Αυτόματη μετάφραση (Google Translate)
Σύνδεσμος απόφασης - link


Επιστροφή - Back


Απόφαση 1703 / 2024    (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1703/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασημίνα Υφαντή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βρυσηίδα Θωμάτου, Γεώργιο Σχοινοχωρίτη, Ευτύχιο Νικόπουλο και Στυλιανή Μπλέτα - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 8 Ιανουαρίου 2024, με την παρουσία και του Γραμματέα Γ. Φ., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ε. Π. - Γ. του Ν., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Αγλαΐα Μπαρλαμά με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και δεν κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσιβλήτου: Ε. χήρας Γ. Α., το γένος Ι. Τ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Σοφία Κομνά και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 24/4/2018 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πρέβεζας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 171/2019 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 158/2021 του Μονομελούς Εφετείου Ιωαννίνων. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 24/1/2022 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια της αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία υπ' αριθμ. 158/2021 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Ιωαννίνων, η οποία συνεκδίκασε τις αντίθετες εφέσεις των διαδίκων κατά της υπ' αριθμ. 171/2019 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πρέβεζας, απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την έφεση της εναγόμενης και ήδη αναιρεσείουσας, δέχθηκε ως ουσιαστικά βάσιμη την έφεση της ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση και δέχθηκε εν μέρει την αγωγή της αναιρεσίβλητης κατά της αναιρεσείουσας υποχρεώνοντας την τελευταία να καταβάλει στην ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη το ποσόν των 56.407 ευρώ νομιμοτόκως. Η αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 495, 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 αριθμ.3 ΚΠολΔ).

Από τη διάταξη του άρθρου 559 αρθμ. 10 ΚΠολΔ που ορίζει ότι αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη, προκύπτει ότι ο λόγος αυτός αναιρέσεως ιδρύεται όταν το δικαστήριο δέχεται "πράγματα", δηλαδή αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς, οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος, που ασκείται με την αγωγή, την ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσαχθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα "πράγματα" αυτά ή όταν δεν εκθέτει από ποια αποδεικτικά στοιχεία άντλησε την απόδειξη γι' αυτά. Ο λόγος αυτός είναι αόριστος, αν δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο ποια ήταν τα ''πράγματα'' αυτά και ποια επίδραση άσκησαν ή θα ασκούσαν στην έκβαση της δίκης (ΑΠ 1027/2022, ΑΠ 1020/2019).

Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της αναιρέσεως αποδίδεται στην απόφαση η πλημμέλεια από τον αρθμ.10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο παρά το νόμο δέχθηκε ως αληθινά, χωρίς απόδειξη, τα αναφερόμενα στις Εκθέσεις Εκκαθάρισης (αρχική και συμπληρωματική) της αφανούς εταιρείας. Ο αναιρετικός αυτός λόγος είναι απαράδεκτος, διότι τα ως άνω επικαλούμενα από την αναιρεσείουσα δεν αποτελούν "πράγμα" κατά την προεκτεθείσα έννοια του αριθ. 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Σε κάθε περίπτωση ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος και διότι, υπό την επίκληση της ως άνω πλημμέλειας, πλήττεται η περί των πραγμάτων ουσιαστική κρίση του Εφετείου, η οποία είναι, κατ' άρθρο 561 αρθμ. 1 ΚΠολΔ, ανέλεγκτη.

Αφανής ή μετοχική εταιρεία, είναι η προσωπική, χωρίς νομική προσωπικότητα και εταιρική περιουσία, εταιρεία, με απουσία ανάπτυξης του εταιρικού δεσμού προς τα έξω, στην οποία ο μεταξύ των εταίρων εταιρικός δεσμός καταλαμβάνει τις προς τα έσω σχέσεις των εταίρων. Ειδικότερα, οι αφανείς εταίροι μετέχουν μόνον ενοχικά στα αποτελέσματα της δραστηριότητας του εμφανούς εταίρου και όχι ως κοινωνοί των δικαιωμάτων και συνοφειλέτες των υποχρεώσεων, που δημιουργεί η δράση του εμφανούς εταίρου, συμμετέχοντας μόνο στην κατανομή των κερδών και ζημιών, που προκύπτουν από τη δράση του εμφανούς, ενώ προς τα έξω δεν υπάρχει ανάπτυξη του εταιρικού δεσμού, αλλά εμφανίζεται ένας εταίρος (ή περισσότεροι), που ονομάζεται εμφανής, προς διάκριση από τους αφανείς, ο οποίος αναπτύσσει δραστηριότητα έναντι των τρίτων ιδίω ονόματι (ΑΠ 1355/2019, ΑΠ 1234/2015, ΑΠ 1435/2014, ΑΠ 846/2012, ΑΠ 1038/2010, ΑΠ 393/2006). Επίσης, από τις διατάξεις των άρθρων 47-50 του ΕμπΝ, όπως ίσχυαν πριν από την κατάργησή τους με το άρθρο 294 παρ. 2 του Ν. 4072/2012 και εφαρμόζονται στην ένδικη περίπτωση κατά το άρθρο 294 παρ. 1 του αυτού ως άνω νόμου, προκύπτει, ότι η αφανής εταιρεία, στην οποία εφαρμόζονται, εφόσον δεν αντιτίθενται στον ιδιάζοντα χαρακτήρα της, οι διατάξεις περί εταιρειών του Α.Κ., δηλαδή τα άρθρα 741 επ. αυτού, συνιστάται ατύπως, χωρίς δηλαδή να είναι αναγκαία η τήρηση τύπου (ΑΠ 752/2020, ΑΠ 1355/2019, ΑΠ 1064/2015, ΑΠ 227/2012, ΑΠ 535/ 2011, ΑΠ 911/2011), εκ μόνου του γεγονότος της συμμετοχής (ΑΠ 1359/2009, ΑΠ 1324/2007, ΑΠ 1635/2006), έστω και αν αποβλέπει στην επιχείρηση δικαιοπραξιών, που υποβάλλονται κατά νόμο σε ορισμένο τύπο (ΑΠ 1064/2015, ΑΠ 535/2011) και δεν έχει νομική προσωπικότητα, ούτε δική της περιουσία, διαφορετική από την περιουσία των εταίρων. Οι εταιρικές εισφορές, για τις οποίες υπάρχει υποχρέωση όλων των εταίρων, δεν μεταβιβάζονται στην εταιρεία, αλλά χρησιμοποιούνται από τον εμφανή εταίρο για την πραγματοποίηση του εταιρικού σκοπού, ο εταίρος δε αυτός υποχρεούται καθετί, που ως διαχειριστής αποκτά στο όνομά του, να το καταστήσει κοινό όλων των εταίρων, κατά το λόγο της εταιρικής μερίδας εκάστου (ΑΠ 1355/2019, ΑΠ 227/2012, ΑΠ 860/2002, ΑΠ 823/2001, ΑΠ 1629/2001). Ο σχηματισμός της εταιρείας, οι εισφορές των εταίρων, η αναλογία συμμετοχής τους στα κέρδη και στις ζημιές της εταιρείας και όλα γενικώς τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις τους εξαρτώνται από τις συμφωνίες των μετόχων, συμπληρωματικά δε μόνον, επί μη υπάρξεως συμφωνίας για ορισμένο ζήτημα, εφαρμόζονται (άρθρο 18 Ε.Ν.) οι περί εταιρειών διατάξεις (άρθρο 741 επ. ΑΚ), υπό την προϋπόθεση, όπως προαναφέρθηκε, ότι συμβιβάζονται με τη φύση της αφανούς εταιρείας ως εσωτερικής εταιρείας, που χαρακτηρίζεται κυρίως από την έναντι τρίτων αφάνειά της ( ΑΠ 1064/2015, ΑΠ 535/2011, ΑΠ 1359/2009). Η αφανής εταιρεία λύεται για τους ίδιους λόγους, για τους οποίους λύεται και η αστική εταιρεία, με εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 765 επ. Α.Κ. Μεταξύ των λόγων λύσεως της εταιρίας περιλαμβάνεται και η καταγγελία, τακτική ή έκτακτη, που επιφέρει τα αποτελέσματά της, έστω και αν δεν υπάρχει πράγματι σπουδαίος λόγος, όπως απαιτείται από το άρθρο 766 Α.Κ. (ΑΠ 1234/2015, ΑΠ 227/2012, ΑΠ 393/2006). Μετά τη λύση της αφανούς εταιρείας δεν απαιτείται να επακολουθήσει υποχρεωτικά στάδιο εκκαθαρίσεως, διότι δεν υπάρχει εταιρική περιουσία, εφόσον ο εμφανής εταίρος εμπορεύεται ατομικά έναντι των τρίτων. Επομένως, μετά τη, για οποιοδήποτε λόγο, λύση της αφανούς εταιρίας, μπορεί να εγερθεί απευθείας η αγωγή για διανομή της εταιρικής περιουσίας και να ζητηθεί από τον εμφανή εταίρο η επιστροφή της εισφοράς, η οποία προηγουμένως δεν μπορεί να αξιωθεί, καθώς και η ανάλογη μερίδα του από τα κέρδη, χωρίς να είναι υποχρεωμένοι οι εταίροι να προσφύγουν στην εκκαθάριση της εταιρικής περιουσίας, εκτός αν υπάρχει μεταξύ τους αντίθετη συμφωνία, ή το δικαστήριο φρονεί ότι πρέπει να προηγηθεί η εκκαθάρισή της, διότι από την παράλειψή της επέρχεται σύγχυση (ΑΠ 1355/2019, ΑΠ 1064/2015, ΑΠ 227/2012, ΑΠ 846/2012, ΑΠ 535/2011, ΑΠ 1038/2010). Πλέον συγκεκριμένα, για τη στοιχειοθέτηση της αγωγής διανομής της εταιρικής περιουσίας αφανούς εταιρείας πρέπει ν' αναφέρονται σ' αυτήν: α) η σύσταση αφανούς εταιρείας μεταξύ των διαδίκων, καθώς και ο τρόπος συστάσεως αυτής, β) η συμφωνηθείσα μεταξύ των διαδίκων ιδιότητα εκάστου εξ' αυτών ως εμφανούς εταίρου και αφανούς εταίρου αντίστοιχα ως και η αναλογία συμμετοχής τους στα κέρδη και τις ζημίες της αφανούς εταιρείας γ) το αντικείμενο δραστηριότητας της αφανούς εταιρείας, η συμφωνηθείσα διάρκειά της, η εισφορά και η συμμετοχή του ενάγοντος, δ) η συμφωνία μεταξύ των διαδίκων σχετικά με τη λύση της αφανούς εταιρείας, ε) το χρονικό διάστημα που διήρκεσε η λειτουργία της αφανούς εταιρείας και ο τρόπος λύσης της εταιρείας (ΑΠ 178/2022).

Περαιτέρω, ο από το άρθρο 559 αριθ. 14 Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως ιδρύεται αν το δικαστήριο, παρά την μη επαρκή έκθεση σ' αυτήν των στοιχείων που είναι αναγκαία για την στήριξη του αιτήματος της αγωγής, την έκρινε ορισμένη, θεωρώντας ότι αυτά εκτίθενται με επάρκεια ή αν παρά την επαρκή έκθεση των στοιχείων αυτών την απέρριψε ως αόριστη (ΑΠ 45/2016, ΑΠ 536/2011).

Εξάλλου, από τις διατάξεις του άρθρου 216 παρ. 1 στοιχ. α` και β` Κ.Πολ.Δ. προκύπτει, ότι το δικόγραφο της αγωγής πρέπει να περιέχει, εκτός από τα στοιχεία που ανάγονται στη νομική θεμελίωση της αγωγής, ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και ορισμένο αίτημα. Η ακριβής περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς είναι συνυφασμένη με την υποβολή αιτήματος ορισμένου και όχι αορίστου. Διαφορετικά, το δικαστήριο βρίσκεται σε αδυναμία να εκδώσει απόφαση συγκεκριμένη και επιδεκτική εκτέλεσης. Όταν στο δικόγραφο της αγωγής δεν περιέχονται τα πιο πάνω στοιχεία ή όταν αυτά περιέχονται κατά τρόπο ελλιπή ή ασαφή, τότε η έλλειψη αυτή καθιστά μη νομότυπη την άσκησή της, επιφέρει δε την απόρριψή της ως απαράδεκτης, λόγω αοριστίας, είτε κατόπιν προβολής της σχετικής ένστασης, είτε και αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο της ουσίας.

Στην προκείμενη περίπτωση, με την κρινόμενη αγωγή της κατά της αναιρεσείουσας ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πρέβεζας, όπως προκύπτει από την παραδεκτή κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ επισκόπηση του δικογράφου της, η αναιρεσίβλητη εξέθεσε, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα εξής:

"... ...Με το από 8-5-2008 ιδιωτικό συμφωνητικό, συστήθηκε, μεταξύ της εναγομένης και εμού, αφανής εταιρία, της οποίας η εναγομένη, η οποία και αναφέρεται ως "πρώτη των συμβαλλόμενων ή ως "πρώτη των εταίρων, ορίσθηκε εμφανής εταίρος, ως ιατρός μικροβιολόγος, με σκοπό την εκμετάλλευση του μικροβιολογικού εργαστηρίου που λειτουργούσε, εν ζωή του, ο σύζυγός μου Γ. Α., με ποσοστό συμμετοχής, κάθε μιας, στα κέρδη και τις ζημίες πενήντα τοις εκατό (50%) και της οποίας η διάρκεια ορίσθηκε τριών (3) ετών, λήγουσα στις 7 Μαίου 2011. Μεταξύ των όρων της συμβάσεως, περιελήφθησαν και οι υπ' αριθμ. 5, 8, 9, 10, 11 και 13, σύμφωνα με τους οποίους: "5. Οι εταίροι εισφέρουν ως ακολούθως: Η πρώτη των συμβαλλομένων (ανωτέρω εναγομένη) θα παρέχει την άδεια ασκήσεως επαγγέλματος και άδεια λειτουργίας του εργαστηρίου καθώς και τις υπηρεσίες της προς την εταιρία, ως ιατρός μικροβιολόγος. Η δεύτερη των συμβαλλομένων (εγώ) παρέχει τη χρήση των μηχανημάτων και παραρτημάτων, όπως αναφέρονται στο από 7/5/2008 ιδιωτικό συμφωνητικό στο ποσό των 150.000,00.....Τα αντιδραστήρια και τα αναλώσιμα υλικά θα εισφερθούν κατά 50%. Κατά τη λύση δε της εταιρίας για οποιοδήποτε λόγο ο κάθε εταίρος θα παραλάβει το 50% των καθαρών κερδών, η δε δεύτερη των συμβαλλομένων θα παραλάβει τα παραχωρηθέντα μηχανήματα και παραρτήματα. Η αξία των αντιδραστηρίων και του αναλώσιμου υλικού, αφού καταμετρηθεί θα εισφερθεί κατά 50% στην καθεμία. 8. Τα λογιστικά βιβλία της επιχείρησης, θα τηρούνται με μέριμνα και την επίβλεψη της πρώτης των εταίρων της. 9. Στο τέλος κάθε ημερολογιακού μήνα θα συντάσσεται ισολογισμός πρόχειρος και εφόσον υπάρχουν καθαρά κέρδη και κατόπιν συμφωνίας και των δύο εταίρων θα αναλαμβάνονται τα συμφωνούμενα ποσά, κατά την αναλογία της συμμετοχής των εταίρων στα κέρδη. Στο τέλος του έτους θα συντάσσεται ισολογισμός, ο οποίος θα υπογράφεται και από τους δύο εταίρους και μετά την υπογραφή θα είναι υποχρεωτικός για αυτούς. 10. Κατά τη λύση και την εκκαθάριση της εταιρίας εκάστη των συμβαλλομένων θα παραλάβει το 50% των καθαρών κερδών και η δεύτερη των συμβαλλομένων θα παραμείνει, αποκλειστική κυρία, νομέας κα, κάτοχος εξολοκλήρου του εργαστηρίου. 11. Κατά τη λύση της εταιρίας. για οποιονδήποτε λόγο, εκκαθαριστές ορίζονται και οι δύο εταίροι και σε περίπτωση διαφωνίας των εταίρων, θα ορίζεται, πρόσωπο κοινής αποδοχής, διαφορετικά η εκκαθάριση θα γίνεται με την προσφυγή στα δικαστήρια, 13. Από το σύνολο των καθαρών κερδών της εταιρείας θα αφαιρεθεί και ο φόρος εισοδήματος που θα καταβάλλει η πρώτη των συμβαλλομένων, λόγω της εικονικότητας της μισθώσεως των μηχανημάτων προς την δεύτερη των συμβαλλομένων. Επίσης θα αφαιρεθεί ο φόρος εισοδήματος που θα καταβάλλει η δεύτερη για την εικονική μίσθωση". Κατά τη σύσταση της αφανούς αυτής εταιρίας, εισέφερα τη χρήση του οργανωμένου εργαστηρίου, το οποίο ήταν μισθωμένο από τρίτον και για το οποίο συνήφθη νέα μίσθωση, με μισθώτρια την εναγομένη, όπου πλέον άρχισε να ασκεί η ίδια εμφανώς την αντίστοιχη επιχείρηση. Εισέφερα, κατά χρήση, τον υλικοτεχνικό και μηχανολογικό εξοπλισμό και παραρτήματα του εργαστηρίου, εμφανίσαμε δε, προς τα έξω, την εισφορά αυτήν, ως μίσθωση, ώστε να δικαιολογείται η ύπαρξή τους και χρήση από την εναγομένη, στο χώρο του εργαστηρίου. Συγκεκριμένα, με το από 7-5-2008 ιδιωτικό συμφωνητικό, η κατά χρήση εισφορά του μηχανολογικού και λοιπού εξοπλισμού, εμφανίσθηκε ως μίσθωση, με μηνιαίο μίσθωμα 200,00 ευρώ και για χρονική διάρκεια από 7-5-2008 έως 6-5-2014. Η μίσθωση αυτή ήταν εικονική, καταρτίσθηκε δε το αντίστοιχο έγγραφο, για να δικαιολογείται η ύπαρξη του εξοπλισμού αυτού στο εργαστήριο. Τον εξοπλισμό αυτόν ανέλαβα, κατά τη λύση της αφανούς αυτής εταιρίας. Επίσης, εισέφερα, κατά κυριότητα, προς το σκοπό να χρησιμοποιηθούν, για τις ανάγκες των εργαστηριακών εξετάσεων, τα κατωτέρω αντικαταστατά είδη (αντιδραστήρια και άλλα αναλώσιμα), της αντιστοίχου αξίας, κατά είδος: ΠΙΝΑΚΑΣ Ι... ... Την αξία αυτών όφειλε η εναγομένη να μου επιστρέψει, κατ' αναλογίαν της μερίδας μου, ήτοι (34.120,00 X 50%) 17.060,00 ευρώ. Ακόμη εισέφερα στο ταμείο της εταιρίας, με καταβολή και παράδοση στην εναγομένη, κατά το πρώτο διάστημα της λειτουργίας της, για αντιμετώπιση εκτάκτων αναγκών, τα εξής χρηματικά ποσά, τα οποία διατέθηκαν από την εναγομένη για τις ανάγκες λειτουργίας του εργαστηρίου: α)Το Μάιο του 2008, ποσό 4.355,00 ευρώ. β)Τον Ιούνιο του 2008, ποσό 16.369,00 ευρώ. γ)Τον Ιούλιο του 2008, ποσό 862,00 ευρώ. δ)Το Σεπτέμβριο του 2008, ποσό 10.339,00 ευρώ. ε)Το Φεβρουάριο του 2009, ποσό 5.000,00 ευρώ. Ήτοι εισέφερα συνολικά το χρηματικό ποσό των 36.925,00 ευρώ. Εκ του ποσού αυτού η εναγομένη όφειλε να μου επιστρέψει το αναλογούν στο μερίδιό μου ποσό, ήτοι (36.925,00 X 50%) 18.462,50 ευρώ. Το σύνολο συνεπώς της αξίας των αναλωσίμων ειδών και των χρηματικών ποσών, που εισέφερα στην εταιρία αυτήν, ανήλθε εις (34.120,00 + 36.925,00) 71.045,00 ευρώ, το δε αναλογούν στο μερίδιό μου, το οποίο όφειλε να μου επιστρέφει, εις (71.045,00 : 2) 35.522,50 ευρώ. Τόσο την εισφορά μου, κατά τα αντικαταστατά αυτά πράγματα, όσο και κατά το, κατά τα ανωτέρω, χρηματικό ποσό, έχει αναγνωρίσει η εναγομένη εγγράφως. Κατά τη λύση της αφανούς αυτής εταιρίας υπήρχαν τα εξής αντικαταστατά πράγματα (αντιδραστήρια και άλλα αναλώσιμα είδη, τα δε τελευταία δύο, μη αναλώσιμα), της αντιστοίχου αξίας, κατά την απογραφή της εναγομένης, με τη συνδρομή της υπαλλήλου του εργαστηρίου και τα οποία η εναγομένη εκδήλωσε την πρόθεση και εκράτησε, για λογαριασμό της. ΠΙΝΑΚΑΣ
ΙΙ ... ... Την αξία αυτών όφειλε επίσης η εναγομένη, κατά τα αναφερόμενα στην σύμβαση συστάσεως της αφανούς αυτής εταιρίας, να μου καταβάλει, κατ' αναλογίαν της μερίδας μου, ήτοι (22.852,00 X 50%) 11.426,00 ευρώ. Το σύνολο λοιπόν της αξίας των αντικαταστατών πραγμάτων, που εισέφερα, πλέον του χρηματικού ποσού και της αξίας των επίσης αντικαταστατών πραγμάτων, τα οποία υπήρχαν, κατά τη λύση της αφανούς αυτής εταιρίας και τα οποία εκράτησε η εναγομένη, ανήλθε εις (34.120,00 + 36.925,00 + 22.852,00) 93.897,00 ευρώ. Εξ αυτών όφειλε, κατά τη λύση της εταιρίας αυτής, να μου επιστρέφει την αναλογία του μεριδίου μου, ήτοι το 50% και συνεπώς (93.897,00 X 50%) 46.948,50 ευρώ, ποσό το οποίο πρέπει να υποχρεωθεί να μου καταβάλει, με το νόμιμο τόκο. Από την, κατά τα προαναφερθέντα, σύστασή της, η αφανής αυτή εταιρία λειτούργησε, επ' ονόματι της εναγομένης, χωρίς όμως να μου αποδίδει το αναλογούν στο μερίδιό μου, ήτοι το πενήντα τοις εκατό (50%), ποσοστό των κερδών, αλλά και χωρίς εκπλήρωση, από την εναγομένη, των προς τρίτους υποχρεώσεων. Προς την εναγομένη απηύθυνα την από 12-5-2010 εξώδικη καταγγελία και πρόσκλησή μου, η οποία επιδόθηκε σ' αυτήν και συντάχθηκε η υπ' αριθμ. ...-2010 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Πρεβέζης Θ. Π. και με την οποία κατήγγειλα την ανωτέρω εταιρία. Το περιεχόμενο της καταγγελίας μου αυτής, έχει ως εξής: ... ... Κατόπιν αυτών και με την παρέλευση μηνός, προθεσμίας που ορίσθηκε με την ανωτέρω καταγγελία μου, ήτοι στις 13 Ιουνίου 2010, λύθηκε η προαναφερθείσα αφανής εταιρία, η οποία είχε συσταθεί από την 8η Μαΐου 2008. Από τότε κατέβαλα μεγάλη προσπάθεια προς συνεργασία με την εναγομένη, για την εκκαθάριση, σύμφωνα με τον ενδέκατο όρο της προαναφερθείσης συμβάσεως. Συμφωνήσαμε κατ' αρχήν να προβούμε στην από κοινού εκκαθάριση, συνεπικουρούμενες και από την λογίστρια κυρία Χ. Κ., πλην όμως η εναγομένη, παρά την αρχική της συμφωνία, όχι μόνο απέφυγε να συμπράξει στην εκκαθάριση αυτή, αλλά και δεν παρέδιδε τα σχετικά έγγραφα που η ίδια τηρούσε, για τα έσοδα, τις δαπάνες και τις απαιτήσεις της εταιρίας έναντι τρίτων. Κατόπιν αυτών άσκησα, ενώπιον του Δικαστηρίου Σας, την από 6-9- 2010 αίτησή μου (αριθμ. εκθ. καταθέσεως 492/2010), με την οποία ζητούσα να απαλλαγεί η εναγομένη των καθηκόντων της, ως συνεκκαθαρίστρια της αφανούς εταιρίας, η οποία λειτούργησε από 8-5- 2008, έως 13 Ιουνίου 2010, με εμφανή εταίρο την εναγομένη και στο όνομα αυτής, με την εκμετάλλευση του μικροβιολογικού εργαστηρίου που λειτουργούσε, εν ζωή του, ο σύζυγός μου, Γ. Α., να αντικατασταθεί η εναγομένη, ως εκκαθαρίστρια, από εμένα, η οποία θα ασκήσω τα καθήκοντα της εκκαθαρίστριας, συνεπικουρούμενη από λογιστή εκ του καταλόγου των πραγματογνωμόνων. Άλλως να αντικατασταθεί τόσο η εναγομένη, όσο και εγώ, στα καθήκοντά μας ως εκκαθαριστριών, με λογιστή από τον ίδιο κατάλογο. Επί της αιτήσεώς μου αυτής, εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 175/2010 απόφαση του Δικαστηρίου Σας, με την οποία έγινε δεκτή η αίτησή μου, αντικατασταθήκαμε και οι δύο εκκαθαρίστριες και διορίσθηκε ως εκκαθαριστής της αφανούς αυτής εταιρίας, ο Α. Α. του Γ., λογιστής, κάτοικος Πρεβέζης. Η απόφαση αυτή επιδόθηκε, τόσο στην εναγόμενη, όσο και στον διορισθέντα εκκαθαριστή και συντάχθηκαν οι υπ' αριθμ. ...-2011, αντίστοιχα, εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Πρεβέζης Γ. Ε. και κατέστη αμετάκλητη. Ο εκκαθαριστής ανέλαβε τα καθήκοντά του, προέβη στην εκκαθάριση της ανωτέρω αφανούς εταιρίας και συνέταξε την σχετική έκθεσή του, την οποίαν κατέθεσε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου Σας, συντάχθηκε δε η σχετική υπ' αριθμ. ...-2013 έκθεση της Γραμματέως αυτού, κατέθεσε δε και συμπληρωματική έκθεσή του και συντάχθηκε η υπ' αριθμ. ...-2013 έκθεση καταθέσεως της αυτής Γραμματέως. Στην έκθεσή του αυτήν (αρχική και συμπληρωματική), η οποία αποτελεί τρόπο διακανονισμού των περιουσιακών σχέσεων των εταίρων, αναφέρονται και επιβεβαιώνονται τα εισφερθέντα από μένα, κατά κυριότητα, αντικαταστατά πράγματα, κατά την ονομασία του μηχανήματος, για τη λειτουργία του οποίου προοριζόταν και τα χρηματικά ποσά, τα οποία εισέφερα σ' αυτήν, όπως και τα αντικαταστατά πράγματα, που υπήρχαν κατά τη λύση της εταιρίας και εκράτησε η εναγομένη και ακόμη και τα, κατά τη διάρκεια της λειτουργίας της εταιρίας και κατ' έτος, κέρδη αυτής, όπως και οι αναλογούντες σε μένα φόροι εισοδήματος, από το εμφανιζόμενο ως μίσθωμα των εισφερθέντων κατά χρήση κινητών πραγμάτων. ... ... Εν όψει αυτών τα καθαρά κέρδη, για όλη τη χρονική διάρκεια λειτουργίας της εταιρίας, μετά την αφαίρεση του ποσού φόρου εισοδήματος μου, από την εικονική μίσθωση, ανήλθαν εις (38.840,38 + 67.213,96 + 38.806,00) 144.860,34 ευρώ, το δε ποσό, που αναλογεί στο μερίδιό μου, ανήλθε εις (έτος 2008, 19.420,19 ευρώ, έτος 2009, 33.606,98 ευρώ και έτος 2010,19.403,00 ευρώ) 72.430,17 ευρώ. Επίσης το ποσό του φόρου εισοδήματος, τον οποίον αναγκάσθηκα και κατέβαλα στην Δ Ο Υ, για το εικονικό μίσθωμα, των μηχανημάτων, τα οποία εισέφερα, κατά χρήση και τα οποία ανέλαβα, κατά τη λύση της εταιρίας, χωρίς να έχω αποκτήσει το αντίστοιχο εισόδημα και ο οποίος συμφωνήθηκε να μου καταβληθεί από την εναγομένη, ανήλθε, για όλη τη χρονική διάρκεια λειτουργίας της εταιρίας, εις (έτος 2008, 400,00 ευρώ, έτος 2009, 600,00 ευρώ και έτος 2010, 312,00 ευρώ) 1.312,00 ευρώ. Δεδομένου δε ότι η εισφορά μου, η οποία, όπως ανωτέρω αναφέρεται, αποτελείται από αναλώσιμα υλικά (ΠΙΝΑΚΑΣ I) και χρηματικά ποσά, τα οποία χρησιμοποιήθηκαν για τις ανάγκες της εταιρίας, πρέπει τα ποσά αυτά, ανερχόμενα συνολικά εις (34.120,00 + 36.925,00) 71.045,00 ΕΥΡΩ, να μου επιστραφούν, κατά το λόγο της αναλογίας μου, ήτοι κατά το 1/2 και συνεπώς να μου επιστραφεί το ποσό των (71.045,00 : 2) 35.522,50 ευρώ. Ακόμη, κατά τη λύση της αφανούς αυτής εταιρίας, υπήρχαν τα ανωτέρω (ΠΙΝΑΚΑΣ II) αναφερόμενα αντικαταστατά πράγματα, αξίας 22.852,00 ευρώ, τα οποία η "διαχειρίστρια", εναγόμενη εκδήλωσε την πρόθεση να κρατήσει για λογαριασμό της και τα εκράτησε και πρέπει να υποχρεωθεί στην καταβολή του αναλογούντος μέρους της αξίας τους, ήτοι το ποσό των (22.852,00 : 2) 11.428,00 ευρώ. Το σύνολο, συνεπώς του ποσού, το οποίο ώφειλε η εναγόμενη να μου είχε καταβάλει, εκ των ανωτέρω αιτιών, ανέρχεται εις (72.430,17+ 1.312,00+ 35.522,50+ 11.426,00) 120.690,67 ευρώ. Από τα ποσά αυτά η εναγομένη μου κατέβαλε από τον Μάιο του 2008 και εξής, ήτοι, καθ όλη τη διάρκεια λειτουργίας της αφανούς αυτής εταιρίας, το συνολικό ποσό των 58.944,00 ευρώ. Κατά συνέπειαν η εναγομένη οφείλει να μου καταβάλει, από τις ανωτέρω αιτίες συνολικά (120.690,67 - 58.944,00) 61.746,67 ευρώ, το οποίο δεν μου κατέβαλε, παρά τις επανειλημμένες οχλήσεις μου και πρέπει να υποχρεωθεί προς τούτο, με απόφαση του Δικαστηρίου Σας, προσωρινώς εκτελεστή. Εξ υπαιτότητος της εναγομένης, η οποία δεν συνεργάσθηκε μαζί μου στην εκκαθάριση, παραδίδοντας προς τούτο τα σχετικά έγγραφα, διενεργήθηκε η διαταχθείσα, με την προαναφερομένη απόφαση του Δικαστηρίου Σας, εκκαθάριση, για την οποία κατέβαλα η ίδια, εξ ολοκλήρου, την αμοιβή του εκκαθαριστού, ανερχομένη εις το ποσό των 4.000,00 ΕΥΡΏ, πλέον Φ. Π. Α. (23%), ποσού (4.000,00 X 23%) 920,00 ΕΥΡΩ και συνολικά ΤΕΣΣΑΡΩΝ ΧΙΛΙΑΔΩΝ ΕΝΝΕΑΚΟΣΙΩΝ ΕΙΚΟΣΙ (4.920,00) ευρώ, εκδόθηκαν δε, για την αιτία αυτήν, οι αντίστοιχες δύο αποδείξεις παροχής υπηρεσιών αυτού, λόγω της τμηματικής καταβολής, ήτοι η υπ' αριθμ. 1765/2013, ποσού 3.300,00, πλέον Φ. Π. Α., ποσού 759,00 και η υπ' αριθμ. 1766/2013, ποσού 700,00 ευρώ, πλέον Φ. Π. Α., ποσού 161,00 ευρώ, ποσό το οποίο πρέπει, για την αιτία αυτήν, να υποχρεωθεί να μου καταβάλει η εναγομένη. ... ...> Με βάση το ιστορικό αυτό ζήτησε να υποχρεωθεί η εναγόμενη να της καταβάλει το χρηματικό αυτό ποσό των 66.666,67 ευρώ νομιμοτόκως. Με το ανωτέρω περιεχόμενο και αίτημα η αγωγή είναι επαρκώς ορισμένη, καθόσον περιέχονται σ' αυτήν όλα τα εκ του νόμου αναγκαία στοιχεία για τη θεμελίωσή της και ειδικότερα: α) αναφέρεται η σύσταση αφανούς εταιρείας μεταξύ της αναιρεσίβλητης και της αναιρεσείουσας, καθώς και ο τρόπος συστάσεως αυτής και δη με το από 8-5-2008 ιδιωτικό συμφωνητικό, β) καθορίζεται η συμφωνηθείσα μεταξύ των διαδίκων ιδιότητα της αναιρεσείουσας ως εμφανούς εταίρου και της αναιρεσίβλητης ως αφανούς εταίρου, με αναλογία συμμετοχής εκάστης εξ αυτών στα κέρδη και τις ζημίες της αφανούς εταιρείας σε ποσοστό 50%, γ) προσδιορίζεται το αντικείμενο δραστηριότητας της αφανούς εταιρείας, η συμφωνηθείσα διάρκειά της (τριών ετών) και οι εταιρικές εισφορές, δ) προσδιορίζονται τα κατ' έτος συνολικά έσοδα και έξοδα και τα καθαρά κέρδη της εταιρείας κατά τη διάρκεια λειτουργίας της, τα εισφερθέντα από την αναιρεσίβλητη προς επίτευξη του εταιρικού σκοπού περιουσιακά αντικείμενα, τα οποία η αναιρεσείουσα παρακράτησε για λογαριασμό της κατά τη λύση της εταιρείας, καθώς και οι φορολογικές επιβαρύνσεις και υποχρεώσεις από το εμφανιζόμενο ως μίσθωμα των εισφερθέντων κατά χρήση από την αναιρεσίβλητη κινητών πραγμάτων και η καθαρή εταιρική διανεμητέα περιουσία (προϊόν εκκαθαρίσεως) και το δικαιούμενο από την αναιρεσίβλητη ποσό κατά τον λόγο της εταιρικής της μερίδας. Οι διαλαμβανόμενες στην αγωγή εκθέσεις εκκαθαρίσεως δεν την καθιστούν αόριστη, αλλά τα αναφερόμενα σ' αυτές αποτελούν αντικείμενο αποδείξεως.
Συνεπώς το Εφετείο, το οποίο με την εκκαλούμενη απόφασή του έκρινε ορισμένη την αγωγή και απέρριψε τον πρώτο λόγο έφεσης της αναιρεσείουσας, με τον οποίο αυτή παραπονείτο για εσφαλμένη απόρριψη από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο της ενστάσεώς της περί αοριστίας της αγωγής, δεν προέβη σε παρά το νόμο μη κήρυξη απαραδέκτου και, ως εκ τούτου, ο δεύτερος λόγος αναίρεσης, κατ' ορθή εκτίμηση του περιεχομένου του, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος.

Περαιτέρω, ο εκ του άρθρου 559 αρθμ. 8 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" νοούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκουμένου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (ΟλΑΠ 9/1997, ΑΠ 625/2008, ΑΠ 328/2008). Δεν αποτελούν "πράγματα" και άρα δεν ιδρύεται ο ως άνω λόγος αναιρέσεως αν δεν ληφθούν υπόψη οι ισχυρισμοί που αποτελούν απλή ή αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, καθώς και οι ισχυρισμοί που συνιστούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 1111/2021, ΑΠ 1020/2019, ΑΠ 387/2019, ΑΠ 701/2008).

Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο της αναιρέσεως η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, ισχυριζόμενη ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τους ισχυρισμούς που πρότεινε και συγκεκριμένα ότι κατά τη λύση της αφανούς εταιρείας και τη διενέργεια της εκκαθάρισης υπήρχαν ενεργείς συμβάσεις με τρίτους και δεν είχαν καταβληθεί στο εργαστήριο σημαντικά ποσά από παρασχεθείσες μικροβιολογικές εργασίες, με αποτέλεσμα να μην υπολογιστούν αυτά στην πραγματική κατάσταση της εταιρείας, οδηγώντας τον εκκαθαριστή σε εσφαλμένη εικόνα για την εταιρεία, ότι κακώς υπολογίσθηκαν στην εκκαθάριση υλικά και μηχανήματα, τα οποία είχαν εισφερθεί στο εργαστήριο δυνάμει χρησιδανείου τόσο από την αναιρεσίβλητη όσο και από τις προμηθεύτριες εταιρείες, οι οποίες τα έλαβαν πίσω αμέσως μόλις πληροφορήθηκαν τη διένεξή τους και ότι στην έκθεση εκκαθάρισης δεν αποτυπώνεται η πραγματική οικονομική κατάσταση της εταιρείας. Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, διότι τα ανωτέρω επικαλούμενα από την αναιρεσείουσα δεν συνιστούν "πράγματα", κατά την έννοια του άριθ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ που εκτέθηκε στη μείζονα σκέψη, αλλά αρνητικούς ισχυρισμούς της αναιρεσείουσας προς απόκρουση της ένδικης αγωγής. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, και εφόσον δεν υπάρχει άλλος αναιρετικός λόγος προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από την αναιρεσείουσα παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 αριθμ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα, λόγω της ήττας της, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτής (άρθρα 106, 176, 183, 189 παρ. 1, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζονται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 24-1-2022 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 158/2021 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Ιωαννίνων.

Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος από την αναιρεσείουσα παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 25 Ιουνίου 2024.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 15 Νοεμβρίου 2024.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή