Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 671 / 2019    (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 671/2019

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ειρήνη Καλού, Γεώργιο Χοϊμέ, Μαρία Τζανακάκη και Ελένη Φραγκάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 21 Σεπτεμβρίου 2018, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Γ. Π. του Ι., κατοίκου ..., 2) Ε. Π. του Γ., κατοίκου ..., περιοχή ..., 3) Ι. Π. του Γ. και 4) Μ. - Κ. Π. του Γ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τους πληρεξούσιους δικηγόρους τους Νικόλαο Ντέσκα και Γεώργιο Στεφανάκη.
Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "... ΑΕ" (πρώην "... ... ΑΕ"), που εδρεύει στην ….και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Σιαφάκα, που δήλωσε στο ακροατήριο ότι ανακαλεί την από 17-9-2018 δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και παρίσταται.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16-7-2013 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 13/2015 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1895/2017 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 19-7-2017 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Ειρήνη Καλού, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Οι πληρεξούσιοι των αναιρεσειόντων ζήτησαν την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη από 19-7-2017 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η υπ' αριθμ. 1895/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία των μισθωτικών διαφορών (άρθρα 647 επ. Κ.Πολ.Δ.), με την οποία απορρίφθηκε η από 28-1-2015 έφεση των εναγόντων και ήδη αναιρεσειόντων, κατά της υπ' αριθμ. 13/2015 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, το οποίο απέρριψε ως κατ' ουσίαν αβάσιμη την από 16.7.2013 αγωγή των εναγόντων - εκκαλούντων κατά της εναγομένης - εφεσίβλητης, κατά την ίδια ειδική διαδικασία των μισθωτικών διαφορών (άρθρα 647 επ. Κ.Πολ.Δ.). Με την ως άνω αγωγή τους, οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες ως συνεκμισθωτές κατά το ανήκον στη συγκυριότητά τους ποσοστό 56/192 εξ αδιαιρέτου, του αναφερόμενου πολυώροφου κτιρίου - μεγάρου με στοά (Ν.), επί της οδού ..., των …. με την από 16-7-2013 αγωγή τους, στρεφόμενη κατά της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης τράπεζας ως μισθώτριας του ως άνω ποσοστού εξ αδιαιρέτου του μισθίου ακινήτου, του οποίου είναι συγκυρία κατά το υπόλοιπο ποσοστό 136/192, εξ αδιαιρέτου, επικαλούμενοι ότι η καταρτισθείσα μεταξύ αυτών ή των δικαιοπαρόχων τους στη θέση των οποίων υπεισήλθαν νόμιμα ως εκμισθωτές, και της εναγομένης - αναιρεσίβλητης τράπεζας αφ' ετέρου, ένδικη μίσθωση, ανανεώθηκε, κατά νόμο (ΑΚ 611), μετά τη λήξη του συμβατικού της χρόνου, στις 30.4.11, αορίστως, αφού η μισθώτρια εξακολούθησε να χρησιμοποιεί το μίσθιο ακίνητο και οι ίδιοι εν γνώσει των πραγμάτων, δεν εναντιώθηκαν, ζήτησαν να υποχρεωθεί η εναγομένη τράπεζα να τους καταβάλει το συνολικό ποσό των 2.264.228,67 € και δη στον κάθε ένα από αυτούς τους ενάγοντες το ποσό που αναλογεί στο ιδανικό μερίδιό του στο μίσθιο ακίνητο, για οφειλόμενα συμφωνημένα μισθώματα του χρονικού διαστήματος από 1-5-2011 μέχρι και 30-4-2014.
Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 611 Α.Κ. που επιγράφεται "Σιωπηρή αναμίσθωση": Η μίσθωση που συνομολογήθηκε για ορισμένο χρόνο λογίζεται ότι ανανεώθηκε για αόριστο χρόνο, αν μετά την παρέλευση του χρόνου που συμφωνήθηκε, ο μισθωτής εξακολουθήσει να χρησιμοποιεί το μίσθιο και o εκμισθωτής το γνωρίζει και δεν εναντιούται. Ο όρος ανανέωση εν προκειμένω σημαίνει ανακατάρτιση της μισθώσεως, δηλ. νέα σύναψη της μισθώσεως με τους προηγούμενους όρους της. Προϋποθέσεις εφαρμογής της διάταξης αυτής και επέλευσης της έννομης συνέπειάς της, είναι: α) μίσθωση ορισμένου χρόνου, β) παρέλευση συμβατικής διάρκειας, γ) εξακολούθηση χρησιμοποίησης του μισθίου από τον μισθωτή, δ) γνώση της χρησιμοποίησης και έλλειψη εναντίωσης εκ μέρους του εκμισθωτή. Ως εναντίωση, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοείται η δήλωση του εκμισθωτή ότι δεν στέργει στη συνέχιση της μίσθωσης (ΑΠ 62/2014). Η δήλωση αυτή μπορεί να είναι ρητή ή σιωπηρή, αρκεί να προκύπτει από αυτήν η βούληση του εκμισθωτή ότι δεν δέχεται την εξακολούθηση της μίσθωσης είτε γενικώς, είτε με τους ίδιους όρους. Τέτοια σιωπηρή εναντίωση αποτελεί η δήλωση του εκμισθωτή ότι απαιτεί μίσθωμα μεγαλύτερο από το ήδη καταβαλλόμενο. Αν μετά την πάροδο του συμβατικού χρόνου, εξακολουθήσει ο μισθωτής τη χρήση του μισθίου αλλά εναντιώνεται στη σιωπηρή αναμίσθωση, δεν επέρχεται ανανέωση της σύμβασης μισθώσεως, δεδομένου ότι η ρύθμιση της διάταξης του άρθρου 611 Α.Κ., η οποία είναι ενδοτικού δικαίου, και δεν αποβλέπει στην επιβολή της ρύθμισης στα μέρη, έχει ως έρεισμα την τεκμαιρομένη συναίνεση αμφοτέρων των συμβαλλομένων μερών και συνεπώς η εναντίωση του μισθωτή ματαιώνει το αποτέλεσμα αυτό (ΑΠ 62/2014). Πρέπει, επομένως, να γίνει δεκτό ότι η εναντίωση του μισθωτή παραμερίζει τον ερμηνευτικό κανόνα (ή το πλάσμα ή την ex lege συνέπεια) της ΑΚ 611 και εμποδίζει την επέλευση της συγκεκριμένης συνέπειας. Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, τα εξής: "Με την υπ' αριθμ. …..95/18.11.1997 σύμβαση μισθώσεως ποσοστών εξ αδιαιρέτου ακινήτου και εκχώρησης μισθωτικών δικαιωμάτων της Συμβολαιογράφου Μ. Σ., ο πρώτος, η δεύτερη, η τρίτη των εκκαλούντων και η τότε συγκυρία Α. Π. εξεμίσθωσαν στην εφεσίβλητη, τα ανήκοντα σε αυτούς ποσοστά, εξ αδιαιρέτου, ενός διατηρητέου πολυώροφου ακινήτου με στοά, κειμένου στην ... και αποτελουμένου από υπόγειο, ισόγειο με πατάρι, πρώτο όροφο, δεύτερο όροφο, τρίτο όροφο, τέταρτο όροφο, πέμπτο όροφο και δώμα. Ειδικότερα, εξεμίσθωσαν στην εφεσίβλητη ο πρώτος εκκαλών ποσοστό 16/192, εξ αδιαιρέτου, η δεύτερη εκκαλούσα ποσοστό 8/192, εξ αδιαιρέτου, η τρίτη εκκαλούσα ποσοστό 8/192, εξ αδιαιρέτου και η Α. Π. ποσοστό 24/192, εξ αδιαιρέτου, του άνω ακινήτου, για το χρονικό διάστημα από 18.11.1997 έως 30.04.2011, προκειμένου η εφεσίβλητη να το χρησιμοποιήσει προς εξυπηρέτηση των αναγκών της ή θυγατρικών της εταιρειών, με δικαίωμα υπομίσθωσης σε τρίτον. Η εφεσίβλητη τυγχάνει συγκυρία του άνω ακινήτου, κατά ποσοστό 136/192, εξ αδιαιρέτου. Περαιτέρω μεταβίβασαν στην εφεσίβλητη όλα τα δικαιώματά τους, συμπεριλαμβανομένου του δικαιώματος περί εισπράξεως του μισθώματος, από τις συμβάσεις μισθώσεως των καταστημάτων του ισογείου και υπογείου που είχαν συνάψει με τρίτους. Το συνολικό μηνιαίο μίσθωμα για τα άνω ποσοστά, εξ αδιαιρέτου, προκαταβαλλόμενο εντός του πρώτου πενθημέρου εκάστου μισθωτικού μηνός συμφωνήθηκε στο ποσό των 11.250.000 δραχμών (33.015,40 ευρώ), πλέον τέλους χαρτοσήμου και συμπληρωματικού φόρου, αναπροσαρμοζόμενο ετησίως, κατά ποσοστό ίσο προς το ύψος του τιμαρίθμου του κόστους ζωής του προηγουμένου δωδεκαμήνου, προσαυξανομένου κατά ποσοστό 20% του ρηθέντος ποσοστού τιμαρίθμου ή κατά 1,5 μονάδα του ύψους τούτου, κατ' επιλογήν και επ' ωφελεία των εκμισθωτών. Περαιτέρω, με τον υπ' αριθ. 7.3. όρο της συμβάσεως, οι εκκαλούντες παρέσχον στην εφεσίβλητη την εξουσία όπως ασκεί και για λογαριασμό τους, τη διαχείριση γενικά του ακινήτου, ως αν αυτό ανήκε, στο σύνολό του, στην πλήρη κυριότητά της. Από την έναρξη της μίσθωσης, η εφεσίβλητη εγκαταστάθηκε στο μίσθιο, χρησιμοποιώντας αυτό κατά τους συμβατικούς όρους και καταβάλλοντας το συμφωνημένο μίσθωμα. Εν συνεχεία, ο πρώτος εκκαλών μετεβίβασε στην τέταρτη εκκαλούσα ποσοστό 8/192 της συγκυριότητάς του επί του άνω ακινήτου, δυνάμει του υπ' αριθμ. ….73/31.12.1998 συμβολαίου γονικής παροχής της Συμβολαιογράφου Φ. Φ. - Ψ., νομίμως μεταγραφέντος στα οικεία βιβλία του Υποθηκοφυλακείου ….., η οποία υπεισήλθε, με τον τρόπο αυτό, στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις από την υφισταμένη σύμβαση μίσθωσης. Προηγουμένως, στις 13.12.1998, απεβίωσε η εκ των συνεκμισθωτών Α. Π., χωρίς να αφήσει διαθήκη και κληρονομήθηκε εξ αδιαθέτου από τις δεύτερη, τρίτη και τέταρτη των εκκαλούντων, κατά ποσοστό 1/3 εξ αδιαιρέτου εκάστη, οι οποίες, μετά την αποποίηση της κληρονομιάς από τον πρώτο εκκαλούντα, αποδέχθηκαν την κληρονομιά, δυνάμει της υπ' αριθ. ….27/17.5.2006 δήλωσης αποδοχής κληρονομιάς της Συμβολαιογράφου Φ. Φ. - Ψ., νομίμως μεταγραφείσας στα οικεία βιβλία του Υποθηκοφυλακείου ….. Με τον τρόπο αυτό, υπεισήλθαν στη μισθωτική σχέση και κατέστησαν συγκύριοι επί του μισθίου και συνεκμισθωτές αυτού, ο πρώτος κατά ποσοστό 8/192, εκάστη δε των λοιπών εκκαλούντων κατά ποσοστό 16/192 και συνολικά 56/192. Με την από 27.4.2011 εξώδικη δήλωση με διαμαρτυρία και πρόσκληση, η οποία επεδόθη στους εκκαλούντες αυθημερόν (βλ. έκθεση επίδοσης ….184β/27.4.2011 του Δικαστικού Επιμελητή Αθηνών Δ. Ρ.), η εφεσίβλητη δήλωσε στους εκκαλούντες, εν όψει και της λήξεως της συμβατικής διάρκειας της μίσθωσης στις 30.4.2011, ότι έχει επέλθει ουσιώδης μείωση της μισθωτικής αξίας του κοινού ακινήτου, εξ αιτίας των εν γένει οικονομικών περιστάσεων, ότι δεν συμφωνεί στην παράταση της από 18.11.1997 συμβάσεως μισθώσεως, ούτε και με τους ίδιους όρους στην ανανέωση της συμβάσεως, κατ' άρθρο 611 Α.Κ., τους κάλεσε δε, να λαμβάνουν, εφ' εξής, την αναλογία τους επί των μισθωμάτων στις υφιστάμενες μισθώσεις των καταστημάτων του ισογείου και να προσέλθουν μέχρι τη λήξη της συμβάσεως στις αναγκαίες συνεννοήσεις μαζί της, για την κατάρτιση νέας συμβάσεως μισθώσεως, με μηνιαίο συνολικό μίσθωμα το ποσό των 20.100 ευρώ, το οποίο είναι δίκαιο και εύλογο και ανταποκρίνεται πλήρως στη μισθωτική αξία του ακινήτου. Τους δήλωσε, επίσης, ότι υπό την ιδιότητά της, ως διαχειρίστριας του κοινού ακινήτου και ως πλειοψηφούσας κοινωνού ότι θα συνεχίσει να κάνει χρήση του κοινού και ότι μέχρι την κατάρτιση της νέας μίσθωσης θα τους καταβάλει το ποσό των 400 ευρώ, ως αποζημίωση χρήσεως των ιδανικών τους μεριδίων. Στις 3.6.2011 πραγματοποιήθηκε συνάντηση μεταξύ του πρώτου εκκαλούντος και του Προέδρου και μελών του Δ.Σ. της εφεσίβλητης, κατά την οποία ο πρώτος εκκαλών πρότεινε τη σύναψη νέας σύμβασης μίσθωσης, με μηνιαίο μίσθωμα, ύψους 45.000 ευρώ, πρόταση που δεν έγινε δεκτή από την εφεσίβλητη. Οι εκκαλούντες απαιτούσαν μεγαλύτερο μίσθωμα για την ανανέωση της μίσθωσης, και δεν συναινούσαν στην ανανέωση αυτής με το ίδιο ή μικρότερο μίσθωμα. Με βάση τα προαναφερθέντα, η ένδικη σύμβαση έληξε στις 30.4.2011, με την παρέλευση του συμβατικού χρόνου και δεν ανανεώθηκε για αόριστο χρόνο, όπως αβάσιμα υποστηρίζουν οι εκκαλούντες. Και τούτο διότι, αφ' ενός οι εκκαλούντες, με την απαίτησή τους για καταβολή μεγαλυτέρου μισθώματος του ήδη καταβαλλόμενου, εναντιώθηκαν σιωπηρά στην αναμίσθωση, αφ' ετέρου η εφεσίβλητη, κατά τη λήξη του συμβατικού χρόνου της μίσθωσης, δεν απέδωσε το μίσθιο ακίνητο στους εκκαλούντες, αλλά συνέχισε να κάνει χρήση αυτού, όχι ως μισθώτρια, αλλά με την ιδιότητά της ως διαχειρίστριας και πλειοψηφούσας κοινωνού. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που με την εκκαλουμένη απόφαση έκρινε ομοίως και απέρριψε την αγωγή ως αβάσιμη κατ' ουσίαν, ορθώς εφήρμοσε το νόμο και εκτίμησε τις προσκομισθείσες, ενώπιον του αποδείξεις και τα όσα αντίθετα υποστηρίζουν οι εκκαλούντες με τους πρώτο, δεύτερο και τρίτο από τους λόγους της έφεσής τους είναι αβάσιμα και απορριπτέα. Τέλος, ο τέταρτος λόγος έφεσης, κατά τον οποίο το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο αντιπαρήλθε σιγή τη νομίμως επ' ακροατηρίω ασκηθείσα αντένσταση κατάχρησης δικαιώματος, είναι αβάσιμος και απορριπτέος, καθ' όσον από την επισκόπηση των πρακτικών του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, ουδόλως προκύπτει η προβολή της άνω αντένστασης, ώστε να ερευνηθεί αυτή από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο (σχετική μνεία γίνεται το πρώτον στην προσθήκη - αντίκρουση των προτάσεων ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου), ούτε εξ άλλου οι εκκαλούντες επικαλούνται λόγους βραδείας προβολής της (άρθρα 527 παρ. 3 και 269 ΚΠολΔ)".
Με βάση τις ως άνω ουσιαστικές παραδοχές το Εφετείο απέρριψε την έφεση των εναγόντων - αναιρεσειόντων ως αβάσιμη κατ' ουσίαν στο σύνολό της. Έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν παραβίασε ευθέως, με εσφαλμένη ερμηνεία και παραλείποντας να εφαρμόσει τη διάταξη του άρθρου 611 ΑΚ, διότι τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία δέχτηκε, ανελέγκτως, ως αποδειχθέντα, ήτοι, αφ' ενός μεν ότι "Οι εκκαλούντες απαιτούσαν μεγαλύτερο μίσθωμα για την ανανέωση της μίσθωσης, και δεν συναινούσαν στην ανανέωση αυτής με το ίδιο ή μικρότερο μίσθωμα", αφ' ετέρου δε ότι "Με την από 27.4.2011 εξώδικη δήλωση με διαμαρτυρία και πρόσκληση, η οποία επεδόθη στους εκκαλούντες αυθημερόν (βλ. έκθεση επίδοσης ….184β/27.4.2011 του Δικαστικού Επιμελητή Αθηνών Δ. Ρ.) η εφεσίβλητη δήλωσε στους εκκαλούντες..., ότι δεν συμφωνεί στην παράταση της από 18.11.1997 συμβάσεως μισθώσεως, ούτε και με τους ίδιους όρους στην ανανέωση της συμβάσεως, κατ' άρθρο 611 Α.Κ.", δεν πληρούν τις προϋποθέσεις για την εφαρμογή της διάταξης και την επέλευση της έννομης συνέπειας αυτής, που είναι η ανανέωση της μίσθωσης (νέα μίσθωση, αναμίσθωση) για αόριστο χρόνο, αλλά στηρίζουν τη διαγνωσθείσα έννομη συνέπεια ότι η μίσθωση έληξε με την πάροδο του συμβατικού της χρόνου, καθόσον, σύμφωνα με τις ως άνω παραδοχές, τόσο οι αναιρεσείοντες εκμισθωτές όσο και η αναιρεσίβλητη μισθώτρια με τις ως άνω δηλώσεις τους εξέφρασαν την εναντίωσή τους για την ανανέωση της ένδικης μίσθωσης. Επομένως, ο πρώτος λόγος αναίρεσης, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν ότι με το να δεχτεί το Εφετείο ότι η ένδικη σύμβαση έληξε στις 30.4.2011, με την παρέλευση του συμβατικού της χρόνου και δεν ανανεώθηκε σιωπηρά για αόριστο χρόνο, με την παραμονή της αναιρεσίβλητης μισθώτριας στο μίσθιο μετά τη λήξη της μισθώσεως, χωρίς εναντίωση αυτών ως εκμισθωτών, παραβίασε με τη μη εφαρμογή της, αν και ήταν εφαρμοστέα στην προκειμένη περίπτωση, τη διάταξη του άρθρ. 611 ΑΚ., πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
Από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 786, 787, 792 παρ. 2 και 794 του Α.Κ., οι οποίες εφαρμόζονται και επί συγκυριότητας σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 1113 του Α.Κ., προκύπτει, εκτός άλλων και ότι σε περίπτωση αποκλειστικής χρήσης του κοινού αντικειμένου από έναν από τους κοινωνούς, δικαιούνται οι υπόλοιποι, και αν ακόμη δεν πρόβαλαν αξίωση σύγχρησης, να απαιτήσουν απ' αυτόν που κάνει αποκλειστική χρήση ανάλογη μερίδα από το όφελος που αυτός αποκόμισε και το οποίο συνίσταται στην αξία της χρήσης του κοινού, προκειμένου δε περί αστικού ακινήτου, που από την κατασκευή του είναι προορισμένο να χρησιμοποιείται για κατοικία ή γραφείο ή κατάστημα, το όφελος αυτό συνίσταται στην κατά το χρόνο της αποκλειστικής χρήσης μισθωτική αξία της μερίδας των εκτός χρήσεως κοινωνών, η οποία δεν αποτελεί μίσθωμα, αφού δεν υπάρχει μισθωτική σχέση, αλλά αποδοτέα κατά τις ανωτέρω διατάξεις ωφέλεια (ΑΠ 1465/2006). Στις περιπτώσεις βέβαια συνδρομής στο πρόσωπο του εκτός χρήσης του κοινού κοινωνού αξίωσης από αδικοπραξία, η αξίωση αυτή δεν προσδιορίζεται, κατ' έκταση, με βάση το όφελος, που είχε ο πραγματοποιήσας αποκλειστική χρήση του κοινού και αδικοπραγήσας εναγόμενος κοινωνός, αλλά με βάση τη θετική και αποθετική ζημία που προξενήθηκε στον ενάγοντα κοινωνό από την υπαίτια και παράνομη συμπεριφορά του πρώτου (βλέπε τα άρθρα 297, 298 και 914 του Α.Κ., καθώς και ΑΠ 440/2000), ως τέτοιας ζημίας νοούμενης, μεταξύ των άλλων, της δαπάνης για τη χρήση άλλου πράγματος, που αναγκάσθηκε να χρησιμοποιήσει ο αποβληθείς κοινωνός, ώστε να υποκαταστήσει το κοινό, καθώς και της ζημίας, που επήλθε σ' αυτόν από την αποτροπή της αύξησης της περιουσίας του, η οποία (αύξηση), εάν δεν μεσολαβούσε η αδικοπραξία, θα επερχόταν με πιθανότητα, κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων ή τις ειδικές περιστάσεις και ιδίως τα προπαρασκευαστικά μέτρα που είχαν ληφθεί (διαφυγόν κέρδος). Εξάλλου, το δικαίωμα εκάστου κοινωνού για χρήση του κοινού πράγματος δεν εξαρτάται από τη μερίδα του σε αυτό, δεδομένου ότι η διάκριση του πράγματος σε ιδανικά μέρη είναι απλώς θεωρητική και δεν παρουσιάζει πρακτική εκδήλωση. Τούτο σημαίνει ότι οι υλικές πράξεις διά των οποίων ασκείται το δικαίωμα χρήσης του πράγματος είναι ανεπίδεκτες ποσοτικής κατάτμησης, ώστε κατ' αποτέλεσμα κάθε κοινωνός εκμεταλλεύεται ολόκληρο το κοινό πράγμα, αδυνατώντας να ασκήσει επ' αυτού τόση μόνον εξουσία, όση αντιστοιχεί στη μερίδα του. Βέβαια, το δικαίωμα συνολικής χρήσης του κοινού πράγματος από τον κοινωνό πρέπει να μην παρεμποδίζει τη σύγχρηση από μέρους των λοιπών κοινωνών, εφόσον αυτή πράγματι ασκείται ή αξιώνεται απ' αυτούς (ΑΠ 2348/2009). Ενόψει αυτών, προφανές είναι πλέον ότι άλλο περιεχόμενο έχει και διαφορετική είναι η αξίωση του εκτός χρήσης κοινωνού για απόδοση της αξίας χρήσης της ιδανικής του μερίδας από τον κοινωνό, που έκανε αποκλειστική χρήση του κοινού πράγματος και άλλο περιεχόμενο έχει και διαφορετική είναι η αξίωση του πρώτου για αποκατάσταση της ζημίας, που αυτός υπέστη από την παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του χρησιμοποιούντος αποκλειστικά το επίκοινο, κατ' αυθαίρετο από τη σύγχρηση τούτου αποκλεισμό του ζημιωθέντος και εκτός χρήσης κοινωνού, ανεξάρτητα από το γεγονός ότι και στην περίπτωση της τελευταίας αυτής από αδικοπραξία αξίωσης η ζημία του αποκλεισθέντος από τη σύγχρηση κοινωνού και δη το διαφυγόν του κέρδος ταυτίζεται ουσιαστικά, εφ' όσον πρόκειται για αστικό ακίνητο, με το αντιστοιχούν στη μερίδα του τμήμα του μισθώματος του επίκοινου, το οποίο θα μπορούσε να επιτευχθεί στην ελεύθερη αγορά και υπό συνθήκες ανοικτών και ελεύθερων διαπραγματεύσεων μεταξύ των υποψήφιων μισθωτών του και των εχόντων την πλειοψηφία των μερίδων του κοινού πράγματος κοινωνών, στους οποίους και παρέχεται από το νόμο η αποφασιστική αρμοδιότητα και το αντίστοιχο δικαίωμα να προβούν στον καθορισμό του αρμόζοντος στο επίκοινο τρόπου τακτικής διοίκησης και εκμετάλλευσής του, υπό τους περιορισμούς βέβαια που τίθενται από τις διατάξεις των άρθρων 789, 790, 792 και 793 του Α.Κ. σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 174, 180 και 281 του ίδιου κώδικα, χωρίς, ωστόσο, να απαιτείται η από τους τελευταίους τήρηση κάποιων διατυπώσεων και δη της λήψης της σχετικής απόφασης σε συντεταγμένη σύσκεψη του συνόλου των κοινωνών, αλλά αρκούσης ακόμα και μόνης της από τους πλειοψηφούντες κοινωνούς διενέργειας της αντίστοιχης διαχειριστικής πράξης. Τέλος, σύμφωνα με το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της εν λόγω διατάξεως, "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως ή λόγου εφέσεως. Αντιθέτως, δεν αποτελούν "πράγματα" η αιτιολογημένη άρνηση, οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, καθώς και οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι κατά νόμο ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και στους οποίους το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει (ΑΠ Ολομ. 14/2004, ΑΠ 421/2009). Εξάλλου, αν από την προσβαλλομένη απόφαση προκύπτει ότι ο ισχυρισμός εξετάσθηκε και απορρίφθηκε ως απαράδεκτος ή κατ' ουσίαν, ο προαναφερόμενος λόγος αναιρέσεως απορρίπτεται ως αβάσιμος (Ολ.ΑΠ 12/1991). Το ίδιο συμβαίνει και όταν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη του τον ισχυρισμό, διότι ήταν πράγματι ορισμένος και νόμιμος ή συμπληρώθηκε νομίμως. Για τη βασιμότητα δε του ανωτέρω λόγου αναιρέσεως επισκοπείται και το δικόγραφο της αγωγής ή της εφέσεως.
Στην προκειμένη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης, οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, διότι το δικάσαν Εφετείο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και ειδικότερα: α) τον ισχυρισμό τους ότι η εκ μέρους της αναιρεσίβλητης υπό την ιδιότητά της της πλειοψηφούσας κοινωνού, ανάθεση στον εαυτό της του συνόλου της χρήσης του επίμαχου ακινήτου συνιστά, προεχόντως αυτοσύμβαση ανεπίτρεπτη, κατ' άρθρ. 235 ΑΚ, τυπικώς και ουσιαστικώς, καθόσον, προκειμένου να αποδώσει στην επιθυμητή χρήση τα μη αμφισβητούμενα μερίδια συμμετοχής τους, συμβλήθηκε ως εκπρόσωπός τους, με τον εαυτό της, καταρτίζοντας έτσι απαγορευμένη κατά τη διάταξη του άρθρου 235 ΑΚ αυτοσύμβαση, η οποία για το λόγο αυτό είναι άκυρη κατ' άρθρο 174 ΑΚ, επί πλέον δε και για το λόγο ότι δεν περιβλήθηκε τον τύπο του συβολαιογραφικού εγγράφου, όπως επιτάσσει η διάταξη της παραγράφου 2 του άρθρου 235 ΑΚ. Και β) τον ισχυρισμό της ότι η ρηματική άρνηση της αναιρεσίβλητης για συνέχιση της μισθωτικής σχέσης δεν έπρεπε να ληφθεί υπόψη, κατ' άρθρο 138 ΑΚ, ως εικονική, ως γενόμενη, δηλαδή, φαινομενικά, προς συγκάλυψη της τραπεζικής αυθαιρεσίας να συνεχίσει η αναιρεσίβλητη ν' απολαμβάνει τη χρήση των μίσθιων ποσοστών των αναιρεσειόντων, χωρίς όμως και να τηρεί τις υποχρεώσεις της απέναντί τους, ενώ η αληθής της βούληση, την οποία δεν αποκάλυψε ήταν η συνέχιση της μίσθωσης. Και ο λόγος αυτός της αίτησης αναίρεσης, πρέπει, επίσης, να απορριφθεί, διότι, οι ισχυρισμοί που φέρεται ότι αγνόησε το Εφετείο, είναι, ενόψει των όσων έχουν ήδη συναφώς αναπτυχθεί, μη νόμιμος ο πρώτος και απαράδεκτος ο δεύτερος και συνεπώς δεν ασκούσαν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, Ειδικότερα καθόσον μεν αφορά στην επικαλούμενη με το δικόγραφο της αγωγής δήλωση της αναιρεσίβλητης μισθώτριας ως διαχειρίστριας και πλειοψηφούσας κοινωνού του κοινού με τους αναιρεσείοντες εκμισθωτές μίσθιου ακινήτου ότι θα συνεχίσει να κάνει χρήση του κοινού, η δήλωση αυτή, με βάση τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης δεν συνιστά κατάρτιση απαγορευμένης κατ' άρθρο 235 ΑΚ αυτοσύμβασης, αλλά αναφέρεται σε άσκηση του δικαιώματος χρήσης του κοινού πράγματος από κοινωνό χρησιμοποιούντος αποκλειστικά το επίκοινο, η οποία συνεπάγεται αξίωση του εκτός χρήσης κοινωνού για απόδοση της αξίας χρήσης της ιδανικής του μερίδας από τον κοινωνό, που κάνει αποκλειστική χρήση του κοινού πράγματος, όπως στην προκειμένη περίπτωση σύμφωνα με τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, ή εφόσον θεωρηθεί ότι η χρήση αυτή αποκλείει κατ' αυθαίρετο τρόπο από τη σύγχρηση τούτου τους εκτός χρήσης κοινωνούς, και συντρέχουν οι λοιπές προϋποθέσεις της αδικοπραξίας, συνεπάγεται αξίωση του πρώτου για αποκατάσταση της ζημίας, που αυτός υπέστη από την παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του χρησιμοποιούντος αποκλειστικά το επίκοινο, κατ' αυθαίρετο από τη σύγχρηση τούτου αποκλεισμό του ζημιωθέντος και εκτός χρήσης κοινωνού, οι οποίες έχουν άλλο περιεχόμενο και είναι διαφορετικές από την ένδικη αξίωση καταβολής μισθωμάτων, λόγω ανανέωσης αορίστως, κατά το άρθρο 611 ΑΚ, μετά τη λήξη του συμβατικού τους χρόνου (30-4-2011) της καταρτισθείσας μεταξύ τους συμβάσεως μίσθωσης. Καθόσον δε αφορά στην επικαλούμενη επίσης με το δικόγραφο της αγωγής δηλωθείσα άρνηση της αναιρεσίβλητης μισθώτριας για συνέχιση της μισθωτικής σχέσης, η οποία σύμφωνα με τα αναφερόμενα στο ίδιο δικόγραφο έγινε "προς συγκάλυψη της τραπεζικής αυθαιρεσίας της αναιρεσίβλητης να συνεχίσει ν' απολαμβάνει τη χρήση των μίσθιων ποσοστών των αναιρεσειόντων, χωρίς όμως και να τηρεί τις υποχρεώσεις της απέναντί τους" και η οποία, όπως το πρώτον ισχυρίστηκαν οι ενάγοντες - αναιρεσείοντες με την έφεσή τους, δεν έπρεπε να ληφθεί υπόψη, ως εικονική, κατ' άρθρ. 138 ΑΚ, και συνεπώς άκυρη, αφού η αληθής της βούληση ήταν η συνέχιση της μίσθωσης, ο ισχυρισμός για εικονικότητα της ως άνω άρνησης της αναιρεσίβλητης μισθώτριας, αλυσιτελώς προβλήθηκε, αφού ακόμη και εάν ήθελε θεωρηθεί ότι η άρνηση αυτή αποτελεί εικονική δικαιοπρακτική δήλωση βουλήσεως, η ακυρότητα αυτής δεν αίρει τις συνέπειες της γενόμενης δεκτής ανελέγκτως από το Εφετείο ρητής εναντίωσης των αναιρεσειόντων - εκμισθωτών στη σιωπηρή ανανέωση της μίσθωσης, η έλλειψη της οποίας συνιστά επίσης προϋπόθεση της σιωπηρής ανανέωσης της μίσθωσης και συνεπώς απαραδέκτως προβάλλεται ως λόγος αναίρεσης η μη λήψη του υπόψη από το Δικαστήριο της ουσίας. Όλα τα προαναφερόμενα σε σχέση με την απόρριψη των παραπάνω ισχυρισμών, ισχύουν, ανεξαρτήτως του ότι το Εφετείο δέχτηκε ανελέγκτως τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά, τα οποία αναιρούν αυτά, στα οποία οι αναιρεσείοντες στηρίζουν τους παραπάνω ισχυρισμούς τους, απορρίπτοντας έτσι εκ του πράγματος τους ισχυρισμούς αυτούς. Εξάλλου, ενόψει του ότι οι φερόμενοι ως μη ληφθέντες υπόψη ισχυρισμοί, περί ακυρότητας της αυτοσύμβασης κατ' άρθρο 235 ΑΚ και 138 ΑΚ, αλυσιτελώς προβλήθηκαν, είναι απορριπτέος ο ως άνω λόγος αναίρεσης και ως προς την επικουρική βάση του, περί εσφαλμένης μη εφαρμογής των διατάξεων των άρθρ. 138 και 235 ΑΚ, αφού αυτές δεν ήταν εφαρμοστέες στην προκειμένη περίπτωση, ενόψει του ότι το Εφετείο δεν διέλαβε παραδοχές που να πληρούν το πραγματικό των εν λόγω διατάξεων. Μετά απ' αυτά, και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης για έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου που κατατέθηκε από τους αναιρεσείοντες για την άσκησή της στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 4 εδ. ε' Κ.Πολ.Δ) και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης (άρθρ. 183 Κ.Πολ.Δ.), η οποία κατέθεσε προτάσεις.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 19-7-2017 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 1895/2017 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου που κατατέθηκε από τους αναιρεσείοντες για την άσκηση της αναίρεσης στο δημόσιο ταμείο. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 19 Απριλίου 2019.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 12 Ιουνίου 2019.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή