Αριθμός 1370/2021
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Θεόδωρο Μαντούβαλο, Μαρία Σιμιτσή - Βετούλα - Εισηγήτρια, Αριστείδη Βαγγελάτο και Κωνσταντίνα Νάκου, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 28 Σεπτεμβρίου 2021, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "Α. Τ. Α. Ε." και το διακριτικό τίτλο "A. B.", η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αλέξανδρο Κλεισιούνη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις. Της αναιρεσίβλητης: Π. Δ. του Σ., κατοίκου Αθηνών, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Παναγιώτα Πετρόγλου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., η οποία κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 26/2/2016 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 768/2018 του ίδιου Δικαστηρίου και 1670/2020 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα εταιρία με την από 20/7/2020 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την από 20 Ιουλίου 2020 και με αριθμό κατάθεσης 4793/589/20.7.2020 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η με αριθμό 1670/9.3.2020 οριστική απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, κατόπιν έφεσης κατά της εκδοθείσας κατά την αυτή διαδικασία με αριθμό 768/2018 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Με την προσβαλλόμενη απόφασή του το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσία την από 25.5.2018 και με αριθμό κατάθεσης 51450/3470/29.5.2018 έφεση της εναγομένης -εκκαλούσας και ήδη αναιρεσείουσας κατά της ενάγουσας-εφεσίβλητης και ήδη αναιρεσίβλητης και επικυρώθηκε η ως άνω οριστική απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, η οποία είχε δεχθεί την από 29.2.2016 και με αριθμό κατάθεσης 19142/657/16.5.2016 αγωγή. Με την αγωγή αυτή, η ενάγουσα-εφεσίβλητη και ήδη αναιρεσίβλητη: α) επικαλούμενη τα άρθρα 440 και 664 ΑΚ ζήτησε να υποχρεωθεί η εργοδότριά της εναγομένη -εκκαλούσα και ήδη αναιρεσείουσα να της καταβάλει το ποσό των 9.000 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής, το οποίο σε μηνιαίες δόσεις από τον Οκτώβριο του 2011 έως και τον Οκτώβριο του 2015 της παρακράτησε από το μισθό, για την κάλυψη του ελλείμματος ύψους 9.000 ευρώ, που διαπιστώθηκε κατά το κλείσιμο της απογευματινής βάρδιας της 20.4.2011 στο Κατάστημα Αερολιμένος Αθηνών, όπου η ενάγουσα-εφεσίβλητη και ήδη αναιρεσίβλητη εργαζόταν ως υπεύθυνη με δικαίωμα Α υπογραφής και εκτελούσε και χρέη κεντρικού ταμία και β) επικαλούμενη τη μη τήρηση της πειθαρχικής διαδικασίας που προβλέπεται στον Οργανισμό Προσωπικού της πρώην "Ι. ΑΕ", άλλως της εναγομένης -εκκαλούσας και ήδη αναιρεσείουσας, ζήτησε να αναγνωρισθεί ότι είναι άκυρη η πειθαρχική ποινή της έγγραφης παρατήρησης που της επιβλήθηκε για το παραπάνω έλλειμμα και να υποχρεωθεί η αντίδικός της να διαγράψει την ως άνω πειθαρχική ποινή από το υπηρεσιακό φύλλο μητρώου και από τον υπηρεσιακό της φάκελο. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε εμπρόθεσμα και νομότυπα, δεδομένου ότι από τα στοιχεία της δικογραφίας δεν προκύπτει η επίδοση της προσβαλλόμενης απόφασης στην αναιρεσείουσα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 και 144 του ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 του ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων αυτής (άρθρο 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ).
Ι. Με τη διάταξη του άρθρου 440 του ΑΚ ορίζεται ότι ο συμψηφισμός επιφέρει απόσβεση των μεταξύ δύο προσώπων αμοιβαίων απαιτήσεων, όσο καλύπτονται, αν είναι ομοειδείς κατά το αντικείμενο και ληξιπρόθεσμες. Εξάλλου με τη διάταξη του άρθρου 664 του ΑΚ ορίζεται ότι ο εργοδότης δεν μπορεί να συμψηφίσει οφειλόμενο μισθό σε απαίτησή του κατά του εργαζομένου, εφόσον ο μισθός αυτός είναι απολύτως αναγκαίος για τη διατροφή του εργαζομένου και της οικογένειάς του. Η απαγόρευση αυτή δεν ισχύει για το συμψηφισμό με απαίτηση που έχει ο εργοδότης λόγω ζημίας που του προξένησε ο εργαζόμενος με δόλο κατά την εκτέλεση της σύμβασης εργασίας. Ο μισθός, εφόσον δεν υπόκειται σε συμψηφισμό, είναι και ακατάσχετος. Η τελευταία αυτή διάταξη, ως ειδικότερη, κατισχύει εκείνης του άρθρου 451 του ΑΚ σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 982 παρ. 2 εδ. δ του ΚΠολΔ, η οποία αποκλείει την κατάσχεση στα χέρια τρίτου του μισθού στο σύνολό του, με εξαίρεση τις απαιτήσεις για διατροφή οφειλόμενη από το νόμο ή από διάταξη τελευταίας βούλησης ή για συνεισφορά στις ανάγκες της οικογένειας. Από τις προπαρατεθείσες διατάξεις των άρθρων 440 και 664 του ΑΚ συνάγεται ότι είναι δυνατή η απόσβεση ομοειδών, ληξιπροθέσμων απαιτήσεων δύο προσώπων στην έκταση που καλύπτονται η μία με την άλλη, εφ` όσον το ένα πρόσωπο δηλώσει στο έτερο τη βούλησή του για το σκοπό αυτό. Ο κανόνας κάμπτεται, κατ` εξαίρεση, όταν πρόκειται για απαιτήσεις μισθολογικών παροχών. Τότε, ο συμψηφισμός τους με ανταπαίτηση του εργοδότη απαγορεύεται. Η απαγόρευση, όμως, ισχύει μόνο για το μέρος, ως προς το οποίο οι μισθολογικές παροχές ήθελε θεωρηθούν, σε συγκεκριμένη περίπτωση, απολύτως αναγκαίες για τη διατροφή του εργαζομένου και της οικογένειάς του. Πλήρης επαναφορά στον κανόνα επέρχεται όταν η ανταπαίτηση του εργοδότη απορρέει από ζημία, που του προξένησε δολίως ο εργαζόμενος κατά την παροχή της εργασίας. Με τον ως άνω συμψηφισμό, όμως, δεν πρέπει να συγχέεται ο καταλογισμός ενός ποσού στο μισθό. Ειδικότερα, ως καταλογισμός νοείται η αφαίρεση (έκπτωση) από τον οφειλόμενο μισθό ορισμένου μέρους του ή και ολόκληρου του ποσού του, κατά το μέτρο που το ποσό αυτό έχει καταβληθεί ήδη στον εργαζόμενο είτε ως προκαταβολή των αποδοχών του είτε χωρίς νόμιμη αιτία (π.χ. από παραδρομή) (ΑΠ 358/2020). Ο καταλογισμός λειτουργεί ως μηχανισμός αποτροπής της διπλής πληρωμής του ποσού που καταλογίζεται στο μισθό, πράγμα που σημαίνει ότι το ποσό αυτό το έχει ήδη εισπράξει ο εργαζόμενος (ΑΠ 764/2010) και επιτρέπεται πάντοτε για λόγους ουσιαστικής δικαιοσύνης, χωρίς να προσκρούει στην απαγόρευση του άρθρου 664 ΑΚ (ΑΠ 358/2020, ΑΠ 764/2010) .
ΙΙ. Με την από 26.6.2003 επιχειρησιακή συλλογική σύμβαση εργασίας μεταξύ της αναιρεσείουσας "Α. Τ. Α. Ε." και του συλλόγου εργαζομένων σε αυτήν, η οποία κατατέθηκε στην Επιθεώρηση Εργασίας την 30.6.2003 και έχει σύμφωνα με τα άρθρα 2 παρ. 1 και 6, 7 παρ. 1, 8 παρ. 3 του ν. 1876/1990 ισχύ ουσιαστικού νόμου (ΑΠ 256/2016), καταρτίσθηκε ο (νέος) Οργανισμός Προσωπικού της τραπεζικής αυτής εταιρείας. Στο άρθρο 26 του εν λόγω Οργανισμού ορίζονται τα πειθαρχικά παραπτώματα των εργαζομένων, τα οποία συνεπάγονται κυρώσεις κατά τα οριζόμενα στα σχετικά άρθρα, στο άρθρο 27 ορίζονται περιοριστικά οι πειθαρχικές ποινές που επιβάλλονται για τα παραπτώματα του άρθρου 26, στο άρθρο 28 ορίζεται η πειθαρχική δικαιοδοσία και αρμοδιότητα και τα πειθαρχικά συμβούλια και στο άρθρο 29 του Οργανισμού ορίζεται η διαδικασία του πειθαρχικού ελέγχου. Ειδικότερα σύμφωνα με το άρθρο 27 του Οργανισμού Προσωπικού της αναιρεσείουσας, έτους 2003: "Για τα παραπτώματα του άρθρου 26, αναλόγως με την περίπτωση, επιβάλλονται οι ακόλουθες ποινές: α. Έγγραφη παρατήρηση, β. Έγγραφη επίπληξη, γ. Πρόστιμο μέχρι του εκάστοτε νόμιμου ορίου. Δ. Προσωρινή παύση μέχρι τριών μηνών, με στέρηση των αποδοχών. Επομένως, στις αποκλειστικά απαριθμούμενες στο άρθρο 27 του ως άνω Οργανισμού πειθαρχικές ποινές δεν συγκαταλέγεται και ο καταλογισμός χρηματικού ποσού στον πειθαρχικά ελεγχόμενο υπάλληλο. Τέλος, στο εδάφιο α της παραγράφου 1 του άρθρου 17 του ίδιου Οργανισμού, που φέρει τον τίτλο "Γενικά καθήκοντα υπαλλήλων" ορίζεται ότι: "Οι υπάλληλοι οφείλουν να επιδεικνύουν κάθε επιμέλεια στην εκτέλεση της υπηρεσίας τους και να υπερασπίζουν και να προάγουν με κάθε τρόπο τα συμφέροντα της Τραπέζης, είναι δε υπεύθυνοι για κάθε πράξη ή παράλειψή τους που προκαλεί ζημία στην Τράπεζα.".
ΙΙΙ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ.1 εδ. α του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006). Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον ’ρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 367/2020, ΑΠ 130/2016, ΑΠ 1420/2013).
Από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ) προκύπτει ότι το Μονομελές Εφετείο Αθηνών δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "..Την 20.4.2011 στο Κατάστημα Αερολιμένα Αθηνών, και ενώ η ενάγουσα-εφεσίβλητη (ήδη αναιρεσίβλητη) εργαζόταν εκεί ως υπεύθυνη απογευματινής βάρδιας με δικαίωμα Α υπογραφής και εκτελούσε ταυτόχρονα και χρέη κεντρικής ταμία και υπεύθυνης πελατείας ιδιωτών, κατά το κλείσιμο της απογευματινής βάρδιας διαπιστώθηκε ταμειακό έλλειμμα ποσού ύψους 9.000 ευρώ στο Κεντρικό Ταμείο. Για το εν λόγω έλλειμμα με το από 14.9.2011 έγγραφο της Διεύθυνσης Ανθρώπινου Δυναμικού της εναγόμενης- εκκαλούσας (ήδη αναιρεσείουσας) της ανακοινώθηκε ότι της επιβλήθηκε η πειθαρχική ποινή της έγγραφης παρατήρησης και εν συνεχεία από 1.11.2011 της καταλογίσθηκε το έλλειμμα ποσού 9.000 ευρώ, διότι σύμφωνα με το από 22.8.2011 Πρακτικό λήψης απόφασης της Διεύθυνσης Καταστημάτων Αττικής, το οποίο υπογράφουν σύμφωνα με τις προτάσεις της εναγόμενης-εκκαλούσας (καθώς στο εν λόγω έγγραφο δεν υπάρχει αναφορά των ιδιοτήτων) δύο μέλη της Γενικής Διεύθυνσης της εναγόμενης (οι Σ.Ν. Φ. & Κ.Γ. Α.), τέσσερις Διευθυντές Διευθύνσεων (οι Α.Η. Λ., Π.Ε. Κ., Α.Α.Γ. & Α.Κ. Σ.) και ο Διευθυντής των Καταστημάτων Αττικής στην οποία υπαγόταν πειθαρχικά η ενάγουσα-εφεσίβλητη (Ν.Α. Κ.) και τα οποία από κοινού αποτελούν το Συμβούλιο των Διευθυντών όπως ισχυρίζεται η εναγόμενη- εκκαλούσα χωρίς όμως αυτό να εμφαίνεται στο σώμα του εν λόγω εγγράφου, ευθυνόταν σύμφωνα με τον Κανονισμό Εργασιών Ταμείου, ως υπεύθυνη Διαχειρίστρια του χρηματικού αποθέματος του Κεντρικού Ταμείου του Καταστήματος, για το έλλειμμα ποσού 9.000 ευρώ που προέκυψε την 20.04.2011 στη διαχείρισή της. Επίσης ευθυνόταν γιατί κατά παρέκκλιση των οδηγιών της Τράπεζας (Κανονισμός Εργασιών Ταμείου και Εγκύκλιος- επιστολή αριθ. 20/5.6.2009 της Διεύθυνσης Οργάνωσης), παρέλαβε το μεσημέρι της 20.4.2011 το σύνολο του χρηματικού αποθέματος του Κεντρικού Ταμείου του Καταστήματος από την Κεντρική teller της πρωινής βάρδιας Μ. Θ., χωρίς να το καταμετρήσει και χωρίς τη σύνταξη του προβλεπόμενου πρωτόκολλου παράδοσης - παραλαβής, δεν προέβη ως όφειλε σε μηδενισμό των συνόλων του ταμείου κατά την έναρξη των εργασιών της απογευματινής βάρδιας και συνέχισε να εργάζεται με τους κωδικούς ασφαλείας της προηγούμενης Κεντρικής teller Μ. Θ., δεν τήρησε το βασικό κανόνα της αυτοτελούς ταμειακής διαχείρισης του χρηματικού αποθέματος του Κεντρικού Ταμείου, δίδοντας κατ' εξακολούθηση εντολές στη Μ. Θ. να εκτελεί, μετά το πέρας της εργασίας της και χωρίς να έχει ευθύνη ταμειακής διαχείρισης, συναλλαγές που αφορούσαν την απογευματινή βάρδια, να παραλαμβάνει και να καταμετρά μετρητά αντ' αυτής και να ανοίγει το χρηματοκιβώτιο του Καταστήματος προκειμένου να τοποθετεί ή να παραλαμβάνει χρήματα, χωρίς να τα καταμετρά ή να τα επιβεβαιώνει η ίδια ως όφειλε, έδωσε εντολή στη Μ. Θ. να διενεργήσει αντ' αυτής προσωρινή συμφωνία του Κεντρικού Ταμείου, χωρίς να παρίσταται η ίδια ή η Διευθύντρια του Καταστήματος και αποδέχθηκε τη δήλωση της Μ. Θ. περί συμφωνίας, χωρίς αυτή να τεκμηριώνεται από στοιχεία και χωρίς η ίδια να την επιβεβαιώσει, δεν εκτελούσε χρηματική ανάλυση επί των παραστατικών των συναλλαγών, που εκτελούσε, με αποτέλεσμα την αδυναμία διερεύνησης τυχόν διαχειριστικού λάθους, στο χρονικό διάστημα από ώρα 17:40 και έως τη διαπίστωση του ελλείμματος (ώρα 18:38), κατά το οποίο εισήλθαν στο χώρο όπου φυλάσσεται το χρηματικό απόθεμα του Κεντρικού Ταμείου, εκτός της ίδιας όλοι οι υπόλοιποι υπάλληλοι και στελέχη του Καταστήματος, είχε ανοικτό το κεντρικό χρηματοκιβώτιο εκτός χρονοκαθυστέρησης. Τέλος επειδή τα ανωτέρω αποτελούν πειθαρχικό παράπτωμα σύμφωνα με το άρθρο 27 παρ. α του Οργανισμού Προσωπικού της εναγόμενης της επέβαλαν την ποινή της έγγραφης παρατήρησης και της σύστησαν να είναι ιδιαιτέρως προσεκτική στο μέλλον και να ακολουθεί πιστά τις οδηγίες και τους κανονισμούς της Τράπεζας προκειμένου να αποφύγει δυσάρεστες συνέπειες σε βάρος της. Επίσης με το από 22.8.2011 Πρακτικό αποφασίστηκε να της καταλογιστεί το ανωτέρω ποσό του ελλείμματος και να παρακρατηθεί σταδιακά από τον καταβαλλόμενο σε αυτή μισθό με χρόνο έναρξης την 1.10.2011. Δεν αποδείχθηκε όμως ότι της ανωτέρω πειθαρχικής ποινής προηγήθηκε νομότυπη τήρηση των διατάξεων του Οργανισμού Προσωπικού της εναγόμενης. Συγκεκριμένα δεν επιδόθηκε σε αυτή πέντε ημέρες πριν από την απολογία της έγγραφη κλήση προς απολογία, στην οποία να καθορίζεται με σαφήνεια το αποδιδόμενο σε βάρος της πειθαρχικό παράπτωμα, ώστε να μπορεί να γνωρίζει ότι κατηγορείται για συγκεκριμένη πράξη και να μπορεί να απολογηθεί και να υπερασπιστεί τον εαυτό της στα πλαίσια του δικαιώματος ακρόασης. Επιπλέον δεν απολογήθηκε ενώπιον συγκεκριμένου πειθαρχικού οργάνου. Ειδικότερα, μετά τη διαπίστωση του ελλείμματος των 9.000 ευρώ η ενάγουσα κλήθηκε προφορικά από την επιθεωρήτρια Σ. Κ., που διενεργούσε το σχετικό έλεγχο, προκειμένου να παράσχει εξηγήσεις για τα περιστατικά που συνέβησαν την ημέρα που προέκυψε το σχετικό έλλειμμα. Όμως από κανένα αποδεικτικό μέσο δεν προέκυψε ότι η ενάγουσα-εφεσίβλητη (ήδη αναιρεσίβλητη) απολογήθηκε προφορικά ενώπιον της τελευταίας. Η ενάγουσα-εφεσίβλητη σύνταξε και απέστειλε στη Διεύθυνση Εσωτερικού Ελέγχου, υπ' όψη της επιθεωρήτριας, τέσσερα έγγραφα με ημερομηνίες 19.5.2011, 31.5.2011, 31.5.2011 και 9.6.2011, στα οποία περιγράφει τις συνθήκες υπό τις οποίες εργαζόταν το εν λόγω κατάστημα γενικά και τα περιστατικά που συνέβησαν τη συγκεκριμένη ημέρα που παρουσιάστηκε το έλλειμμα των 9.000 ευρώ. Από την επισκόπηση του περιεχομένου των εν λόγω εγγράφων προκύπτει ότι αυτά είχαν ενημερωτικό και επεξηγηματικό χαρακτήρα, χωρίς να μπορούν να αξιολογηθούν ως έγγραφη απολογία και ότι η ενάγουσα- εφεσίβλητη δεν έχει αντιληφτεί ότι ενδεχομένως απολογείται ως πειθαρχικά ελεγχόμενη, αλλά θεωρεί ότι καταθέτει ως μάρτυρας και ότι με τις πληροφορίες που κομίζει βοηθά την έρευνα της επιθεωρήτριας.
Συνεπώς η ανωτέρω πειθαρχική ποινή επιβλήθηκε στην ενάγουσα-εφεσίβλητη (και) χωρίς να απολογηθεί (προφορικά ή εγγράφως) είτε ενώπιον του οργάνου που επέβαλε την πειθαρχική ποινή είτε ενώπιον της επιθεωρήτριας. Τα ανωτέρω δε, ανεξαρτήτως του ότι από κανένα αποδεικτικό μέσο δεν προέκυψε με σαφήνεια ότι το Συμβούλιο των συγκεκριμένων επτά προσώπων ενδεχομένως Διευθυντών διαφόρων υπηρεσιών της εναγόμενης-εκκαλούσας (ήδη αναιρεσείουσας) που επέβαλε την ένδικη πειθαρχική ποινή συνιστούσε νόμιμο πειθαρχικό όργανό, αφού τέτοιο συλλογικό πειθαρχικό όργανο δεν αναφέρεται μεταξύ εκείνων που περιγράφονται από τον Οργανισμό Προσωπικού της Τράπεζας και ότι η ανωτέρω επιθεωρήτρια εκτελούσε χρέη Ανακριτή στην υπό κρίση περίπτωση, η οποία ορίστηκε από κάποιο από τα αναφερόμενα στον ανωτέρω Κανονισμό πειθαρχικά όργανα. Η εκ μέρους της εναγομένης -εκκαλούσας (ήδη αναιρεσείουσας) μη τήρηση της προβλεπόμενης από τον Οργανισμό πειθαρχικής προδικασίας, η οποία συνίσταται αφενός στη με έγγραφο αποδεικνυόμενη επίδοση προς την ενάγουσα-εφεσίβλητη (ήδη αναιρεσίβλητη) έγγραφης κλήσης προς απολογία, η οποία να περιέχει με σαφήνεια τα αποδιδόμενα σε αυτή πειθαρχικά παραπτώματα, όσο και στη λήψη νομότυπης απολογίας της ενώπιον οποιουδήποτε αρμόδιου πειθαρχικού οργάνου, είχε σαν αποτέλεσμα η τελευταία να στερηθεί των υπερασπιστικών της δικαιωμάτων (π.χ. λήψη γνώσης των περιεχομένων στη δικογραφία εγγράφων) αλλά και του δικαιώματος ακρόασής της από το αρμόδιο πειθαρχικό όργανο.
Συνεπώς, σύμφωνα με τις πραγματικές συνθήκες όπως περιγράφονται ανωτέρω, η εναγομένη-εκκαλούσα (ήδη αναιρεσείουσα) με την επιβολή της ποινής της έγγραφης παρατήρησης στην ενάγουσα-εφεσίβλητη (ήδη αναιρεσίβλητη) και του καταλογισμού σε αυτή του χρηματικού ποσού των εννέα χιλιάδων (9.000) ευρώ, που είναι προφανές ότι επηρεάζει δυσμενώς την υπηρεσιακή της εξέλιξη και την οικονομική της κατάσταση, χωρίς να τηρηθούν προηγουμένως οι ανωτέρω αναφερόμενες διατάξεις του Οργανισμού Προσωπικού της, που αναφέρονται στην τηρητέα πειθαρχική διαδικασία, άσκησε καταχρηστικά σε βάρος της υπαλλήλου της, κατά τρόπο που αντιβαίνει στην καλή πίστη και στον οικονομικό και κοινωνικό σκοπό στον οποίο αποβλέπει η πειθαρχική της εξουσία, το δικαίωμά της να επιβάλλει πειθαρχική ποινή. Περαιτέρω, η επιβληθείσα στην ενάγουσα-εφεσίβλητη με την εν λόγω απόφαση πειθαρχική ποινή της έγγραφης παρατήρησης δεν είναι νόμιμη και πρέπει να ακυρωθεί, όπως σωστά έκρινε το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο. Κατά συνέπεια, σύμφωνα με τα ανωτέρω είναι μη νόμιμος και ο καταλογισμός στην ενάγουσα-εφεσίβλητη (ήδη αναιρεσίβλητη) του ποσού των 9.000 ευρώ, το οποίο έχει ήδη παρακρατηθεί από την εναγομένη-εκκαλούσα (ήδη αναιρεσείουσα)".
Σύμφωνα με τις άνω παραδοχές, το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, επιλαμβανόμενο και του ζητήματος του καταλογισμού στην ενάγουσα-εκκαλούσα και ήδη αναιρεσίβλητη του ταμειακού ελλείμματος, ύψους 9.000 ευρώ, που διαπιστώθηκε στις 20.4.2011 στο Κατάστημα Αερολιμένος Αθηνών της εναγομένης-εκκαλούσας και ήδη αναιρεσείουσας, απέρριψε τον ως άνω καταλογισμό ως μη νόμιμο λόγω της μη τήρησης της διαδικασίας πειθαρχικού ελέγχου που περιγράφεται στο άρθρο 29 του έχοντος ισχύ ουσιαστικού νόμου Οργανισμού Προσωπικού της εναγομένης-εκκαλούσας και ήδη αναιρεσείουσας, από τα οριζόμενα στο άρθρο 28 του ίδιου Οργανισμού πειθαρχικά της όργανα. Όπως, όμως, ήδη εκτέθηκε στη με αρίθμηση
ΙΙ σκέψη, στις περιοριστικά διαλαμβανόμενες στο άρθρο 27 του ως άνω Οργανισμού Προσωπικού πειθαρχικές ποινές, δεν συγκαταλέγεται ο καταλογισμός ταμειακού ελλείμματος. Επομένως, με την κρίση του αυτή, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο εσφαλμένα εφήρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 27 έως και 29 του Οργανισμού Προσωπικού της αναιρεσείουσας, αφού, όπως ήδη εκτέθηκε, έκρινε τον καταλογισμό στο μισθό της αναιρεσίβλητης του ως άνω ταμειακού ελλείμματος, ως μη νόμιμα επιβληθείσα σε αυτήν πειθαρχική ποινή . Σημειωτέον, ότι η νομιμότητα ή όχι της εκ μέρους της αναιρεσείουσας παρακράτησης από το μισθό της αναιρεσίβλητης του προαναφερθέντος ταμειακού ελλείμματος ύψους 9.000 ευρώ θα κριθεί με βάση τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 440 και 664 του ΑΚ, σε συνδυασμό με το άρθρο 17 παρ. 1 εδαφ. α του έχοντος ισχύ ουσιαστικού νόμου Οργανισμού Προσωπικού της αναιρεσείουσας, του έτους 2003, που αναφέρονται στη με αρίθμηση Ι σκέψη. Σύμφωνα, λοιπόν, με όσα εκτέθηκαν, ο περί τούτου από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ μοναδικός λόγος αναίρεσης, ο οποίος είναι επαρκώς ορισμένος και με τον οποίο προσβάλλεται μόνον το κεφάλαιο της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, με το οποίο απορρίφθηκε ως μη νόμιμος ο καταλογισμός στην ενάγουσα-εκκαλούσα και ήδη αναιρεσίβλητη του ποσού των εννέα χιλιάδων (9.000) ευρώ, πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος και να αναιρεθεί η με αριθμό 1670/9.3.2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών ως προς το συγκεκριμένο κεφάλαιό της. Κατόπιν αυτού πρέπει να παραπεμφθεί η υπόθεση, η οποία χρειάζεται και άλλη διερεύνηση, προς περαιτέρω εκδίκαση ενώπιον του ιδίου δικαστηρίου, συγκροτούμενου από άλλο δικαστή (άρθρο 580 παρ. 3 του ΚΠολΔ). Τέλος, πρέπει η αναιρεσίβλητη, που ηττήθηκε, να καταδικαστεί στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας, που δεν κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτής (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 του ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Δέχεται την από 20.7.2020 και με αριθμό κατάθεσης 4793/589/20.7.2020 αίτηση αναίρεσης.
Αναιρεί τη με αριθμό 1670/9.3.2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών ως προς το κεφάλαιό της που αναφέρεται στο σκεπτικό.
Παραπέμπει την υπόθεση ως προς το αναιρεθέν μέρος στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλο δικαστή.
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων πεντακοσίων (1.500) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 26 Οκτωβρίου 2021.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 18 Νοεμβρίου 2021.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ