Αυτόματη μετάφραση (Google Translate)
Σύνδεσμος απόφασης - link


Επιστροφή - Back


Απόφαση 1252 / 2025    (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1252/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μαρία Κουφούδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Βενιζελέα, Γεώργιο Σχοινοχωρίτη, Κορνηλία Πανούτσου και Ευαγγελία Γίτση - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 23 Σεπτεμβρίου 2024, με την παρουσία και της γραμματέως Θ. Π., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας - καλούσας: Β. συζύγου Δ. Τ., κατοίκου ... Παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Χρήστο Μακρή. Της αναιρεσιβλήτου - καθής η κλήση: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Τράπεζα Πειραιώς Α.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Άννα Ταχριλτζίδου, η οποία δήλωσε ότι παρίσταται στο ακροατήριο η ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία "Τράπεζα Πειραιώς Α.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, με ΑΦΜ ... της Δ.Ο.Υ. Φ.Α.Ε. Αθηνών, ως καθολική διάδοχος της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Τράπεζα Πειραιώς Α.Ε.", με ΑΦΜ ... της Δ.Ο.Υ. Φ.Α.Ε. Αθηνών, μετά τη διάσπαση της τελευταίας διά της απόσχισης του κλάδου τραπεζικής δραστηριότητάς της με σύσταση νέας εταιρείας - πιστωτικού ιδρύματος.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-3-2013 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3524/2015 του ίδιου Δικαστηρίου και 2203/2020 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε η αναιρεσείουσα με την από 1-10-2020 αίτησή της, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ' αριθ. 1741/2022 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία κήρυξε απαράδεκτη τη συζήτηση της από 1 Οκτωβρίου 2020 αποφάσεως της Β. συζύγου Δ. Τ. για αναίρεση της υπ' αριθ. 2203/2020 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Η υπόθεση επαναφέρεται προς συζήτηση με την από 9-3-2023 κλήση της καλούσας.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, η πληρεξούσια της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1. Με την από 9.3.2023 κλήση της καλούσας αναιρεσείουσας επαναφέρεται για συζήτηση, μετά την έκδοση της με αριθμό 1597/2020 απόφασης του Δικαστηρίου τούτου, που κήρυξε απαράδεκτη την προηγούμενη συζήτηση της υπόθεσης, η από 1.10.2020 νομοτύπως και εμπροθέσμως (άρθρα 552, 553, 556, 558, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ) αίτηση αναίρεσης, με την οποία προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία με αριθμό 2203/2020 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Αθηνών 2. Κατά το άρθρο 1 παρ. 1 και 2 του Ν. 5638/1932, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 του ΝΔ 951/1971 και διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 124 περ. δ' στοιχ. Α1 του ΝΔ 118/1973, χρηματική κατάθεση σε τράπεζα, σε ανοικτό λογαριασμό, στο όνομα δύο ή περισσότερων από κοινού (joint account) είναι η περιέχουσα τον όρο ότι του λογαριασμού αυτής μπορεί να κάνει χρήση εν όλω ή εν μέρει, χωρίς τη σύμπραξη των λοιπών, είτε ένας, είτε μερικοί εξ αυτών, είτε και όλοι οι κατ' ιδία δικαιούχοι. Η χρηματική κατάθεση επιτρέπεται να ενεργείται και σε κοινό λογαριασμό επί προθεσμία ή ταμιευτηρίου υπό προειδοποίηση. [ ΑΠ 213/2020). Από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 411, 489, 490 και 491 ΑΚ, προκύπτει ότι σε περίπτωση χρηματικής κατάθεσης στο όνομα δύο ή περισσότερων προσώπων ή στο όνομα του ίδιου του καταθέτη και τρίτου ή τρίτων, σε κοινό λογαριασμό, παράγεται, μεταξύ αφενός των καταθετών ή του καταθέτη και τρίτου και του δέκτη της κατάθεσης νομικού προσώπου αφ' ετέρου, ενεργητική εις ολόκληρον ενοχή. Επομένως, καθένας από αυτούς γίνεται δικαιούχος των χρημάτων που κατατέθηκαν και δύναται να τα χρησιμοποιεί χωρίς τη σύμπραξη των λοιπών και, συνεπώς, χωρίς να είναι αναγκαία η παροχή προς αυτόν πληρεξουσιότητας εκ μέρους τους, αφού ενεργεί στο δικό του όνομα και όχι ως αντιπρόσωπος των άλλων δικαιούχων (άρθρα 211 επ. ΑΚ), η δε καταβολή των χρημάτων της κατάθεσης σε έναν από τους δικαιούχους επιφέρει απόσβεση της απαίτησης, έναντι του δέκτη της κατάθεσης, και ως προς τους λοιπούς. Το ίδιο αποσβεστικό αποτέλεσμα της απαίτησης επάγεται και ο έναντι ενός εκ των καταθετών συμψηφισμός, που προτείνει η τράπεζα, ανταπαίτησής της κατ' αυτού προς την απαίτηση του τελευταίου εναντίον της, προς καταβολή του ποσού της κατάθεσης, εφ' όσον και ο συμψηφισμός, όπως και η καταβολή, είναι γεγονός που ενεργεί αντικειμενικώς, σύμφωνα με το άρθρο 491 ΑΚ [ΑΠ 213/2020].

Περαιτέρω με τις διατάξεις των άρθρων 440 επ. ΑΚ ρυθμίζεται ο συμψηφισμός αμοιβαίων απαιτήσεων, εφ' όσον αυτές είναι ομοειδείς κατά το αντικείμενο και ληξιπρόθεσμες, που επέρχεται με τη μονομερή δήλωση του ενός από τα δύο μέρη, απευθυντέα προς το άλλο, η οποία δεν υποβάλλεται σε συστατικό τύπο και δεν υπόκειται σε ανάκληση. Από το γεγονός όμως ότι ο νόμος ρυθμίζει τον μεταξύ δύο προσώπων μονομερή ή αναγκαστικό συμψηφισμό, που επέρχεται κατά τους όρους των άρθρων 440 έως 452 ΑΚ, κατόπιν μονομερούς δήλωσης του ενός εξ αυτών, δεν αποκλείεται η δυνατότητα απόσβεσης αμοιβαίων απαιτήσεων με συμψηφισμό κατόπιν συμφωνίας των ενδιαφερομένων μερών. Πρόκειται για τον λεγόμενο συμβατικό ή εκούσιο συμψηφισμό, που συνάπτεται με βάση την αρχή της ελευθερίας των συμβάσεων (άρθρο 361 ΑΚ). Το περιεχόμενο μιας τέτοιας σύμβασης, που είναι έγκυρη εφ1 όσον δεν αντιβαίνει σε απαγορευτική διάταξη του νόμου ή στα χρηστά ήθη (άρθρα 174 και 178 ΑΚ), καθορίζουν ελεύθερα τα μέρη, τα οποία μπορούν να συμφωνήσουν τον συμψηφισμό των μεταξύ τους υφιστάμενων απαιτήσεων και χωρίς να συντρέχουν οι όροι του νόμου, δηλαδή χωρίς οι αμοιβαίες απαιτήσεις να είναι ληξιπρόθεσμες και ομοειδείς και χωρίς να απαιτείται πρόταση συμψηφισμού με δήλωση του ενός συμβαλλόμενου προς τον άλλον. Η σύμβαση περί συμψηφισμού είναι δυνατόν να αφορά και σε απαιτήσεις μέλλουσες, με αποτέλεσμα να επέρχεται αυτοδικαίως η λόγω συμψηφισμού απόσβεση, ευθύς ως γεννηθούν και συνυπάρξουν αμοιβαίες απαιτήσεις μεταξύ των μερών. Στην περίπτωση αυτή, η επίκληση του συμβατικού συμψηφισμού αποτελεί και θεμελιώνει ένσταση απόσβεσης της οφειλής (ΑΠ 486/2023, ΑΠ 213/2020, ΑΠ 1010/2019).

3. Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), προκύπτει ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη επί της ουσίας κρίση του, τα ακόλουθα ως προς το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος: Δυνάμει της υπ'αριθμ. ...-2004 σύμβασης πίστωσης με ανοικτό αλληλόχρεο λογαριασμό, η εναγομένη (κατάστημα Μεταμόρφωσης Αττικής) χορήγησε στην εταιρία με την επωνυμία "Δ. Τ. Εμπορία Υποδημάτων Μονοπρόσωπη ΕΠΕ" πίστωση με ανοικτό αλληλόχρεο λογαριασμό έως του ποσού των 800.000 ευρώ, ποσό το οποίο αυξήθηκε σε 1.400.000 ευρώ με την υπ' αριθ. ...-2005 πρόσθετη τροποποιητική πράξη, μειώθηκε σε 800.000 ευρώ με την υπ' αριθ. 2/3-5-2010 πρόσθετη τροποποιητική πράξη, αυξήθηκε σε 950.000 ευρώ με την υπ' αριθ. 3/3-5-2010 πρόσθετη τροποποιητική πράξη. Την τήρηση των όρων της ως άνω σύμβασης αποδέχθηκε ανεπιφύλακτα ο Δ. Τ. (σύζυγος της ενάγουσας) καθώς και την εμπρόθεσμη και ολοκληρωτική εξόφληση οποιουδήποτε χρεωστικού υπολοίπου της πίστωσης, κατά κεφάλαιο, τόκους, ανατοκισμούς και έξοδα, ευθυνόμενος ως αυτοφειλέτης, παραιτούμενος ρητώς και από την ένσταση της διζήσεως. Εν συνεχεία, μετά από αίτημα της ως άνω μονοπρόσωπης εταιρίας περιορισμένης ευθύνης, υπογεγραμμένο από τον Δ. Τ., έγινε δεκτή από την εναγομένη, βάσει του από 3-1-2012 εγγράφου της, η χρηματοδότηση της εταιρίας με βάση την παραπάνω σύμβαση πίστωσης και τις πρόσθετες τροποποιητικές πράξεις αυτής για την ανανέωση χορήγησης ποσού 265.000 ευρώ για διάρκεια από 3-1-2012 έως 4-4-2012, με επιτόκιο 5,95 % και εισφορά Ν. 128/75 ποσοστού 0,60 %, με υπολογισμό των καταβλητέων τόκων κατά τη λήξη της ως άνω περιόδου στο ποσό των 4.435,81 ευρώ, με τη συμφωνία η αποπληρωμή του κεφαλαίου και των τόκων να γίνει έως την 4-4-2012, αναγνωρίζοντας τα συμβαλλόμενα μέρη ότι το υπόλοιπο του λογαριασμού της ως άνω χορήγησης μετά των τόκων ανέρχεται σε 269.686,38 ευρώ και με τη ρητή συμφωνία της ως άνω εταιρίας περιορισμένης ευθύνης ότι εάν το ποσό αυτό της χρηματοδότησης μετά των τόκων δεν εξοφληθεί έως 4-4-2012 με πίστωση του τηρούμενου αλληλόχρεου λογαριασμού στο πλαίσιο της σύμβασης, αυτό το ποσό μετά των τόκων θα εκτοκίζεται έκτοτε με το επιτόκιο που αναγράφεται στη σύμβαση πίστωσης, θα καθίσταται ληξιπρόθεσμο και απαιτητό κατά τους όρους της σύμβασης πίστωσης και ειδικότερα τους όρους αυτής 2.4, 3.4 και 4.1 αυτής. Για την ως άνω σύμβαση πίστωσης τηρήθηκαν τρεις λογαριασμοί, οι υπ' αριθ. ..., ... και ... λογαριασμοί και για την ως άνω από 3-1-2012 συμφωνία τηρήθηκε ο υπ' αριθ. ... λογαριασμός.

Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι ο ως άνω εγγυητής της σύμβασης πίστωσης, Δ. Τ., προέβη στο άνοιγμα προθεσμιακής κατάθεσης στην εναγομένη, βάσει της υπ' αριθ. 1859773/6-5-2005 απόδειξης προθεσμιακής κατάθεσης, με συνδικαιούχο της προθεσμιακής αυτής κατάθεσης και τη σύζυγο του - ενάγουσα, για ποσό κεφαλαίου 258.724,26 ευρώ, με ημερομηνία έναρξης την 16-5-2005 και λήξης την 16-11-2005, τόκους προ φόρων 2.644,74 ευρώ (φόροι 264,47 ευρώ) και συνολικό ποσό καταβολής 261.104,53 ευρώ με την τήρηση του υπ' αριθ. ... λογαριασμού. Η ως άνω προθεσμιακή κατάθεση ανανεώθηκε βάσει της υπ' αριθ. ...-2011 απόδειξης για κεφάλαιο 265.000 ευρώ, και συνολικό ποσό καταβολής μετά τόκων 267.620,85 ευρώ, με ημερομηνία έναρξης 3-10-2011 και λήξης 3-1-2012 και βάσει της υπ' αριθ. ...-2012 απόδειξης προθεσμιακής κατάθεσης ανανεώθηκε για χρονικό διάστημα από 3-1-2012 έως 4-4-2012 για ποσό 265.000 ευρώ, με τόκους (προ φόρων) 2.979,78,78 ευρώ και συνολικό ποσό καταβολής 267.681,80 ευρώ. Ο λογαριασμός που τηρήθηκε για την εξυπηρέτηση της ως άνω προθεσμιακής κατάθεσης ήταν ο υπ' αριθ. ... λογαριασμός, με συνδικαιούχους τον Δ. Τ. και την ενάγουσα. Τα ανωτέρω σχετικά με την προθεσμιακή κατάθεση της ενάγουσας με το σύζυγο της Δ. Τ., στο κατάστημα της εναγομένης στη Μεταμόρφωση Αττικής ποσού 265.000 ευρώ, σε κοινό λογαριασμό με αριθμό ..., με τρίμηνη προθεσμία, με έναρξη την 3-1-2012 και λήξη την 4-4-2012 με λεπτομερώς εκτίθενται και στο δικόγραφο της αγωγής. Την 3-4-2012 η ενάγουσα και ο σύζυγός της υπέβαλαν αίτημα στο κατάστημα της εναγομένης στη Μεταμόρφωση Αττικής να μην ανανεωθεί η υπ' αριθ. ... προθεσμιακή κατάθεση που έληγε την 4-4-2012 ποσού 265.000 ευρώ πλέον τόκων και να πιστωθεί ο λογαριασμός με αριθμό .... Ωστόσο, την 4-4-2012, η εναγομένη έκλεισε τον υπ' αριθ. ... λογαριασμό που τηρούσε για την ως άνω από 3-1-2012 συμφωνία χορήγησης ποσού 65.000 ευρώ προς την εταιρία περιορισμένης ευθύνης και μετέφερε το χρεωστικό κατάλοιπο αυτού στον υπ' αριθ. ... λογαριασμό (ο τρίτος κατά σειρά τηρούμενος λογαριασμός της σύμβασης πίστωσης) με ποσό τόκων ύψους 4.435,81 ευρώ και κεφαλαίου ύψους 265.000 ευρώ. Εν συνεχεία, η εναγομένη την 6-4-2012 έκλεισε οριστικά τους ανωτέρω τρεις λογαριασμούς της σύμβασης πίστωσης, το δε κλείσιμο αυτών καταγράφηκε οριστικά στα τραπεζικά συστήματα την 10-4-2012 λόγω του Πάσχα των Καθολικών,-μεταφέρθηκε δε το χρεωστικό υπόλοιπο κάθε λογαριασμού σε άλλους τρεις λογαριασμούς οριστικής καθυστέρησης, ήτοι τον υπ' αριθ. ... με χρεωστικό υπόλοιπο 203.347,19 ευρώ, τον υπ' αριθ. ... με χρεωστικό υπόλοιπο 113.422,38 ευρώ και τον υπ' αριθ. ... με χρεωστικό υπόλοιπο 269.974,68 ευρώ αντίστοιχα, και επομένως το συνολικό χρεωστικό υπόλοιπο ανήλθε σε 586.744,25 ευρώ. Ακολούθως, η εναγομένη συμψήφισε έναντι της ως άνω απαίτησής της ποσού 586.744,25 ευρώ, την ανταπαίτηση του εγγυητή Δ. Τ. εκ του υπ' αριθ. ... κοινού με την ενάγουσα λογαριασμού της προθεσμιακής κατάθεσης, ποσού 267.769,55 ευρώ, ποσό το οποίο πιστώθηκε στον υπ' αριθ. ... λογαριασμό οριστικής καθυστέρησης. Η εναγομένη την 9-4-2012 κοινοποίησε στην πιστούχο ως άνω εταιρία και στον εγγυητή Δ. Τ. την από 6-4-2012 εξώδικη καταγγελία - πρόσκληση - δήλωση συμψηφισμού, στην οποία αναφέρει την καταγγελία της σύμβασης πίστωσης την 6-4-2012 και το κλείσιμο των τηρηθέντων γι' αυτήν λογαριασμών καθώς και του συνολικού χρεωστικού υπολοίπου ύψους 586.744,25 ευρώ, δηλώνοντας ότι την ως άνω ληξιπρόθεσμη απαίτησή της η εναγομένη συμψήφισε, κατά τις προϋποθέσεις των άρθρων 440 και 441 ΑΚ και βάσει του υφιστάμενου υπέρ της εναγομένης ενεχύρου, με ανταπαίτηση του Δ. Τ. εκ του ως άνω υπ' αριθ. ... καταθετικού λογαριασμού ύψους 267.769,55 ευρώ, ενημερώνοντας ότι οι εγγραφές στα συστήματα της τράπεζας του ανωτέρω συμψηφισμού και της μεταφοράς των χρεωστικών υπολοίπων στους αντίστοιχους λογαριασμούς οριστικής καθυστέρησης, λόγω του Πάσχα των Καθολικών, θα εμφανίζεται να λαμβάνει χώρα την 10-4-2012 αν και οι ενέργειες της εναγομένης έχουν συντελεστεί από 6-4-2012, καλούσε δε την ως άνω εταιρία και τον Δ. Τ. να εξοφλήσουν το οφειλόμενο ποσό των 318.974,70 ευρώ νομιμοτόκως. Η ενάγουσα διαμαρτυρήθηκε στην εναγομένη επιδίδοντας την 20-4-2012 την από 20-4-2012 εξώδικη διαμαρτυρία - κλήση, αναφέροντας ότι παρότι την 3-4-2012 κατέθεσε εγγράφως αίτημα στην εναγομένη να μην ανανεωθεί η ως άνω προθεσμιακή κατάθεση μετά τη λήξη της την 4-4-2012, ποσού 265.000 ευρώ και το ποσό να χρεωθεί στον λογαριασμό που είναι συνδικαιούχος με το σύζυγο της και παρότι την 4-4-2012 μετέβη στο κατάστημα της εναγομένης ζητώντας την ανάληψη του ποσού της προθεσμιακής κατάθεσης για την κάλυψη άμεσων αναγκών της, η εναγομένη από το εν λόγω κατάστημα αρνήθηκε να της αποδώσει το ποσό και μάλιστα αναιτιολόγητα. Το κατάστημα Μεταμόρφωσης Αττικής της εναγομένης απάντησε στην ενάγουσα με την από 12-4-2012 επιστολή, την οποία παρέλαβε η ενάγουσα την 23-4-2012, αναφέροντας ότι το ποσό των 267.769,55 ευρώ που ήταν κατατεθειμένο στον υπ' αριθ. ... κοινό λογαριασμό ταμιευτηρίου με συνδικαιούχους τον Δ. Τ. και την ενάγουσα, συμψηφίστηκε με απαίτηση της τράπεζας κατά του Δ. Τ., που απορρέει από σύμβαση πίστωσης ανοικτού αλληλόχρεου λογαριασμού. Εν συνεχεία, η εναγομένη επέδωσε στην ενάγουσα την 7-5-2012, την από 3-5-2012 επιστολή της, προερχόμενη από τη Διεύθυνση Διαχείρισης Εμπλοκών και Αναδιάρθρωσης Πιστώσεων, στην οποία εκτίθεται επιπροσθέτως ότι στον ως άνω συμψηφισμό προέβη η τράπεζα αφενός σύμφωνα με σχετικό συμβατικό όρο της ως άνω σύμβασης πίστωσης και αφετέρου βάσει των διατάξεων των άρθρων 1 παρ. 1 και 2 Ν. 5638/1932 και 411, 489, 490, 491 ΑΚ, από το συνδυασμό των οποίων η τράπεζα νόμιμα προέβη στον εν λόγω συμψηφισμό, με αποτέλεσμα να μην καταβάλει το ως άνω ποσό στην ενάγουσα, αφού ο έναντι ενός των συνδικαιούχων συμψηφισμός που προτείνει η τράπεζα, αποσβένει και την απαίτηση του ετέρου συνδικαιούχου έναντι της τράπεζας. Εν συνεχεία, η εναγομένη προέβη και στην έκδοση της υπ' αριθ. 14073/2013 διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και ακολούθησε η κοινοποίησή της στην ως άνω μονοπρόσωπη εταιρία και στον εγγυητή, μετ' επιταγής προς πληρωμή. Βάσει του όρου 8.3 της ως άνω σύμβασης πίστωσης με ανοικτό αλληλόχρεο λογαριασμό Ή τράπεζα δικαιούται να συμψηφίζει στην απαίτησή της από την παρούσα πίστωση και τον σε σχέση μ' αυτή λειτουργούντα αλληλόχρεο λογαριασμό οποιοδήποτε τυχόν ποσό οφείλει στον πιστούχο από οποιαδήποτε αιτία έστω και μη ληξιπρόθεσμη και ενδεικτικά από καταθέσεις κάθε είδους σε ευρώ ή άλλο νόμισμα, στις οποίες περιλαμβάνονται και οι καταθέσεις Ταμιευτηρίου, από εμβάσματα ή εντολές τρίτων, από γραμμάτια και πάσης φύσεως αξιόγραφα που παραδόθηκαν σ' αυτή προς είσπραξη κλπ".Ο ως άνω όρος εκτείνεται και στον εγγυητή, Δ. Τ., καθώς, όπως προεκτέθηκε, εγγυήθηκε εις ολόκληρον με την εταιρία, ευθυνόμενος ως αυτοφειλέτης. Επιπλέον, βάσει του όρου 3 της προθεσμιακής κατάθεσης "Η Τράπεζα έχει το δικαίωμα να χρησιμοποιεί την κατάθεση αυτή για κάλυψη κάθε ληξιπρόθεσμης οφειλής του καταθέτη". Η εναγομένη λοιπόν, βάσει της συμφωνίας και του όρου 8.3 της σύμβασης πίστωσης που είχε συνυπογράψει και ο Δ. Τ. ως εγγυητής αλλά και όντας ο ίδιος συνδικαιούχος του λογαριασμού της προθεσμιακής κατάθεσης, είχε δικαίωμα να προβεί, και προέβη σε συμβατικό συμψηφισμό των απαιτήσεών της από τη σύμβαση πίστωσης με ανοικτό αλληλόχρεο λογαριασμό, με απαίτηση του Δ. Τ. από τον λογαριασμό ταμιευτηρίου της προθεσμιακής κατάθεσης, χωρίς μάλιστα να απαιτείται να είναι ληξιπρόθεσμη η απαίτηση της εναγομένης, ήτοι χωρίς χρονικό ή άλλο περιορισμό αλλά και χωρίς την τήρηση διατυπώσεων, όπως άλλωστε εκτέθηκε και στη μείζονα σκέψη της παρούσας, ότι δηλαδή στον συμβατικό ή εκούσιο συμψηφισμό, που συνάπτεται με βάση την αρχή της ελευθερίας των συμβάσεων (άρθρο 361 ΑΚ), τα μέρη μπορούν να συμφωνήσουν τον συμψηφισμό των μεταξύ των υφισταμένων απαιτήσεων και χωρίς να συντρέχουν οι όροι του νόμου, δηλαδή χωρίς οι αμοιβαίες απαιτήσεις να είναι ληξιπρόθεσμες και ομοειδείς και χωρίς ν' απαιτείται πρόταση συμψηφισμού, με δήλωση του ενός συμβαλλομένου προς τον άλλον. Στην προκειμένη περίπτωση, ο συμψηφισμός αυτός έγινε δυνάμει συμβατικού όρου (8.3 της σύμβασης πίστωσης), τον οποίο γνώριζε και ο εγγυητής της σύμβασης πίστωσης και συνδικαιούχος στο λογαριασμό της προθεσμιακής κατάθεσης και επομένως δεν απαιτείτο για το κύρος του συμψηφισμού να γίνει δήλωση προς τον Δ. Τ. Λόγω του ως άνω συμβατικού όρου δεν απαιτείτο απευθυντέα μονομερής δήλωση του άρ. 441 ΑΚ και τούτο διότι η εναγομένη προέβη σε συμβατικό συμψηφισμό, η δε κοινοποίηση της από 6-4-2012 εξωδίκου στην ως άνω μονοπρόσωπη εταιρία και στον Δ. Τ. περιλαμβάνει την καταγγελία της σύμβασης πίστωσης με ανοικτό αλληλόχρεο λογαριασμό και το κλείσιμο των τηρηθέντων λογαριασμών που την εξυπηρετούσαν, αναφέροντας και τον εν λόγω συμψηφισμό, στο πλαίσιο της μείωσης του αιτούμενου ποσού που προέκυψε ως χρεωστικό κατάλοιπο των λογαριασμών της σύμβασης πίστωσης και της, ενημέρωσης του Δ. Τ. για το τελικό ύψος της οφειλής του εκ της καταγγελθείσας σύμβασης πίστωσης, απορριπτομένου ως ουσία αβάσιμου του τρίτου λόγου της έφεσης. Εξάλλου, η εναγομένη βάσει του ως άνω όρου της σύμβασης πίστωσης, δικαιούτο να συμψηφίζει στην απαίτησή της από την ως άνω πίστωση, οποιοδήποτε ποσό τυχόν όφειλε και στον εγγυητή από οποιαδήποτε αιτία έστω και μη ληξιπρόθεσμη, ήτοι και πριν την καταγγελία της σύμβασης πίστωσης και το κλείσιμο των λογαριασμών που εξυπηρετούσαν αυτήν, με συνέπεια οι δύο πρώτοι λόγοι της έφεσης να πρέπει να απορριφθούν ως ουσία αβάσιμοι. Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλουμένη απόφασή του κατέληξε στην ίδια κρίση και απέρριψε την αγωγή της ενάγουσας ως αβάσιμη στην ουσία της, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε το νόμο και εκτίμησε τις αποδείξεις και τα περί του αντιθέτου υποστηριζόμενα από την εκκαλούσα με τους σχετικούς λόγους της έφεσής της, κρίνονται απορριπτέα ως αβάσιμα στην ουσία τους.
Με βάση τις ανωτέρω παραδοχές το Εφετείο απέρριψε την έφεση της εκκαλούσας- ενάγουσας ήδη αναιρεσείουσας, επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση, η οποία είχε απορρίψει της αγωγή της, με την οποία ζητούσε ως συνδικαιούχος του κοινού λογαριασμού να τις καταβάλει η εναγόμενη τράπεζα το υπάρχον σ' αυτόν ποσό των 267.769 ευρώ.
4. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 εδ. α ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης, για ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμόστηκε ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή αν εφαρμόστηκε ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή. Για να είναι ορισμένος ο λόγος αναίρεσης για παραβίαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου από το δικαστήριο της ουσίας (αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ) πρέπει να καθορίζεται, πέραν της συγκεκριμένης διάταξης του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε, και το αποδιδόμενο στην απόφαση νομικό σφάλμα ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου. Αν δε το δικαστήριο ερεύνησε την υπόθεση στην ουσία της, πρέπει να εκτίθεται με πληρότητα και οι κρίσιμες σχετικές παραδοχές, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά, υπό τα οποία και συντελέστηκε η προβαλλόμενη παραβίαση των κανόνων ουσιαστικού δικαίου. Διότι μόνον ενόψει των ουσιαστικών αυτών παραδοχών μπορεί να ελεγχθεί, αν η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στην απόφαση οδήγησε σε εσφαλμένο διατακτικό, από το οποίο να εξαρτάται τελικά η ευδοκίμηση της αναίρεσης (ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ1037/2023).

Στην προκειμένη περίπτωση με τον πέμπτο λόγο αναίρεσης η αναιρεσείουσα αιτιάται την προσβαλλόμενη απόφαση για την από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ πλημμέλεια, που συνίσταται στο ότι το Εφετείο εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 361 ΑΚ, η οποία δεν ήταν εφαρμοστέα και εσφαλμένως δέχθηκε, ότι και αυτή, πλέον του συζύγου της ,είχε υπογράψει με την αναιρεσίβλητη τη συμφωνία για συμψηφισμό των αμοιβαίων απαιτήσεων τους. Ο ανωτέρω λόγος είναι απαράδεκτος λόγω της αοριστίας του, καθόσον η αναιρεσείουσα δεν επικαλείται νομικό σφάλμα ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 361 ΑΚ και την επίδραση αυτού στο διατακτικό καθώς και τις κρίσιμες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης Έτι δε περαιτέρω με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης κατά το πρώτο σκέλος αυτού η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη την από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ πλημμέλεια που συνίσταται στην παράβαση κανόνα δικαίου, τον οποίο ,όμως, ουδόλως αναφέρει στο αναιρετήριο και μετά ταύτα ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος λόγω της αοριστίας του.

5. Περαιτέρω όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 118 παρ. 4, 566 παρ. 1, 577 παρ. 3 και 578 ΚΠολΔ, για να είναι ορισμένος ο λόγος αναίρεσης από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πρέπει το αναιρετήριο να περιλαμβάνει α) τον κανόνα ουσιαστικού νόμου που φέρεται ότι παραβιάστηκε, β) τις ουσιαστικές παραδοχές της απόφασης ή τη μνεία ότι αυτή δεν περιέχει καθόλου αιτιολογία, ώστε να είναι εφικτή με βάση το περιεχόμενο του αναιρετηρίου η στοιχειοθέτηση του προβαλλόμενου λόγου αναίρεσης γ) τον ουσιώδη αυτοτελή ισχυρισμό (αγωγικό, ένσταση κλπ.) και τα πραγματικά περιστατικά που προτάθηκαν για τη θεμελίωση του, ως προς τον οποίο εμφανίζεται η προβαλλόμενη έλλειψη, ανεπάρκεια ή αντίφαση, καθώς και τη σύνδεση αυτού με το διατακτικό της απόφασης, αν αυτή δεν είναι αυτονόητη, καθώς και ότι ο εν λόγω (νόμιμος και ουσιώδης) ισχυρισμός είχε προταθεί παραδεκτά στο δικαστήριο που εξέδωσε την απόφαση και δ) εξειδίκευση της πλημμέλειας που προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, δηλαδή ή τη μνεία ότι σ' αυτή δεν υπάρχει καθόλου αιτιολογία ή, αν προβάλλεται ανεπαρκής και ελλιπής αιτιολογία, (πρέπει το αναιρετήριο να περιλαμβάνει) τα επιπλέον ουσιώδη πραγματικά περιστατικά που έπρεπε να περιέχονται στην απόφαση ή να προσδιορίζει ως προς τι υπάρχει και σε τι συνίσταται η έλλειψη του νομικού χαρακτηρισμού των ουσιωδών περιστατικών που έγιναν δεκτά ή, αν προβάλλονται αντιφατικές αιτιολογίες, πρέπει να προσδιορίζεται ποιες είναι αυτές, σε τι συνίσταται η αντίφαση και από ποια αντικρουόμενα μέρη των αιτιολογιών αυτή προκύπτει. Διαφορετικά, αν τα προαναφερόμενα δεν περιλαμβάνονται με σαφήνεια και πληρότητα στο αναιρετήριο, ο σχετικός λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος λόγω αοριστίας, η οποία δεν αίρεται με συμπλήρωση στις προτάσεις ή με παραπομπή σε άλλο διαδικαστικό έγγραφο (αγωγή ή έφεση) του αναίρεσείοντος (ΑΠ 1230/2014, 402/2014, 1586/2008).

Στην προκειμένη περίπτωση η αναιρεσείουσα με το δεύτερο σκέλος του τέταρτου λόγου αναίρεσης μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση από την με αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ πλημμέλεια, που συνίσταται στο ότι δεν έχει νόμιμη βάση διότι, δεν περιέχει αιτιολογίες, για το ουσιώδες για την έκβαση της δίκης ζήτημα ως προς το χρόνο που η απαίτηση της τράπεζας κατά του εγγυητή-συζύγου της από τον αλληλόχρεο λογαριασμό, κατέστη ληξιπρόθεσμη, στοιχείο που άπτεται του χρόνου που έλαβε χώρα η καταγγελία της σύμβασης πίστωσης ανοικτού αλληλόχρεου λογαριασμού και ότι οι αιτιολογίες που περιέχει είναι αντιφατικές. Έτι δε περαιτέρω η αναιρεσείουσα με τον πέμπτο λόγο αναίρεσης κατά το δεύτερο σκέλος του ψέγει την προσβαλλομένη απόφαση για την εκ πλαγίου παραβίαση του άρθρου 361 του ΑΚ διότι δεν περιέχει οποιαδήποτε παραδοχή για το ότι η ιδία δεν υπέγραφε τη σύμβαση αλληλόχρεου λογαριασμού. Ωστόσο οι λόγοι αυτοί της αναίρεσης κατά τα εν λόγω σκέλη τους είναι απαράδεκτοι ως αόριστοι, διότι δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο ενάριθμα η ουσιαστικού δικαίου διάταξη που παραβιάστηκε ούτε οι αντιφατικές αιτιολογίες. Επίσης δε, διότι στο αναιρετήριο δεν διαλαμβάνονται με πληρότητα, παρά μόνο αποσπασματικά, οι κρίσιμες ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε το Εφετείο, υπό τα οποία και φέρεται να συντελέστηκε η επικαλούμενη παραβίαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου. 6. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 apf 8 περ. β' ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης και όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα", κατά την άνω διάταξη, νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκουμένου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (Ολ.ΑΠ 3/1997). Για να ιδρυθεί ο λόγος αυτός, πρέπει ο ισχυρισμός να έχει προταθεί ενώπιον του δικαστηρίου, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, να είναι νόμιμος και να ασκεί επίδραση στην έκβαση της δίκης (λυσιτελής).[ΑΠ 154/2023].

Εξάλλου από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 10 ΚΠολΔ, που ορίζει, ότι αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ως αληθινά, χωρίς απόδειξη, προκύπτει, ότι ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται, όταν το δικαστήριο δέχεται πράγματα, δηλαδή αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς, οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος, που ασκείται με την αγωγή, ανταγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσαχθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά, ή όταν δεν εκθέτει από ποια αποδεικτικά στοιχεία άντλησε την απόδειξη γι' αυτά, χωρίς να απαιτείται να αξιολογεί τα επί μέρους αποδεικτικά μέσα ή να εξειδικεύει τα έγγραφα (ΑΠ 96, 251 και 1027/2019).

Στην προκειμένη περίπτωση η αναιρεσείουσα με τον τρίτο αναιρετικό λόγο προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις από τον αριθμό 8 και 10 άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλειες, που συνίστανται στο ότι το Εφετείο αντιστοίχως δεν έλαβε υπόψη πράγματα προταθέντα και έχοντα ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και παρά το νόμο εδέχθη πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη, αναφορικά με τον υποβληθέντα από αυτήν ισχυρισμό περί του ότι κατ' άρθρο 441 του ΑΚ δεν επήλθε συμψηφισμός της απαίτησης της αναιρεσίβλητης που είχε κατά του συζύγου της Δ. Τ. από τον αλληλόχρεο λογαριασμό με την απαίτηση που αυτός είχε από τον κοινό με αυτή [αναιρεσείουσα] καταθετικό λογαριασμό παρά μόνο μετά την 9.4.2012, όταν η αναιρεσίβλητη επικαλέστηκε τον ανωτέρω συμψηφισμό με δήλωσή της απευθυντέα προς το Δ. Τ. και επομένως ότι παράνομα η αναιρεσίβλητη δεν της απέδωσε στις 4.4.2012 ως συνδικαιούχο του καταθετικού λογαριασμού το ποσό που υπήρχε σ' αυτόν. Έτι περαιτέρω η αναιρεσείουσα με το πρώτο σκέλος του τετάρτου λόγου αναίρεσης προσάπτει στην προσβαλλόμενη την από τον αριθμό 10 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ πλημμέλεια, που συνίσταται στο ότι παρά το νόμο το Εφετείο εδέχθη πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη αναφορικά με τον υποβληθέντα από αυτήν ισχυρισμό περί του ότι κατ' άρθρο 440 του ΑΚ δεν επήλθε ο ανωτέρω συμψηφισμός ,επειδή η απαίτηση της αναιρεσίβλητης κατά του Δ. Τ. από τον αλληλόχρεο λογαριασμό κατέστη ληξιπρόθεσμη με την καταγγελία της σύμβασης αυτού στις 6.4.2012, ήτοι μετά το χρόνο που αυτή προσήλθε στην αναιρεσίβλητη αιτούμενη την απόδοση του ποσού που υπήρχε στον κοινό μετά του συζύγου της καταθετικό λογαριασμό Οι ανωτέρω λόγοι είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι, και ειδικότερα α] όσον αφορά τον από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ,διότι δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός αυτός επαναφέρθηκε νομίμως στο Εφετείο [ΑΠ 559/2019] και οι ουσιαστικές παραδοχές του Εφετείου υπό τις οποίες συντελέσθηκε η ως άνω παράβαση και β] όσον αφορά τους αναφερόμενους δυο λόγους από τον αριθμό 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ,διότι δεν αναγράφεται στο αναιρετήριο ότι στην απόφασή του το Εφετείο δεν αναφέρει καθόλου αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε την απόδειξη των πραγμάτων που δέχθηκε. Επίσης με το δεύτερο λόγο αναίρεσης κατά το δεύτερο σκέλος αυτού η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη την από τον αριθμό 10 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ πλημμέλεια που συνίσταται στο ότι το Εφετείο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης άνευ αποδείξεως σχετικά με τον προταθέντα ισχυρισμό της για την εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 441 του ΑΚ. Ο ως άνω λόγος είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, επειδή από την παραδεκτή επισκόπηση του δικογράφου της έφεσης προκύπτει ότι ο ανωτέρω ισχυρισμός [ο οποίος πρωτοδίκως είχε απορριφθεί ως μη νόμιμος] δεν προβλήθηκε με λόγο έφεσης και επομένως, επ' αυτού το Εφετείο ουδόλως εισήλθε στην αποδεικτική διαδικασία για τον έλεγχο της ουσιαστικής του βασιμότητας 7. Κατά το άρθρο 559 αριθ. 11 Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει ή παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίστηκαν ή δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν (ΑΠ 1389/2021). Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο λόγο αναίρεσης κατά το πρώτο του σκέλος η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη την από τον αριθμό 11 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ πλημμέλεια, που συνίσταται στην εσφαλμένη εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού ως προς την σύμβαση αλληλόχρεου λογαριασμού και τον όρο 8.3 αυτού, τον οποίο η ιδία δεν υπέγραψε. Ο ανωτέρω λόγος είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, καθόσον υπό τα εκτιθέμενα σ' αυτόν και υπό την επίφαση αυτού, κατ' ουσίαν βάλλεται η ανέλεγκτη από τον Άρειο Πάγο κρίση του Εφετείου για τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε [άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ).

8. Ο προβλεπόμενος από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για παραμόρφωση εγγράφου συνίσταται στο διαγνωστικό λάθος της απόδοσης από το δικαστήριο της ουσίας σε αποδεικτικό, με την έννοια των άρθρων 339 και 432 ΚΠολΔ, έγγραφο, περιεχομένου καταδήλως διαφορετικού από το αληθινό, εξαιτίας του οποίου καταλήγει σε πόρισμα επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα (ΑΠ 15/2024). Πρέπει δε, την παραπάνω επιζήμια κρίση του για τον αναιρεσείοντα να σχημάτισε το δικαστήριο, αποκλειστικά, ή κατά κύριο λόγο, από το έγγραφο που φέρεται ως παραμορφωμένο, προϋπόθεση η οποία δεν συντρέχει, όταν το εν λόγω έγγραφο εκτιμήθηκε μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρεται η σημασία του σε σχέση με το πόρισμα για την αλήθεια ή αναλήθεια του γεγονότος που αποδείχθηκε, γιατί στην τελευταία αυτή περίπτωση δεν είναι δυνατή η εξακρίβωση της ιδιαίτερης αποδεικτικής σημασίας του (ΟλΑΠ 2/2008, ΑΠ 612/2020).

Εξάλλου από την διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 20 του ΚΠολΔ, σε συνδυασμό προς εκείνες των άρθρων 118 αριθμ. 4 και 566 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, συνάγεται ότι για το ορισμένο του αναιρετικού αυτού λόγου πρέπει να αναφέρονται στο αναιρετήριο και τα εξής: 1) το αληθινό περιεχόμενο του εγγράφου, που φέρεται ότι παραμορφώθηκε, κατά λέξη παρατιθέμενο, ώστε από τη σύγκριση με εκείνο που δέχθηκε η απόφαση να υπάρχει δυνατότητα στον Άρειο Πάγο να κρίνει αν υφίσταται διαγνωστικό λάθος, 2) το από την προσβαλλομένη απόφαση δεκτό γενόμενο διαφορετικό από το αληθινό περιεχόμενο, 3) το συμπέρασμα στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο για το ότι υπάρχουν ή όχι κρίσιμα γεγονότα (ΑΠ 595/2020].

Στην προκειμένη περίπτωση, με το δεύτερο σκέλος του πρώτου λόγου αναίρεσης, η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση την από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ πλημμέλεια, που συνίσταται στο ότι το Εφετείο, παραμόρφωσε το περιεχόμενο της αρχικής [και των λοιπών δυο ανανεώσεων αυτής] σύμβασης προθεσμιακής κατάθεσης που αυτή μετά του Ν. Τ. είχε καταρτίσει με την αναιρεσίβλητη τράπεζα, μη λαμβάνοντας υπόψη τις ανωτέρω συμβάσεις, εφόσον εσφαλμένως το δικαστήριο δέχθηκε ότι η ιδία ήταν συμβαλλόμενο μέρος στη σύμβαση πίστωσης με αλληλόχρεο λογαριασμό. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, λόγω της αοριστίας του, καθόσον δεν αναφέρεται το περιεχόμενο του εγγράφου που φέρεται ότι παραμορφώθηκε, το από την προσβαλλομένη απόφαση δεκτό γενόμενο και διαφορετικό από το αληθινό περιεχόμενο των εν λόγω εγγράφων καθώς και το στο αποδεικτικό πόρισμα στο οποίο κατέληξε το Εφετείο στηρίχθηκε αποκλειστικά ή κυρίως στα φερόμενα ως παραμορφωμένα έγγραφα.

'Ετι δε περαιτέρω απορριπτέος ως απαράδεκτος λόγω της αοριστίας του είναι ο τέταρτος λόγος αναίρεσης κατά το δεύτερο μέρος του, με τον οποίο η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση την από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, καθόσον κατά τρόπο γενικό εκθέτει ότι το Εφετείο παραμόρφωσε έγγραφο, την ταυτότητα του οποίου και το περιεχόμενο του ουδόλως προσδιορίζει.

9. Από την παραβίαση των ορισμών του νόμου αναφορικά με την δύναμη των αποδεικτικών μέσων ιδρύεται λόγος αναίρεσης, κατά την έννοια της διάταξης του αριθμού 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ που τον προβλέπει, όταν το δικαστήριο της ουσίας αποδίδει σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα δύναμη απόδειξης μικρότερη ή μεγαλύτερη από εκείνη που, δεσμευτικά γι' αυτό (δικαστήριο) καθορίζει ο νόμος, όχι όμως και στην περίπτωση κατά την οποία, εκτιμώντας ελεύθερα όπως έχει δικαίωμα από το νόμο (άρθρο 340 ΚΠολΔ), αποδίδει σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα, που κατά νόμο έχουν την ίδια αποδεικτική δύναμη με άλλα, μεγαλύτερη ή μικρότερη βαρύτητα ή αξιοπιστία από τα άλλα αποδεικτικά μέσα (ΑΠ 2/2022).

Εξάλλου, στον ΚΠολΔ κατά κανόνα ισχύει το σύστημα της ελεύθερης εκτίμησης των αποδείξεων (άρθρο 340) και εξαιρετικά μόνο προσδίδεται σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα αυξημένη αποδεικτική δύναμη, όπως η δικαστική ομολογία (άρθρο 352) και τα έγγραφα, που παράγουν πλήρη απόδειξη (άρθρα 438 επ., 441, 445). Κατά συνέπεια, ο παραπάνω λόγος αναίρεσης δημιουργείται μόνον αν πρόκειται για αποδεικτικά μέσα, στα οποία, σύμφωνα με το νόμο, το δικαστήριο είναι υποχρεωμένο να προσδώσει δύναμη πλήρους απόδειξης, δηλαδή προϋποθέτει αποδεικτικά μέσα αυξημένης αποδεικτικής δύναμης (ΑΠ 1034/2019). Για να είναι δε ορισμένος ο λόγος αυτός πρέπει, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 118 αριθ. 4, 566§1 και 577§3 ΚΠολΔ, α) να καθορίζεται στο αναιρετήριο επακριβώς το αποδεικτικό μέσο, β) να αναφέρεται η αποδεικτική δύναμη, την οποία το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε στο αποδεικτικό αυτό μέσο, γ) να αναγράφεται ο ουσιώδης πραγματικός ισχυρισμός για την απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου προσκομίσθηκε το συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο δ) το σχετικό σφάλμα της προσβαλλομένης αποφάσεως δηλαδή, ποια είναι η αποδιδόμενη στην προσβαλλόμενη απόφαση παραβίαση του νόμου σε σχέση με την αποδεικτική δύναμη των αποδεικτικών μέσων που έχουν εκτιμηθεί και ποια επίδραση θα ασκούσε ο ισχυρισμός αυτός στην έκβαση της δίκης (ΑΠ 1454/2017).

Στην προκειμένη περίπτωση με τον έκτο λόγο αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 12 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ πλημμέλεια, που συνίσταται στο ότι το Εφετείο, δεν προσέδωσε, κατά παράβαση του νόμου την αυξημένη αποδεικτική δύναμη της πλήρους απόδειξης που είχαν τα ακόλουθα έγγραφα α. το από 3.4.2012 αίτημα της αναιρεσείουσας προς την αντίδικο του για απόδοση των χρημάτων της β. την από 20.4.2012 εξώδικη διαμαρτυρία κλήση της αναιρεσείουσας προς την αντίδικο και η επίδοση αυτής, γ] οι αποδείξεις προθεσμιακής κατάθεσης και δ] οι όροι της επίδικης προθεσμιακής κατάθεσης Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος λόγω της αοριστίας του, καθόσον δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο ο ουσιώδης πραγματικός ισχυρισμός για την απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου προσκομίσθηκαν τα συγκεκριμένα αποδεικτικά μέσα, πλέον του ότι .για τα ανωτέρω αποδεικτικά μέσα, τα οποία αποτελούν ιδιωτικά έγγραφα το δικαστήριο δεν ήταν εκ του νόμου υποχρεωμένο να προσδώσει δύναμη πλήρους απόδειξης, 10. Τέλος οι λοιπές αιτιάσεις της αναιρεσείουσας που περιέχονται σε όλους τους πιο πάνω λόγους, σε σχέση με τα πραγματικά περιστατικά, που έρχονται σε αντίθεση με αυτά που έχουν γίνει ανέλεγκτα δεκτά με την προσβαλλόμενη απόφαση, καθώς και οι αξιολογήσεις των αποδεικτικών μέσων που αναφέρονται στους παραπάνω αναιρετικούς λόγους, είναι απαράδεκτες, διότι πλήττουν την μη υποκείμενη σε αναίρεση εκτίμηση των αποδείξων από το Δικαστήριο της ουσίας [άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ].

11. Μετά από αυτά, ελλείποντος άλλου αναιρετικού λόγου, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί. Επίσης, πρέπει να διαταχθεί η απόδοση του παραβόλου, που έχει καταθέσει η αναιρεσείουσα για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης στο Ελληνικό Δημόσιο (άρθρο 495 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.), όπως ισχύει και εφαρμόζεται στην παρούσα υπόθεση μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015, που ισχύει, κατ' άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 αυτού, για τα κατατιθέμενα, από 1-1-2016, ένδικα μέσα). Τέλος, η αναιρεσείουσα, ως ηττηθείσα διάδικος, πρέπει να καταδικαστεί στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα της τελευταίας, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο και κατέθεσε προτάσεις (άρθρα 176,183,189 παρ. 1,191 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

-Απορρίπτει την από 1.10.2020 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 7380/2020 αίτηση για αναίρεση της με αριθμό 2203/2020 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.

- Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος από την αναιρεσείουσα παραβόλου στο Ελληνικό Δημόσιο.

Και Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 25 Νοεμβρίου 2024.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και ταύτης αποχωρήσασας ο αρχαιότερος της σύνθεσης Αρεοπαγίτης

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 14 Ιουλίου 2025.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή