον δεν υπάρχει αντίθεση προς τα χρηστά ήθη και το πνεύμα της έννομης τάξης και εφόσον εξυπηρετούν πραγματικές ανάγκες του σωματείου (πχ δικαίωμα αυξημένης ψήφου). Από τα παραπάνω προκύπτει, ότι για την αποτροπή της αυθαιρεσίας και το φραγμό της σωματειακής εξουσίας, καθιερώνεται με τη διάταξη του άρθρου 89 παρ. 1 του ΑΚ η γενικότερη αρχή της ισοτιμίας των μελών έναντι του σωματείου, σε σχέση με τα δικαιώματά του που συνάπτονται με την ιδιότητα του μέλους και απορρέουν από το νόμο, το καταστατικό ή τις αποφάσεις των αρμόδιων οργάνων και, κατ' ανάλογη εφαρμογή για την ταυτότητα του νομικού λόγου και για τις υποχρεώσεις των μελών. Η καθιερούμενη ως άνω αρχή της ισότητας των δικαιωμάτων προϋποθέτει ομοιότητα κατάστασης, γιατί αφορά τα ομοίως κείμενα και δεν υποδηλώνει ισοπεδωτική μεταχείριση. Έχει δε η αρχή αυτή εφαρμογή στα γενικά δικαιώματα, τα οποία συνάπτονται με την ιδιότητα του μέλους, ανήκουν σε όλα τα μέλη κοινώς και απροσώπως και αναφέρονται στη συμμετοχή στην εσωτερική σωματειακή ζωή (π.χ. δικαίωμα εκλέγειν, εκλέγεσθαι κλπ) και στα ωφελήματα, τα οποία παρέχονται κατά το σκοπό και το καταστατικό του σωματείου (πχ βοηθήματα, ιατρική περίθαλψη κλπ). Διασφαλίζεται έτσι το μέλος του σωματείου από κάθε αυθαίρετη εξαίρεση ή δυσμενή μεταχείριση σε σχέση με τα άλλα μέλη.

Συνεπώς, κατά κανόνα, το σωματείο δεν μπορεί, με τα όργανά του, να παρεκκλίνει από την παραπάνω αρχή, μεταβάλλοντας την έννομη σχέση του μέλους με αυτό (ΑΠ 137/1963 ΝοΒ 11.928). Η απόφαση της γενικής συνελεύσεως, που προσβάλλει δικαίωμα μέλους και έχει ληφθεί κατά παράβαση της αρχής της ισότητας, είναι άκυρη κατ' άρθρο 101 ΑΚ, το οποίο εφαρμόζεται αναλόγως και στις άκυρες αποφάσεις του διοικητικού συμβουλίου του σωματείου (ΑΠ 433/2009). Η προαναφερόμενη διάταξη του άρθρου 89 παρ. 1 ΑΚ περί ισότητας δικαιωμάτων είναι ενδοτικού δικαίου, με την έννοια της δυνατότητας απόκλισης όσον αφορά στα γενικά προνόμια είτε με διάταξη του καταστατικού είτε με τη συναίνεση εκείνου σε βάρος του οποίου αποβαίνει η αντίθετη ρύθμιση. Ειδικότερα, το καταστατικό μπορεί, κατ' εξαίρεση, να περιλαμβάνει ρυθμίσεις και διακρίσεις που αποκλίνουν από την πιο πάνω αρχή, εφόσον οι διαφοροποιήσεις αυτές δεν είναι αυθαίρετες, δηλαδή δικαιολογούνται με βάση αντικειμενικά κριτήρια, και δεν αντιτίθεται προς το πνεύμα της εννόμου τάξεως ή των χρηστών ηθών (ΑΠ 162/1964 ΝοΒ 12.608), υπό την προϋπόθεση, βεβαίως, ότι τηρείται και η αρχή της αναλογικότητας, η οποία λαμβάνεται υπόψη κατά την ερμηνεία και εφαρμογή οποιουδήποτε κανόνα δικαίου και επενεργεί ακόμη και όταν πρόκειται για αντικρουόμενα συμφέροντα στο πεδίο του ιδιωτικού δικαίου (ΑΠ 827/2019). Με τις ίδιες προϋποθέσεις, αντίστοιχοι περιορισμοί μπορούν να τεθούν στο καταστατικό και με τροποποίηση αυτού, κατά την οριζόμενη στο νόμο απαρτία και πλειοψηφία. Κατά συνέπεια, υπό τις ανωτέρω προϋποθέσεις και εφόσον εξυπηρετούνται οι πραγματικές ανάγκες του σωματείου, το καταστατικό μπορεί να επιβάλλει περιορισμούς στο δικαίωμα συμμετοχής στη διοίκηση αυτού, το οποίο, όπως αναφέρθηκε, είναι γενικό δικαίωμα και απορρέει από τις διατάξεις 5 παρ. 1 και 12 παρ. 1 του Συντάγματος, ή να ορίσει ορισμένα προς τούτο προσόντα, όπως ηλικία, αρχαιότητα στο σωματείο κλπ. Οι περιορισμοί αυτοί, που δεν συνεπάγονται διαρκή αποκλεισμό από τη διοίκηση του σωματείου και δεν θίγουν στον πυρήνα του το δικαίωμα των μελών του σωματείου να συμμετέχουν στην διοίκησή του, δεν αντίκεινται στις προαναφερθείσες συνταγματικές διατάξεις, ούτε στην αρχή της αναλογικότητας (άρθρο 25 παρ. 1 εδάφιο τελευταίο του Συντάγματος), υπό την προϋπόθεση ότι εξυπηρετούν, κατά τα εκτεθέντα, σκοπούς συναφείς προς το σκοπό του σωματείου και δεν παρίστανται προδήλως ακατάλληλοι ή μη αναγκαίοι για την εξυπηρέτηση αυτών. Απόκλιση από τον ως άνω θεμελιώδη κανόνα της ισοτιμίας των μελών καθιερώνει η διάταξη του εδ. β' του άρθρου 89 ΑΚ, σύμφωνα με την οποία ιδιαίτερα δικαιώματα απονέμονται ή αφαιρούνται μόνον με τη συναίνεση όλων των μελών, δηλαδή και του θιγόμενου. Τούτο ισχύει είτε η ρύθμιση έγινε με το αρχικό καταστατικό είτε με ξεχωριστή απόφαση της γενικής συνέλευσης. Από τη διατύπωση της διάταξης προκύπτει ότι η τροποποίηση του καταστατικού για την απονομή ή αφαίρεση ιδιαίτερων δικαιωμάτων πρέπει να γίνεται με απόφαση όλων των μελών και δεν αρκεί η προβλεπόμενη στο άρθρο 99 ΑΚ συνήθης απαρτία και πλειοψηφία. Η εν λόγω διάταξη είναι αναγκαστικού δικαίου και συνεπώς αποκλείεται διάφορος ρύθμιση με το καταστατικό. Η διάταξη αυτή είναι εφαρμοστέα και για την επιβολή ή κατάργηση ιδιαίτερων υποχρεώσεων σε βάρος ορισμένων μελών.

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 7/2006). Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση. Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 8/2018, ΟλΑΠ 7/2006).

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Έλλειψη δε νομίμου βάσεως της αποφάσεως συντρέχει, όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης κι έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόστηκε ή αν συνέτρεχαν οι όροι άλλου κανόνα που ήταν εφαρμοστέος αλλά δεν εφαρμόσθηκε (ΟλΑΠ 6/2006). Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναιρέσεως ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), δηλαδή όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης. Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΟλΑΠ 18/2008, ΟλΑΠ 15/2006).

[Β] Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε, με την προσβαλλομένη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:
«_Ο εκκαλών-ενάγων (και ήδη αναιρεσείων) τυγχάνει Εισαγγελικός Λειτουργός, έχων το βαθμό του Αντεισαγγελέως Εφετών, ήδη από το έτος 2007. Με το από 16-11-2015 Προεδρικό Διάταγμα που εκδόθηκε μετά από πρόταση του Υπουργού Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων αποσπάστηκε για τρία (3) έτη στην ... (...) με αντικείμενο τον έλεγχο νομιμότητας των ειδικών επιχειρησιακών δράσεων που αφορούν σε θέματα δικαιωμάτων του ανθρώπου και την άσκηση όσων άλλων δραστηριοτήτων του ανατίθενται κατά το άρθρο 5 του ν. 649/2008. Η ..., στην οποία αποσπάστηκε ο εκκαλών-ενάγων αποτελεί αυτοτελή Δημόσια Πολιτική Υπηρεσία και υπάγεται στον Υπουργό Εσωτερικών, και μετά την έκδοση του π.δ. 189/2009 ο Υπουργός Προστασίας του Πολίτη, ο οποίος είναι αρμόδιος για τον καθορισμό δράσης αυτής στο πλαίσιο των εθνικών προτεραιοτήτων της κυβερνητικής πολιτικής, συνιστά δε, εκ τούτου, υπηρεσία που υπάγεται στην εκτελεστική εξουσία.
Ο ίδιος (εκκαλών - ενάγων) τυγχάνει μέλος του εναγόμενου εφεσίβλητου σωματείου με την επωνυμία "ΕΝΩΣΗ ΔΙΚΑΣΤΩΝ ΚΑΙ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΩΝ" (χάριν συντομίας παρακάτω Ε.Δ.Ε.), και εκλεγμένο μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου του στις αρχαιρεσίες της 22ης.05/29ης.05.2016. [...] Στις 29-06-2016 δημοσιεύτηκε στο οικείο βιβλίο σωματείων το, κατόπιν της από 05-12-2015 αποφάσεως της Καταστατικής Γενικής Συνέλευσης του εναγόμενου σωματείου, τροποποιημένο καταστατικό του, στο άρθρο 15 παρ. 7 του οποίου ορίζεται : «7. Η ιδιότητα του μέλους του Δ.Σ. είναι ασυμβίβαστη : α) με την άσκηση καθηκόντων, κατόπιν αποσπάσεως, στο Υπουργείο Δικαιοσύνης κατά τις προβλέψεις του ΚΟΔΚΔΛ ή άλλων γενικών ή ειδικών σχετικών διατάξεων ή σε άλλη Υπηρεσία υπαγόμενη στην εκτελεστική εξουσία, β) με την άσκηση κάθε φύσεως υπηρεσιακών καθηκόντων αποκλειστικής απασχόλησης σε θεσμικά όργανα της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή άλλους ευρωπαϊκούς ή διεθνείς φορείς και οργανισμούς, γ) με την αποχή από την ενεργό Υπηρεσία λόγω άδειας άνευ αποδοχών προς απασχόληση στους ως άνω φορείς ή σε άλλη υπηρεσία, δ) με τις υπηρεσιακές θέσεις για τις οποίες εκάστοτε προβλέπεται ρητώς τούτο από τον ΚΟΔΚΔΛ ή άλλες ειδικές διατάξεις και ότι σε περίπτωση απόκτησης των εν λόγω ιδιοτήτων κατά τη διάρκεια της θητείας μέλους του Δ.Σ., τούτο θα πρέπει να δηλωθεί εγγράφως, οπότε και επέρχεται η αυτοδίκαιη αντικατάσταση υπηρετούντος σε θέση που επιφέρει ασυμβίβαστο από το πρώτο αναπληρωματικό μέλος του διοικητικού συμβουλίου. Αν ο υπόχρεος στη σχετική δήλωση την παραλείψει, το Δ.Σ. αμέσως μόλις πληροφορηθεί τη συνδρομή περίπτωσης ασυμβίβαστου τον αντικαθιστά αυτοδικαίως με το πρώτο αναπληρωματικό μέλος, συντασσομένου επ' αυτού σχετικού πρακτικού. Η ισχύς της ως άνω διάταξης αρχίζει από την τροποποίηση αυτής».
Με το με αριθμό …/20-9-2016 πρακτικό Διοικητικού Συμβουλίου του εναγομένου εφεσιβλήτου αποφασίστηκε η αυτοδίκαιη αντικατάσταση του ενάγοντος-εκκαλούντος, σύμφωνα με το άρθρο 15 παρ. 7 του Καταστατικού, από τη θέση μέλους του Διοικητικού Συμβουλίου από τον Αντιεισαγγελέα Εφετών Ε.Κ. ένεκα του ασυμβίβαστου που υπάρχει στο πρόσωπό του εξαιτίας της αποσπάσεώς του στην .... Σύμφωνα με το σκεπτικό της πλειοψηφίας του Διοικητικού Συμβουλίου του εναγομένου που περιέχεται στο ως άνω πρακτικό η διάταξη αυτή (15 παρ. 7) αποβλέπει αποκλειστικά και μόνο στο οργανικό κριτήριο της απόσπασης του μέλους του Δ.Σ. σε οποιαδήποτε υπηρεσία υπαγόμενη στην εκτελεστική εξουσία και δεν σχετίζεται με το είδος των αρμοδιοτήτων που θα έχει ο δικαστικός λειτουργός. Κατά της αποφάσεως αυτής αντιτάχθηκε ο εκκαλών-ενάγων, ο οποίος από κοινού με άλλα τρία μέλη του νεοεκλεγμένου Διοικητικού Συμβουλίου ζήτησαν την ανάκληση αυτής, αίτηση που απορρίφθηκε με το από 125/6-10-2016 πρακτικό του εναγομένου εφεσιβλήτου σωματείου. Ο εκκαλών-ενάγων ζητεί την ακύρωση των με αριθμό … και … αποφάσεων του Διοικητικού Συμβουλίου του εφεσίβλητου εναγόμενου σωματείου επικαλούμενος ότι είναι αντίθετες με το άρθρο 15 παρ.7 του Καταστατικού, δεδομένου ότι τούτο ορθά ερμηνευόμενο σύμφωνα με τις διατάξεις 173 και 200 του ΑΚ θα έπρεπε να εφαρμοστεί μόνο σε περίπτωση που ο δικαστικός λειτουργός, εξαιτίας της αποσπάσεώς του, τελεί σε σχέση εξάρτησης με την εκτελεστική εξουσία ή βρίσκεται σε σύγκρουση συμφερόντων κατά την εκτέλεση των νέων καθηκόντων του προς την ιδιότητα του μέλους του Δ.Σ της Ε.Δ.Ε και όχι αδιακρίτως σε οποιαδήποτε απόσπαση. Προς απόδειξη του ισχυρισμού του, σχετικά με τη ratio της επίμαχης διατάξεως, επικαλείται ότι αφορμή για τροποποίηση του άρθρου αυτού ήταν η απασχόληση μέλους του Διοικητικού Συμβουλίου ως Συμβούλου του Υπουργού Δικαιοσύνης και το γεγονός ότι αυτός με την τελευταία του ιδιότητα, κατά την άσκηση των καθηκόντων του, ήρθε σε σύγκρουση με τα συμφέροντα της Ε.Δ.Ε, [...].
Πλην, όμως, παρά τα όσα πράγματι προηγήθηκαν, στην προκείμενη περίπτωση η διάταξη της παραγράφου 7 του άρθρου 15 του εφεσίβλητου σωματείου είναι ορισμένη, σαφής και ρητή, δεν εγείρει αμφιβολίες ως προς το πραγματικό της νόημα, ώστε να υφίσταται προσφυγή στους ερμηνευτικούς κανόνες [...]. Είναι σαφές ότι η ως άνω διάταξη αποβλέπει αποκλειστικά στο οργανικό κριτήριο της απόσπασης του μέλους του ΔΣ σε υπηρεσία υπαγόμενη στην εκτελεστική εξουσία και μόνη αυτή αρκεί (η απόσπαση) προκειμένου να δημιουργεί ασυμβίβαστο ανάμεσα στις δύο ιδιότητες. Τούτο προκύπτει από τη σαφή διατύπωση της επίμαχης διατάξεως, αλλά και από τις λοιπές διατάξεις του ίδιου άρθρου, που θέτουν σχετικά ασυμβίβαστα, και για τις οποίες δεν προηγήθηκε, όπως πράγματι εν προκειμένω, σύγκρουση μεταξύ των μελών του Διοικητικού Συμβουλίου. Εξάλλου, εάν πράγματι το σχετικό ασυμβίβαστο εξαρτιόνταν από το εάν ο δικαστικός λειτουργός, εξαιτίας της αποσπάσεώς του, τελούσε σε σχέση εξάρτησης με την εκτελεστική εξουσία ή βρίσκονταν σε σύγκρουση συμφερόντων κατά την εκτέλεση των νέων καθηκόντων του προς την ιδιότητα του μέλους του Δ.Σ της Ε.Δ.Ε, τούτο ρητά θα αναγράφονταν στη διάταξη, ενόψει και των θεμάτων που είχαν δημιουργηθεί στο παρελθόν, Τούτο, τέλος, το κριτήριο δε θα ήταν ασφαλές δεδομένου ότι κάθε φορά το ασυμβίβαστο, θα κρίνονταν εκ του αποτελέσματος, ήτοι θα εξαρτιόνταν και από τον τρόπο με τον οποίον θα ενεργούσε το μέλος του συμβουλίου της Ε.Δ.Ε. με τη διττή ιδιότητα.
Επιπροσθέτως σε αντίθετη κρίση, ήτοι περί συσταλτικής και τελεολογικής ερμηνείας και εφαρμογής του άρθρου 15 παρ. 7 του Καταστατικού, δεν μπορεί να οδηγήσει ο ισχυρισμός του εκκαλούντος ενάγοντος ότι ανάλογη διάταξη προβλέπει το άρθρο 16 παρ. I στ.γ του Καταστατικού του σωματείου της Ένωσης Εισαγγελέων Ελλάδος σύμφωνα με την οποία «Η ιδιότητα του μέλους του Δ.Σ. είναι ασυμβίβαστη [...] γ) με την υπηρεσία κατόπιν αποσπάσεως στο Υπουργείο Δικαιοσύνης κατά τις προβλέψεις του ΚΟΔΚΔΛ (ισχύον άρθρο 51 παρ.6) ή άλλων ειδικών διατάξεων», δεδομένου ότι σ' αυτήν δεν υπάρχει ρητή πρόβλεψη όπως στην επίμαχη διάταξη περί αποσπάσεως σε άλλη υπηρεσία υπαγόμενη στην εκτελεστική εξουσία. Αντίθετα, η ανυπαρξία της σχετικής διατάξεως στο Καταστατικό της Ένωσης Εισαγγελέων Ελλάδος, επιβεβαιώνει την κρίση του Δικαστηρίου περί εφαρμογής του οργανικού - κριτηρίου, δεδομένου ότι εάν σκοπός δεν ήταν να εισαχθεί το οργανικό κριτήριο δεν θα προστίθονταν το σχετικό ασυμβίβαστο που σαφέστατα αποτελεί κάτι έτι, παραπάνω από την απόσπαση μέλους του ΔΣ ως σύμβουλος του Υπουργού Δικαιοσύνης, που κατά τους ισχυρισμούς του ενάγοντος προκάλεσε την τροποποίηση του Καταστατικού.
Με βάση την ανωτέρω κρίση περί οργανικού κριτηρίου, ουδεμία επιρροή ασκεί ο ισχυρισμός του εκκαλούντος, ότι στη νέα του θέση ασκεί επί της ουσίας εισαγγελικά καθήκοντα και δεν τελεί σε σχέση εξάρτησης με την εκτελεστική εξουσία. Ας σημειωθεί ότι o Δικαστικός Λειτουργός, ανεξάρτητα από τη θέση την οποία κατέχει είναι πάντοτε ανεξάρτητος, δεν ακολουθεί την πολιτική βούληση της Υπηρεσίας στην οποία έχει αποσπαστεί, ακολουθώντας τη συνείδησή του και τις επιταγές του νόμου. Περαιτέρω με την επίμαχη διάταξη, που υπερψηφίστηκε στη Γενική Συνέλευση της 15ης Δεκεμβρίου 2015, κατόπιν προτάσεως και του ίδιου του εκκαλούντος-ενάγοντος με 752 ψήφους υπέρ και 198 κατά, όπως ανωτέρω εφαρμόζεται με το οργανικό κριτήριο, δεν εισάγεται ανεπίτρεπτος περιορισμός του δικαιώματος του εκλέγεσθαι και συμμετοχής στη σωματειακή δράση κατά παράβαση των άρθρων 5 παρ. 1, 12 παρ.1 και 25 παρ. 1 εδ.τελ. και 3 του Συντάγματος και 89 του ΑΚ, μη εναρμονιζόμενος με την αρχή της αναλογικότητας, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται ο ενάγων (εκκαλών). Τούτο δε, διότι το μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου, δεδομένου ότι o περιορισμός αφορά τη συμμετοχή στο Διοικητικό Συμβούλιο και όχι άλλα δικαιώματα, όπως συμμετοχή στη σωματειακή δράση, εκλέγειν και εκλέγεσθαι, έχει, εν προκειμένω, τη δυνατότητα να παραιτηθεί της θέσεως στην οποία έχει αποσπαστεί, άλλως να αρνηθεί αυτή, ενόψει και του ότι, οι δικαστικοί λειτουργοί που αποσπώνται με απόφαση του Ανώτατου Δικαστικού Συμβουλίου σε θέσεις υπαγόμενες στην εκτελεστική εξουσία (μη αμιγώς δικαστική υπηρεσία) κατόπιν γνωστής εκλογής του αρμοδίου Υπουργού.
Το πρωτοβάθμιο, επομένως, Δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλούμενη απόφασή του, απέρριψε την αγωγή, ως ουσιαστικά αβάσιμη, δεχόμενο ότι οι προσβαλλόμενες αποφάσεις του Διοικητικού Συμβουλίου του εναγομένου σωματείου δεν έρχονταν σε αντίθεση με το Καταστατικό και το Νόμο, αν και με ελλιπή αιτιολογία που συμπληρώνεται από την παρούσα, ορθά κατ' αποτέλεσμα έκρινε και όσα αντίθετα υποστηρίζει ο εκκαλών - ενάγων με τους σχετικούς λόγους της έφεσής του, με τους οποίους ισχυρίζεται ότι οι προσβαλλόμενες αποφάσεις του Διοικητικού Συμβουλίου της Ε.Δ.Ε. είναι άκυρες επειδή είναι αντίθετες στο Νόμο και το Καταστατικό, ειδικότερα δε ότι η ερμηνεία ότι η ως άνω διάταξη (άρθρο 15 παρ. 7 του Καταστατικού) αποβλέπει στο οργανικό μόνο κριτήριο είναι αντίθετη στη ratio αυτής, αποτελεί ανεπίτρεπτο περιορισμό του δικαιώματος του εκλέγεσθαι και συμμετοχής στη σωματειακή δράση κατά παράβαση των άρθρων 5 παρ. 1, 12 παρ. 1 και 25 παρ. 1 εδ.τελ. και 3 του Συντάγματος και 89 του ΑΚ αφού δεν εναρμονίζεται με την αρχή της αναλογικότητας, είναι αβάσιμα και απορριπτέα_».

Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο, συμπληρώνοντας παραδεκτώς τις αιτιολογίες της πρωτόδικης απόφασης με την οποία είχε απορριφθεί ως κατ' ουσίαν αβάσιμη η αγωγή του αναιρεσείοντος, απέρριψε την έφεση αυτού κατά της ανωτέρω απόφασης. Έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 12 παρ. 1, 25 παρ.1 του Συντάγματος, 89 και 174 του ΑΚ, όπως αυτές ερμηνεύτηκαν παραπάνω, με το να δεχθεί, κατά την εξέταση του κύρους της διάταξης του άρθρου 15 παρ. 7 του καταστατικού του αναιρεσιβλήτου σωματείου, ότι με αυτή δεν εισάγεται ανεπίτρεπτος περιορισμός του δικαιώματος του εκλέγεσθαι και συμμετοχής στη σωματειακή δράση, καθόσον, σύμφωνα με τις ανέλεγκτες παραδοχές του, όπως αυτές προκύπτουν από το όλο περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, ο τεθείς ως άνω περιορισμός δεν τυγχάνει αυθαίρετος, αφού εισάγεται με βάση αντικειμενικό κριτήριο, δηλαδή το οργανικό κριτήριο της απόσπασης, δεν θίγει στον πυρήνα του το δικαίωμα των μελών του σωματείου να συμμετέχουν στην διοίκησή του, αφού δεν συνεπάγεται διαρκή αποκλεισμό από τη διοίκηση του σωματείου, αλλά μόνον κατά το περιορισμένο χρονικό διάστημα της αποσπάσεως του μέλους του σωματείου στο Υπουργείο Δικαιοσύνης ή σε άλλη υπηρεσία υπαγόμενη στην εκτελεστική εξουσία, δεν εισάγει δυσαναλογία μεταξύ δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των μελών του σωματείου ούτε και θεωρείται ότι το εν λόγω μέτρο είναι προδήλως ακατάλληλο ή μη αναγκαίο για την εξυπηρέτηση του σκοπού του σωματείου, με αποτέλεσμα να δικαιολογείται, με βάση τις παραδοχές αυτές, αφενός μεν η ως άνω, αποκλίνουσα από την καθιερούμενη από το άρθρο 89 ΑΚ αρχή της ισότητας των μελών, ρύθμιση, ως μη αντίθετη προς το πνεύμα της εννόμου τάξεως ή των χρηστών ηθών και μη παραβιάζουσα την αρχή της αναλογικότητας, αφετέρου δε η λήψη της σχετικής απόφασης της γενικής συνελεύσεως κατά πλειοψηφία και όχι με παμψηφία, αφού, σύμφωνα με τη μείζονα σκέψη, το δικαίωμα του εκλέγεσθαι ανήκει στα γενικά δικαιώματα του μέλους του σωματείου και όχι στα ιδιαίτερα, για την απονομή ή αφαίρεση των οποίων και μόνον απαιτείται η συναίνεση όλων των μελών. Εξάλλου, το Εφετείο, υπό τις ίδιες ως άνω παραδοχές του, δεν στέρησε την προσβαλλομένη απόφασή του από νόμιμη βάση, καθόσον διέλαβε σ' αυτήν την απαιτουμένη αιτιολογία, που ανταποκρίνεται στο πραγματικό των προδιαληφθεισών ουσιαστικού δικαίου διατάξεων και καθιστά εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο περί της ορθής εφαρμογής αυτών, τις οποίες έτσι δεν παραβίασε ούτε εκ πλαγίου, δεδομένου ότι αναφέρονται στην απόφαση, συνεπτυγμένα μεν, αλλά με σαφήνεια και επάρκεια τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν το σαφώς διατυπούμενο αποδεικτικό της πόρισμα. Επομένως, ο πρώτος, από τους αρ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγοι της αίτησης αναίρεσης, με τους οποίους ο αναιρεσείων υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι ουσιαστικά αβάσιμος.

Περαιτέρω, στους κανόνες του ουσιαστικού δικαίου, η παραβίαση των οποίων ιδρύει τον από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ προβλεπόμενο λόγο, περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, με τους οποίους ορίζεται, αφενός, ότι, κατά την ερμηνεία της δήλωσης βουλήσεως αναζητείται η αληθινή βούληση χωρίς προσήλωση στις λέξεις, και αφετέρου, ότι οι συμβάσεις ερμηνεύονται όπως απαιτεί η καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη και οι οποίοι εφαρμόζονται σε κάθε περίπτωση, κατά την οποία υπάρχει κενό στη δικαιοπραξία ή γεννιέται αμφιβολία για τη δήλωση βουλήσεως. Ειδικότερα, παράβαση των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών, που περιέχονται στα άρθρ. 173 και 200 του ΑΚ, υφίσταται, όταν το δικαστήριο της ουσίας είτε προσέφυγε στους ερμηνευτικούς αυτούς κανόνες προς συμπλήρωση ή ερμηνεία της δικαιοπραξίας, μολονότι δέχθηκε, ότι η δικαιοπραξία είναι πλήρης και σαφής και δεν έχει ανάγκη συμπλήρωσης ή ερμηνείας (ΑΠ 355/2007, ΑΠ 1365/2005, ΑΠ 426/2010), κατά την ανέλεγκτη, προς αυτό, κρίση του (ΑΠ 1749/2005), είτε παρέλειψε να προσφύγει στους ίδιους ερμηνευτικούς καvόvες, καίτοι ανέλεγκτα, επίσης, διαπίστωσε την ύπαρξη κενού ή ασάφειας στις δηλώσεις βουλήσεως των δικαιοπρακτούντων, οι οποίες έχρηζαν έτσι κατάλληλης συμπλήρωσης ή ερμηνείας με εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ (ΑΠ 416/1993, ΑΠ 185/2004, ΑΠ 1503/2005). Επομένως, δεν παραβιάζονται οι ως άνω κανόνες, όταν το δικαστήριο της ουσίας διαπιστώνει στην απόφασή του, ότι η ελεγχόμενη δήλωση βουλήσεως είναι σαφής, χωρίς κενά (ΑΠ 1059/2018, ΑΠ 1164/2015, ΑΠ 115/2013). Προσφυγή πάντως στις διατάξεις αυτές υπάρχει, έστω και αν αυτές δεν κατονομάζονται ρητά στην απόφαση, εφόσον, από το περιεχόμενο της απόφασης προκύπτει ότι το δικαστήριο, αναζητώντας την αληθινή βούληση των συμβαλλομένων, προσέφυγε τελικά στους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρ. 173 και 200 ΑΚ (ΑΠ 355/2004). Η διαπίστωση, εξάλλου, από το δικαστήριο της ουσίας κενού ή ασάφειας στη δικαιοπραξία δεν είναι αναγκαίο να αναφέρεται ρητά στην απόφασή του, αλλά αρκεί να προκύπτει και έμμεσα απ' αυτή, όπως συμβαίνει όταν, παρά την έλλειψη σχετικής διαπίστωσης στην απόφαση, το δικαστήριο της ουσίας προέβη σε συμπλήρωση ή ερμηνεία της δικαιοπραξίας, γεγονός που αποκαλύπτει ακριβώς ότι το δικαστήριο αντιμετώπισε κενό ή ασάφεια στις δηλώσεις βουλήσεως των δικαιοπρακτούντων, που το ανάγκασαν να καταφύγει στη συμπλήρωση ή ανάλογα στην ερμηνεία τους (ΑΠ 215/2005). Ιδίως αυτό συμβαίνει όταν το δικαστήριο προβαίνει στο συσχετισμό των όρων της σύμβασης, στη λήψη στοιχείων εκτός της σύμβασης ή αντλεί επιχειρήματα από το σκοπό της (ΑΠ 84/2020, ΑΠ 557/2004, 1258/2004). Περαιτέρω, όπως ήδη εκτέθηκε, η εσφαλμένη ερμηνεία των διατάξεων του καταστατικού σωματείου δεν ελέγχεται αναιρετικώς, εκτός αν παραβιάσθηκαν οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ.
Στην προκείμενη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ πλημμέλεια της παραβίασης των ερμηνευτικών κανόνων των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ, ισχυριζόμενος ότι το Εφετείο, μολονότι διαπίστωσε εμμέσως αμφιβολία σχετικά με την έννοια του επίμαχου όρου του καταστατικού του σωματείου, δεχόμενο ανελέγκτως ότι η συγκεκριμένη τροποποίηση «υιοθετήθηκε υπό συγκεκριμένες περιστάσεις και ενόψει ενός συγκεκριμένου παραδείγματος δικαστικού λειτουργού, μέλους της διοίκησης του σωματείου, το οποίο είχε επιδείξει συμπεριφορά στοιχειοθετούσα σαφή και έκδηλη σύγκρουση συμφερόντων στο παρελθόν και περαιτέρω ότι για τη συγκεκριμένη και μόνον τροποποίηση είχαν προηγηθεί εντάσεις μεταξύ των μελών της διοίκησης του αναιρεσίβλητου, η οποία λήφθηκε κατά πλειοψηφία», παρ' όλα αυτά παρέλειψε να προσφύγει στους ανωτέρω ερμηνευτικούς κανόνες, όπως όφειλε να πράξει, δεδομένου ότι, όπως ισχυρίζεται «μόνη η σαφήνεια του γράμματος, αν αυτή συνδυάζεται με αμφιβολία προκαλούμενη από τις περιστάσεις υπό τις οποίες υιοθετήθηκε ο κρίσιμος όρος του καταστατικού και πολύ περισσότερο ενόσω το ίδιο το δικάσαν εφετείο ανελέγκτως δέχεται ότι οι συντάκτες του κειμένου της τροποποίησης προσέβλεπαν στη θεραπεία συγκεκριμένου παραδείγματος δεν αρκεί για τον αποκλεισμό της ερμηνευτικής προσφυγής στις ως άνω διατάξεις». Ωστόσο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, οι παραδοχές της οποίας έχουν ήδη εκτενώς αναπτυχθεί, το Εφετείο δεν διαπίστωσε, έστω και εμμέσως, κενό ή αμφιβολία ως προς το περιεχόμενο της πιο πάνω διάταξης του καταστατικού, αλλά αντιθέτως έκρινε ανελέγκτως ότι αυτή είναι σαφής χωρίς κενά, δεχόμενο, ειδικότερα, ότι «η διάταξη της παραγράφου 7 του άρθρου 15 του εφεσίβλητου σωματείου είναι ορισμένη, σαφής και ρητή, δεν εγείρει αμφιβολίες ως προς το πραγματικό της νόημα, ώστε να υφίσταται προσφυγή στους ερμηνευτικούς κανόνες. [...] Είναι σαφές ότι η ως άνω διάταξη αποβλέπει αποκλειστικά στο οργανικό κριτήριο της απόσπασης του μέλους του ΔΣ σε υπηρεσία υπαγόμενη στην εκτελεστική εξουσία και μόνη αυτή αρκεί (η απόσπαση) προκειμένου να δημιουργεί ασυμβίβαστο ανάμεσα στις δύο ιδιότητες».
Από δε την επικαλούμενη από τον αναιρεσείοντα ιστορική παράθεση στην προσβαλλόμενη απόφαση των περιστάσεων υπό τις οποίες αποφασίστηκε η συγκεκριμένη τροποποίηση του καταστατικού, δεν συνάγεται έμμεση διαπίστωση αμφιβολίας, αφού στην απόφαση ρητά αναφέρεται ότι το Εφετείο κατέληξε στην κρίση του ως προς τη σαφή έννοια της εν λόγω διάταξης "παρά τα όσα πράγματι προηγήθηκαν", φράση που σαφώς παραπέμπει στην προηγηθείσα παράθεση από αυτό των πιο πάνω περιστατικών. Ακόμη, το γεγονός ότι το Εφετείο αρύεται, στη συνέχεια, επιχειρήματα από το όλο περιεχόμενο της συμβάσεως προς απλή επίρρωση της ήδη, με βάση την σαφή γραμματική διατύπωση των προειρημένου καταστατικού όρου, εξενεχθείσας ως άνω κρίσεώς του, αλλά και προς αντίκρουση των αντίθετων ισχυρισμών του αναιρεσείοντος περί ισχύος του ασυμβιβάστου, κατά το συγκεκριμένο όρο, μόνον στην περίπτωση που ο αποσπασθείς δικαστικός λειτουργός τελεί σε σχέση εξάρτησης με την εκτελεστική εξουσία ή βρίσκεται σε σύγκρουση καθηκόντων, δεν υποδηλώνει ερμηνευτική προσέγγιση της επίμαχης διάταξης και έμμεση παραδοχή της υπάρξεως αμφιβολίας και κενών, καθιστώσα αναγκαία την προσφυγή του στους ερμηνευτικούς κανόνες, αφού ούτε και ο αναιρεσείων επικαλείται τούτο. Κατ' ακολουθίαν αυτών, δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις προσφυγής και εφαρμογής των διατάξεων των άρθρων 173 και 200 ΑΚ προς διαπίστωση της εννοίας του ανωτέρω όρου του καταστατικού. Επομένως, ο παραπάνω δεύτερος, από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγος της αίτησης αναίρεσης, είναι αβάσιμος.

Κατ' ακολουθίαν τούτων, πρέπει η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως να απορριφθεί και να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος για την άσκηση αυτής παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ). Τα δικαστικά έξοδα πρέπει να συμψηφιστούν μεταξύ των διαδίκων, λόγω του δυσερμηνεύτου των διατάξεων που εφαρμόστηκαν (άρθρα 179 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 04-02-2019 αίτηση του Ε. Κ. για αναίρεση της υπ' αριθμ. 4640/2018 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος για την άσκηση της ανωτέρω αίτησης παραβόλου. Και

Συμψηφίζει τα δικαστικά έξοδα μεταξύ των διαδίκων.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 24 Νοεμβρίου 2020.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 15 Ιανουαρίου 2021.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή