Αυτόματη μετάφραση (Google Translate)
Σύνδεσμος απόφασης - link


Επιστροφή - Back


Απόφαση 1099 / 2022    (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)


Αριθμός 1099/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Αποστολάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αικατερίνη Κρυσταλλίδου - Μωρέση, Μυρσίνη Παπαχίου και Ιωάννη Δουρουκλάκη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 12 Οκτωβρίου 2020, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) ….. και 6)….. Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κωνσταντίνο Καραγκούνη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Του αναιρεσιβλήτου: παραθεριστικού και οικοδομικού Συνεταιρισμού με την επωνυμία "…. ΣΥΝ.ΠΕ.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Σκουλή.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16-6-2015 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Λαμίας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 29/2016 του ίδιου Δικαστηρίου και 42/2018 του Τριμελούς Εφετείου Λαμίας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 5-3-2019 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Σύμφωνα με το άρθρο 1033 ΑΚ, για τη μεταβίβαση κυριότητας ακινήτου, απαιτείται συμφωνία μετά του κυρίου και εκείνου που την αποκτά, ότι μετατίθεται σ` αυτόν η κυριότητα για κάποια νόμιμη αιτία. Η συμφωνία γίνεται με συμβολαιογραφικό έγγραφο, που υποβάλλεται σε μεταγραφή. Για τη μεταβίβαση, με τον παράγωγο αυτό τρόπο της κυριότητας ακινήτου, αποτελεί προϋπόθεση, το να ήταν κύριος εκείνος που συμφώνησε τη μεταβίβασή της. Περαιτέρω κατά άρθρο 202 ΑΚ αν με την δικαιοπραξία εξαρτήθηκε η ανατροπή των αποτελεσμάτων της από γεγονός μελλοντικό και αβέβαιο (αίρεση διαλυτική), μόλις συμβεί το γεγονός αυτό, παύει η ενέργεια της δικαιοπραξίας και επανέρχεται αυτοδικαίως η προηγούμενη κατάσταση. Εξάλλου, κατά μεν τη διάταξη του άρθρου 247 ΑΚ, το δικαίωμα να απαιτήσει κάποιος από άλλον μια πράξη ή μια παράλειψη (αξίωση) παραγράφεται, κατά δε τη διάταξη του άρθρου 249 ΑΚ, εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά, οι αξιώσεις παραγράφονται σε είκοσι χρόνια. Τέλος κατά τη διάταξη του άρθρου 251 ΑΚ, η παραγραφή αρχίζει από τότε που γεννήθηκε η αξίωση και είναι δυνατή η δικαστική επιδίωξή της. Με τη θεμελιακή αυτή διάταξη του άρθρου 251 ΑΚ καθορίζονται οι προϋποθέσεις έναρξης της παραγραφής, οι οποίες είναι η γέννηση της αξίωσης και το εναγώγιμό της, δηλαδή το δικαστικά επιδιώξιμο αυτής, που πρέπει να συρρέουν αθροιστικά. Η αξίωση θεωρείται γεννημένη με την συμπλήρωση-συντέλεση των γεγονότων που συνιστούν τους όρους ύπαρξης του δικαιώματος από το οποίο απορρέει αυτή και, σε κάθε περίπτωση, αφότου δημιουργηθεί κατάσταση που είναι αντίθετη με το δικαίωμα. Απαιτείται επιπροσθέτως όπως προαναφέρθηκε, η αξίωση να είναι δικαστικά επιδιώξιμη (εναγώγιμη), γιατί μπορεί αυτή να γεννηθεί αλλά από διάφορα κωλύματα να μην είναι δυνατή η σε δίκη καταγωγή της. Αποκλείεται η δυνατότητα αυτή μόνο από την ύπαρξη νομικών κωλυμάτων και όχι πραγματικών (ΑΠ 901/2014, ΑΠ 509/2012, ΑΠ 679/2008). Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 Κ.ΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται, είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 10/2011,7/2006).Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ` ουσία την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν προφανή την παράβαση (ΑΠ 24/2015, 2099/2009). Εξάλλου, κατά το άρθρο 578 KΠολΔ, αν το αιτιολογικό της προσβαλλόμενης απόφασης κρίνεται εσφαλμένο, αλλά το διατακτικό της ορθό, ο Άρειος Πάγος απορρίπτει την αναίρεση, εκτός αν υπάρχει έννομο συμφέρον να αποτραπεί δεδικασμένο, οπότε αναιρείται η απόφαση μόνο ως προς την εσφαλμένη αιτιολογία της. Η αντικατάσταση του αιτιολογικού της προσβαλλόμενης απόφασης από το αναιρετικό δικαστήριο συνίσταται στην, με την απόφασή του, υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που δέχεται η προσβαλλόμενη απόφαση σε άλλο κανόνα δικαίου, εφόσον η υπαγωγή αυτή απολήγει σε πόρισμα με περιεχόμενο όμοιο προς το διατακτικό της απόφασης. Ως αιτιολογικό νοείται η νομική αιτία, δηλαδή η διάταξη νόμου, που αποτελεί τη μείζονα πρόταση του νομικού συλλογισμού (Ολομ.ΑΠ 30/1998, ΑΠ 1230/2017). Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο δέχθηκε με την προσβαλλομένη απόφασή του τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Περαιτέρω, όσον αφορά την πρώτη επικουρική βάση της αγωγής, αποδείχθηκε ότι: Στο ως άνω αγοραπωλητήριο συμβόλαιο συμφωνήθηκε μεταξύ του ενάγοντος και πωλητών ότι σε περίπτωση που το όριο του αιγιαλού καθοριστεί από τις αρμόδιες αρχές και επιφέρει αύξηση ή μείωση της πωλούμενης έκτασης θα γίνει και ανάλογη αυξομείωση του τιμήματος, σύμφωνα με την τιμή μονάδας που προκύπτει από το συμβόλαιο αυτό. Εφόσον εκδόθηκε η προαναφερθείσα με αριθμ. Φ. 121/1699/22-8-1996 (ΦΕΚ 988/Δ/4-9-1996) απόφαση του Γενικού Γραμματέα Περιφέρειας Στερεάς Ελλάδος, περί καθορισμού ορίων αιγιαλού, παραλίας και παλαιού αιγιαλού στην περιοχή που βρίσκεται το πωληθέν ακίνητο, εντός δε των εν λόγω καθορισθέντων ορίων του παλαιού αιγιαλού συμπεριλήφθηκε και τμήμα του ακινήτου, επιφάνειας 45.110 τμ, επιφέροντας έτσι αντίστοιχη μείωση της πωληθείσας έκτασης, πληρώθηκε η αναβλητική αίρεση (ΑΚ 201) υπό την οποία τελούσε η από τον ως άνω πρόσθετο όρο της σύμβασης πώλησης αξίωση του ενάγοντος για αποζημίωση που είναι ίση με το μέρος του τιμήματος που αντιστοιχούσε στα 45.110 τμ, ήτοι 60.010,48 ευρώ. Έτσι, οι πωλητές, ο καθένας τους διαιρετά και σε μέρος ανάλογο του μεταβιβασθέντος από αυτόν ποσοστού συγκυριότητάς του επί του πωληθέντος ακινήτου, υποχρεούνται έναντι του ενάγοντος στην καταβολή του ποσού των 60.010,48 ευρώ, που αποτελεί την αξία της έκτασης των 45.110 τμ με βάση την τιμή ανά τετραγωνικό μέτρο που προκύπτει από το αγοραπωλητήριο συμβόλαιο, νομιμότοκα από την επίδοση της αγωγής. Ειδικότερα: Καθένας από τους πρώτο, δεύτερη και τρίτη των εναγομένων (Α. Ρ. του Ν., Α. συζ. Σ. Μ. και Δήμητρα συζ. Κ. Τ.), υποχρεούται να καταβάλει το συνολικό ποσό των 10.001,75 ευρώ, ήτοι 7.501,31 ευρώ ως ποσό που αναλογεί στο ποσοστό εξ αδιαιρέτου της όλης έκτασης που μεταβίβασε ο καθένας τους (12/96) και 2.500,44 ευρώ που του αναλογεί ως συγκληρονόμος κατά ποσοστό 1/3 εξ αδιαιρέτου της αποβιώσασας Α. Ρ. η οποία είχε μεταβιβάσει ποσοστό 12/96, αξίας 7.501,31 ευρώ. Ο τέταρτος εναγόμενος (Α. Ρ. του Γ.) υποχρεούται να καταβάλει το συνολικό ποσό των 28.755,02 ευρώ, ήτοι 28.129,91 ευρώ, που αναλογεί στο ποσοστό εξ αδιαιρέτου της όλης έκτασης που μεταβίβασε ο ίδιος (45/96) και 625,11 ευρώ που του αναλογεί ως συγκληρονόμος κατά ποσοστό 1/3 εξ αδιαιρέτου της αποβιώσασας αρχικής πέμπτης εναγόμενης, Α. χήρας Ν. Ρ., η οποία είχε μεταβιβάσει ποσοστό 3/96, αξίας 1.875,33 ευρώ. Τέλος, καθεμία από τις πρώτη και δεύτερη καθών η από 4-4-2017 (Β. συζ. Π. Μ. και Π. συζ. Α. Κ.) υποχρεούται να καταβάλει το ποσό των 625,11 ευρώ που του αναλογεί ως συγκληρονόμος κατά ποσοστό 1/3 εξ αδιαιρέτου της ανωτέρω αποβιώσασας πέμπτης εναγόμενης η οποία είχε μεταβιβάσει ποσοστό 3/96, αξίας 1.875,33 ευρώ. Η δε έναρξη του χρόνου της εικοσαετούς παραγραφής της εν λόγω αξίωσης του ενάγοντος άρχισε με την γέννησή της, που συμπίπτει με τον χρόνο πλήρωσης της παραπάνω αναβλητικής αίρεσης (ΑΚ 201) υπό την οποία τελούσε (μείωσης της έκτασης του πωληθέντος ακινήτου λόγω προηγούμενου διοικητού καθορισμού της του αιγιαλού, παραλίας και παλαιού αιγιαλού), ήτοι την 4- 9-1996, οπότε και δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ η παραπάνω απόφαση του Γενικού Γραμματέα Περιφέρειας Στερεάς Ελλάδος. Έως δε την άσκηση της ένδικης αγωγής (κατάθεση στις 23-6-2015 και επίδοση στις 2-7-2015 και 8-7-2015) ο χρόνος παραγραφής δεν είχε συμπληρωθεί. Ο ισχυρισμός των εναγομένων ότι η εικοσαετής παραγραφή αφετηριάζεται στο χρόνο της κατάρτισης του ως άνω πρόσθετου συμβατικού όρου (4-4-1988), άλλως της μεταγραφής του αγοραπωλητηρίου συμβολαίου (5-5-1988), άλλως της δημοσίευσης στο ΦΕΚ (852/Δ/28-7-1993) της αριθμ. Φ.121/857/6-7-1993 απόφασης του Νομάρχη Φθιώτιδας περί καθορισμού ορίων αιγιαλού, παραλίας και παλαιού αιγιαλού, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Ειδικότερα όσον αφορά την αριθμ. Φ. 121/857/6-7-1993 απόφαση του Νομάρχη Φθιώτιδας, αυτή αναφέρεται σε καθορισμό οριογραμμών αιγιαλού κλπ άλλης περιοχής (θέση "….." των κοινοτικών περιφερειών Σκάρφειας και Αγίου Σεραφείμ του Νομού Φθιώτιδας) και όχι αυτής του επιδίκου (θέση Ανατολικό τμήμα εκβολών χειμμάρου Βουάγριου Κοινότητος Αγίου Σεραφείμ Νομού Φθιώτιδος). Συνακόλουθα, η σχετική ένσταση των εναγομένων περί παραγραφής της ένδικης αξίωσης του ενάγοντος είναι απορριπτέα". Με βάση τις ανωτέρω παραδοχές του το Εφετείο, όσον αφορά την πρώτη επικουρική βάση της ένδικης αγωγής του αναιρεσιβλήτου, δεχθέν ότι ο τεθείς υπό των διαδίκων στο ως άνω αγοραπωλητήριο συμβόλαιο όρος, σύμφωνα με τον οποίο, σε περίπτωση που το όριο του αιγιαλού καθοριστεί από τις αρμόδιες αρχές και επιφέρει αύξηση ή μείωση της πωλουμένης έκτασης θα γίνει ανάλογη αυξομείωση του τιμήματος, σύμφωνα με την τιμή μονάδος που προκύπτει από το συμβόλαιο αυτό και ότι εκδόθηκε η σχετική απόφαση του Γενικού Γραμματέα Περιφέρειας Στερεάς Ελλάδος, με βάση την οποία τμήμα της πωληθείσης εκτάσεως 45.110 τ.μ. συμπεριλαμβανόταν εντός του παλαιού αιγιαλού, επιφέροντας αντίστοιχη μείωση της πωληθείσης εκτάσεως, πληρωθείσης της αναβλητικής αιρέσεως, υπό την οποία τελούσε η αξίωση του αναιρεσιβλήτου, ποσού 60.010,48 ευρώ, η οποία και δεν είχε υποπέσει στην εικοσαετή παραγραφή, όπως ενιστάμενοι υποστήριξαν οι αναιρεσείοντες, δέχτηκε την έφεση του αναιρεσιβλήτου ως βάσιμη κατ' ουσία, εξαφάνισε τη πρωτόδικη απόφαση, με την οποία είχε απορριφθεί η αγωγή, κατ' αποδοχή της σχετικής ενστάσεως των αναιρεσειόντων περί παραγραφής της ως άνω αξιώσεώς του αναιρεσιβλήτου και ακολούθως δέχτηκε την αγωγή ως βάσιμη κατ' ουσία. Με τον πρώτο λόγο της κρινομένης αιτήσεως αναιρέσεως, περί παραβιάσεως της διατάξεως του άρθρου 559 αριθμ. 1 του Κ.Πολ.Δ. οι αναιρεσείοντες προβάλλουν την αιτίαση ότι το Εφετείο εσφαλμένα εφάρμοσε την διάταξη του άρθρου 201 ΑΚ, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής της, παραλείποντας να εφαρμόσει την διάταξη του άρθρου 361 ΑΚ, της οποίας συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής της, δοθέντος ότι ο ως άνω αναφερόμενος όρος της συμβάσεως πωλήσεως δεν συνιστούσε αναβλητική αίρεση, αλλά ήταν μια πρόσθετη συμφωνία στα πλαίσια της ελευθερίας των συμβάσεων και συνεπώς, παρελθούσης εικοσαετίας από τον χρόνο κατάρτισής της, 4-4-1988, άλλως από της μεταγραφής του σχετικού συμβολαίου, 5-5-1988, η σχετική αξίωση του αναιρεσιβλήτου είχε παραγραφεί. Από τις προεκτεθείσες παροδοχές του Εφετείου προκύπτει ότι αυτό έκρινε ότι ο προαναφερόμενος σχετικός όρος της συμβάσεως πωλήσεως ήταν αναβλητική αίρεση. Ωστόσο, η αιτιολογία αυτή δεν είναι ορθή. Ειδικότερα, με βάση την γραμματική διατύπωση του σχετικού όρου της συμβάσεως και τις ως άνω παραδοχές του Εφετείου, ο όρος αυτός συνιστά διαλυτική αίρεση, αφού από την πλήρωσή της εξαρτήθηκε η ανατροπή των αποτελεσμάτων της συμβάσεως κατά το τμήμα της πωληθείσης εκτάσεως που ενέπιπτε εντός των ορίων του παλαιού αιγιαλού. Έπρεπε, λοιπόν, η προσβαλλόμενη απόφαση, τα υπ' αυτής ανελέγκτως γενόμενα δεκτά πραγματικά περιστατικά, να υπαγάγει στη διάταξη του άρθρου 202 ΑΚ, χαρακτηρίζοντας τον ως άνω συμβατικό όρο, ως διαλυτική αίρεση. Το σφάλμα όμως αυτό της προσβαλλομένης αποφάσεως δεν έχει καμία επίδραση στο διατακτικό της, δοθέντος ότι δεχθείσα ακολούθως ότι, α) η αίρεση αυτή πληρώθηκε με την έκδοση της Φ. 121/1699/22-8-1996 απόφασης του Γενικού Γραμματέα Περιφέρειας Στερεάς Ελλάδος, με βάση την οποία τμήμα της πωληθείσης εκτάσεως εμβαδού 45.110 τ.μ., αξίας 60.010,48 ευρώ, ενέπιπτε εντός των ορίων του παλαιού αιγιαλού και συνεπώς δεν ανήκε στην κυριότητα των αναιρεσειόντων, β) κατά τον χρόνο δημοσιεύσεως της αποφάσεως αυτής, την 4-9-1996, γεννήθηκε το πρώτον η αξίωση αποζημιώσεως του αναιρεσιβλήτου, ποσού 60.010,48 ευρώ και γ) έκτοτε, μέχρι την έγερση της ένδικης αγωγής με κατάθεση αυτής την 23-6-2015 και επίδοσή της την 2-7-2015 και 8-7-2015, δεν είχε παρέλθει η από τη διάταξη του άρθρου 249 ΑΚ οριζόμενη εικοσαετία και συνεπώς δεν είχε παραγραφεί η αξίωση του αναιρεσιβλήτου και στη συνέχεια να δεχτεί την επικουρική βάση της αγωγής ως βάσιμης και κατ' ουσία, ορθά, αντικαθισταμένης της εσφαλμένης αιτιολογίας, ως προς τον χαρακτηρισμό του ανωτέρω αναφερθέντος συμβατικού όρου, με την ως άνω ορθή αιτιολογία, ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 202, 249, 251, 361 ΑΚ. Σύμφωνα λοιπόν με τα ανωτέρω το Εφετείο δεν υπέπεσε στην από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια και ο πρώτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως πρέπει, ενόψει ότι οι αναιρεσείοντες δεν επικαλούνται έννομο συμφέρον να αποτραπεί δεδικασμένο, προϋπόθεση αναγκαία για να αναιρεθεί η απόφαση μόνο ως προς την εσφαλμένη αιτιολογία της (άρθρο 578 ΚΠολΔ), να απορριφθεί.
Ο λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο, έλαβε υπ` όψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, νοούνται οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και, συνακόλουθα, στηρίζουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως, αντενστάσεως ή λόγου εφέσεως, όχι, όμως, και οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και στους οποίους το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει, ούτε οι αιτιολογημένες αρνήσεις και οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν προτείνονται ως λόγοι εφέσεως (ΟλΑΠ 14/2004, ΑΠ 87/2013, ΑΠ 94/2008), καθώς και περιστατικά επουσιώδη ή που εκ περισσού εκτίθενται, ούτε η λήψη υπ` όψη από το δικαστήριο διευκρινιστικών απλώς περιστατικών που προέκυψαν από τις αποδείξεις, μολονότι δεν είχαν περιληφθεί στο δικόγραφο της αγωγής κλπ., εφόσον δεν επέρχεται μεταβολή της ιστορικής της βάσεως (ΑΠ 1530/2008, ΑΠ 559/2008). Επίσης, δεν αποτελούν "πράγματα" και τα επικαλούμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα και, πολύ περισσότερο, η αξιολόγηση από το δικαστήριο του περιεχομένου των εγγράφων και των λοιπών αποδεικτικών μέσων (ΑΠ 1455/2009, ΑΠ 94/2008). Ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται, αν το δικαστήριο που δίκασε έλαβε υπ` όψη τον ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΑΠ 250/2014, ΑΠ 1418/2013), γεγονός που συμβαίνει και όταν η απόφαση περιέχει παραδοχές αντίθετες με τον ισχυρισμό (ΟλΑΠ 11/1996, ΑΠ 5/2020. ΑΠ 2086/2017, ΑΠ 841/2017). Στην προκείμενη περίπτωση, με τον δεύτερο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, προσάπτεται στην πληττόμενη απόφαση η αιτίαση ότι έλαβε υπόψη "πράγματα" (ισχυρισμούς) που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, χωρίς να έχουν προταθεί από τον αναιρεσίβλητο με την αγωγή του. Συγκεκριμένα, με το λόγο αυτό οι αναιρεσείοντες προσάπτουν την αιτίαση ότι το Εφετείο δέχθηκε ότι με τον προαναφερθέντα συμβατικό όρο, ο αναιρεσείων ισχυρίστηκε και επικαλέστηκε ότι υφίσταται υπό αναβλητική αίρεση δικαιοπραξία και τα αντίστοιχα περιστατικά πληρώσεώς της, ενώ στην ένδικη αγωγή δεν περιέχεται ούτε προτάθηκε τέτοιος αγωγικός ισχυρισμός. Όπως, όμως, προκύπτει από την επισκόπηση της αγωγής, ο αναιρεσίβλητος επικαλέστηκε για τη θεμελίωση της προαναφερθείσης (διαλυτικής) αιρέσεως τα αντίστοιχα περιστατικά, και ειδικότερα στις σελίδες της αγωγής 14, 15, 23, 30, 32, 33, 50, 51, 53, 56, 57. Επικαλέστηκε δηλαδή ο αναιρεσίβλητος, έστω και εν σπέρματι, τόσο το περιεχόμενο του συμβατικού όρου όσο και τα περιστατικά πλήρωσης της με αυτόν συνιστώμενης διαλυτικής αίρεσης, από την οποία και γεννήθηκε η αγωγική του αξίωση προς αποζημίωση, περιλαμβάνοντας και σχετικό αίτημα αποδοχής της αγωγής του (επικουρική βάση αυτής) και δεν ήταν απαραίτητη η ακριβής κατά λέξη αναφορά της διατυπώσεως της διατάξεως του άρθρου 202 ΑΚ, καθόσον η εκτίμηση των θεμελειούντων την ιστορική βάση της αγωγής πραγματικών περιστατικών και ακολούθως κατά το αποδεικτικό στάδιο ορθή υπαγωγή αυτών στον αρμόζοντα κανόνα δικαίου αποτελεί έργο του δικαστηρίου της ουσίας. Ενόψει αυτών, αφού από την παραδεκτή επισκόπηση του αγωγικού δικογράφου, προκύπτει ότι ο αναιρεσίβλητος είχε περιλάβει και αποτέλεσε ιστορική βάση της επικουρικής βάσης της αγωγής του ο προαναφερθείς ισχυρισμός (διαλυτική αίρεση) και, συνεπώς, το Εφετείο, με το να λάβει αυτόν υπόψη δεν υπέπεσε στην αποδιδόμενη στην προσβαλομένη απόφαση αναιρετική πλημμέλεια και ο ανωτέρω λόγος είναι αβάσιμος.
Παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου, που ιδρύει τον αναιρετικό λόγο από τον αριθ. 20 του αρθρ. 559 KΠολΔ, υπάρχει, όταν το δικαστήριο της ουσίας από εσφαλμένη ανάγνωση αποδεικτικού, κατά την έννοια των άρθρων 339 και 432 επ. KΠολΔ, εγγράφου δέχθηκε ως περιεχόμενό του κάτι διαφορετικό από το πραγματικό, δηλαδή ότι περιέχει περιστατικά προφανώς διάφορα από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, όχι δε και όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο το δικαστήριο ορθώς ανέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο, που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό, αφού στην περίπτωση αυτή πρόκειται για παράπονο αναγόμενο στην εκτίμηση πραγματικών περιστατικών, που εκφεύγει από τον αναιρετικό έλεγχο. Παραμόρφωση εγγράφου συνιστά και η παράλειψη του δικαστηρίου να αναγνώσει μέρος του εγγράφου, όταν το μέρος αυτό είναι κρίσιμο για την ουσία της υπόθεσης (ΑΠ 1440/2002). Για να θεμελιώνεται όμως ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 20 του αρθρ. 559 KΠολΔ, θα πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο που φέρεται ότι παραμορφώθηκε κατά το περιεχόμενο του και δεν αρκεί, ότι το συνεκτίμησε απλώς με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξάρει το περιεχόμενο του σε σχέση με το αποδεικτικό πόρισμα, στο οποίο κατέληξε, το οποίο, εξ άλλου, θα πρέπει να είναι επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα αναφορικά με πράγματα που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης (Ολ ΑΠ 1/1999, 832/2009, 1627/2010). Ο ίδιος λόγος αναίρεσης για να είναι ορισμένος θα πρέπει στο αναιρετήριο να προσδιορίζεται α) το αληθινό περιεχόμενο του φερόμενου ως παραμορφωθέντος εγγράφου, β) το περιεχόμενο που προσέδωσε σ` αυτό η προσβαλλόμενη απόφαση, ώστε από τη σύγκριση να καθίσταται εμφανές το διαγνωστικό σφάλμα της, γ) ο ουσιώδης πραγματικός ισχυρισμός για την απόδειξη ή την ανταπόδειξη του οποίου χρησιμοποιήθηκε το έγγραφο και δ) το επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα αποδεικτικό πόρισμα, στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο εξ αιτίας της παραμόρφωσης του εγγράφου (ΑΠ 78/2020, 233/2020, 655/2019, 194/2005). Στην προκείμενη περίπτωση οι αναιρεσείοντες με τον τρίτο λόγο αναίρεσης, προβάλλουν την ανωτέρω από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 KΠολΔ πλημμέλεια, ότι το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, "παραμόρφωσε το περιεχόμενο της προσκομισθείσης από τον αναιρεσίβλητο με νόμιμη επίκληση, με αριθμό Φ.121/1699/22-8-1996 (ΦΕΚ 988/Δ/4-9-1996) απόφασης του Γενικού Γραμματέα Περιφέρειας Στερεάς Ελλάδος, περί καθορισμού ορίων αιγιαλού, παραλίας και παλαιού αιγιαλού στην οποία και στήριξε αποκλειστικά την κρίση του περί της ουσιαστικής βασιμότητος της επικουρικής βάσης της αγωγής και την οποία (απόφαση) εσφαλμένα ανέγνωσε ότι αφορά τον καθορισμό ορίων του αιγιαλού στο επίμαχο σημείο, ενώ η απόφαση αυτή δεν αφορά τον καθορισμό των ορίων του αιγιαλού που αναφέρεται στο εν λόγω συμβόλαιο και αφορά το επίδικο σημείο". Ο λόγος αυτός αναίρεσης ανεξαρτήτως της αοριστίας του, είναι απαράδεκτος, προεχόντως, γιατί, υπό την επίκληση της ανωτέρω παραβιάσεως, πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων, η οποία δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο (άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.), ενώ, σε κάθε περίπτωση, ενόψει των εκτεθέντων και του περιεχομένου της προσβαλλόμενης απόφασης, δεν προκύπτει ότι το Εφετείο στήριξε το προαναφερόμενο αποδεικτικό πόρισμά του, που είναι αντίθετο με τις απόψεις των αναιρεσειόντων, αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο, στο φερόμενο ως παραμορφωμένο συγκεκριμένο έγγραφο. Κατά το άρθρο 559 αρ. 11 περ. γ του KΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη αυτή συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 335, 338 έως 346 του ίδιου κώδικα προκύπτει, ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει δικανική πεποίθηση για τη βασιμότητα των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων, που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, που επιδρούν δηλαδή στο διατακτικό της αποφάσεως (ΟλΑΠ 2/2008), οφείλει να λάβει υπόψη τα νομίμως προσκομισθέντα αποδεικτικά μέσα, εφ` όσον γίνεται σαφής και ορισμένη επίκληση αυτών από τον διάδικο και εφ` όσον αυτά είναι χρήσιμα προς άμεση ή έμμεση (δια τεκμηρίων) απόδειξη πραγματικών γεγονότων που συγκροτούν ισχυρισμό λυσιτελή (που επιδρά στο διατακτικό), παραδεκτό και νόμω βάσιμο ή ισχυρισμό περί αρχής εγγράφου αποδείξεως (ΟλΑΠ 8/2016, ΟλΑΠ 42/2002). Καμμιά ωστόσο διάταξη δεν επιβάλλει την ειδική μνεία και την χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, αλλά αρκεί η γενική μνεία των κατ` είδος αποδεικτικών μέσων που λήφθηκαν υπόψη (μάρτυρες, έγγραφα, πραγματογνωμοσύνη κλπ), από δε την ειδική αναφορά της αποφάσεως σε κάποιο από αυτά, δεν συνάγεται ότι τα λοιπά δεν λήφθηκαν υπόψη. Μόνον αν από τη γενική ή και ρητή ακόμη αναφορά, σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της αποφάσεως, δεν προκύπτει κατά τρόπο αναμφίβολο (ΟλΑΠ 2/2008) ή κατ` άλλη έκφραση αδιστάκτως βέβαιο (ΟλΑΠ 14/2005), ότι λήφθηκε υπόψη κάποιο συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο, στοιχειοθετείται ο αναιρετικός αυτός λόγος. Μεταξύ των αποδεικτικών μέσων, η μη λήψη υπόψη των οποίων ιδρύει τον κατά τη περίπτωση γ του αριθμού 11 του άρθρου 559 του KΠολΔ λόγο αναιρέσεως είναι η μη λήψη υπόψη προσκομισθέντος με επίκληση εγγράφου για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, όπως είναι η δικαστική απόφαση σε άλλη δίκη μεταξύ του ενός των διαδίκων και τρίτου. Ο ανωτέρω λόγος απορρίπτεται, ως κατ' ουσίαν αβάσιμος, αν αποδεικνύεται από την απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίσθηκαν και των οποίων έγινε επίκληση. Συνήθως, αρκεί προς τούτο η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου (μάρτυρες, έγγραφα κλπ), χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολογήσεως καθενός και χωρίς διάκριση από ποια αποδεικτικά μέσα προκύπτει άμεση και από ποια έμμεση απόδειξη. Μη λήψη υπόψη, πάντως, δεν συνάγεται από μόνο το γεγονός ότι μνημονεύονται στην απόφαση ορισμένα μόνο από τα προσκομισθέντα με επίκληση αποδεικτικά μέσα (ΑΠ 129/2020, 85/2020, 59/2020, 1218/2020, 1573/2006). Στην προκειμένη περίπτωση με τον τέταρτο λόγο της αιτήσεως, οι αναιρεσείοντες υπό την επίκληση του αναιρετικού λόγου από το άρθρο 559 αριθ. 11(γ) KΠολΔ, προβάλλουν την αιτίαση ότι, το Εφετείο, δεν έλαβε υπόψη του και δεν συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις τα ακόλουθα έγγραφα, τα οποία επικαλέστηκαν και προσκόμισαν ενώπιον του με τις προτάσεις τους: α) το υπ' αριθμόν 852/Δ/28-7-1993 ΦΕΚ, με το οποίο δημοσιεύτηκε η υπ' αριθμόν πρωτ. Φ.121/857/6-7-1993 απόφαση του Νομάρχη Φθιώτιδας, β) το από 11-8-1993 έγγραφο της Κ.Ε.Δ., απευθυνόμενο προς το Υ.Π.Ε.Χ.Ω.Δ.Ε., και γ) το από 17-7-1994 έγγραφο αναφοράς αυτοψίας αιγιαλού-παραλίας και παλαιού αιγιαλού στην επίδικη περιοχή, για την απόδειξη του ουσιώδους ισχυρισμού αυτών περί παραγραφής της επιδίκου αξιώσεως του αναιρεσιβλήτου και εκ των οποίων τα με στοιχεία β και γ προσεκόμισε και ο αναιρεσίβλητος. Στην προκείμενη περίπτωση, από την παραδεκτά επισκοπούμενη απόφαση, προκύπτει ότι το Εφετείο, για να καταλήξει στο άνω αποδεικτικό του πόρισμα, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε όλα τα έγγραφα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι είτε για άμεση απόδειξη είτε για τη συναγωγή εξ αυτών δικαστικών τεκμηρίων, χωρίς να παραληφθεί κάποιο για την ουσιαστική διάγνωση της διαφοράς. Από τη σχετική αναφορά της προσβαλλόμενης απόφασης σε συνδυασμό και με το περιεχόμενο των αιτιολογιών με βάση τις οποίες το Εφετείο απέρριψε τον προβληθέντα από τους αναιρεσείοντες ισχυρισμό περί παραγραφής της επιδίκου αξιώσεως του αναιρεσιβλήτου, δεχθέν ότι πληρώθηκε η συμβατικώς ορισθείσα διαλυτική αίρεση με την δημοσίευση, την 4-9-1996, της σχετικής απόφασης του Γενικού Γραμματέα Περιφέρειας Στερεάς Ελλάδος και έκτοτε αφετηριάζεται ο χρόνος παραγραφής της επιδίκου αξιώσεως, η δε επίδικη έκταση των 45.110 τμ εμπίπτει εντός των ορίων του παλαιού αιγιαλού, όπως τα όρια αυτού καθορίστηκαν με την ως άνω απόφαση, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι το Εφετείο για το σχηματισμό της δικανικής του κρίσης ως προς την απόρριψη αυτού του ισχυρισμού των αναιρεσειόντων, έλαβε υπόψη, συνεκτίμησε με τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα και αξιολόγησε και όλα τα επικληθέντα από τους αναιρεσείοντες έγγραφα, μεταξύ των οποίων και τα ανωτέρω αναφερόμενα στον εξεταζόμενο λόγο αναίρεσης. Τούτο δεν αναιρείται από τη μη ειδική αναφορά των συγκεκριμένων με στοιχεία β και γ ( το με στοιχείο α έγγραφο αναφέρεται στις σελίδες 18 και 19 της προσβαλλομένης αποφάσεως) εγγράφων και του περιεχομένου τους. Το ότι δεν δέχθηκε ως αποδειχθέντα τα περιστατικά, που κατά τους αναιρεσείοντες, αποδεικνύονταν από τα έγγραφα αυτά και στήριζαν τους ανωτέρω ισχυρισμούς τους, ουδέ αναφέρθηκε διεξοδικά και δεν προέβη σε ειδική αξιολόγηση των εγγράφων αυτών ως αποδεικτικών μέσων, δεν θέτει εν αμφιβόλω της λήψη τους υπόψη και την συναξιολόγησή τους μετά των λοιπών αποδείξεων από το Εφετείο. Επομένως, ο από την ανωτέρω διάταξη αντίθετος ως άνω λόγος αναιρέσεως, είναι αβάσιμος. Τέλος, αφού δε δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως, πρέπει η αίτηση να απορριφθεί, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου, που κατέβαλαν οι αναιρεσείοντες, στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ.4 KΠολΔ, όπως η παρ. 4 προσετέθη με το άρθρο 12 παρ.2 του ν. 4055/2012) και να καταδικασθούν οι τελευταίοι στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, λόγω της ήττας τους (άρθρα 176, 183 KΠολΔ).-

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 5-3-2019 αίτηση των 1) …. και 6)….., για αναίρεση της υπ` αριθμ. 42/2018 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Λαμίας.
-Διατάσσει την εισαγωγή του καταβληθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
-
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 5 Απριλίου 2021.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ (Και τούτου αποχωρήσαντος από την Υπηρεσία, ο αρχαιότερος της συνθέσεως Αρεοπαγίτης και ήδη Αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου) Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 21 Ιουνίου 2022.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή