Αριθμός 81/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη, Παναγιώτη Βενιζελέα - Εισηγητή, Κλεόβουλο-Δημήτριο Κοκκορό και Παναγιώτα Γκουδή - Νινέ, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 13 Νοεμβρίου 2023, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Π. Κ. του Δ., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αριστείδη Ζαχαριά.
Της αναιρεσιβλήτου: ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "ΙΝΤΕΡΣΑΛΟΝΙΚΑ Α.Ε.Γ.Α.", που εδρεύει στη Θεσσαλονίκη και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Βακουφάρη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18-4-2016 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 14000/2017 του ίδιου Δικαστηρίου, 1326/2020 μη οριστική και 1943/2021 οριστική του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της υπ' αριθ. 1943/2021 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης καθώς και της υπ' αριθ. 1326/2020 απόφασης του ίδιου Δικαστηρίου, που ανέβαλε την έκδοση οριστικής απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 15-2-2022 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 1047 § 1 ΚΠολΔ, "Προσωπική κράτηση διατάσσεται στις περιπτώσεις που ορίζει ο νόμος. Μπορεί να διαταχθεί επίσης και για απαιτήσεις από αδικοπραξίες. Η διάρκεια της προσωπικής κράτησης ορίζεται με την απόφαση, έως ένα έτος...". Η διάταξη αυτή δεν καταργήθηκε από τη διάταξη του άρθρου 11 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα του ΟΗΕ, που κυρώθηκε με το Ν. 2462/1997, κατά το οποίο: "Κανείς δεν φυλακίζεται αποκλειστικά λόγω της αδυναμίας του να εκπληρώσει συμβατική υποχρέωση", η οποία προδήλως αναφέρεται μόνο στις συμβατικές ενοχές και όχι στις αδικοπρακτικές και δεν μπορεί να εφαρμοσθεί αναλόγως και επί των τελευταίων, διότι είναι διαφορετικές οι προϋποθέσεις και η εσωτερική απαξία του αδικήματος από εκείνες της συμβατικής παράβασης. Εξάλλου, η προσωπική κράτηση ως μέσον εκτελέσεως αποφάσεων, που επιδικάζουν απαιτήσεις γενικώς, δεν αντίκειται στο Σύνταγμα και την ΕΣΔΑ (Ολομ. ΑΠ 1/2009, ΑΠ 1604/2022, ΑΠ 567/2022, ΑΠ 1309/2021).
Συνεπώς σε περίπτωση αδικοπραξίας σύμφωνα με το προμνημονευθέν άρθρο (1047 παρ. 1 ΚΠολΔ) παρέχεται η δυνητική ευχέρεια στο δικαστήριο της ουσίας να διατάξει προσωπική κράτηση κατά του υπόχρεου, ως μέσον αναγκαστικής εκτέλεσης για ικανοποίηση της απ' αυτή απορρέουσας απαίτησης, καθορίζοντας και τη χρονική της διάρκεια, μέσα στα όρια του ως άνω άρθρου, ύστερα από εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών, που οι διάδικοι θέτουν υπόψη του, όπως το ύψος της απαίτησης, τη βαρύτητα της πράξης και τις συνέπειές της, το πταίσμα του υπόχρεου, τη φερεγγυότητα αυτού, την τυχόν συνυπαιτιότητα του δικαιούχου και τις λοιπές εν γένει περιστάσεις. Η κρίση αυτή δεν υπόκειται κατ' αρχήν στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, αφού σχηματίζεται από την εκτίμηση πραγματικών γεγονότων και χωρίς υπαγωγή του πορίσματος σε νομική έννοια, ώστε να μπορεί να κριθεί ότι υπάρχει εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου είτε ευθέως είτε εκ πλαγίου, πλην όμως συνιστά λόγο αναιρέσεως η υπό του δικαστηρίου χρήση απρόσφορων στοιχείων ή κριτηρίων, κειμένων εκτός του σκοπού της προσωπικής κρατήσεως (ΑΠ 1604/2022, ΑΠ 567/2022, ΑΠ 1309/2021). Επίσης η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ως προς τη διάρκεια της προσωπικής κράτησης, ελέγχεται αναιρετικά, για το αν παραβιάζεται ευθέως ή εκ πλαγίου (άρθρο 559 ΚΠολΔ αναλόγως από τους αρ. 1 ή 19), η αρχή της αναλογικότητας (άρθρο 2 παρ. 1 και 25 του Συντάγματος), αλλά και όταν διαπιστώνεται υπέρβαση από το δικαστήριο της ουσίας των ακραίων ορίων της διακριτικής του ευχέρειας (πρβλ. ΑΠ Ολομ. 9/2015, ΑΠ 1460/2022, ΑΠ 567/2022, ΑΠ 81/2022, ΑΠ 1309/2021). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 1049 παρ. 1 ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο όγδοο του άρθρου 1 του Ν. 4335/2015 και εφαρμόζεται, κατά την παρ.3 του άρθρου ένατου του αυτού άρθρου και νόμου, όταν η επίδοση της επιταγής προς εκτέλεση διενεργείται μετά τις 1.1.2016 "1. Η διάταξη για προσωπική κράτηση εκτελείται μόνο αφότου η δικαστική απόφαση που τη διατάζει γίνει τελεσίδικη και αφού προηγουμένως επιδοθεί σ' αυτόν που καταδικάστηκε ... Απόφαση που διατάζει την προσωπική κράτηση, σύμφωνα με το άρθρο 1047, δεν εκτελείται αν εκείνος που καταδικάστηκε βρίσκεται, κατά το χρόνο της εκτέλεσης, σε αδυναμία να εκπληρώσει τη χρηματική οφειλή του". Η διάταξη αυτή, κατά το σαφές περιεχόμενό της, παρέχει ρητά τη δυνατότητα στον οφειλέτη, να υποβάλει, κατά τη διαδικασία εκτέλεσης της απόφασης, που διατάσσει την προσωπική του κράτηση (ακόμη και για απαίτηση από αδικοπραξία), αντιρρήσεις, κατ' άρθρο 1050 ΚΠολΔ, επικαλούμενος ότι κατά τον κρίσιμο χρόνο της εκτέλεσης της απόφασης βρίσκεται σε οικονομική αδυναμία εκπλήρωσης της οφειλής του. Επομένως, με την επίκληση του σχετικού ισχυρισμού βαρύνεται ο ίδιος ο οφειλέτης, ο οποίος γνωρίζει καλύτερα από το δανειστή την περιουσιακή του κατάσταση και, ως εκ τούτου, δεν αποτελεί αναγκαίο στοιχείο της απόφασης, που απαγγέλλει την προσωπική κράτηση, η ως άνω αρνητική προϋπόθεση ότι ο καθού δεν βρίσκεται σε αδυναμία να εκπληρώσει τη χρηματική οφειλή του, αφού το ζήτημα αυτό θα κριθεί κατά τον χρόνο εκτέλεσης της απόφασης. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με εσφαλμένη εφαρμογή (Ολ.ΑΠ 7/2006, Ολ.ΑΠ 4/2005). Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται. Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός πρέπει να καθορίζονται η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου, που παραβιάσθηκε και το αποδιδόμενο στο δικαστήριο νομικό σφάλμα περί την ερμηνεία και εφαρμογή της (Ολ.ΑΠ 20/2005, Ολ.ΑΠ 32/1996), αλλιώς ο λόγος αυτός είναι αόριστος και γι' αυτό απορριπτέος ως απαράδεκτος. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ. 19 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα, που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζητήματα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόσθηκε ή δεν εφαρμόσθηκε. Ειδικότερα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της. Αντίφαση δε στις αιτιολογίες υπάρχει, όταν τα πραγματικά περιστατικά, που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό της πόρισμα για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων, που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι τη κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης. Για το ορισμένο του λόγου αυτού πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια ή η αντίφαση των αιτιολογιών, δηλαδή ποιες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση ή πού εντοπίζονται οι αντιφάσεις (Ολ.ΑΠ 20/2005).
Στην προκειμένη περίπτωση το Μονομελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την υπ' αρ. 1943/2021 προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε τα ακόλουθα, κρίσιμα για τον αναιρετικό έλεγχο, πραγματικά περιστατικά: "Η ενάγουσα ανώνυμη εταιρεία γενικών ασφαλίσεων (ήδη αναιρεσίβλητη), κατάρτισε με τον εναγόμενο (ήδη αναιρεσείοντα) την από 18-4-2001 σύμβαση, με την οποία ο τελευταίος ορίσθηκε ως ασφαλιστικός σύμβουλος για λογαριασμό της στην περιοχή του Ν. … . Ειδικότερα, ο εναγόμενος ανέλαβε την υποχρέωση όπως διαμεσολαβεί, επιδιώκει, εξασφαλίζει, λαμβάνει και διαβιβάζει προς την ενάγουσα εταιρία αιτήσεις πελατών, φυσικών ή νομικών προσώπων, προς ασφάλιση κατά διάφορων κινδύνων (για τους κλάδους προσωπικών ατυχημάτων, ασθενειών, χερσαίων οχημάτων, σκαφών, μεταφορών, πυρός, οδικής βοήθειας κλπ). Επίσης, σύμφωνα με τον 7° όρο της συναφθείσας μεταξύ τους σύμβασης, ο εναγόμενος είχε το δικαίωμα είσπραξης ασφαλίστρων, για λογαριασμό της ενάγουσας, τα οποία όμως όφειλε να τα διατηρεί κάθε στιγμή στη διάθεση της ενάγουσας, ευθυνόμενος έναντι αυτής ως θεματοφύλακας. Ως αμοιβή για τις υπηρεσίες του θα λάμβανε προμήθεια επί των καθαρών ασφαλίστρων εντός των προβλεπόμενων από το νόμο και τη συμφωνία τους ορίων ... (Ακολουθεί η παράθεση του ποσοστού προμήθειας ανά κλάδο ασφάλισης). Περαιτέρω, σύμφωνα με τον 8° όρο της εν λόγω σύμβασης ο εναγόμενος ανέλαβε την υποχρέωση να ενημερώνει έγκαιρα την ενάγουσα για την καθυστέρηση των εισπρακτέων ασφαλίστρων και να καταθέτει στην ενάγουσα ή σε τράπεζα στο όνομα της ενάγουσας τα ασφάλιστρα που εισέπραττε κατά την αποστολή των αντίστοιχων συμβολαίων ασφάλισης και πάντως το αργότερο στο τέλος κάθε εβδομάδας από την είσπραξη τους, μετά από αφαίρεση των προμηθειών του και των τυχόν, κατ' εντολή της ενάγουσας, πληρωθέντων απ' αυτόν εξόδων ή αποζημιώσεων. Στο πρώτο δεκαήμερο κάθε διμήνου ο εναγόμενος όφειλε να αποδίδει στην ενάγουσα εταιρία αναλυτικό λογαριασμό των εισπραχθέντων ασφαλίστρων και της διαχείρισης γενικά του προηγούμενου διμήνου και να καταβάλει κάθε πλεόνασμα, αφαιρουμένων αντίστοιχα των όσων είχε καταβάλει κατ' εντολή της ενάγουσας. Περαιτέρω, με το άρθρο 8 της σύμβασης συμφωνήθηκε ότι η ενάγουσα θα εξέδιδε κάθε μήνα λογαριασμό, ο οποίος θα εμφάνιζε το υπόλοιπο οφειλής του εναγόμενου μέχρι την ημέρα του λογαριασμού. Αντίγραφο του λογαριασμού εις διπλούν θα αποστέλλονταν στον εναγόμενο, ο οποίος όφειλε να επιστρέφει αμέσως και εντός του μήνα το δεύτερο αντίγραφο υπογεγραμμένο για το σύμφωνο του λογαριασμού ή με τις τυχόν παρατηρήσεις του. Η μη επιστροφή του παραπάνω λογαριασμού συμφωνήθηκε ότι θα αποτελεί σπουδαίο λόγο καταγγελίας εκ μέρους της ενάγουσας της σύμβασης. Επίσης, σε περίπτωση που ο εναγόμενος δεν απέστειλε υπογεγραμμένο το ως άνω αντίγραφο του λογαριασμού ή σε περίπτωση που για κάποιο λόγο δεν το είχε λάβει και δεν το είχε γνωστοποιήσει εγγράφως στην ενάγουσα-εταιρία, τότε με την πάροδο του επόμενου μήνα θα θεωρείτο ότι αποδέχονταν το υπόλοιπο ως είχε. Ωστόσο, ο εναγόμενος δεν ήταν συνεπής με την υποχρέωση της εμπρόθεσμης καταβολής των ασφαλίστρων και εκμεταλλευόμενος την ανοχή και την εμπιστοσύνη που του επέδειξε η ενάγουσα, παρακράτησε κατ' εξακολούθηση εισπραχθέντα ασφάλιστρα για λογαριασμό της ενάγουσας, με συνέπεια να δημιουργείται πάντα χρεωστικό σε βάρος του υπόλοιπο. Την 31-05-2011 το υπόλοιπο αυτό ανερχόταν στο ποσό των 83.425,82 ευρώ, όπως τούτο προκύπτει από το προσκομιζόμενο και επικαλούμενο αντίγραφο της ανάλυσης του λογαριασμού του εναγόμενου. Παράλληλα, με το έγγραφο αυτό η ενάγουσα ζήτησε από τον εναγόμενο να συγκρίνει το υπόλοιπο του ανωτέρω λογαριασμού του με τα βιβλία του και να βεβαιώσει την ορθότητά του, αποστέλλοντας στην ενάγουσα υπογεγραμμένο το αντίγραφο του λογαριασμού ή σε περίπτωση διαφωνίας του, τις παρατηρήσεις του για τυχόν εγγραφές και ποσά που διαφωνεί, άλλως και σε περίπτωση μη αποστολής του αντιγράφου, θα θεωρείτο ότι συμφωνεί με το υπόλοιπο του λογαριασμού, σύμφωνα με τους της σύμβασης. Πλην όμως, ο εναγόμενος δεν τήρησε τις άνω υποχρεώσεις του και για το λόγο αυτό η ενάγουσα, επικαλούμενη μη απόδοση των εισπραχθέντων ασφαλίστρων, με την από 11-07-2011 εξώδικη καταγγελία- δήλωση-πρόσκληση της, που επέδωσε νόμιμα στον εναγόμενο την 13-07-2011 ... κατήγγειλε τη σύμβαση και κάλεσε αυτόν να της καταβάλει, εντός πέντε ημερών από τη λήψη της εξωδίκου, το οφειλόμενο μέχρι και την 31-05-2011 ποσό από εισπραχθέντα και μη αποδοθέντα ασφάλιστρα, ύψους 83.425,82 ευρώ. Έκτοτε και μέχρι το οριστικό κλείσιμο του λογαριασμού του, αυτός παρουσίασε κίνηση μέχρι και την 31-08-2012, ήτοι υπήρξαν καταβολές εκ μέρους του εναγόμενου, με αποτέλεσμα το οφειλόμενο στην ενάγουσα από την ανωτέρω αιτία ποσό να έχει διαμορφωθεί, κατά το χρόνο άσκησης της ένδικης αγωγής, στο ποσό των 57.234,80 ευρώ, σύμφωνα με τον προσκομιζόμενο και ενσωματωθέντα στην αγωγή αναλυτικό λογαριασμό των χρεοπιστώσεων, που αφορά τα εμφαινόμενα στην παρακάτω κατάσταση, κατά διάφορους κλάδους ασφάλισης, ασφαλιστήρια συμβόλαια, τα οποία απέστειλε η ενάγουσα προς τον εναγόμενο, ο οποίος και όφειλε να καταβάλει τα αναγραφόμενα σ' αυτήν για κάθε συμβόλαιο ασφάλιστρα. Ειδικότερα, στην από 29-03-2016 μηχανογραφημένη κατάσταση της ενάγουσας εταιρίας αναγράφεται αναλυτικά η ημερομηνία έκδοσης του συμβολαίου, ο αριθμός συμβολαίου, το ονοματεπώνυμο του ασφαλισμένου, ο αριθμός κυκλοφορίας του ασφαλισμένου οχήματος, ο αριθμός πρόσθετης πράξης, η διάρκεια της ασφάλισης, το ποσό της χρέωσης (μικτά ασφάλιστρα που εισέπραξε ή όφειλε να εισπράξει ο εναγόμενος), το ποσό της πίστωσης, που είναι η εξόφληση του συμβολαίου ή το ποσό που κατέβαλε ο εναγόμενος έναντι, τα καθαρά ασφάλιστρα για κάθε κλάδο ασφάλισης χωριστά, το υπόλοιπο ποσό, το οποίο είναι αυτό που οφείλει να καταβάλει ο εναγόμενος μέχρι και σήμερα, αφού αφαιρεθεί πρώτα η καθαρή προμήθειά του, η καθαρή προμήθεια, που είναι το ποσό που δικαιούται ο εναγόμενος σύμφωνα με την σύμβαση, ο φόρος επί της προμήθειας, ενώ σε τυχόν συμβόλαια που εμφανίζονται με "μείον", είναι αυτά που έχουν ακυρωθεί. Η κατάσταση αυτή έχει ως εξής: (Αναγράφεται αναλυτικά το περιεχόμενο της κατάστασης, που αφορά στο χρονικό διάστημα από 1-4-2011 έως 7-7-2011) ... Ακολούθως, μετά από αφαίρεση του συνόλου της καθαρής προμήθειας από το σύνολο των μικτών ασφαλίστρων, το ποσό που ο εναγόμενος εισέπραξε για λογαριασμό της ενάγουσας και παρακρατεί παράνομα ανέρχεται στο ποσό των 57.247,82 ευρώ (65.891,70 σύνολο μικτών ασφαλίστρων - 8.643,88 ευρώ καθαρή προμήθεια). Έναντι του ανωτέρω οφειλόμενου ποσού ο εναγόμενος κατέβαλε μόνο το ποσό των 13,02 ευρώ (που αφορά το υπό αυξ. αριθμ. 1 συμβόλαιο στην ανωτέρω μηχανογραφημένη κατάσταση της ενάγουσας, με αριθμό συμβολαίου ... εκ του οποίου οφείλει στην ενάγουσα πλέον το ποσό των 426,98 ευρώ).
Συνεπώς, ο εναγόμενος πρέπει να καταβάλει στην ενάγουσα το συνολικό ποσό των 57.234,80 ευρώ (57.247,82-13,02) ... Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι ο εναγόμενος, μη αποδίδοντας στην ενάγουσα το προαναφερόμενο συνολικό ποσό, χωρίς να συντρέχει προς τούτο κάποια νόμιμη αιτία, πέραν της αθέτησης της συμβατικής του υποχρέωσης, τέλεσε και αδικοπραξία, αφού παρακράτησε αυτό έχοντας την ιδιότητα του εντολοδόχου για την είσπραξή του, αρνούμενος την απόδοσή του... Σημειωτέον ότι η ενάγουσα υπέβαλε σε βάρος του εναγόμενου την από 08-04-2016 έγκληση, η οποία έλαβε τα στοιχεία ΒΜ Ε2016/628-ΒωρΕ2016 της Εισαγγελίας Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης για την τέλεση εκ μέρους του εναγόμενου του αδικήματος της υπεξαιρέσεως αντικειμένου ιδιαιτέρου μεγάλης αξίας που το έχουν εμπιστευθεί λόγω της ιδιότητας του ως εντολοδόχου, ήδη δε διενεργείται κύρια ανάκριση ... Αναφορικά δε με το αίτημα της ενάγουσας να διαταχθεί ως μέσον αναγκαστικής εκτέλεσης, η προσωπική κράτηση του εναγόμενου, λόγω της αδικοπραξίας του, αποδείχθηκε ότι ο εναγόμενος είναι αφερέγγυος, καθόσον δεν κατέβαλε κανένα ποσό μέχρι σήμερα, ενώ δεν κατέστη δυνατή η είσπραξη της απαίτησης της ενάγουσας ... Πρέπει επομένως να γίνει δεκτό το παρεπόμενο αγωγικό αίτημα προσωπικής κράτησης του εναγόμενου, ως ουσιαστικά βάσιμο και να διαταχθεί προσωπική κράτηση σε βάρος του, τη διάρκεια της οποίας ορίζει, λαμβάνοντας υπόψη το είδος της πράξης του εναγόμενου, τη βαρύτητα του ζημιογόνου γεγονότος, το ύψος της απαίτησης αλλά και την κακή του πίστη ως προς την ικανοποίηση της απαίτησης της ενάγουσας, η οποία είναι μεγαλύτερη από 30.000 ευρώ, σε ένα (1) μήνα". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο έκανε δεκτή την έφεση της αναιρεσίβλητης, με την οποία αυτή παραπονείτο για την απόρριψη πρωτοδίκως του αιτήματος της αγωγής της για τη απαγγελία προσωπικής κράτησης κατά του αναιρεσείοντος και δικάζοντας ακολούθως την από 18-4-2016 αγωγή της τόσον κατά το αίτημά της αυτό, όσον και κατά το αίτημά της να υποχρεωθεί ο αναιρεσίβλητος να της καταβάλει νομιμοτόκως το ανωτέρω οφειλόμενο ποσό (κατά το οποίο αίτημα, με την προηγηθείσα υπ' αρ. 1326/2020, επίσης αναιρεσιβαλλομένη, απόφαση του ιδίου Μονομελούς Εφετείου, είχε γίνει δεκτή κατά το άρθρο 528 ΚΠολΔ, η έφεση του ερήμην δικασθέντος πρωτοδίκως αναιρεσιβλήτου, είχε εξαφανισθεί η εκκαλούμενη πρωτόδικη απόφαση, κατά το μέρος που είχε κάνει δεκτό το αίτημα αυτό και είχε αναβληθεί η έκδοση οριστικής απόφασης επί της αγωγής), έκανε δεκτή την αγωγή, υποχρέωσε τον αναιρεσίβλητο-εναγόμενο να καταβάλει στην αναιρεσείουσα-ενάγουσα το ποσό των 57.234,80 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής και μέχρι την εξόφληση και διέταξε την προσωπική κράτηση του εναγόμενου, ως μέσο αναγκαστικής εκτέλεσης της απόφασης, τη διάρκεια της οποίας όρισε σε ένα (1) μήνα.
Με τους πρώτο και δεύτερο λόγους αναίρεσης, εξεταζόμενους ως σύνολο, ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλειες, με την αιτίαση ότι το Εφετείο παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1047 παρ. 1 και 1049 παρ. 1 ΚΠολΔ και 11 Ν. 2462/1997 και έτσι έκανε δεκτό το αίτημα της αγωγής να διαταχθεί εις βάρος του προσωπική κράτηση διαρκείας ενός μηνός, ισχυριζόμενος ότι, ενόψει της οικονομικής αδυναμίας του, που δέχθηκε το Εφετείο "η προσωπική κράτηση δεν είναι πρόσφορο και απόλυτα αναγκαίο μέτρο, που τελεί σε εύλογη σχέση με τον επιδιωκόμενο σκοπό, αλλά είναι δυσανάλογη και ασφαλώς καταχρηστική, γιατί, εξαιτίας της προφανούς οικονομικής αδυναμίας του, δεν μπορεί να λειτουργήσει ως μέσο πίεσης για την είσπραξη της απαίτησης της αναιρεσίβλητης". Οι λόγοι αυτοί είναι απορριπτέοι προεχόντως ως απαράδεκτοι, διότι η απαγγελθείσα εις βάρος του αναιρεσείοντος προσωπική κράτηση ως μέσο εκτελέσεως της προσβαλλόμενης απόφασης επιβλήθηκε λόγω της τελεσθείσας εκ μέρους του αδικοπραξίας, με την υπεξαίρεση των ασφαλίστρων, που όφειλε να αποδώσει, κατά την μεταξύ τους σύμβαση, στην αναιρεσίβλητη και δεν απέδωσε, και η κρίση αυτή δεν ελέγχεται κατ' αρχήν αναιρετικά, σύμφωνα με όσα στην ανωτέρω σκέψη εκτέθηκαν, εφόσον δεν προσάπτεται αιτίαση ως προς τη διάρκειά της. Σε κάθε περίπτωση, ο ως άνω λόγος είναι αβάσιμος, γιατί, με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις εφαρμοστέες στην συγκεκριμένη περίπτωση ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1047 παρ. 1 του ΚΠολΔ και 11 του Ν. 2462/1997, και επίσης ορθά ερμήνευσε και δεν εφάρμοσε την μη εφαρμοστέα ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 1049 παρ. 1 ΚΠολΔ, καθόσον τα ως άνω συγκεκριμένα στοιχεία, που έλαβε υπόψη το Εφετείο, στηρίζουν την κρίση του για την αναγκαιότητα της απαγγελίας προσωπικής κράτησης καθώς και τη διάρκεια αυτής σε βάρος του αναιρεσείοντος, η οποία με βάση τα ίδια αυτά στοιχεία τελεί, ως μέσο έμμεσης αναγκαστικής εκτέλεσης, σε εύλογη σχέση με τον επιδιωκόμενο σκοπό και είναι όχι απλώς μέτρο πρόσφορο, αλλά απόλυτα αναγκαίο για την ικανοποίηση της ένδικης αξίωσης της αναιρεσίβλητης, ενόψει και του ότι με την προσβαλλόμενη απόφαση γίνεται δεκτό ότι αυτός κακόπιστα δεν προβαίνει στην ικανοποίησή της από αδικοπραξία (υπεξαίρεση) απαίτηση της αναιρεσίβλητης, αφού σημειωθεί α) ότι η απόφαση, αντίθετα από ότι υποστηρίζει ο αναιρεσείων, δεν περιλαμβάνει παραδοχή ότι αυτός βρίσκεται σε οικονομική αδυναμία να εξοφλήσει την οφειλή και β) ότι, σε κάθε περίπτωση, σύμφωνα με την προηγηθείσα μείζονα σκέψη, το αρνητικό στοιχείο της έλλειψης οικονομικής αδυναμίας του να εκπληρώσει την από αδικοπραξία οφειλή του δεν αποτελεί αναγκαίο στοιχείο, το οποίο πρέπει σε κάθε περίπτωση να ισχύει, προκειμένου να διαταχθεί προσωπική κράτηση, αφού το στοιχείο αυτό θα κριθεί κατά την εκτέλεση της απόφασης, με την τυχόν υποβολή αντιρρήσεων, κατά το άρθρο 1050 ΚΠολΔ και με βάση την κατά τον χρόνο εκείνο οικονομική κατάσταση του ανακόπτοντος-καθού η εκτέλεση. Εξάλλου το Εφετείο δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, καθόσον διέλαβε σ' αυτή πλήρεις, σαφείς και όχι αντιφατικές αιτιολογίες, αφού οι ανέλεγκτες αναιρετικά ουσιαστικές παραδοχές του, ότι ο αναιρεσείων οφείλει στην αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρεία το συνολικό ποσό των 57.234,80 ευρώ από αδικοπραξία, λόγω υπεξαίρεσης του ποσού αυτού, το οποίο αυτός εισέπραξε ως εντολοδόχος της κατά το χρονικό διάστημα από 1-4-2011 έως 7-7-2011, με βάση την από 18-4-2001 έγγραφη σύμβαση ασφαλιστικού συμβούλου της, αλλά με δόλο παρακράτησε και δεν απέδωσε μέχρι και την συζήτηση της υπόθεσης στο Εφετείο, ενεργώντας έτσι κακόπιστα, στηρίζουν στη συγκεκριμένη περίπτωση την ως άνω κρίση του δικαστηρίου περί της συνδρομής των νόμιμων όρων και προϋποθέσεων για την επιβολή σε βάρος του αναιρεσείοντος προσωπικής κράτησης διαρκείας ενός μηνός, Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου αυτής στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ). Τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που παραστάθηκε και κατέθεσε προτάσεις, κατά παραδοχή σχετικού αιτήματός της, πρέπει να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα, λόγω της ήττας του (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 15-2-2022 αίτηση του Π. Κ. για αναίρεση των υπ' αριθμ. 1943/2021 και 1326/2020 αποφάσεων του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο δημόσιο ταμείο. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 16 Ιανουαρίου 2024.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 17 Ιανουαρίου 2024.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ