Αριθμός 3/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρουλιώ Δαβίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βαρβάρα Πάπαρη - Εισηγήτρια, Μαρία Πετσάλη, Στυλιανή Μπλέτα και Δέσποινα Βασιλοδημητράκη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 7 Οκτωβρίου 2024, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ε. Σ. του Γ., κατοίκου ..., ενεργούσας με την ιδιότητα της οριστικής δικαστικής συμπαραστάτριας στο όνομα και για λογαρισμό του τελούντος σε πλήρη στερητική δικαστική συμπαράσταση Γ. - Α. Δ., η οποία δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Κ. Κ. του , 2) Μ. Ο. του Α., 3) Ε. Κ. του Κ., κατοίκων Περιστερίου Αττικής, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Γιάνναρο και δεν κατέθεσαν προτάσεις.
Στο σημείο αυτό εμφανίστηκε ο δικηγόρος Ιωάννης Τσουκαλάς ο οποίος, αφού έλαβε το λόγο από την Πρόεδρο, δήλωσε ότι ο ως άνω διάδικος Γ. - Α. Δ. απεβίωσε στις 26/12/2023 σύμφωνα με την προσκομισθείσα υπ' αριθμό ... ληξιαρχική πράξη θανάτου της ληξιάρχου του Δήμου Περιστερίου Αττικής, και την παρούσα δίκη συνεχίζουν οι μοναδικοί εξ αδιαθέτου κληρονόμοι αυτού α) Ε. Σ. του Γ., β) Χ. Δ. του Χ., γ) Σ. Δ. του Χ., δ) Χ. Δ. του Χ., ε) Σ. Δ. του Χ., κάτοικοι Περιστερίου Αττικής, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον ίδιο ως άνω δικηγόρο και κατέθεσαν προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 14/5/2014 και 15/5/2014 αγωγές, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 13512/2018 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 4744/2020 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε ο ως άνω αποβιώσας δια της δικαστικής συμπαραστάτριάς του και πλέον οι υπεισελθούσες στην θέση του αναιρεσείοντες με την από 7/6/2022 αίτηση.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1.Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η με αριθ. 4744/2020 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την τακτική διαδικασία. Με την προσβαλλόμενη απόφαση έγινε δεκτή η από 29-1-2019 έφεση των εναγομένων και ήδη αναιρεσιβλήτων κατά της με αριθ. 13512/2018 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία είχε δεχθεί ως ουσιαστικά βάσιμες κατά ένα μέρος τις από 14-5-2014 και 15-5-2014 αγωγές, από αδικοπραξία και παραμέληση εποπτείας ανηλίκου, του αρχικώς ενάγοντος-ήδη αναιρεσείοντος και εκπροσωπούμενου από την δικαστική συμπαραστάτρια μητέρα του, λόγω της θέσης του σε πλήρη στερητική δικαστική συμπαράσταση μετά την άσκηση των αγωγών, κατά των εναγομένων και ήδη αναιρεσιβλήτων. Το Εφετείο αφού εξαφάνισε την ως άνω απόφαση, κράτησε και δίκασε κατ' ουσία την υπόθεση και έκανε δεκτές εν μέρει τις αγωγές και ως ουσιαστικά βάσιμες και υποχρέωσε τον εναγόμενο της πρώτης αγωγής-3ο αναιρεσίβλητο και τους εναγομένους της δεύτερης αγωγής-1ο και 2η των αναιρεσιβλήτων, να καταβάλουν, εις ολόκληρον ο καθένας τους, στον αρχικώς ενάγοντα, νομίμως εκπροσωπούμενο, το συνολικό ποσό των 18.420 ευρώ, νομιμοτόκως. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558,564, 566 παρ.1 ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
2.Aπό το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 286 περ. α', 287 και 290 του ΚΠολΔ, που εφαρμόζονται, κατά το άρθρο 573 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα και στην αναιρετική διαδικασία, σε συνδυασμό προς τις διατάξεις των άρθρων 1846 και 1847 του ΑΚ, προκύπτει ότι η δίκη διακόπτεται και όταν, μετά την άσκηση της αίτησης αναίρεσης και μέχρι να τελειώσει η προφορική συζήτηση, μετά την οποία εκδίδεται η οριστική απόφαση του Αρείου Πάγου, αποβιώσει κάποιος διάδικος. Η διακοπή επέρχεται από την γνωστοποίηση του λόγου της διακοπής προς τον αντίδικο με επίδοση δικογράφου ή με προφορική δήλωση στο ακροατήριο ή εκτός ακροατηρίου, κατά την επιχείρηση διαδικαστικής πράξης από εκείνον που έχει το δικαίωμα να επαναλάβει την δίκη ή και από εκείνον που μέχρι την επέλευση του θανάτου ήταν πληρεξούσιος του θανόντος. Ως διάδικος, υπέρ του οποίου επήλθε η διακοπή της δίκης στην περίπτωση θανάτου του αρχικού διαδίκου, νοείται ο καθολικός του διάδοχος (κληρονόμος του). Η επανάληψη της δίκης που έχει διακοπεί, λόγω θανάτου κάποιου διαδίκου, μπορεί να γίνει εκούσια με ρητή ή σιωπηρή δήλωση των προσώπων τα οποία, ως κληρονόμοι εκείνου, υπεισέρχονται στην δικονομική του θέση. Εφόσον αποδεικνύεται ή συνομολογείται από τον αντίδικο, έστω και σιωπηρά, η νόμιμη δυνατότητα του προσώπου να διεξάγει τη δίκη στη θέση του διαδίκου, στον οποίο αφορούσε το διακοπτικό γεγονός, δεν απαιτείται ιδιαίτερη συζήτηση περί της επαναλήψεως και η δίκη συνεχίζεται κανονικά (ΟλΑΠ 22/2000,ΑΠ 373/2022,ΑΠ 2030/2017).Επί πλέον, το καθεστώς της δικαστικής συμπαράστασης, όπως συνάγεται από το συνδυασμό των άρθρων 1685-1686 ΑΚ, λήγει, μεταξύ άλλων, και με το θάνατο του συμπαραστατούμενου, στην περίπτωση δε αυτή, η λήξη της δικαστικής συμπαράστασης επέρχεται αυτοδικαίως (ΑΠ 373/2022,ΑΠ 1731/2017). Στην προκειμένη περίπτωση από τα επικαλούμενα και νομίμως προσκομιζόμενα έγγραφα και ειδικότερα: 1) την από 28/12/2023 ληξιαρχική πράξη θανάτου, την οποία έχει συντάξει ο Ληξίαρχος του Δήμου Περιστερίου Αττικής,2) το υπ'αριθμ.πρωτ.... πιστοποιητικό πλησιεστέρων συγγενών του Δήμου Περιστερίου Αττικής, και 3) τα υπ'αριθμ.πρωτ.... και ... πιστοποιητικά περί μη δημοσιεύσεως διαθήκης και μη αποποιήσεως κληρονομίας, αντίστοιχα, του Γραμματέα του Πρωτοδικείου Αθηνών, προκύπτει ότι στις 26.12.2023 (μετά την άσκηση της αναίρεσης),απεβίωσε ο αρχικώς ενάγων Γ.-Α. Δ. του Χ. και Ε. και αναιρεσείων, εκπροσωπούμενος από την δικαστική του συμπαράστρια, καθόσον τελούσε υπό πλήρη στερητική δικαστική συμπαράσταση μετά την άσκηση των ένδικων αγωγών και κατέλειπε, ως εξ αδιαθέτου κληρονόμους του, τους μοναδικούς πλησιέστερους συγγενείς του που αναφέρονται στα πρακτικά και οι οποίοι αποδέχθηκαν την κληρονομία του. Επομένως, ενόψει του ότι με τον γνωστοποιηθέντα θάνατο του ως άνω αποβιώσαντος αρχικού διαδίκου και την εξ αυτού επελθούσα βίαιη διακοπή της δίκης, κατά τα εκτιθέμενα στην οικεία νομική σκέψη, έληξε αυτοδικαίως η δικαστική συμπαράσταση του θανόντος από τη δικαστική συμπαραστάτριά του, νομίμως, σύμφωνα με τις διατάξεις που προαναφέρθηκαν, οι ανωτέρω κληρονόμοι του δήλωσαν στο ακροατήριο, κατά την συζήτηση της υπόθεσης στην παρούσα δικάσιμο, δια του νομίμως παρισταμένου και εκπροσωπούντος αυτούς πληρεξουσίου δικηγόρου τους Ι. Τ., τον θάνατο του εν λόγω αρχικώς αναιρεσείοντος και την εκούσια στο όνομά του επανάληψη της δίκης, που διακόπηκε βιαίως, λόγω του θανάτου αυτού. Κατόπιν τούτου και, αφού δεν αμφισβητείται από τους αναιρεσιβλήτους η ιδιότητα των ανωτέρω προσώπων ως κληρονόμων του παραπάνω θανόντος, η διακοπείσα δίκη νομίμως και παραδεκτώς συνεχίζεται από αυτούς.
3. Κατά το άρθρο 481 ΑΚ οφειλή εις ολόκληρον υπάρχει όταν σε περίπτωση περισσοτέρων οφειλετών της ίδιας παροχής καθένας από αυτούς έχει την υποχρέωση να την καταβάλει ολόκληρη , ο δανειστής όμως έχει το δικαίωμα να την απαιτήσει μόνο μια φορά. Εν όψει του ορισμού της ΑΚ 481, χαρακτηριστικό εννοιολογικό γνώρισμα της παθητικής εις ολόκληρον ενοχής αποτελεί η ταυτότητα της παροχής και η ταυτότητα του εννόμου αποτελέσματος (ΑΠ 921/2021). Η παθητική εις ολόκληρον ενοχή συντίθεται από κατ` ιδίαν ενοχές που συνδέουν κάθε οφειλέτη με τον δανειστή. Ενώ όμως στη διαιρεμένη ενοχή αντικείμενο των επί μέρους ενοχών αποτελεί τμήμα της παροχής, στην οφειλή εις ολόκληρον αντικείμενο της υποχρέωσης κάθε συνοφειλέτη αποτελεί το σύνολό της. Οι κατ` ιδίαν ενοχές συνδέονται στενότερα μεταξύ τους απ` ότι στη διαιρεμένη ενοχή, διατηρούν όμως σε περιορισμένο βαθμό την αυτοτέλειά τους (πρβλ. ΑΠ 921/2021). Ταυτότητα της παροχής υφίσταται όταν η εκπλήρωση της παροχής επιφέρει το ίδιο έννομο αποτέλεσμα, εξυπηρετεί δηλαδή το ίδιο έννομο συμφέρον του δανειστή για εκπλήρωση (ταυτότητα του έννομου σκοπού της παροχής-δεν αρκεί ταυτότητα του οικονομικού σκοπού). Πέραν της ταυτότητας της παροχής απαιτείται και ισοτιμία υποχρεώσεων υπό την έννοια ότι όλοι οι συνοφειλέτες πρέπει να ευθύνονται παράλληλα και αυτοτελώς έναντι του δανειστή. Γενεσιουργό λόγο της παθητικής εις ολόκληρον ενοχής συνιστά και ο νόμος, μεταξύ δε των κανόνων που προβλέπουν την παθητική εις ολόκληρον ενοχή των πλειόνων συνοφειλετών είναι και εκείνος του άρθρου 926 ΑΚ, σύμφωνα με τον οποίον αν από κοινή πράξη περισσοτέρων προήλθε ζημία ή αν από την ίδια ζημία ευθύνονται παράλληλα περισσότεροι, ενέχονται όλοι εις ολόκληρον. Ως ζημία νοείται τόσο η περιουσιακή όσο και η ηθική βλάβη ή ψυχική οδύνη που προξενήθηκε από την αδικοπραξία, για τις οποίες οφείλεται χρηματική ικανοποίηση κατ` άρθρο 932 ΑΚ, και για την πληρωμή της οποίας ευθύνονται όλοι οι υπαίτιοι εις ολόκληρον (ΑΠ 825/2022). Με την παραπάνω διάταξη του άρθρου 926 ΑΚ, η οποία αναφέρεται στην περίπτωση ύπαρξης περισσοτέρων υπόχρεων, καθιερώνεται η εις ολόκληρον ευθύνη περισσοτέρων προσώπων, είτε επειδή η ζημία προκλήθηκε από κοινή πράξη αυτών, είτε επειδή τα περισσότερα πρόσωπα ευθύνονται κατά το νόμο το καθένα αυτοτελώς για την αποκατάσταση της ζημίας, αντικειμενικά ή υποκειμενικά, είτε, στην περίπτωση της σωρευτικής ή διαζευκτικής αιτιότητας, ήτοι, όταν η ζημία προήλθε από αυτοτελείς και διακεκριμένες ενέργειες (πράξεις ή παραλείψεις) περισσοτέρων προσώπων, ταυτόχρονες ή διαδοχικές, που η καθεμία από αυτές από μόνη της συνιστά αιτιώδη όρο επαγωγής της ζημίας, με την έννοια της προσφορότητας να προκαλέσει, αυτή καθεαυτή, ολόκληρη τη ζημία, χωρίς ωστόσο, να είναι εφικτή η εξακρίβωση, ποιος αληθινά είναι ο πρόξενος της ζημίας ή ποιο το ποσοστό συμβολής του κάθε δράστη στο επελθόν ζημιογόνο αποτέλεσμα (ΑΠ 1347/2022, ΑΠ 1354/2019, 1694/2017). Ο βαθμός της αιτιώδους συμβολής ή του πταίσματος καθενός από τους περισσότερους δράστες, το αν δηλαδή ο ένας ενήργησε με δόλο και ο άλλος από αμέλεια, δεν ενδιαφέρει για τη θεμελίωση της εις ολόκληρον ευθύνης, αλλά μόνο για την αναγωγή μεταξύ των συνοφειλετών κατ` άρθρο 927 ΑΚ (ΑΠ 1170/2019, ΑΠ 59/2019, ΑΠ 1124/2015, ΑΠ 1805/2014). Στην ανωτέρω περίπτωση η παθητική εις ολόκληρον ενοχή στηρίζεται στο νόμο και οι περισσότεροι οφειλέτες ευθύνονται σε εκπλήρωση της ίδιας παροχής. Υπάρχει δηλαδή ταυτότητα παροχής, που δεν προϋποθέτει αναγκαστικά ταυτότητα του νομικού και πραγματικού λόγου γενέσεως αυτής και ως εκ τούτου η υποχρέωση ή κοινή ευθύνη των συνοφειλετών μπορεί να πηγάζει από διαφορετική αιτία και να γεννήθηκε σε διαφορετικό χρόνο (ΑΠ 825/2022, ΑΠ 283/2013, ΑΠ 81/1991). Οι διατάξεις αυτές εφαρμόζονται όχι μόνο όταν περισσότερα πρόσωπα ευθύνονται για αδικοπραξία με την έννοια του άρθρου 914 ΑΚ, αλλά και όταν όλα ή μερικά από αυτά ευθύνονται αντικειμενικά και μάλιστα ανεξάρτητα από το αν η αντικειμενική ευθύνη ρυθμίζεται στον ΑΚ ή σε ειδικούς νόμους (ΑΠ 1586/2022, ΑΠ 1354/2019). Σύμφωνα με τα παραπάνω, αν ευθύνονται πολλοί σε αποζημίωση από αδικοπραξία κατ` άρθρο 926 ΑΚ, έναντι του δικαιούχου της αποζημιώσεως ενέχονται όλοι εις ολόκληρον, ανεξαρτήτως του βαθμού πταίσματος εκάστου, αντιστοίχως δε, ο δικαιούχος της αποζημιώσεως έχει δικαίωμα να στραφεί είτε εναντίον όλων των συνυπαίτιων είτε διαδοχικά εναντίον καθενός από αυτούς απαιτώντας ολόκληρη την αποζημίωση, ανεξαρτήτως του ποσοστού συμμετοχής (βαθμού πταίσματος) στην τέλεση της αδικοπραξίας εκάστου συνυπαίτιου, ο οποίος δεν δύναται να ζητήσει να προσδιοριστεί ο βαθμός του πταίσματός του, καθόσον ο προσδιορισμός αυτός δεν ασκεί επιρροή στην έκβαση της δίκης (ΣτΕ 1029/2018, ΑΠ 1655/2017, ΑΠ 871/2010). Και τούτο, διότι προϋπόθεση της εις ολόκληρον ευθύνης δεν είναι η κοινή εναγωγή ή, έστω, η δυνατότητα κοινής εναγωγής από τον ζημιωθέντα περισσότερων προσώπων, φερόμενων ως συνοφειλετών, αλλά η πραγματική συνδρομή των νόμιμων όρων ευθύνης για τον κάθε συνοφειλέτη χωριστά (ΑΠ 921/2021,ΑΠ 96/2018, ΑΠ 462/2017, ΑΠ 1229/2013). Περαιτέρω, με τη διάταξη του άρθρου 923 ΑΚ καθιερώνεται η ευθύνη εκείνου που έχει, από το νόμο ή τη σύμβαση, την εποπτεία ανηλίκου ή απαγορευμένου για τη ζημία που προξενήθηκε απ` αυτούς σε τρίτους. Τέτοια πρόσωπα δε, που έχουν εκ του νόμου υποχρέωση προς επιμέλεια του προσώπου του ανηλίκου, είναι οι γονείς του κατά το μέτρο που ασκούν τη γονική επ` αυτού μέριμνα (άρθρο 1510 ΑΚ) και υποχρεούνται απ` αυτήν στη επίβλεψη του ανηλίκου και στη ρύθμιση της συμπεριφοράς του στον εξωτερικό κόσμο (ΑΠ 276/2019). Η ευθύνη αυτή των ασκούντων τη γονική επί του ανηλίκου μέριμνα γονέων του, υπάρχει τόσο επί ανηλίκων κάτω των 14 ετών (άρθρα 916, 917, 923 ΑΚ) όσο και επί ανηλίκου υπερβάντος το 14ο έτος της ηλικίας του, με τη διαφορά ότι στη δεύτερη περίπτωση δεν αρκεί για την ύπαρξη ευθύνης των εποπτευόντων το παράνομο της πράξης αλλά απαιτείται η πράξη να είναι και υπαίτια, οπότε, εφ` όσον συντρέχουν και οι λοιπές προϋποθέσεις (αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της συμπεριφοράς του ανηλίκου και της ζημίας, αλλά και της παραμέλησης της εποπτείας και της συμπεριφοράς που επέφερε τη ζημία) υπάρχει εις ολόκληρο ευθύνη εποπτευόντων - εποπτευομένων κατά την 926 ΑΚ (ΑΠ 48/2016, ΑΠ 476/2013,ΑΠ 532/2012,ΑΠ 1529/2011,ΑΠ 239/2010).Τέλος, κατά το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα", κατά την άνω διάταξη, νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκουμένου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (ΟλΑΠ 3/1997). Υπό την έννοια αυτή, "πράγματα" που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης είναι και οι λόγοι έφεσης, που περιέχουν παράπονα κατά της πρωτοβάθμιας κρίσης (ΟλΑΠ 25/2003, AΠ 229/2020). Γι` αυτό, η παραδοχή από το εφετείο ανύπαρκτου λόγου έφεσης, η επανάκριση κεφαλαίου της πρωτόδικης απόφασης έξω από τα όρια της έφεσης ή η μη λήψη υπόψη λόγου έφεσης, συνιστούν πλημμέλειες που εμπίπτουν στον προβλεπόμενο από την ανωτέρω διάταξη λόγο αναίρεσης (ΑΠ 285/2023,ΑΠ 782/2019, ΑΠ 1255/2009).Με τους πρώτο και δεύτερο λόγους αναίρεσης, ο αρχικώς αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις αναιρετικές πλημμέλειες της επιδίκασης πλέον του αιτηθέντος και της λήψης υπόψη πραγμάτων που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, καθότι, με διάταξη της, υποχρέωσε, εσφαλμένα, τους εναγομένους-αναιρεσιβλήτους και των δύο συνεκδικασθεισών αγωγών, να του καταβάλουν το επιδικασθέν ποσό των 18.420 ευρώ ενιαίως για αμφότερες τις αγωγές εν είδει "συγχώνευσης", αντί του ορθού να επιδικασθεί το ποσό αυτό για εκάστη αγωγή του ξεχωριστά, όπως δέχθηκε το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, παρότι οι τελευταίοι (αναιρεσίβλητοι) δεν υπέβαλαν σχετικό παράπονο με την έφεσή τους. Οι λόγοι αυτοί, ο πρώτος κατ'εκτίμηση από τον αριθμό 8 (και όχι από τον αριθ.9) του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι αβάσιμοι, ως στηριζόμενοι σε εσφαλμένη προϋπόθεση, καθότι, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης κατ'άρθρο 561 παρ.2 του ΚΠολΔ, το Εφετείο υποχρέωσε τους εναγομένους και των δύο αγωγών και ήδη αναιρεσιβλήτους να καταβάλουν, εις ολόκληρον ο καθένας τους, στον αρχικώς ενάγοντα-αναιρεσείοντα, το συνολικό ποσό των 18.420 ευρώ ως αποζημίωση και χρηματική του ικανοποίηση, για την ζημία και ηθική βλάβη που υπέστη από την παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του τότε ανηλίκου, συμπληρώσαντος τα 14 έτη, εναγομένου της πρώτης αγωγής και ειδικότερα υποχρέωσε τον εναγόμενο της πρώτης αγωγής ως φυσικό αυτουργό της αδικοπραξίας και τους εναγομένους της δεύτερης αγωγής-γονείς του, ως παραμελήσαντες υπαίτια και δη από αμέλειά τους την εποπτεία αυτού, αν και ήταν υπόχρεοι από το νόμο ως ασκούντες από κοινού τη γονική του μέριμνα, οι οποίοι (εναγόμενοι και των δύο αγωγών),σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στη μείζονα σκέψη, ευθύνονται εις ολόκληρον έναντι του ζημιωθέντος αρχικώς ενάγοντος. Με τους τρίτο και τέταρτο λόγους αναίρεσης, ο αρχικώς αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις αναιρετικές πλημμέλειες της επιδίκασης πλέον του αιτηθέντος και της λήψης υπόψη πραγμάτων που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, καθότι, με διάταξη της, υποχρέωσε εσφαλμένα τους εναγομένους-αναιρεσιβλήτους και των δύο συνεκδικασθεισών αγωγών να του καταβάλουν το επιδικασθέν ποσό των 15.000 ευρώ για χρηματική του ικανοποίηση ενιαίως για αμφότερες τις αγωγές εν είδει "συγχώνευσης", αντί του ορθού να επιδικασθεί το ποσό αυτό για εκάστη αγωγή του ξεχωριστά, όπως δέχθηκε το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, διότι το κονδύλιο της χρηματικής ικανοποίησης δεν είχε μεταβιβασθεί με λόγο εφέσεως των αναιρεσιβλήτων ή λόγο αντεφέσεως του ιδίου (αναιρεσείοντος) στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο και ως προς αυτό η πρωτόδικη απόφαση είχε καταστεί τελεσίδικη. Οι λόγοι αυτοί, ο τέταρτος κατ'εκτίμηση από τον αριθμό 8 (και όχι από τον αριθ.9) του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι αβάσιμοι, ως στηριζόμενοι σε εσφαλμένη προϋπόθεση, καθότι, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο υποχρέωσε τους εναγομένους και των δύο αγωγών και ήδη αναιρεσιβλήτους να καταβάλουν, εις ολόκληρον ο καθένας τους, στον αρχικώς ενάγοντα-αναιρεσείοντα, το συνολικό ποσό των 18.420 ευρώ, ως αποζημίωση και χρηματική του ικανοποίηση, στο οποίο εμπεριέχεται και το ποσό των 15.000 ευρώ, για την ζημία και ηθική βλάβη που υπέστη από την παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του τότε ανηλίκου, συμπληρώσαντος τα 14 έτη, εναγομένου της πρώτης αγωγής και ειδικότερα υποχρέωσε τον εναγόμενο της πρώτης αγωγής ως φυσικό αυτουργό της αδικοπραξίας και τους εναγομένους της δεύτερης αγωγής-γονείς του, ως παραμελήσαντες υπαίτια και δη από αμέλειά τους την εποπτεία αυτού, αν και ήταν υπόχρεοι από το νόμο ως ασκούντες από κοινού τη γονική του μέριμνα, οι οποίοι (εναγόμενοι και των δύο αγωγών),σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στη μείζονα σκέψη, και όπως δέχθηκαν και το πρωτοβάθμιο και το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, ευθύνονται εις ολόκληρον έναντι του ζημιωθέντος αρχικώς ενάγοντος-αναιρεσείοντος.
4. Με τη διάταξη του άρθρου 529 παρ. 1 εδ. α`ΚΠολΔ σύμφωνα με την οποία, "Στην κατ`έφεση δίκη επιτρέπεται να γίνει επίκληση και προσαγωγή νέων αποδεικτικών μέσων" εισάγεται ο δικονομικός κανόνας, κατ`αρχήν, του επιτρεπτού της προσκομιδής νέων αποδεικτικών μέσων στο εφετείο. Ως νέα αποδεικτικά μέσα, κατά την άνω διάταξη, θεωρούνται, είτε αυτά που δεν υποβλήθηκαν καθόλου πρωτοδίκως, είτε εκείνα που υποβλήθηκαν μεν πρωτοδίκως, αλλά απαραδέκτως, όπως λχ εκπρόθεσμα ή χωρίς επίκληση ή χωρίς νόμιμη σήμανση κλπ, είναι δε αδιάφορο αν το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, αποφάνθηκε ρητά για το απαράδεκτο των εν λόγω αποδεικτικών μέσων ή αντιπαρήλθε σιωπηρά το τελευταίο και έλαβε αυτά υπόψη του (ΑΠ 1718/2022, ΑΠ 988/2021, ΑΠ 308/2020, ΑΠ 825/2014). Τα αποδεικτικά αυτά μέσα είναι παραδεκτά στην κατ`έφεση δίκη, αν η νόμιμη επίκληση και προσκομιδή τους, γίνει με τις ενώπιον του εφετείου υποβληθείσες προτάσεις των διαδίκων (ΑΠ 1183/2020, ΑΠ 374/2019, ΑΠ 284/2018, ΑΠ 315/2015). Ειδικότερα, η επίκληση από το διάδικο των ενόρκων βεβαιώσεων, αν προσκομίζονται πρώτη φορά στο Εφετείο, πρέπει να γίνεται με τις προτάσεις της δευτεροβάθμιας δίκης (ΑΠ 1831/2023, ΑΠ 383/2023, ΑΠ 1538/2022) και να είναι ειδική, ούτως ώστε να προκύπτει από αυτή, ο αριθμός, ο εξετασθείς μάρτυρας και ο εξετάσας και να καθορίζεται ότι έλαβε χώρα νόμιμη κλήτευση του αντιδίκου (ΑΠ 1831/2023, ΑΠ 383/2023, ΑΠ 1538/2022). Τα νέα αποδεικτικά μέσα προσκομίζονται μέχρι την κατ`έφεση συζήτηση (ΑΠ 1186/2023), ενώ ειδικότερα από τις διατάξεις των άρθρων 421-424 ΚΠολΔ, όπως τροποποιήθηκαν με το ν. 4335/2015 και ακολούθως με το Ν.4871/2021, ο οποίος εφαρμόζεται και στις εκκρεμείς υποθέσεις, σε συνδυασμό με το άρθρο 529 παρ.1α ΚΠολΔ, προκύπτει ότι προϋπόθεση, για την παραδεκτή επίκληση ενόρκων βεβαιώσεων, ως νέων αποδεικτικών μέσων, στην κατ`έφεση δίκη, είναι να έχουν δοθεί αυτές νόμιμα μετά τη συζήτηση στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και πριν τη συζήτηση της έφεσης (ΑΠ 1538/2022), σύμφωνα με τους όρους και τις προϋποθέσεις των άνω άρθρων 421-424 ΚΠολΔ, και να προσκομίζονται μέχρι την κατ`έφεση δίκη με τις ενώπιον του εφετείου προτάσεις. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αριθ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και όταν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Μεταξύ των αποδεικτικών μέσων περιλαμβάνονται και οι ένορκες βεβαιώσεις, τις οποίες το Εφετείο, οφείλει να λάβει υπόψη του και όταν λήφθηκαν μετά τη συζήτηση στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, κατ'άρθρο 529 παρ.1α ΚΠολΔ, εφόσον συντρέχουν σωρευτικά οι, για το παραδεκτό τούτων, απαιτούμενες, εκτός των άλλων, δύο προϋποθέσεις, δηλαδή να έχουν ληφθεί πριν από τη συζήτηση της υπόθεσης σ' αυτό και να έχει κλητευθεί νόμιμα ο αντίδικος του επισπεύδοντος τη λήψη τους δύο τουλάχιστον εργάσιμες ημέρες πριν από αυτήν (ΑΠ 1023/2023, ΑΠ 87/2022, ΑΠ 2116/2014, ΑΠ 509/2011, ΑΠ 771/2010). Ενόψει των ανωτέρω η επίκληση της ένορκης βεβαίωσης αν προσκομίζεται, πρώτη φορά, στο Εφετείο, πρέπει να γίνεται με τις προτάσεις της δευτεροβάθμιας δίκης (ΑΠ 204/2017, ΑΠ 1461/2013, ΑΠ 481/2013), αν δε αυτή προσκομισθεί μετά τη συζήτηση με την προσθήκη αντίκρουση στις προτάσεις, είναι απαράδεκτη, εκτός αν αποδεικνύει ισχυρισμό που προβλήθηκε παραδεκτά με την προσθήκη των προτάσεων, δηλαδή όταν αποδεικνύει ισχυρισμό ο οποίος αποσκοπεί να εξουδετερώσει ισχυρισμό του αντιδίκου που προβλήθηκε για πρώτη φορά με τις προτάσεις της συζήτησης (πρβλ.ΑΠ 935/2023). Εξάλλου, από τη ως άνω διάταξη, του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει δικανική πεποίθηση για τη βασιμότητα των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οφείλει να λάβει υπόψη του όλα τα υποστατά και, αναλόγως, έγκυρα αποδεικτικά μέσα που προσκομίστηκαν νόμιμα από τους διαδίκους, είτε για άμεση απόδειξη ή ανταπόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή λυσιτελών ισχυρισμών είτε για συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, εφόσον γίνεται σαφής και ορισμένη επίκλησή τους από τον διάδικο (ΑΠ 855/2022,ΑΠ 1864/2017). Η παράβαση της υποχρέωσης αυτής ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθ. 559 αριθ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, υπό την προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός, το οποίο επικαλείται ο διάδικος, ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, αφού μόνο ένα τέτοιο (ουσιώδες) γεγονός, καθίσταται αντικείμενο απόδειξης (ΟλΑΠ 2/2008, ΟλΑΠ 14/2005). Δεν θεμελιώνεται ο λόγος αυτός, αν προκύπτει από την απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίστηκαν με επίκληση. Αρκεί γι' αυτό η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου, χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολόγησης του καθενός, εφόσον από τη γενική αυτή αναφορά, σε συνδυασμό με τις υπόλοιπες αιτιολογίες της, προκύπτει αναμφίβολα η λήψη υπόψη του αποδεικτικού μέσου. Δεν αναιρείται η λήψη των επίδικων αποδεικτικών μέσων από τη μη ειδική αναφορά τους, μολονότι στην απόφαση μνημονεύονται ιδιαίτερα ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα, επειδή θεωρήθηκαν μεγαλύτερης σημασίας κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου (ΑΠ 855/2022,ΑΠ 455/2014). Πάντως, η γενική αυτή αναφορά της λήψης υπόψη όλων των αποδείξεων που με επίκληση προσκομίστηκαν, δεν αποκλείει την ίδρυση του πιο πάνω λόγου αναίρεσης για κάποιο αποδεικτικό μέσο, όταν από το περιεχόμενο της απόφασης δεν καθίσταται απολύτως βέβαιο ότι τούτο έχει ληφθεί υπόψη. Αρκεί και μόνο η ύπαρξη αμφιβολιών για την ίδρυση του παρόντος λόγου αναίρεσης (ΟλΑΠ 8/2016, ΟλΑΠ 2/2008). Το ότι το δικαστήριο δεν προσέδωσε στο αποδεικτικό μέσο την αποδεικτική βαρύτητα που υποστηρίζει ο αναιρεσείων ότι τούτο έχει και η μη αξιολόγησή του και σύγκρισή του με τα άλλα αποδεικτικά μέσα δεν ιδρύει τον από τον αρ. 11 περ. γ` του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αναιρετικό λόγο (ΑΠ 855/2022, ΑΠ 2103/2017). Με τον πέμπτο λόγο αναίρεσης, αποδίδεται, κατ' εκτίμηση, στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια του αριθ. 11γ του άρθρο 559 ΚΠολΔ (και όχι του αριθ. 1 του πιο πάνω άρθρου όπως αναφέρεται στο αναιρετήριο), συνιστάμενη στο ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικό μέσο που ο αναιρεσείων επικαλέστηκε και προσκόμισε νόμιμα και ειδικότερα ότι δεν έλαβε υπόψη του την υπ'αριθμ.... ένορκη βεβαίωση του μάρτυρός του Β. Δ., προς απόδειξη ουσιώδους ισχυρισμού του για δαπάνη αποκλειστικής νοσοκόμας και περιποιήτριας και λήψης βελτιωμένης διατροφής λόγω του τραυματισμού του, που προσκομίστηκε στην προθεσμία της προσθήκης αντίκρουσης, για αντίκρουση ισχυρισμών των αναιρεσιβλήτων-εκκαλούντων, που προτάθηκαν με τις προτάσεις τους, καθόσον δέχθηκε, εσφαλμένα, ότι δεν λαμβάνεται υπόψη διότι προσκομίστηκε κατά το χρόνο της προσθήκης αντίκρουσης, όχι όμως προς αντίκρουση των προταθέντων με τις προτάσεις ισχυρισμών των αναιρεσιβλήτων-εκκαλούντων, αλλά προς αντίκρουση της έφεσης. Στην προκειμένη περίπτωση, από την, κατ'άρθρο 561 παρ.2 του ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι το Εφετείο, κατά την έρευνα του παραδεκτού της άνω ένορκης βεβαίωσης, σχετικά με την ημερομηνία λήψης της, διέλαβε ότι αυτή δόθηκε, μετά τη συζήτηση της έφεσης και εντός της προθεσμίας προσθήκης-αντίκρουσης, όχι όμως προς αντίκρουση των προταθέντων με τις προτάσεις ισχυρισμών των αναιρεσιβλήτων-εκκαλούντων, αλλά προς αντίκρουση της έφεσης. Από την κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης προκύπτει ότι ο αναιρεσείων, τότε εφεσίβλητος, στην προσθήκη-αντίκρουση των εφετειακών προτάσεών του που κατέθεσε στις 25-2-2020,ήτοι μετά τη συζήτηση της έφεσης(20-2-2020), δεν ανέφερε ότι η επικαλούμενη απ'αυτόν ως άνω ένορκη βεβαίωση δόθηκε προς αντίκρουση ισχυρισμών των αναιρεσιβλήτων τότε εκκαλούντων και ποιών, που προβλήθηκαν για πρώτη φορά με τις εφετειακές προτάσεις τους, αντιθέτως από το περιεχόμενο της έφεσης προκύπτει ότι η εν λόγω ένορκη βεβαίωση δόθηκε προς αντίκρουση ισχυρισμών των αναιρεσιβλήτων-εκκαλούντων που περιέχονται στο εφετήριο. Επομένως, η ανωτέρω ένορκη βεβαίωση, θα έπρεπε να προσκομισθεί με τις ενώπιον του εφετείου υποβληθείσες προτάσεις του αναιρεσείοντος και το Εφετείο το οποίο δεν έλαβε υπόψη την ανωτέρω ένορκη βεβαίωση, δεν υπέπεσε στην από τον αριθμό 11γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια και ο πέμπτος λόγος αναίρεσης με τον οποίο ο αναιρεσείων ισχυρίζεται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος. Με τον έκτο λόγο αναίρεσης, κατά το δεύτερο σκέλος του, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια του αριθ. 11γ του άρθρο 559 ΚΠολΔ, συνιστάμενη στο ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικό μέσο που ο αναιρεσείων επικαλέστηκε και προσκόμισε νόμιμα με τις προτάσεις και ειδικότερα ότι δεν έλαβε υπόψη του την υπ'αριθμ.... ένορκη βεβαίωση της μάρτυρός του Μ. Κ., η οποία σχετικά με το αγωγικό κονδύλιο της δαπάνης για λήψη βελτιωμένης διατροφής, κατέθεσε ότι υπήρξε ιατρική σύσταση για τη λήψη της. Όμως, από τη βεβαίωση, που περιέχεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, ότι ελήφθησαν υπόψη "οι ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων (ενός από κάθε διάδικο πλευρά), που εξετάστηκαν στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου ... όλα τα έγγραφα που οι διάδικοι νόμιμα επαναπροσκομίζουν και επικαλούνται με τις προτάσεις τους, μεταξύ των οποίων και οι φωτογραφίες το περιεχόμενο των οποίων δεν αμφισβητείται και αποδεικνύεται γνήσιο, για να ληφθούν υπόψη προς άμεση απόδειξη είτε προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, μεταξύ των οποίων διαλαμβάνονται η προσκομιζόμενη από την εφεσίβλητη ποινική απόφαση και τα έγγραφα της σχηματισθείσας ποινικής δικογραφίας, καθώς και από τα παραδεκτώς, κατ' άρθρο 529 ΚΠολΔ, προσκομιζόμενα το πρώτον ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου από την εφεσίβλητη αποδεικτικά μέσα, μεταξύ των οποίων και οι υπ' αριθ. ... και ... ένορκες βεβαιώσεις των μαρτύρων Ε. Φ. του Π. και Μ. Κ. του Β. αντίστοιχα, που λήφθηκαν ενώπιον της Ειρηνοδίκη Αθηνών Ε. Ρ., με επιμέλεια της ενάγουσας, κατόπιν νόμιμης και εμπρόθεσμης κλήτευσης των αντιδίκων της...", σε συνδυασμό με το πλήρες και χωρίς αντιφάσεις και κενά περιεχόμενο της απόφασης, δεν καταλείπεται καμία αμφιβολία, αλλά καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι το Εφετείο, κατά τη διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε μετά των λοιπών αποδείξεων και την παραπάνω αναφερόμενη ένορκη βεβαίωση, χωρίς να είναι αναγκαία η ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγησή της. Επομένως, ο έκτος λόγος αναίρεσης, κατά το δεύτερο σκέλος του, από τον αριθ.11γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο ο αναιρεσείων υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.
5. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1β' ΚΠολΔ, η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας ιδρύει λόγο αναίρεσης μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την εφαρμογή των κανόνων του δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σε αυτούς. Ως διδάγματα της κοινής πείρας, νοούνται οι αρχές για την εξέλιξη των πραγμάτων, που συνάγονται από την παρατήρηση του καθημερινού βίου, την επαγγελματική ενασχόληση και την επιστημονική έρευνα και έχουν έτσι καταστεί κοινό κτήμα, μπορούν δε να χρησιμοποιηθούν είτε για να διαπιστωθεί έμμεσα η βασιμότητα των αποδεικτέων πραγματικών περιστατικών σε συγκεκριμένη δίκη (άρθρο 336 παρ. 4 ΚΠολΔ), είτε για να γίνει, αφού διαπιστωθεί η βασιμότητα αυτών, η υπαγωγή τους σε κανόνες ουσιαστικού δικαίου (ΑΠ 40/2020). Με τον έκτο λόγο αναίρεσης, κατά το πρώτο σκέλος του, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια του αριθ. 1β του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνιστάμενη στο ότι το Εφετείο κατά παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας δέχθηκε ότι για τη λήψη βελτιωμένης διατροφής από τον αναιρεσείοντα, συνεπεία του τραυματισμού του, έπρεπε να υπάρχει ιατρική σύσταση, η οποία δεν προέκυπτε από τις προσκομιζόμενες ιατρικές γνωματεύσεις, ενώ, κατά τα επικαλούμενα από τον αναιρεσείοντα, τα διδάγματα της κοινής πείρας επέβαλαν την λήψη τέτοιας διατροφής λόγω της φύσης των τραυμάτων του και προς ταχεία ανάρρωσή του. Ο λόγος, όμως, αυτός, ανεξαρτήτως του ότι είναι αόριστος και εντεύθεν απαράδεκτος, διότι δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο ο κανόνας δικαίου, στην εξειδίκευση του οποίου δεν χρησιμοποιήθηκαν τα διδάγματα της κοινής πείρας, σε τι συνίσταται η παραβίαση και ο τρόπος κατά τον οποίο παραβιάστηκαν τα διδάγματα της κοινής πείρας, οι επικαλούμενες αιτιάσεις αναφέρονται όχι στην ερμηνεία κανόνων δικαίου ή στην υπαγωγή σ' αυτούς των πραγματικών γεγονότων που έχουν γίνει δεκτά, αλλά ευθέως στην απόδειξη κρίσιμων γεγονότων και στην εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού, οι οποίες όμως δεν υπόκεινται σε αναιρετικό έλεγχο (άρθ. 561 παρ.1 του ΚΠολΔ).
6. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος προκύπτει, ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία). Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες (ΟλΑΠ 1/1999). Έλλειψη νόμιμης βάσης, εξάλλου, δεν υπάρχει, όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανελέγκτως, κατ' άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές το αποδεικτικό πόρισμα και για το λόγο αυτό καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος. Για την πληρότητα του άνω από τον αριθμό 6 λόγου πρέπει με σαφήνεια να αναφέρονται στο αναιρετήριο: 1) ο κανόνας ουσιαστικού δικαίου που φέρεται ότι παραβιάσθηκε, και μάλιστα ενάριθμα (ΑΠ 593/2020,ΑΠ 353/2020), αφού παγίως γίνεται δεκτό ότι ο Άρειος Πάγος δεν μπορεί να προβεί στην αυτεπάγγελτη θεμελίωση του σχετικού λόγου, βάσει της αρχής jura novit curia, η οποία δεν εφαρμόζεται στην αναιρετική διαδικασία (ΑΠ 621/2020, ΑΠ 1040/2010,ΑΠ 651/2010), 2) οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά και υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλουμένη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΟλΑΠ 20/2005), έστω και κατά τρόπο συνοπτικό ή τη μνεία ότι αυτή δεν περιέχει καθόλου αιτιολογία, ώστε να είναι εφικτή με βάση το περιεχόμενο του αναιρετηρίου η στοιχειοθέτηση του προβαλλόμενου λόγου αναίρεσης, ενώ δεν αρκούν οι όλως περιορισμένες, μεμονωμένες και κατ' επιλογήν αποσπασματικές παραδοχές της απόφασης (ΑΠ 1373/2019), 3)ο ουσιώδης αυτοτελής ισχυρισμός (αγωγικός, ένσταση κλπ) και τα πραγματικά περιστατικά που προτάθηκαν για τη θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο εμφανίζεται η προβαλλόμενη έλλειψη ή ανεπάρκεια και η σύνδεση αυτού με το διατακτικό της απόφασης, καθώς και ότι ο εν λόγω νόμιμος και ουσιώδης ισχυρισμός είχε προταθεί παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας που εξέδωσε την απόφαση και 4) εξειδίκευση της πλημμέλειας που προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, δηλαδή τη μνεία ότι δεν υπάρχει καθόλου αιτιολογία ή, αν προβάλλεται ανεπαρκής και ελλιπής αιτιολογία, τα επιπλέον ουσιώδη πραγματικά περιστατικά που έπρεπε να περιέχονται στην απόφαση ή να προσδιορίζει ως προς τι υπάρχει και σε τι συνίσταται η έλλειψη του νομικού χαρακτηρισμού των ουσιωδών περιστατικών που έγιναν δεκτά (Ολ ΑΠ 20/2005, ΑΠ 121/2014). Τέλος, η αοριστία του λόγου αυτού δεν μπορεί να θεραπευθεί με παραπομπή σε άλλο διαδικαστικό έγγραφο (ΟλΑΠ 57/1990, ΑΠ 568/2021,ΑΠ 1265/2017,ΑΠ 674/2016). Με τον έκτο λόγο αναίρεσης κατά το τρίτο σκέλος του, ο αναιρεσείων προβάλλει αιτιάσεις από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ και ειδικότερα ότι το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση του, χωρίς αιτιολογίες, άλλως με ανεπαρκείς και ελλιπείς αιτιολογίες, ως προς το ουσιώδες ζήτημα της δαπάνης λήψης βελτιωμένης διατροφής, δέχτηκε εσφαλμένα ότι η βαριά σωματική του βλάβη ήταν ικανή να αντιμετωπιστεί με τη μέση διατροφή που ακολουθεί ένας υγιής ενήλικας 18 ετών και ότι τα ιατρικά πιστοποιητικά της νοσηλείας του και της ιατροδικαστικής έκθεσης συνιστούν ιατρικές γνωματεύσεις περιέχουσες ιατρικές οδηγίες για θεραπεία και ανάρρωση. Ο λόγος αυτός αναίρεσης, είναι προεχόντως αόριστος, διότι δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο ποιές επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιέχει η προσβαλλόμενη απόφαση, ο πραγματικός ισχυρισμός και τα περιστατικά που προτάθηκαν προς θεμελίωσή του, καθώς και η σύνδεσή του με το διατακτικό και η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε. Σε κάθε περίπτωση, οι περιεχόμενες στον ανωτέρω λόγο αιτιάσεις απαραδέκτως προβάλλονται, διότι, υπό την επίκληση της πλημμέλειας από τον αριθ.19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πλήττεται η εκτίμηση των αποδείξεων, η οποία είναι κατ'άρθρο 561 αριθ.1 ΚΠολΔ, ανέλεγκτη.
7. Κατ` ακολουθίαν των ανωτέρω, μη υπάρχοντος άλλου λόγου προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ). Δικαστικά έξοδα σε βάρος του αναιρεσείοντος, που ηττήθηκε, δεν επιβάλλονται, ελλείψει σχετικού αιτήματος εκ μέρους των αναιρεσιβλήτων, οι οποίοι δεν κατέθεσαν προτάσεις.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ -
Απορρίπτει την από 7-6-2022 αίτηση, για αναίρεση της υπ'αριθμ. 4744/2020 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
-Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος από τον αναιρεσείοντα παράβολου στο Δημόσιο Ταμείο.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 2 Δεκεμβρίου 2024.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 7 Ιανουαρίου 2025.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ