Αυτόματη μετάφραση (Google Translate)
Σύνδεσμος απόφασης - link


Επιστροφή - Back


Απόφαση 1486 / 2024    (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)


Αριθμός 1486/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη, Παναγιώτη Βενιζελέα, Βρυσηίδα Θωμάτου και Κλεόβουλο - Δημήτριο Κοκκορό - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 24 Απριλίου 2023, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει τις υποθέσεις μεταξύ:

Α) Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία ....., η οποία εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Αϋφαντή, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία ... που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία ... ... που εδρεύει στο ... Γερμανίας και εκπροσωπείται νόμιμα και 3) κοινοπραξίας - ένωσης με την επωνυμία ....., η οποία εδρεύει στο Χαϊδάρι Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, στην οποία μέλη είναι η ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία ... και οι ανώνυμες εταιρείες ... Εκπροσωπήθηκαν άπασες από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Αλεξία - Μαρία Γιαγκίνη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ. και η κοινοπραξία και από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Σταύρο Ανδριόπουλο, ομοίως με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Β) Των αναιρεσειουσών: 1) ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία ... που εδρεύει στο ... Γερμανίας και εκπροσωπείται νόμιμα και 2) ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία «... που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Βασιλική Κρικέτου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ. Της αναιρεσιβλήτου: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία ....., η οποία εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Αϋφαντή, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 24-12-2009, 21-12-2010, 30-12-2009, 6-12-2010, 30-12-2010 και 15-2-2011 και με αριθμούς κατάθεσης 254542/13935/2009, 225677/12930/2010, 254655/13945/2009, 214969/12398/2010, 229578/13285/2010 και 28175/1498/2011 αγωγές, αντίστοιχα, και την από 26-7-2013 και με αριθμό κατάθεσης 104778/3056/2013 πρόσθετη παρέμβαση, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5239/2014 του ίδιου Δικαστηρίου και 5432/2020 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείουσες με τις από 27-9-2021 και 30-9-2021 αιτήσεις τους.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 246 ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στην αναιρετική διαδικασία [άρθρο 573 παρ. 1 ΚΠολΔ], το δικαστήριο σε κάθε στάση της δίκης μπορεί, αυτεπαγγέλτως ή ύστερα από αίτηση κάποιου διαδίκου, να διατάξει την ένωση και συνεκδίκαση περισσότερων εκκρεμών ενώπιόν του δικών, ανάμεσα στους ίδιους ή διαφορετικούς διαδίκους, αν υπάγονται στην ίδια διαδικασία και κατά την κρίση του διευκολύνεται ή επιταχύνεται η διεξαγωγή της δίκης ή επέρχεται μείωση των εξόδων [ΑΠ 691/2018]. Στην προκειμένη περίπτωση, η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα και αναιρεσίβλητη ... άσκησε τις από 24-12-2009 [αρ. κατ. 254542/13395/2009] και από 21-10-2009 [αρ. κατ. 225677/12930/2010] αγωγές της. Οι ενάγουσες και ήδη αναιρεσείουσες και αναιρεσίβλητες εταιρείες με την επωνυμία ... Α. [. «Α., αντίστοιχα, άσκησαν την από 31-12-2009 [αρ. κατ. 254655/13945/2009] αγωγή τους. Η ενάγουσα και μη διάδικος στην παρούσα δίκη εταιρία με την επωνυμία ‘...'' [τρίτο μέλος της κοινοπραξίας που συστήθηκε με τις αναιρεσείουσες και αναιρεσίβλητες εταιρίες, με σκοπό την εκτέλεση του αναφερομένου έργου της ‘.....], άσκησε τις από 31-12-2010 [αρ. κατ. 229578/13285/2010], από 6-12-2010 [αρ. κατ. 214969/12398/2010] και από 15-2-2011 [αρ. κατ. 28175/1498/2011] αγωγές της. Η τραπεζική εταιρία με την επωνυμία ... άσκησε την από 26-7-2013 [αρ. κατ. 104778/3056/2013] πρόσθετη παρέμβαση υπέρ της εταιρίας ‘...''. Το Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών με την υπ' αριθ. 5239/2014 απόφασή του συνεκδίκασε τις προαναφερόμενες αγωγές και την πρόσθετη παρέμβαση και α] απέρριψε τις δύο ως άνω αγωγές της αναιρεσείουσας ‘..... και τις αγωγές της εταιρίας ‘...'', καθώς και την πρόσθετη παρέμβαση και β] δέχθηκε κατά ένα μέρος την αγωγή των αναιρεσειουσών και αναιρεσιβλήτων εταιριών"...]". Κατά της απόφασης αυτής ασκήθηκαν τέσσερις εφέσεις με αριθμούς 296/2016 από τα ‘...'', 511274/500824/2016 από τις αναιρεσείουσες ... Α., 224/4/2018 από τα ‘...'' και 510734/500792/2016 από την αναιρεσείουσα και αναιρεσίβλητη ‘...... Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών με την προσβαλλόμενη απόφασή του, απέρριψε τις τρεις πρώτες εφέσεις και δέχθηκε κατά ένα μέρος την τέταρτη ως άνω έφεση της ‘..... και αφού εξαφάνισε την εκκαλουμένη, συνεκδίκασε την αγωγή των αναιρεσειουσών και την από 21-10-2010 αγωγή της ‘..... και απέρριψε την αγωγή της ‘....., ενώ έκανε κατά ένα μέρος δεκτή την αγωγή των αναιρεσειουσών ... Ήδη κατά της απόφασης αυτής ασκήθηκαν οι υπό κρίση αιτήσεις αναίρεσης και δη α] η από 27-9-2021 αίτηση αναίρεσης της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία ‘...'' κατά της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία ..., της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία ... και της κοινοπραξίας - ένωσης με την επωνυμία ... και β] η από 30-9-2021 αίτηση αναίρεσης της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία ... και της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία ... [. Α. κατά της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία ‘...''. Οι αιτήσεις αυτές, με τις οποίες διώκεται η, υπό την επίκληση των διαλαμβανομένων αιτιάσεων, αναίρεση της υπ' αριθ. 5432/2020 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, πρέπει να συνεκδικαστούν, γιατί είναι συναφείς και έτσι διευκολύνεται και επιταχύνεται η διεξαγωγή της δίκης και επέρχεται μείωση των εξόδων. Περαιτέρω, οι ως άνω αιτήσεις αναίρεσης και δη από 27-9-2021 αίτηση της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία ‘...'', καθό μέρος στρέφεται κατά της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία ... και της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία ..., ασκήθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα [άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ], είναι παραδεκτές [άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ] και πρέπει να ερευνηθούν για το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων τους [άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ]. Από τις διατάξεις των άρθρων 558 και 566 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι η αναίρεση πρέπει να απευθύνεται εναντίον εκείνων οι οποίοι ήσαν διάδικοι στη δίκη στην οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη με αυτή απόφαση και αντίδικοι του αναιρεσείοντος, και μάλιστα όχι εναντίον όλων αυτών, αλλά μόνον εναντίον εκείνων από αυτούς οι οποίοι νίκησαν και από τους οποίους επιδιώκεται με αυτήν και είναι δυνατή με βάση τις επικαλούμενες πλημμέλειές της, η αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης. Επομένως η αίτηση αναίρεσης είναι απορριπτέα, ως απαράδεκτη, ως προς το μέρος της που στρέφεται κατ` εκείνων από τους αντιδίκους του αναιρεσείοντος, τους οποίους δεν αφορά η αποδιδόμενη μ' αυτήν στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια και ως προς τους οποίους επομένως δεν είναι δυνατό να αναιρεθεί η απόφαση και αν ακόμα ευδοκιμήσει ο λόγος αυτός (ΑΠ 932/2018, ΑΠ 110/2018, ΑΠ 47/2016). Ενόψει αυτών, καθό μέρος η από 27-9-2021 αίτηση αναίρεσης της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία ‘...'' στρέφεται κατά της τρίτης αναιρεσίβλητης κοινοπραξίας - ένωσης με την επωνυμία ... είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη, αφού με αυτή προσβάλλεται η ανωτέρω 5432/2020 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, μόνον κατά το μέρος που έγινε δεκτή η υπ' αρ. κατ. 254655/13945/2009 αγωγή των προαναφερόμενων δύο μελών της Κοινοπραξίας, ήτοι της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία ... και της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία ... και, ως εκ τούτου, στην ανοιγείσα με την εν λόγω αγωγή δίκη, η τρίτη αναιρεσίβλητη Κοινοπραξία δεν απέκτησε την ιδιότητά του διαδίκου, η έφεση δε της αναιρεσείουσας απευθύνθηκε και εναντίον αυτής (Κοινοπραξίας) για το λόγο ότι η αναιρεσείουσα ως εκκαλούσα παραπονέθηκε και για την απόρριψη των αγωγών της που στρέφονταν και κατά της Κοινοπραξίας. Επομένως, εφόσον οι λόγοι αναίρεσης, που περιέχονται στο αναιρετήριο, δεν πλήττουν την απόφαση του Εφετείου κατά το μέρος που απέρριψε τις αγωγές της αναιρεσείουσας ως προς την τρίτη αναιρεσίβλητη, αλλά την προσβάλλουν, όπως αναφέρθηκε, μόνο κατά το μέρος που έγινε δεκτή η υπ' αρ. κατ. 254655/13945/2009 αγωγή των δύο πρώτων αναιρεσιβλήτων, η ανωτέρω αίτηση αναιρέσεως στρεφόμενη κατά προσώπου που δεν ήταν διάδικος στην κατ' έφεση δίκη επί της εν λόγω αγωγής, είναι απαράδεκτη. I. Επί της από 27-9-2021 αίτησης αναίρεσης της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία ‘...'' Από τις διατάξεις των άρθρων 39, 42, 43, 44, 48 του ΕμπΝ [όπως ίσχυαν πριν το Ν. 4072/2012], προκύπτει ότι η εμπορική συνεργασία δύο ή περισσότερων προσώπων [αποκαλούμενη στις συναλλαγές ''Κοινοπραξία''], χωρίς την τήρηση των διατυπώσεων που ορίζει ο νόμος θα είναι είτε ομόρρυθμος εταιρία ''εν τοις πράγμασι'' είτε αφανής εταιρία [ΑΠ 2146/2014]. Επίσης, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 62 και 64 παρ. 3 ΚΠολΔ προκύπτει ότι οι εταιρίες, οι οποίες δεν έχουν νομική προσωπικότητα, όπως είναι οι ενώσεις φυσικών ή νομικών προσώπων με πρόθεση εμπορικής συνεργασίας και ενέργειας εμπορικών πράξεων με εταιρικό σκοπό [κοινοπραξίες], μολονότι δεν είναι αυτοτελείς φορείς δικαιωμάτων και υποχρεώσεων, μπορούν κατ' εξαίρεση του κανόνα του άρθρου 62 ΚΠολΔ, που υπαγορεύθηκε από την ανάγκη δικονομικής διευκολύνσεως των συναλλασμένων με την ένωση τρίτων, να είναι διάδικοι και να παρίστανται στο δικαστήριο με τα πρόσωπα που κατά το καταστατικό τις αντιπροσωπεύουν ή που διαχειρίζονται τις υποθέσεις τους [ολΑΠ 14/2007, ΑΠ 680/2014]. Εξάλλου, ένα από τα χαρακτηριστικά των συνεργασιών με τη μορφή κοινοπραξίας είναι [τις περισσότερες φορές] ο ευκαιριακός τους χαρακτήρας. Στις προθέσεις των μερών είναι η διατήρηση της νομικής και οικονομικής τους αυτοτέλειας, έτσι ώστε όταν επιτευχθεί ο σκοπός της κοινοπραξίας [συνήθως η ολοκλήρωση του έργου το οποίο είχε αναλάβει η κοινοπραξία], να συνεχίσουν ανεξάρτητα την επιχειρηματική τους δράση. Η ίδια η συμφωνία, συνήθως, περιέχει διατάξεις που ρυθμίζουν τη διάρκεια και το είδος της συνεργασίας και καθορίζουν την επιχειρηματική και νομική τους αυτοτέλεια, καθώς και τον ευκαιριακό χαρακτήρα της κοινοπραξίας. Έτσι, ανεξαρτήτως του ότι οι στερούμενες νομικής προσωπικότητας κοινοπραξίες, μολονότι δεν είναι αυτοτελείς φορείς δικαιωμάτων και υποχρεώσεων, νομιμοποιούνται ωστόσο να ενάγουν και να ενάγονται ως προς τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των μελών τους, όντας και φορείς των κατ' ιδίαν αυτών δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των μελών τους (0λΑΠ 14/2007), πρέπει να γίνει δεκτό ότι και μεμονωμένο μέλος της κοινοπραξίας [είτε φυσικό είτε νομικό πρόσωπο], νομιμοποιείται, και χωρίς την σύμπραξη των υπολοίπων μελών αυτής, να ασκήσει αγωγή εργολαβικής αμοιβής, για το τμήμα του έργου που ανέλαβε στα πλαίσια της σύμβασης έργου της κοινοπραξίας και του αντισυμβαλλομένου της, εφόσον η αμοιβή αυτή αφορά όχι το σύνολο της αμοιβής της κοινοπραξίας, αλλά ενός εκάστου των μελών της, διαφοροποιούμενη ως προς την έκτασή της, με συνέπεια το συγκεκριμένο μέλος να είναι, στην πραγματικότητα, και κατά το ουσιαστικό δίκαιο δικαιούχος της ένδικης απαίτησης. Τέτοιες διαφοροποιήσεις μπορούν να προκύψουν από τις διαφορετικές δαπάνες, στις οποίες έχει υποβληθεί κάθε μέλος της κοινοπραξίας για κάθε ξεχωριστό τμήμα του έργου και γενικά όταν από το γράμμα της συμφωνίας και την πρακτική που τηρήθηκε κατά την εκτέλεση της σύμβασης προκύπτει ο διαιρετός χαρακτήρας των δικαιωμάτων και των υποχρεώσεων εκάστου μέλους της κοινοπραξίας, ενώ κάτι τέτοιο συνάδει και με την αρχή της αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας που συνιστά γενική αρχή του δικαίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης [βλ. σχετ. ολΣΤΕ 3471/2011]. Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 68 και 73 ΚΠολΔ, συνάγεται ότι η νομιμοποίηση των διαδίκων είναι η εξουσία διεξαγωγής συγκεκριμένης δίκης για συγκεκριμένη έννομη σχέση, που καθορίζεται κατά κανόνα ως προς το αντικείμενό της και τους φορείς της από το ουσιαστικό δίκαιο. Εκείνος, ο οποίος εμφανίζεται κατά το ουσιαστικό δίκαιο δικαιούχος ή υπόχρεος νομιμοποιείται κατά αρχήν ως ενάγων ή εναγόμενος, με συνέπεια η από το επιλαμβανόμενο αγωγής δικαστήριο εσφαλμένη κρίση ως προς τη νομιμοποίηση ή μη του ενάγοντος ή του εναγομένου να δημιουργεί λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ [ολΑΠ 18/2005, ΑΠ 1428/2019] και όχι από τον αριθμό 14 του ίδιου άρθρου, ο οποίος ανακύπτει, μόνον όταν στο δικόγραφο της αγωγής δεν εκτίθενται τα στοιχεία που θεμελιώνουν τη νομιμοποίηση και δικαιολογούν το έννομο συμφέρον για την άσκησή της [ΑΠ 1428/2019, ΑΠ 1259/2018]. Περαιτέρω, η εκ μέρους του εναγομένου αμφισβήτηση των πραγματικών περιστατικών που επικαλείται ο ενάγων προς θεμελίωση του ισχυρισμού του περί έλλειψης νομιμοποίησης του ενάγοντος, συνιστά όχι ένσταση έλλειψης νομιμοποίησης, αλλά άρνηση της βάσης της αγωγής και ως εκ τούτου δεν αποτελεί ''πράγμα'', που έχει ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ [ΑΠ 1254/2021, ΑΠ 216/2019, ΑΠ 1679/2018]. Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία ‘...'', με τις προτάσεις της στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο προέβαλε την ένσταση ενεργητικής νομιμοποίησης των εναγουσών, αφού η αγωγή ασκήθηκε μόνο από τις εταιρίες ... και ... και όχι από την κοινοπραξία ..., με την οποία η αναιρεσείουσα είχε προβεί στην από 22-12-1997 Προγραμματική Συμφωνία 33α και την αντίστοιχη Σύμβαση Διαρκείας 33α και η οποία συστήθηκε με το από 15-12-1997 Κοινοπρακτικό Συμφωνητικό, που μνημονεύεται στο προοίμιο αυτής, αλλά ούτε και από το σύνολο των μελών της κοινοπραξίας, ήτοι από τις τρεις ως άνω εταιρίες, αλλά μόνο από τις δύο από αυτές. Επί του ισχυρισμού αυτού, που επαναφέρθηκε στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο με λόγο έφεσης, το Εφετείο διάλαβε στην προσβαλλομένη απόφασή του τα ακόλουθα: "Στην προκειμένη περίπτωση, από το περιεχόμενο των όρων της ΠΣ/ΣΔ 33α, προκύπτει ότι: α) κάθε μέλος της Κ/Ξ δικαιούται να εισπράξει διακριτό τμήμα του συμβατικού τιμήματος που οφείλει να καταβάλει ο Ο. προσκομίζοντας και τα κατά περίπτωση αναλυτικά προβλεπόμενα παραστατικά (αρ. 8.1.1 ΣΔ 33α για τη S., αρ. 8.1.2. για τη Σ. και την Ε., βλ. και αρ. 4.8, όπου το τίμημα διακρίνεται σε ελληνικό μέρος, όπου γίνεται περαιτέρω διάκριση του τιμήματος ανάμεσα στην Ε. και τη Σ., και σε εισαγόμενο μέρος, όπου αναφέρεται το τίμημα που οφείλεται από τον Ο. στη S., ενώ ανάλογη διάκριση γίνεται και για το τίμημα των ανταλλακτικών μεταξύ S. και Σ.), β) κάθε μέλος της Κ/Ξ δικαιούται να εισπράξει επιπλέον τίμημα, το οποίο προκύπτει κατόπιν αναπροσαρμογής του βασικού τιμήματος εκάστου μέλους της Κ/Ξ, για κάθε δε μέλος της Κ/Ξ ορίζεται στη Σύμβαση συγκεκριμένος τύπος αναπροσαρμογής (αρ. 7.1 ΣΔ 33α για τη Σ., αρ. 7.2 για την Ε. και αρ. 7.3 για τη S.), γ) κάθε ένα από τα μέλη της Κ/Ξ υποχρεούται να καταθέσει στον Ο. εγγυητικές επιστολές προκαταβολής, καλής εκτέλεσης και καλής λειτουργίας, σε ποσοστό που υπολογίζεται επί του συμβατικού τιμήματος του κάθε μέλους της Κ/Ξ χωριστά (βλ. αρ. 8, αρ. 9 ΣΔ 33α, ενώ, επιπλέον, στο Παράρτημα Δ της Σύμβασης, το οποίο μάλιστα τροποποιήθηκε αναφορικά με τις ε/ε καλής εκτέλεσης δυνάμει της Τροποποίησης
ΙΙ, περιλαμβάνονται σχέδια των εν λόγω εγγυητικών επιστολών, διαφορετικά για κάθε μία εκ των Ε., Σ.. και S.. Κατά συνέπεια και δεδομένου ότι το έργο - ανεξαρτήτως των επικαλουμένων προβλημάτων και ζητημάτων που ανέκυψαν κατά την εκτέλεσή του - έχει ολοκληρωθεί, ενώ οι εγγυητικές επιστολές ήταν διαφορετικές για Κάθε μία εκ των Ε., Σ.. και S., κρίνεται ότι νομιμοποιείται ενεργητικώς ένα έκαστο των μελών της κοινοπραξίας για τις διακριτές - όπως εν προκειμένω αξιώσεις αυτών σε σχέση με τις επιστολές και ο σχετικός ισχυρισμός του Ο. [όπου - και πέραν του λόγου αυτού της εφέσεως - προβάλλεται συναφώς], τυγχάνει απορριπτέος ως αβάσιμος".
Έτσι που έκρινε και με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο, δηλαδή ότι οι αναιρεσείουσες νομιμοποιούνται να ασκήσουν την ένδικη αγωγή τους μεμονωμένα η καθεμία και δεν ήταν αναγκαίο να ασκηθεί η αγωγή είτε από την κοινοπραξία είτε από όλα τα μέλη αυτής από κοινού, δεν παραβίασε ευθέως τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 62, 64 παρ. 2, 68, 73 ΚΠολΔ και 39, 42, 43, 44, 48 του ΕμπΝ [όπως ίσχυαν πριν το Ν. 4072/2012] τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, αφού συνέτρεχαν οι όροι και οι προϋποθέσεις για την εφαρμογή τους, δεδομένου ότι, όπως ανελέγκτως δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας, η σχετική αμοιβή αφορά καθένα από τα επί μέρους μέλη της Κοινοπραξίας, το οποίο ανέλαβε ξεχωριστό τμήμα του όλου έργου, παρέδωσε διαφορετικές εγγυητικές επιστολές και υποβλήθηκε σε διαφορετικές δαπάνες, δικαιούμενο συνεπώς σε ξεχωριστή αμοιβή, ανάλογη με το τμήμα του όλου έργου που αυτό ανέλαβε να κατασκευάσει, αντιμετωπίζοντας έτσι αμφότερες οι συμβαλλόμενες πλευρές, τόσο κατά το γράμμα της ΠΣ/ΣΔ 33α, όσο και με βάση την πρακτική που τηρήθηκε κατά την εκτέλεση της σύμβασης, τις αξιώσεις και υποχρεώσεις εκάστου μέλους της κοινοπραξίας ως διαιρετά δικαιώματα, φορέας των οποίων ήταν το κάθε μέλος της κοινοπραξίας και όχι η κοινοπραξία, και ως εκ τούτου οι ενάγουσες, ως μεμονωμένα μέλη της κοινοπραξίας νομιμοποιούνται, χωρίς τη σύμπραξη των υπολοίπων μελών αυτής, να ασκήσουν την υπό κρίση αγωγή από την ένδικη σύμβαση έργου μεταξύ της κοινοπραξίας και της αναιρεσείουσας. Επομένως, ο πέμπτος λόγος [κατά το οικείο μέρος του] της από 27-9-2021 αίτησης αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, κατ' εκτίμηση [και όχι από τον αριθμό 8 του ίδιου άρθρου], είναι αβάσιμος.
Με τη διάταξη του άρθρου 361 ΑΚ, που ορίζει ότι για τη σύσταση ή αλλοίωση ενοχής με δικαιοπραξία απαιτείται σύμβαση, εφόσον ο νόμος δεν ορίζει διαφορετικά, καθιερώνεται στο ενοχικό δίκαιο, ως απόρροια του δόγματος της αυτονομίας της βούλησης, η αρχή της ελευθερίας των συμβάσεων, σύμφωνα με την οποία οι συμβαλλόμενοι έχουν πλήρη ελευθερία για κατάρτιση οποιασδήποτε δικαιοπραξίας με οποιαδήποτε μορφή και με οποιοδήποτε περιεχόμενο, αρκεί αυτό να μην αντιβαίνει στα χρηστά ήθη [ΑΠ 845/2019, ΑΠ 2120/2013]. Στην προκειμένη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο της από 27-9-2021 αίτησης αναίρεσης, κατά το δεύτερο μέρος του, η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 1 [κατ' εκτίμηση] του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι κατά τον υπολογισμό των ποινικών ρητρών δέχθηκε ως ανώτατο όριο ποσοστό 7,5% επί της αξίας κάθε ηλεκτράμαξας που παραδόθηκε σε αυτήν από τις αναιρεσίβλητες, ενώ κατά τη σύμβαση δεν υφίστατο το ανωτέρω όριο για τις ποινικές ρήτρες που επιβλήθηκαν λόγω μη παράδοσης του ισοδύναμου τροχαίου υλικού από την Κοινοπραξία. Από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος της: "Όσον αφορά στον συμψηφισμό καταπεσουσών ποινικών ρητρών σημειώνονται τα ακόλουθα: Ο εναγόμενος Ο. εξέδωσε το υπ' αριθμ. 51/8.10.2007 τιμολόγιο, καταλογίζοντας στην ενάγουσα ... καταπεσούσες ποινικές ρήτρες ύψους 1.761.407,04 ευρώ λόγω καθυστέρησης παράδοσης εκ μέρους της των ΗΑ/Α 1-6 (ήτοι 267, 199, 182, 157, 120, 51 ημερών καθυστέρηση τις 1η, 2η, 3η, 4η, 5η, και 6η αντίστοιχα ΗΑ/Α) υπολογίζοντας ποσοστό χρέωσης ποινικής ρήτρας επί της αξίας εκάστης εκ των 1ης έως και 5ης ΗΑ/Α και ποσοστό χρέωσης 2,55% επί της αξίας της 6ης ΗΑ/Α. Για τον ίδιο λόγο (λόγω καθυστέρησης 267, 199, 182, 157, 120, 51 ημερών στην παράδοση της 1ης, 2ης, 3ης, 4ης, 5ης και 6ης των ΗΑ/Α) ο εναγόμενος Ο. καταλόγισε καταπεσούσες ποινικές ρήτρες ύψους 202.472,29 ευρώ στην ενάγουσα Σ. ΑΕ (εκδίδοντας σχετικώς το υπ' αριθμ. 1974/2007 τιμολόγιο) υπολογίζοντας ποσοστό χρέωσης ποινικής ρήτρας 7,5% επί της αξίας εκάστης εκ των 1ης έως και 5ης ΗΑ/Α και ποσοστό χρέωσης ποινικής ρήτρας 2,6% επί της αξίας της 6ης ΗΑ/Α.... Με την έκδοση των παραπάνω τιμολογίων o εναγόμενος Ο. προέβη, ως είχε κατά τη σύμβαση σχετικό δικαίωμα, σε δήλωση εξωδίκου συμψηφισμού έναντι των αξιώσεων των εναγουσών επί του εργολαβικού ανταλλάγματος, οι οποίες ωστόσο ισχυρίζονται ότι, σε κάθε περίπτωση, ο συμψηφισμός των ποινικών ρητρών έγινε καθ' υπέρβαση του συμβατικού όρου του 7,5%. Ειδικότερα, οι ως άνω ενάγουσες ισχυρίζονται ότι, πριν τον συμψηφισμό των ως άνω ποσών ποινικών ρητρών, ο Ο. είχε προβεί σε περαιτέρω καταλογισμούς αντίστοιχων ποινικών ρητρών εις τρόπον ώστε, οι ως άνω ποινικές ρήτρες, συνυπολογιζόμενες με τις ήδη προγενεστέρως επιβληθείσες, υπερβαίνουν το όριο του 7,5%. Ακόμη δε περαιτέρω, οι ως άνω ενάγουσες ισχυρίζονται ότι, κατά τις οικείες συμβατικές ρήτρες, που περιέχονται τόσο στην' αρχική σύμβαση όσο και στην από 28.2.2003 τροποποίησή της, τίθεται όριο στο ποσοστό των επιβληθησομένων ποινικών ρητρών, οι οποίες αθροιζόμενες στο σύνολό τους δεν θα πρέπει να υπερβαίνουν το ως άνω ποσοστό υπολογιζόμενο ανά ΗΑ/Α, άλλως επί του συνόλου του συμβατικού αντικειμένου κατ' επιλογήν των ιδίων. Αντιθέτως, ο Ο. ισχυρίζεται ότι το όριο αυτό, τόσο κατά την αρχική σύμβαση όσο και μετά την τροποποίηση, δεν περιελάμβανε την περίπτωση μη παράδοσης όλου ή μέρους του ισοδύναμου τροχαίου υλικού αλλά μόνο την περίπτωση καθυστερημένης παράδοσης είτε του ισοδύναμου τροχαίου υλικού είτε των ΗΑ/Α, περαιτέρω δε ότι σε περίπτωση μη παράδοσης του ισοδύναμου τροχαίου υλικού θα αιρόταν κατά τη σύμβαση η αναστολή των ποινικών ρητρών και τόκων υπερημερίας, ώστε να συνεχίζουν υπολογιζόμενοι από 1.1.2003, σαν να μην είχαν ανασταλεί. Αναφορικά με το προαναφερόμενο ζήτημα, αποδείχθηκε ότι, κατά την εκτέλεση της σύμβασης, τα Κοινοπρακτούντα μέλη πράγματι εκπλήρωσαν μερικώς μόνο την υποχρέωση τους προς παροχή του ισοδύναμου τροχαίου υλικού, σύμφωνα με την από 28.2.2003 τροποποιητική ως άνω σύμβαση. Ειδικότερα δε, τα κοινοπρακτούντα μέλη, παρέδωσαν, κατά τη συναφή συμβατική τους υποχρέωση, τις οκτώ (8) δίδυμες μονάδες DMU classic Desiro της εταιρείας S. (Diesel multiple units), πλην, όμως, ουδέποτε παρέδωσαν τους έξι (6) ηλεκτρικούς συρμούς, που αποτελούσαν το δεύτερο τμήμα του ισοδύναμου τροχαίου υλικού και ήταν παραδοτέοι στις ημερομηνίες 1.4.2004, 1.4.2004, 1.5.2004, 1.5.2004, 1.6.2004 και 1.6.2004. Τα κοινοπρακτούντα μέλη ισχυρίζονται ότι η μη παράδοση του εν λόγω μέρους του τροχαίου υλικού δεν οφείλεται σε δική τους υπαιτιότητα, αλλά στην αδυναμία του Ο. να το χρησιμοποιήσει, δεδομένης της έλλειψης κατάλληλης υποδομής για την ηλεκτροκίνηση των οχημάτων, γεγονός που οδήγησε σε άτυπη κατάργηση του αντίστοιχου μέρους της αντίστοιχης υποχρέωσής τους. Πέραν, όμως του ότι η επικαλούμενη μερική κατάργηση της συμφωνίας (ειδικότερα ως προς την υποχρέωση παράδοσης και των υπολοίπων έξι ηλεκτρικών συρμών) δεν επαληθεύεται από τα αποδεικτικά στοιχεία, αντίθετα - από την αλληλογραφία - που έλαβε χώρα μεταξύ των διαδίκων, προκύπτει ότι ο Ο. ενέμενε στην παράδοση του συνόλου του ισοδύναμου τροχαίου υλικού και επέμενε ότι θα μπορούσε να χρησιμοποιήσει το τροχαίο αυτό υλικό, αλλά και τυχόν αδυναμία του προς τούτο (δυνατότητα χρησιμοποίησης των εν λόγω συρμών) θα μπορούσε να οδηγήσει σε κατάργηση της συμφωνίας μόνο με μεταγενέστερη σχετική τέτοια συμφωνία των διαδίκων, που δεν αποδεικνύεται εν προκειμένω. Γι' αυτό και αλυσιτελώς προβάλλεται ότι ήταν αδύνατη η λειτουργία του τροχαίου αυτού υλικού ως ενιαίων ηλεκτροκίνητων συρμών, αφού -εν πάση περιπτώσει - εναπόκειτο στην κρίση του Ο. εάν οι επιμέρους επιβατάμαξες θα μπορούσαν να αποσπασθούν και να χρησιμοποιηθούν οπουδήποτε στο σιδηροδρομικό δίκτυο του Ο., ενώ οι ηλεκτράμαξες θα μπορούσαν να Χρησιμοποιηθούν στα τμήματα εκείνα του δικτύου που υφίστατο ηλεκτροκίνηση, ο δε ισχυρισμός των κοινοπρακτούντων μελών ότι η σύμβαση παραχώρησης των συρμών δεν επέτρεπε την κατάτμησή τους σε επιμέρους επιβατάμαξες και ηλεκτράμαξες, δεν επαληθεύεται ούτε από την κύρια σύμβαση, ούτε από την καταρτισθείσα σύμβαση παραχώρησης και είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Επομένως, αποδεικνύεται ότι η κοινοπραξία δεν εκπλήρωσε μερικώς την υποχρέωσή της προς παραχώρηση του ισοδύναμου τροχαίου υλικού, που συνιστούσε παρεπόμενη υποχρέωση αυτής και συναπτόταν με συγκεκριμένες συνέπειες, σύμφωνα με την από 28.2.2003 τροποποίηση. Από τις σχετικές δε διατάξεις της σύμβασης (αρχικό και τροποποιημένο περιεχόμενο) σαφώς προκύπτει ότι, κατά τη συναφή, εκπεφρασμένη και σαφή, βούληση/δήλωση των μερών i) οι ποινικές ρήτρες θα υπολογίζονταν πάντοτε επί των τιμών (αρχικών και αναθεωρημένων) έκαστης ΗΑ/Α και όχι κατ' επιλογήν των κοινοπρακούντων μελών είτε επί της αξίας έκαστης ΗΑ/Α είτε επί του συνόλου του συμβατικού αντικειμένου, όπως αβάσιμα ισχυρίζονται οι κοινοπρακτούσες εταιρίες, ii) η αναστολή της κατάπτωσης των ποινικών ρητρών και τόκων υπερημερίας (που είχαν ήδη εκκινήσει) θα προϋπόθετε την παράδοση του συνόλου του ισοδύναμου τροχαίου υλικού, επομένως σε περίπτωση μερικής ή ολικής μη εκπλήρωσης θα συνέχιζαν να καταπίπτουν ποινικές ρήτρες και τόκοι υπερημερίας επί των προκαταβολών σύμφωνα με τους όρους του άρθρου 10, ως είχε ("..Λόγω της παράδοσης του ισοδύναμου τροχαίου υλικού, αναστέλλεται η επιβολή των ποινικών ρητρών και τόκων υπερημερίας επί των προκαταβολών από 01.01.2003, εφόσον αυτό θα παραδοθεί...."), iii) οι ρυθμίσεις της από 28.2.2003 τροποποιητικής συμφωνίας αναφορικά με τις εκπρόθεσμες παραδόσεις του ισοδύναμου τροχαίου υλικού αντιμετωπίζουν την περίπτωση όπου παραδίδεται με καθυστέρηση το ισοδύναμο τροχαίο υλικό, οπότε επιβάλλονται ποινικές ρήτρες και τόκοι υπερημερίας για το χρονικό διάστημα της υπερημερίας και όχι την περίπτωση της μερικής/μη εκπλήρωσης, όπου συνεχίζουν διαδραμόντες οι ήδη αρξάμενοι τόκοι υπερημερίας και η κατάπτωση ποινικών ρητρών, που είχαν ήδη εκκινήσει λόγω των καθυστερημένων παραδόσεων του κύριου μέρους της σύμβασης (ΗΑ/Α), iv) ενόψει δε του ότι, για την κατάπτωση των ποινικών ρητρών, προβλεπόταν (ήδη από την αρχική σύμβαση) όριο 7,5% επί της αξίας έκαστης ΗΑ/Α, κρίνεται ότι αυτό το όριο θα συνέχιζε να ισχύει, αφού λόγω μερικής μη εκπλήρωσης της παρεπόμενης αυτής υποχρέωσης υφίσταται επάνοδος στην αρχική ρύθμιση, που καθίσταται εφαρμοστέα και, τέλος, ν) το ως άνω όριο του 7,5% ίσχυε όχι μόνο για τις ποινικές ρήτρες που επιβάλλονταν λόγω των αρχικών καθυστερήσεων στις παραδόσεις αλλά εν γένει, ήτοι και την περίπτωση νέων καθυστερήσεων στην παράδοση. Με βάση τις πιο πάνω παραδοχές οι ενάγουσες κοινοπρακτούσες εταιρίες ορθώς αποκρούουν την επιβολή ποινικών ρητρών πέραν του ορίου του 7,5%, το οποίο όμως, όπως προαναφέρθηκε, πρέπει να υπολογισθεί ανά ΗΑ/Α και όχι επί του συνόλου του συμβατικού αντικειμένου, κατ' επιλογή των εναγουσών. Περαιτέρω, λαμβάνοντας υπόψη όλα τα παραπάνω, ήτοι τον ορθώς εφαρμοσθέντα από τον Ο. τρόπο υπολογισμού των αναπροσαρμογών σε συνδυασμό με την ρύθμιση του τρόπου υπολογισμού και του ορίου κατάπτωσης ποινικών ρητρών λόγω μη παροχής μέρους του ισοδύναμου τροχαίου υλικού και τη συναφή μερική μη εκπλήρωση, σύμφωνα με όσα έχουν ήδη γίνει δεκτά, σημειώνονται τα ακόλουθα: Ι. Η. S. A. ισχυρίζεται ότι ο Ο. κατά την καταβολή της 2ης τμηματικής πληρωμής (δηλαδή προ της καταπτώσεως των ως άνω ποινικών ρητρών, ποσού 1.761.407,04 κατά τον Οκτώβριο του 2007) είχε ήδη προβεί (2006) σε παρακρατήσεις επί του τιμήματος των 1-20ΗΑ/Α με συνέπεια οι επόμενες παρακρατήσεις (ποσού 1.761.407,04 €) να οδηγούν σε υπέρβαση του ποσοστού του 7,5% ως εξής:
Συνολική αναπροσαρμοσμένη η αξία με βάση τους υπολογισμούς του Ο. Ποινικές ρήτρες κατά την πληρωμή 1ης - 2ης δόσης Ποινικές ρήτρες κατά τις τελικές πληρωμές των 1-7 ΗΑ Συνολικά επιβληθείσες ποινικές ρήτρες Ποσοστό συνολικών ποινικών ρητρών Ποσό υπέρβασης 4.331.176,06 324.853,40 324.853,47 549.706,87 15,00% 324.853,40 4.330.561,32 324.792,05 324.792,04 649.584,09 15,00% 324.792,05 4.420.651,61 281.789,33 332.298,91 614.088,24 13,86% 281.789,33 4.439.405,91 193.780,14 332.955,40 325.735,54 11,87% 193.780,14 4.441.919,91 134.812,34 333.144,07 467.956,41 10,54% 134.812,34 Συναφώς ο Ο., που συνομολογεί με τα δικόγραφά του την επιβολή ποινικών ρητρών, ισχυρίζεται ότι το όριο του 7,5% δεν ίσχυε όσον αφορά στις επιβληθείσες ποινικές ρήτρες λόγω μη παράδοσης του ισοδύναμου τροχαίου υλικού επί των οποίων δεν υφίστατο όριο. Ο ισχυρισμός αυτός, ωστόσο, δεν ανταποκρίνεται στη σύμβαση, σύμφωνα με όσα παραπάνω έχουν γίνει δεκτά. Μετά ταύτα, εφόσον αποδεικνύεται ότι έλαβε χώρα χωρίς επιβολή ποινικών ρητρών καθ' υπέρβαση των συμβατικώς συμφωνηθέντων, ο Ο. ενέχεται σε καταβολή προς την ενάγουσα S. Α. του ως άνω συνολικού ποσού των 1.260.027,84 ευρώ, όπως κατά το επιπλέον μέρος καταλογίσθηκε ανά ΗΑ/Α (1-5), χωρίς να συντρέχουν οι προϋποθέσεις συμψηφισμού, νομιμότοκα από την επίδοση της αγωγής.
ΙΙ. Η Σ. Α. ισχυρίζεται ότι ο Ο. κατά την καταβολή της 2ης τμηματικής πληρωμής (δηλαδή προ της καταπτώσεως των ως άνω ποινικών ρητρών ποσού 240.942,29 (202.472,29 ευρώ +19%ΦΠΑ) κατά τον Οκτώβριο του 2007, είχε ήδη προβεί (το έτος 2006) σε παρακρατήσεις επί του τιμήματος των 1-20ΗΑ/Α συνολικού ύψους 724.097,90 € λόγω κατάπτωσης ποινικών ρητρών, με συνέπεια οι επόμενες παρακρατήσεις (240.942,02 ευρώ) να οδηγούν σε υπέρβαση του ποσοστού του 7,5%. Ο Ο. με τις προτάσεις του, ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, συνομολογεί συναφώς την επιβολή ποινικών ρητρών συνολικού ύψους 724.096,90 ευρώ, ως εξής: ΗΑ/Α Τελικό κόστος ΗΑ/Α ΕΠΙΒΛΗΘΕΙΣΕΣ ΠΟΙΝ. ΡΗΤΡΕΣ ΠΟΣΟΣΤΟ ΕΠΙ ΤΗΣ ΑΞΙΑΣ ΕΝΑΠΟΜΕΝΟΝ ΠΟΣΟ ΕΩΣ 7,5% 1 170.824.786 12.811.859 7,5 0 2 169.522.181 12.714.164 7,5 0 3 172.464.308 10.968.730 6,36 5770 4 172.677.156 7.537.358 4,37 15887 5 174.266.448 5.288.987 3,04 22835 6 176.899.526 8.729.992 4,94 13316 7 178.141.190 13.360.589 7,5 0 8 178.149.977 13.361.248 7,5 0 9 179.231.308 13.442.348 7,5 0 10 178.755.867 13.406.590 7,5 0 11 179.076.763 13.430.757 7,5 0 12 177.523.035 13.314.228 7,5 0 13 178.356.818 13.376.761 7,5 0 14 178.977.987 13.423.349 7,5 0 15 179.603.149 13.470.236 7,5 0 16 180.232.328 13.517.425 7,5 0 17 180.865.552 13.564.916 7,5 0 18 181.502.845 13.612.713 7,5 0 19 182.368.393 13.677.629 7,5 0 20 183.013.904 13.726.043 7,5 0 57808 Λαμβανομένου υπόψη, όμως, ότι παραπάνω κρίθηκε πως δεν ευσταθεί ο ισχυρισμός του Ο. ότι το όριο του 7,5 % δεν ίσχυε, καθόσον αφορά στις επιβληθείσες ποινικές ρήτρες, λόγω μη παράδοσης του ισοδύναμου τροχαίου υλικού, αποδεικνύεται ότι έλαβε χώρα επιβολή ποινικών ρητρών καθ' υπέρβαση των συμβατικώς συμφωνηθέντων και, επομένως, ο Ο. ενέχεται σε καταβολή προς την ενάγουσα Σ. ΑΕ της αντίστοιχης διαφοράς ποσού 144.664,29 ευρώ (202.472,29 ευρώ συμψηφισμός τον Οκτώβριο του 2007 - 57.808 ευρώ υπόλοιπο δυνάμενων να επιβληθούν ποινικών ρητρών = 144,664,29 ευρώ), στο μέτρο που δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις συμψηφισμού ανά ΗΑ/Α, νομιμότοκα από την επίδοση της αγωγής, απορριπτομένων των περί του αντιθέτου ισχυρισμών του εκκαλούντος Ο.." Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο απέρριψε τον ισχυρισμό της αναιρεσείουσας περί συμψηφισμού της ένδικης αγωγικής απαίτησης των αναιρεσιβλήτων με την ανταπαίτησή της από κατάπτωση ποινικών ρητρών πέραν του 7,5% επί της αξίας κάθε ηλεκτράμαξας που παραδόθηκε από τις αναιρεσίβλητες σε αυτήν, με βάση την ένδικη σύμβαση έργου. Έτσι που έκρινε και με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο δεν παραβίασε ευθέως την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 361 ΑΚ, την οποία ορθά εφάρμοσε, αφού, κατά τις ανέλγκτες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, με βάση τη συμφωνία των διαδίκων, το όριο του 7,5% επί της αξίας κάθε ηλεκτράμαξας που παραδόθηκε από τις ενάγουσες στην εναγομένη, σε εκτέλεση της ένδικης σύμβασης, ίσχυε όχι μόνο για τις ποινικές ρήτρες που επιβλήθηκαν λόγω των αρχικών καθυστερήσεων στις παραδόσεις, αλλά και γι' αυτές που επιβλήθηκαν λόγω μη παράδοσης του ισοδύναμου τροχαίου υλικού από την κοινοπραξία, οπότε λόγω μερικής μη εκπλήρωσης της παρεπόμενης αυτής υποχρέωσης επανήλθε η αρχική ρύθμιση, γενικά δε το ως άνω όριο ίσχυε και για την περίπτωση νέων καθυστερήσεων στην παράδοση. Επομένως, ο δεύτερος λόγος της από 27-9-2021 αίτησης αναίρεσης, κατά το δεύτερο μέρος του, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος. Κατά τα λοιπά, ο ίδιος λόγος είναι απαράδεκτος, καθόσον πλήττει την αναιρετικά ανέλεγκτη επί της ουσίας κρίση του Εφετείου [άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ].
Η προβλεπόμενη από τις διατάξεις των άρθρων 404 επ. ΑΚ σύμβαση γνήσιας ποινικής ρήτρας, με την οποία ο ένας των συμβαλλομένων υπόσχεται στον άλλον ότι, εάν δεν εκπληρώσει ή δεν εκπληρώσει προσηκόντως την οφειλόμενη σ' αυτόν παροχή από άλλη ενοχή, θα του καταβάλει ένα χρηματικό ποσό ή κάτι άλλο, αποτελεί παρεπόμενη συμφωνία. Δηλαδή, στη γνήσια ποινική ρήτρα υπάρχει κύρια ενοχική υποχρέωση, την εκπλήρωση της οποίας ασφαλίζει η ποινική ρήτρα. Εκτός, όμως, από την γνήσια ποινική ρήτρα, υπάρχει και η μη γνήσια ποινική ρήτρα, η οποία δεν ρυθμίζεται από τον ΑΚ και η οποία είναι έγκυρη κατά την αρχή της ελευθερίας των συμβάσεων [άρθρο 361 ΑΚ]. Στη μη γνήσια αυτή ποινική ρήτρα, η οποία αποτελεί αυτοτελή σύμβαση που δεν εξαρτάται και δεν έχει σκοπό την ενίσχυση άλλης [κύριας] σύμβασης, υπάρχει μία ενοχή μεταξύ των συμβαλλομένων, που απορρέει από την περί ποινής συμφωνία. Η ενοχή αυτή τελεί υπό την αίρεση πράξεως ή παραλείψεως του υποσχεθέντος, το αντίθετο των οποίων δεν αποτελεί παροχή άλλης κύριας ενοχής [ΑΠ 845/2018, ΑΠ 1433/1998]. Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 2 του Ν.2859/2000, αντικείμενο φόρου προστιθέμενη αξίας αποτελεί: α] η παράδοση αγαθών και η παροχή υπηρεσιών, εφόσον πραγματοποιούνται από επαχθή αιτία στο εσωτερικό της χώρας από υποκείμενο στο φόρο που ενεργεί με αυτή την ιδιότητα, β] η εισαγωγή αγαθών στο εσωτερικό της χώρας... γ] η ενδοκοινοτική απόκτηση αγαθών που πραγματοποιείται από επαχθή αιτία στο εσωτερικό της χώρας από υποκείμενο στο φόρο, δ] η ενδοκοινοτική απόκτηση αγαθών, τα οποία υπάγονται σε ειδικό φόρο κατανάλωσης, που πραγματοποιείται από υποκείμενο στο φόρο ή από μη υποκείμενο στο φόρο νομικό πρόσωπο, εφόσον τα πρόσωπα αυτά εμπίπτουν στις διατάξεις της παραγράφου 2 του άρθρου 11. Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 12 παρ. 3 του ΚΒΣ [ΠΔ 186/1992], το τιμολόγιο επιδοτήσεων, οικονομικών ενισχύσεων, αποζημιώσεων, ανόργανων εσόδων, επιστροφών εμμέσων φόρων, δασμών, τελών και τόκων, εκδίδεται από τον επιτηδευματία όταν εισπράττει ή πιστώνεται ο λογαριασμός του, με ποσά που αφορούν τις παραπάνω αιτιολογίες. Τα τιμολόγια αυτά είναι αθεώρητα και εκδίδονται κατά την καταβολή ή την πίστωση των ποσών, με αναγραφή της αιτιολογίας που προβλέπεται, χωρίς υποχρέωση αναγραφής ΦΠΑ, γιατί οι πράξεις αυτές βρίσκονται εκτός πεδίου εφαρμογής ΦΠΑ. Σύμφωνα με τις παραπάνω διατάξεις τα ποσά που εισπράττονται ως ποινές για μη εκτέλεση οποιασδήποτε συμφωνίας ή για μη έγκυρη εκτέλεση θεωρούνται ανόργανα έσοδα και εκδίδεται τιμολόγιο εφόσον δεν υπάρχει κάποιο άλλο έγγραφο που να περιγράφει επακριβώς το γεγονός. Έτσι, τα έσοδα που προέρχονται από ποινικές ρήτρες βρίσκονται εκτός πεδίου εφαρμογής του ΦΠΑ, αφού δεν αντιπροσωπεύουν αντιπαροχή για πράξεις παράδοσης αγαθών ή παροχής υπηρεσιών [. Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο της από 29-9-2021 αίτησης αναίρεσης, η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι κατά τον καταλογισμό των ποινικών ρητρών και των τόκων υπερημερίας δέχθηκε εσφαλμένα ότι δεν υπολογίζεται επ' αυτών ΦΠΑ και έτσι απέρριψε την ένσταση συμψηφισμού με τον ΦΠΑ που είχε καταβάλει η αναιρεσείουσα, με βάση το ισχύον τότε ποσοστό 19% και συγκεκριμένα απέρριψε τον συμψηφισμό με την ένδικη απαίτηση ανταπαίτησης της αναιρεσείουσας ποσού 19.433,61 ευρώ για ΦΠΑ τόκων υπερημερίας για τον οποίο είχε εκδοθεί το υπ' αριθ. 1974/3-10-2007 τιμολόγιο της και ποσού 38.469,73 ευρώ για ΦΠΑ επί ποινικών ρητρών για τον οποίο είχε εκδοθεί το υπ' αριθ. 2789/8-10-2007 τιμολόγιό της, και συνολικά ποσού 57903,34 ευρώ, που είχε καταλογιστεί και για τις δύο παραπάνω αιτίες σε βάρος της .... Από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος: "....Ο λόγος αυτός (6ος) της εφέσεως του Ο., με τον οποίο παραπονείται επειδή το πρωτοβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε εν μέρει ως ουσιαστικά βάσιμη την αγωγή των εταιρειών "..." και "Σ. Α.Ε." κατά του Ο. και τον υποχρέωσε να καταβάλει στην εταιρεία "Σ. Α.Ε." το ποσό των 57.903,74 ευρώ, ως μέρος του εργολαβικού ανταλλάγματος, το οποίο χωρίς νόμιμη αιτία συμψηφίστηκε με τον ΦΠΑ, που υπολογίστηκε από τον Ο. επί των τόκων υπερημερίας και των ποινικών ρητρών σε βάρος της "Σ. Α.Ε." και, ειδικότερα, επειδή η εκκαλουμένη έκρινε ότι αποδείχθηκε ότι ο Ο. κατά τον καταλογισμό των ποινικών ρητρών και των τόκων υπερημερίας σε βάρος της "Σ. A.E." υπολόγισε επ' αυτών και καταλόγισε ΦΠΑ εκ του ισχύοντος τότε ποσοστού 19%, ήτοι με το υπ' αρ. 1974/3-10-2007 τιμολόγιο του καταλόγισε ΦΠΑ ποσού 19.433,61 ευρώ επί των τόκων υπερημερίας, ενώ με το υπ' αρ. 2789/3-10-2007 τιμολόγιο του καταλόγισε ΦΠΑ ποσού 38.469,73 ευρώ επί ποινικών ρητρών, άρα συνολικά για τις δύο ως άνω αιτίες καταλόγισε ΦΠΑ σε βάρος της "Σ. Α.Ε." ποσού 57.903,34 ευρώ, είναι... απορριπτέος ως κατ' ουσίαν αβάσιμος, αφού δεν πρέπει να επιβάλλεται ΦΠΑ σε τόκους υπερημερίας, καθώς και επί ποινικών ρητρών, όπως ορθά κρίθηκε και από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο. Επομένως η σχετική επιβάρυνση και ο αντίστοιχος συμψηφισμός έλαβε χώρα χωρίς νόμιμη αιτία. Μετά ταύτα ορθώς κρίθηκε από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο και ότι νόμιμο τυγχάνει το συναφές αγωγικό αίτημα και θα πρέπει να υποχρεωθεί ο εναγόμενος Ο. σε καταβολή του αντίστοιχου ποσού συμβατικού ανταλλάγματος, που ακύρως συμψηφίσθηκε, ήτοι ποσού 57.903,34 ευρώ, με τους νόμιμους τόκους υπερημερίας από την επίδοση της αγωγής (λαμβάνοντας υπόψη ότι δεν αποδείχθηκε -κατά το συναφές κύριο αγωγικό αίτημα- ότι το συμβατικό ύψος του επιτοκίου και ειδικότερα το επιτόκιο δανεισμού του Ο. για το χρονικό διάστημα από 11.6.2008 και εντεύθεν ανέρχεται σε ποσοστό 6,1433% κατ' έτος), απορριπτομένου του περί του αντιθέτου σχετικού λόγου εφέσεως του Ο.". Με τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο απέρριψε τον ισχυρισμό της αναιρεσείουσας περί συμψηφισμού της ένδικης αγωγικής απαίτησης με την ανταπαίτηση της αναιρεσείουσας από τον καταλογισμό ΦΠΑ ποινικών ρητρών και τόκων υπερημερίας, ύψους 38469,73 ευρώ και 19433,61 ευρώ αντίστοιχα και συνολικά 57903,34 ευρώ. Έτσι που έκρινε και με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο, δεν παραβίασε ευθέως τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 2 του Ν. 2859/2000 και 12 παρ.3 του ΠΔ 186/1992, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, αφού οι ως άνω τόκοι υπερημερίας και οι ποινικές ρήτρες αποτελούν ανόργανα έσοδα και βρίσκονται εκτός πεδίου εφαρμογής ΦΠΑ, καθόσον δεν αντιπροσωπεύουν αντιπαροχή για πράξεις παράδοσης αγαθών ή παροχή υπηρεσιών. Επομένως, ο τρίτος λόγος της από 27-9-2021 αίτησης αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος.
Από τις διατάξεις των άρθρων 416 και 422 ΑΚ προκύπτει ότι ο οφειλέτης, εναγόμενος προς πληρωμή ορισμένου χρέους και ισχυριζόμενος απόσβεση αυτού με καταβολή, αρκεί να αποδείξει την καταβολή αυτή, χωρίς να είναι ανάγκη να αποδείξει και ότι η γενόμενη καταβολή αφορά το επίδικο χρέος, γιατί τούτο εξυπακούεται, αφού μόνο γι' αυτό είναι η διαφορά [ΑΠ 575/2015]. Από τις παραπάνω διατάξεις, σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 262 παρ. 1 ΚΠολΔ, συνάγεται ότι στοιχεία για το ορισμένο της ένστασης εξόφλησης είναι το ποσό που καταβλήθηκε, η αιτία και ο χρόνος καταβολής [ΑΠ 381/2014, ΑΠ 1881/2014]. Επομένως για να είναι ορισμένη η ένσταση εξόφλησης χρηματικής απαίτησης, που έχει ως βάση περισσότερες της μίας καταβολές, πρέπει να διαλαμβάνει αναλυτικώς τα επιμέρους ποσά που απαρτίζουν το συνολικό ποσό που φέρεται ότι καταβλήθηκε και το χρόνο καταβολής καθενός από αυτά [ΑΠ 1163/2011]. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως ''πράγματα'', κατά την έννοια της διάταξης αυτής νοούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και συγκροτούν την ιστορική βάση και επομένως στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης [ΑΠ 1182/2022]. Στοιχείο κάθε αυτοτελούς ισχυρισμού είναι κάθε πραγματικό περιστατικό το οποίο, αφηρημένως λαμβανόμενο, οδηγεί κατά νόμο στη γέννηση ή στην κατάλυση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή ή την ένσταση. Δεν στοιχειοθετείται, όμως, ο λόγος αυτός αναίρεσης αν ο αυτοτελής πραγματικός ισχυρισμός λήφθηκε υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας και απορρίφθηκε ρητά για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό, αλλά και όταν το δικαστήριο αντιμετώπισε και απέρριψε στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν και τούτο συνάγεται από το περιεχόμενο της απόφασης [ΑΠ 1182/2022, ΑΠ1386/2015]. Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πέμπτο λόγο της από 27-9-2021 αίτησης αναίρεσης, κατά το οικείο μέρος του, η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, και συγκεκριμένα τον ισχυρισμό που περιέχεται στις προτάσεις της στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και στην έφεσή της, ότι υπήρξε ολοσχερής εξόφληση της ένδικης απαίτησης. Από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι ο ισχυρισμός περί ολοσχερούς εξόφλησης λήφθηκε υπόψη από το Εφετείο και απορρίφθηκε με τις αντίθετες παραδοχές του, ότι τα ποσά που φέρονται ότι εξοφλήθηκαν δεν αντιστοιχούν στα επίδικα κονδύλια, ως προς τα οποία το δικαστήριο έκρινε ότι κακώς παρακρατήθηκαν από την αμοιβή των αναιρεσιβλήτων, καθότι αντιστοιχούν σε μη καταπεσούσες ποινικές ρήτρες και σε μη οφειλόμενους τόκους. Επομένως ο πέμπτος λόγος της από 27-9-2021 αίτησης αναίρεσης, κατά το οικείο μέρος του, από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος. Ο ίδιος ως άνω λόγος, καθό μέρος με τις λοιπές αιτιάσεις προβάλλεται, κατ' εκτίμηση, πλημμέλεια από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος, αφού το γεγονός ότι οι αναιρεσίβλητες εισέπραξαν την καταβληθείσα αμοιβή τους χωρίς επιφύλαξη, δεν συνιστά παραίτηση από το υπόλοιπο της αμοιβής τους, όπως αβασίμως ισχυρίζεται η αναιρεσείουσα, ενώ και η άσκηση της ένδικης αγωγής των αναιρεσιβλήτων έξι έτη μετά την παράδοση του συμφωνηθέντος έργου, από μόνη της δεν καθιστά καταχρηστική την αγωγή, όπως αορίστως ισχυρίζεται η αναιρεσείουσα, πολύ δε περισσότερο αφού συνεχιζόταν η αντιδικία των διαδίκων από την ένδικη σύμβαση έργου.
Κατά την έννοια των διατάξεων των άρθρων 4 παρ. 1 και 2, 20 παρ. 1, 22 παρ. 1β, 25 παρ.1 του Συντάγματος 6 της ΕΣΔΑ και 14 του ΔΣΑΠΔ [Ν. 2462/1997], η αρχή της ισότητας των διαδίκων, που συνιστά ειδική εκδήλωση της αρχής της ισότητας, επιβάλλει την ίση μεταχείρισή τους από τους νόμους που προσδιορίζουν τους όρους της δικαστικής προστασίας. Επομένως, διατάξεις νόμων, με τις οποίες αναγνωρίζεται υπέρ ενός διαδίκου ευνοϊκή μεταχείριση ως προς το ανωτέρω δικαίωμα, με αποτέλεσμα να τίθεται αυτός σε θέση πλεονεκτικότερη από εκείνη του αντιδίκου του, είναι ανίσχυρες. Κατά συνέπεια, η επέκταση των διατάξεων της διετούς παραγραφής στον Ο., με το άρθρο 90 παρ. 3 του Ν. 2362/1995, όπως και η προηγούμενη με το άρθρο 91 παρ. 3 του Ν.Δ. 321/1969 ''περί δημοσίου λογιστικού'', αντίκειται στις ως άνω διατάξεις του Συντάγματος, της ΕΣΔΑ και του ΔΣΑΠΔ, χωρίς αυτό να δικαιολογείται από λόγους γενικότερου κοινωνικού ή δημοσίου συμφέροντος. Ειδικότερα, η κατοχυρωμένη από το Σύνταγμα ισότητα έναντι του νόμου συμπεριλαμβάνει και την ισότητα των διαδίκων, που σημαίνει απονομή των ίδιων δικαιωμάτων και υποχρεώσεων σε όλους τους διαδίκους, ανεξάρτητα από την ιδιότητά τους. Το προαναφερόμενο προνόμιο δεν είναι νομικά λογικό να εφαρμόζεται υπέρ μίας ανώνυμης εταιρίας, όπως είναι πλέον ο Ο., ο οποίος κατά τον κανονισμό εκμεταλλεύσεως αυτού αναπτύσσει και επιχειρηματικές δραστηριότητες, μέσω των θυγατρικών του εταιριών, όπως ... Κ.ΛΠ.
Συνεπώς, είναι πλέον νομικά ισότιμη με κάθε άλλη ανώνυμη εταιρία και λειτουργεί σύμφωνα με τους κανόνες της ελεύθερης οικονομίας. Ως εκ τούτου, σύμφωνα με τις αρχές της πλήρους, αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας και δίκαιης δίκης, που κατοχυρώνονται στο Σύνταγμα, την ΕΣΔΑ και το ΔΣΑΠΔ, καθιστούν ανίσχυρη και μη εφαρμοστέα την επέκταση επί του Ο., που είναι πλέον ανώνυμη εταιρία, της διάταξης του άρθρου 90 παρ. 3 του Ν. 2362/1995 και του άρθρου 91 παρ. 1 του προισχύσαντος Ν.Δ, 321/ 1969, την οποία συνεπάγεται η εφαρμογή των άρθρων 2 παρ. 3 του Ν.Δ. από 4/4-9-1935 και 4 παρ. 1 του Ν.Δ.. 674/1970, καθώς η επέκταση αυτή διαταράσσει την ισοτιμία των διαδίκων, χωρίς να συντρέχει αποχρών λόγος που να καθιστά ανεκτή αυτή την παρέκκλιση [σχετ. ολΑΠ 11/2008]. Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πέμπτο λόγο της από 27-9-2021 αίτησης αναίρεσης, κατά το οικείο μέρος του, η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι δεν έλαβε υπόψη ''πράγματα'' που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και συγκεκριμένα ότι δεν έλαβε υπόψη τη νομότυπα προταθείσα από την ίδια ένσταση παραγραφής, λόγω παρέλευσης διετίας από τη γέννηση των επίδικων αξιώσεων και μέχρι την άσκηση της ένδικης αγωγής, με επίκληση των προνομίων που ισχύουν για το Δημόσιο, σύμφωνα με το άρθρο 90 παρ. 3 του Ν. 2362/1995. Όμως, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο απέρριψε τον ως άνω ισχυρισμό περί διετούς παραγραφής, κρίνοντας ότι η διάταξη του άρθρου 90 παρ. 3 του Ν. 2362/1995, δεν εφαρμόζεται στην επίδικη σχέση, αφού οι συνταγματικά κατοχυρωμένες αρχές της πλήρους αποτελεσματικής δικαστική προστασίας και δίκαιης δίκης επιτάσσουν την ισοτιμία των διαδίκων, η οποία σε διαφορετική περίπτωση θα διαταρασσόταν χωρίς να συντρέχει αποχρών λόγος, που να καθιστά ανεκτή αυτή την παρέκκλιση υπέρ της αναιρεσείουσας, η οποία είναι πλέον ανώνυμη εταιρία νομικά ισότιμη με κάθε άλλη ανώνυμη εταιρία και λειτουργεί σύμφωνα με τους κανόνες της ελεύθερης οικονομίας, ανεξάρτητα από το αν οι μετοχές της ανήκουν στο Ελληνικό Δημόσιο. Επομένως, ο πέμπτος λόγος της από 27-9-2021 αίτησης αναίρεσης, κατά το οικείο μέρος του, από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ,αλλά και από τον αριθμό1 του ίδιου άρθρου [κατ' εκτίμηση], είναι αβάσιμος.
Με το άρθρο 324 του ν. 4072/2012 [ΦΕΚ Α' 86/11-4-2012] ορίστηκαν τα εξής: "1. Εγκρίνεται το Σχέδιο Συμφωνίας Συμβιβασμού μεταξύ της Ελληνικής Δημοκρατίας και των εταιριών S. A., που εδρεύει στην πόλη του ... στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας και ... που εδρεύει στον Δήμο Αμαρουσίου του Νομού Αττικής, όπως το Σχέδιο αυτό με τα συνημμένα παραρτήματά του στην αγγλική γλώσσα και σε μετάφρασή τους στην ελληνική γλώσσα προσαρτάται στον παρόντα νόμο ως Παράρτημα ΧΙ. 2. Παρέχεται στον Υπουργό Οικονομικών η εξουσιοδότηση να εκπροσωπήσει την Ελληνική Δημοκρατία και να υπογράψει την, σύμφωνα με την παράγραφο 1 του άρθρου αυτού, Συμφωνία Συμβιβασμού". Πράγματι, σύμφωνα με την ως άνω εξουσιοδότηση του άρθρου αυτού υπογράφηκε από τον Υπουργό Οικονομικών ως εκπρόσωπο της Ελληνικής Δημοκρατίας και της εταιρείας S., όπως εκπροσωπείται η υπ' αριθμ. ΥπΟικ07085 ΕΞ 2012/27.8.2012 σύμβαση που δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (ΦΕΚ Α1 64/27.8.2012). Στο κείμενο της συμφωνίας μεταξύ άλλων ορίζονται: "1. ΠΡΟΟΙΜΙΟ. Η Ελληνική Δημοκρατία είναι κυρίαρχο κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της Ευρωζώνης. Η S. είναι Γερμανική ηλεκτροτεχνική εταιρία που ασχολείται, μεταξύ άλλων, με την παραγωγή εξοπλισμού, συστημάτων μετάδοσης και διανομής στον τομέα της ενέργειας, με τα συστήματα και εξοπλισμό στον τομέα των μεταφορών καθώς και με εξοπλισμό στον τομέα της υγείας ως προμηθευτής, μεταξύ άλλων, εθνικών, κρατικών και περιφερειακών Αρχών σε διάφορες χώρες του κόσμου. Το Νοέμβριο του 2006, η Εισαγγελία του ... πραγματοποίησε έρευνες σε εκτέλεση δικαστικών ενταλμάτων σε διάφορες εγκαταστάσεις της S., καθώς και στις κατοικίες συγκεκριμένων εργαζομένων στην περιοχή του ... στη Γερμανία στο πλαίσιο έρευνας σχετικά με πιθανή δωροδοκία δημόσιων αξιωματούχων καθώς και με άλλες παράνομες πράξεις. Αμέσως μετά τα παραπάνω, η S. αποκάλυψε στο Υπουργείο Δικαιοσύνης (Departement of Justice - DOJ) και την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς των ΗΠΑ (Securities and Exchange Commission - SEC) το ενδεχόμενο παραβάσεων του Νόμου για τις Πρακτικές Διαφθοράς στην Αλλοδαπή (Foreign Corrupt Practices Act) σε διάφορες χώρες. Παράλληλα, η S. ξεκίνησε μια εκτεταμένη εσωτερική έρευνα σε παγκόσμιο επίπεδο [...] Η Ελληνική Δημοκρατία έχει προχωρήσει σε σχετική έρευνα ως προς την ανάμιξη της S. σε παράνομες δραστηριότητες στην Ελλάδα και τις σχετικές ευθύνες που προκύπτουν με βάση το Αστικό και το Διοικητικό Δίκαιο από ενδεχόμενες παράνομες επιχειρηματικές πρακτικές. Στο πλαίσιο αυτό, η Ελληνική Δημοκρατία και η S. συμφωνούν να προχωρήσουν σε πλήρη και οριστική ρύθμιση των διαφορών τους σε σχέση με τα παραπάνω, επιδιώκοντας την καλύτερη δυνατή λύση και για τις δύο πλευρές. Για το σκοπό αυτό η S. συμφωνεί να προβεί σε παροχές για την πλήρη και οριστική διευθέτηση όλων των πιθανών κατηγοριών για μη σύννομη συμπεριφορά σε σχέση με την Υπόθεση, όπως αυτή ορίζεται παρακάτω στην παρούσα Συμφωνία Συμβιβασμού (η "Συμφωνία")[...]. Τα Μέρη συμφωνούν ότι η παρούσα Συμφωνία δεν επηρεάζει εκκρεμείς διαφορές που υφίστανται ή τυχόν θα προκύψουν, εμπορικής, διοικητικής, αστικής ή ποινικής φύσης, και οι οποίες δεν σχετίζονται με την Υπόθεση. Ρητώς επίσης συνομολογείται ότι οι ρυθμίσεις της παρούσας δεν έχουν, ούτε μπορεί να ερμηνευθεί ότι έχουν οποιαδήποτε επιρροή ή ότι κατά οιονδήποτε τρόπο περιλαμβάνουν ζητήματα ποινικής φύσης κατά προσώπων. Λαμβάνοντας υπόψη τα παραπάνω, τα Μέρη, με δεδομένη τη νομική θέση του καθενός από αυτά, αποδέχονται την παρούσα Συμφωνία Συμβιβασμού ("Συμφωνία"), όπως αυτή ορίζεται παρακάτω:
ΙΙ. ΟΡΙΣΜΟΙ. O όρος "ΕΔ" νοείται ότι περιλαμβάνει την Ελληνική Δημοκρατία, τις Δημόσιες Υπηρεσίες, τις Δημόσιες Αρχές, τα ΝΠΔΔ και όλες εκείνες τις επιχειρήσεις, στις οποίες το Δημόσιο κατέχει το σύνολο των μετοχών συμμετοχής στο εταιρικό κεφάλαιο. Ο όρος "S." νοείται ότι περιλαμβάνει ... (Ελλάδας) και τις άμεσα ή έμμεσα ελεγχόμενες θυγατρικές εταιρίες και κοινοπραξίες αυτών ... Επίσης νοείται ότι περιλαμβάνει τα ανώτερα στελέχη, τα μέλη ΔΣ και υπαλλήλους αυτής, εκτός εκείνων που, λόγω των δικαστικών διερευνήσεων, έχουν ήδη εμπλακεί ή πρόκειται στο μέλλον να εμπλακούν στην Υπόθεση Ο όρος "SAE" νοείται ότι περιλαμβάνει τη S. ΑΕ και τις θυγατρικές της εταιρείες στην Ελλάδα, καθώς και τη S.. H. D. Α.- Ο όρος "Υπόθεση" νοείται ότι περιλαμβάνει όλες ανεξαιρέτως τις μέχρι σήμερα υποθέσεις, αξιώσεις ή ισχυρισμούς, γνωστούς ή και μη γνωστούς, που σχετίζονται καθ' οιονδήποτε τρόπο με δραστηριότητες διαφθοράς, πληρωμές (ή υποσχέσεις πληρωμών) προς τρίτους ή άλλες παράνομες δραστηριότητες από την πλευρά της S., περιλαμβανομένων ενδεικτικά όσων υποθέσεων διερευνήθηκαν από τις Αρχές στην Ελλάδα, τη Γερμανία και τις Η.Π.Α. ή τη Δικηγορική Εταιρία D. P. L., περιλαμβανομένων των υποθέσεων που καλύφθηκαν από τις ρυθμίσεις της S. με τις Γερμανικές Αρχές το έτος 2008, καθώς και με την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς (SEC) και το Υπουργείο Δικαιοσύνης (DOJ) στις ΗΠΑ [...]

ΙΙΙ. ΥΠΟΧΡΕΩΣΕΙΣ ΤΗΣ S. (1).....(περιγράφονται οι υποχρεώσεις που ανέλαβε η S.)..... IV. ΥΠΟΧΡΕΩΣΕΙΣ της ΕΔ [ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ] (1) (...περιγράφονται οι υποχρεώσεις που ανέλαβε η Ελληνική Δημοκρατία)..... V. ΚΑΤΑΡΓΗΣΗ ΕΚΚΡΕΜΩΝ ΔΙΚΩΝ. Σε σχέση με τον όρο

ΙΙΙ (1) και εφόσον η S. είναι ενάγων διάδικος, η S. θα καταργήσει εντός ευλόγου χρόνου μετά την Ημερομηνία Έναρξης ισχύος της παρούσας Συμφωνίας, κάθε αντίστοιχη δικαστική διαδικασία και θα αναλάβει κάθε εύλογη προκύπτουσα δαπάνη. Δικαστικές διαδικασίες σχετικές με την Υπόθεση θα καταργούνται από τον αιτούντα ή τον ενάγοντα ή σε κάθε περίπτωση το διάδικο που έχει την εξουσία διάθεσης. Ιδιαίτερη μνεία γίνεται της αρνητικής αναγνωριστικής αγωγής στο .... Όπως με σαφήνεια προκύπτει από τα ανωτέρω, τα συμβληθέντα Μέρη συμφώνησαν ότι η προαναφερόμενη Συμφωνία δεν επηρεάζει εκκρεμείς διαφορές που υφίστανται ή τυχόν θα προκύψουν, εμπορικής, διοικητικής, αστικής ή ποινικής φύσης, και οι οποίες δεν σχετίζονται με την Υπόθεση, ως τέτοιας νοουμένης αυτής που, κατά τα συμφωνηθέντα, "περιλαμβάνει όλες ανεξαιρέτως τις μέχρι σήμερα υποθέσεις, αξιώσεις ή ισχυρισμούς, γνωστούς ή και μη γνωστούς, που σχετίζονται καθ' οιονδήποτε τρόπο με δραστηριότητες διαφθοράς, πληρωμές (ή υποσχέσεις πληρωμών) προς τρίτους ή άλλες παράνομες δραστηριότητες από την πλευρά της S., περιλαμβανόμενων ενδεικτικά όσων υποθέσεων διερευνήθηκαν από τις Αρχές στην Ελλάδα, τη Γερμανία και τις Η.Π.Α. ή τη Δικηγορική Εταιρία D. P. L., περιλαμβανομένων των υποθέσεων που καλύφθηκαν από τις ρυθμίσεις της S. με τις Γερμανικές Αρχές το έτος 2008, καθώς και με την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς (SEC) και το Υπουργείο Δικαιοσύνης (DOJ) στις ΗΠΑ [...]". Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 293 ΚΠολΔ σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 361, 871 ΑΚ, προκύπτει ότι ο συμβιβασμός που έγινε εκτός του πλαισίου της εκκρεμούς δίκης ή στο πλαίσιο μεν της δίκης, αλλά χωρίς τις διατυπώσεις της παρ.1 του άρθρου 293 ΚΠολΔ, φέρει τον χαρακτήρα εξώδικου συμβιβασμού και κρίνεται ως σύμβαση κατά τις διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου. Ο εξώδικος συμβιβασμός, κρινόμενος, εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις κατά το ουσιαστικό δίκαιο. Δεν καταργεί τη δίκη, αλλά μπορεί να θεμελιώσει ανατρεπτική ένσταση, η οποία, αν προταθεί και αποδειχθεί, υποχρεώνει το δικαστήριο της ουσίας να ρυθμίσει το διατακτικό της απόφασής του σύμφωνα με το περιεχόμενο και ν' αποφανθεί περαιτέρω ότι δεν υφίσταται αντικείμενο της δίκης (ΑΠ 1017/2020, ΑΠ 1483/2018,145/2018, 586/2017). Η σύμβαση συμβιβασμού είναι υποχρεωτική για τους συμβαλλόμενους, γεγονός που σημαίνει ότι τα μέρη δεν μπορούν να προβάλλουν αξιώσεις από τις οποίες παραιτήθηκαν με το συμβιβασμό και, όπως προαναφέρεται, αν κάποιο από τα μέρη τις προβάλλει, αποκρούεται από το άλλο μέρος με την ανατρεπτική ένσταση συνάψεως συμβιβασμού (βλ. ΑΠ 17/2022, ΑΠ 1005/2019). Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πέμπτο λόγο της από 27-9-2021 αίτησης αναίρεσης, κατά το οικείο μέρος του, η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη ''πράγματα'' που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, και συγκεκριμένα ότι δεν έλαβε υπόψη τη νομότυπα προταθείσα ένστασή της περί κατάργησης της δίκης λόγω εξώδικου συμβιβασμού, που καταρτίστηκε μεταξύ του Ελληνικού Δημοσίου και της ... [αριθμός ΥΠΟΙΚ 07085 ΕΕ 2012/27-8-2012, ΦΕΚ Α' 164/27-8-2012], με βάση τον οποίο το Ελληνικό Δημόσιο [στο οποίο περιλαμβάνεται και ο Ο.] και η ..., προχώρησαν σε συμβιβασμό όλων των εκατέρωθεν αξιώσεών τους και την πλήρη και οριστική ρύθμισή τους, αναλαμβάνοντας η τελευταία [S.], εφόσον είναι ενάγουσα, να καταργήσει κάθε αντίστοιχη διαδικασία. Ωστόσο, από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει, ότι το Εφετείο δέχθηκε, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό λόγο μέρος, τα εξής: ''Στην κρινόμενη διαφορά, ο εκκαλών Ο. ισχυρίζεται ότι συντρέχει περίπτωση εξώδικου συμβιβασμού μεταξύ του Ελληνικού Δημοσίου, το οποίο περιλαμβάνει και τον ίδιο [Ο.] και της S., αναφερόμενη στην προεκτιθέμενη ΥΠΟΙΚ 07085 ΕΞ 2012/27-8-2012, ΦΕΚ Α' 164/27-8-2012] Απόφαση Υπουργού Οικονομικών, χωρίς να αποδεικνύει ότι η ένδικη διαφορά υπάγεται ή όχι στον όρο ''Υπόθεση'', όπως ορίζεται στην άνω συμφωνία συμβιβασμού, σύμφωνα με την οποία ο όρος ''Υπόθεση'' περιλαμβάνει όλες ανεξαιρέτως τις μέχρι σήμερα υποθέσεις, αξιώσεις ή ισχυρισμούς γνωστού ή μη γνωστούς, που σχετίζονται καθ' οιονδήποτε τρόπο με δραστηριότητες διαφθοράς, πληρωμές [ή υποσχέσεις πληρωμών] προς τρίτους ή άλλες παράνομες δραστηριότητες από την πλευρά της S., περιλαμβανομένων ενδεικτικά όσων υποθέσεων διερευνήθηκαν από τις Αρχές στην Ελλάδα, τη Γερμανία και τις ΗΠΑ ή τη δικηγορική εταιρία ‘D.’ P. L.. περιλαμβανομένων των υποθέσεων που καλύφθηκαν από τις ρυθμίσεις της S. με τις Γερμανικές Αρχές το έτος 2008, καθώς και με την Επιτροπή Κεφαλαιαγορά [SEC] και το Υπουργείο Δικαιοσύνης [DOJ] των ΗΠΑ. Σημειωτέον ότι ούτε επικαλείται ότι η ένδικος διαφορά υπάγεται στον όρο ''Υπόθεση'', όπως ο τελευταίος [όρος ''Υπόθεση''] ορίζεται στη συμφωνία συμβιβασμού. Περαιτέρω, δεν αποδεικνύεται ότι στην προεκτιθέμενη συμφωνία εξώδικου συμβιβασμού περιλαμβάνεται και η επίδικη προγραμματική συμφωνία και σύμβαση διαρκείας [ΠΣ/ΣΔ 33 α], όπως υποστηρίζει ο εκκαλών Ο., αφού δεν προέκυψε ότι στην ανακοίνωση της S. προς το Ελληνικό Δημόσιο των απαιτήσεων από όλες τις προγραμματικές συμφωνίες μεταξύ αυτής και του Ο. συμπεριλήφθηκε και η ένδικος σύμβαση στην προαναφερόμενη συμφωνία εξώδικου συμβιβασμού και τα αντιθέτως υποστηριζόμενα τυγχάνουν αναπόδεικτα. Κατ' ακολουθία ο εν λόγω ισχυρισμός, επαναφερόμενος με σχετικό λόγο έφεσης, δεν αποδείχθηκε και πρέπει να απορριφθεί ο σχετικός λόγος έφεσης''. Από τις παραδοχές αυτές του Εφετείου προκύπτει ότι αυτό έλαβε υπόψη τον ως άνω ισχυρισμό της αναιρεσείουσας περί εξώδικου συμβιβασμού και τον απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμο. Σημειωτέον, ότι και στην υπό κρίση αίτηση αναίρεσης ο ισχυρισμός αυτός αναφέρεται αορίστως, ενώ και ή ίδια η αναιρεσείουσα έχει ασκήσει αγωγές από την επίδικη σύμβαση, οι οποίες απορρίφθηκαν ως αόριστες, όπως προαναφέρθηκε. Επομένως, ο πέμπτος λόγος της από 27-9-2021 αίτησης αναίρεσης, κατά το οικείο μέρος του, από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος.

ΙΙ. Επί της από 30-9-2021 αίτησης αναίρεσης της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία '' S. A. G.'' και της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία ... [. Α..
Οι εγγυητικές επιστολές, που εντάσσονται στην ευρύτερη κατηγορία των τραπεζικών εγγυοδοτικών συμβάσεων, εκδίδονται από τράπεζες και αποτελούν ιδιαίτερο είδος και τύπο εγγύησης, δημιούργημα της συναλλακτικής πρακτικής [ΑΚ 361], χαρακτηριστικό των οποίων είναι ότι οι συναλλασσόμενοι δεν αποβλέπουν στην απόκτηση πρόσθετης φερεγγυότητας, αλλά στην άμεση καταβολή από την τράπεζα στο δανειστή του ποσού που καλύπτει η εγγυητική επιστολή, χωρίς ο τελευταίος να προσφύγει στα δικαστήρια και στη χρονοβόρα διαδικασία τους. Δηλαδή, η τράπεζα που εκδίδει την εγγυητική επιστολή, αναλαμβάνει την υποχρέωση να καταβάλει στο δανειστή του πελάτη/εντολέα της το αναγραφόμενο στην επιστολή ποσό. Η εγγυητική επιστολή συνάπτεται με σύμβαση μεταξύ πελάτη/εντολέα - τράπεζας, η οποία πρέπει να είναι έγγραφη και έχει ενοχικό χαρακτήρα, αφού με αυτή γεννάται υποχρέωση της εγγυοδότριας τράπεζας και αντίστοιχο δικαίωμα του λήπτη σε ορισμένη παροχή. Επίσης έχει ετεροβαρή χαρακτήρα, αφού γεννά υποχρεώσεις μόνο σε βάρος της εκδότριας τράπεζας και όχι και για το λήπτη. Η δημιουργούμενη δε, με την έκδοση της εγγυητικής επιστολής, τριμερής σχέση μεταξύ του οφειλέτη, του εγγυοδότη [τράπεζας] και του δανειστή που, όπως αναφέρθηκε, αποτελεί ιδιόμορφη σύμβαση, καταρτιζόμενη στα πλαίσια της ελευθερίας των συμβάσεων [361 ΑΚ], διέπεται από τις διατάξεις των άρθρων 847 επ. ΑΚ, περί εγγύησης, εφόσον οι διατάξεις αυτές συμβιβάζονται με αυτή. Περαιτέρω, η εγγυητική επιστολή με ρήτρα πληρωμής ''σε πρώτη ζήτηση'', έχει την έννοια ότι η τράπεζα εγγυάται προς το δανειστή την εκπλήρωση των υποχρεώσεων του πρωτοφειλέτη, με καταβολή του ποσού της εγγυητικής επιστολής, χωρίς δυνατότητα ελέγχου του υπαρκτού έγκυρης οφειλής και του λόγου κατάπτωσης της εγγύησης, καθώς και της προβολής της ένστασης δίζησης. Έτσι, επί εγγυητικής επιστολής, όπως και επί εγγύησης του ΑΚ, λόγω του ενδοτικού χαρακτήρα των σχετικών διατάξεων και της θεσπιζόμενης με το άρθρο 361 ΑΚ αρχής της ελευθερίας των συμβάσεων, μπορεί να συμφωνηθεί μεταξύ των ενδιαφερομένων ότι η παρέχουσα την εγγυητική επιστολή τράπεζα υποχρεούται να καταβάλει το αναγραφόμενο στην εγγυητική επιστολή ποσό χωρίς αντιρρήσεις και χωρίς το δικαίωμα προβολής της ένστασης δίζησης, καθώς και κάθε άλλης μη προσωποπαγούς ένστασης του πρωτοφειλέτη. Δεν καθίσταται όμως η εγγυητική επιστολή αφηρημένη υπόσχεση χρέους, ούτε αποβάλλει τον χαρακτήρα της ως σύμβασης εξασφαλιστικής των δικαιωμάτων του οφειλέτη από τη βασική σχέση και με την έννοια αυτή η τράπεζα δεν υποχρεούται να καταβάλει στο δανειστή για αιτία, η οποία δεν καλύπτεται από την εγγυητική επιστολή [ΑΠ 561/2021, σχετ. ΑΠ 1793/2008, ΑΠ 16/2008]. Έτσι εξασφαλίζεται ο δανειστής εκείνος προς τον οποίο απευθύνεται η εγγυητική επιστολή, με ρήτρα πληρωμής ''σε πρώτη ζήτηση'' ή ''απλή ειδοποίηση'' - που συνήθως εκδίδεται με τη μεσολάβηση τράπεζας - στην άμεση απόλαυση του ποσού αυτής, αφού η τράπεζα που ανέλαβε πλέον την υποχρέωση να πληρώσει σε πρώτη ζήτηση ή με απλή ειδοποίηση ή δήλωση, δεν μπορεί να αρνηθεί την καταβολή του ποσού της εγγυητικής επιστολής προς το δανειστή, επικαλούμενη ανυπαρξία ή πλημμέλεια της βασικής σχέσης ή ακόμη και να αμφισβητήσει το λόγο κατάπτωσης της εγγυητικής επιστολής, πολύ δε περισσότερο [δεν μπορεί] να αντιτάξει ενστάσεις που απορρέουν από τη σχέση κάλυψης, ήτοι αυτή που συνδέει την ίδια και τον εντολέα / πελάτη της, οι οποίες [ενστάσεις] ανάγονται στην ύπαρξη, την ελαττωματικότητα ή την ανώμαλη εξέλιξη της εν λόγω σχέσης, καθόσον ο τελευταίος [εντολέας] δεν αποτελεί συμβαλλόμενο μέρος στην εγγυοδοτική σύμβαση τράπεζας και λήπτη της εγγυοδοτικής επιστολής [δανειστή του]. Δεν αποκλείεται, βεβαίως, η απόκρουση της πληρωμής από την εγγυήτρια τράπεζα με την προβολή ένστασης από την ΑΚ 281, ούτε αποκλείεται η μεταγενέστερη εκ μέρους του υπερού η επιστολή, πρωτοφειλέτη και εντολέα, αναζήτηση του καταβληθέντος ποσού από τον λαβόντα τούτο δανειστή ή το διάδοχο του τελευταίου, αν ήθελε κριθεί ότι δεν συνέτρεχαν οι όροι της κατάπτωσης, κατά τις περί αδικοπραξιών διατάξεις του ΑΚ, και, αν δεν υπάρχει ή δεν αποδεικνύεται αδικοπραξία, κατά τις διατάξεις περί αδικαιολόγητου πλουτισμού των να άρθρων 904 επ. ΑΚ [ΑΠ 561/2021 ΑΠ 2018/2014, ΑΠ 1793/2008, ΑΠ 16/2008]. Από αυτά προκύπτει ότι θεμελιώδες χαρακτηριστικό γνώρισμα της ανωτέρω εγγυοδοτικής σύμβασης είναι ο αυτόνομος χαρακτήρας της, αφού μόνο η σύμβαση πληρωμής της εγγυητικής επιστολής σε περίπτωση κατάπτωσής της, αρκεί για το λήπτη για την ικανοποίηση των απαιτήσεών του, ανεξάρτητα από την ομαλή ή ανώμαλη εξέλιξη τόσο της βασικής σχέσης[ δανειστή/λήπτη - οφειλέτη/εντολέα τράπεζας], όσο και της σχέσης κάλυψης [τράπεζας - πελάτη εντολέα της], της οποίας [σχέσης κάλυψης], το δικαίωμα του λήπτη από την εγγυητική σύμβαση δεν είναι παρεπόμενο [ΑΠ 561/2021]. Περαιτέρω, επί εγγυητικής επιστολής με ορισμένη διάρκεια, μετά τη λήξη αυτής, ο εντολέας δικαιούται να απαιτήσει από το λήπτη είτε την επιστροφή της εγγυητικής επιστολής στην εκδότρια τράπεζα είτε να δηλώσει προς την τράπεζα ότι παραιτείται από την εγγυητική επιστολή. Ειδικότερα, σε περίπτωση που ο εντολέας εκτέλεσε τις υποχρεώσεις του που πηγάζουν από τη βασική σύμβαση έναντι του λήπτη, δικαιούται να απαιτήσει από τον τελευταίο την απόδοση της εγγυητικής επιστολής στην εκδότρια τράπεζα, αφού εκλείπει πλέον ο λόγος της κατοχής της ή γιατί παρήλθε η διάρκεια ισχύος της. Η ανάγκη που δικαιολογεί τη διαδικασία απόδοσης της εγγυητικής επιστολής ανακύπτει για το λόγο ότι η εγγυητική επιστολή αποτελεί αυτόνομη έννομη σχέση. Ο χαρακτήρας αυτός επιβάλει τη συνέχιση της ισχύος της υπόσχεσης της εγγυήτριας τράπεζας και στη περίπτωση εκπλήρωσης της βασικής σχέσης. Είναι πρόδηλο ότι τέτοια ανάγκη δεν θα υπήρχε, αν ην εγγυητική επιστολή ήταν παρεπόμενη σχέση έναντι της βασικής σχέσης όπως είναι η κατ' άρθρο 847 ΑΚ εγγύηση, αφού τότε η ισχύς της εγγυητικής επιστολής θα έπαυε μετά την ολοκλήρωση του αποτελέσματος της βασικής σχέσης. Ενόψει του παραπάνω κινδύνου που αναφέρεται στην καταχρηστική άσκηση από το λήπτη της εγγυητικής επιστολής των εκ της τελευταίας προκυπτόντων δικαιωμάτων λόγω του αυτόνομου χαρακτήρα της, παρά την προσήκουσα εκπλήρωση από τον οφειλέτη των υποχρεώσεών του που πηγάζουν από τη βασική σχέση, παρέχεται στον τελευταίο - υπερού η εγγυητική επιστολή - η δυνατότητα άσκησης αρνητικής αναγνωριστικής αγωγής τόσο κατά του λήπτη της επιστολής, όσο και της εκδότριας αυτής τράπεζας με αίτημα την απόδοση του σώματος της εγγυητικής επιστολής στην εκδότρια τράπεζα ή την αναγνώριση της παύσης της ισχύος της εγγυητικής επιστολής. Τα ανωτέρω δε, ως προς το σε ποιον πρέπει να αποδοθεί το σώμα της εγγυητικής επιστολής μετά τη λήξη της, ισχύουν πολύ περισσότερο όταν [στο πλαίσιο της συμβάσεως για την έκδοση αυτής] περιέχεται σε αυτή ρήτρα σύμφωνα με την οποία είναι επιστρεπτέα μετά τη λήξη της στην ίδια την εκδότρια αυτής τράπεζα. Στην προκειμένη περίπτωση, οι αναιρεσείουσες με την από 30-12-2009 αγωγή τους ισχυρίστηκαν ότι σε εκτέλεση της μεταξύ τους σύμβασης έργου για την από μέρους τους παραγωγή, κατασκευή και παράδοση στην αναιρεσίβλητη 20 ηλεκτροκίνητων αυτοκινηταμαξών με τις τεχνικές προδιαγραφές που αναφέρονται στη σχετική προγραμματική σύμβαση και στην ''τεχνική κρίση'' της Επιτροπής που συντάχθηκε από τον Ο., παρέδωσαν στον Ο. τις αναφερόμενες εγγυητικές επιστολές προκαταβολής, καλής εκτέλεσης και καλής λειτουργίας, τις οποίες παρακρατεί αντισυμβατικά ο Ο. και ζήτησαν την επιστροφή του σε αυτές. Το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του απέρριψε το αίτημα αυτό της αγωγής, λόγω έλλειψης ενεργητικής νομιμοποίησης των εναγουσών για την διεκδίκηση των εγγυητικών επιστολών, καθόσον ως πρωτοφειλέτριες δεν μπορούσαν να παρεμβληθούν στη σύμβαση εγγυητικών επιστολών, αφού οι εγγυητικές αυτές επιστολές περιείχαν ρήτρα σύμφωνα με την οποία ήταν επιστρεπτέες μετά τη λήξη τους στις εκδότριες αυτών τράπεζες. Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε ευθέως τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 361, 847 επ. ΑΚ και 68, 70 ΚΠολΔ, τις οποίες ορθά δεν εφάρμοσε, αφού λόγω του αυτόνομου χαρακτήρα των εγγυητικών επιστολών και της ρήτρας επιστροφής τους στις εκδότριες τράπεζες μετά τη λήξη τους, οι ενάγουσες πρωτοφειλέτριες δεν νομιμοποιούνται ενεργητικά να διεκδικήσουν την επιστροφή τους σε αυτές. Επομένως, ο τέταρτος λόγος της από 30-9-2021 αίτησης αναίρεσης, κατά το οικείο μέρος του, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή [ολΑΠ 4/2018]. Περαιτέρω, οι ερμηνευτικοί κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ εφαρμόζονται όταν το δικαστήριο της ουσίας, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά, ως προς αυτό, κρίση του, διαπιστώσει, έστω και εμμέσως, ότι υπάρχει στη σύμβαση κενό ή αμφιβολία ως προς τη δήλωση της βούλησης των συμβαλλομένων, Η διαπίστωση, εξάλλου, από το δικαστήριο της ουσίας κενού ή ασάφειας στη δικαιοπραξία δεν είναι αναγκαίο να αναφέρεται ρητά στην απόφασή του, αλλά αρκεί να προκύπτει και έμμεσα απ' αυτή, όπως συμβαίνει όταν, παρά την έλλειψη σχετικής διαπίστωσης στην απόφαση, το δικαστήριο της ουσίας προέβη σε συμπλήρωση ή ερμηνεία της δικαιοπραξίας, γεγονός που αποκαλύπτει ακριβώς ότι το δικαστήριο αντιμετώπισε κενό ή ασάφεια στις βουλήσεις των δικαιοπρακτούντων, που το ανάγκασαν να καταφύγει στη συμπλήρωση ή ανάλογα στην ερμηνεία τους. Στο πλαίσιο δε αυτό το δικαστήριο δύναται να προβεί στην αναζήτηση του πράγματι ηθελημένου νοήματος της κρίσιμης δήλωσης με συσχέτιση των επιμέρους εκφράσεων των ενδιαφερομένων ή άλλων, προηγούμενων ή μεταγενέστερων δηλώσεων αυτών, με χρησιμοποίηση πρόσθετων αποδεικτικών στοιχείων ή με ενδοιαστικές εκφράσεις ή επιχειρήματα [ΑΠ 71/2016]. Στην προκειμένη περίπτωση, οι αναιρεσείουσες με την από 30-12-2009 αγωγή τους, εκτός από το ως άνω αίτημα επιστροφής των αναφερομένων εγγυητικών επιστολών προκαταβολής, καλής εκτέλεσης και καλής λειτουργίας, αξίωσαν να τους καταβληθεί το σύνολο της ζημίας [τραπεζικά έξοδα], την οποία έχουν υποστεί λόγω της αδικαιολόγητης και αντισυμβατικής άρνησης του Ο. να τους επιστρέψει τις ως άνω εγγυητικές επιστολές, το ύψος της οποίας ανερχόταν κατά τον χρόνο άσκησης της αγωγής σε 215.175, 20 ευρώ για την πρώτη ενάγουσα και σε 30.251,46 ευρώ για τη δεύτερη ενάγουσα. Το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε το αίτημα αυτό κατά το μέρος που αφορούσε τις επιστολές καλής λειτουργίας και το απέρριψε κατά το μέρος που αφορούσε τις επιστολές προκαταβολής και καλής εκτέλεσης, με την ακόλουθη αιτιολογία: "Επιπλέον, οι ενάγουσες εταιρείες S. A., Σ. ΑΕ και Ε., ζητούν, κατά το κριθέν πρωτοδίκως ως νόμιμο αίτημά τους, να υποχρεωθεί ο εναγόμενος Ο. να τους καταβάλει το κόστος διατήρησης εν ισχύι των εγγυητικών επιστολών προκαταβολής, καλής εκτέλεσης και καλής λειτουργίας που κατέβαλαν στις εκδότριες τράπεζες, διότι, υπαίτια και κατά παράβαση της συναφούς συμβατικής του δέσμευσης, κατακράτησε αυτές και πέραν της λήξεως τους. Κατά τα αφορώντα, στο ζήτημα αυτό, άρθρα της συμβάσεως, ορίζονταν, αρχικά, τα ακόλουθα: (Άρθρο 9 της Σ.Δ) "ΕΓΓΥΗΣΕΙΣ ΚΑΛΗΣ ΕΚΤΕΛΕΣΗΣ ΤΗΣ ΣΥΜΒΑΣΗΣ ΚΑΙ ΚΑΛΗΣ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑΣ ΤΩΝ ΗΑ/Α ΑΠΟΖΗΜΕΙΩΣΕΙΣ. Μέχρι την καταβολή της προκαταβολής εκ μέρους του Ο. και την έναρξη των εργασιών για την κατασκευή των 20 ΗΑ/Α θα ισχύει η ήδη κατατεθείσα εγγυητική επιστολή Συμμετοχής (ήδη κατατεθείσα Εγγυητική Επιστολή Συμμετοχής Νο ... ... 3.10.97 ποσού 30.000.000 δρχ) με τις απαραίτητες ανανεώσεις της που θα καλύπτουν και την Προγραμματική Συμφωνία. Για την ακριβή εκπλήρωση όλων των υποχρεώσεων του ΚΑΤΑΣΚΕΥΑΣΤΗ-ΠΡOΜΗΘΕΥΤΗ έναντι του Ο. που απορρέουν από τη Σύμβαση αυτή, θα κατατεθούν εγγυητικές επιστολές. Οι εγγυητικές αυτές επιστολές εκδίδονται με το σκοπό να καλύψουν κάθε απαίτηση του Ο. έναντι του ΚΑΤΑΣΚΕΥΑΣΤΗ - ΠΡΟΜΗΘΕΥΤΗ, είτε για παράβαση υπ' αυτού οιουδήποτε όρου της παρούσας ΣΥΜΒΑΣΗΣ και της Προγραμματικής Συμφωνίας Νο 33α είτε για τη μη πλήρη και δέουσα εκτέλεση είτε για τη μη εμπρόθεσμο και έγκαιρο εκτέλεση, είτε για απαίτηση από κατάπτωση ποινικής ρήτρας. Οι εγγυητικές αυτές επιστολές είναι : 9.1 Εγγυητικές επιστολές καλής εκτέλεσης, που θα καλύπτουν το 10% της συμβατικής αξίας των ΗΑ/Α (Βασικό τίμημα και τίμημα ανταλλακτικών) και θα αναπροσαρμόζονται σύμφωνα με όσα ορίζονται στο Άρθρο 7. Οι εγγυητικές αυτές επιστολές εκτελέσεως για μεν το μέρος που αναλογεί στα ΕΝ, Σ. ΑΕ θα είναι σε Δρχ. το μέρος που αναλογεί στη S. A. σε Γ. μάρκα και θα κατατεθούν το αργότερο μαζί με τις εγγυητικές επιστολές προκαταβολής. Η πρώτη αναπροσαρμογή θα γίνει μέσοι σε τριάντα ημέρες (30) από την ημέρα που η ΣΥΜΒΑΣΗ αυτή ενεργοποιηθεί οι δε επόμενες, θα γίνονται ανά έτος στην ημερομηνία που θα συμπίπτει με την επέτειο της πρώτης αναπροσαρμογής με τους τελευταίους διαθέσιμους δείκτες αναπροσαρμογής. Η επαύξηση των ποσών των εγγυητικών επιστολών, που θα βρίσκονται στα χέρια του Ο. θα γίνεται είτε με αντικατάσταση των εγγυητικών επιστολών είτε με συμπληρωματικές εγγυητικές επιστολές, οι οποίες θα αποτελούν αναπόσπαστο μέρος των αρχικά κατατιθεμένων εγγυητικών επιστολών. Τόσο οι αρχικά κατατεθείσες εγγυητικές επιστολές, όσο και οι μετέπειτα που ήθελαν κατατεθεί σε αντικατάσταση αυτών ή οι συμπληρωματικές αυτών ή οι συμπληρωματικές αυτών θα παραμένουν στα χέρια του Ο. μέχρις αντικαταστάσεως των από τις εγγυητικές επιστολές καλής λειτουργίας, σύμφωνα με την παράγραφο 9.2. Οι πιο πάνω εγγυητικές επιστολές θα καλύπτουν τις ποινικές ρήτρες του άρθρου 10.1 Α και γενικά την καλή εκτέλεση των όρων της παρούσης μέχρι την ολοκλήρωση της παράδοσης, περί της οποίας το Άρθρο 6. Οι πιο πάνω εγγυητικές αυτές επιστολές θα είναι σύμφωνα με τα υποδείγματα Δ2 για τα ΕΝ και Σ. ΑΕ και D5 για τη S. A. - του παραρτήματος Δ. 9.2. Εγγυητικές επιστολές καλής λειτουργίας, που θα καλύπτουν το 10% συμβατικής αξίας κάθε ΗΑ/Α (συμβατικό τίμημα και τίμημα ανταλλακτικών) αναπροσαρμοσμένου μέχρι την ημερομηνία παράδοσης σύμφωνα με όσα ορίζονται στο Άρθρο 7. Οι εγγυητικές αυτές επιστολές καλής λειτουργίας για μεν το μέρος που αναλογεί ΕΝ, Σ. ΑΕ θα είναι σε Δρχ. για δε το μέρος που αναλογεί στη S. A. σε Γ. Μάρκα και θα κατατεθούν στον Ο. μετά την έκδοση του πρωτοκόλλου τελικής ποιοτικής και ποσοτικής παραλαβής. Με την κατάθεση της εγγυητικής αυτής επιστολής θα μειώνεται η εγγυητική καλής εκτέλεσης κατά την αναλογούσα αξία. Η εγγυητική επιστολή καλής λειτουργίας καλύπτει τις Ποινικές ρήτρες του άρθρου 10.Β και όλες τις υποχρεώσεις και δεσμεύσεις του ΚΑΤΑΣΚΕΥΑΣΤΗ-ΠΡΟΜΗΘΕΥΤΗ, σύμφωνα με όσα καθορίζονται στις παρ. 3.2 και 3.3 του Παραρτήματος B και γενικά κάθε παράβαση όρου της συμβάσεως που αφορά την καλή λειτουργία αυτής. Οι εγγυητικές επιστολές καλής λειτουργίας θα είναι σύμφωνες με τα υποδείγματα Δ3 για τα ΕΝ και ... και D6 για τη S. A. του παραρτήματος Δ. 9.3. Οι εγγυητικές επιστολές καλής εκτέλεσης δεν θα ανατροφοδοτούνται κατά τη διάρκεια της ισχύος τους. Οι εγγυητικές επιστολές καλής λειτουργίας θα ανατροφοδοτούνται με κάθε ποσό, που παρακρατείται από τον Ο. εφ' όσον ο ΚΑΤΑΣΚΕΥΑΣΤΗΣ-ΠΡΟΜΗΘΕΥΤΗΣ (ή μέλος του) αποδέχεται την παρακράτηση, εις τρόπον ώστε να παραμένει στα χέρια αυτού ως εγγύηση, ποσοστό 10% του βασικού τιμήματος των ΗΑ/Α που ευρίσκονται μέσα στον χρόνο εγγύησης αναπροσαρμοσμένου μέχρι της ημερομηνίας παραδόσεως τους. 9.4. Η εγγυητική επιστολή καλής εκτέλεσης καταπίπτει υπέρ του Ο. με την έγγραφη ειδοποίηση προς την εγγυήτρια τράπεζα και κοινοποίηση προς τον ΚΑΤΑΣΚΕΥΑΣΤΗ-ΠΡΟΜΗΘΕΥΤΗ σε περίπτωση παράβασης κάποιου όρου της Προγραμματικής Συμφωνίας ή της Παρούσας Σύμβασης Διαρκείας και εφόσον παρέλθει άπρακτο το χρονικό διάστημα των τριών (3) ημερών από την ειδοποίηση αυτής για επικείμενη κατάπτωση, υπόκειται δε σε πάγιο τέλος χαρτοσήμου. Η εγγυήτρια τράπεζα υποχρεούται να καταβάλλει στον Ο. αμέσως το ποσό που καταπίπτει από τις εγγυητικές επιστολές χωρίς να μπορεί να λάβει υπόψη της τις τυχόν αντιρρήσεις ή ενστάσεις του ΚΑΤΑΣΚΕΥΑΣΤΗ-ΠΡΟΜΗΘΕΥΤΗ. Το σχετικό έγγραφο του Ο. προς την εγγυήτρια τράπεζα για την κατάπτωση της εγγυήσεως θα ανακοινώνεται και στον Κατασκευαστή-Προμηθευτή. 9.5 Οι πιο πάνω εγγυητικές επιστολές καλής λειτουργίας θα επιστρέφονται τμηματικά από τον Ο. στον ΚΑΤΑΣΚΕΥΑΣΤΗ-ΠΡΟΜΗΘΕΥΤΗ μετά τη λήξη του 36μηνου χρόνου εγγύησης κάθε ΗΑ/Α που προβλέπεται στο άρθρο 3.2 του Παραρτήματος B ή της παράτασης του, σύμφωνα με παρ. 3.6 του Παραρτήματος B. 9.6. Για εκείνα τα τμήματα του τροχαίου υλικού, που καλύπτονται από μία, παρατεταμένη περίοδο εγγύησης, θα υπάρχουν τραπεζικές εγγυήσεις καλής λειτουργίας, που θα καλύπτουν το 10% της βασικής τιμής τους, αναπροσαρμοσμένης μέχρι την "ημερομηνία παράδοσης" της αντίστοιχης ΗΑ/Α. Η τραπεζική εγγύηση καλής λειτουργίας για την αντίστοιχη ΗΑ/Α, θα απελευθερώνεται με την έκδοση των παρατεταμένων εγγυήσεων. Οι παρατεταμένες αυτές τραπεζικές εγγυήσεις θα εκδοθούν έχοντας σαν καταληκτική τους ημερομηνία την προβλεπόμενη ημερομηνία λήξης παρατεταμένης εγγύησης κάθε εξαρτήματος. Σε περίπτωση ανάγκης παράτασης του χρόνου της παραπάνω εγγύησης κατά την έννοια του Άρθρου 3.6. του Παραρτήματος Β αυτής της Σύμβασης και μετά σχετική ειδοποίηση του ΚΑΤΑΣΚΕΥΑΣΤΗ-ΠΡΟΜΗΘΕΥΤΗ από τον Ο.. Ο ΚΑΤΑΣΚΕΥΑΣΤΗΣ-ΠΡΟΜΗΘΕΥΤΗΣ υποχρεούται να μεριμνήσει για την αντίστοιχη παράταση του χρόνου ισχύος της εγγυητικής επιστολής, έτσι ώστε να καλύπτονται οι υποχρεώσεις που περιγράφονται στο άρθρο 3.2 του Παραρτήματος B. Η παράταση αυτή πρέπει να δοθεί στον Ο. το αργότερο 30 ημέρες προ της καταληκτικής ημερομηνίας, άλλως ο Ο. δικαιούται να προβεί αμέσως σε κατάπτωση της εγγυητικής επιστολής καλής λειτουργίας, που θα έχει στα χέρια του". Κατά την από 28.2.2003 τροποποίηση της αρχικής συμβάσεως η ως άνω διάταξη επαναδιατυπώθηκε και αντικαταστάθηκε ως εξής: 9.1. Εγγυητικές επιστολές καλής εκτέλεσης, που θα καλύπτουν το 10% της συμβατικής αξίας των ΗΑ/Α (Βασικό τίμημα και τίμημα ανταλλακτικών) και θα αναπροσαρμόζονται σύμφωνα με όσα ορίζονται στο Άρθρο 7, όπως αυτό τροποποιείται και συμπληρούται. Οι εγγυητικές αυτές επιστολές καλής εκτελέσεως για μεν το μέρος που αναλογεί στα ΕΝ, Σ. ΑΕ θα είναι σε Δρχ. για δε το μέρος που αναλογεί στη S. A. σε Γ. μάρκα και θα κατατεθούν το αργότερο μαζί με τις εγγυητικές επιστολές προκαταβολής. Η πρώτη αναπροσαρμογή θα γίνει μέσα σε τριάντα ημέρες (30) από την ημερομηνία η ΣΥΜΒΑΣΗ αυτή ενεργοποιηθεί οι δε επόμενες, θα γίνονται ανά έτος στην ημερομηνία που θα συμπίπτει με την επέτειο της πρώτης αναπροσαρμογής με βάση τους τελευταίους διαθέσιμους δείκτες αναπροσαρμογής. Η επαύξηση των ποσών των εγγυητικών επιστολών, που θα βρίσκονται στα χέρια του Ο. θα γίνεται είτε με αντικατάσταση των εγγυητικών επιστολών είτε με συμπληρωματικές εγγυητικές επιστολές, οι οποίες θα αποτελούν αναπόσπαστο μέρος των αρχικά κατατιθεμένων εγγυητικών επιστολών. Τόσο οι αρχικά κατατεθείσες εγγυητικές επιστολές, όσο και οι μετέπειτα που ήθελαν κατατεθεί σε αντικατάσταση αυτών ή οι συμπληρωματικές αυτών θα παραμένουν στα χέρια του Ο. μέχρι πέρατος των παραδόσεων, σύμφωνα με τις τροποποιημένες ημερομηνίες τροποποιημένου χρονοδιαγράμματος παραδόσεων του πίνακα 6Β του όρου 6.2.1 την προσήκουσα παράδοση όλου του τροχαίου υλικού, χωρίς, εν τω μεταξύ, απομείωση της αξίας τους, πλην των οριζομένων στο άρθρο 8.5. Οι εγγυητικές επιστολές καλής εκτέλεσης θα διατηρούνται σταθερές και σε ισχύ, για ολόκληρο το ποσό αυτών, κατά τα παραπάνω. Ο ΚΑΤΑΣΚΕΥΑΣΤΗΣ-ΠΡΟΜΗΘΕΥΤΗΣ υποχρεούται να καταθέσει στον Ο. επιπροσθέτως αντίστοιχες εγγυητικές επιστολής καλής λειτουργίας, σε κάθε παράδοση ΗΑ/Α σύμφωνα με το όρθρο 9.2 όπως το άρθρο αυτό τροποποιείται και συμπληρούται. Ο ΚΑΤΑΣΚΕΥΑΣΤΗΣ - ΠΡΟΜΗΘΕΥΤΗΣ υποχρεούται ταυτόχρονα με την υπογραφή της παρούσας να προσκομίσει βεβαίωση των Τραπεζών που έχουν εκδώσει τις εγγυητικές που σήμερα κατέχει ο Ο., στην οποία θα βεβαιώνεται ότι, αυτές οι εγγυητικές επιστολές εξακολουθούν να ισχύουν και το αναγραφόμενο σε αυτές ποσό σε νόμισμα το οποίο έχει αντικατασταθεί σε ΕΥΡΩ, παραμένει ισχύον πλέον σε ΕΥΡΩ με βάση σταθερή ισοτιμία του εν λόγω νομίσματος με το ΕΥΡΩ. Οι πιο πάνω εγγυητικές επιστολές θα καλύπτουν τις ποινικές ρήτρες των άρθρων 10.1 Α, 10.1 Α1και 10.1 Α3 και γενικά την καλή εκτέλεση των όρων της παρούσης μέχρι την ολοκλήρωση της παράδοσης, περί της οποίας το Άρθρο 6, όπως το άρθρο αυτό τροποποιείται και συμπληρώνεται. Οι εγγυητικές αυτές επιστολές θα είναι σύμφωνα με τα τροποποιημένα υποδείγματα Δ2Α για τα ΕΝ και Σ. ΑΕ και Δ5Α για τη S. A.- του παραρτήματος Δ όπως αυτό τροποποιείται και συμπληρώνεται και θα είναι σε ΕΥΡΩ. Ο ΚΑΤΑΣΚΕΥΑΣΤΗΣ- ΠΡΟΜΗΘΕΥΤΗΣ θα αντικαταστήσει ή θα τροποποιήσει ταυτόχρονα με την υπογραφή της παρούσας τις εγγυητικές επιστολές καλής εκτέλεσης σύμφωνα με τα ανωτέρω τροποποιημένα υποδείγματα του Παραρτήματος Δ, όπως τροποποιείται και συμπληρούται. 9.2. Εγγυητικές επιστολές καλής λειτουργίας, που θα καλύπτουν το 10% της συμβατικής αξίας κάθε ΗΑ/Α (βασικό τίμημα και τίμημα ανταλλακτικών) αναπροσαρμοσμένου μέχρι τη συμβατική ημερομηνία παράδοσης του Πίνακα 6 Α σύμφωνα με όσα ορίζονται στο Άρθρο 7, όπως αυτό τροποποιείται και συμπληρούται. Οι εγγυητικές αυτές επιστολές καλής λειτουργίας θα είναι σε ΕΥΡΩ για όλα τα μέλη της κοινοπραξίας και θα κατατεθούν στον Ο., σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 8, όπως αυτό τροποποιείται και συμπληρούται. Οι εγγυητικές επιστολές καλής λειτουργίας καλύπτουν τις Ποινικές ρήτρες Του Άρθρου 10.Β και όλες τις υποχρεώσεις και δεσμεύσεις του ΚΑΤΑΣΚΕΥΑΣΤΗ-ΠΡΟΜΗΘΕΥΤΗ, σύμφωνα με όσα καθορίζονται στην παρ. 3.2 του Παραρτήματος Β και γενικά κάθε παράβαση όρου της Συμβάσεως που αφορά την καλή λειτουργία. Οι εγγυητικές Επιστολές καλής λειτουργίας θα είναι σύμφωνες με τα υποδείγματα Δ3 για τα ΕΝ και Σ. ΑΕ ΚΑΙ 06 για την S. A. του Παραρτήματος Δ, όπως αυτό τροποποιείται και συμπληρώνεται. 9.3 Οι εγγυητικές επιστολές καλής εκτέλεσης θα ανατροφοδοτούνται κατά τη διάρκεια της ισχύος τους με κάθε ποσό που παρακρατείται από τον Ο. σύμφωνα με την παρούσα σύμβαση. Οι εγγυητικές επιστολές καλής λειτουργίας θα ανατροφοδοτούνται με κάθε ποσό, που παρακρατείται από τον Ο., εις τρόπον ώστε να παραμένει στα χέρια αυτού ως Εγγύηση, ποσοστό 10% του βασικού τιμήματος των ΗΑ/Α, που ευρίσκονται μέσα στον χρόνο εγγύησης αναπροσαρμοσμένου μέχρι της συμβατικής ημερομηνίας παράδοσης τους του Πίνακα 6 Α.". Με βάση αυτά τα δεδομένα οι εγγυητικές επιστολές διακρίνονταν σε εγγυητικές επιστολές - αρχικά συμμετοχής και εν συνεχεία προκαταβολής - εγγυητικές επιστολές καλής εκτέλεσης και εγγυητικές επιστολές καλής λειτουργίας. Οι εγγυητικές επιστολές προκαταβολής αρχικά κάλυπταν την εκτέλεση της σύμβασης και τους τόκους υπερημερίας επί των προκαταβολών, μετά δε την τροποποίηση κάλυπταν τις τροποποιημένες ημερομηνίες τροποποιημένου χρονοδιαγράμματος παραδόσεων του πίνακα 6Β του όρου 6.2.1 και την προσήκουσα παράδοση όλου του τροχαίου υλικού, δηλαδή όχι μόνον την παράδοση του κύριου συμβατικού αντικειμένου αλλά και του ισοδύναμου τροχαίου υλικού, που αποτελούσε αυτοτελή παρεπόμενη υποχρέωση. Οι εγγυητικές επιστολές καλής εκτέλεσης κατά την αρχική σύμβαση i. Θα κάλυπταν το 10% της συνολικής συμβατικής αξίας των ΗΑ/Α (Βασικό τίμημα και τίμημα ανταλλακτικών) αναπροσαρμοζόμενες κατά την αντίστοιχη αναπροσαρμογή του συμβατικού τιμήματος, ii. Θα παρέμεναν στα χέρια του Ο. μέχρις αντικαταστάσεως των από τις εγγυητικές επιστολές καλής λειτουργίας, iii. Θα κάλυπταν τις ποινικές ρήτρες του άρθρου 10.1.Α (δηλαδή κατά την αρχική διατύπωση του συναφούς άρθρου 10.1.Α τις ποινικές ρήτρες για εκπρόθεσμη παράδοση) και γενικά την καλή εκτέλεση των όρων της παρούσης "μέχρι την ολοκλήρωση της παράδοσης, περί της οποίας το Άρθρο 6" (δηλαδή κατά την έννοια του άρθρου 6 και σύμφωνα με όσα έχουν ήδη γίνει δεκτά μέχρι την προσήκουσα εκπλήρωση των επιμέρους τμηματικών παροχών/ολοκλήρωσης των επιμέρους τμηματικών παραδόσεων) και iv. Θα παρέμεναν στα χέρια του Ο. μέχρις αντικαταστάσεώς των από τις εγγυητικές επιστολές καλής λειτουργίας. Αντίστοιχα, μετά την τροποποίηση των σχετικών διατάξεων οι εγγυητικές επιστολές καλής εκτέλεσης i) καλύπτουν το 10% της συνολικής συμβατικής αξίας των ΗΑ/Α (Βασικό τίμημα και τίμημα ανταλλακτικών) και θα αναπροσαρμόζονται κατά την αναπροσαρμογή του συμβατικού τιμήματος, ii) θα παρέμεναν στα χέρια του Ο. μέχρι πέρατος των εν γένει παραδόσεων, σύμφωνα με τις τροποποιημένες ημερομηνίες του τροποποιημένου χρονοδιαγράμματος παραδόσεων του πίνακα 6Β του όρου 6.2.1 και την προσήκουσα παράδοση όλου του τροχαίου υλικού, δηλαδή όχι μόνον μέχρι την παράδοση του κύριου συμβατικού αντικειμένου αλλά και του ισοδύναμου τροχαίου υλικού, iii) χωρίς απομείωση της αξίας τους λόγω των ενδιάμεσων τμηματικών παραδόσεων (πλην των οριζομένων στο άρθρο 8.5 - που δεν ενδιαφέρει εν προκειμένω), iv. Καλύπτουν τις ποινικές ρήτρες των άρθρων 10.1.Α, 10. 1 Α 1 και 10.1 Α3 και γενικά την καλή εκτέλεση των όρων της σύμβασης μέχρι την ολοκλήρωση της παράδοσης, περί της οποίας το Άρθρο 6, v) Δεν αντικαθίστανται από τις εγγυητικές επιστολές καλής λειτουργίας, οι οποίες κατατίθενται επιπροσθέτως. Εξάλλου, οι εγγυητικές επιστολές καλής λειτουργίας κατά το αρχικό κείμενο της σύμβασης i. θα κάλυπταν το 10% της συμβατικής αξίας κάθε μίας ΗΑ/Α (συμβατικό τίμημα και τίμημα ανταλλακτικών) αρχικό και αναπροσαρμοσμένο, ii. Θα κατατίθεντο στον Ο. μετά την έκδοση του πρωτοκόλλου τελικής ποιοτικής και ποσοτικής παραλαβής, μειώνοντας αντίστοιχα την εγγυητική καλής εκτέλεσης, iii. Κάλυπταν τις ποινικές ρήτρες του άρθρου 10.Β (ποινικές ρήτρες για απομάκρυνση των ΗΑ/Α από την εκμετάλλευση κατά τη διάρκεια της εγγύησης) αλλά και όλες τις υποχρεώσεις και δεσμεύσεις του ΚΑΤΑΣΚΕΥΑΣΤΗ-ΠΡΟΜΗΘΕΥΤΗ, σύμφωνα με όσα καθορίζονται στις παρ. 3.2 και 3.3 του Παραρτήματος Β και γενικά κάθε παράβαση όρου της συμβάσεως που αφορά την καλή λειτουργία και iv) θα επιστρέφονταν τμηματικά μετά τη λήξη του 36μηνου χρόνου εγγύησης κάθε ΗΑ/Α ή της τυχόν παράτασης της εγγύησης. Αντίστοιχα μετά την τροποποίηση της σύμβασης οι εγγυητικές επιστολές καλής λειτουργίας i. Ανέρχονται στο 10% της συμβατικής αξίας κάθε μίας ΗΑ/Α (βασικό τίμημα και τίμημα ανταλλακτικών), αρχικού και αναπροσαρμοσμένου μέχρι τη συμβατική ημερομηνία παράδοσης του Πίνακα 6 Α, ii. Καλύπτουν τις Ποινικές ρήτρες του Άρθρου 10.Β (ποινικές ρήτρες για απομάκρυνση των ΗΑ/Α από την εκμετάλλευση κατά τη διάρκεια της εγγύησης) αλλά και όλες τις υποχρεώσεις και δεσμεύσεις του ΚΑΤΑΣΚΕΥΑΣΤΗ-ΠΡΟΜΗΘΕΥΤΗ σε σχέση με τις εγγυήσεις και γενικά κάθε παράβαση όρου της Συμβάσεως που αφορά την καλή λειτουργία, iii. Θα ανατροφοδοτούνταν κατά τη διάρκεια της ισχύος τους με κάθε ποσό που παρακρατείται από τον Ο. με τρόπο ώστε να παραμένει στα χέρια αυτού ως εγγύηση, ποσοστό 10% του βασικού τιμήματος των ΗΑ/Α, που ευρίσκονται μέσα στον χρόνο εγγύησης αναπροσαρμοσμένου μέχρι της συμβατικής ημερομηνίας παράδοσής τους του Πίνακα 6 Α. και iv. Θα παραδίδονταν επιπρόσθετα στις εγγυητικές επιστολές καλής εκτέλεσης. Σε εκτέλεση των αρχικών συμβατικών όρων η S. A. επιμελήθηκε της εκδόσεως και παρέδωσε στον Ο. τις ακόλουθες εγγυητικές επιστολές: α) την υπ' αρ. ... εγγυητική επιστολή προκαταβολής της Τραπέζης B. H.- und V. A. για ποσό των 35.521.039 Γερμανικών Μάρκων, αναπροσαρμοσθείσα το έτος 2003 στο ποσό των 18.161.618,85 €, λόγω εισαγωγής του ευρώ και β) την υπ' αρ. ... εγγυητική επιστολή καλής εκτέλεσης της ιδίας ως άνω Τραπέζης για το συνολικό ποσό των 17.782.493 Γερμανικών Μάρκων, αναπροσαρμοσθείσα στο ποσόν των 9.092.044,30 € και την υπ'αρ. ... συμπληρωματική εγγυητική επιστολή ποσού 292.235,00 €, ενώ επιπλέον παρέδωσε τις ακόλουθες εγγυητικές επιστολές καλής λειτουργίας της ίδιας ως άνω τράπεζας:
Αρ. ηλεκτροκίνητης αυτοκινητάμαξας Αρ. Εγγύησης Αρ. Εγγυητικής Επιστολής Ημερομηνία έκδοσης αξία …
Αντιστοίχως η Σ. ΑΕ επιμελήθηκε της εκδόσεως και παρέδωσε στον Ο. τις ακόλουθες εγγυητικές επιστολές: α) την 102853/ 23.03.2005 εγγυητική επιστολή προκαταβολής (Α' τμηματική πληρωμή) της Εμπορικής Τραπέζης ΑΕ για το συνολικό ποσό των 1.726.468,98 €, η οποία κατά τη διάρκεια του έργου και με την παράδοση μέρους των αυτοκινηταμαξών μειώθηκε με την υπ' αριθ. 2571523/2005 αίτηση του εναγόμενου οργανισμού προς την εγγυήτρια τράπεζα στο ποσό των 841.994,60 €, β) την 1600401/01 από 24.04.2002 εγγυήτρια επιστολή προκαταβολής (Οριστική αναπροσαρμογή Α' τμηματικής πληρωμής) της Τραπέζης ... για το συνολικό ποσό των 61.388,57 €, η οποία και αυτή μειώθηκε με την υπ' αριθ. 2572199/2005 αίτηση του εναγόμενου οργανισμού προς την εγγυήτρια τράπεζα στο ποσό των 29.948,46 €, γ) την 1.600402/01 από 24.04.2002 εγγυητική επιστολή προκαταβολής (Β' τμηματική πληρωμή) της Τραπέζης ... για το συνολικό ποσό των 1.906.829,27 €, η οποία και αυτή μειώθηκε με την 2572199/ 2005 αίτηση του εναγόμενου οργανισμού προς την εγγυήτρια τράπεζα στο ποσό των 929.965,89 €, δ) την 102854/018/24.03.2005 εγγυητική επιστολή καλής εκτέλεσης της Εμπορικής Τραπέζης ΑΕ για το συνολικό ποσό των 1.132.279,68 €, ως επίσης παρέδωσε για τις 1-20 ΗΑ/Α, τις αντίστοιχες … εγγυητικές επιστολές, εκδόσεως της Εμπορικής Τράπεζας στις 22/06/2006, 22/06/2006, 22/06/2006, 22/06/2006, 22/06/2006, 22/06/2006, 23/06/2006, 23/06/2006, 23/06/2006, 23/06/2006, 23/06/2006, 23/06/2006, 23/06/2006, 23/06/2006, 23/06/2006, 23/06/2006, 23/06/2006, 23/06/2006, 23/06/2006 και 22/06/2006, αξίας 50.132,00 €, 49.479,72 €, 50.613,15 €, 50.675,61 €, 51.142,02 €, 51.914,75 €, 52.279,14 €, 52.281,72 €, 52.599,06 € 52.459,51 €, 52.553,70 €, 53.018,68 €, 52.951,39 €, 53.041,44 €, 54.804,05 €, 55.041,22 €, 55.769,31 €, 56.449,80 €, 56.326,00 € και 57.029,88 € ..... Στο σύνολό τους οι ως άνω εγγυητικές επιστολές έγιναν δεκτές από τον εναγόμενο Ο., διέπονται δε όλες από το ελληνικό δίκαιο [ήτοι και οι εκδοθείσες από την .... κατά την προκύπτουσα εκ του κειμένου τους συμβατική υπαγωγή των μερών - βλ. σχετική αναφορά σε αυτές σε άρθρα του ΑΚ]. Από τα παραπάνω άρθρα της σύμβασης σε συνδυασμό με τους περιεχόμενους στις επιμέρους εγγυητικές επιστολές/συμβάσεις όρους, προκύπτει σαφώς ότι οι πιο πάνω εγγυητικές επιστολές, συνιστούσαν επιστολές "σε πρώτη ζήτηση", που εδόθησαν μεν κατ' εντολήν των κοινοπρακτούντων μελών, συνιστούσαν όμως ετεροβαρείς συμβάσεις μεταξύ των εκδοτριών ως άνω τραπεζών και του Ο.. Δεν υφίσταται, επομένως, εν προκειμένου - όπως υποστηρίζουν οι ενάγουσες άντληση δικαιωμάτων ευθέως εκ τριμερούς συμβάσεως, αφού είναι διαφορετικό ζήτημα η υπό νομική έννοια δημιουργία τριμερούς σχέσεως (σχέση αξίας, σχέση καλύψεως, σχέση λήπτη-τράπεζας). Επομένως, εφόσον η επιδίωξη των δικαιωμάτων εκ των εγγυητικών επιστολών σύμφωνα με τα γεγονότα που ορίζονται ως αποσβεστικά αυτών και τα συναφή εκ των ΑΚ 866 ή 867 ΑΚ δικαιώματα, ερείδονται στις ίδιες τις συμβάσεις των εγγυητικών επιστολών, οι ενάγουσες, ως τρίτοι στις συμβάσεις αυτές, δεν δικαιούνται σε επίκλησή τους (res inter alios acta). Σημειώνεται δε ότι, από την εκτίμηση του εν γένει αποδεικτικού υλικού, κρίνεται ως αποδειχθέν ότι οι επίδικες εγγυητικές επιστολές προκαταβολής και καλής εκτέλεσης δεν ήταν ορισμένης διάρκειας, αφού δεν είχε τεθεί χρονικό σημείο λήξης αυτών είτε ημερολογιακώς είτε κατ' άλλο τρόπο, παρά μόνο συνδέονταν με την εκτέλεση συγκεκριμένων υποχρεώσεων εκ της επίδικης 33α ΠΣ/ΣΔ, αλλά το γεγονός αυτό δεν τις καθιστά ορισμένου χρόνου, αφού - εξάλλου - δεν θεωρείται ορισμένου χρόνου η εγγύηση από μόνο το λόγο ότι η κύρια οφειλή, για την οποία δόθηκε, έχει ορισμένη λήξη, εφόσον οι απαιτήσεις, την πληρωμή των οποίων εγγυήθηκε, δεν έχουν αποσβεσθεί... Επιπλέον, η δήλωση του εγγυητή για την χρονικώς περιορισμένη ευθύνη του πρέπει να είναι ρητή και σαφής... ενώ στην προκειμένη περίπτωση σαφώς προκύπτει αντίθετη σχετική βούληση των συμβαλλομένων μερών (εκδότριας τράπεζας και Ο.) από την διαλαμβανόμενη στο κείμενό τους παραίτηση εκ των δικαιωμάτων του άρθρου 867 ΑΚ, ήτοι διατάξεως του ΑΚ που διέπει εφαρμοζόμενη αναλόγως - τις αορίστου χρόνου εγγυητικές επιστολές και καταδεικνύει ότι τα μέρη θεωρούσαν τις εγγυητικές επιστολές αορίστου χρόνου. Κατά συνέπεια, εφόσον επρόκειτο περί εγγυητικών επιστολών αορίστου χρόνου, η επίκληση έστω και εκ των εκδοτριών τραπεζών του άρθρου 866 ΑΚ, θα ήταν σε κάθε περίπτωση άνευ νομίμου ερείσματος και απορριπτέα ως αβάσιμη. Περαιτέρω, όμως, εκτός των διαλαμβανομένων στις ίδιες τις εγγυητικές επιστολές, στην ένδικη 33α Π.Σ/Σ.Δ υπάρχει σαφής και ρητή ρύθμιση των συμβατικών σχέσεων των κοινοπρακτούντων μελών και των δικαιωμάτων και υποχρεώσεών τους σε σχέση με τις εγγυητικές επιστολές. Από τους όρους της 33α ΠΣ/ΣΔ, όπως τροποποιήθηκε, σαφώς προκύπτει ότι οι διάδικοι είχαν συμφωνήσει (με βάση όσα έχουν ήδη, παραπάνω, γίνει δεκτά) ότι - στην περίπτωση μερικής ή ολικής μη εκπλήρωσης της υποχρέωσης προς παροχή ισοδύναμου τροχαίου υλικού - θα συνέχιζαν να καταπίπτουν ποινικές ρήτρες λόγω εκπρόθεσμης παράδοσης και να γεννώνται τόκοι υπερημερίας επί της προκαταβολής από 1.1.2003. Αντιστοίχως, οι εγγυητικές επιστολές προκαταβολής είχαν ως σκοπό κατά τη σύμβαση να καλύψουν τους τυχόν διαδραμόντες τόκους υπερημερίας επί των προκαταβολών επί μερικής ή ολικής μη εκπλήρωσης της σύμβασης εκ μέρους της κοινοπραξίας, τόσο υπό το αρχικό όσο και υπό το τροποποιημένο περιεχόμενο της, αφού και το τελευταίο (τροποποιημένο) περιεχόμενο της σύμβασης θεμελίωνε υποχρέωσή τους προς εκπλήρωση, ενώ και κατά το άρθρο 5Α, η Κοινοπραξία όφειλε να παραδώσει στον Ο. το σύνολο του ισοδυνάμου υλικού σύμφωνα με το συνημμένο στο Παράρτημα
ΙΙ Χρονοδιάγραμμα, ήτοι συστηματικά εντασσόμενο στο άρθρο 6 περί παραδόσεων. Αντιστοίχως, σύμφωνα με το νέο άρθρο 9 (παρ. 9.1) της ΣΔ 33α, οι εγγυητικές επιστολές καλής εκτέλεσης θα εκδίδονταν και θα κατατίθεντο στον Ο. για την ακριβή εκπλήρωση όλων των υποχρεώσεων της Κοινοπραξίας έναντι του Ο., προς κάλυψη κάθε απαίτησης του Ο. έναντι της Κοινοπραξίας, είτε για παράβαση οποιουδήποτε όρου της Σύμβασης, είτε για την μη πλήρη και δέουσα εκτέλεση αυτής, είτε για την μη εμπρόθεσμη και έγκαιρη εκτέλεση αυτής, είτε για απαίτηση από κατάπτωση ποινικής ρήτρας.
Συνεπώς, η κατάπτωση ποινικών ρητρών προβλεπόταν ως μία εκ των περιπτώσεων επιτρεπόμενης κατάπτωσης της εγγυητικής επιστολής καλής εκτέλεσης, ενώ άλλη περίπτωση επιτρεπτής κατάπτωσης αποτελούσε και η μη πλήρης και προσήκουσα εκτέλεση της σύμβασης εν γένει. Τα παραπάνω, ότι δηλαδή οι εγγυητικές επιστολές προκαταβολής και καλής εκτέλεσης κάλυπταν και τις αξιώσεις λόγω μη εκπλήρωσης της παροχής ισοδύναμου τροχαίου υλικού, επιβεβαιώνονται και από τον συναφή συμβατικό όρο με τον οποίο τα κοινοπρακτούντα μέλη όφειλαν να αντικαταστήσουν ή να τροποποιήσουν αυτές, ή πάντως να επιβεβαιώσουν την ισχύ τους, ώστε να καλύπτουν την σύμβαση υπό το τροποποιημένο περιεχόμενό της, ταυτόχρονα με την υπογραφή της αντίστοιχης τροποποίησης (υποχρέωση η οποία δεν αποδεικνύεται ότι εκπληρώθηκε).
Συνεπώς, ο ισχυρισμός των εναγουσών S. ΑG κλπ. ότι κακώς ο Ο. παρακρατούσε τις επίδικες εγγυητικές επιστολές, επειδή έχει ήδη εισπράξει το σύνολο των ποινικών ρητρών δια παρακρατήσεων, από το υπόλοιπο που είχε λαβείν από αυτές (ενάγουσες-αντιδίκους του Ο.) για την εκτέλεση της σύμβασης, είναι αβάσιμος, αφού, όπως γίνεται δεκτό ανωτέρω, δεν ήταν μόνο οι ποινικές ρήτρες που καλύπτονταν από τις εγγυητικής επιστολές καλής εκτέλεσης, αλλά και κάθε απαίτηση του Ο. από την πλημμελή εκτέλεση της Σύμβασης, όπως εν προκειμένω, όπου - για το μη εκτελεσθέν μέρος της σύμβασης - o Ο. επικαλείται (βλ. τις συνεκδικαζόμενες ως άνω υπό α' και β' αγωγές του Ο.) ύπαρξη πρόσθετων αξιώσεών του προς αποζημίωση λόγω διαφυγόντων κερδών και θετικών ζημιών, ως προς την οποία, όμως, δεν έχει μέχρι τη συζήτηση της υποθέσεως ακόμη επιλυθεί οριστικώς η διαφορά [ενώ, ακόμη και με την παραπάνω κρίση περί αοριστίας τους, δεν εξέλιπε η δυνατότητα αυτού να επανέλθει επί των αξιώσεών του ορισμένως]. Κατ' ακολουθίαν, ο Ο. νομίμως συνεχίζει να διατηρεί εις χείρας του τις επίδικες επιστολές προκαταβολής και καλής εκτέλεσης, για τις οποίες δεν έχει υποχρέωση επιστροφής μέχρις ικανοποιήσεως του συνόλου των αξιώσεών του εκ της μερικής μη εκπλήρωσης της υποχρέωσης προς παροχή του ισοδύναμου τροχαίου υλικού και τα αντίθετα υποστηριζόμενα από τις κατ' αυτού ενάγουσες είναι απορριπτέα ως αβάσιμα. Μη ενεργώντας δε αντισυμβατικά δεν υποχρεούται και σε καταβολή στις ενάγουσες του χρηματοοικονομικού κόστους διατήρησής των εν ισχύι". Έτσι που έκρινε και με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο δεν παραβίασε ευθέως τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 173, 200, 361 και 866 επ. ΑΚ, τις οποίες ορθά δεν εφάρμοσε, αφού δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις για την εφαρμογή τους. Ειδικότερα, α] οι επίδικες εγγυητικές επιστολές προκαταβολής και καλής εκτέλεσης δεν ήταν ορισμένης διάρκειας, αφού δεν είχε τεθεί χρονικό σημείο λήξης αυτών, είτε ημερολογιακώς είτε κατ' άλλο τρόπο, β] το γεγονός ότι συνδέονταν με την εκτέλεση ορισμένων υποχρεώσεων από την επίδικη ΠΣ/ΣΔ 33α δεν καθιστά αυτές ορισμένου χρόνου, καθόσον οι απαιτήσεις την πληρωμή των οποίων εγγυήθηκαν δεν έχουν αποσβεσθεί, γ] με τις εγγυητικές επιστολές καλύπτονταν όχι μόνο οι ποινικές ρήτρες που εισπράχθηκαν με παρακρατήσεις, αλλά και κάθε απαίτηση του Ο. από την πλημμελή εκτέλεση της σύμβασης, στην οποία περιλαμβανόταν και η μη εκπλήρωση της υποχρέωσης προς παροχή του ισοδύναμου τροχαίου υλικού, δ] δεν διαπιστώθηκε στη σχετική σύμβαση κενό ή αμφιβολία ως προς τη βούληση των συμβαλλομένων για την κάλυψη με τις ως άνω εγγυητικές επιστολές και της υποχρέωσης προς παροχή του ισοδύναμου τροχαίου υλικού, ώστε να είναι αναγκαία η προσφυή στις ερμηνευτικές διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, ούτε το Εφετείο προέβη σε τέτοια ερμηνεία της σύμβασης, αλλά αντίθετα κρίθηκε ότι υπάρχει σαφής και ρητή ρύθμιση των συμβατικών σχέσεων των κοινοπρακτούντων μελών και των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων τους σε σχέση με τις εγγυητικές επιστολές. Επομένως, ο πέμπτος λόγος της από 30-9-2021 αίτησης αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 20 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, παραμόρφωση υπάρχει όταν το δικαστήριο της ουσίας υποπίπτει σε διαγνωστικό λάθος [εσφαλμένη ανάγνωση], αποδίδει δηλαδή, ύστερα από εσφαλμένη του κειμένου αποδεικτικού, σύμφωνα με τα άρθρα 432 επ. ΚΠολΔ, εγγράφου, περιεχόμενο προφανώς διαφορετικό από εκείνο που πραγματικά έχει, και κατά προφανή παρανόηση δέχεται ως μνημονευόμενα σε αυτό πραγματικά περιστατικά, τα οποία όμως είναι καταδήλως διάφορα των πράγματι διαλαμβανομένων στο έγγραφο, ακολούθως δε στηριζόμενο αποκλειστικά στο ίδιο έγγραφο ή κυρίως σε αυτό, οδηγείται σε ουσιαστική κρίση βλαπτική για τον επικαλούμενο τον πιο πάνω αναιρετικό λόγο. Ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας, εκτιμώντας το έγγραφο ως αποδεικτικό μέσο, δεν υπέπεσε σε διαγνωστικό σφάλμα αλλά αναγιγνώσκοντας το περιεχόμενο του εγγράφου αυτού όπως πραγματικά έχει, προβαίνει σε εκτίμηση του αληθινού περιεχομένου του, δηλαδή σε αποδεικτική αξιολόγησή του, και συνάγει εξ αυτού, έστω και εσφαλμένα, αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που θεωρεί ορθό ο αναιρεσείων. Τούτο δε διότι, αυτή η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας που εξάγεται από το αληθινό περιεχόμενο του εγγράφου, είναι, κατά τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, αναιρετικώς ανέλεγκτη, η δε σχ3ετική αιτίαση αφορά την εκτίμηση των πραγμάτων [ολΑΠ 2/2008, ΑΠ 42/2020]. Επίσης, ο ως άνω λόγος δεν ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας σχηματίζει την κρίση του για τη βασιμότητα της αγωγής, ένστασης, αντένστασης κ.λπ. στηριζόμενο σε περισσότερα αποδεικτικά μέσα, το δε φερόμενο ως παραμορφωθέν έγγραφο το συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις, χωρίς να στηριχθεί κυρίως ή αποκλειστικώς σε αυτό, με αποτέλεσμα να οδηγηθεί σε κρίση διαφορετική από εκείνη την οποία εκλαμβάνει ως ορθή εκείνος που προβάλει ότι χώρησε παραμόρφωση εγγράφου. Και τούτο, διότι στην περίπτωση αυτή δεν είναι δυνατή η εξακρίβωση της ιδιαίτερης αποδεικτικής σημασίας του, και η διαφορετική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, που έχει εξαχθεί από την συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων, δεν υπόκειται κατά τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 ΚΠολΔ στον έλεγχο του Αρείου Πάγου [ΑΠ 42/2020, ΑΠ 365/2017]. Στην προκειμένη περίπτωση, με το τέταρτο λόγο της από 30-9-2021 αίτησης αναίρεσης, κατά το οικείο μέρος του, οι αναιρεσείουσες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι ''παραμόρφωσε το περιεχόμενο των εγγυητικών επιστολών καλής εκτέλεσης και τις αντιμετώπισε ως αορίστου χρόνου, ενώ, ακόμη, τις ερμήνευσε ως σχετιζόμενες με το υποκατάστατο τροχαίο υλικό, αν και από το περιεχόμενό τους προκύπτει ρητά ότι σχετίζονται μόνο με τις αρχικές 20 ηλεκτράμαξες''. Όμως, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης και μάλιστα από την περικοπή αυτής που παρατίθεται στο αναιρετήριο, το Εφετείο δεν υπέπεσε σε διαγνωστικό σφάλμα, αλλά ορθά ανέγνωσε το περιεχόμενο των εγγυητικών επιστολών, κατέληξε όμως σε διαφορετικό πόρισμα, ήτοι ότι αυτές καλύπτουν και το ισοδύναμο τροχαίο υλικό που συμφωνήθηκε με την ένδικη σύμβαση, ύστερα από συνεκτίμηση των εγγράφων αυτών με τα λοιπά αποδεικτικά στοιχεία, ήτοι τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων και τα λοιπά έγγραφα που προσκομίστηκαν και ιδίως από τα άρθρα 5Α και 9 [παρ. 9. 1] της ΣΔ33α, από τα οποία κυρίως συνήγαγε το πόρισμά του με ρητή αναφορά ότι ''εκτός από τα διαλαμβανόμενα στις ίδιες τις εγγυητικές επιστολές, στην ένδικη 33 α ΠΣ/ΣΔ υπάρχει σαφής και ρητή ρύθμιση των συμβατικών σχέσεων των κοινοπρακτούντων μελών και των δικαιωμάτων και υποχρεώσεών τους σε σχέση με τις εγγυητικές επιστολές''. Επομένως, ο τέταρτος λόγος της από 30-9-2021 αίτησης αναίρεσης [κατά το οικείο μέρος του] από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος.


ΙΙΙ. Λόγοι επί αμφοτέρων των αιτήσεων αναίρεσης.
Κατά το άρθρο 216 παρ. 1 ΚΠολΔ η αγωγή, εκτός από τα στοιχεία που ορίζονται στα άρθρα 118 ή 117, πρέπει να περιέχει σαφή έκθεση των γεγονότων που θεμελιώνουν σύμφωνα με το νόμο την αγωγή και δικαιολογούν την άσκησή της από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου, ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και ορισμένο αίτημα. Αν λείπουν τα στοιχεία αυτά το δικόγραφο της αγωγής είναι αόριστο. Η ανεπάρκεια των εκτιθέμενων στην αγωγή ή στην ένσταση πραγματικών περιστατικών σε σχέση με αυτά που απαιτούνται από το νόμο για τη θεμελίωσή τους, χαρακτηρίζεται νομική αοριστία και ελέγχεται με τον αναιρετικό λόγο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ως παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, εφόσον το δικαστήριο της ουσίας έκρινε τελικά; Ως ορισμένη την αγωγή ή την ένσταση, αρκούμενο σε λιγότερα ή διαφορετικά στοιχεία από αυτά που απαιτεί ο νόμος. Με τον ίδιο λόγο ελέγχεται και το σφάλμα του δικαστηρίου της ουσίας να κρίνει ως αόριστη την αγωγή ή την ένσταση, αξιώνοντας για τη θεμελίωσή τους περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος για τη θεμελίωση του αντίστοιχου δικαιώματος [ολΑΠ 18/1998, ΑΠ 42/2020]. Πρόκειται και πάλι για παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ως προς τη διαπίστωση νομικής δήθεν αοριστίας της αγωγής ή της ένστασης. Επομένως, νομική είναι η αοριστία που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου. Αντίθετα, η έλλειψη εξειδίκευσης των πραγματικών περιστατικών που θεμελιώνουν κατ' αρχήν το ασκούμενο με την αγωγή ή την ένσταση ουσιαστικό δικαίωμα και αποτελούν την προϋπόθεση εφαρμογής του αντίστοιχου κανόνα ουσιαστικού δικαίου χαρακτηρίζεται ποσοτική αοριστία της αγωγής ή της ένστασης, ενώ η επίκληση απλώς των στοιχείων του νόμου χωρίς αναφορά πραγματικών περιστατικών χαρακτηρίζεται ως ποιοτική αοριστία της αγωγής ή της ένστασης και ελέγχονται και οι δύο αναιρετικά με τους λόγους 8 και 14 ΚΠολΔ [ΑΠ 42/2020]. Ειδικότερα, ο από το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο έκρινε ορισμένη και νόμιμη την αγωγή, λαμβάνοντας υπόψη αναγκαία για τη θεμελίωσή της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα που δεν περιέχονται στο δικόγραφο αυτής [ΑΠ 661/2015]. Δεν συνιστά όμως τον ως άνω λόγο αναίρεσης η λήψη υπόψη διευκρινιστικών της αγωγής περιστατικών που προέκυψαν στα πλαίσια αξιολόγησης του αποδεικτικού υλικού και ακριβέστερου προσδιορισμού των εκτιθέμενων στην αγωγή ή στην ένσταση πραγματικών περιστατικών, που συγκροτούν την ιστορική και νομική βάση αυτής, μολονότι δεν είχαν περιληφθεί στην ιστορική βάση[ ΑΠ 42/2020]. Ο ίδιος λόγος αναίρεσης ιδρύεται και αν το δικαστήριο της ουσίας απέρριψε ως αόριστη την αγωγή ή την ένσταση παραγνωρίζοντας εκτιθέμενα για τη θεμελίωσή της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα, που με επάρκεια εκτίθενται σε αυτήν. Για να ιδρύεται πάντως ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, πρέπει ο σχετικός με την ποσοτική ή ποιοτική αοριστία ισχυρισμός, ο οποίος δεν υπάγεται στις εξαιρέσεις του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, να προτάθηκε παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας και να αναφέρεται αυτό στην αίτηση αναίρεσης, στην οποία πρέπει επίσης να παρατίθεται το περιεχόμενο της αγωγής ή της ένστασης, που κρίθηκαν με την προσβαλλόμενη απόφαση ως ορισμένες ή απορρίφθηκαν ως αόριστες, ώστε σε αντιπαραβολή με τις αντίστοιχες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, που επίσης πρέπει να παρατίθενται στο αναιρετήριο, να μπορεί να διαπιστωθεί το τυχόν σφάλμα της απόφασης, που πρέπει και αυτό να προσδιορίζεται με την αίτηση αναίρεσης [ΑΠ 42/2020, ΑΠ 791/2015]. Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση της από 30-12-2009 αγωγής των αναιρεσειουσών στην από 30-9-2021 αίτηση αναίρεσης προκύπτει ότι αυτές ως μέλη της κοινοπραξίας, στην οποία συμμετείχαν οι ίδιες και η ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία ‘...'', κατήρτισαν με την εναγομένη ‘..... την υπ' αριθ. 33Α/22-12-1997 Προγραμματική Συμφωνία και την υπ' αριθ. 33Α/22-12-1997 Σύμβαση Διαρκείας [εφεξής ΠΣ και ΔΣ αντίστοιχα], δυνάμει των οποίων ανέλαβαν την υποχρέωση να κατασκευάσουν και να παραδώσουν στην εναγομένη 20 ηλεκτροκίνητες αυτοκινητάμαξες τύπου DESIRO [εφεξής ΗΑ/Α], καθώς επίσης και να προμηθεύσουν αυτή με ανταλλακτικά. Με το παράρτημα Ι της 22-10-1999 συμπληρώθηκαν και διορθώθηκαν η ΠΣ και η ΔΣ, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στην αγωγή. Κατόπιν προτάσεων των μελών της κοινοπραξίας καταρτίστηκε η από 28-3-2003 Τροποποιητική Σύμβαση [εφεξής ΤΑ], με την οποία τροποποιήθηκαν, μεταξύ άλλων, τα άρθρα 7, 8, 9 και 10 της ΣΔ και προστέθηκε άρθρο 5 Α με τους αναφερόμενους όρους. Από την ως άνω σύμβαση προέκυψαν οι απαιτήσεις των αναιρεσειουσών που αναφέρονται ειδικότερα στην αγωγή. Μεταξύ αυτών περιλαμβάνονται και οι αναφερόμενες παρακάτω: Α] Κατά το άρθρο 681 ΑΚ, με τη σύμβαση έργου ο μεν εργολάβος αναλαμβάνει την υποχρέωση να εκτελέσει το έργο, ο δε εργοδότης να καταβάλει τη συμφωνημένη αγωγή. Κατά την εφαρμογή της εν λόγω διάταξης από δικονομική άποψη, με την έννοια του ορισμένου, κατά το άρθρο 216 παρ. 1 ΚΠολΔ, της αγωγής, ο ενάγων για την καταβολή της αμοιβής εργολάβος οφείλει να επικαλεστεί στο δικόγραφο αυτής τη σύμβαση, το έργο που συμφωνήθηκε, το είδος και το ύψος της αμοιβής και ότι εκτέλεσε προσηκόντως την υποχρέωση που τον βαρύνει με την παράδοση του έργου [ΑΠ 1184/2021]. Η αμοιβή του εργολάβου μπορεί να ορίζεται κατά την κατάρτιση της σύμβασης με πολλούς τρόπους, κατ' αποκοπή, κατά μονάδα έργου, επί τη βάσει προϋπολογισμού, απολογιστικά, χρονικά, με ποσοστά ή να καταλείπεται ακαθόριστη ως προς το ποσό και τον τρόπο υπολογισμού της [ΑΠ 786/2019]. Επομένως, η αγωγή, με την οποία ο εργολάβος ενάγει τον εργοδότη για την καταβολή της αμοιβής του, οφείλει να προσδιορίζει τη συμφωνία για την αμοιβή με έναν από τους παραπάνω τρόπους [ΑΠ 162/2018, ΑΠ 554/2018] και εφόσον η αμοιβή συμφωνήθηκε κατά μονάδα κάθε εργασίας, πρέπει να αναφέρονται στην αγωγή, το είδος της εργασίας και ποιες ποσότητες εκτελέστηκαν από κάθε εργασία στις συμφωνημένες μονάδες [ΑΠ 575/2015]. Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση της από 30-12-2009 αγωγής των αναιρεσειουσών, προκύπτει ότι, μεταξύ άλλων, η πρώτη ενάγουσα και ήδη πρώτη αναιρεσείουσα ισχυρίστηκε τα ακόλουθα: "Ακόμη ο εναγόμενος Οργανισμός εξακολουθεί να μας οφείλει ακόμη και σήμερα και παρά την πλήρη, προσήκουσα και εμπρόθεσμη εκτέλεση των εκ μέρους μας συμβατικών υποχρεώσεων το συνολικό ποσόν των 61.051,19 €, εντόκως και νομιμοτόκως από τη μη καταβολή της δεύτερης τμηματικής πληρωμής ύψους 80% (αποπληρωμή) του εργολαβικού ανταλλάγματος για την προμήθεια και παράδοση των ανταλλακτικών EL Ζ01, τα οποία παραδόθηκαν στις 16.12.2008 και για τα οποία αυθημερόν της παραλαβής εγχειρίσαμε στον αντίδικο και το με αριθμό ... τιμολόγιό μας με ημερομηνία έκδοσης την 16.12.2008. Ειδικότερα η ως άνω προμήθεια και παράδοση αφορούσε τα κάτωθι ανταλλακτικά: (ακολουθεί πίνακας).....Δήλη ημέρα καταβολής της προκείμενης οφειλής υπήρξε η 30η Ιανουαρίου 2009, με βάση τα οριζόμενα στη μεταξύ μας συμφωνία και ειδικότερα με βάση τον όρο 8.3 της ΣΔ 33α, όπως άλλωστε σχετικώς ενημερώσαμε τον αντίδικο αυθημερόν της παραδόσεως της ως άνω ποσότητας ανταλλακτικών. Δυστυχώς ο αντίδικος μέχρι και σήμερα δεν έχει προβεί στην καταβολή της αντίστοιχης οφειλής του, παρά το γεγονός ότι η α' εξ ημών τον έχει επανειλημμένως οχλήσει προφορικά και γραπτά για αυτόν τον λόγο (όπως με τις από 03.04.2009/αρ. πρωτ. 3212 και 20.07.2009/ αρ. πρωτ. 3228 επιστολές της). Σημειωτέον ότι ο εναγόμενος Οργανισμός πρέπει να υποχρεωθεί να μας καταβάλει το ανωτέρω ποσό από την ημερομηνία που αυτό κατέστη ληξιπρόθεσμο και απαιτητό, ήτοι από 31.01.2009 και με βάση το συμβατικό επιτόκιο που κοινή συναινέσει προσδιορίσαμε τα εκατέρωθεν συμβαλλόμενα μέρη στις μεταξύ μας σχέσεις (4.7450%/έτος), άλλως από την επίδοση της παρούσης και μέχρι ολοσχερούς εξόφλησης". Επί του αιτήματος αυτού της αγωγής, η προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε τα ακόλουθα: "...Πλην, όμως - και ενώ στον επισυναπτόμενο πίνακα εμφανώς (ανεξαρτήτως της μη μεταφράσεως αυτού στην ελληνική) προκύπτει η εκ μέρους των εναγουσών επίκληση των στοιχείων που προσδιορίζουν την ταυτότητα των ανταλλακτικών, με τη διεθνή αγγλική ορολογία ανά κατηγορία, ειδικότερα δε "description" (περιγραφή), "material Νο" (αριθμός υλικού), κωδική ονομασία (A2V-No), QTY pes (ποσότητες), Delivery Note Νο (αριθμός διανομής), Shipment Νο (αριθμός αποστολής), εν τούτοις δεν αναφέρονται καθόλου στον πίνακα αυτό οι τιμές μονάδος ανά ανταλλακτικό (αλλά ούτε και η τελική τιμή της αξίας αυτών), παρά μόνο διηγηματικώς στην αγωγή η συνολική αξία αυτών και, επομένως, εφόσον δεν προσδιορίζεται ειδικώς η τιμή κάθε ανταλλακτικού, δεν προκύπτει και η γενικώς αναφερόμενη στην αγωγή αξία τους. Κατά συνέπεια - έστω και με διαφορετική αιτιολογία - ορθά, κατ' αποτέλεσμα, κρίθηκε στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο το εν λόγω αγωγικό κονδύλιο απορριπτέο ως απαράδεκτο, λόγω αοριστίας [αφού η αοριστία αυτή δεν μπορεί να καλυφθεί από τις αποδείξεις και ερευνάται και αυτεπαγγέλτως από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο]". Έτσι που έκρινε το Εφετείο, το οποίο απέρριψε το παραπάνω κονδύλιο της αγωγής της πρώτης αναιρεσείουσας ως απαράδεκτο λόγω της αοριστίας του, δεν παραβίασε ευθέως τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 681 και 694 ΑΚ, σε συνδυασμό με το άρθρο 216 παρ. 1 ΚΠολΔ, τις οποίες ορθά εφάρμοσε, αφού στον επισυναπτόμενο στην αγωγή πίνακα δεν προσδιορίζεται η αμοιβή της ενάγουσας με την αναφορά της τιμής μονάδας κάθε ανταλλακτικού και η τελική αξία αυτών, παρά μόνο διηγηματικώς αναφέρεται η συνολική αξία τους. Επομένως, ο πρώτος λόγος αναίρεσης από 30-9-2021 αίτησης αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ [κατ' εκτίμηση], είναι αβάσιμος. Β] Στο άρθρο 7 παρ. 1 του ανωτέρω ν. 1418/1984 ορίζεται ότι "ο ανάδοχος είναι υποχρεωμένος να κατασκευάσει το έργο κατά τους όρους της σύμβασης και τις σύμφωνες προς αυτή και το νόμο έγγραφες εντολές του φορέα κατασκευής του έργου...", ενώ σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 8 παρ. 1 του ν. 1418/1984, όπως ίσχυε κατά το χρόνο καταρτίσεως της ένδικης σύμβασης, "Το έργο εκτελείται σύμφωνα με τη σύμβαση και τα τεύχη και σχέδια που τη συνοδεύουν. Αν προκύπτει ανάγκη εκτέλεσης συμπληρωματικών εργασιών που δεν περιλαμβάνονται στο αρχικό ανατεθέν έργο ούτε στην πρώτη συναφθείσα σύμβαση και οι οποίες κατέστησαν κατά την εκτέλεση του έργου αναγκαίες λόγω απρόβλεπτων περιστάσεων με τις προϋποθέσεις που αναφέρονται στην περίπτωση δ' της παραγρ. 3 του άρθρου 8 του π.δ/τος 334/2000 συνάπτεται σύμβαση με τον ανάδοχο του έργου. Για τον καθορισμό των νέων τιμών μονάδας των συμπληρωματικών εργασιών εφαρμόζονται οι διατάξεις των παραγρ. 3 και 4 του άρθρου 43 του ΠΔ 609/1985. Η εκτέλεση των συμπληρωματικών εργασιών είναι υποχρεωτική για τον ανάδοχο του έργου και, προκειμένου να υπογραφεί η σύμβαση ανάθεσης των συμπληρωματικών εργασιών, απαιτείται γνώμη του οικείου τεχνικού συμβουλίου... Οι συμπληρωματικές εργασίες παραλαμβάνονται μαζί με τις εργασίες της αρχικής σύμβασης". Περαιτέρω, στο άρθρο 34 παρ. 2 του Π.Δ/τος 609/1985 ορίζεται ότι ο ανάδοχος δεν δικαιούται αποζημίωση ή αύξηση τιμών για μεταβολές στα έργα, τα οποία έγιναν χωρίς έγγραφο διαταγή, έστω και αν αυτές βελτιώνουν το έργο, σε επείγουσες δε περιπτώσεις, η διαταγή για τροποποιήσεις ή συμπληρώσεις δίνεται προφορικά στον τόπο των έργων και καταχωρίζεται στο ημερολόγιο. Εξάλλου, στο άρθρο 43 του ίδιου ως άνω προεδρικού διατάγματος, όπως ίσχυε κατά τον κρίσιμο εν προκειμένω χρόνο, ορίζονται τα εξής: "1. Ο φορέας κατασκευής του έργου έχει το δικαίωμα, κατά τη διάρκεια κατασκευής του έργου, να αναθέτει την εκτέλεση συμπληρωματικών εργασιών μόνο σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγράφου 1 του άρθρου 8 του ν. 1418/1984 όπως αντικαταστάθηκε με την παράγραφο 1 του άρθρου τέταρτου του Ν. 2372/1996. Για την εκτέλεση των ανωτέρω συμπληρωματικών εργασιών απαιτείται η σύναψη σύμβασης. 2. Κάθε σύμβαση επόμενη της αρχικής συνοδεύεται από "Ανακεφαλαιωτικό πίνακα εργασιών" που ιδίως περιλαμβάνει τις ενδείξεις των εργασιών, τις τιμές μονάδος των εργασιών, τα μεγέθη των ποσοτήτων... (όπως οι παράγραφοι 1 και 2 αντικαταστάθηκαν με το άρθρο μόνο του π.δ. 402/1996). Από τις ανωτέρω διατάξεις συνάγεται ότι, όταν παρίσταται ανάγκη εκτελέσεως συμπληρωματικών εργασιών, δηλαδή εργασιών, οι οποίες δεν περιλαμβάνονται στο ανατεθέν με την αρχική σύμβαση έργο ή στην πρώτη συναφθείσα σύμβαση και οι οποίες κατέστησαν αναγκαίες κατά την εκτέλεση του έργου λόγω απρόβλεπτων περιστάσεων, για την εκτέλεσή τους απαιτείται η σύναψη ιδιαίτερης, συμπληρωματικής, συμβάσεως με τον ανάδοχο του έργου. Της συνάψεως της εν λόγω συμβάσεως προηγείται η σύνταξη εκ μέρους της διευθύνουσας το έργο υπηρεσίας ανακεφαλαιωτικού πίνακα εργασιών (Α.Π.Ε.), ο οποίος περιλαμβάνει όλα τα ουσιώδη στοιχεία της συμβάσεως, όπως τις προς εκτέλεση εργασίες, τις τιμές μονάδας των εργασιών, τα μεγέθη των ποσοτήτων και την προβλεπόμενη δαπάνη για αναθεώρηση, καθώς και πρωτόκολλο κανονισμού τιμών μονάδας νέων εργασιών (Π.Κ.Τ.Μ.Ν.Ε.) στην περίπτωση που στον ανακεφαλαιωτικό πίνακα περιλαμβάνονται και εργασίες, για τις οποίες δεν υπάρχουν τιμές μονάδας. Ακολουθεί η υπογραφή συμβάσεως για την ανάθεση των συμπληρωματικών αυτών εργασιών μετά από διαπραγματεύσεις με τον ανάδοχο του έργου και αφού ληφθεί και η γνώμη του οικείου τεχνικού συμβουλίου. Μετά την υπογραφή της συμπληρωματικής συμβάσεως, το ποσό της οποίας δεν μπορεί να υπερβαίνει το 50% του ποσού του αρχικού συμβατικού αντικειμένου, η εκτέλεση των συμπληρωματικών εργασιών είναι υποχρεωτική για τον ανάδοχο (ΣτΕ 121/2018, ΣΤΕ 2638/2016, 1258/2013, 170/2013, 1768/2012, 1520/2011, 1475/2010). Από τις ίδιες ως άνω διατάξεις συνάγεται ότι ο ανάδοχος δεν δικαιούται, και ούτε υποχρεούται, κατ' αρχήν, να προβεί σε τροποποιήσεις ως προς τη μορφή του έργου, την ποιότητα και το είδος ή την ποσότητα των εργασιών, κατ' απόκλιση από τη σύμβαση έργου, και, επίσης, ότι δεν δικαιούται αποζημιώσεως για μεταβολές στο έργο, χωρίς προηγούμενη έγγραφη εντολή του κυρίου του έργου ή, σε επείγουσες περιπτώσεις, προφορική εντολή της υπηρεσίας, στον τόπο εκτελέσεως του έργου, που καταχωρίζεται στο ημερολόγιο αυτού, και χωρίς προηγούμενη σύνταξη και έγκριση Α.Π.Ε., αν δε συντρέχει περίπτωση, και Π.Κ.Τ.Μ.Ν.Ε. (ΣτΕ 2243/2017, ΣτΕ45/2016, ΑΠ178/2015, ΑΠ1258/2013). Μάλιστα, στην περίπτωση αυτή ο ανάδοχος, δηλαδή, αν εκτελέσει εργασίες μη προβλεπόμενες από τη σύμβαση, χωρίς τις ανωτέρω προϋποθέσεις, δηλαδή χωρίς προηγούμενη έγγραφη εντολή του κυρίου του έργου ή, σε επείγουσες περιπτώσεις, κατόπιν προφορικής εντολής της υπηρεσίας, δεν δικαιούται ούτε αποδόσεως της ωφέλειας του λήπτη με βάση τις διατάξεις των άρθρων 904 επ. ΑΚ περί αδικαιολόγητου πλουτισμού (ΑΠ 859/2020, ΣτΕ 45/2016, 749/2016, 2387/2014). Στην προκειμένη περίπτωση από την επισκόπηση της από 30-12-2009 αγωγής των αναιρεσειόντων προκύπτει ότι η πρώτη αναιρεσείουσα ισχυρίστηκε, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα: "Όπως αναλυτικά προεκτέθη, η Κοινοπραξία μέσα σε πνεύμα συνεργασίας ικανοποίησε με όλη την καλή της θέληση μία σειρά από επιπρόσθετες, εξωσυμβατικές απαιτήσεις του εναγομένου, οι οποίες αφορούσαν τεχνικές τροποποιήσεις και προσθήκες, οι οποίες δεν προβλέπονταν από το πλέγμα των συμβατικών διατάξεων που διείπαν την εκτέλεση του επίδικου έργου. Συγκεκριμένα, οι τεχνικές που επέφερε η α' εξ ημών στις 20 ηλεκτροκίνητες αυτοκινητάμαξες περί αρχές του 2005, ήταν οι ακόλουθες:
ΠΙΝΑΚΑΣ 11: ΤΟΠΟΘΕΤΗΣΗ ΠΡΟΣΘΕΤΩΝ ΕΞΑΡΤΗΜΑΤΩΝ ΠΕΡΑΝ ΤΩΝ ΤΕΧΝΙΚΏΝ ΠΡΟΔΙΑΓΡΑΦΏΝ Κόστος ανά ΗΑ/Α Συνολικό κόστος 1. Άνοιγμα θυρών σε περίπτωση ανάγκης/ τοποθέτηση καλυμμάτων μοχλού ανοίγματος 730 € 14.600 € 2. Διακόπτης μανδάλωσης θυρών/τοποθέτηση καλύμματος 230 € 3. Τοποθέτηση συνδέσμων γείωσης για την ηλεκτροφόρο 1.966 € 39.320 € 4. Διαφορετικού χρώματος ενδεικτικές λυχνίες για τη πέδη στάθμευσης στη καμπίνα μηχανοδήγησης 46 € 920 € 5. Αυτόματος έλεγχος της εξωτερικής παροχής ισχύος του μετατροπέα βοηθητικών 1.060 € 21.200 € 6. Διεπαφή προς την μονάδα κλιματισμού του οδηγού 938 € 18.760 € 7. Αποθήκευση της κατανάλωσης ενέργειας στο TELOC 192,50 € 3.850 € 8. Κλιματισμός σε κατάσταση εφεδρικής λειτουργίας, όταν ο ένας μετατροπέας είναι εκτός λειτουργίας 385 € 7.700 € 9. Προσαρμογέας 230 V για εξωτερική παροχή 140 € 2.800 € 10. Αυτόματο μπλοκάρισμα της έλξης, όταν όλες οι βαλβίδες της πέδης αέρα είναι εκτός λειτουργίας 407 € 8.140 € 11. Αυτόματη οδήγηση και μηχανισμός πέδης στο βήμα των 5 χλμ. / ώρα 242 € 4.840 € 12. Μεταλλικές πινακίδες για τις βαλβίδες αέρα 355 € 7.100 € 13. Χιλιομετρητής στην πόρτα του πεδίου 770 € 15.400 € 14. Διαφορετικού χρώματος ενδεικτικές λυχνίες στην καμπίνα μηχανοδήγησης για την ανακοίνωση ανάγκης επιβατών 46 € 920 € Σημειωτέον ότι όλες οι ανωτέρω τεχνικές αλλαγές εκτελέσθηκαν στο όνομα της Κοινοπραξίας μεν, αλλά στην πράξη η α' εξ ημών επιβαρύνθηκε με το σχετικό κόστος πραγματοποίησης αυτών, αφού αφορούσαν το δικό της τμήμα του προς εκτέλεση έργου. Η α' εξ ημών ζήτησε επανειλημμένως σε κατ' ιδίαν συζητήσεις με τον εναγόμενο οργανισμό, καθώς και εγγράφως με την υπ' αριθ. 2904/ 04.07.2006 επιστολή της την καταβολή του ποσού των 150.150,00 Ευρώ που αντιστοιχούσε στην συνολική αξία των τοποθετηθέντων εξαρτημάτων. Επί της ανωτέρω πρόσκλησης της α' εξ ημών ο εναγόμενος οργανισμός αρνήθηκε κατηγορηματικά την πληρωμή του εν λόγω ποσού, υποστηρίζοντας ότι οι εκτελεσθείσες υπό της Κοινοπραξίας κατόπιν αίτησης του ιδίου εργασίες και εφαρμοσθείσες τεχνικές αλλαγές δεν ήταν πρόσθετες και εξωσυμβατικές. Δεδομένου όμως ότι, όπως εδείχθη ανωτέρω, οι τεχνικές αλλαγές που εφαρμόσθηκαν ουδόλως υπαγορεύονταν από τους συμβατικούς όρους, μη ευσταθέντος του αντίθετου ισχυρισμού του αντιδίκου, ο τελευταίος δεν είχε κανένα δικαίωμα να αρνηθεί την καταβολή του ποσού αυτού, ώστε δέον να καταδικασθεί στην πληρωμή του από την επομένη της σχετικής έγγραφης όχλησης της α' εξ ημών, και συγκεκριμένα από τις 05.07.2006, και με βάση το συμβατικό επιτόκιο που κοινή συναινέσει προσδιορίσαμε τα εκατέρωθεν συμβαλλόμενα μέρη στις μεταξύ μας σχέσεις (4.7450%/έτος), άλλως από την επίδοση της παρούσης και μέχρι ολοσχερούς εξόφλησης". Επί του αιτήματος αυτού η προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε τα ακόλουθα: "...Πλην, όμως - και εφόσον εν προκειμένω επιχειρείται να θεμελιωθεί η αξίωση στη σύμβαση έργου, με την επίκληση της διενέργειας των υπερσυμβατικών εργασιών κατόπιν αιτήματος του εναγομένου Οργανισμού - απαιτείται, στην περίπτωση αυτή, για τη γένεση δικαιώματος πρόσθετης αμοιβής λόγω εκτέλεσης υπερσυμβατικών εργασιών, η σύναψη νέας συμβάσεως (πρβλ. ΑΠ 828/2019 στον δικτυακό τόπο του Αρείου Πάγου), πέραν του ότι τα περιστατικά στα οποία επιχειρείται να στηριχθεί, όπως ορθά κρίθηκε και από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, εκτίθενται με διφορούμενο τρόπο, με συνέπεια να μην καθίσταται σαφές εάν γίνεται τροποποίηση του αντικειμένου της αρχικής σύμβασης (οπότε για το κύρος αυτού θα απαιτούνταν η τήρηση συστατικού τύπου, ενόψει και του σημαντικού αξιούμενου ανταλλάγματος), ή για σύναψη νέας σύμβασης (οπότε για το κύρος αυτής θα απαιτείτο τήρηση των κανόνων που αφορά στις προμήθειες, ήτοι διενέργεια διαγωνισμού, ή κατ' εξαίρεση απευθείας ανάθεση, άλλως η σύμβαση θα ήταν άκυρη), μη παραθεωρουμένου και ότι δεν εκτίθεται στην αγωγή ότι τα μέρη συμφώνησαν πριν τις εργασίες σε συγκεκριμένο τίμημα, που παραπέμπει σε μη ύπαρξη συμβάσεως, λόγος που επιπλέον θεμελιώνει το διφορούμενο των ισχυρισμών των εναγουσών.". Έτσι που έκρινε το Εφετείο, απορρίπτοντας το παραπάνω κονδύλιο της αγωγής της πρώτης αναιρεσείουσας ως απαράδεκτο λόγω της αοριστίας του, δεν κήρυξε παρά το νόμο απαράδεκτο, αφού στην αγωγή εκτίθεται με ασαφή τρόπο το είδος της σύμβασης με βάση την οποία η πρώτη αναιρεσείουσα αιτείται το ανωτέρω κονδύλιο, καθόσον δεν προσδιορίζεται αν τροποποιήθηκε η αρχική σύμβαση έργου των διαδίκων ή έγινε νέα σύμβαση ή έγινε κατ' εξαίρεση απευθείας ανάθεση, καθώς επίσης δεν προσδιορίζεται αν συμφωνήθηκε τίμημα για τις αναφερόμενες εργασίες ή αν αυτό περιλαμβανόταν στο τίμημα της αρχικής σύμβασης. Επομένως, ο δεύτερος λόγος της από 30-9-2021 αίτησης αναίρεσης από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος. Γ] Κατά τη διάταξη του άρθρου 346 ΑΚ ο οφειλέτης χρηματικής οφειλής και αν δεν είναι υπερήμερος οφείλει τόκους αφότου επιδόθηκε αγωγή για ληξιπρόθεσμο χρέος. Από τη διάταξη αυτή, που θεσπίσθηκε από λόγους δικαίου και επιείκειας προς το δανειστή, αφού επιρρίπτει τον κίνδυνο του δικαστικού αγώνα στον [και αναίτιο ακόμη] οφειλέτη, προκύπτει ότι επί χρηματικής οφειλής που αναφέρεται σε ληξιπρόθεσμο και απαιτητό χρέος, ο οφειλέτης χρωστά νόμιμους τόκους από την επίδοση σ' αυτόν της καταψηφιστικής αγωγής, ανεξάρτητα από την υπερημερία ή υπαιτιότητά του για την καθυστέρηση. Ληξιπρόθεσμο ή απαιτητό είναι το χρέος όταν η πληρωμή του δεν εξαρτάται από αίρεση, που δεν πληρώθηκε ή από προθεσμία που δεν έληξε, αλλά έχει επέλθει ο χρόνος εξόφλησής του και μπορεί να εξαναγκαστεί ο οφειλέτης σε πληρωμή της σχετικής υποχρέωσής του, χωρίς να δικαιούται να αντιτάξει οποιαδήποτε αναβλητική ένσταση.
Συνεπώς, αξίωση νόμιμων τόκων από την επίδοση της καταψηφιστικής αγωγής υπάρχει, κατά την έννοια του άρθρου 346 ΑΚ, μόνον εφόσον κατά τον χρόνο αυτό υπάρχει η οφειλή του εναγομένου και είναι ληξιπρόθεσμη και απαιτητή, χωρίς η καταβολή της να εξαρτάται από την πλήρωση όρου ή προϋποθέσεως που τίθεται είτε από νομοθετική διάταξη είτε από τα συμφωνηθέντα μεταξύ των μερών [ολΑΠ 41/2002, ΑΠ 1661/2014]. Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση της από 30-12-2009 αγωγής των αναιρεσειουσών, προκύπτει ότι, μεταξύ άλλων, η δεύτερη αναιρεσείουσα ισχυρίστηκε ότι με την ένδικη σύμβαση προβλεπόταν δήλη ημέρα τοκοφορίας των απαιτήσεών της και συγκεκριμένα μετά από πάροδο προθεσμίας 45 ημερών από την προσκομιδή στην αρμόδια υπηρεσία του Ο.Σ.Ε. από τη δεύτερη ενάγουσα - μεταξύ άλλων δικαιολογητικών - για την γ' τμηματική πληρωμή του πρωτοκόλλου προσωρινής παραλαβής και για τη δ' τμηματική πληρωμή του πρωτοκόλλου τελικής παραλαβής και ότι επισύναψε στην αγωγή της σχετικούς πίνακες που προσδιόριζαν το ύψος των οφειλόμενων τόκων, που ανέρχονταν στο ποσό των 182380,95 ευρώ. Επί του αιτήματος αυτού της αγωγής, η προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε τα ακόλουθα: "Όπως, όμως, ορθά κρίθηκε - έστω και με συνοπτικότερη αιτιολογία - από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, οι ενάγουσες δεν εκθέτουν στην αγωγή τους όλα τα αναγκαία στοιχεία για την υπερημερία του εναγομένου Ο., αφού, ειδικότερα - η β' ενάγουσα δεν εκθέτει πότε προσκόμισε από τα ως άνω έγγραφα στην υπηρεσία του Ο. τα πρωτόκολλα παραλαβής συγκεκριμένα, αλλά απλώς διαλαμβάνει ότι εκδόθηκαν αυτά, ταυτίζοντας, όπως εκτιμάται, το ληξιπρόθεσμο της απαίτησής της με την έκδοσή τους και όχι με την προσκομιδή όλων των αναγκαίων εγγράφων στον Ο. [ αφού η αναφορά στους πίνακες ημερομηνίας εισόδου PAC - τιμολόγια, με αναφορά στους αριθμούς των και, αντιστοίχως, σε τιμολόγια μόνο και πραγματική ημερομηνία τελικής παράδοσης [ημερομηνία FAC ]] στη στήλη Β' των πινάκων, είναι γενική, με συνέπεια να μην παρατίθενται τα κατά τη σύμβαση αναγκαία περιστατικά για την πλήρωση των προϋποθέσεων της υπερημερίας του εναγομένου και της τοκοφορίας της απαίτησής της". Έτσι που έκρινε το Εφετείο, το οποίο απέρριψε το παραπάνω κονδύλιο της αγωγής της δεύτερης αναιρεσείουσας ως απαράδεκτο λόγω της αοριστίας του, δεν παραβίασε ευθέως την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 346 ΑΚ, την οποία ορθά δεν εφάρμοσε, αφού στην αγωγή δεν αναφέρεται ότι η εναγόμενη κατέστη υπερήμερη με την προσκομιδή των αναγκαίων εγγράφων σε αυτήν από την δεύτερη ενάγουσα και δη των πρωτοκόλλων προσωρινής και οριστικής παραλαβής, από την οποία και μετά, κατά τη συμφωνία των διαδίκων, θα καθίστατο υπερήμερη η εναγόμενη. Ο ισχυρισμός ότι στους επισυναπτόμενους πίνακες αναφέρεται η προσκομιδή των εγγράφων αυτών, δεν είναι βάσιμος, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των πινάκων αυτών, όπως ειδικότερα αναφέρεται στην προσβαλλόμενη απόφαση. Επομένως, ο τρίτος λόγος της από 30-9-2021 αίτησης αναίρεσης από τον αριθμό 1 [κατ' εκτίμηση] του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος. Δ] Τα άρθρα 440 και 441 ΑΚ, που ρυθμίζουν τον συμψηφισμό, ορίζουν το μεν πρώτο ότι ''Ο συμψηφισμός επιφέρει απόσβεση των μεταξύ δύο προσώπων αμοιβαίων απαιτήσεων, όσο καλύπτονται, αν είναι ομοειδείς, κατά το αντικείμενο και ληξιπρόθεσμες'', το δε δεύτερο ότι ''Ο συμψηφισμός επέρχεται αν ο ένας τον επικαλεσθεί με δήλωση προς τον άλλο. Η πρόταση συμψηφισμού επιφέρει απόσβεση των αμοιβαίων απαιτήσεων από τότε που συνυπήρξαν''. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι το διαπλαστικό δικαίωμα της πρότασης του συμψηφισμού δημιουργείται από τη στιγμή που δύο αντίθετες απαιτήσεις, που πληρούν τις προϋποθέσεις του συμψηφισμού, θα συνυπάρξουν. Ο δικαιούχος της κάθε απαίτησης έχει, συνεπώς, από το χρονικό αυτό σημείο, το δικαίωμα να αποσβέσει την απαίτηση του δανειστή του [κύρια ή ενεργητική απαίτηση] προτείνοντας την ανταπαίτησή του [παθητική απαίτηση] σε συμψηφισμό, επέρχεται δε με την πρότασή του απόσβεση των αμοιβαίων απαιτήσεων, στο μέτρο κατά το οποίο καλύπτονται, αναδρομικά, ανεξάρτητα από το αν θα γίνει ή όχι αποδεκτή από εκείνον στον οποίο απευθύνεται. Απαίτηση και ανταπαίτηση πρέπει να είναι τέλειες, δηλαδή να είναι ληξιπρόθεσμες, να μην τελούν υπό αίρεση ή προθεσμία, να μην υπόκεινται σε ανατρεπτική ή αναβλητική ένσταση και να είναι αγώγιμες, δηλαδή να μην είναι απλώς φυσικές ενοχές. Ο νόμος δεν απαιτεί, ως όρο του συμψηφισμού, ταυτότητα του νομικού λόγου, που στηρίζει τις αμοιβαίες απαιτήσεις, αλλά ούτε και επιβάλλει η ανταπαίτηση που αντιτάσσεται προς συμψηφισμό να είναι εκκαθαρισμένη. Η πρόταση του συμψηφισμού μπορεί να λάβει χώρα είτε εξώδικα είτε ενώπιον δικαστηρίου με τη μορφή ένστασης [άρθρο 442 ΑΚ] [ΑΠ 1761/2022, ΑΠ 43/2022, ΑΠ 695/2020]. Όπως συνάγεται δε από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 440, 441 ΑΚ και 262 παρ. 1 ΚΠολΔ, για να είναι ορισμένη η ένσταση συμψηφισμού πρέπει να περιλαμβάνει σαφή έκθεση των παραγωγικών της ανταπαίτησης γεγονότων, προσδιορισμό της απαίτησης του αντιδίκου, στην οποία αναφέρεται η δήλωση συμψηφισμού, καθορισμό του αντικειμένου και του χρόνου γέννησής της, όπως επίσης και ορισμένο αίτημα, ήτοι την απόσβεση των συμψηφιζόμενων απαιτήσεων και την απόρριψη της αγωγής [ΑΠ 1761/2022, ΑΠ 43/2022, ΑΠ 1057/2019]. Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της από 27-9-2021 αίτησης αναίρεσης η αναιρεσείουσα (Ο. ΑΕ) αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, και ειδικότερα την ένσταση αοριστίας της εναγομένης ως προς τον υπολογισμό των αγωγικών κονδυλίων σχετικά με τον συμψηφισμό της απαίτησης του εργολαβικού ανταλλάγματος της τρίτης τμηματικής πληρωμής της πρώτης ενάγουσας με ανταπαίτησή της από τόκους υπερημερίας και υποχρέωσε την εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα να καταβάλει στην πρώτη ενάγουσα το ποσό των 887.223,47 ευρώ του εργολαβικού ανταλλάγματος εκ της τρίτης τμηματικής πληρωμής, δηλαδή το ποσό των ακύρως συμψηφισθέντων εκ μέρους της αναιρεσείουσας τόκων υπερημερίας, χωρίς να λάβει υπόψη τους νομίμως προταθέντες ισχυρισμούς της αναιρεσείουσας αναφορικά με την αοριστία του αγωγικού ισχυρισμού της πρώτης ενάγουσας περί παράνομης παρακράτησης των τόκων αυτών και περί εσφαλμένου υπολογισμού τους. Ο λόγος αυτός αναίρεσης, κατά το πρώτο μέρος του, από τους αριθμούς 1 και 14 [κατ' εκτίμηση] είναι αβάσιμος, διότι στηρίζεται επί της εσφαλμένης προϋποθέσεως ότι η πρώτη ενάγουσα φέρει το βάρος επίκλησης και απόδειξης των πραγματικών γεγονότων που στηρίζουν την ένσταση συμψηφισμού της εναγομένης και όχι τον αγωγικό ισχυρισμό περί καταβολής του εργολαβικού ανταλλάγματος της τρίτης τμηματικής πληρωμής, ως προς τον οποίο η αγωγή περιέχει όλα αναγκαία για το ορισμένο αυτής στοιχεία. Ο ίδιος λόγος κατά το δεύτερο μέρος του, είναι απαράδεκτος, διότι προσβάλει την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας για την έναρξη των τόκων υπερημερίας από την επίδοση των σχετικών τιμολογίων [άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ. Περαιτέρω, με το δεύτερο λόγο της από 27-9-2021 αίτησης αναίρεσης, κατά το πρώτο μέρος του, η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, και ειδικότερα την ένσταση αοριστίας της εναγομένης ως προς τον υπολογισμό των αγωγικών κονδυλίων σχετικά με τον συμψηφισμό της απαίτησης του εργολαβικού ανταλλάγματος της δεύτερης τμηματικής δόσης πληρωμής, με ανταπαίτηση της εναγομένης προερχόμενη από κατάπτωση ποινικών ρητρών σε βάρος της ενάγουσας και έτσι υποχρέωσε την εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα να καταβάλει στην πρώτη ενάγουσα το ποσό των 1.260.027,64 ευρώ και στη δεύτερη ενάγουσα το ποσό των 144.664,29 ευρώ του εργολαβικού ανταλλάγματος της δεύτερης τμηματικής πληρωμής, δηλαδή τα ποσά που αντιστοιχούν στις συμψηφισθείσες ποινικές ρήτρες καθ' υπέρβαση του ποσοστού 7,5 % επί της αξίας κάθε ηλεκτράμαξας που παραδόθηκε από τις ενάγουσες στην εναγομένη. Και ο λόγος αυτός της από 27-9-2021 αίτησης αναίρεσης από τους αριθμούς 1 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ [κατ' εκτίμηση] είναι αβάσιμος, διότι στηρίζεται ομοίως επί της εσφαλμένης προϋποθέσεως ότι οι ενάγουσες φέρουν το βάρος επίκλησης και απόδειξης των πραγματικών γεγονότων που στηρίζουν την ένσταση συμψηφισμού της εναγομένης και όχι τον αγωγικό ισχυρισμό περί καταβολής του εργολαβικού ανταλλάγματος της δεύτερης τμηματικής πληρωμής.
Με τη διάταξη του άρθρου 361 ΑΚ, που ορίζει ότι για τη σύσταση ή αλλοίωση ενοχής με δικαιοπραξία απαιτείται σύμβαση, εφόσον ο νόμος δεν ορίζει διαφορετικά, καθιερώνεται στο ενοχικό δίκαιο, ως απόρροια του δόγματος της αυτονομίας της βουλήσεως, η αρχή της ελευθερίας των συμβάσεων, σύμφωνα με την οποία οι συμβαλλόμενοι έχουν πλήρη ελευθερία για κατάρτιση οποιασδήποτε δικαιοπραξίας με οποιαδήποτε μορφή και με οποιοδήποτε περιεχόμενο, αρκεί αυτό να μην αντιβαίνει στα χρηστά ήθη ΑΠ 845/2019, ΑΠ 2120/2013]. Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τέταρτο λόγο της από 27-9-2021 αίτησης αν αίρεσης η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι δεν έλαβε υπόψη αυτοτελείς ισχυρισμούς της που συγκροτούν την ιστορική βάση και, επομένως, αποσκοπούν στη θεμελίωση ένστασής της κατά του αιτήματος της αγωγής των αντιδίκων της και συγκεκριμένα δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ειδικότερα, η προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε εν μέρει ως ουσιαστικά βάσιμη την αγωγή των εναγουσών και ήδη αναιρεσιβλήτων και υποχρέωσε την εναγομένη να καταβάλει στην πρώτη ενάγουσα το ποσό των 40.650,96 ευρώ και στη δεύτερη ενάγουσα το ποσό των 2976,11 ευρώ, ως αποζημίωση για τα έξοδα των αναφερομένων εγγυητικών επιστολών καλής λειτουργίας, επειδή οι ενάγουσες δεν είχαν υποβληθεί στα έξοδα αυτά, εφόσον η εναγομένη είχε υπογράψει εγκύρως όλα τα πρωτόκολλα λήξης των εγγυήσεων και είχε επιστρέψει τις εγγυητικές επιστολές καλής λειτουργίας, ως όφειλε κατά την επίδικη σύμβαση. Πλην όμως, η προσβαλλόμενη απόφαση δεν έλαβε υπόψη της τον ισχυρισμό της εναγομένης ότι κατά τα προβλεπόμενα στη ΣΔ 33α και στην τροποποιημένη ΣΔ33α, έπρεπε να λάβει χώρα αφαίρεση από τα ως άνω επιδικασθέντα ποσά το 10% της αξίας των μνημονευομένων στις με αριθ. πρωτ. 1029830/24-11-2009 και 1028590/30-3-2010 επιστολές του Ο., μηχανισμών που είχαν παράταση εγγύησης, όπως και το 10% της αξίας των τροχών και τροχοφόρων αξόνων όλων των ΗΑ/Α. Όμως, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, ο ισχυρισμός αυτός λήφθηκε υπόψη από το Εφετείο και απορρίφθηκε με το αιτιολογικό ότι η αναιρεσείουσα ''όλως αορίστως επικαλείται παράταση για μηχανισμούς τους οποίους δεν προσδιορίζει''. Επομένως ο προβαλλόμενος από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος της από 27-9-2021 αναίρεσης είναι αβάσιμος. Ο ίδιος λόγος από τους αριθμούς 1 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ [κατ' εκτίμηση], είναι απαράδεκτος, αφού δεν εκτίθεται στην αίτηση αναίρεσης ο τρόπος με τον οποίο προβλήθηκε στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και επαναφέρθηκε με έφεση στο Εφετείο, αλλά ούτε και στην αίτηση αναίρεσης αναφέρεται αν η επικαλούμενη παράταση έγινε με τροποποιητική συμφωνία των διαδίκων ή με νεότερη συμφωνία τους, καθώς και η διάρκεια της παράτασης αυτής και κυρίως τα μηχανήματα και τα λοιπά στοιχεία της σύμβασης, τα οποία αφορούσε.
Μετά από αυτά και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης πρέπει να απορριφθούν οι κρινόμενες αιτήσεις αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή των κατατεθέντων παραβόλων στο Δημόσιο Ταμείο [άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ] και να επιβληθούν σε βάρος των αναιρεσειουσών, που ηττήθηκαν, τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, που κατέθεσαν προτάσεις [άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ], όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.


ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Συνεκδικάζει την από 27-9-2021 αίτηση αναίρεσης της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία ‘...'' και την από 30-9-2021 αίτηση αναίρεσης των ανωνύμων εταιριών με την επωνυμία ... για αναίρεση της υπ' αριθ. 5432/2020 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.

Απορρίπτει τις ως άνω αιτήσεις αναίρεσης.
Διατάσσει την εισαγωγή των κατατεθέντων παραβόλων για την άσκηση καθεμίας από αυτές στο Δημόσιο Ταμείο.
Επιβάλει τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων σε βάρος των αναιρεσειουσών, αντίστοιχα, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων [2700] ευρώ για κάθε αίτηση αναίρεσης.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 19 Ιουνίου 2024.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
και τούτου, καθώς και του αρχαιοτέρου Αρεοπαγίτη
αποχωρησάντων από την υπηρεσία, ο αμέσως αρχαιότερος της σύνθεσης Αρεοπαγίτης
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 14 Οκτωβρίου 2024.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή