Αυτόματη μετάφραση (Google Translate)
Σύνδεσμος απόφασης - link


Επιστροφή - Back


Απόφαση 612 / 2025    (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)


Αριθμός 612/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αριστείδη Βαγγελάτο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννα Μαργέλλου - Μπουλταδάκη - Εισηγήτρια, Ιωάννη Δουρουκλάκη, Νίκη Κατσιαούνη και Μαρία Γιαννακοπούλου, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, την 8η Οκτωβρίου 2024, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Μ. Σ. του Χ., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Ελένη Διονυσοπούλου, η οποία ανακάλεσε την από 7-10-2024 δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., παραστάθηκε αυτοπροσώπως και κατέθεσε προτάσεις. Της αναιρεσίβλητης: εταιρείας με την επωνυμία "… LTD" που εδρεύει στη ….. και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Παπαδημητρίου, ο oποίος κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από ../-2020 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: …/2022 του ίδιου Δικαστηρίου και 5222/2023 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από ..-2024 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την από 15.1.2024 και με αριθμό εκθ. κατάθ. …/../….2024 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η εκδοθείσα αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών - εργατικών διαφορών με αριθμ. 5222/24.11.2023 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία α) έγινε τυπικά δεκτή και απορρίφθηκε κατ' ουσία η από …2022 (αριθμ. εκθ. καταθ. …/…/...2022) έφεση του ενάγοντος - εκκαλούντος και ήδη αναιρεσείοντος και β) έγινε τυπικά και κατ' ουσία δεκτή η από ….2022 (αριθμ. εκθ. καταθ. …/…/...2022) έφεση της εναγομένης - εκκαλούσας και ήδη αναιρεσίβλητης κατά της υπ' αριθμ. …/2022 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία είχε γίνει δεκτή εν μέρει κατ' ουσία η από ….2020 (αριθμ. εκθ. καταθ. …/…/….2020) αγωγή του ενάγοντος και μετά από εξαφάνιση της ως άνω απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, έγινε δεκτή η αγωγή εν μέρει κατ' ουσία για μικρότερα ποσά. Η αίτηση αναίρεσης έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα, εφ' όσον από τα στοιχεία της δικογραφίας δεν προκύπτει επίδοση της προσβαλλόμενης απόφασης και αυτή ασκήθηκε εντός διετίας από τη δημοσίευσή της (άρθρα 147 παρ. 1, 552, 553, 556, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων αυτής (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ). Από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης προκύπτουν τα εξής: Με την από ….2020 (αριθμ. κατάθ. …/../….2020) αγωγή του, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων ισχυρίσθηκε ότι δυνάμει της από 17.10.2016 σύμβασης εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, που συνήφθη στην Αθήνα, προσλήφθηκε από την εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη εταιρεία προκειμένου να απασχοληθεί έως την 31.12.2016 ως μηχανικός αεροσκαφών στους σταθμούς επίγειας εξυπηρέτησης αεροσκαφών που διατηρεί αυτή στην Ελλάδα. Ότι κατά τους όρους της συμβάσεως θα παρείχε εργασία σε 8ωρη ημερήσια βάση και επί πενθήμερο την εβδομάδα έναντι μηνιαίων καθαρών αποδοχών ύψους 2.968,00 ευρώ. Ότι μετά τη λήξη της παραπάνω συμβάσεως αυτή ανανεώθηκε με νέα διάρκειας έως την 31.12.2019. Ότι στις παραπάνω συμβάσεις συμπεριελήφθη εικονικός όρος ότι θα παρέχει τις υπηρεσίες του στα αεροδρόμια Λάρνακας και Πάφου της Κύπρου και με συμφωνία των μερών σε οποιοδήποτε αεροδρόμιο εκτός Κύπρου ήθελε αναλάβει έργο η εργοδότρια. Ότι δυνάμει του ως άνω όρου η εναγομένη τον εμφάνιζε στις καταστάσεις του προσωπικού της ως δήθεν αποσπασμένο εργαζόμενό της προς την ελληνική εταιρεία (ανήκουσα στον ίδιο ιδιοκτήτη και νόμιμο εκπρόσωπο της εναγομένης Α. Ζ.) … ΕΠΕ". Ότι η παραπάνω δηλωθείσα απόσπασή του ήταν απολύτως εικονική και ότι εξ αρχής είχε συμφωνηθεί ότι θα εργαζόταν μόνο εντός της Ελληνικής Επικράτειας. Ότι κατά την συνολική διάρκεια απασχόλησής του από 17.10.2016 έως 21.04.2019 που αποχώρησε για λόγους υγείας οικειοθελώς, εργάσθηκε αποκλειστικά στα αεροδρόμια των Αθηνών, της Ρόδου και των Χανίων. Ότι η εναγομένη καθ' όλη τη διάρκεια της απασχόλησής του δεν του κατέβαλε τα επιδόματα αδείας και εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα, ενώ του χορηγήθηκε μέρος από την άδεια αναψυχής που δικαιούταν κατ' έτος, κατά τα λεπτομερώς εκτιθέμενα σε αυτήν. Με βάση το ιστορικό αυτό, και μετά από νομότυπο περιορισμό του αιτήματός του από καταψηφιστικό σε εν μέρει έντοκο αναγνωριστικό, ζήτησε, να υποχρεωθεί η εναγόμενη να του καταβάλει το ποσό των 19.554,88 ευρώ, που αντιστοιχεί σε αποζημίωση μη χορηγηθείσας άδειας αναψυχής ετών 2017, 2018 και 2019, επιδόματα αδείας ετών 2017, 2018 και 2019 και να αναγνωριστεί ότι του οφείλει το ποσό των 13.362,13 ευρώ, που αντιστοιχεί σε επιδόματα εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα ετών 2016, 2017, 2018 και 2019, αποζημίωση για μη ληφθείσα άδεια έτους 2016 και επίδομα αδείας 2016, με το νόμιμο τόκο. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την …/2022 απόφασή του δέχθηκε εν μέρει την αγωγή και υποχρέωσε την εναγομένη να καταβάλλει στον ενάγοντα, καταψηφιστικά το ποσό των 19.553,18 ευρώ και αναγνωριστικά το ποσό των 2.136,96 ευρώ, με το νόμιμο τόκο. Μετά την άσκηση αντιθέτων εφέσεων κατ' αυτής εκ μέρους των διαδίκων, το Μονομελές Εφετείο Αθηνών εξέδωσε την ήδη προσβαλλόμενη απόφασή του, με την οποία α) απέρριψε κατ' ουσία την από ….2022 έφεση του ενάγοντος και β) δέχθηκε κατ' ουσία την από …..2022 έφεση της εναγομένης και μετά από εξαφάνιση της ως άνω απόφασης του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, απέρριψε την αγωγή του ενάγοντος ως προς τα αγωγικά αιτήματα επιδίκασης επιδομάτων εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα για τα έτη 2016-2019 και επιδίκασε στον ενάγοντα καταψηφιστικά το ποσό των 8.013,60 ευρώ για επιδόματα αδείας των ετών 2017-2019 και αποδοχές αδείας των ετών 2018-2019, και αναγνωριστικά το ποσό των 593,60 ευρώ, για αναλογία επιδόματος αδείας έτους 2016, με το νόμιμο τόκο.
Οι διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 2 και 2 παρ. 2 της υπ' αριθμ. 25825/1951 Αποφάσεως των Υπουργών Οικονομικών και Εργασίας, η οποία εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του Ν. 28/1944 και με την οποία ερμηνεύθηκαν αυθεντικώς η Απόφαση Υπουργών Οικονομικών και Εργασίας 8900/1946 "περί καταβολής ηυξημένου ημερομισθίου εις εργαζομένους κατά τας μη εργασίμους ημέρας" και η Απόφαση Υπουργών Οικονομικών και Εργασίας 18310/1946 "Περί διευκρινίσεως των δικαιουμένων οικονομικών ενισχύσεων διαφόρων κατηγοριών εργαζομένων", οι οποίες προβλέπουν τις προσαυξήσεις των αποδοχών των μισθωτών που εργάζονται κατά τις Κυριακές και τις νύκτες, ορίζουν ότι οι προσαυξήσεις αυτές δεν συμψηφίζονται προς τυχόν καταβαλλόμενες, ανώτερες των ελαχίστων ορίων μισθών και ημερομισθίων, αποδοχές. Κατά την αληθή έννοια των διατάξεων αυτών απαγορεύεται μόνο ο υπό του εργοδότη (μονομερής) συμψηφισμός (ακριβέστερα: καταλογισμός) των καταβαλλομένων υπερτερών αποδοχών προς οφειλόμενες προσαυξήσεις από εργασία τις Κυριακές και τις νύκτες, ενώ, αντιθέτως, δεν απαγορεύεται η συνομολόγηση μεταξύ μισθωτού και εργοδότη ειδικής συμφωνίας περί συμψηφισμού στις τυχόν καταβαλλόμενες υπέρτερες των νομίμων αποδοχές και κάθε τυχόν αξιώσεως από τις προσαυξήσεις αυτές. Η συμφωνία αυτή δεν αντίκειται ούτε στις διατάξεις των άρθρων 3, 174, 664 και 679 του Α.Κ., εφ' όσον ο μισθωτός λαμβάνει αυτά που έχουν ορισθεί από τις οικείες Συλλογικές Συμβάσεις Εργασίας ή Διαιτητικές Αποφάσεις ως ελάχιστα νόμιμα όρια αποδοχών μετά των προβλεπομένων προσαυξήσεων, δηλαδή είναι έγκυρη μόνο για το πέραν των ελαχίστων νομίμων αποδοχών μέρος, το αυτό δε ισχύει για τα Δώρα Εορτών Πάσχα και Χριστουγέννων, την πρόσθετη αμοιβή λόγω υπερεργασίας και την αποζημίωση λόγω απασχολήσεως την Κυριακή και στερήσεως της εβδομαδιαίας αναπαύσεως. Αντιθέτως, τοιαύτη συμφωνία περί καταλογισμού δεν επιτρέπεται: α) ως προς τις αποδοχές αδείας και το επίδομα αδείας, διότι κατά το σκοπό του νομοθέτη οι αποδοχές αδείας και το επίδομα αδείας πρέπει να προκαταβάλλονται στο μισθωτό κατά την έναρξη της αδείας, ώστε να πραγματοποιείται κατ' αυτόν τον τρόπο ο κοινωνικός σκοπός των σχετικών διατάξεων, ο οποίος συνίσταται στην εξασφάλιση της οικονομικής δυνατότητας του δικαιούχου να απολαύσει τις διακοπές του, - και β) κατά τη ρητή διάταξη του άρθρου 8 παρ. 4 ΝΔ 4020/1959 ως προς τις αμοιβές για νόμιμη ή παράνομη υπερωριακή (ΑΠ 1752/2022, 924/2019, 923/2019). Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 2 παρ. 1, 4 παρ.1 5 παρ. 1 του α.ν. 539/1945, όπως ίσχυαν κατά τον επίδικο χρόνο, του άρθρου 8 της από 26.1.1977 ΕΓΣΣΕ, που μετά την κύρωσή της με το άρθρο 8 του ν. 549/1977, έχει ισχύ νόμου, και των άρθρων 4 της από 21.2.1990 ΕΓΣΣΕ, 5 της από 18.5.1998 ΕΓΣΣΕ, 6 της από 23.5.2000 ΕΓΣΣΕ και 3 της από 3.4.2008 ΕΓΣΣΕ, προκύπτει, μεταξύ άλλων, ότι ο εργαζόμενος με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας α) δικαιούται από το πρώτο ημερολογιακό έτος εργασίας του και μέχρι τη συμπλήρωση 12 μηνών συνεχούς απασχόλησης τις αναλογούσες στο χρόνο εργασίας που έχει συμπληρώσει στην ίδια υπόχρεη επιχείρηση στο έτος αυτό αποδοχές αδείας και επίδομα αδείας (ΑΠ 1475/2022, 1161/2014, 437/2010) που ανέρχονται σε 2 ημερομίσθια για κάθε μήνα απασχόλησης (ΑΠ 380/2012), β) μετά τη συμπλήρωση δωδεκάμηνης συνεχούς απασχόλησης στην υπόχρεη επιχείρηση αποκτά το δικαίωμα της ετήσιας άδειας με πλήρεις αποδοχές 24 εργασίμων ημερών και αν στην επιχείρηση εφαρμόζεται σύστημα πενθήμερης εβδομαδιαίας εργασίας 20 εργασίμων ημερών, που επαυξάνεται κατά μία εργάσιμη ημέρα για κάθε έτος απασχόλησης επιπλέον του βασικού χρόνου μέχρι τις 26 εργάσιμες ημέρες και για τους προαναφερόμενους μισθωτούς επιχειρήσεων με σύστημα πενθήμερης εβδομάδας εργασίας μέχρι τις 22 εργάσιμες ημέρες, γ) από 1.1.1990 εργαζόμενοι, που έχουν συµπληρώσει υπηρεσία ή προϋπηρεσία 25 ετών δικαιούνται άδεια 3 εργασίµων ηµερών επί πλέον της νόµιµης αν εργάζονται πενθήµερο και 4 εργασίµων ηµερών αν εργάζονται εξαήµερο (άρθρο 4 της από 21.2.1990 ΕΓΣΣΕ), δ) από 1.1.1999, εργαζόμενοι που έχουν συμπληρώσει υπηρεσία 12 ετών στον ίδιο εργοδότη ή προϋπηρεσία 14 ετών σε οποιοδήποτε εργοδότη και με οποιαδήποτε σχέση εργασίας (12 ετών προϋπηρεσίας υπό την ισχύ της από 23.5.2000 ΕΓΣΣΕ), δικαιούνται άδεια 30 εργάσιμων ημερών, αν ο εργαζόμενος εργάζεται εξαήμερο ή 25 εργάσιμων ημερών, αν εργάζεται πενθήμερο (άρθρο 5 της από 18.5.1998 ΕΓΣΣΕ), ε) από 1.1.2008 εργαζόμενοι που συμπληρώνουν υπηρεσία 10 ετών στον ίδιο εργοδότη ή προϋπηρεσία δώδεκα 12 ετών σε οποιοδήποτε εργοδότη και με οποιαδήποτε σχέση εργασίας, δικαιούνται άδεια 30 εργάσιμων ημερών, αν εφαρμόζεται σύστημα εξαήμερης εβδομαδιαίας εργασίας ή 25 εργασίμων ημερών, αν εφαρμόζεται σύστημα πενθήμερης εβδομαδιαίας εργασίας (άρθρο 3 της από 3.4.2008 ΕΓΣΣΕ) (ΑΠ 136/2021, 1117/2017). Εξάλλου, με το άρθρο 559 αριθμ. 1 του ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί ενώ συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται, είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή. Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ` ουσίαν, η παραβίαση κανόνος ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανέλεγκτα το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και την υπαγωγή τους στο νόμο και ιδρύεται αυτός ο λόγος αναιρέσεως αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν εμφανή την παραβίαση. Αυτό συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε, αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (Ολ.ΑΠ 2/2022, 2/2021, 3/2020). Με τον λόγο αυτόν δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 2/2022). Τέλος, από το συνδυασμό των άρθρων 68 και 556 παρ. 2 ΚΠολΔ συνάγεται ότι το έννομο συμφέρον αποτελεί προϋπόθεση του παραδεκτού της άσκησης της αναίρεσης και των κατ' ιδίαν αυτήν λόγων, θεμελιώνεται δε στη βλάβη που υφίσταται ο αναιρεσείων από το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης και με την άσκηση της αναίρεσης επιδιώκεται η ανατροπή της επιβλαβούς για τον αναιρεσείοντα συνέπειας. Έτσι, αν οι αποδιδόμενες πλημμέλειες δεν επιδρούν στο διατακτικό της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης, οι σχετικοί λόγοι αναίρεσης είναι απορριπτέοι ως αλυσιτελείς (ΑΠ 54/2024, 713/2020, 394/2012). Όπως, απορριπτέος ως αλυσιτελής είναι ο λόγος αναίρεσης που πλήττει αιτιολογία της απόφασης που δεν στηρίζει το διατακτικό της, ή προσάπτεται πλημμέλεια για παραδοχή της απόφασης η οποία δεν επιδρά στο διατακτικό, εφόσον αυτό στηρίζεται αυτοτελώς και σε άλλες παραδοχές, αφού υπό την εκδοχή της τυχόν βασιμότητάς του (λόγου αναίρεσης) δεν οδηγεί στην ανατροπή (αναίρεση) της προσβαλλόμενης απόφασης (ΑΠ 713/2020, 1660/2012, 144/2015). Επίσης, αλυσιτελείς είναι οι λόγοι αναίρεσης που πλήττουν πλεοναστικές αιτιολογίες (ΑΠ 713/2020, 755/2018, 1207/2017). Από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, δέχθηκε κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, τα ακόλουθα: "Η εναγομένη [αναιρεσίβλητη] αποτελεί Κυπριακή εταιρεία περιορισμένης ευθύνης που έχει συσταθεί σύμφωνα με το νόμο περί Εταιρειών κεφ. 113 του Κυπριακού Δικαίου και έχει την έδρα της στη Λάρνακα (ταχ. θυρίδα …..). Στην Ελλάδα διαθέτει υποκατάστημα με την επωνυμία '' …..LTD" με αριθμό ΗΕ…. στο Γενικό Εμπορικό Μητρώο (Γ.Ε.ΜΗ.) και έδρα το …. (…). Ως σκοπό έχει την παροχή υπηρεσιών συντήρησης και επισκευής αεροσκαφών σε Πιστοποιημένους Φορείς Παροχής Υπηρεσιών Επίγειας Εξυπηρέτησης Αεροσκαφών, πρακτόρευσης εναέριων μεταφορών και άλλες υπηρεσίες μεταδευτεροβάθμιας μη τριτοβάθμιας τεχνικής και επαγγελματικής εκπαίδευσης στην Ελλάδα και στην Κύπρο. Ο ενάγων είναι απόφοιτος της σχολής μηχανικών αεροσκαφών του ΙΕΚ ΔΕΛΤΑ από το έτος 1976 με μεγάλη επαγγελματική εμπειρία στον κλάδο. Έχει εργασθεί από το έτος 1980 στην Ολυμπιακή Αεροπορία και μετά την συνταξιοδότησή του το έτος 2006 και σε άλλες εταιρείες στην Ελλάδα, την Ευρώπη και την Αφρική. Στα πλαίσια επίτευξης του ως άνω εμπορικού της σκοπού, η εναγομένη με την από 13.10.2016 σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου προσέλαβε τον ενάγοντα προκειμένου να προσφέρει τις υπηρεσίες του με την ως άνω ειδικότητα για το χρονικό διάστημα από 17.10.2016 έως 31.12.2016. Κατά τους όρους της συμβάσεως που εμφανίζουν νομικό ενδιαφέρον για την κρινόμενη υπόθεση, η χρονική απασχόλησή του καθορίσθηκε σύμφωνα με όσα ορίζονταν στο Νόμο και τις διατάξεις της Πολιτικής Αεροπορίας της Κύπρου (D.C.A.) και ανέρχονταν κατά εβδομαδιαία πενθήμερη βάση σε 40 ώρες, η ετήσια άδειά του σε 22 εργάσιμες ημέρες (όρος 5) και οι καθαρές μηνιαίες του αποδοχές στο ποσό των 2968,00 ευρώ. Συγκεκριμένα ως προς τις αποδοχές κατά τον όρο 16 της ως άνω συμβάσεως συμφωνήθηκε κατά λέξη: "[...] Η εργοδότρια εγγυάται στον υπάλληλο καθαρές προ φόρων και λοιπών φορολογικών κυβερνητικών κρατήσεων μηνιαίες αποδοχές ύψους 2.968,00 ευρώ, σε περίπτωση που οι συνολικές καθαρές αποδοχές που περιλαμβάνουν το βασικό μισθό και τις νόμιμες προσαυξήσεις αργιών, νυκτερινών κ.λπ. υπολείπονται του ανωτέρω ποσού. Οι μηνιαίες αποδοχές θα καταβάλλονται δεδουλευμένες μέχρι την 05η ημέρα του επομένου μήνα της απασχόλησης συμπεριλαμβανομένων των υπερωριών και λοιπών αποδοχών. Σύμφωνα με την ισχύουσα Κυπριακή νομοθεσία δεν καταβάλλονται 13ος/14ος μισθός και το σύνολο των ετήσιων αποδοχών του εργαζόμενου απαρτίζεται από συνολικά 12 μηνιαίους μισθούς. Ωστόσο, ρητά συμφωνείται μεταξύ των μερών ότι, σε περίπτωση απόσπασης του Υπαλλήλου στο έδαφος άλλου Κράτους, στο οποίο κατά την οικεία νομοθεσία ή πρακτική, η καταβολή των αποδοχών γίνεται με διαφορετικό τρόπο/περιοδικότητα, η Εργοδότρια δικαιούται, κατά την διακριτική της ευχέρεια, να τροποποιεί - κατά την διάρκεια της απόσπασης - τον τρόπο καταβολής των αποδοχών του Υπαλλήλου, επιμερίζοντας το κατά τα ανωτέρω ετήσιο συνολικό ποσό αποδοχών του Υπαλλήλου σύμφωνα με την τυχόν προβλεπόμενη από το κράτος απόσπαση περιοδικότητα καταβολής των αποδοχών των εργαζομένων". Επίσης συμφωνήθηκε ότι ο ενάγων [...] θα υπόκειται στους όρους της [...] συμβάσεως, τους κανονισμούς και τις εντολές της εργοδότριας, καθώς και στη νομοθεσία της Πολιτικής Αεροπορίας της Κύπρου (D.C.A.) και σε περίπτωση απόσπασής του της αρμόδιας τοπικά Υπηρεσίας Πολιτικής Αεροπορίας, όπως αυτές ισχύουν κάθε φορά [...] (όρος 3). Τέλος συμφωνήθηκε ότι κατά τη διάρκεια της σύμβασης με την σύμφωνη γνώμη του ενάγοντος η εναγομένη μπορούσε να προβεί σε εκπαιδεύσεις αυτού επί διαφόρων τύπων αεροσκαφών για την βελτίωση των επαγγελματικών δεξιοτήτων και προσόντων του κατόπιν ιδιαίτερης συμβάσεως (όρος 12). Σε εκτέλεση της συμβάσεως αυτής και κατόπιν αιτήματος του ενάγοντος που έγινε δεκτό από τα αρμόδια όργανα της εναγομένης, ο ενάγων αποσπάσθηκε από τον τόπο που κυρίως συμφωνήθηκε να προσφέρει τις υπηρεσίες του και ήταν οι αερολιμένες Λάρνακα και Πάφου της Κύπρου (όρος 2), και ως τόπος προσφοράς εργασίας του συμφωνήθηκαν τα αεροδρόμια της Ελλάδας που έχει αναλάβει έργο η εναγομένη, σε εκτέλεση σύμβασης έργου με την εταιρεία '' …. ΕΠΕ", που έδρευε στο ….. Έτσι ο ενάγων μετά τη υπογραφή της ως άνω συμβάσεως ανέλαβε να εκτελεί την εργασία του στο υποδεικνυόμενο από την εναγομένη αεροδρόμιο της Ελλάδας. Η ως άνω σύμβαση εξελίχθηκε ομαλά χωρίς να ανακύψει κάποιο πρόβλημα συνεργασίας μεταξύ των μερών. Γι' αυτό λίγο πριν λήξει αυτή, την 23.12.2016, τα μέρη προήλθαν και πάλι σε κατάρτιση νέας έγγραφης ομοίας με διάρκεια από 01.01.2017 έως 31.12.2017 χωρίς καμμία απόκλιση από τους όρους της πρώτης συμβάσεως και με διατήρηση της αποσπάσεως. Κατά τη διάρκεια εκτέλεσης της ως άνω συμβάσεως τα μέρη κάνοντας χρήση του όρου 12 της ως άνω συμβάσεως, την 16.03.2017 συνήψαν σύμβαση εκπαίδευσης του ενάγοντος στο αεροσκάφος τύπου "Boeing Β757-200/300 (RR RB2U)" κατά τους όρους της οποίας τα έξοδα εκπαίδευσης (6000,00 €) θα κατέβαλε η εναγομένη, και ο ενάγων θα παρείχε τις υπηρεσίες του ως Μηχανικός Αεροσκαφών αποκλειστικά σε αυτήν, ή εταιρία ομίλου στον οποίο ανήκει ή είναι συνδεδεμένη αυτή και στις γεωγραφικές περιοχές που αυτή δραστηριοποιείται, για χρονικό διάστημα τριών (3) ετών από το πέρας της εκπαίδευσης (όρος 6). Η σύμβαση δε αυτή εκτελέσθηκε και ο ενάγων, αφού ολοκλήρωσε επιτυχώς την εκπαίδευσή του, έλαβε τα σχετικά πιστοποιητικά εξειδίκευσης από την εναγομένη, τα οποία επέτρεπαν σε αυτόν να προσφέρει τις υπηρεσίες του επιπλέον και στο ως άνω τύπου αεροσκάφος. Σε εκτέλεση της παραπάνω δεσμεύσεως του ενάγοντος τα μέρη, μετά τη λήξη της ως άνω τρέχουσας τότε συμβάσεως την 31.12.2017, προήλθαν εκ νέου σε άλλη τοιαύτη διαρκείας από 01.01.2018 έως 31.12.2019 με τους ίδιους και πάλι μισθολογικούς και κανονιστικούς όρους με την προοπτική της κάλυψης της τριετίας που συμφωνήθηκε με την από 16.03.2017 σύμβαση εκπαιδεύσεως. Έτσι ο ενάγων από την έναρξη της απασχόλησής του μέχρι το πέρας αυτής κατά την 21.04.2019, παρείχε την εργασία του στους υποδειχθέντες από την εναγομένη αερολιμένες των Αθηνών, της Ρόδου και του Ηρακλείου Κρήτης. Κατά την ημερομηνία αυτή, ο ενάγων δια του από 06.04.2019 ηλεκτρονικού μηνύματός του προς τον εκπρόσωπο του υποκαταστήματος της εναγομένης στην Ελλάδα Α. Χ.. Ζ., υπέβαλε την παραίτησή του επικαλούμενος σοβαρό πρόβλημα υγείας που δεν του επέτρεπε να συνεχίσει να εργάζεται σε νυχτερινές βάρδιες και δη σακχαρώδη διαβήτη τύπου ΙΙ εξαιτίας του οποίου ελάμβανε ως φαρμακευτική αγωγή ενέσιμη ινσουλίνη. Συνημμένα δε υπέβαλε την από 25.02.2019 ιατρική βεβαίωση του ΚΥ Σ… που επιβεβαίωνε την ως άνω ασθένεια. Παράλληλα ενημέρωσε ότι θα αποχωρούσε εντός προθεσμίας 15 ημερών. Έτσι ο ενάγων αποχώρησε από την ενεργό του υπηρεσία στην εναγομένη την 21.04.2019. [....].Περαιτέρω, ο ενάγων αρυόμενος εκ του ως άνω πραγματικού γεγονότος του τόπου προσφοράς εργασίας του, το οποίο η εναγομένη δεν αμφισβητεί, ισχυρίζεται ότι ο όρος των ως άνω συμβάσεων περί παροχής της εργασίας του στα αεροδρόμια Λάρνακος και Πάφου, ήταν εικονικός, χωρίς ωστόσο να εξηγεί τα κίνητρα της εναγομένης να προβεί σε κατάρτιση τέτοιου όρου, αρκούμενος στην αιτιολογία "για φορολογικούς λόγους". Ωστόσο ο ισχυρισμός του αυτός δεν επιβεβαιώθηκε αποδεικτικά. Αντιθέτως αποδείχθηκε ότι ο ενάγων επέλεξε την εναγομένη εταιρεία για να συμβληθεί μαζί της κατόπιν υποδείξεως του αδελφού του Π. Χ.. Σ., ο οποίος ήδη απασχολούνταν σε αυτήν με την αυτή ειδικότητα του μηχανικού αεροσκαφών από την 07.04.2016 και είχε καλές εντυπώσεις και εμπειρίες, καθώς και ότι η επιλογή του όρου αυτού και του συμφωνηθέντος δικαίου που θα διείπε την ένδικη σύμβαση (Κυπριακό) ήταν άκρως οικονομικώς συμφέρουσα σε αυτόν διότι ήδη ήταν συνταξιούχος της Ολυμπιακής Αεροπορίας και σε περίπτωση όρου με τόπο παροχής εργασίας του την Ελλάδα και εφαρμογή του Ελληνικού δικαίου, έπρεπε να αποστερηθεί ποσοστό της συντάξεώς του. Ενόψει τούτου ο ίδιος επιδίωξε στοιχείο αλλοδαπότητας στη σύμβαση εργασίας του, προκειμένου να λαμβάνει πλήρη τη σύνταξή του από ασφαλιστικό φορέα της Ελλάδας εργαζόμενος παράλληλα στην εναγομένη. Ως προς δε την απόσπασή του, αυτή φέρει τα στοιχεία διεθνικής τοιαύτης, σύμφωνα με τα οριζόμενα στον οικείο τόπο της ως άνω μείζονος σκέψης και διέπεται από τις διατάξεις του ΠΔ/τος 219/2000, αφού αυτή (απόσπαση) δεν απαγορεύεται από την πρώτη κιόλας ημέρα εργασίας.". Με βάση τις παραδοχές αυτές το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δέχθηκε ουσιαστικά την έφεση της εναγομένης-εκκαλούσας [αναιρεσίβλητης], εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, που είχε κάνει εν μέρει δεκτή ως κατ' ουσία βάσιμη την αγωγή του ενάγοντος, και στη συνέχεια δικάζοντας την υπόθεση κατ' ουσία, δέχθηκε εν μέρει την αγωγή, υποχρεώνοντας την εναγομένη (καταψηφιστικά και αναγνωριστικά) να καταβάλει στον ενάγοντα μικρότερα ποσά για αποδοχές και επιδόματα αδείας, με το νόμιμο τόκο.
Στην προκειμένη περίπτωση με πρώτο σκέλος (υπό στοιχείο I) του μοναδικού λόγου αναίρεσης ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση την εκ του αριθμού 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια ότι παρότι διαπίστωσε ότι από την πρώτη ημέρα της απασχόλησής του στην εναγόμενη τον Οκτώβριο του έτους 2016 έως και της παραίτησής του στις 21.4.2019 εργάσθηκε αποκλειστικά σε αεροδρόμια της Ελλάδος, προέβη σε εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων του Π.Δ. 219/2000 και ΠΔ 101/2016, δεχόμενη ότι αυτός αποσπάσθηκε από τον τόπο που είχε συμφωνηθεί να παρέχει τις υπηρεσίες του σε αερολιμένες της Λάρνακας και της Πάφου Κύπρου, σε αεροδρόμια της Ελλάδος, υπάγοντας την περίπτωσή του στην έννοια του αποσπώμενου υπάλληλου, ενώ όφειλε να κρίνει ότι η πραγματική βούληση αυτού και της εναγομένης ήταν εξυπαρχής η παροχή εργασίας του στην Ελλάδα και ότι οι αντίθετοι προς τούτο όροι της σύμβασης εργασίας του ήταν εικονικοί και ως εκ τούτου άκυροι. Ο μοναδικός λόγος αναίρεσης κατά το ως άνω πρώτο σκέλος του είναι απορριπτέος ως αλυσιτελώς προβαλλόμενος, γιατί όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο δέχθηκε μεν ότι με τις συμβάσεις εργασίας που υπογράφησαν μεταξύ των διαδίκων είχε συμφωνηθεί α) ως τόπος παροχής της εργασίας του αναιρεσείοντος οι αερολιμένες της Λάρνακας και της Πάφου Κύπρου και β) ως εφαρμοστέο δίκαιο στη σχέση εργασίας αυτού το Κυπριακό Δίκαιο και ότι αυτός αποσπάσθηκε εξυπαρχής σε αεροδρόμια της Ελλάδος κατ'εφαρμογή των διατάξεων του Π/Δτος 219/2000, πλην όμως, η ως άνω παραδοχή της προσβαλλόμενης απόφασης δεν επηρεάζει το διατακτικό της σε σχέση με τις αγωγικές αξιώσεις του ενάγοντος για επιδίκαση επιδομάτων εορτών και αδείας και αποζημίωσης για μη ληφθείσα άδεια, καθότι προκειμένου να κρίνει αυτές (αγωγικές αξιώσεις) εφάρμοσε το Ελληνικό Δίκαιο στην ένδικη υπόθεση (στις διατάξεις του οποίου άλλωστε ο ενάγων στήριζε τις αγωγικές του αξιώσεις), και επομένως ακόμα και υπό την εκδοχή της τυχόν βασιμότητάς του ως άνω πρώτου σκέλους του μοναδικού λόγου αναίρεσης, αυτή δεν οδηγεί στην ανατροπή (αναίρεση) της προσβαλλόμενης απόφασης ως προς το διατακτικό της που αφορά τα προαναφερθέντα (μοναδικά) αγωγικά αιτήματα. Σε κάθε δε περίπτωση ο ως άνω λόγος είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι υπό την επίφαση της πλημμέλειας από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πλήττεται η ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Εφετείου ότι είχε συμφωνηθεί ως τόπος εργασίας του ενάγοντος οι αερολιμένες της Λάρνακας και της Πάφου Κύπρου και η απόσπασή του σε αεροδρόμια της Ελλάδος (άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ). Περαιτέρω, το Εφετείο με το να κρίνει ότι είχε συμφωνηθεί μεταξύ των διαδίκων με τις από 13.10.2016, 23.12.2016 και από 31.12.2017 συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου διάρκειας να συμψηφίζονται (καταλογίζονται) τα επιδόματα εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα με τον καταβαλλόμενο στον αναιρεσείοντα μισθό ύψους 2.968 ευρώ (καθαρές αποδοχές), ο οποίος ήταν πολύ υπέρτερος του νομίμου (586,08 ευρώ τα έτη 2016-2018 και 650 ευρώ το έτος 2019) και ότι η συμφωνία αυτή ήταν νόμιμη και κατόπιν τούτων να απορρίψει ως κατ'ουσία αβάσιμη την αξίωση του ενάγοντος για επιδίκαση επιδομάτων εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις που προεκτέθηκαν στο οικείο μέρος της νομικής σκέψης που προηγήθηκε. Επομένως, τα όσα αντίθετα υποστηρίζει ο αναιρεσείων με το δεύτερο σκέλος και το τρίτο σκέλος του μοναδικού λόγου αναίρεσης (υπό στοιχεία (ΙΙ, ΙΙΙ), με τα οποία προσάπτονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναιρετικές πλημμέλειες της παραβίασης της διάταξης του άρθρου 422 του ΑΚ, με το να δεχθεί το Εφετείο ότι είχε συμφωνήσει με την αναιρεσίβλητη να συμψηφίζονται στις υπέρτερες αποδοχές του τα επιδόματα εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα και να απορρίψει ως εκ τούτου τις αντίστοιχες αγωγικές του αξιώσεις, είναι απορριπτέα ως αβάσιμα. Περαιτέρω με τον ως άνω μοναδικό λόγο αναίρεσης και κατά το τέταρτο σκέλος του (υπό στοιχεία IV), ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την εκ του αριθμού 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, ότι, αν και δέχθηκε ότι είχε συμπληρώσει προϋπηρεσία 25 ετών, εσφαλμένα έκρινε ότι δικαιούταν 21 ημέρες άδειας το έτος 2017, 22 ημέρες άδειας το έτος 2018 και 22 ημέρες άδειας το έτος 2019, ενώ έπρεπε να δεχθεί ότι αυτός δικαιούταν 24 ημέρες άδειας το έτος 2017, 25 ημέρες άδειας το έτος 2018 και 25 ημέρες άδειας το έτος 2019. Από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε κατά τις ανέλεγκτες ως προς αυτό παραδοχές του ότι ο ενάγων εργαζόταν από το έτος 1980 έως το έτος 2006 στην Ολυμπιακή Αεροπορία και από το έτος 2006 μέχρι της προσλήψεώς του στην εναγόμενη σε άλλες αεροπορικές εταιρείες στην Ελλάδα και στο Εξωτερικό, ακολούθως δέχθηκε κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος τα εξής: "....ο ενάγων έλαβε κατά το πρώτο έτος απασχόλησής του (από 7-10-16 έως 31-12-2016) συνολικά 6 ημέρες άδειας αναψυχής...Κατά το έτος αυτό δικαιούταν κατά τη διάταξη του άρθρ. 2 παρ.1 Α.Ν. 539/1945, όπως αυτό ισχύει μετά το άρθρ. 1 Ν. 3302/2004, 5 ημέρες άδεια....
Συνεπώς ουδέν δικαιούται ο ενάγων εκ της αιτίας αυτής και το σχετικό κονδύλιο ελέγχεται ουσία αβάσιμο. Κατά το χρονικό διάστημα από 01.01.2017 έως 31.12.2017 (δεύτερο έτος απασχόλησης) ο ενάγων έλαβε συνολικά 21 ημέρες αναψυχής ... [...]... Κατά το έτος αυτό ο ενάγων που υπαγόταν στο πενθήμερο σύστημα εργασίας, δικαιούταν να λάβει 21 ημέρες άδειας αναψυχής τις οποίες και έλαβε.
Συνεπώς ως προς το κονδύλιο αυτό ισχύουν τα αμέσως ανωτέρω ίδια αποδεικτικά συμπεράσματα για το προηγούμενο έτος. Κατά το χρονικό διάστημα από 01.01.2018 έως 31.12.2018 ο ενάγων έλαβε συνολικά 15 ημέρες άδειας αναψυχής ......[...]... Κατά το έτος αυτό ο ενάγων που υπαγόταν στο ίδιο πενθήμερο σύστημα εργασίας δικαιούταν να λάβει 22 ημέρες άδειας αναψυχής.
Συνεπώς έπρεπε να είχε λάβει ακόμα άλλες 7 ημέρες αδείας ...[..]... για τις οποίες δικαιούται καθαρές αποδοχές αδείας συνολικού ύψους 1.780,00 ευρώ (2.968,00 ευρώ /25 x 15 ημ) νομιμοτόκως από το τέλος του έτους 2018. Κατά το χρονικό διάστημα από 01.01.2019 έως 21.04.2019, οπότε και λύθηκε η ένδικη σχέση εργασίας, ο ενάγων έλαβε συνολικά 15 ημέρες αναψυχής....[...] ... αντί 22 που δικαιούταν κατά τα ίδια ως άνω της προηγούμενης χρονικής περιόδου. Επομένως δικαιούται το ίδιο ως άνω ποσό (1.780,00 ευρώ) όπως και την προηγούμενη χρονική περίοδο, νομιμοτόκως όμως από την επομένη της 21.04.2019, λόγω λύσης της σχέσης εργασίας". Με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο και με βάση τις ανέλεγκτες παραδοχές του ότι ο ενάγων έλαβε 21 ημέρες άδεια το έτος 2017, 15 ημέρες άδεια το έτος 2018 και 15 ημέρες άδεια το έτος 2019 και με το να κρίνει ότι ο ενάγων δικαιούταν 21 ημέρες άδειας αναψυχής το έτος 2017 και ως εκ τούτου δεν δικαιούταν καμία επιπλέον ημέρα αδείας, 22 ημέρες άδεια το έτος 2018 και ότι έπρεπε να λάβει ακόμα 7 ημέρες άδεια (22-15) και 22 ημέρες άδεια το έτος 2019 και ότι έπρεπε να λάβει ακόμα 7 ημέρες άδεια (22-15), εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις που αναφέρονται στη νομική σκέψη που προηγήθηκε, καθότι, εφόσον δέχθηκε ότι κατά την πρόσληψή του ο αναιρεσείων είχε την προαναφερθείσα προϋπηρεσία μεγαλύτερη των δώδεκα (12) ετών, αυτός δικαιούταν α) το έτος 2017, 24 ημέρες άδειας (2 ημέρες ανά μήνα Χ 12 μήνες) και ως εκ τούτου έπρεπε να λάβει ακόμα 3 ημέρες άδεια (24-21), β) το έτος 2018, 25 ημέρες άδειας και ως εκ τούτου έπρεπε να λάβει ακόμα 10 ημέρες άδεια (25-15) και όχι 7 ημέρες που δέχθηκε το Εφετείο και γ) το έτος 2019, 25 ημέρες άδειας και ως εκ τούτου έπρεπε να λάβει ακόμα 10 ημέρες άδεια (25-15) και όχι 7 ημέρες που δέχθηκε το Εφετείο. Επομένως πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος ο ως άνω εκ του αριθμού 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης. Μετά από αυτά, πρέπει, κατά παραδοχή του λόγου αυτού που κρίθηκε βάσιμος, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη με αριθμό 5222/2023 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών κατά το μέρος που επιδίκασε αποδοχές αδείας των ετών 2017, 2018 και 2019 και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλο δικαστή (άρθρο 580 παρ.3 ΚΠολΔ). Τέλος, πρέπει να επιβληθεί σε βάρος της αναιρεσίβλητης μέρος της δικαστικής δαπάνης του αναιρεσείοντος, που κατέθεσε προτάσεις, λόγω της εν μέρει νίκης και ήττας τους (άρθρα 178, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό.


ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί , κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος, την υπ' αριθμ. 5222/2023 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση κατά το μέρος της αυτό προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλο δικαστή.
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη σε μέρος των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων (1.000) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 28 Ιανουαρίου 2025.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 8 Απριλίου 2025.


Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή