Περίληψη:
363 ΑΚ.: Ανυπαίτια αδυναμία παροχής απαλλάσσει τον οφειλέτη από τις συμβατικές υποχρεώσεις του. Συμφωνία συμμετοχής σε διαγωνισμό για ανάληψη έργου από ένα συμβαλλόμενα με εμφανή ή αφανή συνεταίρο ή υπεργολάβο τον άλλο συμβαλλόμενο, εφόσον προσκρούει στο Κοινοτικό Δίκαιο και ανυπαιτίως το αγνούσε ο αναλαβών το έργο, συνιστά αδυναμία παροχή (ανυπαίτια) και είναι αβάσιμη η αξίωση του αφανούς συνεταίρου ή υπεργολάβου να ισχύσουν έναντι των διαδίκων η από τη σύμβαση αμοβαίες υποχρεώσεις. Ορθή εφαρμογή άρθρου 363 Αν. Αβάσιμος λόγος αναιρέσεως άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ.
Αριθμός 497/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ιωάννη Παπανικολάου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Χρυσικό, Ιωάννη Σίδερη, Νικόλαο Λεοντή και Δημήτριο Τίγγα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 1 Φεβρουαρίου 2010, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Εταιρίας Περιορισμένης Ευθύνης με την επωνυμία "FIRST CONSULTING LTD", που εδρεύει στο... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Οικονόμου.
Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ" που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της 'Αννα Αποστολάκη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14 Απριλίου 1997 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 7951/1999 μη οριστική, 2517/2005 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 936/2007 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 9 Σεπτεμβρίου 2008 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Τίγγας, ανέγνωσε την από 12 Ιανουαρίου 2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη των αντιδίκων του στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 363 του Α.Κ. " ο οφειλέτης, εφόσον στο νόμο δεν ορίζεται διαφορετικά, απαλλάσσεται από κάθε υποχρέωση που απορρέει από την υπόσχεση αδύνατης παροχής, αν κατά τη συνομολόγηση της σύμβασης αγνοούσε χωρίς υπαιτιότητα ότι η παροχή είναι αδύνατη. Οφείλει όμως, αμέσως μόλις μάθει την αδυναμία για εκπλήρωση, να ειδοποιήσει το δανειστή για το γεγονός αυτό. Η διάταξη του άρθρου 338 (για απόδοση του περιελθόντος) εφαρμόζεται και εδώ". Κατά το άρθρο 380 του ίδιου Κώδικα, "αν η παροχή του ενός από τους συμβαλλομένους είναι αδύνατη από γεγονός για το οποίο αυτός δεν έχει ευθύνη, απαλλάσσεται και ο άλλος συμβαλλόμενος από την αντιπαροχή και την αναζητεί, αν τυχόν την κατέβαλε, κατά τις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό. Αλλά δεν απαλλάσσεται αν απαίτησε ό,τι περιήλθε στον άλλο εξαιτίας του γεγονότος της αδυναμίας". Από τις ανωτέρω διατάξεις, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 287, 362, 364, 365, 336, 381 και 382 του Α.Κ. συνάγεται ότι η οριστική αδυναμία της προς παροχή υποχρεώσεως από σύμβαση, αδιαφόρως αν είναι αντικειμενική ή υποκειμενική, ολική ή μερική ή η υπόσχεσή της απαγορεύεται από το νόμο (νομική αδυναμία), εάν μεν είναι αρχική, δηλαδή υπήρχε κατά τη γένεση της ενοχής, συνεπάγεται τη μερική ή ολική (αναλόγως) απαλλαγή του οφειλέτη από την υποχρέωσή του, εφόσον αποδεικνύει ότι χωρίς υπαιτιότητά του αγνοούσε την αδυναμία παροχής, εάν δε είναι επιγενόμενη, δηλαδή δεν υπήρχε κατά την κατάρτιση της συμβάσεως και ανέκυψε μεταγενέστερα, συνεπάγεται ανάλογη απαλλαγή του οφειλέτη από την υποχρέωσή του, υπό την προϋπόθεση ότι, κατά τις γενικές διατάξεις των άρθρων 330-334 ΑΚ, αποδεικνύει την έλλειψη υπαιτιότητάς του, οπότε απαλλάσσεται και ο αντισυμβαλλόμενος - κατά το αντίστοιχο μέρος της αδύνατης παροχής - από την προς αντιπαροχή υποχρέωσή του και αναζητεί την τυχόν καταβληθείσα κατά τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού. Εξάλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται μόνον αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, δηλαδή με την απόδοση στον κανόνα δικαίου έννοιας μη αληθινής ή μη αρμόζουσας ή έννοιας περιορισμένης ή στενής, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ. ΑΠ 7/2006, 4/2005). Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο, ύστερα από ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων, δέχθηκε τα ακόλουθα: Η αναιρεσείουσα-ενάγουσα αλλοδαπή εταιρία περιορισμένης ευθύνης, με έδρα στο ... και αντικείμενο επιχειρηματικής δραστηριότητας την εκπόνηση οικονομικών μελετών επί τραπεζικών κυρίως θεμάτων, κατά τις 12-5-1995 δέχθηκε πρόταση από την αρχικώς εναγόμενη "Εθνική Μελετητική Συμβουλευτική ΑΕ", ανήκουσα στον όμιλο της ήδη αναιρεσίβλητης Εθνικής Τράπεζας (από την οποία τελικώς απορροφήθηκε) να συνεργασθούν, προκειμένου να συμμετάσχουν από κοινού σε διαγωνισμό της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, που επρόκειτο να προκηρυχθεί. Ο διαγωνισμός προκηρύχθηκε στις 26-7-1995 με αντικείμενο το έργο "Επιχειρηματικό Σχέδιο της Παρευξείνιας Τράπεζας" συνολικού προϋπολογισμού 300.000 ECU και η υποβολή υποψηφιοτήτων έληγε στις 29-8-1995. Κατόπιν διαπραγματεύσεων συμφώνησαν, στις 3-8-1995, για τη συνεργασία τους με υποβολή προτάσεων στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή προς ανάληψη του έργου από την εναγομένη ως ανάδοχο και μόνο με την προϋπόθεση αυτή και υπεύθυνο του έργου τον ..., υπηρεσιακό στέλεχος της εναγομένης. Το έργο, σύμφωνα με το υπηρεσιακό σχέδιο της εναγομένης περιλαμβάνει "τρεις φάσεις" (χρονικές περιόδους 2,4 και 6 μηνών), όπου γινόταν και η κατανομή των ημερών εργασίας και των ληπτέων ως αμοιβή χρημάτων, ενώ συμφωνήθηκε η εναγόμενη να χρεώνει στην ενάγουσα το 50% του προϋπολογισμού των αμοιβών και δαπανών. Στις 25-8-1995 η εναγομένη απέστειλε στη Γενική Δ/νση 11 της Επιτροπής την κοινή πρόταση των διαδίκων για την ανάληψη του έργου, ενώ η ενάγουσα την ίδια ημέρα απέστειλε στην εναγομένη τηλεομοιοτυπικό μήνυμα, με το οποίο την πληροφορούσε ότι "με βάση το συνημμένο με ίδια ημερομηνία μήνυμα της Επιτροπής δεν μπορούσαν να υποβάλουν κοινή υποψηφιότητα", διότι στο κεφάλαιο "11, Οδηγίες συμμετοχής Α' συμμετοχή" αναφερόταν ότι "δεν επιτρέπεται η συμμετοχή σε εταιρική συνεργασία" και "δεν επιτρέπεται υπεργολαβία". Στις 28-8-1995 αμφότεροι οι διάδικοι ενημερώθηκαν επίσημα από τη Γενική Δ/νση 11 της Ευρωπαϊκής Επιτροπής ότι από κοινού πρόταση στο διαγωνισμό αφαιρεί το στοιχείο του ανταγωνισμού (γιατί οι εταιρίες των διαδίκων ήταν οι μοναδικές που περιλαμβάνονταν στον "περιορισμένο κατάλογο" που είχε καταρτίσει (η Επιτροπή για το συγκεκριμένο πρόγραμμα). Ταυτόχρονα τους ενημέρωσε ότι δεν θα άνοιγε την προσφορά τους, προκειμένου αυτοί να έχουν τη δυνατότητα να την επανεξετάσουν. Την απαγόρευση της δυνατότητας κοινής συμμετοχής των διαδίκων στο διαγωνισμό από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, την αγνοούσε η εναγομένη, χωρίς υπαιτιότητά της, κατά την κατάρτιση της συμβάσεως με την ενάγουσα, στις 3-8-1995, ενώ αντιθέτως η ενάγουσα γνώριζε τούτο πριν από τις 25-8-1995, οπότε αυτή πρώτη πληροφόρησε την εναγομένη για την απαγόρευση. Κατά τις 25-8-1995 που υποβλήθηκε η εκπονηθείσα αποκλειστικά από την εναγόμενη υποψηφιότητα για την από κοινού με την ενάγουσα εκτέλεση του έργου, όπως συμφώνησαν, ήταν τυπικά απαράδεκτη και περιήλθε σε γνώση της ότι αυτό θα επέφερε τον αποκλεισμό της από το διαγωνισμό, πλην όμως δεν υπήρχε αντικειμενικά χρονικό περιθώριο για την εκπόνηση και υποβολή νέας υποψηφιότητας. Στο νέο διαγωνισμό που προκηρύχθηκε από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή για τις 25-9-1995, με σκοπό να διεξαχθεί με υπαρκτό το στοιχείο του ανταγωνισμού και χωρίς το προηγούμενο κώλυμα (απαράδεκτο), συμμετείχε μόνον η εναγομένη, για δικό της και μόνον λογαριασμό, η οποία ανέλαβε και διεκπεραίωσε το έργο, λαμβάνοντας και την ανάλογη αμοιβή. Ενόψει αυτών των περιστατικών, σύμφωνα με τις παραδοχές του αποδεικτικού πορίσματος της προσβαλλόμενης αποφάσεως, κρίθηκε βάσιμη η ένσταση της εναγομένης περί ανυπαίτιας αδυναμίας της υπεσχημένης προς την ενάγουσα παροχής της να την καταστήσει συμμέτοχο κατά 50% στο υπό δημοπράτηση έργο και απορρίφθηκε από το Εφετείο η έφεση της αναιρεσείουσας-ενάγουσας κατά της πρωτόδικης αποφάσεως, με την οποία είχε απορριφθεί η αγωγή της ως ουσιαστικά αβάσιμη. Έτσι όπως έκρινε το Εφετείο δεν προέβη σε εσφαλμένη εφαρμογή της ουσιαστικής διατάξεως του άρθρου 363 του ΑΚ, καθώς και εκείνων των ΑΚ 363 και 364, καθόσον διέλαβε στον υπαγωγικό συλλογισμό του τα αναγκαία για την εφαρμογή τους στοιχεία, ήτοι: α) την συμφωνημένη από 3-8-1995 ανάληψη αμοιβαίων υποχρεώσεων συμμετοχής των διαδίκων στο διαγωνισμό δια της αναιρεσίβλητης αλλά με ίσα δικαιώματα και υποχρεώσεις από το έργο που θα αναλάμβανε η τελευταία, χωρίς συμφωνημένη υποχρέωση της αναιρεσίβλητης να καταβάλει στην αναιρεσείουσα 84.000 ECU, παρά μόνον αν συμμετείχαν από κοινού στον διαγωνισμό και αναλάμβαναν το έργο, και βέβαια το εκτελούσαν από κοινού, β) την αποστολή στις 25.8.1995 εκ μέρους της αναιρεσίβλητης στη Γενική Διεύθυνση 11 της Επιτροπής της κοινής πρότασης των διαδίκων για την ανάληψη του έργου, ενώ η αναιρεσείουσα γνώριζε νωρίτερα, από τις 25.8.1995, ότι η κοινή πρόταση ήταν νόμω απαγορευμένη, κατά το Κοινοτικό Δίκαιο και το γνώρισε στην αναιρεσίβλητη στις 25.8.1995, γ) την (οριστική) αδυναμία της αναιρεσίβλητης να ανταποκριθεί στη συμβατική υποχρέωσή της, να έχει συγκαλυμμένη συμμέτοχο (υπεργολάβο) του έργου, που θα αναλάμβανε, την αναιρεσείουσα-ενάγουσα, λόγω νομικής απαγόρευσης (παραβίασης αρχών ανταγωνισμού της Ευρωπαϊκής Ένωσης), που επισήμανε η διαχειριζόμενη το διαγωνισμό Ευρωπαϊκή Επιτροπή προς τους διαδίκους, ματαιώνοντας τον πρώτο διαγωνισμό για το λόγο αυτό, ελλείψει ανταγωνιστικής προσφοράς, και ότι στις 28.8.1995 οι διάδικοι ενημερώθηκαν επίσημα από την Επιτροπή πως η από κοινού πρότασή τους στο διαγωνισμό δεν θα γινόταν δεκτή, γιατί θα αφαιρούσε το στοιχείο του ανταγωνισμού, δ) την άγνοια της αναιρεσίβλητης κατά την κατάρτιση της συμβάσεως των διαδίκων, για την ως άνω υπάρχουσα απαγόρευση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και την προβολή της, συνεπεία αυτής της απαγορεύσεως, ανυπαίτιας αδυναμίας παροχής της αναιρεσίβλητης, να συμμετάσχει, αναλάβει και εκτελέσει το έργο από κοινού με την αναιρεσείουσα, κατ' ένσταση, στο Πρωτοδικείο και στο Εφετείο και ε) την εξαιτίας αυτής της αδυναμίας παροχής ματαίωση της συμμετοχής της αναιρεσείουσας στον πρώτο διαγωνισμό και μη απόκτηση δικαιώματος στα κέρδη που η αναιρεσίβλητη αποκόμισε από το έργο που εκτέλεσε, ενώ η αναιρεσείουσα μετά τη γνώση όλων αυτών δεν εμποδιζόταν να υποβάλει δική της προσφορά στην Επιτροπή στο δεύτερο διαγωνισμό, αλλά δεν το έπραξε για δικούς της λόγους. Επομένως ο μοναδικός από το άρθρο 559 αρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο αντιθέτως προβάλλεται ότι με τις άνω παραδοχές του, το Εφετείο παραβίασε ευθέως τις ΑΚ 362, 363 και 364 διότι θα έπρεπε να ισχύσουν αποσπασματικώς και επιλεκτικώς μερικότερα στοιχεία της συμβάσεως των διαδίκων όσον αφορά τις μεταξύ τους αμοιβαίες υποχρεώσεις και ανεξάρτητα από την, λόγω απαγορεύσεων του Κοινοτικού Δικαίου, ανυπαίτια αδυναμία εκπληρώσεως της συμφωνημένης αναλήψεως του έργου από την αναιρεσίβλητη με εμφανή ή αφανή συνεταίρο ή υπεργολάβο την αναιρεσείουσα, είναι αβάσιμα. Και τούτο διότι για την ευδοκίμηση της αιτούμενης με την αγωγή της αναιρεσείουσας δικαστικής προστασίας δεν αρκούσε το προβαλλόμενο από αυτή είδος της αναληφθείσας από την αναιρεσίβλητη μερικότερης υποχρεώσεως προς καταβολή προς εκείνη της αμοιβής της, ως χρηματικής, ως προς την οποία δεν νοείται αδυναμία παροχής, αλλά η αντικειμενική δυνατότητα εκπληρώσεως της όλης παροχής και της όλης αντιπαροχής της αναιρεσείουσας, (όπως αναλύθηκαν παραπάνω) με νόμιμο τρόπο. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναιρέσεως.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 9-9-2008 αίτηση της εδρεύουσας στο ... εταιρίας περιορισμένης ευθύνης "FIRST CONSULTING LTD", για αναίρεση της 936/2007 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης από δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 2 Μαρτίου 2010.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 16 Μαρτίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ